ACTILYSE P.SV.INJ.F 20MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ACTILYSE 20MG/VIAL
Θρομβολυτική θεραπεία σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (AMI)
-
δοσολογικό σχήμα διάρκειας 90 λεπτών (επιταχυνόμενη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 4.2): για ασθενείς στους οποίους η θεραπεία δύναται να αρχίσει μέσα σε 6 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων
-
δοσολογικό σχήμα 3 ωρών (βλέπε παράγραφο 4.2): για ασθενείς στους οποίους η θεραπεία δύναται να αρχίσει μεταξύ 6-12 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων, με την προϋπόθεση ότι η διάγνωση έχει επιβεβαιωθεί πλήρως.
Έχει αποδειχθεί ότι το Actilyse μειώνει τη θνησιμότητα στις 30 ημέρες, σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Θρομβολυτική αγωγή σε οξεία μαζική πνευμονική εμβολή με αιμοδυναμική αστάθεια (PE)
Η διάγνωση πρέπει να επιβεβαιωθεί όταν αυτό είναι δυνατόν με αντικειμενικό τρόπο όπως με αγγειογραφία πνευμόνων ή με μη επεμβατικές διαδικασίες όπως scanning πνευμόνων. Δεν υπάρχει απόδειξη για θετικές επιδράσεις στη θνησιμότητα και όψιμη νοσηρότητα που σχετίζεται με πνευμονική εμβολή.
Θρομβολυτική θεραπεία του οξέος ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (AIS) εντός 4,5 ωρών από τον τελευταίο γνωστό χρόνο χωρίς σημεία και συμπτώματα του τρέχοντος εγκεφαλικού επεισοδίου και μετά τον αποκλεισμό ενδοκρανιακής αιμορραγίας.
Το Actilyse θα πρέπει να χρησιμοποιείται από ιατρούς με εμπειρία στη χορήγηση θρομβολυτικής θεραπείας, που διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισμό παρακολούθησης της χορήγησης αυτής.
Το Αctilyse θα πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατόν μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Για τη δοσολογία θα πρέπει να εφαρμόζονται οι ακόλουθες οδηγίες.
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Δοσολογία
α) δοσολογικό σχήμα διάρκειας 90 λεπτών (επιταχυνόμενη χορήγηση) για ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, στους οποίους η θεραπεία μπορεί να αρχίσει μέσα σε 6 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Σε ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 65 kg:
| Ποσότητα που πρέπει ναχορηγηθεί σύμφωνα με τη συγκέντρωση αλτεπλάσης | ||
| 1 mg/ml | 2 mg/ml | |
| 15 mg ως ενδοφλέβια έφοδος ακολουθούμενη αμέσως από | 15 ml | 7,5 ml |
| 50 mg ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό εντόςτων πρώτων 30 λεπτών, ακολουθούμενη αμέσως από | 50 ml | 25 ml |
| 35 mg ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό εντός60 λεπτών, μέχρι τη μεγίστη συνολική δόση των 100 mg | 35 ml | 17,5 ml |
Σε ασθενείς με σωματικό βάρος < 65 kg η συνολική δόση θα πρέπει να προσαρμοσθεί ανάλογα με το σωματικό βάρος σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:
| Ποσότητα που πρέπει να χορηγηθεί σύμφωνα με τη συγκέντρωση αλτεπλάσης | ||
| 1 mg/ml | 2 mg/ml | |
| 15 mg ως ενδοφλέβια έφοδος ακολουθούμενη αμέσως από | 15 ml | 7,5 ml |
| 0,75 mg/kg βάρους σώματος (bw) ως ενδοφλέβιαέγχυση με σταθερό ρυθμό εντός των πρώτων 30 λεπτών ακολουθούμενη αμέσως από | 0,75 ml/kg bw | 0,375 ml/kg bw |
| 0,5 mg/kg βάρους σώματος (bw) ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό εντός 60 λεπτών | 0,5 ml/kg bw | 0,25 ml/kg bw |
β) δοσολογικό σχήμα διάρκειας 3 ωρών για ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, στους οποίους η θεραπεία μπορεί να αρχίσει μέσα σε 6 με 12 ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων.
Σε ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 65 kg:
| 1 mg/ml | 2 mg/ml | |
| 10 mg ως ενδοφλέβια έφοδος ακολουθούμενη αμέσως από | 10 ml | 5 ml |
| 50 mg ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό εντόςτης πρώτης ώρας, ακολουθούμενη αμέσως από | 50 ml | 25 ml |
| 40 mg ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό γιατις επόμενες 2 ώρες, μέχρι τη μεγίστη συνολική δόση των 100 mg | 40 ml | 20 ml |
Σε ασθενείς με σωματικό βάρος < 65 kg:
| Ποσότητα που πρέπει να χορηγηθεί σύμφωνα με τη συγκέντρωση αλτεπλάσης | ||
| 1 mg/ml | 2 mg/ml | |
| 10 mg ως ενδοφλέβια έφοδος ακολουθούμενη αμέσως από | 10 ml | 5 ml |
| ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό για τις επόμενες 3 ώρες μέχρι τη μεγίστη συνολική δόση του1,5 mg/kg βάρους σώματος (bw) | 1,5 ml/kg bw | 0,75 ml/kg bw |
Eπικουρική αγωγή: Αντιθρομβωτική επικουρική αγωγή συνιστάται σύμφωνα με τις ισχύουσες διεθνείς οδηγίες για την αντιμετώπιση ασθενών με έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του διαστήματος ST.
Τρόπος χορήγησης
To ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως και προορίζεται για άμεση χρήση.
Τα φιαλίδια των 2 mg αλτεπλάσης δεν ενδείκνυνται για χρήση σε αυτή την ένδειξη. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Οξεία μαζική πνευμονική εμβολή
Δοσολογία
Σε ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 65 kg:
Εντός 2 ωρών πρέπει να χορηγηθεί μία συνολική δόση αλτεπλάσης 100 mg. Η μεγαλύτερη εμπειρία υπάρχει με το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα:
| Ποσότητα που πρέπει να χορηγηθεί σύμφωνα με τη συγκέντρωση αλτεπλάσης | ||
| 1 mg/ml | 2 mg/ml | |
| 10 mg ως ενδοφλέβια έφοδος εντός 1-2 λεπτών ακολουθούμενη αμέσως από | 10 ml | 5 ml |
| 90 mg ως ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό εντός2 ωρών μέχρι τη μεγίστη συνολική δόση των 100 mg | 90 ml | 45 ml |
Σε ασθενείς με σωματικό βάρος < 65 kg:
| 1 mg/ml | 2 mg/ml | |
| 10 mg ως ενδοφλέβια έφοδος εντός 1-2 λεπτών ακολουθούμενη αμέσως από | 10 ml | 5 ml |
| ενδοφλέβια έγχυση με σταθερό ρυθμό για τιςεπόμενες 2 ώρες μέχρι τη μέγιστη συνολική δόση του 1,5 mg/kg βάρους σώματος (bw) | 1,5 ml/kg bw | 0,75 ml/kg bw |
Επικουρική αγωγή
Μετά την αγωγή με Actilyse πρέπει να αρχίσει (ή να αρχίσει εκ νέου) αγωγή με ηπαρίνη όταν οι τιμές αΡΤΤ είναι χαμηλότερες από το διπλάσιο του ανωτέρου φυσιολογικού ορίου. Η έγχυση πρέπει να προσαρμοσθεί ώστε να διατηρείται το αΡΤΤ μεταξύ 50 – 70 δευτερολέπτων (1,5 έως 2,5 φορές της τιμής αναφοράς).
Τρόπος χορήγησης
To ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως και προορίζεται για άμεση χρήση.
Τα φιαλίδια των 2 mg αλτεπλάσης δεν ενδείκνυνται για χρήση σε αυτή την ένδειξη. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Η θεραπεία θα πρέπει να εφαρμοστεί μόνο υπό την ευθύνη και παρακολούθηση ιατρού εκπαιδευμένου και έμπειρου στην αντιμετώπιση νόσων του νευρικού και αγγειακού συστήματος, βλέπε παράγραφο 4.3 και 4.4.
Η θεραπεία με Actilyse πρέπει να αρχίσει για ενήλικες και εφήβους ηλικίας ≥ 16 ετών (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4) όσο γίνεται νωρίτερα και το αργότερο 4,5 ώρες μετά τον τελευταίο γνωστό χρόνο χωρίς σημεία και συμπτώματα και μετά τον αποκλεισμό ενδοκρανιακής αιμορραγίας με κατάλληλες απεικονιστικές τεχνικές. Η επίδραση της θεραπείας είναι χρονοεξαρτώμενη· συνεπώς, η πρώιμη θεραπεία αυξάνει την πιθανότητα ευνοϊκής έκβασης. Πέραν των 4,5 ωρών μετά την έναρξη των συμπτωμάτων εγκεφαλικού επεισοδίου υπάρχει αρνητικός λόγος οφέλους/ κινδύνου που σχετίζεται με τη χορήγηση Actilyse και ως εκ τούτου δε θα πρέπει να χορηγείται (βλέπε παράγραφο 5.1).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη συνολική δόση είναι 0,9 mg αλτεπλάσης/kg σωματικού βάρους (μέγιστη δόση: 90 mg) με 10% της συνολικής δόσης να χορηγείται ως ενδοφλέβια έφοδος κατά την έναρξη της αγωγής ακολουθούμενη αμέσως από το υπόλοιπο της συνολικής δόσης χορηγούμενο με ενδοφλέβια έγχυση σε χρονικό διάστημα 60 λεπτών.
| ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΟΞΥ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ | |||
| Με τη χρήση της συνιστώμενης πρότυπης συγκέντρωσης 1 mg/ml ο χορηγούμενος όγκος (ml) ισούται με τη συνιστώμενη τιμή δόσης (mg) | |||
| Βάρος(kg) | Συνολική Δόση(mg) | Δόση Εφόδου(mg) | Δόση Έγχυσης*(mg) |
| 40 | 36,0 | 3,6 | 32,4 |
| 42 | 37,8 | 3,8 | 34,0 |
| 44 | 39,6 | 4,0 | 35,6 |
| 46 | 41,4 | 4,1 | 37,3 |
| 48 | 43,2 | 4,3 | 38,9 |
| 50 | 45,0 | 4,5 | 40,5 |
| 52 | 46,8 | 4,7 | 42,1 |
| 54 | 48,6 | 4,9 | 43,7 |
| 56 | 50,4 | 5,0 | 45,4 |
| 58 | 52,2 | 5,2 | 47,0 |
| 60 | 54,0 | 5,4 | 48,6 |
| 62 | 55,8 | 5,6 | 50,2 |
| 64 | 57,6 | 5,8 | 51,8 |
| 66 | 59,4 | 5,9 | 53,5 |
| 68 | 61,2 | 6,1 | 55,1 |
| 70 | 63,0 | 6,3 | 56,7 |
| 72 | 64,8 | 6,5 | 58,3 |
| 74 | 66,6 | 6,7 | 59,9 |
| 76 | 68,4 | 6,8 | 61,6 |
| 78 | 70,2 | 7,0 | 63,2 |
| 80 | 72,0 | 7,2 | 64,8 |
| 82 | 73,8 | 7,4 | 66,4 |
| 84 | 75,6 | 7,6 | 68,0 |
| 86 | 77,4 | 7,7 | 69,7 |
| 88 | 79,2 | 7,9 | 71,3 |
| 90 | 81,0 | 8,1 | 72,9 |
| 92 | 82,8 | 8,3 | 74,5 |
| 94 | 84,6 | 8,5 | 76,1 |
| 96 | 86,4 | 8,6 | 77,8 |
| 98 | 88,2 | 8,8 | 79,4 |
| 100+ | 90,0 | 9,0 | 81,0 |
*χορηγηθείσα σε συγκέντρωση 1 mg/mL εντός 60 λεπτών με σταθερό ρυθμό έγχυσης.
Επικουρική αγωγή
Φάρμακα που επηρεάζουν την πήξη/τη λειτουργία των αιμοπεταλίων
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα αυτού του θεραπευτικού σχήματος με ταυτόχρονη χορήγηση ηπαρίνης ή αναστολέων της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ εντός των
24 ωρών μετά τη θεραπεία με το Actilyse δεν έχει διερευνηθεί ικανοποιητικά. Ως εκ τούτου, η ενδοφλέβια χορήγηση ηπαρίνης ή αναστολέων της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ θα πρέπει να αποφεύγεται τις πρώτες 24 ώρες μετά τη θεραπεία με Actilyse λόγω αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας. Εάν απαιτείται χορήγηση ηπαρίνης για άλλες ενδείξεις (π.χ. προφύλαξη από εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση) η δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τις 10.000 IU ανά ημέρα, χορηγούμενη υποδορίως.
Τρόπος χορήγησης
To ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως και προορίζεται για άμεση χρήση.
Τα φιαλίδια των 2 mg αλτεπλάσης δεν ενδείκνυνται για χρήση σε αυτή την ένδειξη. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από τη χρήση του Actilyse σε παιδιά και εφήβους. Το Actilyse αντενδείκνυται για την θεραπεία του οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου σε παιδιά και εφήβους ηλικίας μικρότερης των 16 ετών (βλέπε παράγραφο 4.3). Η δόση για τους εφήβους ηλικίας ≥ 16 ετών είναι η ίδια με τη δόση για τους ενήλικες (βλέπε παράγραφο 4.4 για συστάσεις σχετικά με απεικονιστικές τεχνικές που πρέπει προηγουμένως να χρησιμοποιηθούν).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Αντενδείξεις σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, οξεία μαζική πνευμονική εμβολή και οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο:
Το Actilyse αντενδείκνυται σε καταστάσεις που σχετίζονται με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας όπως:
-
σημαντική αιμορραγική διαταραχή παρούσα ή εντός των προηγούμενων 6 μηνών
-
γνωστή αιμορραγική διάθεση
-
έκδηλη ή πρόσφατη βαρεία ή επικίνδυνη αιμορραγία
-
οποιοδήποτε ιστορικό βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ νεόπλασμα, ανεύρυσμα, ενδοεγκεφαλική ή ενδονωτιαία χειρουργική επέμβαση)
-
πρόσφατη (συντομότερα των 10 ημερών), καισαρική τομή, πρόσφατη παρακέντηση μη δυναμένου να συμπιεσθεί αγγείου (π.χ παρακέντηση υποκλειδίου ή σφαγίτιδος φλέβας)
-
βαρειά μη ελεγχόμενη αρτηριακή υπέρταση (βλέπε παράγραφο 4.4)
-
βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα
-
οξεία παγκρεατίτιδα
-
ενεργή ελκωτική γαστρεντερική νόσος, oισοφαγικοί κιρσοί, γνωστό αρτηριακό ανεύρυσμα, και/ή αρτηριακή/ φλεβική δυσπλασία
-
νεόπλασμα με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας
-
βαρεία ηπατική νόσος, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας, κίρρωση, πυλαία υπέρταση (κιρσοί του οισοφάγου) και ενεργός ηπατίτιδα
-
μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή σημαντικός τραυματισμός κατά το τελευταίο 3μηνο.
Επιπρόσθετες αντενδείξεις σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και οξεία μαζική πνευμονική εμβολή:
-
οποιοδήποτε γνωστό ιστορικό αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο αγνώστου αιτιολογίας
-
οποιοδήποτε γνωστό ιστορικό ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (ΤΙΑ) εντός των προηγούμενων 6 μηνών, εκτός από ισχύον οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο εντός 4,5 ωρών.
-
ασθενείς που λαμβάνουν αποτελεσματική από του στόματος αντιπηκτική αγωγή (π.χ. ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ με INR > 1,3) (βλέπε παράγραφο 4.4).
-
.
Επιπρόσθετες αντενδείξεις σε οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο:
-
μικρό νευρολογικό έλλειμμα ή συμπτώματα ταχέως βελτιούμενα πριν την έναρξη της έγχυσης
-
βαρύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο όπως αξιολογείται κλινικά (π.χ. NIHSS > 25) και/ή με κατάλληλες απεικονιστικές τεχνικές
-
γνωστό ιστορικό ή υποψία ενδοκρανιακής αιμορραγίας
-
ενδείξεις ενδοκρανιακής αιμορραγίας στην αξονική τομογραφία (CT-scan)
-
συμπτώματα ενδεικτικά υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, ακόμη και εάν η αξονική τομογραφία είναι χωρίς ευρήματα
-
ασθενείς που λαμβάνουν αποτελεσματική αντιπηκτική θεραπεία (π.χ. ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ με INR > 1,7) (βλέπε παράγραφο 4.4).
-
χορήγηση ηπαρίνης εντός των προηγούμενων 48 ωρών και χρόνος θρομβοπλαστίνης που υπερβαίνει το ανώτερο φυσιολογικό όριο για το συγκεκριμένο εργαστήριο
-
ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και συνακόλουθο διαβήτη
-
προηγούμενο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο εντός των τελευταίων 3 μηνών
-
αριθμός αιμοπεταλίων κάτω των 100.000/mm3
-
συστολική αρτηριακή πίεση > 185 mm Hg ή διαστολική αρτηριακή πίεση >110 mm Hg, ή όταν η αρτηριακή πίεση δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από αυτά τα όρια με προσεκτική διαχείριση
-
γλυκόζη αίματος <50 mg/dL (βλέπε παράγραφο 4.4) ή >400 mg/dL (< 2,8 mM ή > 22,2 mM)
Χρήση σε παιδιά και εφήβους
Το Actilyse αντενδείκνυται στη θεραπεία του οξέος ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών (για εφήβους ≥ 16 ετών βλέπε παράγραφο 4.4).
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
To κατάλληλo μέγεθος συσκευασίας του προϊόντος αλτεπλάση θα πρέπει να επιλέγεται προσεκτικά και σύμφωνα με την προοριζόμενη χρήση. Το φιαλίδιο των 2 mg αλτεπλάσης δεν ενδείκνυται για χρήση στο οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, οξεία μαζική πνευμονική εμβολή ή οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο (εξαιτίας του κινδύνου σοβαρής υποδοσολογίας). Μόνο τα φιαλίδια των 10 mg, 20 mg ή 50 mg ενδείκνυνται για χρήση σε αυτές τις ενδείξεις.
Συνιστάται όταν χορηγείται Actilyse να είναι διαθέσιμος τυπικός εξοπλισμός αναζωογόνησης και φαρμακοθεραπεία σε κάθε περίπτωση.
Υπερευαισθησία
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας μεσολαβούμενες από ανοσολογικό μηχανισμό που σχετίζονται με τη χορήγηση του Actilyse μπορεί να προκληθούν από το δραστικό συστατικό αλτεπλάση ή οποιουδήποτε από τα έκδοχα. Δεν έχει παρατηρηθεί παρατεταμένος σχηματισμός αντισωμάτων για το ανασυνδυασμένο μόριο του ανθρώπινου ιστικού ενεργοποιητή του πλασμινογόνου μετά τη θεραπεία. Δεν υπάρχει συστηματική εμπειρία για την επαναχορήγηση του Actilyse.
Υπάρχει επίσης κίνδυνος αντιδράσεων υπερευαισθησίας μεσολαβούμενων από μη ανοσολογικό μηχανισμό.
Το αγγειοοίδημα αντιπροσωπεύει την πιο συχνή αντίδραση υπερευαισθησίας που αναφέρθηκε με το Actilyse. Αυτός ο κίνδυνος ενδέχεται να είναι ενισχυμένος στην ένδειξη του οξέος ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή/και μέσω της ταυτόχρονης θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ (βλέπε παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Actilyse θα πρέπει να παρακολουθούνται για αγγειοοίδημα κατά τη διάρκεια και για έως και 24 ώρες μετά την έγχυση.
Αν παρατηρηθεί βαριά αντίδραση υπερευαισθησίας (π.χ. αγγειοοίδημα), η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί και η κατάλληλη αγωγή θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει διασωλήνωση.
Αιμορραγία
Η πιο συχνή επιπλοκή που παρατηρείται κατά τη θεραπεία με Actilyse είναι η αιμορραγία. Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων δραστικών ουσιών που επηρεάζουν την πήξη ή τη λειτουργία των αιμοπεταλίων μπορεί να συμβάλλει στην πρόκληση αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.3) (βλέπε παράγραφο 4.2 για AIS). Επειδή, κατά τη διάρκεια θεραπείας με Actilyse λαμβάνει χώρα λύση του ινώδους, ενδέχεται να παρατηρηθεί αιμορραγία στις θέσεις πρόσφατων παρακεντήσεων. Άρα, κατά τη θρομβολυτική θεραπεία, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση όλων των σημείων που πιθανόν να αιμορραγήσουν (συμπεριλαμβανομένων σημείων εισαγωγής καθετήρων, αρτηριο- και φλεβοκεντήσεων, αποκάλυψης φλεβών και σημείων παρακεντήσεων με βελόνα). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Actilyse θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση άκαμπτων καθετήρων, οι ενδομυϊκές ενέσεις καθώς και οι περιττοί χειρισμοί του ασθενούς.
Αν εκδηλωθεί μία ενδεχομένως επικίνδυνη αιμορραγία, ιδιαίτερα εγκεφαλική αιμορραγία, πρέπει να διακοπεί η ινωδολυτική αγωγή και η ταυτόχρονη χορήγηση ηπαρίνης θα πρέπει να σταματά άμεσα. Γενικά όμως, δεν είναι αναγκαία η υποκατάσταση των παραγόντων της πήξεως λόγω του βραχέως χρόνου ημιζωής και της μικρής επίδρασης στους συστηματικούς παράγοντες πήξεως. Οι περισσότεροι ασθενείς, που εμφανίζουν αιμορραγία, μπορεί να αντιμετωπισθούν με διακοπή της θρομβολυτικής και αντιπηκτικής θεραπείας, αναπλήρωση όγκου υγρών και πίεση διά χειρός εφαρμοζόμενη σε ανεπαρκές αγγείο. Η πρωταμίνη θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν αν έχει χορηγηθεί ηπαρίνη εντός 4 ωρών από την έναρξη της αιμορραγίας. Στους λίγους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται σε αυτά τα συντηρητικά μέτρα, μπορεί να ενδείκνυται συνετή χρήση προϊόντων μετάγγισης. Μετάγγιση κρυοϊζήματος, πρόσφατου κατεψυγμένου πλάσματος και αιμοπεταλίων θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν και να ακολουθεί κλινική και εργαστηριακή επαναξιολόγηση, μετά από κάθε χορήγηση. Με την έγχυση κρυοϊζήματος, ο επιθυμητός στόχος των επιπέδων ινωδογόνου είναι 1 g/l. Αντιϊνωδολυτικοί παράγοντες μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως τελευταία εναλλακτική θεραπεία.
Ο κίνδυνος ενδοκράνιας αιμορραγίας αυξάνεται σε ηλικιωμένους ασθενείς, για αυτό σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να γίνεται προσεκτική εκτίμηση του πιθανού κινδύνου έναντι της αναμενόμενης ωφέλειας.
Το προσδοκώμενο θεραπευτικό όφελος πρέπει να σταθμίζεται ιδιαίτερα προσεκτικά έναντι του πιθανού κινδύνου, ειδικά σε ασθενείς με
-
πρόσφατους μικρούς τραυματισμούς, όπως βιοψίες, παρακεντήσεις μείζονων αγγείων, ενδομυϊκές ενέσεις
-
Παρατεταμένη (> 2 λεπτά) ή τραυματική καρδιοπνευμονική ανάνηψη ή καρδιακή μάλαξη.
-
ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιπηκτική αγωγή: Η χρήση του Actilyse μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν η δόση ή ο χρόνος από την τελευταία λήψη αντιπηκτικής αγωγής δεν επιτρέπει την επιβεβαίωση της κατάλοιπης αποτελεσματικότητας από κατάλληλη(ες) δοκιμή(ές) της αντιπηκτικής δράσης των εν λόγω προϊόντων παρουσιάζοντας μη κλινικά σχετική δράση στο σύστημα πήξης (π.χ. INR ≤ 1,3 (AMI και PE) ή INR ≤ 1,7 (AIS) για ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ ή άλλη σχετική δοκιμασία(ες) για άλλα από του στόματος αντιπηκτικά είναι εντός του αντίστοιχου ανώτατου φυσιολογικού ορίου).
Θρομβοεμβολή:
Η χρήση του Actilyse μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρομβοεμβολικών συμβάντων σε ασθενείς με υπάρχοντες θρόμβους, π.χ. θρόμβο στην αριστερή καρδιά (στένωση της μιτροειδούς ή κολπική μαρμαρυγή, κλπ.).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Επί του παρόντος, υπάρχει περιορισμένη εμπειρία όσον αφορά στη χορήγηση του Αctilyse σε παιδιά και εφήβους.
Όταν εξετάζεται η χρήση του Actilyse για τη θεραπεία του οξέος ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού σε προσεκτικά επιλεγμένους εφήβους ηλικίας ≥ 16 ετών το όφελος θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι των κινδύνων κατά περίπτωση και να συζητείται με τον ασθενή και το γονέα/κηδεμόνα εφόσον χρειάζεται. Έφηβοι ηλικίας ≥ 16 ετών θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας για τον ενήλικο πληθυσμό κατόπιν απεικονιστικών εξετάσεων με κατάλληλες τεχνικές προκειμένου να αποκλειστούν καταστάσεις που μπορεί να μοιάζουν με εγκεφαλικό επεισόδιο και να επιβεβαιωθεί η αρτηριακή απόφραξη που αντιστοιχεί στη νευρολογική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 5.1)
Επιπρόσθετες ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και οξείας μαζικής πνευμονικής εμβολής:
Δεν πρέπει να χορηγείται δοσολογία που να υπερβαίνει τα 100 mg αλτεπλάσης, διότι έχει συσχετισθεί με αυξημένη εγκεφαλική αιμορραγία. Συνεπώς, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να διασφαλίζεται ότι η εγχυόμενη δόση αλτεπλάσης είναι αυτή που περιγράφεται στην παράγραφο 4.2.
Το αναμενόμενο θεραπευτικό όφελος θα πρέπει να εκτιμάται προσεκτικά έναντι του πιθανού κινδύνου, ειδικά σε ασθενείς με:
-
συστολική αρτηριακή πίεση > 160 mm Hg (βλέπε ενότητα 4.3)
-
σωματικό βάρος < 50 kg
-
προχωρημένη ηλικία, π.χ. ασθενείς 75 ετών ή μεγαλύτεροι, που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας.
Ανταγωνιστές GPΙΙb/IIIa
Συγχορηγούμενη αγωγή με ανταγωνιστές GPΙΙb/IIIa αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Επιπρόσθετες ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Αρρυθμίες:
Η στεφανιαία θρομβόλυση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αρρυθμιών συνδεόμενων με την επαναιμάτωση.
Οι αρρυθμίες επαναιμάτωσης μπορεί να οδηγήσουν σε καρδιακή ανακοπή, μπορεί να είναι απειλητικές
για τη ζωή και ενδέχεται να απαιτούν τη χρήση συμβατικών αντιαρρυθμικών θεραπειών.
Επιπρόσθετες ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις σε οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο:
Η θρομβολυτική θεραπεία απαιτεί κατάλληλη παρακολούθηση. Η θεραπεία πρέπει να πραγματοποιείται υπό την ευθύνη και την παρακολούθηση ιατρών με εκπαίδευση και εμπειρία στη νευροαγγειακή φροντίδα και στη χρήση θρομβολυτικών θεραπειών, που διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισμό παρακολούθησης της χορήγησης αυτής.. Για την επιβεβαίωση της θεραπευτικής ένδειξης μπορούν να ληφθούν υπόψη ως κατάλληλα εξ’αποστάσεως διαγνωστικά μέτρα βλέπε παράγραφο 4.1 και 4.2..
Ειδικές προειδοποιήσεις/ καταστάσεις με μειωμένο λόγο οφέλους/ κινδύνου:
Αιμορραγία
Η ενδοεγκεφαλική αιμορραγία αντιπροσωπεύει την κυριότερη ανεπιθύμητη αντίδραση στη θεραπεία του οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου (μέχρι 15 % των ασθενών χωρίς καμία αύξηση της ολικής θνησιμότητας και χωρίς καμία σχετική αύξηση στη συνολική θνησιμότητα σε συνδυασμό με σοβαρή αναπηρία, δηλαδή τιμή modified Rankin scale [mRS] μεταξύ 5 και 6).
Σε σύγκριση με τις άλλες ενδείξεις οι ασθενείς με οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο που λαμβάνουν Actilyse έχουν ένα αξιοσημείωτα αυξημένο κίνδυνο ενδοκράνιας αιμορραγίας, καθώς η αιμορραγία εμφανίζεται κυρίως στην περιοχή του εμφράκτου. Αυτό ισχύει κυρίως στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-
καθώς αυξάνει ο χρόνος από την εμφάνιση των συμπτωμάτων του εγκεφαλικού έως την έναρξη της θεραπείας, μειώνεται το καθαρό κλινικό όφελος. Ως εκ τούτου, η χορήγηση του Actilyse δε θα πρέπει να καθυστερήσει
-
ασθενείς που έχουν ήδη λάβει ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ΑΣΟ) πιθανόν να έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας ή/και θνησιμότητας, ιδιαίτερα εάν η θεραπεία με Actilyse χορηγηθεί με καθυστέρηση.
-
σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς, οι ασθενείς προχωρημένης ηλικίας (άνω των 80 ετών) ενδέχεται να έχουν μια κατά κάποιο τρόπο πτωχότερη έκβαση ανεξάρτητα από τη θεραπεία. Μπορεί επίσης να υποστούν σοβαρότερα αγγειακά εγκεφαλικά τα οποία σχετίζονται με υψηλότερο απόλυτο κίνδυνο ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας κατόπιν θρομβόλυσης σε σχέση με ηπιότερα εγκεφαλικά τα οποία έχουν αντιμετωπισθεί με θρομβόλυση ή με ασθενείς που δεν έχουν υποβληθεί σε θρομβόλυση. Αν και τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το καθαρό όφελος του Actilyse σε ασθενείς άνω των 80 ετών είναι μικρότερο σε σχέση με αυτό των νεότερων ασθενών, η χρήση Actilyse σε ασθενείς άνω των 80 ετών θα πρέπει να αξιολογείται βάσει της αναλογίας οφέλους-κινδύνου κατά περίπτωση (βλέπε παράγραφο 5.1). Οι ασθενείς προχωρημένης ηλικίας θα πρέπει να επιλέγονται με μεγάλη προσοχή λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη γενική υγεία όσο και τη νευρολογική τους κατάσταση.
Ειδικές ομάδες με μειωμένο λόγο οφέλους/κινδύνου:
Ο λόγος οφέλους/κινδύνου της χορήγησης του Actilyse θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε ασθενείς με οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο (AIS) που παρουσιάζουν τις ακόλουθες καταστάσεις:
-
το θεραπευτικό όφελος είναι μειωμένο σε ασθενείς με προηγούμενο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3) ή σε όσους υπάρχει μη ελεγχόμενος διαβήτης, και έτσι ο λόγος οφέλους/ κινδύνου θεωρείται λιγότερο ευνοϊκός, αλλά παραμένει θετικός και σε αυτούς τους ασθενείς.
-
σε ασθενείς με πολύ ήπιο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι από το αναμενόμενο όφελος (βλέπε παράγραφο 4.3).
-
ασθενείς με πολύ βαρύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο για ενδοεγκεφαλική αιμορραγία και θάνατο και δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτή τη θεραπεία (βλέπε παράγραφο 4.3).
-
ασθενείς με εκτεταμένα εμφράγματα βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο για δυσμενή έκβαση
περιλαμβανομένων της βαριάς αιμορραγίας και του θανάτου. Σε τέτοιους ασθενείς, ο λόγος οφέλους/ κινδύνου θα πρέπει να εξετάζεται διεξοδικά.
-
σε ασθενείς με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο η πιθανότητα για καλή έκβαση μειώνεται όσο αυξάνει ο χρόνος της έναρξης χορήγησης της θεραπείας από την έναρξη των συμπτωμάτων, με την αυξημένη ηλικία, αυξημένη βαρύτητα του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης αίματος κατά την προσέλευση, ενώ η πιθανότητα βαριάς αναπηρίας και θανάτου ή των συμπτωματικών ενδοκρανιακών αιμορραγιών αυξάνει, ανεξάρτητα από τη θεραπεία.
-
επιληπτική κρίση κατά την έναρξη του εγκεφαλικού επεισοδίου (Η θρομβολυτική θεραπεία σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται μόνο όταν δεν υπάρχει υποψία μιμητικού εγκεφαλικού επεισοδίου ή σημαντικού κρανιοεγκεφαλικού τραύματος).
-
σε ασθενείς που παρουσιάζονται αρχικά με γλυκόζη αίματος < 50 mg/dL, η θρομβόλυση μπορεί να εξετάζεται μετά τη διόρθωση σε φυσιολογικές τιμές γλυκόζης αίματος, εφόσον παραμένει η διάγνωση του AIS (βλέπε παράγραφο 4.3).
Παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης
Παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και των πρώτων 24 ωρών μετά τη θεραπεία με αλτεπλάση είναι απαραίτητη· ενδοφλέβια αντιυπερτασική θεραπεία συνιστάται εάν η συστολική ΑΠ >180 mm Hg ή η διαστολική ΑΠ > 105 mm Hg,
Άλλες ειδικές προειδοποιήσεις:
Η επαναιμάτωση της ισχαιμικής περιοχής μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλικό οίδημα στην περιοχή του εμφράκτου.
Λόγω αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας, η θεραπεία με αναστολείς της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων δε θα πρέπει να αρχίζει εντός των πρώτων 24 ωρών μετά τη θρομβόλυση με αλτεπλάση.
Το Actilyse περιέχει πολυσορβικό 80
Το φάρμακο αυτό περιέχει 1,0 mg, 2,0 mg ή 5,0 mg πολυσορβικού 80 σε κάθε φιαλίδιο των 10 mg, 20 mg ή 50 mg, αντίστοιχα. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων μεταξύ του Actilyse και φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγούνται σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, οξεία μαζική πνευμονική εμβολή ή οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Φάρμακα που επηρεάζουν την πήξη/λειτουργία των αιμοπεταλίων
Ο κίνδυνος αιμορραγίας μπορεί να αυξηθεί με τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν την πήξη ή αυτών που τροποποιούν τις λειτουργίες των αιμοπεταλίων (όταν χορηγούνται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με αλτεπλάση). Αυτά τα προϊόντα πρέπει να αποφεύγονται τις πρώτες 24 ώρες μετά τη θεραπεία με Actilyse για οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Όσον αφορά την προθεραπευτική αγωγή με αυτές τις ουσίες, βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4.
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (α-ΜΕΑ)
Ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης, α-ΜΕΑ (ACE inhibitors) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης αντίδρασης υπερευαισθησίας (βλέπε παράγραφο 4.4).
Η συγχορηγούμενη αγωγή με ανταγωνιστές GPΙΙb/IIIa αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Εγκυμοσύνη
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της αλτεπλάσηςσε έγκυες γυναίκες. Μη κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με αλτεπλάση σε δόσεις υψηλότερες από τις δόσεις στον άνθρωπο έδειξαν ανωριμότητα εμβρύου και/ ή εμβρυοτοξικότητα, δευτερεύουσα της γνωστής φαρμακολογικής δρασης του φαρμάκου. Η αλτεπλάση δε θεωρείται τερατογόνος (βλέπε παράγραφο 5.3).
Σε περιπτώσεις οξειών απειλητικών για τη ζωή νόσων, πρέπει να συνεκτιμάται το όφελος έναντι ενός πιθανού κινδύνου.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο εάν η αλτεπλάση απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα και υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της αλτεπλάσης στο γάλα των ζώων.
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το Actιlyse χορηγείται σε γυναίκα που θηλάζει και θα πρέπει να αποφασιστεί εάν ο θηλασμός θα πρέπει να σταματήσει τις πρώτες 24 ώρες μετά τη χορήγηση του Actilyse.
Γονιμότητα
Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα για το Actilyse. Μη κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με αλτεπλάση δεν έδειξαν ανεπιθύμητη επίδραση στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που συσχετίζεται με το Actilyse είναι αιμορραγία σε διαφορετικές μορφές προκαλώντας πτώση στις τιμές του αιματοκρίτη και/ ή της αιμοσφαιρίνης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω έχουν ταξινομηθεί με βάση τη συχνότητα και την κατηγορία οργανικού συστήματος. Οι κατηγορίες συχνότητας καθορίζονται σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες: Πολύ συχνές (>1/10), Συχνές (>1/100 έως ≤1/10), Όχι συχνές (>1/1.000 έως
≤1/100), Σπάνιες (>1/10.000 έως ≤1/1.000), Πολύ σπάνιες (≤1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εκτός από την ενδοεγκεφαλική/ ενδοκρανιακή αιμορραγία, ως ανεπιθύμητη ενέργεια στην ένδειξη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο καθώς και τις αρρυθμίες επαναιμάτωσης στην ένδειξη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, δεν υπάρχει κανένας ιατρικός λόγος ώστε να υποθέσουμε ότι το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών του Actilyse τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά στις ενδείξεις οξεία μαζική πνευμονική εμβολή και οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο είναι διαφορετικό από ότι στην ένδειξη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, στην οξεία μαζική πνευμονική εμβολή και στο οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Αιμορραγία | |
| πολύ συχνές | η ενδοκρανιακή αιμορραγία αποτελεί την κύρια ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη θεραπευτική αγωγή του οξέος ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.όλες οι αιμορραγίες συμπεριλαμβανομένων και αυτών που παρατίθενται στον πίνακα αυτό, π.χ. ενδοκρανιακές και μη-ενδοκρανιακές |
| συχνές | ενδοκρανιακή αιμορραγία (όπως εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό αιμάτωμα, αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, αιμορραγική μετάπτωση του εγκεφαλικού επεισοδίου, ενδοκρανιακό αιμάτωμα, υπαραχνοειδής αιμορραγία) κατά τη θεραπευτική αγωγή του οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου και της οξείας μαζικής πνευμονικής εμβολήςαιμορραγία του φάρυγγααιμορραγία στο γαστρεντερικό (όπως γαστρική αιμορραγία, αιμορραγία γαστρικού έλκους, αιμορραγία από το ορθό, αιματέμεση, μέλαινα, αιμορραγία από το στόμα, ουλορραγία)εκχύμωσηαιμορραγία του ουροποιογεννητικού συστήματος (όπως αιματουρία, αιμορραγία των ουροφόρων οδών)αιμορραγία στο σημείο της ένεσης (αιμορραγία στο σημείο διάτρησης, αιμάτωμα στο σημείο καθετηριασμού, αιμορραγία στο σημείο καθετηριασμού) |
| όχι συχνές | πνευμονική αιμορραγία (όπως αιμόπτυση, αιμοθώρακας, αιμορραγία του αναπνευστικού συστήματος)επίσταξη ωτορραγία |
| σπάνιες | οφθαλμική αιμορραγία περικαρδιακή αιμορραγίαοπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία (όπως οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα) |
| μη γνωστές*** | αιμορραγία σε παρεγχυματώδη όργανα (όπως ηπατική αιμορραγία) |
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | |
| σπάνιες | αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, βρογχόσπασμος, αγγειοοίδημα, υπόταση, καταπληξία)* |
| πολύ σπάνιες | σοβαρή αναφυλαξία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| πολύ σπάνιες | συμβάντα συσχετιζόμενα με το νευρικό σύστημα (π.χ. επιληπτικές κρίσεις, σπασμοί, αφασία, διαταραχές ομιλίας, παραλήρημα, οξύ εγκεφαλικό σύνδρομο, ταραχή, σύγχυση, κατάθλιψη, ψύχωση) συχνά σε συσχέτιση με ταυτόχρονες ισχαιμικές ή αιμορραγικές αγγειοεγκεφαλικές προσβολές |
| Καρδιακές διαταραχές** | |
| πολύ συχνές | υποτροπιάζουσα ισχαιμία/ στηθάγχη, υπόταση και καρδιακή ανεπάρκεια/πνευμονικό οίδημα |
| συχνές | καρδιακή ανακοπή, καρδιογενής καταπληξία και νέο έμφραγμα |
| όχι συχνές | αρρυθμίες επαναιμάτωσης (όπως αρρυθμία, έκτακτες συστολές, κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού έως πλήρη κολποκοιλιακό αποκλεισμό, κολπική μαρμαρυγή/ πτερυγισμός, βραδυκαρδία, ταχυκαρδία, κοιλιακή αρρυθμία, κοιλιακή ταχυκαρδία/ μαρμαρυγή, ηλεκτρομηχανικός διαχωρισμός (EMD)ανεπάρκεια μιτροειδούς, πνευμονική εμβολή, άλλες συστηματικές εμβολές/ εγκεφαλική εμβολή, έλλειμμα μεσοκοιλιακού διαφράγματος |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| σπάνιες | εμβολισμός, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε αντίστοιχες συνέπειες στα προσβληθέντα όργανα |
| μη γνωστές*** | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| σπάνιες | ναυτία |
| μη γνωστές*** | έμετος |
| Διερευνήσεις | |
| όχι συχνές | αρτηριακή πίεση μειωμένη |
| μη γνωστές*** | θερμοκρασία σώματος αυξημένη |
| Κάκωση, δηλητηρίαση και επιπλοκές κατά την επέμβαση | |
| μη γνωστές*** | εμβολή από λίπος (εμβολισμός από κρυστάλλους χοληστερόλης), ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε αντίστοιχες συνέπειες στα προσβληθέντα όργανα |
| Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί χειρισμοί | |
| μη γνωστές*** | μετάγγιση αίματος (απαραίτητη) |
* Βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5
**Καρδιακές διαταραχές
Όπως με άλλους θρομβολυτικούς παράγοντες, τα συμβάντα που περιγράφονται παρακάτω στην αντίστοιχη παράγραφο έχουν αναφερθεί, ως επακόλουθα αποτελέσματα εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ ή χορήγησης θρομβολυτικών. Αυτά τα καρδιακά συμβάντα μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή και μπορεί να οδηγήσουν στο θάνατο.
***Υπολογισμός συχνότητας
Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια έχει παρατηρηθεί σε εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Με 95% εμπιστοσύνη, η κατηγορία συχνότητας δεν είναι μεγαλύτερη από «σπάνιες», αλλά μπορεί να είναι μικρότερη. Δεν είναι εφικτός ο ακριβής υπολογισμός της συχνότητας, καθώς αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια δεν εμφανίστηκε σε βάση δεδομένων 8.299 ασθενών από κλινικές δοκιμές.
Θάνατος και μόνιμη αναπηρία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που εμφάνισαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (συμπεριλαμβανομένης ενδοκρανιακής αιμορραγίας) και άλλα σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-
κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607
Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Συμπτώματα
Σε περίπτωση υπέρβασης της προτεινόμενης δοσολογίας, ο κίνδυνος ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας αυξάνει.
Παρά τη σχετική προς το ινώδες εκλεκτικότητα, είναι δυνατόν να προκύψει μία, κλινικά σημαντική ελάττωση του ινωδογόνου και των άλλων παραγόντων της πήξεως του αίματος μετά από υπερδοσολογία.
Θεραπεία
Στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι αρκετό να αναμείνουμε τη φυσιολογική αποκατάσταση αυτών των παραγόντων, μετά το πέρας της αγωγής με Actilyse. Eάν εν τούτοις, εκδηλωθεί σοβαρή αιμορραγία ενδείκνυται η έγχυση πρόσφατου ψυχθέντος πλάσματος, και αν θεωρηθεί αναγκαίο, μπορεί να χορηγηθούν συνθετικά αντιινωδολυτικά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ACTILYSE 20MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: Β01ΑD02 Μηχανισμός δράσης
Το δραστικό συστατικό του Actilyse είναι η αλτεπλάση, ένας ανασυνδυασμένος ενεργοποιητής του
ανθρώπινου ιστικού πλασμινογόνου, μία γλυκοπρωτεΐνη, που ενεργοποιεί το πλασμινογόνο κατ’ευθείαν προς πλασμίνη. Χορηγούμενη ενδοφλεβίως η αλτεπλάση παραμένει στην κυκλοφορία σχετικά ανενεργή. Συνδεόμενο με το ινώδες του θρόμβου ενεργοποιείται, επάγοντας τη μετατροπή του πλασμινογόνου σε πλασμίνη που προκαλεί τη διάλυση του ινώδους του θρόμβου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Εξαίτιας της σχετικής προς το ινώδες εκλεκτικότητας, η αλτεπλάση σε δόση των 100 mg οδηγεί σε μέτρια μείωση των κυκλοφορούντων επιπέδων ινωδογόνου σε περίπου 60% σε 4 ώρες, η οποία γενικά επανέρχεται σε περισσότερο από 80% μετά από 24 ώρες. Το πλασμινογόνο και η α2-αντιπλασμίνη μειώνονται σε περίπου 20% και 35% αντίστοιχα μετά από 4 ώρες και αυξάνονται ξανά σε περισσότερο από 80% σε 24 ώρες. Μία αξιοσημείωτη και παρατεταμένη μείωση του κυκλοφορούντος επιπέδου ινωδογόνου εμφανίζεται μόνο σε λίγους ασθενείς.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε μία μελέτη που περιελάμβανε περισσότερους από 40.000 ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (GUSTO), η χορήγηση 100 mg αλτεπλάσης για 90 λεπτά, με ταυτόχρονη ενδοφλέβια έγχυση ηπαρίνης, οδήγησε σε μικρότερη θνησιμότητα μετά από 30 ημέρες (6,3%) συγκρινόμενη με τη χορήγηση στρεπτοκινάσης, 1,5 εκατ. μονάδων για 60 λεπτά, με υποδόρια ή ενδοφλέβια ηπαρίνη (7,3%). Οι ασθενείς που έλαβαν Actilyse παρουσίασαν υψηλότερο βαθμό διάνοιξης της σχετιζόμενης αρτηρίας σε 60 & 90 λεπτά μετά τη θρομβόλυση σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν στρεπτοκινάση. Δεν υπήρξαν διαφορές στο βαθμό διάνοιξης στα 180 λεπτά ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η θνησιμότητα στις 30 ημέρες είναι μειωμένη σε σχέση με ασθενείς που δεν υποβάλλονται σε θρομβολυτική θεραπεία.
Η απελευθέρωση α-υδροξυβουτυρικής-διυδρογενάσης (HBDH) είναι μειωμένη. Η ολική κοιλιακή λειτουργία καθώς και η περιοχική τοιχωματική κινητικότητα επηρεάζεται λιγότερο σε σχέση με εκείνη ασθενών που δεν υποβάλλονται σε θρομβολυτική θεραπεία.
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Συγκριτική μελέτη έναντι placebo σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκαν 100 mg αλτεπλάσης για πάνω από 3 ώρες (LATE), έδειξε μείωση της θνησιμότητος στις 30 ημέρες σε σύγκριση με placebo, στους ασθενείς οι οποίοι έλαβαν αγωγή εντός 6-12 ωρών από την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν φανερές ενδείξεις εμφράγματος του μυοκαρδίου, θεραπεία που θα ξεκινά μέσα σε 24 ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων μπορεί επίσης να έχει ευεργετικό αποτέλεσμα.
Οξεία μαζική πνευμονική εμβολή
Σε ασθενείς με οξεία πνευμονική εμβολή συνοδευομένη από αιμοδυναμική αστάθεια, η θρομβολυτική θεραπεία με Actilyse οδηγεί σε ταχεία μείωση του μεγέθους του θρόμβου και στη μείωση της πίεσης της πνευμονικής αρτηρίας. Στοιχεία για θνησιμότητα δεν υφίστανται.
Ασθενείς με οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Σε δύο μελέτες που διεξήχθησαν στις ΗΠΑ (NINDS A/B) ένα στατιστικά σημαντικό μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών, είχαν ευνοϊκή έκβαση με αλτεπλάση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (καμία ή πολύ μικρή αναπηρία). Αυτά τα ευρήματα επιβεβαιώθηκαν στη μελέτη ECASS-III (δείτε παράγραφο παρακάτω), αφού εν τω μεταξύ δύο Ευρωπαϊκές μελέτες και μία επιπλέον μελέτη στις ΗΠΑ είχαν αποτύχει να παρέχουν τις σχετικές αποδείξεις σε συνθήκες κατά βάση μη συμβατές με την ισχύουσα επισήμανση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η μελέτη ECASS III ήταν μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλή μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο σε θεραπευτικό παράθυρο 3 έως 4,5 ωρών. Η χορήγηση της θεραπείας στη μελέτη ECASS III ήταν σε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή ΠΧΠ του Actilyse για την ένδειξη του εγκεφαλικού επεισοδίου, εκτός από το άνω όριο του χρόνου του θεραπευτικού παραθύρου, δηλαδή 4,5 ώρες. Το κύριο τελικό σημείο ήταν η αναπηρία στις 90 ημέρες, διηρημένη ως επιθυμητή (τροποποιημένη κλίμακα Rankin [mRS] 0 έως 1) ή μη επιθυμητή (mRS 2 έως 6) έκβαση. Τυχαιοποιήθηκαν συνολικά 821 ασθενείς (418 στην αλτεπλάση/403 στο εικονικό φάρμακο). Περισσότεροι ασθενείς πέτυχαν ευνοϊκή έκβαση με αλτεπλάση (52,4%) έναντι του εικονικού φαρμάκου (45,2%, λόγος πιθανοτήτων [OR], 1,34, 95%, διάστημα εμπιστοσύνης CI 1,02 – 1,76; P=0,038). Η επίπτωση οποιασδήποτε ενδοκρανιακής αιμορραγίας ICH/SICH ήταν υψηλότερη με αλτεπλάση έναντι του εικονικού φαρμάκου (οποιαδήποτε ενδοκρανιακή αιμορραγία 27% έναντι 17,6%, p=0,0012, SICH με τον ορισμό ECASS III 2,4% έναντι 0,2%, p=0,008). Η θνησιμότητα ήταν χαμηλή και όχι σημαντικά διαφορετική μεταξύ της αλτεπλάσης (7,7%) και του εικονικού φαρμάκου (8,4%; P=0,681). Αποτελέσματα υποομάδας της μελέτης ECASS III επιβεβαιώνουν ότι μεγαλύτερος χρόνος έναρξης των συμπτωμάτων ως την έναρξη της θεραπείας (OTT) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας και συμπτωματικής ενδοκρανιακής αιμορραγίας. Τα αποτελέσματα της ECASS III δείχνουν ένα θετικό, καθαρό κλινικό όφελος για το Actilyse στο χρονικό περιθώριο των 3 έως 4,5 ωρών, ενώ τα συγκεντρωτικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι το καθαρά κλινικό όφελος δεν είναι πλέον ευνοϊκό για την αλτεπλάση σε χρονικό περιθώριο πέραν των 4,5 ωρών.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Actilyse για τη θεραπεία του οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου μέχρι χρονικό διάστημα 4,5 ωρών από την έναρξη του εγκεφαλικού επεισοδίου έως την έναρξη της θεραπείας (OTT) έχει εκτιμηθεί από μία εν εξελίξει επίσημη καταγραφή (SITS-ISTR: The Safe Implementation of Thrombolysis in Stroke registry). Σε αυτή τη μελέτη παρατήρησης τα δεδομένα έκβασης ασφαλείας από 21.566 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε χρονικό περιθώριο 0 έως 3 ώρες συγκρίθηκαν με δεδομένα από 2.376 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία από 3 έως 4,5 ώρες μετά την έναρξη του οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η επίπτωση της συμπτωματικής ενδοκρανιακής αιμορραγίας (σύμφωνα με τον ορισμό της SITS-MOST) βρέθηκε να είναι υψηλότερη στο χρονικό διάστημα των 3 έως 4,5 ωρών (2,2%) σε σύγκριση με το χρονικό διάστημα μέχρι τις 3 ώρες (1,7%). Τα ποσοστά θνησιμότητας στους 3 μήνες ήταν παρόμοια όταν συγκρίθηκαν το χρονικό διάστημα των 3 έως 4,5 ωρών (12,0%) και το χρονικό διάστημα 0 έως 3,0 ωρών (12,3%) με μη προσαρμοσμένο OR 0,97
(95% CI: 0,84-1,13, p=0,70) και με προσαρμοσμένο OR 1,26 (95% CI: 1,07-1,49, p=0,005. Τα δεδομένα παρατήρησης της SITS υποστηρίζουν τα ευρήματα των κλινικών μελετών για το χρόνο έναρξης του εγκεφαλικού επεισοδίου ως την έναρξη της θεραπείας (OTT) ως ένα σημαντικό στοιχείο πρόβλεψης της έκβασης μετά από θεραπεία οξέος εγκεφαλικού επεισοδίου με αλτεπλάση.
Ηλικιωμένοι (>80 ετών)
Μετά-αναλύσεις προσαρμοσμένες σύμφωνα με τα επιμέρους δεδομένα από 6.756 ασθενείς συμπεριλαμβανομένων και αυτών με ηλικία > 80 ετών σε εννέα τυχαιοποιημένες μελέτες οι οποίες συνέκριναν την αλτεπλάση με εικονικό φάρμακο ή ήταν ανοικτής επισήμανσης χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση του οφέλους-κινδύνου της αλτεπλάσης σε ασθενείς ηλικίας > 80 ετών. Οι πιθανότητες καλής έκβασης του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (mRS 0-1 την ημέρα 90/180) ήταν αυξημένες και σχετίστηκαν με μεγαλύτερο όφελος για όλες τις ηλικιακές ομάδες (τιμή p αλληλεπίδρασης 0,0203) όταν αυτό αντιμετωπίστηκε νωρίς και ήταν ανεξάρτητη της ηλικίας.
Η επίδραση της θεραπείας με αλτεπλάση ήταν παρόμοια ανάμεσα στους ασθενείς ηλικίας 80 ετών ή νεότερους [μέση καθυστέρηση στην έναρξη θεραπείας 4,1 ώρες: σε 990/2512 (39%) υπό αλτεπλάση έναντι 853/2515 (34%) ασθενών στην ομάδα ελέγχου παρατηρήθηκε καλή έκβαση στο αγγειακό εγκεφαλικό την ημέρα 90/180, OR 1,25, 95% CI 1,10-1,42] και για τους ασθενείς άνω των 80 ετών [μέση καθυστέρηση στην έναρξη θεραπείας 3,7 ώρες: σε 155/879 (18%) υπό αλτεπλάση έναντι 112/850 (13%) ασθενών στην ομάδα ελέγχου παρατηρήθηκε καλή έκβαση στο αγγειακό εγκεφαλικό, OR 1,56, 95% CI 1,17-2,08].
Στους ασθενείς άνω των 80 ετών που έλαβαν θεραπεία αλτεπλάσης εντός 3 ωρών ή νωρίτερα, καλή έκβαση του αγγειακού εγκεφαλικού παρατηρήθηκε στους 55/302 (18,2%) έναντι 30/264 (11,4%) ασθενών στην ομάδα ελέγχου (OR 1,86, 95% CI 1,11-3,13) και σε αυτούς που έλαβαν θεραπεία αλτεπλάσης μεταξύ 3 και 4,5 ωρών 58/342 (17,0%) παρατηρήθηκε καλή έκβαση του αγγειακού εγκεφαλικού στους 58/342 (17,0%) έναντι 50/364 (13,7%) ασθενών στην ομάδα ελέγχου (OR 1,36, 95% CI 0,87-2,14).
Παρεγχυματική αιμορραγία τύπου 2 εντός 7 ημερών παρατηρήθηκε σε 231(6,8%) από τους 3.391 ασθενείς που έλαβαν αλτεπλάση έναντι 44 (1,3%) από τους 3.365 ασθενείς στην ομάδα ελέγχου (OR 5,55, 95% CI 4,01-7,70).
Θανατηφόρος παρεγχυματική αιμορραγία τύπου 2 εντός 7 ημερών παρατηρήθηκε σε 91 (2,7%) ασθενείς
που έλαβαν αλτεπλάση έναντι 13 (0,4%) ασθενών στην ομάδα ελέγχου (OR 7,14, 95% CI 3,98-12,79).
Στους ασθενείς άνω των 80 ετών που έλαβαν θεραπεία αλτεπλάσης θανατηφόρος ενδοκρανιακή αιμορραγία εντός 7 ημερών παρατηρήθηκε σε 32/879 (3,6%) έναντι 4/850 (0,5%) ασθενών στην ομάδα ελέγχου (OR 7,95, 95% CI 2,79-22,60).
Από το σύνολο των 8.658 ασθενών >80 ετών που έλαβαν θεραπεία σε λιγότερο από 4,5 ώρες από την έναρξη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου στην SITS-ISTR, τα δεδομένα 2.157 ασθενών που έλαβαν θεραπεία μεταξύ των 3 και 4,5 ωρών από το εγκεφαλικό συγκρίθηκαν με αυτά από 6.501 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε λιγότερο από 3 ώρες.
Η λειτουργική ανεξαρτησία στους τρεις μήνες (βαθμολογία mRS 0-2) ήταν 36 έναντι 37% (προσαρμοσμένο OR 0,79, 95%CI 0,68– 0,92, p = 0,002), η θνησιμότητα ήταν 29% έναντι 29,6%
(προσαρμοσμένο OR 1,10, 95% CI 0,95–1,28, p = 0,20), και η sICH (σύμφωνα με τον ορισμό SITS-MOST) ήταν 2,7% έναντι 1,6% (προσαρμοσμένο OR 1,62, 95% CI 1,12–2,34, p = 0,01).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεδομένα μη-τυχαιοποιημένων και μη-συγκριτικών μελετών παρατήρησης από ασθενείς ηλικίας 16-17 ετών που υπέστησαν εγκεφαλικό επεισόδιο και είχαν λάβει επιβεβαιωμένη θεραπεία με αλτεπλάση ελήφθησαν από την καταγραφή SITS-ISTR (Safe Implementation of Treatments in Stroke - International Stroke Thrombolysis Register, ανεξάρτητη, διεθνής καταγραφή). Μεταξύ του 2003 και του τέλους του 2017, 25 συνολικά παιδιατρικοί ασθενείς στην ηλικιακή ομάδα των 16-17 ετών με επιβεβαιωμένη χρήση αλτεπλάσης καταχωρήθηκαν στην καταγραφή SITS. Η διάμεση δόση αλτεπλάσης που χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα ήταν 0,9 mg/kg (εύρος: 0,83 – 0,99 mg/kg). 23 από τους 25 ασθενείς ξεκίνησαν θεραπεία εντός 4,5 ωρών από την εμφάνιση των συμπτωμάτων του εγκεφαλικού (19 εντός 3 ωρών, 4 εντός 3-4,5 ωρών, 1 εντός 5-5,5 ωρών, 1 περιστατικό δεν αναφέρθηκε). Το σωματικό βάρος κυμαινόταν μεταξύ 56-90 kg. Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν υποστεί μέτριο ή μέτριο προς σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο με διάμεσο NIHSS 9,0 (εύρος 1 – 30) κατά την έναρξη.
Οι βαθμολογίες mRS κατά την 90η ημέρα ήταν διαθέσιμες για τους 21 από τους 25 ασθενείς. Την 90η ημέρα, 14/21 ασθενείς είχαν βαθμολογία mRS 0-1 (απουσία συμπτωμάτων ή μη σημαντική αναπηρία) και 5 επιπλέον ασθενείς είχαν mRS=2 (ελαφρά αναπηρία). Αυτό σημαίνει ότι 19/21 (άνω του 90%) ασθενείς είχαν ευνοϊκή έκβαση την ημέρα 90 σύμφωνα με την mRS. Για τους υπόλοιπους 2 ασθενείς αναφέρθηκε έκβαση μέτριας σοβαρής αναπηρίας (mRS=4, n=1), ή θάνατος (mRS=6) εντός 7 ημερών (n=1).
Για 4 ασθενείς δεν αναφέρθηκε βαθμολογία mRS την 90η ημέρα. Οι τελευταίες διαθέσιμες πληροφορίες έδειξαν ότι 2/4 ασθενείς είχαν mRS 2 την ημέρα 7 και 2/4 ασθενείς ανάφεραν σαφή γενική βελτίωση την ημέρα 7. Δεδομένα ασφάλειας σχετικά με ανεπιθύμητα συμβάντα για αιμορραγίες και οίδημα ήταν επίσης διαθέσιμα στην καταγραφή. Από τους 25 ασθενείς στην ηλικιακή ομάδα των 16-17 ετών, κανένας δεν εμφάνισε συμπτωματική ενδοκρανιακή αιμορραγία (τύπος ενδοκρανιακής αιμορραγίας PH2). 5 ασθενείς εμφάνισαν εγκεφαλικό οίδημα μετά τη θεραπεία με αλτεπλάση. Για 4/5 ασθενείς με εγκεφαλικό οίδημα αναφέρθηκε βαθμολογία mRS κατά την 90η ημέρα μεταξύ 0 και 2 ή έδειξαν γενική βελτίωση την 7η ημέρα μετά τη θεραπεία. Ένας ασθενής είχε mRS=4 (μέτρια σοβαρή αναπηρία) την ημέρα 90. Κανένα περιστατικό δεν είχε θανατηφόρο έκβαση.
Συνοπτικά, αναφέρθηκαν 25 περιστατικά από την καταγραφή SITS ασθενών στην ηλικιακή ομάδα μεταξύ 16 και 17 ετών, με οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο οι οποίοι έλαβαν θεραπεία σύμφωνα με την προτεινόμενη για ενήλικες θεραπεία με αλτεπλάση. Αν και το μικρό μέγεθος δείγματος δεν επιτρέπει τη διενέργεια στατιστικής ανάλυσης, τα συνολικά αποτελέσματα υποδεικνύουν θετική τάση με την αντίστοιχη δόση για ενήλικες που χρησιμοποιήθηκε στους ασθενείς αυτούς. Τα δεδομένα δεν φαίνεται να υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής ενδοκρανιακής αιμορραγίας ή οιδήματος σε σχέση με τους ενήλικες.
Η αλτεπλάση απομακρύνεται γρήγορα από το κυκλοφορούν αίμα (κάθαρση πλάσματος 550-680 ml/min) και μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, το μεγαλύτερο μέρος της αλτεπλάσης στην κυκλοφορία συνδέεται με αναστολέα. Η ηπατική κάθαρση της αλτεπλάσης δεν επιβραδύνεται από την παρουσία άλλων πρωτεϊνών συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων αλτεπλάσης. Σύμπλοκα αλτεπλάσης και του αναστολέα της απεκκρίνονται ως ελεύθερη αλτεπλάση. Ο σχετικός χρόνος ημιζωής α-t1/2 είναι 4-5 λεπτά. Αυτό σημαίνει ότι ύστερα από 20 λεπτά, η στάθμη του Αctilyse στο πλάσμα, είναι μικρότερη του 10% της αρχικής τιμής. Για την υπολειμματική ποσότητα που παραμένει σε εν τω βάθει διαμερίσματα έχει μετρηθεί χρόνος ημιζωής β-t1/2 40 περίπου λεπτά.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ACTILYSE 20MG/VIAL
Κόνις:
Αργινίνη
Φωσφορικό οξύ (E 338) (για προσαρμογή pH) Πολυσορβικό 80 (E 433)
Διαλύτης:
Ενέσιμο ύδωρ
Το ανασυσταθέν διάλυμα μπορεί να αραιωθεί περαιτέρω με στείρο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) ενέσιμο διάλυμα έως μία ελάχιστη συγκέντρωση αλτεπλάσης 0,2 mg/ml.
Δε συνιστάται περαιτέρω αραίωση, χρήση στείρου ενέσιμου ύδατος ή γενικά, χρήση διαλυμάτων υδατανθράκων που προορίζονται για έγχυση π.χ. δεξτρόζη λόγω δημιουργίας αυξημένης θολερότητας του ανασυσταθέντος διαλύματος.
Το Actilyse δε θα πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα είτε στο ίδιο φιαλίδιο έγχυσης είτε στον ίδιο καθετήρα (είτε ακόμα και με ηπαρίνη).
Μη ανοιγμένα φιαλίδια
-
χρόνια για το Actilyse 10 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα και διάλυμα προς έγχυση.
-
χρόνια για το Actilyse 20 mg και 50 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα και διάλυμα προς έγχυση.
Ανασυσταθέν διάλυμα
Το ανασυσταθέν διάλυμα έχει αποδειχθεί ότι είναι σταθερό για 24 ώρες σε θερμοκρασία 2°C -8°C και για 8 ώρες στους 25°C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα μετά την ανασύσταση. Εάν δε χρησιμοποιηθεί άμεσα, ο χρόνος αποθήκευσης κατά τη χρήση και οι συνθήκες είναι ευθύνη του χρήστη και συνήθως δεν είναι περισσότερο από 24 ώρες σε θερμοκρασία 2°C -8°C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως. Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.
Κόνις:
Γυάλινα αποστειρωμένα φιαλίδια των 10 ml, 20 ml ή 50 ml σφραγισμένα με αποστειρωμένα και επεξεργασμένα με σιλικόνη γκρίζα πώματα, βουτυλικού τύπου, με καλύπτρες αλουμινίου/ πλαστικού, τύπου flip-off.
Διαλύτης:
Για τα μεγέθη συσκευασίας των 10 mg, 20 mg και 50 mg, το ενέσιμο ύδωρ χρησιμοποιείται για την πλήρωση φιαλιδίων των 10 ml, 20 ml ή 50 ml ανάλογα με το μέγεθος των φιαλιδίων της κόνεως. Τα φιαλίδια που περιέχουν το ενέσιμο ύδωρ είναι πωματισμένα με ειδικά ελαστικά πώματα και σφραγισμένα με καλύπτρες αλουμινίου/ πλαστικού, τύπου flip-off.
Σωληνίσκος μεταφοράς (εμπεριέχεται μόνο στα μεγέθη συσκευασίας των 20 mg και 50 mg).
Μεγέθη Συσκευασίας:
10 mg
1 φιαλίδιο με 467 mg κόνι για ενέσιμο διάλυμα και διάλυμα προς έγχυση 1 φιαλίδιο με 10 ml ύδωρ για ενέσιμα
20 mg
1 φιαλίδιο με 933 mg κόνι για ενέσιμο διάλυμα και διάλυμα προς έγχυση 1 φιαλίδιο με 20 ml ύδωρ για ενέσιμα
1 σωληνίσκος μεταφοράς
50 mg
1 φιαλίδιο με 2.333 mg κόνι για ενέσιμο διάλυμα και διάλυμα προς έγχυση 1 φιαλίδιο με 50 ml ύδωρ για ενέσιμα
1 σωληνίσκος μεταφοράς
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Για ανασύσταση μέχρι τελικής συγκέντρωσης αλτεπλάσης 1 mg/ml, ο πλήρης όγκος του διαλύτη, που παρέχεται, θα πρέπει να μεταφερθεί στο φιαλίδιο το οποίο περιέχει την ξηρά κόνι του Actilyse. Για το σκοπό αυτό, περιλαμβάνεται ο σωληνίσκος μεταφοράς στα μεγέθη συσκευασίας των 20 mg και των 50 mg. Για το φιαλίδιο των 10 mg, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια σύριγγα.
Για ανασύσταση μέχρι τελικής συγκέντρωσης αλτεπλάσης 2 mg/ml, μόνο η μισή ποσότητα του διαλύτη, που παρέχεται, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί (όπως στον παρακάτω πίνακα). Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να χρησιμοποιείται πάντα μια σύριγγα, για τη μεταφορά της απαιτούμενης ποσότητας του διαλύτη στο φιαλίδιο που περιέχει την κόνι Actilyse.
Κάτω από άσηπτες συνθήκες, το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου για ένεση Actilyse (10 mg ή 20 mg ή 50 mg) διαλύεται με ενέσιμο ύδωρ σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα για να εξασφαλιστεί μία τελική συγκέντρωση είτε του 1 mg αλτεπλάσης/ml ή των 2 mg αλτεπλάσης/ml:
| Αctilyse ξηρά ουσία | 10 mg | 20 mg | 50 mg |
| (α) Όγκος στείρου ενέσιμου ύδατος που προστίθεται στην ξηράουσία | 10 mL | 20 mL | 50 mL |
| Tελική συγκέντρωση: | 1 mg αλτεπλάση/mL | 1 mg αλτεπλάση/mL | 1 mg αλτεπλάση/mL |
| (β) Όγκος στείρου ενέσιμου ύδατος που προστίθεται στην ξηρά ουσία | 5 mL | 10 mL | 25 mL |
| Tελική συγκέντρωση: | 2 mgαλτεπλάση/mL | 2 mgαλτεπλάση/mL | 2 mgαλτεπλάση/mL |
To ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει κατόπιν να χορηγείται ενδοφλεβίως. Το ανασυσταθέν διάλυμα 1 mg/mL μπορεί να αραιωθεί περαιτέρω με στείρο ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) έως μία ελάχιστη συγκέντρωση των 0,2 mg/ml καθώς δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δημιουργίας θολερότητας του ανασυσταθέντος διαλύματος. Μια περαιτέρω αραίωση του ανασυσταθέντος διαλύματος 1 mg/mL με στείρο ενέσιμο ύδωρ ή γενικά, με τη χρήση διαλυμάτων υδατανθράκων που προορίζονται για έγχυση π.χ. δεξτρόζη δε συνιστάται λόγω δημιουργίας αυξημένης θολερότητας του ανασυσταθέντος διαλύματος. Το Actilyse δε θα πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα στο ίδιο φιαλίδιο της έγχυσης (ούτε ακόμα και με ηπαρίνη).
Για ασυμβατότητες, βλέπε παράγραφο 6.2.
Το ανασυσταθέν διάλυμα είναι μόνο για μία χρήση. Κάθε αχρησιμοποίητο διάλυμα ή υπόλειμμα θα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Οδηγίες χρήσης για την ανασύσταση του Actilyse
| 1 | Προχωρήστε στην ανασύσταση αμέσως πριν τη χορήγηση. | |
| 2 | Αφαιρέστε το προστατευτικό κάλυμμα στα δύο φιαλίδια που περιέχουν το στείρο ύδωρ και την ξηρά ουσία Actilyse σηκώνοντάς τα με τον αντίχειρα. |
| 3 | Σκουπίστε το ελαστικό πάνω μέρος κάθε φιαλιδίου με ένα βαμβάκι με οινόπνευμα. | |
| 4 | Αφαιρέστε το κάλυμμα από το σωληνίσκο μεταφοράς*. Μην απολυμάνετε ή αποστειρώσετε το σωληνίσκο μεταφοράς, είναι αποστειρωμένος. Αφαιρέστε το ένα καπάκι. | |
| 5 | Κρατήστε το φιαλίδιο με το στείρο ύδωρ σε όρθια θέση σε μία σταθερή επιφάνεια. Ακριβώς από πάνω, τρυπήστε το ελαστικό πώμα κάθετα στο κέντρο του με το σωληνίσκο μεταφοράς, πιέζοντας απαλά αλλά σταθερά, χωρίς να το στρέψετε. | |
| 6 | Κρατήστε το φιαλίδιο με το στείρο ύδωρ και το σωληνίσκο μεταφοράς σταθερά με το ένα χέρι χρησιμοποιώντας τα δύο πλευρικά πτερύγια.Αφαιρέστε το εναπομένον κάλυμμα στην κορυφή του σωληνίσκου μεταφοράς. |
| 7 | Κρατήστε το φιαλίδιο με το στείρο ύδωρ και το σωληνίσκο μεταφοράς σταθερά με το ένα χέρι χρησιμοποιώντας τα δύο πλευρικά πτερύγια.Κρατήστε το φιαλίδιο με την ξηρά ουσία Actilyse κάθετα πάνω από το σωληνίσκο μεταφοράς και τοποθετήστε το άκρο του σωληνίσκου μεταφοράς ακριβώς στο κέντρο του πώματος.Πιέστε προς τα κάτω το φιαλίδιο με την ξηρά ουσία ακριβώς πάνω στον σωληνίσκο μεταφοράς, τρυπώντας το ελαστικό πώμα κάθετα και απαλά αλλά σταθερά, χωρίς να το στρέψετε. |
| 8 | Αναποδογυρίστε τα δύο φιαλίδια και αφήστε το νερό να στραγγίξει τελείως μέσα στην ξηρά ουσία. |
| 9 | Αφαιρέστε το άδειο φιαλίδιο με το νερό μαζί με το σωληνίσκο μεταφοράς.Αυτά μπορούν να απορριφθούν. | |
| 10 | Πάρτε το φιαλίδιο με το ανασυσταθέν Actilyse και περιστρέψτε απαλά για να διαλύσετε τυχόν υπολείμματα σκόνης, αλλά μην το ανακινείτε, καθώς αυτό θα δημιουργήσει αφρό. |
| Εάν υπάρχουν φυσαλίδες, αφήστε το διάλυμα σε ηρεμία για λίγα λεπτά ώστε να διαλυθούν. | ||
| 11 | Το ανασυσταμένο διάλυμα αποτελείται από 1 mg/mLαλτεπλάσης. Θα πρέπει να είναι διαυγές και άχρωμο έως υποκίτρινο και δεν θα πρέπει να περιέχει σωματίδια. | |
| 12 | Αφαιρέστε την απαιτούμενη ποσότητα χρησιμοποιώντας μόνο μια βελόνα και μια σύριγγα.Μην χρησιμοποιείτε το σημείο διάτρησης από το σωληνίσκο μεταφοράς, για να αποφύγετε την διαρροή. | |
| 13 | Χρησιμοποιήστε αμέσως.Απορρίψτε τυχόν αχρησιμοποίητο διάλυμα. | |
(*εάν ο σωληνίσκος μεταφοράς περιλαμβάνεται στο κιτ. Η ανασύσταση μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί με μια σύριγγα και μια βελόνα.)