Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

ALDURAZYME C/S.SOL.IN 100 U/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΠΥΚΝΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

SANOFI B.V., NETHERLANDS

Τελευταία ενημέρωση SmPC

17/10/2024
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - ALDURAZYME 100 U/ML

Ενδείξεις

Το Aldurazyme ενδείκνυται για μακροχρόνια αγωγή ενζυμικής υποκατάστασης σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη Βλεννοπολυσακχαρίδωση I (MPS I, ανεπάρκεια α-L-iduronidase) για την αντιμετώπιση των μη νευρολογικών εκδηλώσεων της νόσου (βλέπε παράγραφο 5.1).

Δοσολογία

Η αγωγή με Aldurazyme θα πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στο χειρισμό ασθενών που πάσχουν από MPS I ή από άλλες κληρονομικές μεταβολικές νόσους. Η χορήγηση του Aldurazyme θα πρέπει να πραγματοποιείται σε κατάλληλο κλινικό περιβάλλον όπου να υπάρχει διαθέσιμος εξοπλισμός ανάνηψης για τον χειρισμό τυχόν επείγουσας ιατρικής ανάγκης.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση Aldurazyme είναι 100 U/kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη μία φορά κάθε εβδομάδα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τον παιδιατρικό πληθυσμό.

Ηλικιωμένα άτομα

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Aldurazyme σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχουν επιβεβαιωθεί και δεν υπάρχει προτεινόμενο σχήμα δοσολογίας για τους ασθενείς αυτούς.

Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Aldurazyme σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια δεν έχουν αξιολογηθεί και δεν υπάρχει προτεινόμενο σχήμα δοσολογίας για τους ασθενείς αυτούς.

Τρόπος χορήγησης

Το Aldurazyme πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση.

Ο αρχικός ρυθμός έγχυσης των 2 U/kg ανά ώρα είναι δυνατό να αυξηθεί σταδιακά και να πραγματοποιείται, εφόσον το επιτρέπει η ανοχή του ασθενούς, ανά δεκαπέντε λεπτά με μέγιστο ρυθμό έγχυσης τα 43 U/kg ανά ώρα. Ο συνολικός εγχυόμενος όγκος θα πρέπει να έχει χορηγηθεί σε περίπου 3-4 ώρες. Για οδηγίες σχετικά με την προ-θεραπεία, βλέπε παράγραφο 4.4.

Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.

Έγχυση στο σπίτι

Η έγχυση του Aldurazyme στο σπίτι μπορεί να εξεταστεί για ασθενείς που ανέχονται καλά τις εγχύσεις τους και δεν έχουν ιστορικό μέτριων ή σοβαρών ΑΣΕ για μερικούς μήνες. Η απόφαση για μετάβαση της θεραπείας του ασθενή σε έγχυση στο σπίτι θα πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν αξιολόγησης και σύστασης του θεράποντος ιατρού.

Η υποδομή, οι πόροι και οι διαδικασίες έγχυσης στο σπίτι, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης, πρέπει να είναι καθιερωμένες και διαθέσιμες στον επαγγελματία υγείας. Η έγχυση στο σπίτι θα πρέπει να επιβλέπεται από έναν επαγγελματία υγείας, ο οποίος θα πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμος κατά τη διάρκεια της έγχυσης στο σπίτι και για καθορισμένο χρόνο μετά την έγχυση. Θα πρέπει να δίνονται κατάλληλες πληροφορίες από τον θεράποντα ιατρό και/ή τη νοσοκόμα στον ασθενή και/ή τον φροντιστή πριν από την έναρξη της έγχυσης στο σπίτι.

Η δόση και ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να παραμένουν σταθερές για όσο ο ασθενής βρίσκεται στο σπίτι και να μην αλλάζουν χωρίς την επίβλεψη του επαγγελματία υγείας.

Εάν ο ασθενής εμφανίσει ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της έγχυσης στο σπίτι, η διαδικασία έγχυσης θα πρέπει να σταματήσει αμέσως και να ξεκινήσει η κατάλληλη ιατρική θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4). Επακόλουθες εγχύσεις μπορεί να χρειαστεί να πραγματοποιηθούν σε νοσοκομείο ή σε κατάλληλο χώρο φροντίδας εξωτερικών ασθενών έως ότου σταματήσει να υφίσταται η ανεπιθύμητη ενέργεια.

Αντενδείξεις

Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας)

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Aldurazyme (βλ. παράγραφο 4.8). Ορισμένες από αυτές τις αντιδράσεις ήταν

απειλητικές για τη ζωή και συμπεριλάμβαναν αναπνευστική ανεπάρκεια/δυσχέρεια, συριγμό, αποφρακτική διαταραχή των αεραγωγών, υποξία, υπόταση, βραδυκαρδία και κνίδωση.

Θα πρέπει να υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα ιατρικής υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένου εξοπλισμού καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης, όταν χορηγείται το Aldurazyme.

Σε περίπτωση εμφάνισης αναφυλαξίας ή άλλων σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η έγχυση του Aldurazyme θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Απαιτείται προσοχή σε περίπτωση που εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης επινεφρίνης σε ασθενείς με MPS I λόγω του αυξημένου επιπολασμού στεφανιαίας νόσου σε αυτούς τους ασθενείς. Σε ασθενείς με σοβαρή υπερευαισθησία, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διαδικασίας απευαισθητοποίησης στο Aldurazyme. Εάν ληφθεί απόφαση για επανέναρξη της χορήγησης του προϊόντος, απαιτείται εξαιρετικά μεγάλη προσοχή και θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα ανάνηψης.

Σε περίπτωση εμφάνισης ήπιων ή μέτριων αντιδράσεων υπερευαισθησίας, ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να επιβραδυνθεί ή να διακοπεί προσωρινά.

Εάν ο ασθενής εμφανίζει ανοχή στην έγχυση, η δόση μπορεί να αυξηθεί προκειμένου να επιτευχθεί η εγκεκριμένη δόση.

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ)

ΑΣΕ, οι οποίες ορίζονται ως κάθε σχετιζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που εμφανίζεται κατά την έγχυση ή έως το πέρας της ημέρας έγχυσης, αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Aldurazyme (βλέπε παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς που έχουν οξεία υποκείμενη νόσο κατά τον χρόνο έγχυσης του Aldurazyme φαίνεται ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για ΑΣΕ. Πριν από τη χορήγηση του Aldurazyme θα πρέπει να δίνεται ειδική προσοχή στην κλινική κατάσταση του ασθενούς.

Με την αρχική χορήγηση του Aldurazyme, ή με την επαναχορήγησή του έπειτα από διακοπή της θεραπείας, συνιστάται να προηγηθεί χορήγηση προφυλακτικής θεραπείας (με αντισταμινικά ή/και αντιπυρετικά) περίπου 60 λεπτά πριν από την έναρξη της έγχυσης, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανή εμφάνιση ΑΣΕ. Αν ενδείκνυται κλινικά, εξετάστε το ενδεχόμενο η προφυλακτική χορήγηση φαρμάκων πριν την έγχυση να συνεχιστεί και με τις επόμενες εγχύσεις του Aldurazyme. Καθώς υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σχετικά με την επανέναρξη της θεραπείας μετά από παρατεταμένη διακοπή, απαιτείται προσοχή λόγω του θεωρητικά αυξημένου κινδύνου αντίδρασης υπερευαισθησίας μετά από διακοπή της θεραπείας.

Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα βαριά υποκείμενη προσβολή του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος έχουν αναφερθεί σοβαρές ΑΣΕ και επομένως θα πρέπει να συνεχίζεται η προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών αυτών ειδικά και η έγχυση με Aldurazyme να πραγματοποιείται μόνο σε κατάλληλο κλινικό περιβάλλον, όπου θα υπάρχει άμεσα διαθέσιμος εξοπλισμός ανάνηψης για την αντιμετώπιση επειγουσών ιατρικών καταστάσεων.

Στην περίπτωση μονής σοβαρής ΑΣΕ, η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί έως ότου τα συμπτώματα να υποχωρήσουν και θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης συμπτωματικής θεραπείας (π.χ. με αντιϊσταμινικά και αντιπυρετικά/αντιφλεγμονώδη). Θα πρέπει να εξετάζονται τα οφέλη και ο κίνδυνος από την επανέναρξη της χορήγησης του Aldurazyme μετά από σοβαρές ΑΣΕ. Η έγχυση μπορεί να αρχίσει εκ νέου με μείωση του ρυθμού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθμού έγχυσης με τον οποίο προέκυψε η αντίδραση.

Στην περίπτωση υποστρέφουσας ΑΣΕ μέτριας σοβαρότητας ή νέας πρόκλησης έπειτα από μονή σοβαρή ΑΣΕ, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προθεραπείας (με αντιϊσταμινικά και αντιπυρετικά/αντιφλεγμονώδη ή/και κορτικοστεροειδή) και μείωσης του ρυθμού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθμού έγχυσης με τον οποίο προέκυψε η προηγούμενη αντίδραση.

Στην περίπτωση εμφάνισης ήπιας ή μέτριας ΑΣΕ, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης συμπτωματικής θεραπείας (π.χ. με αντιισταμινικά και αντιπυρετικά/αντιφλεγμονώδη) ή/και ο ρυθμός έγχυσης να μειωθεί στο μισό της τιμής του ρυθμού έγχυσης με τον οποίο προέκυψε η αντίδραση.

Εάν ο ασθενής εμφανίζει ανοχή στην έγχυση, η δόση μπορεί να αυξηθεί προκειμένου να επιτευχθεί η εγκεκριμένη δόση.

Ανοσογονικότητα

Με βάση την τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη Φάσης 3, όλοι οι ασθενείς αναμένεται να αναπτύξουν αντισώματα IgG έναντι της laronidase, οι περισσότεροι εντός 3 μηνών από την έναρξη της θεραπείας.

Όπως με κάθε ενδοφλέβιο πρωτεϊνικό φαρμακευτικό προϊόν, υπάρχει το ενδεχόμενο σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας αλλεργικού τύπου.

Οι ΑΣΕ και οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να εμφανιστούν ανεξάρτητα από την ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του φαρμάκου (ADAs).

Οι ασθενείς που έχουν αναπτύξει αντισώματα ή συμπτώματα ΑΣΕ θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή κατά τη χορήγηση του Aldurazyme (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8).

Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Aldurazyme θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και πρέπει να αναφέρονται όλες οι περιπτώσεις σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων, καθυστερημένων αντιδράσεων και δυνητικών ανοσολογικών αντιδράσεων. Η κατάσταση των αντισωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των IgG, των IgE και των εξουδετερωτικών αντισωμάτων της ενζυμικής ενεργότητας ή της ενζυμικής επαναπρόσληψης, θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά και να αναφέρεται.

Στις κλινικές μελέτες οι ΑΣΕ ήταν συνήθως αντιμετωπίσιμες επιβραδύνοντας τον ρυθμό έγχυσης και χορηγώντας στον ασθενή (προ) θεραπεία με αντιισταμινικά και/ή αντιπυρετικά (παρακεταμόλη ή ιβουπροφαίνη), επιτρέποντας έτσι στον ασθενή να συνεχίσει τη θεραπεία.

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 30 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 1,5% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου για έναν ενήλικα και χορηγείται σε 0,9% διάλυμα ενδοφλέβιας έγχυσης χλωριούχου νατρίου (βλέπε παράγραφο 6.6).

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
0
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Βάσει του μεταβολισμού της, η laronidase δεν είναι πιθανή υποψήφια για αλληλεπίδραση μεταξύ φαρμάκων με μεσολάβηση του Κυτοχρώματος P450.

Το Aldurazyme δεν πρέπει να συγχορηγείται με χλωροκίνη ή προκαΐνη λόγω του πιθανού κινδύνου παρεμβολής στην ενδοκυτταρική πρόσληψη της laronidase.

Κύηση

Εγκυμοσύνη

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του Aldurazyme σε έγκυες γυναίκες Οι μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος, στον τοκετό, ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.

Επομένως το Aldurazyme δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.

Θηλασμός

Η laronidase μπορεί να απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα διαθέσιμα σχετικά με τις επιπτώσεις σε νεογνά που εκτέθηκαν στη laronidase μέσω του μητρικού γάλακτος, κατά την περίοδο χρήσης του Aldurazyme συνιστάται διακοπή της γαλουχίας.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τις επιδράσεις της laronidase στη γονιμότητα. Τα προκλινικά δεδομένα δεν απεκάλυψαν κάποιο σημαντικό ανεπιθύμητο εύρημα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Η πλειονότητα των σχετιζόμενων ανεπιθύμητων συμβάντων στις κλινικές μελέτες ταξινομήθηκαν ως αντιδράσεις συσχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ), και παρουσιάστηκαν στο 53% των ασθενών στη μελέτη Φάσης 3 (οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αγωγή για έως και 4 χρόνια) και στο 35% των ασθενών στην μελέτη με ασθενείς κάτω των 5 ετών (έως 1 χρόνος θεραπείας). Μερικές από τις ΑΣΕ ήταν σοβαρές. Με την πάροδο του χρόνου, οι αντιδράσεις αυτές μειώνονταν. Οι περισσότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων (ΑΕΦ) ήταν: κεφαλαλγία, ναυτία, κοιλιακό άλγος, εξάνθημα, αρθραλγία, οσφυαλγία, πόνος στα άκρα, έξαψη, πυρεξία, αντίδραση στο σημείο της έγχυσης, αυξημένη πίεση αίματος, μειωμένος κορεσμός οξυγόνου, ταχυκαρδία και ρίγη. Η εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος αναφορικά με τις αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση απεκάλυψε αναφορά κυάνωσης, υποξίας, ταχύπνοιας, πυρεξίας, έμετου, ριγών και ερυθήματος και μερικές από αυτές τις αντιδράσεις ήταν σοβαρές.

Περιγραφή ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα

Οι ΑΕΦ που αναφέρθηκαν να σχετίζονται με το Aldurazyme κατά τη μελέτη Φάσης 3 και στην παράτασή της σε ένα σύνολο 45 ασθενών ηλικίας 5 ετών και άνω που υποβλήθηκαν σε αγωγή για έως και 4 χρόνια παρουσιάζονται παρακάτω χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Λόγω του μικρού πληθυσμού ασθενών, μια ΑΕΦ που αναφέρθηκε σε έναν ασθενή ταξινομείται ως συχνή.

Kατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRA Πολύ συχνές Συχνές Μη γνωστές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αναφυλακτική αντίδραση Υπερευαισθησία
Ψυχιατρικές διαταραχές Ανησυχία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Παραισθησία, ζάλη
Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία Βραδυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές Έξαψη Υπόταση, ωχρότητα, περιφερική ψυχρότητα Υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Αναπνευστική δυσχέρεια, δύσπνοια, βήχας Κυάνωση, υποξία, ταχύπνοια, βρογχόσπασμος, αναπνευστική ανακοπή, οίδημα λάρυγγα, αναπνευστική ανεπάρκεια, οίδημα φάρυγγα, συριγμός, αποφρακτική διαταραχή των αεραγωγών
Kατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRA Πολύ συχνές Συχνές Μη γνωστές
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία, κοιλιακό άλγος Έμετος, διάρροια Οίδημα των χειλιών, οίδημα της γλώσσας
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα Αγγειοοίδημα, πρήξιμο προσώπου, κνίδωση, κνησμός, κρύος ιδρώτας, αλωπεκία, υπερίδρωση Ερύθημα, οίδημα προσώπου
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθροπάθεια, αρθραλγία, οσφυαλγία, πόνος στα άκρα Μυοσκελετικό άλγος
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πυρεξία, αντίδραση στη θέση έγχυσης* Ρίγη, αίσθηση θερμού, αίσθηση ψυχρού, κόπωση, νόσος τύπου γρίπης, άλγος της θέσης ένεσης Εξαγγείωση, περιφερικό οίδημα
Παρακλινικές εξετάσεις Αυξημένη θερμοκρασία σώματος, μειωμένος κορεσμός οξυγόνου Ειδικό αντίσωμα έναντι του φαρμάκου, εξουδετερωτικά αντισώματα, αυξημένη αρτηριακή πίεση

* Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών και της μετεγκριτικής εμπειρίας, οι αντιδράσεις στη θέση έγχυσης/ένεσης συμπεριλάμβαναν: διόγκωση, ερύθημα, οίδημα, δυσφορία, κνίδωση, ωχρότητα, κηλίδες και θερμότητα

Ένας ασθενής με προϋπάρχουσα καταστολή των αεραγωγών παρουσίασε σοβαρή αντίδραση τρεις ώρες μετά από την έναρξη της έγχυσης (την εβδομάδα 62 της θεραπείας) που συνίστατο σε κνίδωση και απόφραξη των αεραγωγών και χρειάστηκε τραχειοστομία. Ο εν λόγω ασθενής είχε θετική ένδειξη IgE στις εξετάσεις του.

Επιπλέον, μερικοί ασθενείς που είχαν προηγούμενο ιστορικό βαριάς προσβολής του άνω αεραγωγού και του πνεύμονα που σχετίζεται με MPS I, παρουσίασαν βαριές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένου του βρογχόσπασμου, της αναπνευστικής ανακοπής και του οιδήματος του προσώπου (βλ. παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι ΑΕΦ που αναφέρθηκαν να σχετίζονται με το Aldurazyme κατά τη μελέτη Φάσης 2 σε ένα σύνολο 20 ασθενών ηλικίας κάτω των 5 ετών που εμφάνιζαν κυρίως το σοβαρό φαινότυπο, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αγωγή για έως και 12 μήνες, παρουσιάζονται παρακάτω. Οι ΑΕΦ ήταν όλες κυρίως ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας.

MedDRAΟμάδα συστήματος Οργάνων MedDRAΠροτιμώμενος Όρος Συχνότητα εμφάνισης
Καρδιακές διαταραχές ταχυκαρδία Πολύ συχνή
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης πυρεξία Πολύ συχνή
ρίγη Πολύ συχνή
Παρακλινικές εξετάσεις αυξημένη πίεση αίματος Πολύ συχνή
μειωμένος κορεσμός οξυγόνου Πολύ συχνή

Σε μια μελέτη φάσης 4, 33 ασθενείς MPS I έλαβαν 1 από 4 δοσολογικά σχήματα: 100 U/kg IV κάθε εβδομάδα (συνιστώμενη δόση), 200 U/kg IV κάθε εβδομάδα, 200 U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες ή

300 U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες. Η ομάδα της συνιστώμενης δόσης είχε το μικρότερο αριθμό ασθενών

που εμφάνισαν ΑΕΦ και ΑΣΕ. Ο τύπος των ΑΣΕ ήταν παρόμοιος με αυτές που εμφανίστηκαν σε άλλες κλινικές μελέτες.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων

Ανοσογονικότητα

Σχεδόν όλοι οι ασθενείς ανέπτυξαν αντισώματα IgG στη laronidase. Οι περισσότεροι ασθενείς εμφάνισαν ορομετατροπή εντός διαστήματος 3 μηνών από την έναρξη της θεραπείας. Ωστόσο, οι ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών με το σοβαρό φαινότυπο εμφάνισαν ορομετατροπή κατά κανόνα εντός διαστήματος 1 μηνός (μέση τιμή 26 ημέρες έναντι 45 ημέρες στους ασθενείς ηλικίας άνω των 5 ετών). Στο τέλος της μελέτης Φάσης 3 (κατά την πρώιμη αποχώρηση από τη μελέτη), 13/45 ασθενείς δεν είχαν ανιχνεύσιμα αντισώματα μέσω της ανάλυσης ραδιοανοσοκαθίζησης (RIP), συμπεριλαμβανομένων 3 ασθενών που δεν εμφάνισαν ποτέ ορομετατροπή. Οι ασθενείς με ανύπαρκτα ή μειωμένα επίπεδα αντισωμάτων παρουσίασαν ισχυρή μείωση του επιπέδου των γλυκοσαμινογλυκανών (GAG) στα ούρα, ενώ οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα αντισωμάτων παρουσίασαν μεταβλητή μείωση των GAG στα ούρα. Επιπλέον, υψηλότεροι τίτλοι ADA παρατηρήθηκαν επίσης σε ασθενείς στο μητρώο MPS I με σοβαρή νόσο. Οι ασθενείς με επίμονα υψηλούς τίτλους ADA έτειναν να έχουν μικρότερη μείωση των GAG στα ούρα.

Στις μελέτες Φάσης 2 και 3, 60 ασθενείς εξετάστηκαν για in-vitro επίδραση εξουδετέρωσης. Τέσσερις ασθενείς (τρεις στη μελέτη Φάσης 3 και ένας στη μελέτη Φάσης 2) επέδειξαν οριακή έως χαμηλού επιπέδου in-vitro αναστολή της ενζυματικής δραστηριότητας της laronidase, που δεν φάνηκε να επηρεάζει την κλινική αποτελεσματικότητα και/ή την μείωση των GAG στα ούρα.

Σε ασθενείς με κλινική επιδείνωση, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αξιολόγησης των GAG στα ούρα, ADA και εξουδετερωτικών αντισωμάτων.

Η παρουσία αντισωμάτων δεν συσχετίστηκε σταθερά με τη συχνότητα εμφάνισης ΑΣΕ, παρόλο που η έναρξη των ΑΣΕ συνέπιπτε τυπικά με το σχηματισμό αντισωμάτων IgG. Κλινικές δοκιμές και μελέτες παρατήρησης δείχνουν ότι μόνο ένας μικρός αριθμός ασθενών έχουν βγει θετικοί για αντισώματα IgE. Η ανάπτυξη αντισωμάτων IgE μπορεί να σχετίζεται με υπερευαισθησία ή αναφυλακτικές αντιδράσεις.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Η μη ενδεδειγμένη χορήγηση της laronidase (υπερδοσολογία και/ή υψηλότερος ρυθμός έγχυσης από τον συνιστώμενο) μπορεί να συσχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου. Η υπερβολικά γρήγορη χορήγηση της laronidase μπορεί να προκαλέσει ναυτία, κοιλιακό άλγος, κεφαλαλγία, ζάλη και δύσπνοια.

Σε τέτοιες περιπτώσεις και σύμφωνα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς, θα πρέπει αμέσως να διακόπτεται η έγχυση ή να επιβραδύνεται ο ρυθμός έγχυσης. Εάν ενδείκνυται κλινικά, μπορεί να απαιτείται περαιτέρω παρέμβαση.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - ALDURAZYME 100 U/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ένζυμα. Κωδικός ATC: A16AB05.

Νόσος MPS I

Οι διαταραχές εναπόθεσης βλεννοπολυσακχαριτών οφείλονται στην ανεπάρκεια συγκεκριμένων λυσοσωμικών ενζύμων που απαιτούνται για τον καταβολισμό των γλυκοζαμινογλυκανών (GAGs). Η MPS I είναι μία ετερογενής και πολυσυστηματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ανεπάρκεια της α-L-iduronidase, μίας λυσοσωμικής υδρολάσης που καταλύει την υδρόλυση των τελικών καταλοίπων της α-L-iduronidase, της θειικής δερματάνης και της θειικής ηπαράνης. Η μειωμένη ή ανύπαρκτη δραστικότητα της α-L-iduronidase έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση των GAGs, της θειικής δερματάνης και της θειικής ηπαράνης σε πολλούς τύπους κυττάρων και ιστών.

Μηχανισμός δράσης

Το σκεπτικό της αγωγής ενζυμικής υποκατάστασης είναι η αποκατάσταση ενός επιπέδου ενζυματικής δραστηριότητας που να επαρκεί για την υδρόλυση του συσσωρευμένου υποστρώματος και την πρόληψη περαιτέρω συσσώρευσης. Έπειτα από την ενδοφλέβια έγχυση, η laronidase αποσύρεται ταχύτατα από την κυκλοφορία και προσλαμβάνεται από τα κύτταρα στα λυσοσώματα, συνήθως μέσω των υποδοχέων της φωσφορικής μαννόζης-6.

Η κεκαθαρμένη laronidase είναι μία γλυκοπρωτεΐνη με μοριακό βάρος κατά προσέγγιση 83 kDa. Η laronidase αποτελείται από 628 αμινοξέα έπειτα από σχάση του Ν-τελικού άκρου. Το μόριο περιέχει 6 τμήματα τροποποίησης ολιγοσακχαριδίων που συνδέονται με το Ν-τελικό άκρο.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Πραγματοποιήθηκαν τρεις κλινικές δοκιμές με το Aldurazyme, για την εκτίμηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς του. Μία κλινική μελέτη επικεντρώθηκε κυρίως στην εκτίμηση της επίδρασης του Aldurazyme στις συστηματικές εκδηλώσεις της MPS I όπως η ανεπαρκής αντοχή, η περιοριστική νόσος των πνευμόνων, η απόφραξη των άνω αεραγωγών, το μειωμένο εύρος κινητικότητας της άρθρωσης, η ηπατομεγαλία και η οπτική διαταραχή. Μία μελέτη αξιολόγησε κυρίως την ασφάλεια και τη φαρμακοκινητική του Aldurazyme σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών, αλλά περιελάμβανε και κάποιες μετρήσεις αποτελεσματικότητας. Η τρίτη μελέτη διενεργήθηκε για την εκτίμηση των φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων και της ασφάλειας διαφορετικών δοσολογικών σχημάτων του Aldurazyme.Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα που να υποδεικνύουν οποιοδήποτε όφελος σχετικά με τις νευρολογικές εκδηλώσεις της διαταραχής.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Aldurazyme εκτιμήθηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με placebo, Μελέτη Φάσης 3 στην οποία συμμετείχαν 45 ασθενείς, ηλικίας από 6 έως 43 ετών. Αν και εντάχθηκαν ασθενείς που εκπροσωπούσαν όλο το φάσμα της ασθένειας, η πλειονότητα αυτών ανήκε στον ενδιάμεσο φαινότυπο με μόνο έναν ασθενή να παρουσιάζει τον σοβαρό φαινότυπο. Εντάχθηκαν ασθενείς με Βιαίως Εκπνεόμενη Ζωτική Χωρητικότητα (FVC) κάτω από το 80 % της προβλεπόμενης τιμής και έπρεπε να μπορούν να σταθούν για 6 λεπτά και να περπατήσουν 5 μέτρα.

Οι ασθενείς λάμβαναν είτε 100 U/kg Aldurazyme είτε placebo κάθε εβδομάδα για συνολικά 26 εβδομάδες. Τα τελικά σημεία της πρωταρχικής αποτελεσματικότητας ήταν οι μεταβολές στο ποσοστό προβλεπόμενης φυσιολογικής FVC και η απόλυτη διανυόμενη απόσταση στη δοκιμασία βάδισης 6 λεπτών (6ΛΔΒ). Όλοι οι ασθενείς στη συνέχεια εντάχθηκαν σε μια παράταση της ανοικτής μελέτης, στα πλαίσια της οποίας έλαβαν 100 U/kg Aldurazyme κάθε εβδομάδα για 3,5 επιπλέον χρόνια (182 εβδομάδες).

Έπειτα από 26 εβδομάδες θεραπείας, οι ασθενείς στους οποίους χορηγείτο το Aldurazyme παρουσίασαν βελτιωμένη αναπνευστική λειτουργία και ικανότητα βάδισης συγκριτικά με την ομάδα του placebo όπως υποδεικνύεται παρακάτω.

Φάση 3, 26 εβδομάδες θεραπείας Σε σύγκριση με το placebo
τιμή p Διάστημα εμπιστοσύνης (95 %)
Προβλεπόμενο ποσοστόFVC(εκατοστιαίο ποσοστό) μέσος 5,6 -
διάμεσος 3,0 0,009 0,9 - 8,6
6MWT(μέτρα) μέσος 38,1 -
διάμεσος 38,5 0,066 -2,0 - 79,0

Η παράταση της ανοιχτής μελέτης έδειξε βελτίωση και/ή διατήρηση αυτών των αποτελεσμάτων για έως και 208 εβδομάδες στην ομάδα του Aldurazyme/Aldurazyme και 182 εβδομάδες στην ομάδα του Placebo/Aldurazyme όπως υποδεικνύεται στον παρακάτω πίνακα.

Aldurazyme/Aldurazyme Placebo/Aldurazyme
Στις 208 εβδομάδες Στις 182 εβδομάδες
Μέση τιμή αλλαγής από την βάση αναφοράς προθεραπείας
Προβλεπόμενο ποσοστό FVC (%)1 - 1,2 - 3,3
6 ΛΔΒ (μέτρα) + 39,2 + 19,4
Δείκτης Άπνοιας /Υπόπνοιας (AHI) - 4,0 - 4,8
Εύρος Κινητικότητας Κάμψης Ώμου (μοίρες) + 13,1 + 18,3
Δείκτης Ανικανότητας CHAQ/HAQ 2 - 0,43 - 0,26

1 Η μείωση στο προβλεπόμενο ποσοστό FVC δεν είναι κλινικά σημαντική σε αυτή τη χρονική διάρκεια, και οι απόλυτοι όγκοι των πνευμόνων συνέχισαν να αυξάνονται αναλογικά με τις αλλαγές στο ύψος στους αναπτυσσόμενους παιδιατρικούς ασθενείς.

2 Και οι δύο ομάδες υπερέβησαν την ελάχιστη κλινικά σημαντική διαφορά (-0,24)

Από τους 26 ασθενείς με μη φυσιολογικούς όγκους ήπατος στην βάση αναφοράς προθεραπείας, 22 (85%) επέτυχαν φυσιολογικό μέγεθος ήπατος μέχρι το τέλος της μελέτης. Σημειώθηκε μια ταχεία μείωση στην απέκκριση GAG στα ούρα (µg/mg κρεατινίνης) εντός των πρώτων 4 εβδομάδων, η οποία διατηρήθηκε και για το υπόλοιπο της μελέτης. Τα επίπεδα της GAG στα ούρα μειώθηκαν κατά 77% και 66% στις ομάδες του Placebo/Aldurazyme και Aldurazyme/Aldurazyme, αντίστοιχα. Στο τέλος της μελέτης το ένα τρίτο των ασθενών (15 από τους 45) επέτυχε φυσιολογικά επίπεδα GAG στα ούρα.

Για να αντιμετωπιστεί η ετερογένεια στην εκδήλωση της νόσου διαμέσου των ασθενών, χρησιμοποιώντας ένα σύνθετο τελικό σημείο που συνοψίζει κλινικά σημαντικές αλλαγές μεταξύ πέντε μεταβλητών αποτελεσματικότητας (προβλεπόμενο ποσοστό φυσιολογικού FVC, απόσταση 6ΛΔΒ, εύρος κινητικότητας κάμψης ώμου, AHI, και οπτική οξύτητα) η γενική ανταπόκριση έδειξε βελτίωση σε 26 ασθενείς (58%), καμία αλλαγή σε 10 ασθενείς (22%), και επιδείνωση σε 9 ασθενείς (20%).

Διεξήχθη μια Ανοικτή Μελέτη Φάσης 2, διάρκειας ενός έτους, η οποία εκτίμησε κυρίως την ασφάλεια και τη φαρμακοκινητική του Aldurazyme σε 20 ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών κατά τον χρόνο εγγραφής τους (16 ασθενείς με το σοβαρό φαινότυπο και 4 με τον ενδιάμεσο φαινότυπο). Οι ασθενείς προγραμματίστηκαν να λάβουν εγχύσεις 100 U/kg Aldurazyme κάθε εβδομάδα για συνολική διάρκεια 52 εβδομάδων. Τέσσερις ασθενείς υποβλήθηκαν σε αυξήσεις δοσολογίας στα 200 U/kg για τις τελευταίες 26 εβδομάδες λόγω των αυξημένων επιπέδων GAG στα ούρα την Εβδομάδα 22.

Δεκαοχτώ ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Το Aldurazyme ήταν καλά ανεκτό και στις δύο δοσολογίες. Το μέσο επίπεδο GAG στα ούρα ελαττώθηκε κατά 50% την Εβδομάδα 13 και κατά 61% στο τέλος της μελέτης. Κατά την ολοκλήρωση της μελέτης, όλοι οι ασθενείς εμφάνισαν μείωση στο μέγεθος του ήπατος και 50% (9/18) είχαν φυσιολογικό μέγεθος ήπατος. Η αναλογία των ασθενών με ήπια υπερτροφία της αριστερής κοιλίας μειώθηκε από 53% (10/19) σε 17% (3/18), και η μέση μάζα της αριστερής κοιλίας κανονικοποιημένη για το εμβαδόν της επιφάνειας του σώματος μειώθηκε κατά 0,9 Z-Score (n=17). Αρκετοί ασθενείς εμφάνισαν αύξηση του ύψους (n=7) και του βάρους (n=3) σε

ηλικία Z-score. Οι νεώτεροι ασθενείς με το σοβαρό φαινότυπο (< 2,5 ετών) και όλοι οι 4 ασθενείς με τον ενδιάμεσο φαινότυπο παρουσίασαν φυσιολογικό ρυθμό διανοητικής ανάπτυξης, ενώ οι μεγαλύτεροι ασθενείς με το σοβαρό φαινότυπο παρουσίασαν περιορισμένη ή καμία διανοητική πρόοδο.

Διενεργήθηκε μια μελέτη φάσης 4 για την εκτίμηση των φαρμακοδυναμικών επιδράσεων στις γλυκοζαμινογλυκάνες (GAGs) στα ούρα, στον όγκο του ήπατος, και 6-λεπτη δοκιμασία βάδισης (6- minute walking test – 6MWT), διαφορετικών δοσολογικών σχημάτων του Aldurazyme. Σε αυτήν την ανοιχτή μελέτη 26-εβδομάδων, 33 MPS I ασθενείς έλαβαν 1 από τα 4 δοσολογικά σχήματα του Aldurazyme: 100 U/kg IV κάθε εβδομάδα (συνιστώμενη δόση), 200 U/kg IV κάθε εβδομάδα,

200 U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες ή 300U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες. Δεν απεδείχθη σαφές όφελος με τις υψηλότερες δόσεις σε σχέση με τη συνιστώμενη δόση. Το δοσολογικό σχήμα των 200 U/kg IV κάθε 2 εβδομάδες μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή εναλλακτική αγωγή για ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκολία στο να λαμβάνουν εβδομαδιαίες εγχύσεις, εντούτοις, δεν έχει αποδειχθεί ότι η μακροπρόθεσμη κλινική αποτελεσματικότητα αυτών των δύο δοσολογικών σχημάτων είναι ισοδύναμη.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Έπειτα από την ενδοφλέβια χορήγηση της laronidase με χρόνο έγχυσης τα 240 λεπτά και σε δόση των

100 U/kg σωματικό βάρος, οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες μετρήθηκαν τις Εβδομάδες 1, 12 και 26.

Παράμετρος Έγχυση 1Μέσος ± Τυπική Απόκλιση Έγχυση 12Μέσος ± Τυπική Απόκλιση Έγχυση 26Μέσος ± Τυπική Απόκλιση
Cmax (U/ml) 0,197 ± 0,052 0,210 ± 0,079 0,302 ± 0,089
AUC∞ (h•U/ml) 0,930 ± 0,214 0,913 ± 0,445 1,191 ± 0,451
CL (ml/min/kg) 1,96 ± 0,495 2,31 ± 1,13 1,68 ± 0,763
Vz (l/kg) 0,604 ± 0,172 0,307 ± 0,143 0,239 ± 0,128
Vss (l/kg) 0,440 ± 0,125 0,252 ± 0,079 0,217 ± 0,081
t1/2 (h) 3,61 ± 0,894 2,02 ± 1,26 1,94 ± 1,09

Η Cmax επέδειξε αύξηση με την πάροδο του χρόνου. Ο όγκος κατανομής μειωνόταν με τη συνέχιση της αγωγής, συσχετιζόμενος πιθανώς με το σχηματισμό αντισωμάτων ή/και τον μειωμένο ηπατικό όγκο. Το φαρμακοκινητικό προφίλ στους ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών ήταν παρόμοιο με το προφίλ των ασθενών μεγαλύτερης ηλικίας που εμφάνιζαν λιγότερο σοβαρά συμπτώματα.

Η laronidase είναι πρωτεΐνη και αναμένεται να διασπάται μεταβολικά διαμέσου πεπτιδιακής υδρόλυσης. Κατά συνέπεια, η εξασθενημένη ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της laronidase κατά κλινικά σημαντικό τρόπο. Η νεφρική αποβολή της laronidase θεωρείται ήσσονος σημασίας οδός κάθαρσης (βλέπε παράγραφο 4.2).

Φαρμακευτικές πληροφορίες - ALDURAZYME 100 U/ML

Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο

Φωσφορικό δισόξινο μονοϋδρικό νάτριο

Φωσφορικό μονόξινο επταϋδρικό νάτριο Πολυσορβικό 80

Ενέσιμο ύδωρ

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένα φιαλίδια:

3 χρόνια

Αραιωμένα διαλύματα:

Από άποψη μικροβιολογικής ασφαλείας, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Αν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, η φύλαξη κατά τη χρήση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 24 ώρες στους 2°C- 8°C και υπό την προϋπόθεση η αραίωση να έχει πραγματοποιηθεί υπό ελεγχόμενες και εγκεκριμένες άσηπτες συνθήκες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσεται σε ψυγείο σε θερμοκρασία (2°C – 8°C).

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

5 ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος σε φιαλίδιο (από γυαλί Τύπου I) με πώμα (ελαστικό από σιλικοναρισμένο χλωροβουτύλιο) και σφράγισμα (αλουμινίου) με καπάκι αποσφράγισης (από πολυπροπυλένιο).

Μεγέθη συσκευασίας: 1, 10 και 25 φιαλίδια. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός.

Κάθε φιαλίδιο Aldurazyme προορίζεται για μια μόνο χρήση. Το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να αραιωθεί με διάλυμα έγχυσης χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %) υπό άσηπτο τεχνική. Η χορήγηση του διαλύματος αραιωμένου Aldurazyme στους ασθενείς συνιστάται να πραγματοποιηθεί με σετ έγχυσης εξοπλισμένο με εν σειρά φίλτρο των 0,2 μm.

Το πυκνό διάλυμα Aldurazyme 100 U/ml για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ανασυσταμένο με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% έχει οσμωμοριακότητα 415-505 mOsm/kg και pH 5,2-5,9.

Προετοιμασία του Διαλύματος Έγχυσης Aldurazyme (Χρησιμοποιείτε Άσηπτο Τεχνική)

  • Προσδιορίστε τον αριθμό των φιαλιδίων που θα αραιωθούν, με βάση το βάρος του κάθε ασθενούς και αφαιρέστε τα απαιτούμενα φιαλίδια από το ψυγείο 20 λεπτά νωρίτερα ώστε να τους επιτρέψετε να αποκτήσουν θερμοκρασία δωματίου (χαμηλότερη των 30˚C).

  • Πριν από την αραίωση, επιθεωρήστε οπτικά κάθε φιαλίδιο για τυχόν σωματιδιακή ύλη και αποχρωματισμό. Το διαυγές-ελαφρώς ιριδίζων ή άχρωμο-υποκίτρινο διάλυμα δεν θα πρέπει να περιέχει ορατά σωματίδια. Μη χρησιμοποιείτε φιαλίδια που εμφανίζουν σωματίδια ή αποχρωματισμό.

  • Προσδιορίστε τον συνολικό όγκο προς έγχυση, με βάση το βάρος του κάθε ασθενούς, είτε στα 100 ml (αν το σωματικό βάρος είναι μικρότερο από ή ίσο με 20 kg) ή στα 250 ml (αν το

    σωματικό βάρος είναι μεγαλύτερο από 20 kg) διαλύματος έγχυσης χλωριούχου νατρίου (9

    mg/ml - 0,9 %).

  • Αποσύρετε από τον ασκό έγχυσης και απορρίψτε όγκο διαλύματος έγχυσης χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %) ίσο με τον συνολικό όγκο Aldurazyme που θα προστεθεί.

  • Αποσύρετε τον απαιτούμενο όγκο από τα φιαλίδια του Aldurazyme και συνδυάστε τους όγκους που αποσύρατε.

  • Προσθέστε τους συνδυασμένους όγκους Aldurazyme στο διάλυμα έγχυσης χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %).

  • Αναμείξτε το διάλυμα έγχυσης προσεχτικά.

  • Πριν από τη χρήση, επιθεωρήστε προσεχτικά το διάλυμα για τυχόν σωματιδιακή ύλη. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο τα διαυγή, άχρωμα διαλύματα χωρίς ορατά σωματίδια.

    Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx 1 VIAL
Τιμή
561,13 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
BT x 10 VIALS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT x 25 VIALS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.