BILAZ® ORAL.SOL 2.5MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BILAZ 2.5MG/ML
Συμπτωματική θεραπεία της αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας (εποχικής και χρόνιας) και της κνίδωσης. Το Bilaz ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά ηλικίας 2 έως 11 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg.
Δοσολογία
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Παιδιά ηλικίας 2 έως 11 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg
10 mg βιλαστίνης (4 ml πόσιμου διαλύματος) μια φορά την ημέρα για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της αλλεργικής ρινο-επιπεφυκίτιδας (εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας και χρόνιας αλλεργικής ρινίτιδας) και της κνίδωσης.
Το πόσιμο διάλυμα πρέπει να λαμβάνεται μια ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από την πρόσληψη φαγητού ή φρουτοχυμού (βλέπε παράγραφο 4.5).
Σε ενήλικες και εφήβους (ηλικίας άνω των 12 ετών) είναι κατάλληλη η χορήγηση των 20 mg δισκίων βιλαστίνης.
Διάρκεια θεραπείας:
Στην αλλεργική ρινο-επιπεφυκίτιδα η θεραπεία θα πρέπει να περιορίζεται για το χρονικό διάστημα της έκθεσης στα αλλεργιογόνα. Για την εποχική αλλεργική ρινίτιδα η θεραπεία μπορεί να διακόπτεται εφόσον τα συμπτώματα έχουν υφεθεί και να ξαναρχίζει με την επανεμφάνισή τους. Σε ασθενείς με χρόνια αλλεργική ρινίτιδα, μπορεί να προτείνεται συνεχής θεραπεία κατά τη διάρκεια των περιόδων έκθεσής τους στα
αλλεργιογόνα. Για την κνίδωση η διάρκεια θεραπείας εξαρτάται απο τον τύπο, τη διάρκεια και την εξέλιξη των συμπτωμάτων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βιλαστίνης σε παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ενήλικες που ανήκουν σε ομάδες ειδικού κινδύνου (ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία) έδειξαν ότι δεν χρειάζεται να γίνει προσαρμογή της δόσης της βιλαστίνης σε ενήλικες (βλέπε παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βιλαστίνης σε παιδιά με ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, εφόσον η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται και αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα και στα κόπρανα, η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να αυξήσει τη συστηματική έκθεση πάνω από το όριο ασφάλειας. Επομένως, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ενήλικες ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).
Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση.
Η φιάλη του πόσιμου διαλύματος διατίθεται με πώμα ασφαλείας για παιδιά και πρέπει να ανοίγει ως εξής: πιέστε το πλαστικό βιδωτό καπάκι προς τα κάτω και ταυτόχρονα γυρίστε το αριστερόστροφα.
Το πόσιμο διάλυμα συνοδεύεται από δοσομετρικό κυπελλάκι με γραμμή ένδειξης στα 4 ml (= 10 mg βιλαστίνης ανά δόση).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βιλαστίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών με σωματικό βάρος λιγότερο από 15 kg, επομένως η βιλαστίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά κάτων των 2 ετών ή με σωματικό βάρος λιγότερο από 15kg.
Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η συγχορήγηση βιλαστίνης με αναστολείς της P- γλυκοπρωτεΐνης, όπως είναι η κετοκοναζόλη, η ερυθρομυκίνη, η κυκλοσπορίνη, η ριτοναβίρη ή η διλτιαζέμη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της βιλαστίνης στο πλάσμα και κατά συνέπεια να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων αντιδράσεων από τη βιλαστίνη. Έτσι, η συγχορήγηση της βιλαστίνης με αναστολείς της P-γλυκοπρωτεϊνης (P-gp), θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Περιστατικά παρατεταμένου QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν βιλαστίνη (βλ. παραγράφους 4.8, 4.9 και 5.1). Τα φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν παράταση του QT/QTc πιθανολογείται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de pointes).
Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση βιλαστίνης σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παράτασης του QT/QTc. Αυτό περιλαμβάνει ασθενείς με ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών, ασθενείς με υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία, υπασβεστιαιμία, ασθενείς με γνωστή παράταση του διαστήματος QT ή σημαντική βραδυκαρδία, ασθενείς με ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με παράταση του QT/QTc.
Το Bilaz περιέχει παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (Ε218) και παραϋδροξυβενζοϊκό προπυλεστέρα (Ε216) τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες).
Αυτό το φάρμακο περιέχει 0.44 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε δόση (4 ml) που είναι ισοδύναμη με 11mg/100ml (0.011% w/v). Η ποσότητα ανά 4ml αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με λιγότερο ανά
0.02 ml μπύρας ή 0.005 ml κρασιού.
Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 4ml, είναι αυτό που ονομάζουμε
«ελεύθερο νατρίου».
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες και συνοψίζονται παρακάτω.
Αλληλεπίδραση με το φαγητό: Το φαγητό μειώνει σημαντικά την από στόματος βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων βιλαστίνης 20 mg κατά 30% και αυτή του πόσιμου διαλύματος βιλαστίνης 2,5 mg/ml κατά 20%.
Αλληλεπίδραση με χυμό από γκρέιπφρουτ: Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης και χυμού από γκρέιπφρουτ μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα της βιλαστίνης κατά 30%. Η επίδραση αυτή μπορεί να υφίσταται και με τους χυμούς άλλων φρούτων. Ο βαθμός της μείωσης της βιοδιαθεσιμότητας μπορεί να ποικίλει μεταξύ των παραγωγών και των φρούτων. Ο μηχανισμός για αυτή την αλληλεπίδραση είναι μια αναστολή του ΟΑΤΡ1A2, ενός μεταφορέα πρόσληψης για τον οποίο η βιλαστίνη είναι ένα υπόστρωμα (βλέπε παράγραφο 5.2). Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι υποστρώματα ή αναστολείς του ΟΑΤΡ1Α2, όπως η ριτοναβίρη ή η ριφαμπικίνη, μπορεί επίσης να έχουν την δυνατότητα να μειώσουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βιλαστίνης.
Αλληλεπίδραση με την κετοκοναζόλη ή την ερυθρομυκίνη: Η ταυτόχρονη λήψη βιλαστίνης 20 mg μία φορά την ημέρα και κετοκοναζόλης 400 mg μία φορά την ημέρα ή ερυθρομυκίνης 500 mg τρείς φορές την ημέρα αύξησε την AUC της βιλαστίνης κατά 2 φορές και τη Cmax κατά 2-3 φορές. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να εξηγηθούν από την αλληλεπίδραση με τους εντερικούς μεταφορείς εκροής καθώς η βιλαστίνη είναι υπόστρωμα για τη P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp) και δεν μεταβολίζεται (βλέπε παράγραφο 5.2). Οι αλλαγές αυτές δεν φαίνεται να επηρεάζουν το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης και της κετοκοναζόλης ή της ερυθρομυκίνης, αντίστοιχα. Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι υποστρώματα ή αναστολείς της P- gp, όπως η κυκλοσπορίνη, μπορεί επίσης να έχουν την δυνατότητα να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της βιλαστίνης στο πλάσμα.
Αλληλεπίδραση με τη διλτιαζέμη: Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης μία φορά την ημέρα και 60 mg διλτιαζέμης μία φορά την ημέρα αύξησε τη Cmax της βιλαστίνης κατά 50%. Η επίδραση αυτή μπορεί να αποδοθεί στην αλληλεπίδραση με τους εντερικούς μεταφορείς εκροής (βλέπε παράγραφο 5.2.) αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζει το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης.
Αλληλεπίδραση με το αλκοόλ: Η ψυχοκινητική απόδοση μετά από την ταυτόχρονη λήψη αλκοόλ και 20 mg μία φορά την ημέρα βιλαστίνη ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε μετά από την κατανάλωση αλκοόλ και τη λήψη εικονικού φαρμάκου.
Αλληλεπίδραση με τη λοραζεπάμη: Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg μία φορά την ημέρα βιλαστίνης και 3 mg μία φορά την ημέρα λοραζεπάμης για 8 ημέρες δεν ενίσχυσε την κατασταλτική δράση της λοραζεπάμης στο ΚΝΣ.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με πόσιμο διάλυμα βιλαστίνης σε παιδιά. Εφόσον δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σχετικά με την αλληλεπίδραση της βιλαστίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, φαγητό ή χυμό φρούτων σε παιδιά, τα αποτελέσματα που έχουν ληφθεί από τις μελέτες αλληλεπίδρασης σε
ενήλικες θα πρέπει προς το παρόν να ληφθούν υπόψη όταν συνταγογραφείται η βιλαστίνη σε παιδιά. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σε παιδιά που να δηλώνουν κατά πόσο οι αλλαγές στην AUC ή στην Cmax λόγω αλληλεπιδράσεων επηρεάζουν το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της βιλαστίνης σε εγκύους.
Οι μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις ως προς την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγική ικανότητα, στον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3). Ως μέτρο προφύλαξης, προτιμάται να αποφεύγεται η χρήση του Bilaz κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η βιλαστίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει ότι υπάρχει έκκριση της βιλαστίνης στο γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3). Η απόφαση της συνέχισης/διακοπής του θηλασμού ή της διακοπής/αποχής από τη θεραπεία με το Bilaz πρέπει να λαμβάνεται συνυπολογίζοντας το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με βιλαστίνη για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Μία μελέτη σε αρουραίους δεν έδειξε καμία αρνητική επίδραση στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε για να εκτιμηθούν οι επιδράσεις της βιλαστίνης στην ικανότητα οδήγησης έδειξε ότι η θεραπεία με 20 mg βιλαστίνης δεν επηρέασε την ικανότητα οδήγησης. Παρόλα αυτά, καθώς η ατομική απόκριση στο φάρμακο μπορεί να ποικίλει, στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να μην οδηγούν ή να μην χρησιμοποιούν μηχανήματα μέχρι να καθοριστεί η δική τους απόκριση στο φάρμακο.
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας στον παιδιατρικό πληθυσμό
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος της κλινικής ανάπτυξης η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών στους έφηβους (12 ετών εως 17 ετών) ήταν όμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες. Οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (έφηβοι) κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, επιβεβαίωσαν τα ευρήματα των κλινικών δοκιμών.
Το ποσοστό των παιδιών (2-11 ετών) το οποίο ανέφερε ανεπιθύμητες ενέργειες (AEs) μετά τη θεραπεία με βιλαστίνη 10 mg για αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα ή τη χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή 12 εβδομάδων, ήταν συγκρίσιμο με αυτό των ασθενών που έπαιρναν εικονικό φάρμακο (68,5% έναντι 67,5%).
Οι σχετικές πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες από 328 παιδιά (2-11 ετών) που έλαβαν βιλαστίνη (σε μορφή διασπειρόμενου από το στόμα δισκίου) κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών (#260 παιδιά εκτέθηκαν στις κλινική μελέτη ασφάλειας, 68 παιδιά εκτέθηκαν στις φαρμακοκινητικές μελέτες) ήταν πονοκέφαλος, αλλεργική επιπεφυκίτιδα, ρινίτιδα και κοιλιακό άλγος. Η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμη με αυτή 249 ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Συνοπτικός πίνακαςανεπιθύμητων ενεργειών στον παιδιατρικό πληθυσμό
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες τουλάχιστον πιθανώς συσχετιζόμενες με τη βιλαστίνη που αναφέρθηκαν σε περισσότερο από το 0,1% των παιδιών (2-11 ετών) που έλαβαν βιλαστίνη κατά τη διάρκεια του προγράμματος της κλινικής ανάπτυξης παρατίθενται στη συνέχεια σε μορφή πίνακα.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής:
Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥1/100 έως<1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως<1/100) Σπάνιες (≥1/10,000 to <1/1,000) Πολύ σπάνιες (<1/10,000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Οι σπάνιες, πολύ σπάνιες και οι αντιδράσεις με μη γνωστή συχνότητα δεν έχουν συμπεριληφθεί στον πίνακα.
| Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια | Βιλαστίνη 10 mg (n=328)# | Εικονικό φάμακο(Placebo) (n=249) | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |||
| Όχι Συχνές | Ρινίτιδα | 3 (0,9 %) | 3 (1,2 %) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |||
| Συχνές | Πονοκέφαλος | 6 (1,8 %) | 3 (1,2 %) |
| Όχι συχνές | Ζάλη | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) |
| Απώλεια αισθήσεων | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |||
| Συχνές | Αλλεργική επιπεφυκίτιδα | 4 (1,2 %) | 5 (2,0 %) |
| Όχι συχνές | Ερεθισμός ματιών | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |||
| Κοιλιακό άλγος/Άλγος άνω κοιλίας | 3 (0,9 %) | 3 (1,2 %) | |
| Όχι συχνές | Διάρροια | 2 (0,6 %) | 0 (0,0 %) |
| Ναυτία | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) | |
| Πρήξιμο χειλιών | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |||
| Όχι συχνές | Έκζεμα | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) |
| Κνίδωση | 2 (0,6 %) | 2 (0,8 %) | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |||
| Όχι συχνές | Κόπωση | 3 (0,9 %) | 0 (0,0 %) |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Πονοκέφαλος, κοιλιακό άλγος, αλλεργική επιπεφυκίτιδα και ρινίτιδα παρατηρήθηκαν είτε σε παιδιά που λάμβαναν θεραπεία με 10 mg βιλαστίνη είτε με εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα που αναφέρθηκε ήταν 1,8% έναντι 1,2% για τον πονοκέφαλο, 0,9% έναντι 1,2% για το κοιλιακό άλγος, 1,2% έναντι 2,0% για την αλλεργική επιπεφυκίτιδα, και 0,9% έναντι 1,2% για τη ρινίτιδα.
Περίληψη του προφίλ των χαρακτηριστικών ασφαλείας σε έφηβους και ενήλικες ασθενείς
Η επίπτωση των ανεπιθυμήτων ενεργειών στους έφηβους και στους ενήλικες ασθενείς που υποφέρουν από αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα ή χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση που έλαβαν θεραπεία με 20 mg βιλαστίνη σε κλινικές δοκιμές ήταν συγκρίσιμη με την επίπτωση στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (12,7% έναντι 12,8%).
Οι κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙ και ΙΙΙ που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης περιλάμβαναν 2525 ενήλικες και εφήβους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διαφορετικές δόσεις βιλαστίνης, από τους οποίους 1697 έλαβαν βιλαστίνη 20mg. Σε αυτές τις δοκιμές 1362 αθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες από ασθενείς που έλαβαν 20 mg
βιλαστίνη για την ένδειξη αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας ή χρόνιας ιδιοπαθούς κνίδωσης ήταν ο πονοκέφαλος, η υπνηλία, η ζάλη και η κόπωση. Η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Συνοπτικός πίνακαςανεπιθύμητων ενεργειών σε έφηβους και ενήλικες ασθενείς
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες τουλάχιστον πιθανώς συσχετιζόμενες με τη βιλαστίνη που αναφέρθηκαν σε περισσότερο από το 0,1% των ασθενών που έλαβαν 20 mg βιλαστίνη κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης (Ν=1697) παρατίθενται στη συνέχεια σε μορφή πίνακα.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής:
Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥1/100 έως<1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως<1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως<1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Οι σπάνιες, πολύ σπάνιες και αντιδράσεις με μη γνωστή συχνότητα δεν έχουν συμπεριληφθεί στον πίνακα.
| Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια | Βιλαστίνη20 mg N=1697 | Όλες οι δόσειςΒιλαστίνης N=2525 | Εικονικό φάρμακο (Placebo) N=1362 | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ||||
| Όχι συχνές | Επιχείλιος έρπης | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | ||||
| Όχι συχνές | Αυξημένη όρεξη | 10 (0,59%) | 11 (0,44%) | 7 (0,51%) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | ||||
| Όχι συχνές | Άγχος | 6 (0,35%) | 8 (0,32%) | 0 (0,0%) |
| Αϋπνία | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) | 0 (0,0%) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ||||
| Συχνές | Υπνηλία | 52 (3,06%) | 82 (3,25%) | 39 (2,86%) |
| Κεφαλαλγία | 68 (4,01%) | 90 (3,56%) | 46 (3,38%) | |
| Όχι συχνές | Ζάλη | 14 (0,83%) | 23 (0,91%) | 8 (0,59%) |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | ||||
| Όχι συχνές | Εµβοές | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) |
| Ίλιγγος | 3 (0,18%) | 3 (0,12%) | 0 (0,0%) | |
| Καρδιακές διαταραχές | ||||
| Όχι συχνές | Αποκλεισμός δεξιού σκέλους | 4 (0,24%) | 5 (0,20%) | 3 (0,22%) |
| Φλεβοκομβική αρρυθμία | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | 1 (0,07%) | |
| παράταση του QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα* | 9 (0,53%) | 10 (0,40%) | 5 (0,37%) | |
| Κατηγορία οργανικού συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια | Βιλαστίνη20 mg N=1697 | Όλες οι δόσειςΒιλαστίνης N=2525 | Εικονικό φάρμακο (Placebo) N=1362 | |
| Άλλες ανωμαλίες στο ΗΚΓ | 7 (0,41%) | 11 (0,44%) | 2 (0,15%) | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | ||||
| Όχι συχνές | Δύσπνοια | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) |
| Ρινική δυσφορία | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) | |
| Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου | 3 (0,18%) | 6 (0,24%) | 4 (0,29%) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | ||||
| Όχι συχνές | Άλγος άνω κοιλίας | 11 (0,65%) | 14 (0,55%) | 6 (0,44%) |
| Κοιλιακό άλγος | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | 4 (0,29%) | |
| Ναυτία | 7 (0,41%) | 10 (0,40%) | 14 (1,03%) | |
| Δυσφορία στομάχου | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | 0 (0,0%) | |
| Διάρροια | 4 (0,24%) | 6 (0,24%) | 3 (0,22%) | |
| Ξηροστομία | 2 (0,12%) | 6 (0,24%) | 5 (0,37%) | |
| Δυσπεψία | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) | 4 (0,29%) | |
| Γαστρίτιδα | 4 (0,24%) | 4 (0,16%) | 0 (0,0%) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | ||||
| Όχι συχνές | Kνησμός | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) | 2 (0,15%) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | ||||
| Όχι συχνές | Κόπωση | 14 (0,83%) | 19 (0,75%) | 18 (1,32%) |
| Δίψα | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | 1 (0,07%) | |
| Βελτίωση προϋπάρχουσας κατάστασης | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 1 (0,07%) | |
| Πυρεξία | 2 (0,12%) | 3 (0,12%) | 1 (0,07%) | |
| Εξασθένιση | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | 5 (0,37%) | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | ||||
| Όχι συχνές | Αυξημένη γ- γλουταμυλτρανσφεράση | 7 (0,41%) | 8 (0,32%) | 2 (0,15%) |
| Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | 3 (0,22%) | |
| Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση | 3 (0,18%) | 3 (0,12%) | 3 (0,22%) | |
| Αυξημένη κρεατινίνη αίματος | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) | |
| Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 3 (0,22%) | |
| Αύξηση σωματικού βάρους | 8 (0,47%) | 12 (0,48%) | 2 (0,15%) | |
*Παρατεταμένα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα έχουν επίσης αναφερθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά.
Συχνότητα μη-γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα): Aίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, δύσπνοια, εξάνθημα, εντοπισμένο οίδημα / τοπική φλεγμονή και ερύθημα) και έμετος έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την κυκλοφορία.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και έφηβους ασθενείς
Υπνηλία, πονοκέφαλος, ζάλη και κόπωση παρατηρήθηκαν είτε σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με βιλαστίνη 20 mg είτε με εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα που παρατηρήθηκε ήταν 3,06 % έναντι 2,86% για την υπνηλία, 4,01% έναντι 3,38% για τον πονοκέφαλο, 0,83% έναντι 0,59% για τη ζαλάδα, και 0,83% έναντι 1,32% για την κόπωση
Οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά την διάρκεια της επιτήρησης μετά την κυκλοφορία επιβεβαίωσαν το προφίλ ασφαλείας κατά την κλινική ανάπτυξη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω :
ΕλλάδαΕθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
ΚύπροςΦαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607
Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Δεν υπάρχουν στοιχεία για υπερδοσολογία σε παιδιά.
Οι πληροφορίες σε σχέση με την οξεία υπερδοσολογία της βιλαστίνης ανακτήθηκαν από την εμπειρία των κλινικών δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του προγράμματος ανάπτυξης σε ενήλικες και από την μετά την κυκλοφορία επιτήρηση. Σε κλινικές δοκιμές, μετά από τη χορήγηση βιλαστίνης σε δόσεις 10 έως 11 φορές πάνω από τη θεραπευτική δόση (220 mg ως μία δόση ή 200 mg/ημέρα για 7 ημέρες) σε 26 ενήλικες υγιείς εθελοντές, η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που οφείλονταν στη θεραπεία ήταν δύο φορές υψηλότερη σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η ζάλη, η κεφαλαλγία και η ναυτία. Δεν αναφέρθηκε καμία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια και καμία σημαντική παράταση του διαστήματος QTc. Οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία στην αγορά, είναι σύμφωνες με αυτές που αναφέρθηκαν στις κλινικές δοκιμές.
Κριτική αξιολόγηση της επίδρασης των πολλαπλών δόσεων βιλαστίνης (100 mg x 4 ημέρες) στην κοιλιακή επαναπόλωση με «εκτενή διασταυρούμενη μελέτη του QT/QTc» στην οποία συμμετείχαν 30 υγιείς ενήλικες εθελοντές δεν έδειξε σημαντική παράταση του QTc.
Στην περίπτωση υπερδοσολογίας συνιστάται συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία. Δεν υπάρχει γνωστό ειδικό αντίδοτο για τη βιλαστίνη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BILAZ 2.5MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση, άλλα αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση
Κωδικός ATC: RO6AX29.
Μηχανισμός δράσης
Η βιλαστίνη είναι ένας μη κατασταλτικός, μακράς δράσης ανταγωνιστής της ισταμίνης με εκλεκτική
συγγένεια ανταγωνιστή προς τον περιφερικό υποδοχέα Η1 και καθόλου συγγένεια προς τους μουσκαρινικούς υποδοχείς.
Η βιλαστίνη ανέστειλε τις επαγόμενες από την ισταμίνη δερματικές αντιδράσεις πομφού και ερυθήματος για 24 ώρες μετά από τη λήψη μονής δόσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα της βιλαστίνης έχει μελετηθεί σε ενήλικες και εφήβους. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες, η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα σε ενήλικες και έφηβους μπορεί να παρεκταθεί σε παιδιά, έχοντας αποδείξει ότι η συστηματική έκθεση σε 10 mg βιλαστίνη παιδιών από 2 εώς
11 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg είναι ισοδύναμη με την έκθεση ενηλίκων σε 20 mg βιλαστίνης (βλ παράγραφο 5.2). Η εξαγωγή των δεδομένων ενηλίκων και εφήβων θεωρείται κατάλληλη για αυτό το προϊόν καθώς η παθοφυσιολογία της αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιτδας και κνίδωσης είναι όμοια για όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Σε κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε ενήλικες και εφήβους ασθενείς με ρινοεπιπεφυκίτιδα (εποχική και χρόνια), τα 20 mg βιλαστίνης, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα για 14-28 ημέρες, ήταν αποτελεσματικά στην ανακούφιση συμπτωμάτων όπως είναι ο πταρμός, η ρινική καταρροή, ο ρινικός κνησμός, η ρινική συμφόρηση, ο οφθαλμικός κνησμός, η δακρύρροια και η ερυθρότητα των οφθαλμών. Η βιλαστίνη έλεγξε αποτελεσματικά τα συμπτώματα για 24 ώρες.
Σε δύο κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, τα 20 mg βιλαστίνης, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα για 28 ημέρες ήταν αποτελεσματικά στην ανακούφιση της έντασης του κνησμού και του αριθμού και του μεγέθους των πομφών, καθώς και της δυσφορίας των ασθενών λόγω της κνίδωσης. Οι συνθήκες του ύπνου και η ποιότητα ζωής βελτιώθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς.
Δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σχετιζόμενη παράταση του διαστήματος QTc ή άλλη καρδιαγγειακή επίδραση στις κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν με τη βιλαστίνη, ακόμα και σε δόσεις των 200 mg ημερησίως (10 φορές πάνω από την κλινική δόση) για 7 ημέρες σε 9 άτομα, ή ακόμα και κατά τη συγχορήγηση με αναστολείς της P-gp, όπως είναι η κετοκοναζόλη (24 άτομα) και η ερυθρομυκίνη (24 άτομα). Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε εκτενής μελέτη για το QT στην οποία συμμετείχαν 30 εθελοντές.
Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές στη συνιστώμενη δόση των 20 mg άπαξ ημερησίως, το προφίλ ασφαλείας στο ΚΝΣ της βιλαστίνης ήταν παρόμοιο με αυτό του εικονικού φαρμάκου και η επίπτωση της υπνηλίας δεν διέφερε στατιστικά από αυτή του εικονικού φαρμάκου. Η βιλαστίνη σε δόσεις έως και 40 mg ημερησίως δεν επηρέασε την ψυχοκινητική απόδοση στις κλινικές μελέτες και δεν επηρέασε την ικανότητα οδήγησης στη συνήθη δοκιμασία οδήγησης.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) που συμπεριλήφθηκαν στις μελέτες φάσης II και III δεν εμφάνισαν διαφορά στην αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια σε σχέση με τους ασθενείς μικρότερης ηλικίας.
Κλινική ασφάλεια
Σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή 12 εβδομάδων με παιδιά ηλικίας 2-11 ετών (σύνολο 509 παιδιά, 260 έλαβαν θεραπεία με 10 mg βιλαστίνης: 58 ηλικίας 2 έως <6 ετών, 105 ηλικίας 6 έως <9 ετών και 97 ηλικίας
9 εως 12 ετών και 249 έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο: 58 ηλικίας 2 εώς <6 ετών, 95 ηλικίας 6 εώς
<9 ετών και 96 ηλικίας 9 εώς <12 ετών), στη συνιστώμενη παιδιατρική δόση των 10 mg μια φορά την ημέρα, το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης (n=260) ήταν παρόμοιο με αυτό του εικονικού φαρμάκου (n=249), με ανεπιθύμητες ενέργειες να παρατηρηθούν στο 5,8% και 8,0% των ασθενών που έλαβαν 10 mg βιλαστίνη και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης και η βιλαστίνη 10 mg και το εικονικό φάρμακο έδειξαν μια μικρή μείωση στα σκορ της υπνηλίας και καταστολής στο Παιδιατρικό Ερωτηματολόγιο Ύπνου, χωρίς στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Σε αυτά τα παιδιά ηλικίας 2 έως 11 ετών, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στο QTc μετά από 10 mg βιλαστίνη ημερησίως σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ερωτηματολόγια Ποιότητας Ζωής ειδικά για παιδιά με αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιτδα ή χρόνια κνίδωση έδειξαν μια γενική αύξηση στα σκορ μετά από 12 εβδομάδες χωρίς όμως σημαντικές διαφορές μεταξύ της βιλαστίνης και του εικονικού φαρμάκου. Ο συνολικός πληθυσμός των 509 παιδιών περιλαμβάνει: 479 υποκείμενα με αλλεργική ρινοεπιπεφυκιτίδα και 30 υποκείμενα με διάγνωση χρόνιας κνίδωσης. 260 παιδιά έλαβαν βιλαστίνη, 252 (96,9%) για αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα και 8 (3,1%) για χρόνια κνίδωση. Αναλογικά, 249 παιδιά έλαβαν εικονικό φάρμακο, 227 (91,2%) για αλλεργική επιπεφυκίτιδα και 22 (8,8%) για χρόνια κνίδωση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη βιλαστίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού ηλικίας κάτω των 2 ετών (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η βιλαστίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση με χρόνο έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα περίπου 1,3 ώρες. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση. Η μέση τιμή βιοδιαθεσιμότητας της από του στόματος βιλαστίνης είναι 61%.
Κατανομή
In vitro και in vivo μελέτες έχουν δείξει ότι η βιλαστίνη είναι ένα υπόστρωμα της Pgp (βλέπε παράγραφο 4.5
«Αλληλεπίδραση με την κετοκοναζόλη ή την ερυθρομυκίνη και «Αλληλεπίδραση με τη διλτιαζέμη») και του OATP (βλέπε παράγραφο 4.5 «Αλληλεπίδραση με τον χυμό από γκρέιπφρουτ»).
Σε θεραπευτικές δόσεις η βιλαστίνη δεσμεύεται κατά 84-90% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος
Βιομετασχηματισμός
Η βιλαστίνη δεν προκάλεσε την επαγωγή ούτε ανέστειλε τη δραστηριότητα των ισοενζύμων του CYP450 στις in vitro μελέτες.
Αποβολή
Σε μια μελέτη ισοζυγίου μάζας που πραγματοποιήθηκε σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, μετά από τη χορήγηση μίας δόσης 20 mg 14C-βιλαστίνης, σχεδόν το 95% της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα (28,3%) και τα κόπρανα (66,5%) ως αμετάβλητη βιλαστίνη, επιβεβαιώνοντας ότι η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται σημαντικά στους ανθρώπους. Η μέση ημίσεια ζωή απομάκρυνσης που υπολογίστηκε σε υγιείς εθελοντές ήταν 14,5 ώρες.
Γραμμικότητα
Η βιλαστίνη παρουσιάζει γραμμικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες στο εύρος δόσεων (5 έως 220 mg) που έχει μελετηθεί, με μικρή διατομική ποικιλία.
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι επιδράσεις της βιλαστίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν μελετηθεί σε ενήλικες.
Σε μία μελέτη σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία, η μέση (±SD) AUC0-∞ αυξήθηκε από 737,4 (±260,8) ng*hr/ml στα άτομα χωρίς δυσλειτουργία (GFR: > 80 ml/min/1,73 m2) σε: 967,4 (±140,2) ng*hr/ml στα άτομα με ήπια δυσλειτουργία (GFR: 50-80 ml/min/1,73 m2), 1384,2 (±263,23) ng*hr/ml σε άτομα με μέτρια δυσλειτουργία (GFR: 30 - <50 ml/min/1,73 m2), και 1708,5 (±699,0) ng*hr/ml σε άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία (GFR: < 30 ml/min/1,73 m2). Ο μέσος (±SD) χρόνος ημίσειας ζωής της βιλαστίνης ήταν 9,3 ώρες (± 2.8) στα άτομα χωρίς δυσλειτουργία, 15,1 ώρες (± 7,7) στα άτομα με ήπια δυσλειτουργία, 10,5 ώρες (± 2.3) στα άτομα με μέτρια δυσλειτουργία και 18,4 ώρες (± 11,4) στα άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία. Η απέκκριση της βιλαστίνης στα ούρα ολοκληρώθηκε μετά από 48-72 ώρες σε όλα τα άτομα. Οι φαρμακοκινητικές αυτές αλλαγές δεν αναμένεται να έχουν κλινικά σχετική επίδραση στην ασφάλεια της βιλαστίνης, από τη στιγμή που τα επίπεδα της βιλαστίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία εξακολουθούν να εντάσσονται στο εύρος ασφάλειας της βιλαστίνης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για τα άτομα με ηπατική δυσλειτουργία. Η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται στους ανθρώπους. Εφόσον τα αποτελέσματα της μελέτης για τη νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η νεφρική απέκκριση συμβάλλει σημαντικά στην απέκκριση της βιλαστίνης, η έκκριση από τη χολή αναμένεται να εμπλέκεται οριακά μόνο στην απομάκρυνση της βιλαστίνης. Οι αλλαγές στην ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να έχουν κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της βιλαστίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Πραγματοποιήθηκε φαρμακοκινητική ανάλυση σε παιδιά με δεδομένα που ελήφθησαν σε 2 μελέτες από 66 παιδιά ηλικίας 2 εώς 11 ετών με αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα ή χρόνια κνίδωση, στα οποία χορηγήθηκε μια φορά την ημέρα βιλαστίνη 10 mg διασπειρόμενα στο στόμα δισκία. Η φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων συγκέντρωσης στο πλάσμα έδειξε ότι η παιδιατρική δόση 10 mg βιλαστίνης μία φορά ημερησίως οδηγεί σε συστηματική έκθεση εντός του εύρους αυτού που παρατηρείται μετά από δόση 20 mg σε ενήλικες και εφήβους, που είναι το εύρος τιμών AUC (95%CI) 511,5 έως 1450 ng hr/ml για παιδιά 2 έως 11 ετών. Αυτά τα αποτελέσματα ήταν σε μεγάλο βαθμό χαμηλότερα από το κατώτατο όριο ασφάλειας τα οποία βασίστηκαν σε δεδομένα από δόση 80 mg μία φορά την ημέρα σε ενήλικες σύμφωνα με το προφίλ ασφαλείας φαρμάκου. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την επιλογή της βιλαστίνης 10 mg απο του στόματος μία φορά ημερησίως ως κατάλληλη θεραπευτική δόση για τον παιδιατρικό πληθυσμό με εύρος ηλικίας 2 έως 11 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - BILAZ 2.5MG/ML
Betadex (Ε459) Υδροξυαιθυλοκυταρρίνη
Παραϋδροξυβενζοϊκός μεθυλεστέρας (E218) Παραϋδροξυβενζοϊκός προπυλεστέρας (E216) Σουκραλόζη (E955)
Βελτιωτικό γεύσης βατόμουρου (κύρια συστατικά: αιθανόλη, τριακετίνη, νερό, βουτυρικός αιθυλεστέρας, οξικό λιναλύλιο )
Υδροχλωρικό οξύ, συμπυκνωμένο (37%) ή αραιωμένο (10%) (για ρύθμιση pH) Υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση pH)
Κεκαθαρμένο ύδωρ
To Bilaz 2.5 mg/ml πόσιμο διάλυμα συσκευάζεται σε σκουρόχρωμη γυάλινη φιάλη (γυαλί Τύπου ΙΙΙ), σφραγισμένο με βιδωτό πώμα αλουμινίου, με σύστημα προστασίας tamper-proof και επικάλυψη LDPE ή σφραγισμένο με πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο και επικάλυψη LDPE . Οι συσκευασίες περιλαμβάνουν ένα δοσομετρικό κυπελλάκι των 15 ή 25 ml με γραμμές ενδεικτικές των 4 ml. Κάθε φιάλη περιέχει 120 ml πόσιμου διαλύματος.