A-CNOTREN SOFT.CAPS 20MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - A-CNOTREN 20MG/CAP
Βαριές μορφές ακμής (όπως η οζώδης ή η συρρέουσα ακμή ή η ακμή με κίνδυνο μόνιμων ουλών), που ανθίστανται σε επαρκείς θεραπευτικούς κύκλους συνήθους αγωγής με συστηματικώς χορηγούμενα αντιβιοτικά και τοπική θεραπεία.
Δοσολογία
Η ισοτρετινοΐνη πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από ή υπό την επίβλεψη ιατρών με πείρα στη χρήση συστηματικώς χορηγούμενων ρετινοειδών για τη θεραπεία της βαριάς ακμής και πλήρη κατανόηση των κινδύνων της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη και των αναγκών για παρακολούθηση.
Τα καψάκια πρέπει να λαμβάνονται μαζί με φαγητό μία ή δύο φορές ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το A-CNOTREN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία προεφηβικής ακμής και δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών, λόγω έλλειψης δεδομένων για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.
Ενήλικες συμπεριλαμβανομένων των εφήβων και των ηλικιωμένων
Η θεραπεία με ισοτρετινοΐνη πρέπει να ξεκινά σε δόση των 0,5 mg/kg ημερησίως. Η θεραπευτική απόκριση στην ισοτρετινοΐνη και κάποιες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με τη δόση και ποικίλλουν μεταξύ των ασθενών. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία την εξατομικευμένη ρύθμιση της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Για τους περισσότερους ασθενείς, η δόση κυμαίνεται μεταξύ 0,5-1,0 mg/kg ημερησίως.
Τα μακροπρόθεσμα ποσοστά ύφεσης και υποτροπής σχετίζονται περισσότερο με τη συνολική χορηγούμενη δόση παρά με τη διάρκεια θεραπείας ή την ημερήσια δόση. Έχει επιδειχθεί ότι κανένα σημαντικό πρόσθετο όφελος δεν πρέπει να αναμένεται με δόσεις άνω της συγκεντρωτικής δόσης θεραπείας των 120-150 mg/kg. Η διάρκεια της θεραπείας θα εξαρτηθεί από την εξατομικευμένη ημερήσια δόση. Θεραπευτικός κύκλος διάρκειας 16-24 εβδομάδων συνήθως επαρκεί προκειμένου να επιτευχθεί ύφεση.
Στην πλειοψηφία των ασθενών, ο πλήρης καθαρισμός της ακμής επιτυγχάνεται με ένα μόνο κύκλο θεραπείας. Σε περίπτωση σαφούς υποτροπής, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης περαιτέρω θεραπευτικού κύκλου με ισοτρετινοΐνη, χρησιμοποιώντας την ίδια ημερήσια και συγκεντρωτική δόση θεραπείας. Δεδομένου ότι βελτίωση της ακμής μπορεί να παρατηρηθεί έως και 8 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας, το ενδεχόμενο χορήγησης περαιτέρω θεραπευτικού κύκλου δεν πρέπει να εξετάζεται μέχρις ότου παρέλθει τουλάχιστον αυτή η περίοδος.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με χαμηλότερη δόση (π.χ. 10 mg/ημέρα). Κατόπιν η δόση θα πρέπει να αυξάνεται σε έως και 1 mg/kg/ημέρα ή μέχρι ο ασθενής να λαμβάνει τη μέγιστη δόση που γίνεται ανεκτή (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με δυσανεξία
Σε ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή δυσανεξία στη συνιστώμενη δόση, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί σε μικρότερη δόση με συνέπεια μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας και υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής. Προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα στους ασθενείς αυτούς, η δόση πρέπει συνήθως να συνεχίζεται στην υψηλότερη ανεκτή.
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε γυναίκες που είναι έγκυες ή θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.6).
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε γυναίκες με δυνατότητα κυοφορίας, εκτός αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.4).
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται, επίσης, σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Το A-CNOTREN περιέχει επεξεργασμένο έλαιο σόγιας, μερικώς υδρογονωμένο έλαιο σόγιας και υδρογονωμένο έλαιο σόγιας. Επομένως, το A-CNOTREN αντενδείκνυται σε ασθενείς που είναι αλλεργικοί στο φιστίκι ή στη σόγια.
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται, επίσης, σε ασθενείς
-
Με ηπατική ανεπάρκεια
-
Με υπερβολικά αυξημένες τιμές λιπιδίων αίματος
-
Με υπερβιταμίνωση A
-
Που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με τετρακυκλίνες (βλ. παράγραφο 4.5).
Τερατογόνος δράση
Το A-CNOTREN έχει ισχυρή τερατογόνο δράση στον άνθρωπο, προκαλώντας σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή διαμαρτίες διαπλάσεως με υψηλή συχνότητα.
Το A-CNOTREN αντενδείκνυται αυστηρά σε:
-
Έγκυες γυναίκες
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης
Πρόγραμμα Πρόληψης Εγκυμοσύνης
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν είναι ΤΕΡΑΤΟΓΟΝΟ
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός αν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Εγκυμοσύνης:
-
-
Πάσχει από βαριά ακμή (όπως οζώδης ή συρρέουσα ακμή ή ακμή με κίνδυνο μόνιμων ουλών) που ανθίσταται σε επαρκείς θεραπευτικούς κύκλους συνήθους αγωγής με συστηματικώς χορηγούμενα αντιβιοτικά και τοπική θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.1).
-
Η δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να αξιολογείται για όλες τις γυναίκες ασθενείς.
-
Η ασθενής κατανοεί τον κίνδυνο τερατογένεσης.
-
Η ασθενής κατανοεί την ανάγκη για αυστηρή παρακολούθηση σε μηνιαία βάση.
-
Η ασθενής κατανοεί και αποδέχεται την ανάγκη για αποτελεσματική αντισύλληψη, χωρίς διακοπή επί 1 μήνα πριν την έναρξη της θεραπείας, καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και επί 1 μήνα μετά το τέλος της θεραπείας. Πρέπει να χρησιμοποιείται τουλάχιστον μία μέθοδος αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας (δηλ. μία μορφή αντισύλληψης που είναι ανεξάρτητη από το χρήστη) ή δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης που εξαρτώνται από το χρήστη.
-
Θα πρέπει να αξιολογούνται οι επιμέρους περιστάσεις σε κάθε περίπτωση, όταν επιλέγεται η μέθοδος αντισύλληψης, συμπεριλαμβάνοντας την ασθενή στη συζήτηση, ώστε να διασφαλιστεί η συμμετοχή και η συμμόρφωσή της με τα επιλεγμένα μέτρα.
-
Ακόμα και αν η ασθενής έχει αμηνόρροια, πρέπει να ακολουθήσει όλες τις συστάσεις περί αποτελεσματικής αντισύλληψης.
-
Η ασθενής έχει ενημερωθεί και κατανοεί τις πιθανές συνέπειες μιας κύησης, καθώς και την ανάγκη να συμβουλευτεί γρήγορα γιατρό εάν υπάρχει πιθανότητα σύλληψης ή εάν υπάρχει ενδεχόμενο να είναι έγκυος.
-
Η ασθενής κατανοεί την ανάγκη και δέχεται να υποβάλλεται τακτικά σε τεστ κύησης πριν από τη θεραπεία, ιδανικά σε μηνιαία βάση κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
Η ασθενής έχει δηλώσει ότι κατανοεί τους κινδύνους και τις προφυλάξεις που συνδέονται με τη χρήση της ισοτρετινοΐνης.
Αυτές οι συνθήκες αφορούν επίσης γυναίκες οι οποίες δεν είναι επί του παρόντος σεξουαλικά ενεργές, εκτός εάν ο συνταγογράφων γιατρός κρίνει ότι υπάρχουν αναμφισβήτητοι λόγοι που υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος κύησης.
Ο συνταγογράφων ιατρός πρέπει να διασφαλίζει ότι:
-
Η ασθενής συμμορφώνεται με τις συνθήκες περί πρόληψης εγκυμοσύνης που αναφέρονται παραπάνω, συμπεριλαμβανομένης της επιβεβαίωσης ότι η ασθενής έχει επαρκές επίπεδο κατανόησης.
-
Η ασθενής έχει αποδεχτεί τις προαναφερόμενες συνθήκες.
-
Η ασθενής κατανοεί ότι πρέπει να χρησιμοποιεί σε σταθερή βάση και σωστά μία μέθοδο αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας (δηλ., μία μορφή αντισύλληψης που είναι ανεξάρτητη από το χρήστη) ή δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης που εξαρτώνται από το χρήστη επί τουλάχιστον 1 μήνα πριν την έναρξη της θεραπείας και να συνεχίζει να τη χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και επί τουλάχιστον 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
Αρνητικά αποτελέσματα τεστ κύησης έχουν ληφθεί πριν από τη θεραπεία, κατά τη διάρκεια αυτής και 1 μήνα μετά το τέλος της θεραπείας. Οι ημερομηνίες και τα αποτελέσματα των τεστ κύησης πρέπει να καταγράφονται.
Εάν μια γυναίκα που λαμβάνει ισοτρετινοΐνη μείνει έγκυος, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και η ασθενής πρέπει να παραπέμπεται σε γιατρό με εξειδίκευση ή εμπειρία στην τερατολογία για αξιολόγηση και λήψη συμβουλών.
Σε περίπτωση κύησης μετά τη διακοπή της θεραπείας, εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για βαριάς μορφής και σοβαρές διαμαρτίες διαπλάσεως του εμβρύου. Αυτός ο κίνδυνος παραμένει μέχρι να αποβληθεί πλήρως το προϊόν, το οποίο συμβαίνει εντός ενός μηνός μετά το τέλος της θεραπείας.
Αντισύλληψη
Οι γυναίκες ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν διεξοδικές πληροφορίες σχετικά με την πρόληψη εγκυμοσύνης και να παραπέμπονται σε γιατρό για λήψη συμβουλών σχετικά με την αντισύλληψη, εάν δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Εάν ο συνταγογράφων γιατρός δεν είναι σε θέση να παράσχει αυτές τις πληροφορίες, η ασθενής πρέπει να παραπέμπεται στον αρμόδιο επαγγελματία υγείας.
Ως ελάχιστη απαίτηση, οι γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν τουλάχιστον μια μέθοδο αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας (δηλ., μία μορφή αντισύλληψης που είναι ανεξάρτητη από το χρήστη) ή δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης που εξαρτώνται από το χρήστη. Η αντισύλληψη πρέπει να χρησιμοποιείται επί τουλάχιστον 1 μήνα πριν από την έναρξη της θεραπείας, καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και να συνεχίζεται επί τουλάχιστον 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη, ακόμη και σε ασθενείς με αμηνόρροια.
Σε κάθε περίπτωση κατά την επιλογή της μεθόδου αντισύλληψης, πρέπει να αξιολογούνται οι ιδιαίτερες συνθήκες με συμμετοχή της ασθενούς στη συζήτηση, ώστε να διασφαλιστεί η δέσμευση και η συμμόρφωση της με τα επιλεγμένα μέτρα.
Τεστ κύησης
Σύμφωνα με την τοπική πρακτική, συνιστάται να διεξάγονται τεστ κύησης με ελάχιστη ευαισθησία 25 mIU/mL υπό ιατρική επίβλεψη, όπως περιγράφεται παρακάτω.
Πριν την έναρξη της θεραπείας:
Τουλάχιστον ένα μήνα μετά την έναρξη χρήσης αντισύλληψης από την ασθενή και σε σύντομο διάστημα (κατά προτίμηση λίγες ημέρες) πριν από την πρώτη συνταγή, η ασθενής πρέπει να
υποβληθεί σε τεστ κύησης υπό ιατρική επίβλεψη. Αυτό το τεστ θα διασφαλίσει ότι η ασθενής δεν είναι έγκυος όταν ξεκινά τη θεραπεία με ισοτρετινοΐνη.
Επισκέψεις παρακολούθησης
Θα πρέπει να προγραμματίζονται επισκέψεις παρακολούθησης σε τακτά διαστήματα, ιδανικά κάθε μήνα. Η ανάγκη για επανάληψη των επιβλεπόμενων από γιατρό τεστ κύησης κάθε μήνα θα καθορίζεται σύμφωνα με την τοπική πρακτική, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη σεξουαλική δραστηριότητα της ασθενούς, το πρόσφατο ιστορικό εμμηνορρυσίας (ακανόνιστη περίοδος, απώλεια περιόδου ή αμηνόρροια) και τη μέθοδο αντισύλληψης. Εφόσον ενδείκνυται, θα πρέπει να πραγματοποιούνται επόμενα τεστ κύησης κατά την ημέρα της επίσκεψης συνταγογράφησης ή εντός 3 ημερών πριν από την επίσκεψη στον συνταγογράφοντα γιατρό.
Τέλος θεραπείας
Ένα μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας, οι γυναίκες πρέπει να υποβάλλονται σε ένα τελικό τεστ κύησης.
Περιορισμοί αναφορικά με τη συνταγογράφηση και τη διανομή
Για γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, η διάρκεια της συνταγής του A-CNOTREN θα πρέπει να περιορίζεται ιδανικά στις 30 ημέρες, ώστε να υποστηρίζεται η τακτική επανεκτίμηση, συμπεριλαμβανομένου του τεστ κύησης και της παρακολούθησης. Ιδανικά το τεστ κύησης, η έκδοση της συνταγής και η διανομή της ισοτρετινοΐνης θα πρέπει να γίνονται την ίδια ημέρα.
Αυτή η μηνιαία παρακολούθηση θα επιτρέψει να διασφαλιστεί ότι πραγματοποιούνται τακτικά τεστ κύησης και έλεγχοι και ότι η ασθενής δεν είναι έγκυος πριν από τη λήψη του επόμενου κύκλου της φαρμακευτικής αγωγής.
Άνδρες ασθενείς
Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι ο βαθμός της μητρικής έκθεσης από το σπέρμα των ασθενών που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη δεν είναι αρκετά μεγάλος ώστε να συσχετιστεί με την τερατογόνο δράση της ισοτρετινοΐνης. Στους άνδρες ασθενείς πρέπει να υπενθυμίζεται ότι δεν πρέπει μοιράζονται το φάρμακό τους με κανέναν, ιδίως με γυναίκες.
Πρόσθετες προφυλάξεις
Στους ασθενείς πρέπει να υποδειχθεί ότι δεν πρέπει να δώσουν το φαρμακευτικό προϊόν σε άλλο άτομο και ότι πρέπει να επιστρέφουν τα μη χρησιμοποιημένα καψάκια στο φαρμακοποιό τους στο τέλος της θεραπείας.
Οι ασθενείς δεν πρέπει να δωρίζουν αίμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά τη διακοπή της ισοτρετινοΐνης, λόγω του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο σε περίπτωση μετάγγισης σε έγκυο γυναίκα.
Επιμορφωτικό υλικό
Για να βοηθηθούν οι συνταγογραφούντες γιατροί, οι φαρμακοποιοί και οι ασθενείς αναφορικά με την πρόληψη της έκθεσης του εμβρύου στην ισοτρετινοΐνη, ο Κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας θα παράσχει επιμορφωτικό υλικό για την εμπέδωση των προειδοποιήσεων σχετικά με την τερατογόνο δράση της ισοτρετινοΐνης, καθώς και την παροχή συμβουλών για την αντισύλληψη πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθοδήγησης σχετικά με την ανάγκη διεξαγωγής τεστ κύησης.
Ο γιατρός θα πρέπει να παράσχει σε όλους τους ασθενείς, άνδρες και γυναίκες, πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης και τα αυστηρά μέτρα πρόληψης εγκυμοσύνης που αναφέρονται στο Πρόγραμμα Πρόληψης Εγκυμοσύνης.
Ψυχιατρικές διαταραχές
Σε ασθενείς που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη έχουν αναφερθεί κατάθλιψη, επιδεινωμένη κατάθλιψη, άγχος, επιθετικές τάσεις, μεταβολές της διάθεσης, ψυχωσικά συμπτώματα και, πολύ σπάνια, αυτοκτονικός ιδεασμός, απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονία (βλ. παράγραφο 4.8). Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κατάθλιψης και όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία κατάθλιψης και να παραπέμπονται για κατάλληλη αγωγή, εάν είναι απαραίτητο. Εντούτοις, η διακοπή της ισοτρετινοΐνης μπορεί να μην αρκεί για την υποχώρηση των συμπτωμάτων και, ως εκ τούτου, μπορεί να απαιτείται περαιτέρω ψυχιατρική ή ψυχολογική αξιολόγηση.
Η ευαισθητοποίηση της οικογένειας ή των φίλων μπορεί να φανεί χρήσιμη για τον εντοπισμό επιδείνωσης της ψυχικής υγείας.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Οξεία επιδείνωση της ακμής εμφανίζεται περιστασιακά κατά την αρχική περίοδο αλλά υποχωρεί με τη συνέχιση της θεραπείας, συνήθως μέσα σε 7-10 ημέρες. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης συνήθως.
Η έκθεση σε έντονο ηλιακό φως ή σε ακτίνες UV πρέπει να αποφεύγεται. Αντηλιακό προϊόν με υψηλό δείκτη προστασίας τουλάχιστον SPF 15 πρέπει να χρησιμοποιείται όπου κρίνεται απαραίτητο.
Επιθετική χημική δερμοαπόξεση και θεραπεία δερματικού λέιζερ πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη για χρονικό διάστημα 5-6 μηνών μετά το τέλος της θεραπείας λόγω του κινδύνου υπερτροφικών ουλών σε άτυπες περιοχές και πιο σπάνια, λόγω υπέρ- ή υπομελάγχρωσης μετά τη φλεγμονή στις περιοχές θεραπείας. Αποτρίχωση με κερί πρέπει να αποφεύγεται από ασθενείς που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη τουλάχιστον για χρονικό διάστημα 6 μηνών μετά τη θεραπεία, λόγω του κινδύνου αφαίρεσης επιδερμίδας.
Η ταυτόχρονη χορήγηση ισοτρετινοΐνης με τοπικούς κερατολυτικούς ή αποφολιδωτικούς παράγοντες κατά της ακμής πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να αυξηθεί ο τοπικός ερεθισμός (βλ. παράγραφο 4.5).
Στους ασθενείς πρέπει να δοθούν συμβουλές σχετικά με τη χρήση ενυδατικής αλοιφής ή κρέμας για το δέρμα και βάλσαμου για τα χείλη από την έναρξη της θεραπείας, καθώς η ισοτρετινοΐνη μπορεί πιθανώς να προκαλέσει ξηρότητα του δέρματος και των χειλιών.
Υπάρχουν αναφορές μετά τη κυκλοφορία του προϊόντος για σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. πολύμορφο ερύθημα (ΠΕ), σύνδρομο Stevens-Johnson (ΣSJ), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ) και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)) που συνδέονται με τη χρήση της ισοτρετινοΐνης. Επειδή αυτά τα περιστατικά είναι δυσδιάκριτα από άλλες δερματικές αντιδράσεις που μπορεί να συμβούν (βλ. παράγραφο 4.8), οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τις ενδείξεις και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Αν είναι ύποπτη μια σοβαρή δερματική αντίδραση, η θεραπεία με ισοτρετινοΐνη πρέπει να διακοπεί.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών και να ζητούν αμέσως συμβουλή από τον ιατρό τους όταν παρατηρούν οποιαδήποτε ενδεικτικά σημεία ή συμπτώματα.
Εάν παρουσιαστούν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά τέτοιου είδους ενεργειών, το
A-CNOTREN θα πρέπει να αποσύρεται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας (κατά περίπτωση).
Εάν ο ασθενής έχει παρουσιάσει κάποια βαριάς μορφής δερματική ανεπιθύμητη ενέργεια, όπως SJS, TEN ή AGEP με τη χρήση του A-CNOTREN, η θεραπεία με το A-CNOTREN δεν πρέπει να επανεκκινηθεί σε αυτόν τον ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.
Αλλεργικές αντιδράσεις
Αναφυλακτικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σπάνια, σε κάποιες περιπτώσεις μετά από προηγούμενη τοπική έκθεση σε ρετινοειδή. Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις αναφέρονται σπάνια. Σοβαρές περιπτώσεις αλλεργικής αγγειίτιδας, συχνά με πορφύρα (μώλωπες και κόκκινα σημάδια) στα άκρα και συμμετοχή της εξωτερικής στοιβάδας του δέρματος έχουν αναφερθεί. Οι σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις καθιστούν απαραίτητη τη διακοπή της θεραπείας και τον προσεκτικό έλεγχο.
Οφθαλμικές διαταραχές
Ξηροί οφθαλμοί, θολερότητα κερατοειδούς, μειωμένη νυκτερινή όραση και κερατίτιδα συνήθως επιλύονται μετά τη διακοπή της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ξηροφθαλμίας που δεν υποχωρούν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Οι ξηροί οφθαλμοί μπορούν να υποβοηθηθούν με την εφαρμογή λιπαντικής οφθαλμικής αλοιφής ή με την εφαρμογή θεραπείας υποκατάστασης δακρύων. Μπορεί να εμφανιστεί δυσανεξία στους φακούς επαφής, η οποία μπορεί να καταστήσει απαραίτητη τη χρήση γυαλιών από τον ασθενή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Μειωμένη νυκτερινή όραση έχει, επίσης, παρατηρηθεί με απότομη εμφάνιση σε κάποιους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.7). Οι ασθενείς που εμφανίζουν οπτικές δυσκολίες πρέπει να παραπέμπονται σε ειδικό για οφθαλμολογική αξιολόγηση. Μπορεί να απαιτηθεί απόσυρση της ισοτρετινοΐνης.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Μυαλγία, αρθραλγία και αυξημένες τιμές κρεατινοφωσφοκινάσης ορού έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν ισοτρετινοΐνη, ιδιαιτέρως σε εκείνους που ασχολούνταν με έντονη σωματική δραστηριότητα (βλ. παράγραφο 4.8). Σε μερικές περιπτώσεις, αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε δυνητικά απειλητική για την ζωή ραβδομυόλυση.
Οστικές αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης πρόωρης επιφυσιακής στένωσης, υπερόστωσης και ασβεστοποίησης των τενόντων και συνδέσμων έχουν εμφανιστεί μετά από αρκετά χρόνια χορήγησης σε πολύ υψηλές δόσεις για τη θεραπεία διαταραχών κερατινοποίησης. Τα επίπεδα δόσης, η διάρκεια της θεραπείας και η συνολική συγκεντρωτική δόση των ασθενών αυτών υπερέβαιναν σε γενικές γραμμές τα όσα συνιστώνται για τη θεραπεία της ακμής.
Iερολαγονίτιδα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που εκτέθηκαν σε ισοτρετινοΐνη. Για να διαφοροποιηθεί η ιερολαγονίτιδα από άλλες αιτίες οσφυαλγίας, σε ασθενείς με κλινικά σημεία ιερολαγονίτιδας, μπορεί να χρειαστεί περαιτέρω αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των απεικονιστικών τρόπων, όπως η μαγνητική τομογραφία (MRI). Σε περιπτώσεις που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία, η ιερολαγονίτιδα βελτιώθηκε μετά τη διακοπή του A-CNOTREN και την κατάλληλη θεραπεία.
Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
Περιπτώσεις καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης έχουν αναφερθεί, σε κάποιες από τις οποίες εμπλεκόταν και η ταυτόχρονη χρήση τετρακυκλινών (βλ. παράγραφο 4.3 και παράγραφο 4.5). Στις ενδείξεις και τα συμπτώματα της καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης περιλαμβάνονται κεφαλαλγία, ναυτία και εμετός, οπτικές διαταραχές και οίδημα της οπτικής θηλής. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν καλοήθη ενδοκρανιακή υπέρταση, πρέπει να διακόπτουν αμέσως τη χρήση ισοτρετινοΐνης.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Τα ηπατικά ένζυμα πρέπει να ελέγχονται πριν τη θεραπεία, 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως, ανά διαστήματα 3 μηνών εκτός αν η πιο συχνή παρακολούθησή τους ενδείκνυται κλινικά. Παροδικές και αναστρέψιμες αυξήσεις των τρανσαμινασών ήπατος έχουν αναφερθεί. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αλλαγές αυτές βρίσκονταν εντός των φυσιολογικών ορίων και οι τιμές επέστρεψαν στα αρχικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Παρόλα αυτά, σε περίπτωση επίμονης κλινικά σχετικής αύξησης των επιπέδων τρανσαμινασών, η μείωση της δόσης ή η διακοπή της θεραπείας πρέπει να τεθούν υπό εξέταση.
Νεφρική βλάβη
Η νεφρική βλάβη και η νεφρική ανεπάρκεια δεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της ισοτρετινοΐνης. Επομένως, η ισοτρετινοΐνη μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς με νεφρική βλάβη. Παρόλα αυτά, συνιστάται οι ασθενείς να ξεκινούν με χαμηλή δόση και η δόση να αυξάνεται έως τη μέγιστη ανεκτή δόση (βλ. παράγραφο 4.2).
Μεταβολισμός λιπιδίων
Τα λιπίδια ορού (τιμές σε κατάσταση νηστείας) πρέπει να ελέγχονται πριν τη θεραπεία, 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως, ανά διαστήματα 3 μηνών εκτός αν η πιο συχνή παρακολούθησή τους ενδείκνυται κλινικά. Οι αυξημένες τιμές λιπιδίων ορού συνήθως επιστρέφουν στα φυσιολογικά επίπεδα με μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας και μπορεί να ανταποκριθούν σε διαιτητικά μέτρα.
Η ισοτρετινοΐνη έχει συσχετιστεί με αύξηση των επιπέδων τριγλυκεριδίων πλάσματος. Η ισοτρετινοΐνη πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση που η υπερτριγλυκεριδαιμία δεν μπορεί να ελεγχθεί σε αποδεκτό επίπεδο ή εάν εμφανιστούν συμπτώματα παγκρεατίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8). Τα επίπεδα άνω των 800 mg/dL ή 9 mmol/L σχετίζονται μερικές φορές με οξεία παγκρεατίτιδα, η οποία μπορεί να αποβεί μοιραία.
Γαστρεντερικές διαταραχές
Η ισοτρετινοΐνη έχει συσχετιστεί με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (συμπεριλαμβανομένης τοπικής ειλεΐτιδας) σε ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό εντερικών διαταραχών. Οι ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή (αιμορραγική) διάρροια πρέπει να διακόπτουν αμέσως τη χρήση ισοτρετινοΐνης.
Ασθενείς Υψηλού Κινδύνου
Σε ασθενείς με διαβήτη, παχυσαρκία, αλκοολισμό ή διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων που υποβάλλονται σε θεραπεία με ισοτρετινοΐνη, μπορεί να χρειαστούν πιο συχνοί έλεγχοι των τιμών ορού για λιπίδια και/ή γλυκόζη αίματος. Αυξημένα σάκχαρα αίματος σε κατάσταση νηστείας έχουν αναφερθεί και νέες περιπτώσεις διαβήτη έχουν διαγνωστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη.
-
Οι ασθενείς δεν πρέπει να λαμβάνουν βιταμίνη A ως ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή, λόγω του κινδύνου εμφάνισης υπερβιταμίνωσης Α.
Περιπτώσεις καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) έχουν αναφερθεί με ταυτόχρονη χρήση ισοτρετινοΐνης και τετρακυκλινών. Επομένως, η ταυτόχρονη θεραπεία με τετρακυκλίνες πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.3 και παράγραφο 4.4).
Ταυτόχρονη χορήγηση της ισοτρετινοΐνης με τοπικά κερατολυτικούς ή αποφολιδωτικούς κατά της ακμής παράγοντες πρέπει να αποφεύγεται, λόγω πιθανής αύξησης τοπικών ερεθισμών (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση
Η εγκυμοσύνη αποτελεί απόλυτη αντένδειξη στη θεραπεία με ισοτρετινοΐνη (βλ. παράγραφο 4.3). Οι γυναίκες με δυνατότητα κυοφορίας πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά την διάρκεια και για ένα μήνα μετά την θεραπεία. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη ή κατά τον επόμενο μήνα εμφανιστεί εγκυμοσύνη παρά τις προφυλάξεις, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πολύ βαριάς και σοβαρής δυσμορφίας του εμβρύου.
Οι εμβρυϊκές δυσμορφίες που σχετίζονται με έκθεση στην ισοτρετινοΐνη περιλαμβάνουν ανωμαλίες του κεντρικού νευρικού συστήματος (υδροκέφαλο, δυσμορφία/ανωμαλίες παρεγκεφαλίδας, μικροκεφαλία), δυσμορφία προσώπου, λυκόστομα, ανωμαλίες του εξωτερικού ωτός (απουσία εξωτερικού ωτός, μικροί ή καθόλου εξωτερικοί ακουστικοί πόροι), ανωμαλίες οφθαλμών (μικροφθαλμία), καρδιαγγειακές ανωμαλίες (κωνοστελεχιαίες δυσμορφίες όπως τετραλογία Fallot, μετατόπιση μεγάλων αγγείων, σηπτικά ελλείμματα), ανωμαλίες θύμου αδένα και ανωμαλίες παραθυρεοειδούς αδένα. Υπάρχει, επίσης, αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυθόρμητης αποβολής.
Σε περίπτωση που εμφανιστεί εγκυμοσύνη σε γυναίκα που λαμβάνει θεραπεία με ισοτρετινοΐνη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και η ασθενής πρέπει να παραπεμφθεί σε ιατρό ειδικευμένο ή με εμπειρία στην τερατολογία για αξιολόγηση και συμβουλές.
Θηλασμός
Η ισοτρετινοΐνη είναι σε μεγάλο βαθμό λιπόφιλη και επομένως, το πέρασμά της στο ανθρώπινο γάλα είναι πολύ πιθανό. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών στο εκτεθειμένο παιδί μέσω του μητρικού γάλακτος, η χρήση της ισοτρετινοΐνης αντενδείκνυται σε μητέρες που θηλάζουν (βλ. παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Η ισοτρετινοΐνη, σε θεραπευτικές δόσεις, δεν επηρεάζει τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία του σπέρματος και δεν θέτει σε κίνδυνο το σχηματισμό και την ανάπτυξη του εμβρύου όσον αφορά τους άνδρες που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη.
ν
Το A-CNOTREN μπορεί ενδεχομένως να έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Αριθμός περιπτώσεων μειωμένης νυκτερινής όρασης έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη και σε σπάνιες περιστάσεις, παρέμεινε και μετά τη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 4.8). Λόγω της απότομης εμφάνισης της εν λόγω κατάστασης σε κάποιους ασθενείς, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για το πιθανό αυτό πρόβλημα και να προειδοποιούνται να είναι προσεκτικοί κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων.
Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί υπνηλία, ζάλη και οπτικές διαταραχές. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι σε περίπτωση που παρουσιάσουν αυτά τα αποτελέσματα, δεν θα πρέπει να οδηγούν, να χειρίζονται μηχανήματα ή να συμμετέχουν σε άλλες δραστηριότητες, όπου τα συμπτώματα θα μπορούσαν να θέσουν τους ίδιους ή άλλους σε κίνδυνο.
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση της ισοτρετινοΐνης είναι δοσοεξαρτώμενες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γενικώς αναστρέψιμες μετά τη μεταβολή της δόσης ή διακοπή της θεραπείας, ωστόσο κάποιες μπορεί να συνεχιστούν και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Τα ακόλουθα συμπτώματα αποτελούν τις πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με χρήση ισοτρετινοΐνης: ξηρότητα του δέρματος, ξηρότητα βλεννογόνου υμένα, π.χ., των χειλιών (χειλίτιδα), του ρινικού βλεννογόνου υμένα (επίσταξη) και των οφθαλμών (επιπεφυκίτιδα).
Λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που υπολογίστηκε από ομαδοποιημένα δεδομένα κλινικών μελετών στις οποίες συμμετείχαν 824 ασθενείς και από δεδομένα μετά την κυκλοφορία παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι καταταγμένες σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος (SOC) και τις κατηγορίες συχνότητας σύμφωνα με τη συνθήκη MedDRA. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000) και Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης και οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1: Λίστα σε μορφή πίνακα ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ισοτρετινοΐνη
| Kατηγορία/ οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας* |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Gram θετική (βλεννοδερματική) βακτηριακή λοίμωξη | ||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και τουλεμφικού συστήματος | Θρομβοκυτταροπενία, αναιμία, θρομβοκυττάρωση, αυξημένος ρυθμός | Ουδετεροπενία | Λεμφαδενοπάθεια |
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας* |
| καθίζησης ερυθρών κυττάρων | |||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικο ύ συστήματος | Αναφυλακτικές αντιδράσεις, υπερευαισθησία, αλλεργική δερματική αντίδραση | ||||
| Διαταραχές τουμεταβολισμού και της θρέψης | Σακχαρώδης διαβήτης, υπερουριχαιμία | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη, επιδεινωθείσα κατάθλιψη, επιθετικές τάσεις, άγχος, μεταβολές της διάθεσης | Αυτοκτονία, απόπειρα αυτοκτονίας, αυτοκτονικός ιδεασμός ψυχωσική διαταραχή, μηφυσιολογική συμπεριφορά | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση, σπασμοί,υπνηλία, ζάλη | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Βλεφαρίτιδα, επιπεφυκίτιδα, ξηρότητα οφθαλμών, ερεθισμός οφθαλμών | Οίδημα οπτικής θηλής (ως ένδειξη καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης), καταρράκτης, αχρωματοψία (χρωματικά ελλείμματα όρασης), δυσανεξία φακών επαφής, θολερότητα κερατοειδούς, μειωμένη νυκτερινή όραση, κερατίτιδα, φωτοφοβία, διαταραχές της όρασης, θολήόραση | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας |
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας* |
| Αγγειακές διαταραχές | Αγγειίτιδα (για παράδειγμα κοκκιωμάτωση Wegener, αλλεργική αγγειίτιδα) | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Ρινοφαρυγγίτιδ α, επίσταξη, ρινική ξηρότητα | Βρογχόσπασμος (ιδιαιτέρως σε ασθενείς με άσθμα), βραχνάδα | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Φλεγμονώδης εντερική νόσος, κολίτιδα, ειλεΐτιδα, παγκρεατίτιδα, γαστρεντερική αιμορραγία, αιμορραγική διάρροια, ναυτία,ξηρός λαιμός (βλ. παράγραφο 4.4) | Ραγάδα του πρωκτού | |||
| Διαταραχές τουήπατος και των χοληφόρων | Αυξημένεςτρανσαμινάσες (βλ. παράγραφο 4.4) | Ηπατίτιδα | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός, ερυθηματώδες εξάνθημα, δερματίτιδα, χειλίτιδα, ξηροδερμία, τοπική αποφολίδωση, ευθραυστότητα δέρματος (κίνδυνος τραύματος από τριβή) | Αλωπεκία | Κεραυνοβόλος ακμή, επιδεινωμένη ακμή (αναλαμπή ακμής), ερύθημα (προσώπου), εξάνθημα, διαταραχές τριχώματος, δασυτριχισμός, δυστροφία ονύχων, παρωνυχία, αντίδραση φωτοευαισθησίας, πυογόνο κοκκίωμα, δερματική υπερμελαγχρωμία,αυξημένη εφίδρωση | Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του | Αρθραλγία, μυαλγία, πόνος στη μέση (ιδιαιτέρως σε παιδιά | Αρθρίτιδα, ασβέστωση (ασβεστοποίηση συνδέσμων και | Ραβδομυόλυση,ιερολαγονίτιδα |
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας* |
| συνδετικού ιστού | και σε έφηβους ασθενείς) | τενόντων), πρόωρη ένωση επιφύσεων, εξόστωση, (υπερόστωση), μειωμένη οστική πυκνότητα, τενοντίτιδα | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Σπειραματονεφρίτιδ α | Ουρηθρίτιδα | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικο ύ συστήματος και του μαστού | Σεξουαλική δυσλειτουργία συμπεριλαμβα νομένων στυτικής δυσλειτουργίας και μειωμένης γενετήσιας ορμής, γυναικομαστία, αιδιοκολπική ξηρότητα | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | Κοκκιώδης ιστός (αυξημένος σχηματισμός), κακουχία | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος, μειωμένη λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας | Αυξημένη χοληστερόλη αίματος, αυξημένη γλυκόζη αίματος, αιματουρία,πρωτεϊνουρία | Αυξημένη φωσφοκινάση κρεατίνης αίματος |
* δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284
15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοποι: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα παράγωγο της βιταμίνης A. Παρόλο που η οξεία τοξικότητα της ισοτρετινοΐνης είναι χαμηλή, ενδείξεις υπερβιταμίνωσης A μπορεί να εμφανιστούν σε περιπτώσεις τυχαίας υπερδοσολογίας. Στις εκδηλώσεις οξείας τοξικότητας βιταμίνης Α περιλαμβάνονται ισχυρός πονοκέφαλος, ναυτία ή εμετός, υπνηλία, ευερεθιστότητα και κνησμός. Οι ενδείξεις και τα συμπτώματα τυχαίας ή σκόπιμης υπερδοσολογίας με ισοτρετινοΐνη πιθανώς να είναι παρόμοια. Τα συμπτώματα αυτά αναμένεται ότι θα είναι αναστρέψιμα και θα υποχωρήσουν χωρίς ανάγκη θεραπείας.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - A-CNOTREN 20MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ρετινοειδή για τη θεραπεία της ακμής Κωδικός ATC: D10BA01
Μηχανισμός δράσης
Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα στερεοϊσομερές του all-trans ρετινοϊκού οξέος (τρετινοΐνη). Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ισοτρετινοΐνης δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα με λεπτομέρεια αλλά έχει αποδειχθεί ότι η βελτίωση που παρατηρείται στην κλινική εικόνα της βαριάς ακμής σχετίζεται με καταστολή της δραστηριότητας των σμηγματογόνων αδένων και ιστολογικά αποδεδειγμένη μείωση του μεγέθους των σμηγματογόνων αδένων. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί η δερματική αντιφλεγμονώδης δράση της ισοτρετινοΐνης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η υπερκερατινοποίηση της επιθηλιακής στοιβάδας της τριχοσμηγματογόνου μονάδας επιφέρει διάχυση των κερατινοκυττάρων στον πόρο και αποκλεισμό από την κερατίνη και την υπερβολική ποσότητα σμήγματος. Ακολουθεί ο σχηματισμός φαγεσώρων και τελικά, φλεγμονωδών βλαβών. Η ισοτρετινοΐνη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των σμηγματοκυττάρων και εμφανίζεται να δρα στην ακμή μέσω επαναρρύθμισης του φυσιολογικού προγράμματος διαφοροποίησης. Το σμήγμα αποτελεί βασικό υπόστρωμα για την ανάπτυξη του Propionibacterium acnes και επομένως, η μειωμένη παραγωγή σμήγματος αναστέλλει τη βακτηριακή αποίκιση του πόρου.
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης από τη γαστρεντερική οδό ποικίλλει και εμφανίζει γραμμική σχέση ως προς τη δόση έναντι του θεραπευτικού εύρους. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ισοτρετινοΐνης δεν έχει καθοριστεί, καθώς το συστατικό δε διατίθεται ως ενδοφλέβιο παρασκεύασμα για χρήση σε ανθρώπους αλλά η συμπερασματική εξαγωγή από μελέτες σε σκύλους θα υπεδείκνυε αρκετά μικρή και ποικίλη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα. Όταν η ισοτρετινοΐνη λαμβάνεται με τροφή, η βιοδιαθεσιμότητα διπλασιάζεται σε σχέση με καταστάσεις νηστείας.
Κατανομή
Η ισοτρετινοΐνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως τη λευκωματίνη (99,9%). Ο όγκος κατανομής της ισοτρετινοΐνης στον άνθρωπο δεν έχει αποδειχθεί, καθώς η ισοτρετινοΐνη δεν διατίθεται ως ενδοφλέβιο παρασκεύασμα για χρήση σε ανθρώπους.
Λίγες πληροφορίες διατίθενται από τη χρήση σε ανθρώπους σχετικά με την κατανομή της ισοτρετινοΐνης σε ιστούς. Οι συγκεντρώσεις της ισοτρετινοΐνης στην επιδερμίδα είναι μόνο οι μισές από εκείνες στον ορό. Οι συγκεντρώσεις της ισοτρετινοΐνης στο πλάσμα είναι περίπου 1,7 φορές μεγαλύτερες από εκείνες στο σύνολο του αίματος λόγω κακής διείσδυσης της ισοτρετινοΐνης στα ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Τρεις βασικοί μεταβολίτες έχουν αναγνωριστεί στο πλάσμα μετά την από του στόματος χορήγηση της ισοτρετινοΐνης: 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, τρετινοΐνη (all-trans ρετινοϊκό οξύ) και 4-οξο-τρετινοΐνη. Οι μεταβολίτες αυτοί έχουν επιδείξει βιολογική δραστηριότητα σε διάφορες in vitro δοκιμές. Η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη έχει αποδειχθεί σε κλινική μελέτη ότι συμβάλλει σημαντικά στη δράση της ισοτρετινοΐνης (μείωση του ρυθμού απέκκρισης σμήγματος χωρίς επίδραση στα επίπεδα πλάσματος των ισοτρετινοΐνης και τρετινοΐνης). Στους άλλους μικρότερους σε σημασία μεταβολίτες περιλαμβάνονται τα συζυγή γλυκουρονιδία. Ο βασικός μεταβολίτης είναι η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη με συγκεντρώσεις πλάσματος σε σταθερή κατάσταση 2,5 φορές υψηλότερες από εκείνες της μητρικής ουσίας.
Η ισοτρετινοΐνη και η τρετινοΐνη (all-trans ρετινοϊκό οξύ) μεταβολίζονται αντιστρεπτά (αλληλομετατροπή) και επομένως, ο μεταβολισμός της τρετινοΐνης συνδέεται με εκείνον της ισοτρετινοΐνης. Εκτιμάται ότι ποσοστό 20-30% μιας δόσης ισοτρετινοΐνης μεταβολίζεται μέσω ισομερισμού.
Η εντεροηπατική κυκλοφορία μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στη φαρμακοκινητική της ισοτρετινοΐνης στον άνθρωπο. In vitro μελέτες μεταβολισμού έχουν επιδείξει ότι διάφορα ένζυμα CYP εμπλέκονται στο μεταβολισμό της ισοτρετινοΐνης σε 4-οξο-ισοτρετινοΐνη και τρετινοΐνη.
Καμία μεμονωμένη ισομορφή δε φαίνεται να παίζει κυρίαρχο ρόλο. Η ισοτρετινοΐνη και οι μεταβολίτες της δεν επηρεάζουν σημαντικά τη δραστηριότητα των CYP.
Αποβολή
Περίπου ίσα κλάσματα της δόσης ανιχνεύθηκαν στα ούρα και τα κόπρανα μετά την από του στόματος χορήγηση ραδιοεπισημασμένης ισοτρετινοΐνης. Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής του αναλλοίωτου φαρμάκου σε ασθενείς με ακμή μετά την από του στόματος χορήγηση ισοτρετινοΐνης, εμφάνισε μέση τιμή 19 ωρών. Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής της 4-οξο-ισοτρετινοΐνης είναι μεγαλύτερος με μέση τιμή 29 ωρών.
Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα φυσιολογικό ρετινοειδές και οι ενδογενείς ρετινοειδείς συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός περίπου δυο εβδομάδων μετά το τέλος της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη.
Φαρμακοκινητική ειδικών πληθυσμών
Ηπατική δυσλειτουργία
Καθώς η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, περιορισμένες πληροφορίες διατίθενται σχετικά με την κινητική της ισοτρετινοΐνης στον εν λόγω πληθυσμό ασθενών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η νεφρική ανεπάρκεια δεν μειώνει σημαντικά την κάθαρση πλάσματος της ισοτρετινοΐνης ή της 4-οξο-ισοτρετινοΐνης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - A-CNOTREN 20MG/CAP
Περιεχόμενο καψακίου:
Έλαιο σόγιας ραφιναρισμένο Κηρός κίτρινος
Έλαιο σόγιας υδρογονωμένο
Έλαιο σόγιας μερικώς υδρογονωμένο
Περίβλημα καψακίου:
Ζελατίνη Γλυκερόλη
Διοξείδιο τιτανίου (E 171) Οξείδιο σιδήρου κίτρινο (E 172) Οξείδιο σιδήρου ερυθρό (E 172)
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30οC.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία. Διατηρείτε το κουτί καλά κλεισμένο για να προστατεύεται από το φως.
PVC/PE/PVDC/Al blisters. Συσκευασίες: 30, 50, 60, 100 καψάκια.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.