Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

BEOVU INJ.SOL 120MG/ML

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
2
3
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

BEOVU INJ.SOL 120MG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

NOVARTIS EUROPHARM LIMITED, IRELAND

Τελευταία ενημέρωση SmPC

7/5/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - BEOVU 120MG/ML

Ενδείξεις

Το Beovu ενδείκνυται για ενήλικες για την θεραπεία

  • της νεοαγγειακής (υγρής μορφής) ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας (AMD) (βλέπε παράγραφο 5.1),

  • της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε οίδημα της ωχράς κηλίδας διαβητικής αιτιολογίας

    (DME) (βλέπε παράγραφο 5.1).

Δοσολογία

Το Beovu πρέπει να χορηγείται από ειδικευμένο οφθαλμίατρο με εμπειρία στις ενδοϋαλώδεις ενέσεις. Δοσολογία

Υγρής μορφής AMD

Έναρξη θεραπείας – φόρτιση

Η συνιστώμενη δόση είναι 6 mg brolucizumab (0,05 ml διαλύματος) και χορηγείται με ενδοϋαλώδη ένεση κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως) για τις πρώτες 3 δόσεις. Μια αξιολόγηση της ενεργότητας της νόσου προτείνεται 16 εβδομάδες (4 μήνες) μετά την έναρξη της θεραπείας.

Εναλλακτικά, μπορεί να χορηγούνται 6 mg brolucizumab (0,05 ml διάλυμα) κάθε 6 εβδομάδες για τις πρώτες 2 δόσεις. Μια αξιολόγηση της ενεργότητας της νόσου προτείνεται 12 εβδομάδες (3 μήνες) μετά την έναρξη της θεραπείας. Μια τρίτη δόση μπορεί να χορηγηθεί με βάση την ενεργότητα της νόσου σύμφωνα με την αξιολόγηση της οπτικής οξύτητας ή/και ανατομικών παραμέτρων την εβδομάδα 12.

Θεραπεία συντήρησης

Μετά την τελευταία δόση φόρτισης, ο γιατρός μπορεί να εξατομικεύσει τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας με βάση την ενεργότητα της νόσου σύμφωνα με την αξιολόγηση της οπτικής οξύτητας ή/και ανατομικών παραμέτρων. Σε ασθενείς χωρίς ενεργότητα νόσου, θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση θεραπείας κάθε 12 εβδομάδες (3 μήνες). Σε ασθενείς με ενεργότητα νόσου, θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση θεραπείας κάθε 8 εβδομάδες (2 μήνες). Εάν οι ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπεία σύμφωνα με ένα θεραπευτικό σχήμα θεραπείας-και-επέκτασης και δεν υπάρχουν σημεία ενεργότητας νόσου, τα μεσοδιαστήματα θεραπείας θα μπορούσαν να επεκταθούν σταδιακά μέχρι να επανεμφανιστούν σημεία ενεργότητας νόσου. Το μεσοδιάστημα θεραπείας θα πρέπει να παρατείνεται ή να μειώνεται όχι περισσότερο από 4 εβδομάδες (1 μήνα) κάθε φορά (βλ. παράγραφο 5.1). Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για μεσοδιαστήματα θεραπείας μεγαλύτερα των 20 εβδομάδων (5 μηνών). Το μεσοδιάστημα θεραπείας μεταξύ δύο δόσεων του Beovu δεν πρέπει να είναι μικρότερο από κάθε

8 εβδομάδες (2 μήνες) (βλέπε παράγραφο 4.4).

Εάν οι οπτικές και ανατομικές παράμετροι καταδεικνύουν ότι ο ασθενής δεν ωφελείται από την συνεχιζόμενη θεραπεία, το Beovu θα πρέπει να διακόπτεται.

DME

Η συνιστώμενη δόση είναι 6 mg brolucizumab (0,05 ml διαλύματος) και χορηγείται με ενδοϋαλώδη ένεση κάθε 6 εβδομάδες για τις πρώτες 5 δόσεις.

Εφεξής, ο γιατρός μπορεί να εξατομικεύσει τα θεραπευτικά μεσοδιαστήματα με βάση την ενεργότητα της νόσου σύμφωνα με την αξιολόγηση οπτικής οξύτητας ή/και ανατομικών παραμέτρων. Σε ασθενείς χωρίς ενεργότητα νόσου, θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση θεραπείας κάθε 12 εβδομάδες

(3 μήνες). Σε ασθενείς με ενεργότητα νόσου, θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση θεραπείας κάθε 8 εβδομάδες (2 μήνες). Μετά από 12 μήνες θεραπείας, σε ασθενείς χωρίς ενεργότητα της νόσου, θα μπορούσαν να εξεταστούν μεσοδιαστήματα θεραπείας έως και 16 εβδομάδες (4 μήνες) (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Εάν οι οπτικές και ανατομικές παράμετροι καταδεικνύουν ότι ο ασθενής δεν ωφελείται από την συνεχιζόμενη θεραπεία, το Beovu θα πρέπει να διακόπτεται.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ασθενείς ηλικίας 65 ετών ή άνω (βλέπε παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Το brolucizumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του brolucizumab σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των

18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Τρόπος χορήγησης

Το Beovu προορίζεται μόνο για ενδοϋαλώδη χορήγηση.

Το ενέσιμο διάλυμα πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χορήγηση (βλέπε παράγραφο 6.6).

Η διαδικασία της ενδοϋαλώδους ένεσης πρέπει να πραγματοποιείται υπό άσηπτες συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνεται η χειρουργική αντισηψία των χεριών, η χρήση αποστειρωμένων γαντιών, αποστειρωμένου ιματίου και αποστειρωμένου διαστολέα βλεφάρων (ή ισοδύναμου). Αποστειρωμένος εξοπλισμός παρακέντησης πρέπει να είναι διαθέσιμος ως προληπτικό μέτρο. Πριν από τη διενέργεια της ενδοϋαλώδους ένεσης, πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς για αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4). Πριν από την ένεση, πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλη αναισθησία και να εφαρμόζεται ένα τοπικό μικροβιοκτόνο ευρέως φάσματος για την απολύμανση του περιοφθαλμικού δέρματος, του βλεφάρου και της οφθαλμικής επιφάνειας.

Η βελόνα της ένεσης πρέπει να εισάγεται 3,5 ως 4,0 mm πίσω από το σκληροκερατοειδές όριο μέσα στην υαλοειδική κοιλότητα, αποφεύγοντας τον οριζόντιο μεσημβρινό και στοχεύοντας προς το κέντρο του βολβού. Ο όγκος της ένεσης των 0,05 ml χορηγείται έπειτα αργά. Πρέπει να χρησιμοποιείται διαφορετική θέση του σκληρού χιτώνα για τις επόμενες ενέσεις.

Αμέσως μετά την ενδοϋαλώδη ένεση, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Η κατάλληλη παρακολούθηση μπορεί να αποτελείται από έλεγχο της διάχυσης της κεφαλής του οπτικού νεύρου ή της τονομετρίας. Εάν απαιτείται, πρέπει να είναι διαθέσιμος αποστειρωμένος εξοπλισμός για παρακέντηση.

Μετά την ενδοϋαλώδη ένεση, θα πρέπει να δοθεί οδηγία στους ασθενείς να αναφέρουν χωρίς καθυστέρηση τυχόν συμπτώματα που υποδηλώνουν ενδοφθαλμίτιδα (π.χ. πόνο στο μάτι, ερυθρότητα του οφθαλμού, φωτοφοβία, θόλωση της όρασης).

Προγεμισμένη σύριγγα

Η προγεμισμένη σύριγγα προορίζεται μόνο για εφάπαξ χρήση. Κάθε προγεμισμένη σύριγγα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για τη θεραπεία ενός οφθαλμού.

Δεδομένου ότι ο όγκος που περιέχεται στην προγεμισμένη σύριγγα (0,165 ml) είναι μεγαλύτερος από τη συνιστώμενη δόση (0,05 ml), ένα μέρος του όγκου που περιέχεται στην προγεμισμένη σύριγγα πρέπει να απορρίπτεται πριν από την χορήγηση.

Η έγχυση ολόκληρου του όγκου της προγεμισμένης σύριγγας μπορεί να οδηγήσει σε υπερδοσολογία. Για την αποβολή της φυσαλίδας αέρα μαζί με την περίσσεια του φαρμακευτικού προϊόντος, το έμβολο πρέπει να πιέζεται αργά έως ότου η άκρη κάτω από τον θόλο του ελαστικού πώματος να ευθυγραμμιστεί με τη δοσολογική ένδειξη 0,05 ml (ισοδύναμη με 50 µl, δηλ. 6 mg brolucizumab)

Φιαλίδιο

Το φιαλίδιο προορίζεται μόνο για εφάπαξ χρήση. Κάθε φιαλίδιο πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για την θεραπεία ενός οφθαλμού.

Δεδομένου ότι ο όγκος που περιέχεται στο φιαλίδιο (0,23 ml) είναι μεγαλύτερος από τη συνιστώμενη δόση (0,05 ml), ένα μέρος του όγκου που περιέχεται στο φιαλίδιο πρέπει να απορρίπτεται πριν από τη χορήγηση.

Η έγχυση ολόκληρου του όγκου του φιαλιδίου μπορεί να οδηγήσει σε υπερδοσολογία. Για την αποβολή της φυσαλίδας αέρα μαζί με την περίσσεια του φαρμακευτικού προϊόντος, ο αέρας πρέπει να αποβληθεί από την σύριγγα προσεκτικά και η δόση να προσαρμοστεί μέχρι τη σήμανση των 0,05 ml (ισοδύναμη με 50 µl, δηλ. 6 mg brolucizumab).

Για οδηγίες σχετικά με την προετοιμασία του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ασθενείς με ενεργές ή πιθανολογούμενες οφθαλμικές ή περιοφθαλμικές λοιμώξεις. Ασθενείς με ενεργή ενδοφθάλμια φλεγμονή.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Ενδοφθαλμίτιδα, ενδοφθάλμια φλεγμονή, καταρράκτης μετατραυματικός, αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, ρήξη αμφιβληστροειδούς, αγγειίτιδα του αμφιβληστροειδούς ή/και απόφραξη των αμφιβληστροειδικών αγγείων

Οι ενδοϋαλώδεις ενέσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενέσεων με Beovu, έχουν συσχετιστεί με ενδοφθαλμίτιδα, ενδοφθάλμια φλεγμονή, τραυματικό καταρράκτη, αποκόλληση αμφιβληστροειδούς και ρήξη αμφιβληστροειδούς (βλέπε παράγραφο 4.8). Πάντα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλες άσηπτες τεχνικές ένεσης κατά τη χορήγηση του Beovu.

Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να αναφέρουν οποιαδήποτε συμπτώματα που τυχόν υποδηλώνουν τα παραπάνω αναφερθέντα περιστατικά χωρίς καθυστέρηση.

Ενδοφθάλμια φλεγμονή, συμπεριλαμβανομένης της αγγειίτιδας του αμφιβληστροειδούς, ή/και της απόφραξης των αμφιβληστροειδικών αγγείων

Με τη χρήση του Beovu έχει αναφερθεί ενδοφθάλμια φλεγμονή, συμπεριλαμβανομένης της αγγειίτιδας του αμφιβληστροειδούς ή/και της απόφραξης των αμφιβληστροειδικών αγγείων (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.8). Παρατηρήθηκε υψηλότερος αριθμός συμβάντων ενδοφθάλμιων φλεγμονών μεταξύ ασθενών με αντισώματα που προκαλούνται από τη θεραπεία. Μετά από έρευνα, η αγγειίτιδα του αμφιβληστροειδούς ή/και η απόφραξη των αμφιβληστροειδικών αγγείων βρέθηκαν να είναι συμβάντα προκαλούμενα από το ανοσοποιητικό. Ενδοφθάλμια φλεγμονή, συμπεριλαμβανομένης της αγγειίτιδας του αμφιβληστροειδούς ή/και της απόφραξης των αμφιβληστροειδικών αγγείων, μπορεί να εμφανιστεί μετά την πρώτη ενδοϋαλοειδή ένεση και σε οποιαδήποτε στιγμή της θεραπείας. Αυτά τα συμβάντα παρατηρήθηκαν συχνότερα στην αρχή της θεραπείας.

Βάσει κλινικών μελετών, αυτά τα συμβάντα ήταν πιο συχνά σε γυναίκες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Beovu παρά σε άνδρες ασθενείς (π.χ. 5,3% γυναίκες έναντι 3,2% άνδρες στις μελέτες HAWK και HARRIER) και σε Ιάπωνες ασθενείς.

Σε ασθενείς που εμφανίζουν αυτά τα συμβάντα, η θεραπεία με Beovu θα πρέπει να διακόπτεται και τα συμβάντα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αμέσως. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Beovu με ιατρικό ιστορικό ενδοφθάλμιας φλεγμονής ή/και απόφραξης των αμφιβληστροειδικών αγγείων (εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη ένεση brolucizumab) θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αγγειίτιδας του αμφιβληστροειδούς ή/και απόφραξης των αμφιβληστροειδικών αγγείων.

Το διάστημα μεταξύ δύο δόσεων Beovu κατά τη διάρκεια της θεραπείας στη φάση συντήρησης δεν πρέπει να είναι μικρότερο από 8 εβδομάδες λαμβάνοντας υπόψη ότι αναφέρθηκε υψηλότερη συχνότητα ενδοφθάλμιας φλεγμονής (συμπεριλαμβανομένης της αγγειίτιδας του αμφιβληστροειδούς) και απόφραξης των αμφιβληστροειδικών αγγείων σε ασθενείς με nAMD που έλαβαν Beovu σε κλινική μελέτη στη φάση συντήρησης με δοσολογικό σχήμα κάθε 4 εβδομάδες σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν Beovu στις βασικές κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙΙ στη φάση συντήρησης με δοσολογικό σχήμα κάθε 8 ή 12 εβδομάδες.

Αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης

Έχουν παρατηρηθεί παροδικές αυξήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης εντός 30 λεπτών από την ενδοϋαλώδη ένεση με αναστολείς του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα (VEGF), συμπεριλαμβανομένου του brolucizumab (βλέπε παράγραφο 4.8). Χρειάζεται ειδική προσοχή στους ασθενείς με μη καλά ελεγχόμενο γλαύκωμα (μην κάνετε ένεση με Beovu όταν η ενδοφθάλμια πίεση είναι ≥30 mmHg). Η ενδοφθάλμια πίεση και η αιμάτωση της κεφαλής του οπτικού νεύρου πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.

Αμφοτερόπλευρη θεραπεία

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του brolucizumab για χορήγηση και στους δύο οφθαλμούς ταυτόχρονα δεν έχουν μελετηθεί.

Ανοσογονικότητα

Καθώς πρόκειται για θεραπευτική πρωτεΐνη υπάρχει πιθανότητα ανοσογονικότητας με το brolucizumab (βλέπε παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς να ενημερώσουν τον γιατρό τους εάν εμφανίσουν συμπτώματα όπως πόνο στο μάτι ή αυξημένη δυσφορία, επιδείνωση ερυθρότητας των ματιών, θολή ή μειωμένη όραση, αυξημένο αριθμό μικρών σωματιδίων στην όραση τους ή αυξημένη ευαισθησία στο φως (βλ. παράγραφο 4.8).

Ταυτόχρονη χρήση άλλου αντι-VEGF

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την συγχορήγηση του Beovu με άλλα αντι-VEGF φαρμακευτικά προϊόντα στον ίδιο οφθαλμό. Το brolucizumab δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα αντι-VEGF φαρμακευτικά προϊόντα (συστημικά ή οφθαλμικά) (βλ. παράγραφο 4.5).

Διακοπή της θεραπείας

Στις ενδοϋαλοειδικές αντι-VEGF θεραπείες η δόση πρέπει να παραλείπεται και η θεραπεία δεν πρέπει να ξαναρχίζει νωρίτερα από την επόμενη προγραμματισμένη θεραπεία στην περίπτωση που υπάρχει:

  • μείωση στη βέλτιστα διορθωμένη οπτική οξύτητα (BCVA) ≥30 γραμμάτων συγκρινόμενη με την τελευταία αξιολόγηση της οπτικής οξύτητας,

  • ρήξη του αμφιβληστροειδή,

  • υποαμφιβληστροειδική αιμορραγία που παρατηρείται στο κέντρο του βοθρίου ή αν το μέγεθος της αιμορραγίας είναι ≥50% της συνολικής περιοχής βλάβης,

  • έχει διενεργηθεί ή σχεδιάζεται ενδοφθάλμια χειρουργική επέμβαση εντός των προηγούμενων ή των επόμενων 28 ημερών.

Ρωγμή του μελαγχρωστικού επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς

Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με την εμφάνιση ρωγμής του μελαγχρωστικού επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς μετά από αντι-VEGF θεραπεία για υγρή AMD περιλαμβάνουν μεγάλη ή/και υψηλή αποκόλληση του μελαγχρωστικού επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς. Όταν ξεκινά θεραπεία με brolucizumab, θα πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με αυτούς του παράγοντες κινδύνου για ρήξη του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς.

Ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές ωχράς κηλίδας

Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με ρηγματογενή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές της ωχράς κηλίδας σταδίου 3 ή 4.

Συστημικές δράσεις μετά από την ενδοϋαλοειδική χρήση

Συστημικές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων μη οφθαλμικών αιμορραγιών και αρτηριακών θρομβοεμβολικών επεισοδίων, έχουν αναφερθεί μετά από ενδοϋαλώδη ένεση αναστολέων VEGF και υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος ότι αυτές μπορεί να σχετίζονται με αναστολή του VEGF. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της θεραπείας ασθενών με AMD και DME με ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου, παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων ή εμφράγματος του μυοκαρδίου τους τελευταίους 3 μήνες. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη θεραπεία τέτοιων ασθενών.

Πληθυσμοί με περιορισμένα δεδομένα

Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη θεραπεία με Beovu σε διαβητικούς ασθενείς με HbA1c μεγαλύτερη από 10% ή με παραγωγική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Επίσης, δεν υπάρχει εμπειρία θεραπείας με Beovu σε διαβητικούς ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση. Αυτή η έλλειψη πληροφοριών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τον ιατρό κατά τη θεραπεία τέτοιων ασθενών.

Περιεκτικότητα σε νάτριο

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Περιεκτικότητα σε πολυσορβικό 80

Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,01 mg πολυσορβικού 80 σε κάθε μονάδα δόσης (0,05 ml). Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις. Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν στον γιατρό τους εάν έχουν γνωστές αλλεργίες.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
2
3
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.

Κύηση

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με brolucizumab και για τουλάχιστον ένα μήνα μετά την τελευταία δόση όταν σταματούν την θεραπεία με brolucizumab.

Κύηση

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση brolucizumab σε έγκυο γυναίκα. Μια μελέτη σε εγκύους πιθήκους cynomolgus δεν έδειξε καμία επιβλαβή επίδραση

σχετική με την αναπαραγωγική τοξικότητα. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Παρόλο που η συστημική έκθεση μετά από οφθαλμική χορήγηση είναι πολύ χαμηλή λόγω του μηχανισμού δράσης, υπάρχει πιθανός κίνδυνος για την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Συνεπώς, το brolucizumab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το brolucizumab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε μια μελέτη αναπαραγωγικής τοξικότητας, το brolucizumab δεν ανιχνεύθηκε στο μητρικό γάλα ή στον ορό νεογνών πιθήκων cynomolgus (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο κίνδυνος στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το brolucizumab δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού και ο θηλασμός δεν πρέπει να ξεκινά για τουλάχιστον ένα μήνα μετά την τελευταία δόση κατά τη διακοπή της θεραπείας με το brolucizumab. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με brolucizumab, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.

Γονιμότητα

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγής ή γονιμότητας. Η αναστολή του VEGF έχει δειχτεί ότι επηρεάζει την θυλακιώδη ανάπτυξη, τη λειτουργία του ωχρού σωματίου και την γονιμότητα. Με βάση τον μηχανισμό δράσης των αναστολέων VEGF υπάρχει πιθανός κίνδυνος για την γυναικεία αναπαραγωγή.

Οδήγηση

ν

Το Beovu έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων λόγω πιθανών προσωρινών οπτικών διαταραχών ως επακόλουθο της ενδοϋαλώδης ένεσης με Beovu και της σχετιζόμενης οφθαλμικής εξέτασης. Οι ασθενείς δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα μέχρι να έχει επανέλθει επαρκώς η οπτική λειτουργία.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Υγρής μορφής AMD

Για την υγρή AMD, συνολικά 1.088 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με brolucizumab αποτέλεσαν τον πληθυσμό ασφαλείας σε δύο μελέτες Φάσης III. Από αυτούς, 730 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με τη συνιστώμενη δόση των 6 mg.

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν μειωμένη οπτική οξύτητα (7,3%), καταρράκτης (7,0%), αιμορραγία επιπεφυκότα (6,3%) και εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος (5,1%).

Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η τύφλωση (0,8%), η ενδοφθαλμίτιδα (0,7%), η απόφραξη αρτηρίας αμφιβληστροειδούς (0,8%) και η αποκόλληση αμφιβληστροειδούς (0,7%).

DME

Για την DME, συνολικά 558 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με brolucizumab αποτελούσαν τον πληθυσμό ασφαλείας σε δύο μελέτες Φάσης III. Από αυτούς, 368 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με τη συνιστώμενη δόση των 6 mg.

Οι πιο συχνές αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ο καταρράκτης (9,0%), η αιμορραγία του επιπεφυκότα (6,5%) και η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (5,4%).

Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ο καταρράκτης (9,0%), η απόφραξη των αμφιβληστροειδικών αγγείων (1,1%), η απόφραξη της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας (0,8%) και η ενδοφθαλμίτιδα (0,5%).

Σύνοψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν μετά τη χορήγηση του Beovu σε κλινικές μελέτες συνοψίζονται στον Πίνακα 1 παρακάτω.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες (Πίνακας 1) παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται σύμφωνα με τη συχνότητα με τις πιο συχνές αντιδράσεις να παρατίθενται πρώτες. Οι κατηγορίες συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζονται στην ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως

<1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 1 Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε κλινικές μελέτες
Κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA Κατηγορία συχνότητας*
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένων της κνίδωσης, του εξανθήματος, του κνησμού, του ερυθήματος) Συχνές
Οφθαλμικές διαταραχές
Μειωμένη οπτική οξύτητα Συχνές
Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς Συχνές
Ραγοειδίτιδα Συχνές
Ιριδοκυκλίτιδα Συχνές
Ιρίτιδα Συχνές
Απόφραξη των αμφιβληστροειδικών αγγείων Συχνές
Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος Συχνές
Αποκόλληση του υαλοειδούς σώματος Συχνές
Ρήξη του αμφιβληστροειδούς Συχνές
Καταρράκτης Συχνές
Αιμορραγία του επιπεφυκότα Συχνές
Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος Συχνές
Άλγος του οφθαλμού Συχνές
Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση Συχνές
Επιπεφυκίτιδα Συχνές
Ρωγμή του μελαγχρωστικού επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς Συχνές
Όραση θαμπή Συχνές
Εκδορά του κερατοειδούς Συχνές
Διάστικτη κερατίτιδα Συχνές
Τύφλωση Όχι συχνές
Ενδοφθαλμίτιδα Όχι συχνές
Αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς Όχι συχνές
Υπεραιμία του επιπεφυκότα Όχι συχνές
Δακρύρροια αυξημένη Όχι συχνές
Μη φυσιολογική αισθητικότητα στον οφθαλμό Όχι συχνές
Αποκόλληση του μελαγχρωστικού επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς Όχι συχνές
Φλεγμονή του υαλοειδούς σώματος Όχι συχνές
Φλεγμονή πρόσθιου θαλάμου Όχι συχνές
Ερύθημα πρόσθιου θαλάμου Όχι συχνές
Οίδημα κερατοειδούς Όχι συχνές
Αγγειίτιδα του αμφιβληστροειδούς Όχι συχνές
Σκληρίτιδα** Όχι συχνές
*Η κατηγορία συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στο πιο συντηρητικό ποσοστό επίπτωσης είτε από συγκεντρωτικές εγκριτικές μελέτες στην nAMD είτε από συγκεντρωτικές εγκριτικές μελέτες Φάσης III στην DME.**συμπεριλαμβανομένης της φλεγμονής του επισκλήριου χιτώνα

Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Ανοσογονικότητα

Υπάρχει πιθανότητα για ανοσοαπόκριση σε ασθενείς που λαμβάνουν Beovu.

Υγρής μορφής AMD

Μετά τη δοσολογία με Beovu για 88 weeks, αντι-brolucizumab αντισώματα που προκαλούνται από την θεραπεία εντοπίστηκαν στο 23-25% των ασθενών.

DME

Μετά τη δοσολογία με Beovu για 96 εβδομάδες, αντισώματα έναντι του brolucizumab επαγόμενα από τη θεραπεία ανιχνεύθηκαν στο 16-23% των ασθενών.

Μεταξύ των ασθενών με AMD και DME με αντισώματα που προκλήθηκαν από τη θεραπεία παρατηρήθηκε μεγαλύτερος αριθμός ανεπιθύμητων ενεργειών ενδοφθάλμιας φλεγμονής. Μετά την έρευνα, η αγγειίτιδα του αμφιβληστροειδούς ή/και η απόφραξη των αμφιβληστροειδικών αγγείων, συνήθως παρουσία ενδοφθάλμιας φλεγμονής, βρέθηκαν να είναι ανεπιθύμητα συμβάντα προκαλούμενα από το ανοσοποιητικό σχετιζόμενα με την έκθεση στο Beovu (βλ. παράγραφο 4.4). Τα αντι-brolucizumab αντισώματα δεν συσχετίστηκαν με αντίκτυπο στην κλινική αποτελεσματικότητα.

Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την κατηγορία του προϊόντος

Υπάρχει θεωρητικός κίνδυνος αρτηριακών θρομβοεμβολικών επεισοδίων, συμπεριλαμβανομένου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και του εμφράγματος του μυοκαρδίου, μετά από ενδοϋαλοειδική χρήση αναστολέων VEGF. Ένας χαμηλός βαθμός συχνότητας εμφάνισης αρτηριακών θρομβοεμβολικών επεισοδίων παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες σε ασθενείς με AMD και DME. Δεν υπήρξαν σημαντικές αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ των ομάδων που δέχτηκαν θεραπεία με brolucizumab και συγκρινόμενο φάρμακο.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Η υπερδοσολογία με μεγαλύτερο από τον προτεινόμενο όγκο ένεσης μπορεί να αυξήσει την ενδοφθάλμια πίεση. Επομένως, στην περίπτωση υπερδοσολογίας η ενδοφθάλμια πίεση πρέπει να παρακολουθείται και αν κριθεί απαραίτητο από τον θεράποντα γιατρό πρέπει να ξεκινάει η ενδεικνυόμενη θεραπεία.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - BEOVU 120MG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA06

Μηχανισμός δράσης

Το brolucizumab είναι ένα τμήμα ανθρωποποιημένου μονοκλωνικού αντισώματος μονής αλύσου Fv (scFv) με μοριακό βάρος ~26 kDa.

Τα αυξημένα επίπεδα σηματοδότησης μέσω του μονοπατιού του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα A (VEGF-A) συσχετίζονται με παθολογική οφθαλμική αγγειογένεση και οίδημα αμφιβληστροειδούς. Το brolucizumab δεσμεύεται με υψηλή συγγένεια στις ισομορφές VEGF-A (π.χ. VEGF110, VEGF121 και VEGF165), προλαμβάνοντας κατά συνέπεια τη δέσμευση του VEGF-A στους υποδοχείς του VEGFR-1 και VEGFR-2. Μέσω της αναστολής της δέσμευσης του VEGF-A το brolucizumab καταστέλλει τον πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων, μειώνοντας κατά συνέπεια την παθολογική νεοαγγείωση και μειώνοντας την αγγειακή διαπερατότητα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Υγρής μορφής AMD

Στις μελέτες HAWK and HARRIER οι ανατομικές παράμετροι σχετικές με διαρροή αίματος και υγρού που χαρακτηρίζουν τη χοριοειδική νεοαγγείωση (CNV) ήταν μέρος των αξιολογήσεων της ενεργότητας της νόσου καθοδηγώντας τις θεραπευτικές αποφάσεις. Παρατηρήθηκαν μειώσεις στο πάχος κεντρικού υποπεδίου (CST) και στην παρουσία του ενδοαμφιβληστροειδικού/υποαμφιβληστροειδικού υγρού (IRF/SRF) ή του υγρού υπό το μελάγχρουν επιθήλιο του αμφιβληστροειδή (sub-RPE) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Beovu ήδη από τις

4 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και για έως και την εβδομάδα 48 και την εβδομάδα 96.

Την εβδομάδα 16, η μείωση του CST ήταν στατιστικά σημαντική στο Beovu έναντι του aflibercept και στις δύο μελέτες (HAWK: -161 έναντι -134 μικρών, HARRIER: -174 έναντι -134 μικρών). Αυτή η μείωση από την αρχική τιμή της CST ήταν επίσης στατιστικά σημαντική την εβδομάδα 48 (HAWK: -173 έναντι -144 μικρών, HARRIER: -194 έναντι -144 μικρών) και διατηρήθηκε μέχρι το τέλος κάθε μελέτης την εβδομάδα 96 (HAWK: -175 έναντι -149 μικρά, HARRIER: -198

έναντι -155 μικρών).

Την εβδομάδα 16, το ποσοστό των ασθενών με υγρό IRF ή/και SRF ήταν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερο στο Beovu έναντι aflibercept και στις δύο μελέτες (HAWK: 34% έναντι 52%, HARRIER: 29% έναντι 45%). Η διαφορά αυτή ήταν επίσης στατιστικά σημαντική την εβδομάδα 48 (HAWK: 31% έναντι 45%, HARRIER: 26% έναντι 44%) και διατηρήθηκε μέχρι το τέλος κάθε μελέτης την εβδομάδα 96 (HAWK: 24% έναντι 37%, HARRIER: 24% έναντι 39%).

Την εβδομάδα 16, η ποσοστιαία διαφορά σε ασθενείς με sub-RPE υγρό ήταν στατιστικά σημαντική στο Beovu έναντι του aflibercept και στις δύο μελέτες (HAWK: 19% έναντι 27%, HARRIER: 16% έναντι 24%). Η διαφορά αυτή ήταν επίσης στατιστικά σημαντική την εβδομάδα 48 (HAWK: 14% έναντι 22%, HARRIER: 13% έναντι 22%) και διατηρήθηκε μέχρι το τέλος κάθε μελέτης την εβδομάδα 96 (HAWK: 11% έναντι 15%, HARRIER: 17% έναντι 22%).

Σε αυτές τις μελέτες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Beovu, μειώσεις στο μέγεθος βλάβης χοριοειδικής νεοαγγείωσης (CNV) παρατηρήθηκαν ήδη από τις 12 εβδομάδες και στις εβδομάδες 48 και 96 μετά την έναρξη της θεραπείας.

DME

Στις μελέτες KESTREL και KITE, οι σχετικές ανατομικές παράμετροι ήταν μέρος των αξιολογήσεων της ενεργότητας της νόσου καθοδηγώντας τις θεραπευτικές αποφάσεις. Παρατηρήθηκαν μειώσεις στο πάχος κεντρικού υποπεδίου (CST) και στην παρουσία του ενδοαμφιβληστροειδικού/υποαμφιβληστροειδικού υγρού (IRF/SRF) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Beovu ήδη από τις 4 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και για έως και την εβδομάδα 52. Αυτές οι μειώσεις διατηρήθηκαν έως την εβδομάδα 100.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Υγρής μορφής AMD

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Beovu αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστική ουσία Φάσης III μελέτες (HAWK and HARRIER) σε ασθενείς με νεοαγγειακή (υγρή) ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (AMD). Συνολικά 1.817 ασθενείς έλαβαν θεραπεία σε αυτές τις μελέτες για δύο χρόνια (1.088 με Beovu και 729 με το συγκρινόμενο aflibercept). Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 50 ως 97 έτη με μέση ηλικία τα 76 έτη.

Και στις δύο μελέτες μετά τις πρώτες τρεις μηνιαίες δόσεις (εβδομάδες 0, 4 και 8) οι ασθενείς υπό brolucizumab λάμβαναν θεραπεία κάθε 12 εβδομάδες με την επιλογή προσαρμογής σε δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε 8 εβδομάδες με βάση την ενεργότητα της νόσου. Η ενεργότητα της νόσου αξιολογήθηκε από γιατρό κατά το πρώτο μεσοδιάστημα 12 εβδομάδων (στις εβδομάδες 16 και 20) και σε κάθε επακόλουθη προγραμματισμένη επίσκεψη θεραπείας στις 12 εβδομάδες. Οι ασθενείς που εμφάνισαν ενεργότητα νόσου (π.χ. μειωμένη οπτική οξύτητα, αυξημένο CST ή/και παρουσία IRF/SRF ή υπό RPE υγρού) σε οποιαδήποτε από αυτές τις επισκέψεις υποβλήθηκαν σε προσαρμογή θεραπευτικού μεσοδιαστήματος κάθε 8 εβδομάδες. Το συγκρινόμενο φάρμακο aflibercept χορηγήθηκε κάθε 8 εβδομάδες μετά τις πρώτες 3 μηνιαίες δόσεις.

Αποτελέσματα

Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας για τις μελέτες ήταν η μεταβολή από το σημείο έναρξης (baseline) της βέλτιστα διορθωμένης οπτικής οξύτητας (BCVA) ως την εβδομάδα 48 με την αξιολόγηση των γραμμάτων βάσει της μελέτης πρώιμης θεραπείας της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (ETDRS), με τον κύριο στόχο να είναι να αποδειχτεί η μη κατωτερότητα του Beovu έναντι του aflibercept. Και στις δύο μελέτες το Beovu (στο σκέλος με χορήγηση κάθε

12 εβδομάδες ή κάθε 8 εβδομάδες) εμφάνισε μη κατώτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με το aflibercept 2 mg (χορηγούμενο κάθε 8 εβδομάδες). Το κέρδος στην οπτική οξύτητα που παρατηρήθηκε κατά το πρώτο έτος διατηρήθηκε στο δεύτερο έτος.

Λεπτομερή αποτελέσματα και των δύο μελετών παρουσιάζονται στον Πίνακα 2 και στο Σχήμα 1

παρακάτω.

Πίνακας 2 Εκβάσεις οπτικής οξύτητας τις εβδομάδες 48 και 96 στις μελέτες Φάσης III - HAWK και HARRIER
HAWK HARRIER
Έκβαση αποτελεσματικότητας Εβδο-μάδα Beovu (n=360) Aflibercept 2 mg (n=360) Διαφορά(95% CI)brolucizumab– aflibercept Beovu (n=370) Aflibercept 2 mg (n=369) Διαφορά(95% CI)brolucizumab– aflibercept
Μέση μεταβολή σε σχέση με το baseline στην BCVA (μέτρηση γραμμάτων βάσει βαθμολογίας ETDRS) 48 6,6 (SE=0,71) 6,8 (SE=0,71) -0,2(-2,1, 1,8) P<0,0001 a) 6,9 (SE=0,61) 7,6 (SE=0,61) -0,7(-2,4, 1,0)P <0,0001 a)
36 –48 b) 6,7 (SE=0,68) 6,7 (SE=0,68) 0,0(-1,9, 1,9) P<0,0001 a) 6,5 (SE=0,58) 7,7 (SE=0,58) -1,2(-2,8, 0,4) P=0,0003 a)
96 5,9 (SE=0,78) 5,3 (SE=0,78) 0,5(-1,6, 2,7) 6,1 (SE=0,73) 6,6 (SE=0,73) -0,4(-2,5, 1,6)
% των ασθενών που κέρδισαν τουλάχιστον15 γράμματα όρασης 48 33,6 25,4 8,2(2,2, 15,0) 29,3 29,9 -0,6(-7,1, 5,8)
96 34,2 27,0 7,2(1,4, 13,8) 29,1 31,5 -2,4(-8,8, 4,1)
% των ασθενών που έχασαν οπτική οξύτητα (%) (απώλεια≥15 γράμματαBCVA) 48 6,4 5,5 0,9(-2,7, 4,3) 3,8 4,8 -1,0(-3,9, 2,2)
96 8,1 7,4 0,7(-3,6, 4,6) 7,1 7,5 -0,4(-3,8, 3,3)
BCVA: βέλτιστα διορθωμένη οπτική οξύτητα, τα δεδομένα που λείπουν αποδίδονται με τη χρήση της μεθόδου τελευταίας παρατήρησης που προωθήθηκε (LOCF)ETDRS: μελέτη πρώιμης θεραπείας διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας SE: τυπικό σφάλμαa) Η P-τιμή αναφέρεται στην υπόθεση μη κατωτερότητας με όριο μη κατωτερότητας 4,0 γραμμάτων.b) Βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο που λαμβάνει υπόψιν τις διαφορές χρόνου των θεραπειών Beovu και aflibercept.
Σχήμα 1 Μέση μεταβολή στην οπτική οξύτητα από το σημείο έναρξης ως την εβδομάδα 96 στις μελέτες HAWK και HARRIER HAWK

Mεταβολή OO από το σημείο αναφοράς (γράμματα)

10

9

8

7

6

5

4

3

2

1

0

0 4 8 12 16 20 24 28 32 36 40 44 48 52 56 60 64 68 72 76 80 84 88 92 96

Χρόνος (εβδομάδες)

Beovu 6 mg (n=360) aflibercept 2 mg (n=360)

HARRIER

Mεταβολή OO από το σημείο αναφοράς (γράμματα)

10

9

8

7

6

5

4

3

2

1

0

0 4 8 12 16 20 24 28 32 36 40 44 48 52 56 60 64 68 72 76 80 84 88 92 96

Χρόνος (εβδομάδες)

Beovu 6 mg (n=370) aflibercept 2 mg (n=369)

Τα οφέλη της οπτικής οξύτητας επιτεύχθηκαν στο 56% και το 51% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Beovu με δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε 12 εβδομάδες την εβδομάδα 48 και στο 45% και το 39% των ασθενών την εβδομάδα 96 σε HAWK και HARRIER, αντίστοιχα. Μεταξύ των ασθενών που αναγνωρίστηκαν ως κατάλληλοι για το δοσολογικό σχήμα κάθε 12 εβδομάδες κατά το πρώτο μεσοδιάστημα 12 εβδομάδων το 85% και το 82% παρέμειναν στο δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε 12 εβδομάδες έως και την εβδομάδα 48. Από τους ασθενείς σε μεσοδιάστημα κάθε 12 εβδομάδες την εβδομάδα 48, το 82% και 75% παρέμειναν σε δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε 12 εβδομάδες έως και την εβδομάδα 96.

Οι θεραπευτικές επιδράσεις σε βασικές υποομάδες (π.χ. ηλικία, φύλο, φυλή, οπτική οξύτητα στο σημείο έναρξης, πάχος αμφιβληστροειδούς στο σημείο έναρξης, είδος βλάβης, μέγεθος βλάβης, κατάσταση υγρού) σε κάθε μελέτη ήταν γενικά συνεπή με τα αποτελέσματα στους συνολικούς πληθυσμούς.

Η ενεργότητα της νόσου αξιολογήθηκε από τις μεταβολές στην οπτική οξύτητα ή/και ανατομικές παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένου του πάχους κεντρικού υποπεδίου (CST) ή/και της παρουσίας του ενδοαμφιβληστροειδικού/ υποαμφιβληστροειδικού υγρού (IRF/SRF) ή υγρού υπό το μελάγχρουν επιθήλιο του αμφιβληστροειδή (sub-RPE). Η ενεργότητα της νόσου αξιολογήθηκε κατά τη διάρκεια των μελετών. Οι ανατομικές παράμετροι της ενεργότητας της νόσου μειώθηκαν την εβδομάδα 48 και την εβδομάδα 96 για το Beovu σε σύγκριση με το aflibercept (βλέπε «Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες»).

Η ποσοστιαία διαφορά σε ασθενείς με ενεργότητα της νόσου την εβδομάδα 16 ήταν στατιστικά σημαντική στο Beovu έναντι του aflibercept (24% έναντι 35% στη HAWK, p=0,0013, 23% έναντι 32% στη HARRIER, p=0,0021).

Και στις δύο μελέτες, το Beovu εμφάνισε κλινικά σημαντικές αυξήσεις σε σχέση με το σημείο έναρξης (baseline) στο προκαθορισμένο δευτερεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας των αναφερόμενων από τον ασθενή εκβάσεων, όπως αυτές αναφέρθηκαν μέσω του Ερωτηματολογίου Οπτικής Λειτουργίας του Εθνικού Οφθαλμολογικού Ινστιτούτου (NEI VFQ-25). Το μέγεθος αυτών των μεταβολών ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε στις δημοσιευμένες μελέτες, το οποίο αντιστοίχουσε σε επιπλέον 15 γράμματα κέρδος στη βέλτιστα διορθωμένη οπτική οξύτητα (BCVA). Τα οφέλη από τις αναφερόμενες από τον ασθενή εκβάσεις διατηρήθηκαν κατά το δεύτερο έτος.

Δεν βρέθηκε καμία κλινικά σημαντική διαφορά μεταξύ Beovu και aflibercept στις μεταβολές από το σημείο έναρξης (baseline) ως την εβδομάδα 48 στη συνολική βαθμολογία NEI VFQ-25 και στις υποκλίμακες (γενική όραση, οφθαλμικός πόνος, κοντινές δραστηριότητες, μακρινές δραστηριότητες, κοινωνική λειτουργικότητα, ψυχική υγεία, δυσκολίες ρόλου εξάρτηση από άλλα άτομα, οδήγηση, αντίληψη χρωμάτων και περιφερική όραση).

Τα αποτελέσματα των σκελών Beovu των μελετών HAWK και HARRIER, όπου το Beovu χορηγούνταν κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως) για τις πρώτες 3 δόσεις (φόρτιση) ακολουθούμενες από δοσολογία συντήρησης κάθε 12 ή 8 εβδομάδες, επαναλήφθηκαν σε μια μελέτη προσομοίωσης πληθυσμιακού φαρμακοκινητικού/φαρμακοδυναμικού μοντέλου όπου το Beovu χορηγούνταν κάθε 6 εβδομάδες για τις πρώτες 2 ή 3 δόσεις (φόρτιση) ακολουθούμενη από δοσολογία συντήρησης κάθε 12 ή 8 εβδομάδες.

Ένα δοσολογικό σχήμα θεραπείας-και-επέκτασης για τη φάση συντήρησης εξετάστηκε στη μελέτη TALON, η οποία ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη Φάσης IIIb, διάρκειας 64 εβδομάδων, δύο-σκελών, η οποία αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Beovu σε σύγκριση με το aflibercept 2 mg σε ασθενείς με nAMD.

737 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 σε ένα από τα δύο θεραπευτικά σκέλη, είτε σε brolucizumab 6 mg είτε σε aflibercept 2 mg. Οι ασθενείς και στα δύο θεραπευτικά σκέλη έλαβαν δόση μία φορά κάθε 4 εβδομάδες για τις πρώτες 3 ενέσεις και στη συνέχεια μία ένεση μετά από

8 εβδομάδες. Στη συνέχεια, τα μεσοδιαστήματα θεραπείας ήταν είτε κάθε 8 εβδομάδες, είτε κάθε

12 εβδομάδες, είτε κάθε 16 εβδομάδες έως την εβδομάδα 60 ή 62.

Η μέση μεταβολή της BCVA από την αρχική τιμή την εβδομάδα 64 ήταν +4,7 ETDRS γράμματα έναντι +4,9 ETDRS γραμμάτων για το Beovu και το aflibercept 2 mg, αντίστοιχα.

Τα αποτελέσματα των μεσοδιαστημάτων θεραπείας την εβδομάδα 64 παρουσιάζονται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3 Τελευταίο μεσοδιάστημα θεραπείας χωρίς ενεργότητα νόσου: ποσοστό ασθενών την εβδομάδα 64
Σκέλος της μελέτης
Μεσοδιάστημα(εβδομάδες) Brolucizumab 6 mg n=366 Aflibercept 2 mg n=368
4 23,2% 41,8%
8 26,0% 22,0%
12 22,4% 23,9%
16 28,4% 12,2%

255 ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη TALON εγγράφηκαν σε μια ανοιχτή, ενός-σκέλους μελέτη επέκτασης της TALON διάρκειας 56-εβδομάδων και υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ένα δοσολογικό σχήμα θεραπείας-και-επέκτασης με brolucizumab χωρίς φάση φόρτισης και με μέγιστο μεσοδιάστημα θεραπείας έως και 20 εβδομάδες.

Την εβδομάδα 56, περισσότερο από το 50% των 237 ατόμων που είχαν λάβει τουλάχιστον 2 ενέσεις ήταν σε μεσοδιάστημα θεραπείας 16 εβδομάδων (24,9%) ή 20 εβδομάδων (28,7%) και δεν είχαν καμία ενεργότητα νόσου, ενώ η οπτική οξύτητα διατηρήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της μελέτης.

DME

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Beovu αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστική ουσία Φάσης III μελέτες (KESTREL και KITE) σε ασθενείς με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε οίδημα της ωχράς κηλίδας διαβητικής αιτιολογίας. Συνολικά 926 ασθενείς έλαβαν θεραπεία σε αυτές τις μελέτες για δύο έτη (558 με brolucizumab και 368 με aflibercept 2 mg). Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 23 έως 87 έτη, με μέση ηλικία τα 63 έτη.

Και στις δύο μελέτες, μετά τις πρώτες πέντε δόσεις (εβδομάδες 0, 6, 12, 18 και 24), οι ασθενείς υπό brolucizumab λάμβαναν θεραπεία κάθε 12 εβδομάδες, με την επιλογή προσαρμογής σε δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε 8 εβδομάδες με βάση την ενεργότητα της νόσου. Η ενεργότητα της νόσου αξιολογήθηκε από γιατρό κατά το το πρώτο μεσοδιάστημα θεραπείας 12 εβδομάδων (στις εβδομάδες 32 και 36) και σε κάθε επακόλουθη προγραμματισμένη επίσκεψη θεραπείας. Οι ασθενείς

που εμφάνισαν ενεργότητα της νόσου (π.χ. μειωμένη οπτική οξύτητα, αυξημένο CST) σε οποιαδήποτε από αυτές τις επισκέψεις υποβλήθηκαν σε προσαρμογή μεσοδιαστήματος θεραπείας κάθε

8 εβδομάδες. Στο έτος 2 της KITE, η θεραπεία των ασθενών που δεν παρουσίασαν ενεργότητα της νόσου μπορούσε να επεκταθεί σε ένα μεσοδιάστημα 16 εβδομάδων. Το συγκρινόμενο φάρμακο aflibercept χορηγήθηκε κάθε 8 εβδομάδες μετά τις πρώτες 5 μηνιαίες δόσεις.

Αποτελέσματα

Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας για τις μελέτες ήταν η μεταβολή από το σημείο έναρξης (baseline) της βέλτιστα διορθωμένης οπτικής οξύτητας (BCVA) ως την εβδομάδα 52, με την αξιολόγηση των γραμμάτων βάσει της μελέτης πρώιμης θεραπείας της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (ETDRS), με τον κύριο στόχο να είναι να αποδειχτεί η μη κατωτερότητα του Beovu έναντι του aflibercept 2 mg. Και στις δύο μελέτες το Beovu (στο σκέλος χορήγησης κάθε 12 εβδομάδες ή κάθε 8 εβδομάδες) επέδειξε μη κατώτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με το aflibercept 2 mg (χορηγούμενο κάθε 8 εβδομάδες).

Τα αποτελέσματα των KESTREL και KITE επέδειξαν επίσης μη κατωτερότητα του Beovu έναντι του aflibercept 2 mg για το κύριο δευτερεύον καταληκτικό σημείο (μέση μεταβολή από το σημείο έναρξης στην BCVA κατά την περίοδο από την εβδομάδα 40 έως την εβδομάδα 52).

Τα οφέλη της οπτικής οξύτητας που παρατηρήθηκαν κατά το πρώτο έτος διατηρήθηκαν και στο δεύτερο έτος.

Λεπτομερή αποτελέσματα και των δύο μελετών παρουσιάζονται στον Πίνακα 4 και στο Σχήμα 2

παρακάτω.

Πίνακας 4 Εκβάσεις οπτικής οξύτητας τις εβδομάδες 52 και 100 στις μελέτες Φάσης III - KESTREL και KITE
KESTREL KITE
Έκβαση αποτελεσματικότητας Εβδομάδα Beovu (n=189) Aflibercept 2 mg (n=187) Διαφορά(95% CI)brolucizumab– aflibercept Beovu (n=179) Aflibercept 2 mg (n=181) Διαφορά(95% CI)brolucizumab–aflibercept
Μεταβολή σε σχέση με το baseline της BCVA (μέτρηση γραμμάτων βάσει βαθμολογίας ETDRS) – Μέση τιμή LS (SE) 52 9,2(0,57) 10,5(0,57) -1,3(-2,9, 0,3) P <0,001a 10,6(0,66) 9,40,66) 1,2(-0,6, 3,1) P <0,001a
40-52 9,0(0,53) 10,5(0,53) -1,5(-3,0, 0,0) P <0,001a 10,3(0,62) 9,4(0,62) 0,9(-0,9, 2,6) P <0,001a
100 8,8(0,75) 10,6(0,75) -1,7(-3,8, 0,4) 10,9(0,85) 8,4(0,85) 2,6(0,2, 4,9)
Κέρδος τουλάχιστον 15 γραμμάτων από το baseline στην BCVA ή BCVA ≥84 γραμμάτων(%) 52 36,0 40,1 -4,1(-13,3, 5,9) 46,8 37,2 9,6(-0,4, 20,2)
100 39,2 42,2 -3,0(-12,5, 6,3) 50,4 36,9 13,6(3,3, 23,5)
BCVA: βέλτιστα διορθωμένη οπτική οξύτητα. Οι αξιολογήσεις της BCVA μετά την έναρξη της εναλλακτικής θεραπείας της DME στον υπό μελέτη οφθαλμό λογοκρίθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την τελευταία τιμή πριν από την έναρξη αυτής της εναλλακτικής θεραπείας.ETDRS: μελέτη πρώιμης θεραπείας διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας LS: ελάχιστο τετράγωνοSE: τυπικό σφάλμαa Η P-τιμή αναφέρεται στην υπόθεση μη κατωτερότητας με όριο μη κατωτερότητας 4,0 γραμμάτων
Σχήμα 2 Μέση μεταβολή στην οπτική οξύτητα από το σημείο έναρξης ως την εβδομάδα 100 στις μελέτες KESTREL και KITE studies KESTREL

Mεταβολή OO από το σημείο αναφοράς

(γράμματα)

12

11

10

9

8

7

6

5

4

3

2

1

0

0 4 8 12 16 20 24 28 32 36 40 44 48 52 56 60 64 68 72 76 80 84 88 92 96 100

Χρόνος (εβδομάδες)

Beovu 6mg (N=189) Aflibercept 2mg (N=187)

KITE

12

Mεταβολή OO από το σημείο αναφοράς

(γράμματα)

11

10

9

8

7

6

5

4

3

2

1

0

0 4 8 12 16 20 24 28 32 36 40 44 48 52 56 60 64 68 72 76 80 84 88 92 96 100

Χρόνος (εβδομάδες)

Beovu 6mg (N=179) Aflibercept 2mg (N=181)

Τα οφέλη της οπτικής οξύτητας επιτεύχθηκαν στο 55% και το 50% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Beovu με δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε 12 εβδομάδες την εβδομάδα 52 και στο 44% και το 37% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Beovu με δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε

12 εβδομάδες ή κάθε 12 εβδομάδες /16 εβδομάδες την εβδομάδα 100 στις KESTREL και KITE, αντίστοιχα. Μεταξύ των ασθενών που αναγνωρίστηκαν ως κατάλληλοι για το δοσολογικό σχήμα κάθε 12 εβδομάδες κατά το πρώτο μεσοδιάστημα 12 εβδομάδων περίπου το 70% παρέμεινε τουλάχιστον στο δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε 12 εβδομάδες έως και την εβδομάδα 100 και στις δύο μελέτες.

Στην KITE, το 25% των ασθενών έλαβαν θεραπεία με Beovu με δοσολογικό μεσοδιάστημα κάθε

16 εβδομάδες την εβδομάδα 100.

Οι θεραπευτικές επιδράσεις σε αξιολογήσιμες υποομάδες (π.χ. ηλικία, φύλο, αρχική HbA1c, αρχική οπτική οξύτητα, αρχικό πάχος κεντρικού υποπεδίου, τύπος βλάβης DME, διάρκεια της DME από τη διάγνωση, κατάσταση υγρού αμφιβληστροειδούς) σε κάθε μελέτη ήταν γενικά συνεπείς με τα αποτελέσματα στους συνολικούς πληθυσμούς.

Στις KESTREL και KITE, η ενεργότητα της νόσου αξιολογήθηκε καθόλη τη διάρκεια των μελετών με βάσει τις μεταβολές στην οπτική οξύτητα ή/και ανατομικές παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένου του πάχους κεντρικού υποπεδίου (CST) ή/και της παρουσίας του ενδοαμφιβληστροειδικού/ υποαμφιβληστροειδικού υγρού (IRF/SRF). Η μείωση της CST από το σημείο έναρξης (baseline) διατηρήθηκε μέχρι την εβδομάδα 100. Την εβδομάδα 100, το ποσοστό των ασθενών με IRF/SRF ήταν χαμηλότερο στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Beovu (42% στην KESTREL και 41% στην KITE) σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν aflibercept 2 mg (54% στην KESTREL και 57% στην KITE).

Η βαθμολογία σοβαρότητας της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (DRSS) αξιολογήθηκε στις μελέτες KESTREL και KITE. Στο σημείο έναρξης (baseline), το 98,1% των ασθενών τόσο στην KESTREL όσο και στην KITE είχαν κλιμακούμενες βαθμολογίες DRSS. Με βάση τη συγκεντρωτική ανάλυση, το Beovu έδειξε μη κατωτερότητα σε σχέση με το aflibercept 2 mg στην αναλογία των ατόμων με βελτίωση τουλάχιστον 2 σταδίων από το σημείο έναρξης στην DRSS την εβδομάδα 52, χρησιμοποιώντας ένα περιθώριο μη κατωτερότητας 10%. Οι εκτιμώμενες αναλογίες ήταν 28,9% και 24,9% στο Beovu και στο aflibercept 2 mg, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα μια διαφορά στη θεραπεία 4,0% (95% CI: [0,6, 8,6]). Την εβδομάδα 100, το ποσοστό των ασθενών με βελτίωση στη βαθμολογία DRSS ≥2 σταδίων από την αρχική κατάσταση έως την εβδομάδα 100 ήταν 32,8% με το Beovu και 29,3% με το aflibercept 2 mg στην KESTREL και 35,8% με το Beovu και 31,1% με το aflibercept 2 mg στην KITE.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Beovu σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην νεοαγγειακή AMD και στην DME (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Το Beovu χορηγείται απευθείας μέσα στο υαλοειδές για να επιτευχθεί η τοπική δράση στον οφθαλμό. Απορρόφηση και κατανομή

Μετά την ενδοϋαλώδη χορήγηση 6 mg brolucizumab ανά οφθαλμό σε ασθενείς με νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (nAMD) η γεωμετρική μέση Cmax του ελεύθερου brolucizumab στο πλάσμα ήταν 49,0 ng/ml (εύρος: 8,97 ως 548 ng/ml) και επιτεύχθηκε σε 1 ημέρα.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Το brolucizumab είναι ένα τμήμα μονοκλωνικού αντισώματος και δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες μεταβολισμού φαρμακευτικού προϊόντος. Ως τμήμα αντισώματος μονής αλύσου το ελεύθερο brolucizumab αναμένεται να αποβάλλεται τόσο με την επαγόμενη διάθεση του λόγω της πρόσδεσης του στον στόχο ελεύθερο ενδογενή VEGF, μέσω παθητικής αποβολής από τους νεφρούς όσο και του μεταβολισμού μέσω πρωτεόλυσης.

Μετά από ενδοϋαλώδεις ενέσεις το brolucizumab αποβλήθηκε με προφανή συστημική ημίσεια ζωή 4,3 ± 1,9 ημερών. Οι συγκεντρώσεις ήταν γενικά κοντά ή κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης (<0,5 ng/ml) περίπου 4 εβδομάδες μετά τη δοσολογία στους περισσότερους ασθενείς. Το brolucizumab δεν συσσωρεύτηκε στον ορό όταν έγινε ενδοϋαλώδης χορήγηση κάθε 4 εβδομάδες.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν υπήρξαν σχετικές διαφορές στη συστημική φαρμακοκινητική μετά από ενδοϋαλώδη ένεση σε μελέτη με 22 ασθενείς ηλικίας 65 ως 74 ετών, 18 ασθενείς ηλικίας 75 ως 84 ετών και 3 ασθενείς ηλικίας ≥85 ετών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η συστημική φαρμακοκινητική του brolucizumab αξιολογήθηκε στους ασθενείς με νεοαγγειακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (nAMD) με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (≥90 ml/min [n=21]), με ήπια (60 έως <90 ml/λεπτό [n=22]) ή μέτρια (30 έως <60 ml/λεπτό [n=7]) νεφρική δυσλειτουργία. Ενώ οι μέσες τιμές συστημικής κάθαρσης για ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία ήταν γενικά χαμηλότερες από ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση της ήπιας και μέτριας νεφρικής δυσλειτουργίας στη συνολική συστημική έκθεση στο brolucizumab. Δεν μελετήθηκαν ασθενείς με σοβαρή (<30 ml/λεπτό) νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία

Το brolucizumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η ήπια ως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει αντίκτυπο στη συνολική συστημική έκθεση στο brolucizumab, επειδή ο μεταβολισμός συμβαίνει μέσω της πρωτεόλυσης και δεν εξαρτάται από την ηπατική λειτουργία.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - BEOVU 120MG/ML

Κατάλογος εκδόχων

Νάτριο κιτρικό Σακχαρόζη Πολυσορβικό 80

Νατρίου υδροξείδιο (για ρύθμιση του pH)

Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Διάρκεια ζωής

Προγεμισμένη σύριγγα: 2 χρόνια Φιαλίδιο: 2 χρόνια

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Προγεμισμένη σύριγγα

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C - 8°C).

Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε την προγεμισμένη σύριγγα στη σφραγισμένη συσκευασία κυψέλης (blister) και στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.

Πριν από τη χρήση το μη ανοιγμένο blister μπορεί να διατηρηθεί σε θερμοκρασία δωματίου (κάτω από 25°C) για έως και 24 ώρες.

Φιαλίδιο

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C - 8°C).

Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.

Πριν από τη χρήση το μη ανοιγμένο φιαλίδιο μπορεί να διατηρηθεί σε θερμοκρασία δωματίου (κάτω από 25°C) για έως και 24 ώρες.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Προγεμισμένη σύριγγα

0,165 ml αποστειρωμένου διαλύματος σε προγεμισμένη σύριγγα (γυαλί τύπου Ι) με ελαστικό πώμα εμβόλου από βρωμοβουτύλιο και κάλυμμα σύριγγας που αποτελείται από λευκή άκαμπτη σφραγίδα ασφαλείας με γκρι ελαστικό κάλυμμα άκρου από βρωμοβουτύλιο που συμπεριλαμβάνει ένα προσαρμογέα κλειδαριάς Luer. Η προγεμισμένη σύριγγα έχει ράβδο εμβόλου και μωβ λαβή δακτύλου, και είναι συσκευασμένη σε σφραγισμένο blister.

Μέγεθος συσκευασίας με 1 προγεμισμένη σύριγγα. Φιαλίδιο

0,23 ml αποστειρωμένου διαλύματος σε γυάλινο φιαλίδιο 2 ml με επικαλυμμένο ελαστικό πώμα σφραγισμένο με κάλυμμα αλουμινίου με μωβ πλαστικό καπάκι με φλιπ.

Μέγεθος συσκευασίας με 1 φιαλίδιο και 1 αμβλεία διηθητική βελόνα (18G x 1½″, 1,2 mm x 40 mm, 5 μm).

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Προγεμισμένη σύριγγα

Η προγεμισμένη σύριγγα περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα από τη συνιστώμενη δόση των 6 mg. Ο όγκος που μπορεί να αφαιρεθεί από την προγεμισμένη σύριγγα (0,165 ml) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στο σύνολό του. Ο πλεονάζων όγκος πρέπει να απορρίπτεται πριν από την ένεση. Η χορήγηση ένεσης με ολόκληρο τον όγκο της προγεμισμένης σύριγγας θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερδοσολογία. Για την αποβολή της φυσαλίδας αέρα μαζί με το πλεονάζον φαρμακευτικό προϊόν πιέστε αργά το έμβολο μέχρι το άκρο κάτω από τον θόλο του ελαστικού πώματος να ευθυγραμμιστεί με την μαύρη γραμμή δοσολογίας στην σύριγγα (ισοδυναμεί με 0,05 ml, δηλαδή 6 mg brolucizumab).

Το διάλυμα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά μετά την απομάκρυνση από το ψυγείο και πριν από τη χορήγηση. Αν είναι ορατά σωματίδια ή θολότητα, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται η προγεμισμένη σύριγγα και πρέπει να ακολουθούνται οι ενδεικνυόμενες διαδικασίες αντικατάστασης.

Η προγεμισμένη σύριγγα είναι αποστειρωμένη και για εφάπαξ χρήση μόνο. Μην τη χρησιμοποιείτε αν η συσκευασία ή η προγεμισμένη σύριγγα είναι κατεστραμμένες ή έχουν λήξει. Λεπτομερείς οδηγίες για χρήση παρέχονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Φιαλίδιο

Το φιαλίδιο περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα από τη συνιστώμενη δόση των 6 mg. Ο όγκος που μπορεί να αφαιρεθεί από το φιαλίδιο (0,23 ml) δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί στο σύνολό του. Ο πλεονάζων όγκος πρέπει να αποβάλλεται πριν από την ένεση. Η χορήγηση ένεσης με το σύνολο του όγκου του φιαλιδίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερδοσολογία. Η δόση ένεσης πρέπει να ρυθμιστεί έως τη δοσολογική ένδειξη των 0,05 ml, δηλ. 6 mg brolucizumab.

Το διάλυμα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά μετά την απομάκρυνση από το ψυγείο και πριν από τη χορήγηση. Αν είναι ορατά σωματίδια ή θολότητα, το φιαλίδιο δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί, και πρέπει να εφαρμοστούν οι ενδεικνυόμενες διαδικασίες αντικατάστασης.

Το περιεχόμενο του φιαλιδίου και η διηθητική βελόνα είναι αποστειρωμένα και μόνο για εφάπαξ χρήση. Μην χρησιμοποιείτε αν η συσκευασία, το φιαλίδιο ή/και η διηθητική βελόνα είναι κατεστραμμένα ή έχουν λήξει. Λεπτομερείς οδηγίες χρήσης παρέχονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx1 PF.SYRx0.165 ML
Τιμή
648,42 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
1 φιαλίδιο x0.230 ML+1 βελόνη
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.