3BE® INJ.SOL (125+125+5)MG/AMP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - 3BE 25+125
Το 3BE ενδείκνυται για νευρολογικές ασθένειες που προκαλούνται από σοβαρή έλλειψη βιταμίνων Β1, Β6 και Β12 που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με από του στόματος χορηγούμενη θεραπευτική αγωγή.
Δοσολογία
Ενήλικες
Σε σοβαρά (οξέα) περιστατικά: 1 φύσιγγα ημερησίως έως ότου υποχωρήσουν τα οξέα συμπτώματα.
Μετά τη βελτίωση των συμπτωμάτων: 1 φύσιγγα 1-3 φορές την εβδομάδα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το 3BE αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών (βλ. παράγραφο 4.3).
Τρόπος χορήγησης Ενδομυϊκή χορήγηση.
Οι φύσιγγες 3BE πρέπει να χορηγούνται ενδομυϊκά (με βαθιά ενδογλουτιαία ένεση). Για την υποστήριξη ή συνέχιση ήδη εφαρμοζόμενης ενέσιμης θεραπείας και την πρόληψη υποτροπής της ασθένειας συνιστώνται τα επικαλυμμένα δισκία 3ΒΕ.
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Κύηση και θηλασμός.
-
Nεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
-
Παιδιά κάτω των 18 ετών (λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς σε δραστικές ουσίες).
Το 3BE ενέσιμο διάλυμα δεν πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση.
Η βραχυχρόνια χορήγηση παρεντερικής βιταμίνης Β12 μπορεί να βλάψει προσωρινά τη διάγνωση της δεσμικής μυέλωσης ή της κακοήθους αναιμίας.
Εάν παρουσιαστούν συμπτώματα περιφερικής αισθητικής νευροπάθειας (παραισθησία), θα πρέπει να επανεξετάζεται η δοσολογία και να διακόπτεται η θεραπεία με το φαρμακευτικό προϊόν, εάν κρίνεται απαραίτητο. Έχουν παρατηρηθεί νευροπάθειες από μακροχρόνια χορήγηση (περισσότερο από 6-12 μήνες) ημερήσιων δοσολογιών που υπερβαίνουν τα 50 mg βιταμίνης Β6 καθώς και σε βραχυχρόνια χορήγηση (περισσότερο από 2 μήνες) άνω του 1 g βιταμίνης Β6 ημερησίως. Ως εκ τούτου, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση σε μακροχρόνια θεραπεία.
Το 3BE δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών (λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε δραστικές ουσίες).
Το 3BE περιέχει βενζυλική αλκοόλη.
Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Η ενδοφλέβια χορήγηση της βενζυλικής αλκοόλης έχει συσχετιστεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θανάτους σε νεογνά («σύνδρομο βαριάς αναπνοής»). Η ελάχιστη ποσότητα της βενζυλικής αλκοόλης στην οποία μπορεί να εμφανιστεί τοξικότητα δεν είναι γνωστή.
Μεγάλοι όγκοι πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο, ειδικά σε εγκύους και θηλάζουσες, καθώς και σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, λόγω κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
Η θειαμίνη αδρανοποιείται από την 5-φθοροουρακίλη καθώς η τελευταία αναστέλλει ανταγωνιστικά τη φωσφορυλίωση της θειαμίνης προς πυροφωσφορική θειαμίνη.
Τα διουρητικά βρόγχου, π.χ. η φουροσεμίδη η οποία αναστέλλει τη σωληναριακή επαναρρόφηση μπορεί να προκαλέσει αυξημένη απέκκριση θειαμίνης κατά τη μακροχρόνια θεραπεία και, συνεπώς, μείωση του επιπέδου της θειαμίνης στον ορό.
Εάν ληφθεί ταυτόχρονα με λεβοντόπα, η βιταμίνη B6 μπορεί να μειώσει την επίδραση της.
Η ταυτόχρονη χορήγηση ανταγωνιστών πυριδοξίνης (π.χ. ισονιαζίδης (ΙΝΗ), υδραλαζίνης, D-πενικιλλαμίνης ή κυκλοσερίνης) μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης Β6 (πυριδοξίνης).
Η μακροχρόνια χρήση παραγόντων μείωσης του γαστρικού οξέος μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια βιταμίνης Β12.
Ποτά που περιέχουν θειώδη (π.χ. κρασί) ενισχύουν την αποικοδόμηση της θειαμίνης.
Κατά τη διάρκεια της κύησης και του θηλασμού η ημερήσια δόση βιταμίνης Β6 δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mg.
Επειδή αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει βιταμίνη Β6 125 mg/2ml σε κάθε φύσιγγα, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης και του θηλασμού.
ν
Το 3ΒΕ ενέσιμο διάλυμα δεν έχει καμιά επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Παρακάτω ταξινομούνται οι ανεπιθύμητες ενέργειες ανά οργανικό σύστημα και συχνότητα εμφάνισης. Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στην ακόλουθη κατηγοριοποίηση συχνοτήτων:
Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100,<1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000, < 1/1.000) Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Άγνωστες (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
Μη γνωστές: Η μακροχρόνια λήψη (> 6-12 μήνες) ημερήσιας δόσης > 50 mg βιταμίνης Β6 μπορεί να προκαλέσει περιφερική αισθητική νευροπάθεια.
Διαταραχές του γαστρεντερικού:
Μη γνωστές: Γαστρεντερικές ενοχλήσεις όπως ναυτία, έμετος, διάρροια και κοιλιακό άλγος.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:
Πολύ σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως εφίδρωση, ταχυκαρδία και δερματικές αντιδράσεις όπως κνησμός και κνίδωση, καθώς και αναφυλαξία.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
Μη γνωστές: Έχουν παρατηρηθεί αλλεργικές αντιδράσεις, εκζεματικές αλλοιώσεις του δέρματος και καλοήθης μορφή ακμής μετά από υψηλή δόση βιταμίνης Β12.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
Μη γνωστές: Xρωματουρία (κοκκινωπά ούρα) εμφανίζεται τις πρώτες 8 ώρες μετά τη χορήγηση και συνήθως υποχωρεί εντός 48 ωρών.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις του τόπου χορήγησης:
Μη γνωστές: Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω.
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Βιταμίνη Β1:
Η θειαμίνη έχει ένα ευρύ θεραπευτικό φάσμα. Πολύ υψηλές δόσεις (πάνω από 10 g) έχουν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των γαγγλίων, παρόμοιο με αυτόν του κουραρίου, και καταστέλλουν την αγωγή νευρικών παλμών.
Βιταμίνη Β6:
Η τοξικότητα της βιταμίνης Β6 μπορεί να θεωρηθεί πολύ χαμηλή. Η μακροχρόνια θεραπεία (>6-12 μήνες) ημερήσιας δοσολογίας > 50 mg βιταμίνης Β6 μπορεί, ωστόσο, να προκαλέσει περιφερική αισθητική νευροπάθεια. Αυτά τα συμπτώματα βελτιώνονται σταδιακά με τη διακοπή της βιταμίνης.
Η συνεχής πρόσληψη βιταμίνης Β6 σε ημερήσια δόση μεγαλύτερη από 1 g για
περισσότερο από δύο μήνες μπορεί να οδηγήσει σε νευροτοξικές επιδράσεις.
Νευροπάθειες με αταξία και διαταραχές αισθητικότητας, εγκεφαλικοί σπασμοί με μεταβολές στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG), καθώς και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, υποχρωμική αναιμία και σμηγματορροϊκή δερματίτιδα έχουν περιγραφεί μετά από χορήγηση περισσότερων από 2 g ημερησίως.
Βιταμίνη Β12:
Έχουν παρατηρηθεί αλλεργικές αντιδράσεις, εκζεματικές αλλοιώσεις του δέρματος και καλοήθης ακμή μετά από παρεντερική χορήγηση υψηλών δόσεων.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - 3BE 25+125
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνη B1 σε συνδυασμό με τη βιταμίνη B6 και/ή τη βιταμίνη B12
Kωδικός ATC: A11DB
Το 3ΒΕ ενέσιμο διάλυμα περιέχει έναν συνδυασμό νευροτρόπων δραστικών ουσιών του συμπλέγματος των βιταμινών Β. Οι περιεχόμενες βιταμίνες θειαμίνη (Β1), πυριδοξίνη (Β6) και κοβαλαμίνη (Β12) έχουν ιδιαίτερο ρόλο ως συνένζυμα στον ενδιάμεσο μεταβολισμό στο κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα.
Όπως όλες οι άλλες βιταμίνες, αποτελούν απαραίτητα θρεπτικά συστατικά τα οποία δεν μπορεί να συνθέσει ο οργανισμός.
Η θεραπευτική πρόσληψη βιταμινών Β1, Β6 και Β12 εξισορροπεί τις ελλείψεις λόγω της ανεπαρκούς διατροφικής πρόσληψης βιταμινών και έτσι εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων ποσοτήτων συνενζύμων.
Θειαμίνη (βιταμίνη Β1)
Η πυροφωσφορική θειαμίνη (TPP) είναι η δραστική μορφή της βιταμίνης Β1 και δρα ως συνένζυμο για έναν αριθμό ενζύμων (π.χ. πυροσταφυλική αφυδρογονάση και τρανσκετολάση). Κατά συνέπεια, η βιταμίνη Β1 εμπλέκεται κυρίως στον μεταβολισμό των υδατανθράκων. Ωστόσο, παρεμβαίνει επίσης στη σύνθεση λιπιδίων και αμινοξέων. Τα νευρικά κύτταρα καλύπτουν τις ενεργειακές τους απαιτήσεις
αποκλειστικά μέσω της ενζυματικής οξείδωσης και αποκαρβοξυλίωσης της γλυκόζης, έτσι η επαρκής πρόσληψη βιταμίνης Β1 είναι ζωτικής σημασίας. Η θειαμίνη συμμετέχει επίσης στην αγωγή νευρικών παλμών. Επιπλέον, αποτελέσματα που έχουν ληφθεί από πειράματα δείχνουν μια αναλγητική δράση της θειαμίνης.
Οι εκδηλώσεις ανεπάρκειας βιταμίνης Β1 είναι πολύπλευρες και μπορούν να επηρεάσουν το κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα, το καρδιαγγειακό, το δέρμα και άλλα συστήματα του σώματος. Συγκεκριμένα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πολυνευροπάθεια με παραισθησία (μυρμήγκιασμα, κάψιμο, μούδιασμα), υπεραισθησία (αυξημένη ευαισθησία), μυϊκή αδυναμία, μεταβολή της ευαισθησίας στη θερμοκρασία, οίδημα και άλλα.
Πυριδοξίνη (βιταμίνη Β6)
Η φωσφορική πυριδοξάλη, η βιολογικά ενεργή μορφή της πυριδοξίνης, είναι το καθοριστικό συνένζυμο στον μεταβολισμό αμινοξέων. Συμμετέχει στο σχηματισμό των φυσιολογικά ενεργών αμινών (π.χ. σεροτονίνη, ισταμίνη, αδρεναλίνη) μέσω διαδικασιών αποκαρβοξυλίωσης, καθώς και σε αναβολικές και καταβολικές διαδικασίες μέσω τρανσαμίνωσης.
Η φωσφορική πυριδοξάλη παίζει ουσιαστικό ρόλο στο νευρικό σύστημα, ειδικά στον ενζυματικά ελεγχόμενο μεταβολισμό των νευροδιαβιβαστών. Ως καταλύτης των πρώτων σταδίων της βιοσύνθεσης της σφιγγοσίνης, η φωσφορική πυριδοξάλη έχει επίσης βασικό ρόλο στον μεταβολισμό των σφιγγολιπιδίων. Τα σφιγγολιπίδια είναι απαραίτητα συστατικά του περιβλήματος μυελίνης των νευρικών κυττάρων. Πειραματικά μοντέλα σε ζώα έχουν δείξει ότι η βιταμίνη Β6 έχει αναλγητική επίδραση.
Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β6 μπορεί να συσχετιστεί με περιφερική νευρίτιδα και νευροπάθεια, παραισθησία, κάψιμο, επώδυνη δυσαισθησία, καταστολή των ανοσολογικών αντιδράσεων, αναιμία, βλάβες των βλεννογόνων και άλλα συμπτώματα.
Κοβαλαμίνη (βιταμίνη Β12)
Η βιταμίνη Β12 στις συνενζυματικές μορφές της (5-δεοξυαδενοσυλοκοβαλαμίνη και
μεθυλοκοβαλαμίνη) εμπλέκεται σε ενζυματικά καταλυόμενες ενδομοριακές μεταφορές υδρογόνων και μεθυλομάδων. Η βιταμίνη Β12 εμπλέκεται επίσης στη σύνθεση της μεθειονίνης (που συνδέεται στενά με τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων) και στο μεταβολισμό των λιπιδίων, μέσω της μετατροπής του προπιονικού οξέος σε ηλεκτρικό οξύ.
Η βιταμίνη Β12 εμπλέκεται στη μεθυλίωση της βασικής πρωτεΐνης της μυελίνης, συστατικό του περιβλήματος μυελίνης του νευρικού συστήματος. Η μεθυλίωση αυξάνει τις λιπόφιλες ιδιότητες της βασικής πρωτεΐνης της μυελίνης, οι οποίες ευνοούν την αυξημένη ενσωμάτωση στα στρώματα μυελίνης.
Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 μπορεί να οδηγήσει σε νευρολογικά συμπτώματα όπως παραισθησία, μούδιασμα, δυσλειτουργία βάδισης, βλάβη της αίσθησης δονήσεων, πολυνευρίτιδα (κυρίως αισθητήρια, στα περιφερικά άκρα) αταξία και άλλα. Περαιτέρω συμπτώματα μπορεί να είναι αναιμία, οπτική ατροφία, επίδραση στην πνευματική κατάσταση και άλλα.
Συνδυασμός των βιταμινών Β1, Β6 και Β12
Οι νευροτρόπες βιταμίνες Β1, Β6 και Β12 μόνες τους, και σε συνδυασμό ως αποτέλεσμα βιοχημικής συνέργειας, έχουν ιδιαίτερη σημασία για το μεταβολισμό στο νευρικό σύστημα, γεγονός που δικαιολογεί τη συνδυασμένη χρήση τους.
Επιπλέον, στους περισσότερους πληθυσμούς ασθενών, όπως οι ηλικιωμένοι, οι διαβητικοί ασθενείς και άλλοι, εμφανίζεται ανεπάρκεια και των τριών νευροτρόπων βιταμινών.
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι αυτός ο συνδυασμός των νευροτρόπων βιταμινών Β επιταχύνει τις αναγεννητικές διεργασίες σε κατεστραμμένες νευρικές ίνες, γεγονός που οδηγεί τελικά σε βελτιωμένη αποκατάσταση της λειτουργίας και της νεύρωσης των μυών. Σε μοντέλο πειραματικά προκαλούμενου διαβήτη σε αρουραίους, η χορήγηση βιταμινών του συμπλέγματος Β απέτρεψε ή μείωσε τη χαρακτηριστική βλάβη των νεύρων, έτσι ώστε να αντισταθμιστεί η επιδείνωση των λειτουργικών ιδιοτήτων (αντινευροπαθητική δράση).
Επιπλέον, ο συνδυασμός βιταμινών Β1, Β6 και Β12 έχει αποδειχθεί ότι έχει συνεργική
δράση όταν συνδυάζεται με ΜΣΑΦ για την αντιμετώπιση του πόνου.
Μελέτες σε ζώα και ανθρώπους έχουν δείξει αντιαλγαισθητική δράση των βιταμινών Β1, Β6 και Β12.
Η συνδυασμένη χορήγηση βιταμινών Β1, Β6 και Β12 δεν αναμένεται να έχει αρνητική επίδραση στη φαρμακοκινητική των επιμέρους βιταμινών.
Θειαμίνη (βιταμίνη Β1):
Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής της θειαμίνης στον άνθρωπο είναι περίπου 9,5 έως 18,5 ημέρες, με χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 4 ώρες.
Οι αποθεματικές πηγές θειαμίνης διαρκούν 4-10 ημέρες. O ταχύς ρυθμός μεταβολισμού και η περιορισμένη αποθήκευση θειαμίνης (20-30 mg, κυρίως στην καρδιά, τον εγκέφαλο, το ήπαρ και τα νεφρά) απαιτούν επαρκή ημερήσια πρόσληψη θειαμίνης για την κάλυψη των αναγκών. Η ανεπάρκεια μπορεί να εμφανιστεί εντός 2- 3 εβδομάδων από τη διακοπή πρόσληψης. Τυπικά συμπτώματα είναι κόπωση, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, πονοκέφαλος, ταχυκαρδία και αδύναμα μυϊκά αντανακλαστικά.
Πυριδοξίνη (βιταμίνη Β6):
Η βιταμίνη Β6 φωσφορυλιώνεται κυρίως στο ήπαρ, σχηματίζοντας τη βιολογικά δραστική φωσφορική πυριδοξάλη. Για να διαπεράσει τις κυτταρικές μεμβράνες, η φωσφορυλιωμένη βιταμίνη Β6 πρέπει να υδρολυθεί από την αλκαλική φωσφατάση για να ελευθερωθεί η βιταμίνη Β6. Η μεταφορά στα κύτταρα γίνεται με απλή διάχυση και ακολουθείται από επαναφωσφορυλίωση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά από 3,5 έως 4 ώρες. Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής της φωσφορικής πυριδοξάλης είναι περίπου 15 - 25 ημέρες με χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής περίπου 3 ώρες. Η αποθεματική χωρητικότητα βιταμίνης Β6 μπορεί να διαρκέσει 14 έως 42 ημέρες. Περίπου 40 έως 150 mg μπορούν να αποθηκευτούν. Η απέκκριση στα ούρα κυμαίνεται από 1,7 έως 3,6 mg την ημέρα.
Κοβαλαμίνη (βιταμίνη Β12):
Η από του στόματος χορηγούμενη βιταμίνη Β12 είναι γνωστό ότι παρουσιάζει χαμηλό
ποσοστό απορρόφησης το οποίο μπορεί να μειωθεί περαιτέρω, μετά από βαριατρική χειρουργική επέμβαση, σε ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς σε αιμοκάθαρση και ασθενείς με άλλες καταστάσεις δυσαπορρόφησης. Εκτός από την ενεργή απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης βιταμίνης Β12 που υπόκειται σε κορεσμό και η οποία οδηγεί σε καθημερινή απορρόφηση περίπου 1,5 μg, η βιταμίνη Β12 απορροφάται επίσης μέσω παθητικής διάχυσης. Το ποσοστό που απορροφάται με παθητική διάχυση είναι μόνο περίπου το 1% της ποσότητας που καταναλώνεται. Αυτό μειώνεται περαιτέρω σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε βαριατρική χειρουργική επέμβαση ή έχουν μειωμένη γαστρεντερική απορρόφηση λόγω άλλων ασθενειών. Σε αυτούς τους ασθενείς, μπορεί να ενδείκνυται παρεντερική εφαρμογή.
Περίπου το 90% της κοβαλαμίνης του πλάσματος συνδέεται με πρωτεΐνες (τρανσκοβαλαμίνες). Το μεγαλύτερο ποσοστό της βιταμίνης Β12 που δεν κυκλοφορεί στο πλάσμα αποθηκεύεται κυρίως στο ήπαρ. Η ημερήσια απαίτηση είναι 1 μg. Ο ρυθμός μεταβολισμού είναι 2,5 μg βιταμίνης Β12 ανά ημέρα, ή 0,05% της αποθηκευμένης ποσότητας.
Η βιταμίνη Β12 απεκκρίνεται κυρίως μέσω της χολής και επαναπορροφάται σε μεγάλο βαθμό από την εντεροηπατική κυκλοφορία. Εάν η ικανότητα αποθήκευσης του σώματος ξεπεραστεί ως αποτέλεσμα υψηλής δοσολογίας και, ιδίως, μέσω παρεντερικής χορήγησης, το μέρος που δεν συγκρατείται απεκκρίνεται με τα ούρα.
Τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν παρεντερικά σκευάσματα βιταμινών Β δείχνουν ότι οι ενδομυϊκές και ενδοφλέβιες βιταμίνες Β οδηγούν σε υψηλότερα επίπεδα κυανοκοβαλαμίνης στο πλάσμα από ότι υψηλές δόσεις χορηγούμενες από το στόμα. Επιπλέον, τα παρεντερικά και τα από του στόματος χορηγούμενα σκευάσματα βιταμινών Β1, Β6 και Β12 είναι εξίσου καλώς ανεκτά. Κατά συνέπεια, η παρεντερική χορήγηση των βιταμινών Β1, Β6 και Β12 μπορεί να είναι επαρκής για ταχεία αποκατάσταση των αποθεμάτων βιταμινών σε οξείες ανεπάρκειες, σε ασθενείς με προβλήματα απορρόφησης βιταμινών Β και σε ασθενείς με αυξημένη ανάγκη λόγω ορισμένων παθολογικών καταστάσεων.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - 3BE 25+125
Benzyl alcohol, Disodium edetate, Hydrochloric acid and/or Sodium hydroxide, Water for injection
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C. Να φυλάσσετε σε μέρη που δεν το φτάνουν και δεν το βλέπουν τα παιδιά.
Το ενέσιμο διάλυμα 3BE είναι διαυγές κόκκινο διάλυμα.
Διατίθεται σε καραμελόχρωμες φύσιγγες που περιέχουν 2 ml διαλύματος, σε συσκευασίες των 5 ή 10.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.