BRIMOFREE® EY.DR.S.DC 2MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BRIMOFREE 2MG/ML
Μείωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ) σε ασθενείς με γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας ή οφθαλμική υπερτονία.
-
Ως μονοθεραπεία σε ασθενείς στους οποίους η τοπική αγωγή με βήτα-αναστολείς αντενδείκνυται.
-
Ως συμπληρωματική αγωγή με άλλα φάρμακα τα οποία μειώνουν την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, όταν η επιδιωκόμενη ΕΟΠ δεν επιτυγχάνεται με ένα μόνο φάρμακο (βλ. παράγραφο 5.1).
Δοσολογία
Συνιστώμενη δόση σε ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων)
Η συνιστώμενη δοσολογία είναι μία σταγόνα BrimoFree στον πάσχοντα οφθαλμό(-ούς) δύο φορές την ημέρα, με μεσοδιάστημα περίπου 12 ωρών. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τη χορήγηση σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Χρήση ασθενείς σε νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
To BrimoFree δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).
Χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών).
To BrimoFree δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά κάτω των 12 ετών και αντενδείκνυται σε νεογνά και βρέφη (ηλικίας μικρότερης των 2 ετών) (βλ. παραγράφους 4.3,4.4 και 4.9). Είναι γνωστό ότι στα νεογνά μπορεί να συμβούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βριμονιδίνης σε παιδιά ηλικίας μεταξύ 2 και 12 χρονών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Τρόπος χορήγησης
Οφθαλμική χρήση.
Όπως με κάθε διάλυμα οφθαλμικών σταγόνων, για να μειωθεί η πιθανή συστηματική απορρόφηση, συνιστάται να πιέζεται ο δακρυικός σάκος στο μέσο κανθό (πλήρης απόφραξη) για ένα λεπτό. Αυτό πρέπει να γίνεται αμέσως μετά από κάθε ενστάλαξη. Αυτό μπορεί να προκαλέσει μείωση των συστηματικών παρενεργειών και αύξηση της τοπικής δράσης. Για να αποφύγετε τη μόλυνση του ματιού ή των οφθαλμικών σταγόνων, μην αφήνετε το άκρο του περιέκτη να έρθει σε επαφή με οποιαδήποτε επιφάνεια.
Αν πρόκειται να χορηγηθούν περισσότερα από ένα τοπικά οφθαλμικά σκευάσματα, τα διαφορετικά αυτά σκευάσματα πρέπει να ενσταλάσσονται με μεσοδιάστημα 5-15 λεπτών.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Νεογνά και βρέφη (κάτω των δύο ετών) (βλ. παράγραφο 4.8).
-
Ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) και ασθενείς υπό αγωγή με αντικαταθλιπτικά, τα οποία επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και μιανσερίνη).
Καρδιακές διαταραχές
Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση σε ασθενείς με βαριά ή μη σταθεροποιημένη και μη ελεγχόμενη καρδιαγγειακή νόσο.
Διαταραχές των ματιών
Σε κλινικές μελέτες μερικοί ασθενείς (12.7%) παρουσίασαν ένα τύπο οφθαλμικής αλλεργικής αντίδρασης με οφθαλμικές σταγόνες βριμονιδίνης σε περιέκτη πολλαπλών δόσεων με συντηρητικό (βλ. παράγραφο 4.8 για λεπτομέρειες). Εάν παρατηρηθούν αλλεργικές αντιδράσεις η θεραπεία με το BrimoFree θα πρέπει να διακοπεί.
Έχουν αναφερθεί καθυστερημένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας στον οφθαλμό με οφθαλμικές σταγόνες βριμονιδίνης σε περιέκτη πολλαπλών δόσεων με συντηρητικό, ενώ μερικοί αναφέρθηκαν ότι σχετίζονται με αύξηση της EΟΠ.
Αγγειακές διαταραχές
To BrimoFree πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κατάθλιψη, εγκεφαλική ή στεφανιαία ανεπάρκεια, φαινόμενο Raynaud, ορθοστατική υπόταση ή αποφρακτική θρομβαγγειίτιδα.
Ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια
To BrimoFree δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία; απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία αυτών των ασθενών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε παιδιά ηλικίας 2 ετών και μεγαλύτερα, ιδιαίτερα σε εκείνα ηλικίας μεταξύ 2 και 7 ετών και/ή βάρους ≤20 Kg, πρέπει να χορηγείται με προσοχή και με συνεχή παρακολούθηση λόγω της υψηλής συχνότητας εμφάνισης υπνηλίας (βλ. παράγραφο 4.8).
To BrimoFree αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) και ασθενείς υπό αγωγή με αντικαταθλιπτικά, τα οποία επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και μιανσερίνη), (βλ. παράγραφο 4.3).
Παρότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης του βριμονιδίνης με άλλα φάρμακα, η πιθανότητα μιας προσθετικής ή αυξητικής επίδρασης με τα κατασταλτικά του ΚΝΣ (αλκοόλ, βαρβιτουρικά, οπιούχα, ηρεμιστικά ή αναισθητικά) πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τα επίπεδα των κυκλοφορούντων κατεχολαμινών μετά από χορήγηση της βριμονιδίνης. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που επηρεάζουν το μεταβολισμό και την πρόσληψη των κυκλοφορούντων αμινών π.χ. chlorpromazine, methylphenidate, reserpine.
Μετά τη χορήγηση σταγόνων που περιέχουν βριμονιδίνη, παρατηρήθηκε σε μερικούς ασθενείς κλινικά μη σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης. Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φάρμακα όπως τα αντιυπερτασικά και/ή οι καρδιακές γλυκοσίδες ταυτόχρονα με το BrimoFree.
Συνιστάται προσοχή κατά την έναρξη της ταυτόχρονης συστηματικής χορήγησης (ή την αλλαγή της δόσης) ενός
φαρμάκου (ανεξαρτήτως φαρμακοτεχνικής μορφής), που μπορεί να αλληλεπιδράσει με α- αδρενεργικούς ανταγωνιστές ή να παρεμβληθεί στη δραστηριότητά τους, π.χ. αγωνιστές ή ανταγωνιστές των αδρενεργικών υποδοχέων π.χ. (isoprenaline, prazosin).
Κύηση
Η ασφάλεια της χρήσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Σε μελέτες σε ζώα η τρυγική βριμονιδίνη δεν προκάλεσε τερατογένεση. Σε κουνέλια, η τρυγική βριμονιδίνη, σε επίπεδα πλάσματος υψηλότερα από αυτά που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε ανθρώπους, έδειξε ότι προκαλεί αυξημένες αποβολές των προεμφυτευμάτων και μείωση της μετεμβρυικής ανάπτυξης. To BrimoFree πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο αν η πιθανότητα οφέλους για τη μητέρα υπερβαίνει την πιθανότητα κινδύνου για το έμβρυο. Για να μειώσετε τη συστηματική απορρόφηση, βλ. Παράγραφο 4.2
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό αν η βριμονιδίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το συστατικό αυτό εκκρίνεται στο γάλα θηλάζοντος αρουραίου. To BrimoFree δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την περίοδο της γαλουχίας.
To BrimoFree μπορεί να προκαλέσει κόπωση και/ή υπνηλία που μπορεί να ελαττώσουν την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. To BrimoFree μπορεί να προκαλέσει θάμβος και/ή ανωμαλίες όρασης, που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης ή του χειρισμού μηχανημάτων, ειδικά τη νύχτα ή με μειωμένο φωτισμό. Ο ασθενής πρέπει να περιμένει μέχρι να αποκατασταθεί η όρασή του πριν οδηγήσει ή χειριστεί μηχανήματα.
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες για σταγόνες βριμονιδίνης με συντηρητικό είναι ξηροστομία, οφθαλμική υπεραιμία και αίσθημα καύσου/νηγμού, σε ποσοστό 22 έως 25% των ασθενών. Αυτές είναι συνήθως παροδικές και όχι συχνά τέτοιας σοβαρότητας που να απαιτείται διακοπή της θεραπείας.
Για σταγόνες βριμονιδίνης με συντηρητικό παρατηρήθηκαν συμπτώματα οφθαλμικών αλλεργικών αντιδράσεων στο 12.7% των ασθενών (προκαλώντας διακοπή στο 11.5% αυτών των ασθενών) σε κλινικές δοκιμασίες μεταξύ 3 και 9 μηνών από την έναρξη στην πλειοψηφία αυτών των ασθενών.
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι ακόλουθες ορολογίες έχουν χρησιμοποιηθεί για να ταξινομηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες ανάλογα με τη συχνότητα εμφάνισής τους: Πολύ συχνές (≥1/10); Συχνές (≥1/100 , <1/10); Όχι συχνές (≥1/1000,
<1/100); Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000); Πολύ σπάνιες (< 1/10000); μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με οφθαλμικές σταγόνες βριμονιδίνης με συντηρητικό και μπορεί να προκληθούν και κατά τη χρήση του BrimoFree χωρίς συντηρητικό:
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Όχι συχνές | αίσθημα παλμών/αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας και ταχυκαρδίας) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές: | κεφαλαλγία, υπνηλία |
| Συχνές: | ζάλη, διαταραχή γεύσης |
| Πολύ σπάνιες: | συγκοπτική κρίση |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές: | |
| Συχνές: | |
| Πολύ σπάνιες: | |
| Μη γνωστές* | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, τουθώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Συχνές: | συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό |
| Όχι συχνές: | ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου |
| Σπάνιες: | δύσπνοια |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές: | ξηροστομία |
| Συχνές: | γαστρεντερικά συμπτώματα |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Πολύ σπάνιες: | υπέρταση, υπόταση |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Μη γνωστές* | δερματική αντίδραση συμπεριλαμβανομένου του ερυθήματος, οίδημα προσώπου, κνησμός, εξάνθημακαι αγγειοδιαστολή |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | |
| Πολύ συχνές: | κόπωση |
| Συχνές: | εξασθένιση |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Όχι συχνές: | συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Όχι συχνές: | κατάθλιψη |
| Πολύ σπάνιες: | αϋπνία |
-
οφθαλμικός ερεθισμός (υπεραιμία, αίσθημα καύσου και νηγμού, κνησμό, αίσθημα ξένου σώματος, θυλάκια επιπεφυκότος)
-
θάμβος όρασης
-
αλλεργική βλεφαρίτιδα, αλλεργική βλεφαροεπιπεφυκίτιδα, αλλεργική επιπεφυκίτιδα, οφθαλμική αλλεργική αντίδραση και θυλακική επιπεφυκίτιδα
-
τοπικός ερεθισμός (υπεραιμία και οίδημα βλεφάρων, βλεφαρίτις, οίδημα και έκκριμα επιπεφυκότος, οφθαλμικός πόνος και δακρύρροια)
-
φωτοφοβία
-
διάβρωση και χρώση κερατοειδούς
-
ξηροφθαλμία
-
λεύκανση επιπεφυκότος
-
διαταραχές οράσεως
-
επιπεφυκίτιδα
-
ιρίτις (ραγοειδίτις προσθίου θαλάμου)
-
μύση
-
ιριδοκυκλίτιδα (anterior uveitis)
-
κνησμός βλεφάρου
* Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσης μετά την κυκλοφορία των οφθαλμικών σταγόνων που περιέχουν βιμονιδίνη με συντηρητικό στην κλινική πρακτική. Επειδή αναφέρονται οικειοθελώς από πληθυσμό άγνωστου μεγέθους, δεν μπορεί να εκτιμηθεί η συχνότητα εμφάνησής τους.
Σε περιπτώσεις που χορηγήθηκε βριμονιδίνη σαν μέρος της θεραπείας συγγενούς γλαυκώματος, συμπτώματα υπερδοσολογίας από βριμονιδίνη όπως απώλεια συνείδησης, λήθαργος, υπνηλία, υπόταση, υποτονία, βραδυκαρδία, υποθερμία, κυάνωση, ωχρότητα, αναπνευστική καταστολή και άπνοια, αναφέρθηκαν σε νεογνά και βρέφη (βλ. παράγραφο 4.3).
Σε μια 3-μηνη μελέτη φάσης 3 σε παιδιά ηλικίας 2-7 ετών με γλαύκωμα, ανεπαρκώς ρυθμισμένα με βήτα- αναστολείς, αναφέρθηκε υψηλή συχνότητα εμφάνισης υπνηλίας (55%), όταν χορηγήθηκαν οφθαλμικές σταγόνες βριμονιδίνης σε περιέκτη πολλαπλών δόσεων με συντηρητικό σαν συμπληρωματική θεραπεία. Σε ποσοστό 8% των παιδιών αυτή ήταν σοβαρή και οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας σε ποσοστό 13%. Η συχνότητας εμφάνισης υπνηλίας μειώθηκε με την αύξηση της ηλικίας και ελαχιστοποιήθηκε στην ομάδα των παιδιών ηλικίας 7 ετών (25%), επηρεάστηκε όμως περισσότερο με το βάρος, καθώς παρουσιάστηκε πιο συχνά σε παιδιά βάρους ≤20 Kg (63%) συγκρινόμενο με αυτά βάρους >20 Kg (25%) (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-155 62 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ.: +302132040380/337, Φαξ: +30 2106549585, Ιστότοπος https:// www.eof.gr).
Οφθαλμική υπερδοσολογία (Ενήλικες):
Στις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, τα αναφερόμενα συμβάντα ήταν γενικά εκείνα που έχουν ήδη αναφερθεί ως ανεπιθύμητες ενέργειες.
Συστηματική υπερδοσολογία μετά από τυχαία κατάποση (Ενήλικες):
Υπάρχουν πολύ περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τυχαία κατάποση της βριμονιδίνης σε ενήλικες. Η μόνη ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε μέχρι σήμερα ήταν η υπόταση. Αναφέρθηκε ότι μετά το υποτασικό επεισόδιο ακολούθησε απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πιέσεως.
Η θεραπεία της από του στόματος υπερδοσολογίας περιλαμβάνει υποστηρικτική και συμπτωματική θεραπεία; οι αεραγωγοί του ασθενούς πρέπει να διατηρούνται.
Έχει αναφερθεί ότι υπερδοσολογία μετά από κατάποση άλλων α-2-αγωνιστών προκαλεί συμπτώματα όπως υπόταση, αδυναμία, έμμετο, λήθαργο, καταστολή, βραδυκαρδία, αρρυθμίες, μύση, άπνοια, υποτονία, υποθερμία, αναπνευστική καταστολή και κρίση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Αναφορές σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από ακούσια κατάποση οφθαλμικών σταγόνων βριμονιδίνης με συντηρητικό από παιδιατρικούς ασθενείς έχουν δημοσιευθεί ή αναφερθεί. Οι ασθενείς παρουσίασαν συμπτώματα κατάθλιψης ΚΝΣ, τυπικό προσωρινό κώμα ή χαμηλό επίπεδο συνείδησης, λήθαργο, υπνηλία, υποτονία, βραδυκαρδία, υποθερμία, ωχρότητα, αναπνευστική καταστολή και άπνοια, και χρειάστηκε εισαγωγή σε θάλαμο εντατικής φροντίδας και διασωλήνωση, όπου απαιτήθηκε. Αναφέρθηκε, ότι όλοι οι ασθενείς είχαν πλήρη ανάνηψη μέσα σε 6-24 ώρες.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BRIMOFREE 2MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, Συμπαθητικομιμητικά για τη θεραπεία του γλαυκώματος. ATC κωδικός : S01E A 05
Η βριμονιδίνη είναι ένας αγωνιστής των α-2-αδρενεργικών υποδοχέων, ο οποίος είναι 1000 φορές πιο εκλεκτικός για τους α-2 από ότι για τους α-1 -αδρενεργικούς υποδοχείς.
Αυτή η εκλεκτικότητα έχει σαν αποτέλεσμα τη μη πρόκληση μυδρίασης και αγγειοσύσπασης των μικρών αγγείων που σχετίζεται με τα ανθρώπινα αμφιβληστροειδικά ξενομοσχεύματα.
Τοπική χορήγηση τριγυκής βριμονιδίνης ελαττώνει την ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) στον άνθρωπο με ελάχιστη επίδραση στις καρδιαγγειακές ή στις πνευμονικές παραμέτρους.
Περιορισμένα στοιχεία υπάρχουν για ασθενείς με βρογχικό άσθμα, οι οποίοι δεν παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η βριμονιδίνη με συντηρητικό έχει ταχεία έναρξη δράσης, με μέγιστο αποτέλεσμα στην πτώση της οφθαλμικής υπερτονίας, δύο ώρες μετά τη χορήγηση. Σε δύο μελέτες διάρκειας ενός έτους, η οφθαλμικές σταγόνες βριμονιδίνης με συντηρητικό μείωσε την ΕΟΠ για περίπου 4-6 mmHg.
Φθοριοφωτομετρικές μελέτες σε ζώα και ανθρώπους υποδεικνύουν ότι η τρυγική βριμονιδίνη έχει διπλό μηχανισμό δράσης. Πιστεύεται ότι η βριμονιδίνη μπορεί να ελαττώνει την ΕΟΠ μειώνοντας την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και επιτείνοντας τη ραγοειδοσκληρική εκροή.
Κλινικές μελέτες αποδεικνύουν ότι η βριμονιδίνη είναι αποτελεσματική σε συνδυασμό με τοπικούς βήτα- αναστολείς. Μικρότερης διάρκειας μελέτες υποδηλώνουν επίσης ότι η βριμονιδίνη έχει κλινικά σημαντικό πρόσθετο αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τραβοπρόστη (6 εβδομάδων) και λατανοπρόστη (3 μηνών).
Γενικά χαρακτηριστικά
Μετά από οφθαλμική χορήγηση οφθαλμικών σταγόνων που περιέχουν 0.2% τρυγική βριμονιδίνη με συντηρητικό δύο φορές την ημέρα για 10 ημέρες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν χαμηλές (η μέση Cmax ήταν 0,06% ng/ml). Υπήρξε ελάχιστη συγκέντρωση στο αίμα μετά από πολλαπλές (2 φορές ημερησίως για 10 ημέρες) ενσταλάξεις. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου πάνω από 12 ώρες σε σταθεροποιημένη κατάσταση (AUC0-12h) ήταν 0.31 ng.hr/ml, σε σύγκριση με 0.23 ngꞏhr/ml μετά την πρώτη δόση. Ο μέσος όρος ημίσειας ζωής στη συστηματική κυκλοφορία, μετά από τοπική χορήγηση στον άνθρωπο ήταν περίπου 3 ώρες.
Η δέσμευση από τις πρωτεΐνες του πλάσματος της βριμονιδίνης μετά από τοπική χορήγηση στον άνθρωπο είναι περίπου 29%.
Η βριμονιδίνη δεσμεύεται αντιστρεπτά σε μελανίνη στους οφθαλμικούς ιστούς, in vitro και in vivo. Μετά από οφθαλμική ενστάλαξη 2 εβδομάδων, οι συγκεντρώσεις της βριμονιδίνης στην ίριδα, στο ακτινωτό σώμα και στον χορειοειδή-αμφιβληστροειδή ήταν από 3 έως 17 φορές υψηλότερες από αυτές που επετεύχθησαν μετά από εφάπαξ χορήγηση. Συσσώρευση δεν εμφανίζεται όπου δεν υπάρχει μελανίνη.
Η σημασία της δέσμευσης της μελανίνης στους ανθρώπους δεν είναι σαφής. Εντούτοις, καμία σημαντική ανεπιθύμητη ενέργεια δε βρέθηκε μετά από βιομικροσκοπική των ματιών του ασθενούς που χρησιμοποίησε οφθαλμικές σταγόνες βριμονιδίνης με συντηρητικό για διάστημα πάνω από ένα χρόνο, ούτε παρουσιάσθηκε σημαντική οφθαλμική τοξικότητα σε μελέτη οφθαλμικής ασφάλειας διάρκειας ενός έτους σε πιθήκους που έπαιρναν περίπου 4 φορές την ημέρα τη συνιστώμενη δόση της τρυγικής βριμονιδίνης.
Χορηγούμενη από του στόματος σε ανθρώπους, η βριμονιδίνη απορροφάται καλά και αποβάλλεται ταχέως. Το μεγαλύτερο μέρος της δόσης (περίπου το 75% της δόσης) αποβάλλεται υπό μορφή μεταβολιτών από τα ούρα μέσα σε πέντε ημέρες; δε βρέθηκε αυτούσιο το προϊόν στα ούρα. Σε in vitro μελέτες, όπου χρησιμοποιήθηκε ήπαρ ζώου ή ανθρώπου, αποδείχθηκε ότι ο μεταβολισμός κατά μεγάλο μέρος επιτυγχάνεται με τη μεσολάβηση της οξειδάσης της αλδεύδης και του κυτοχρώματος Ρ450. Ο συστηματικός μεταβολισμός γίνεται κυρίως στο ήπαρ.
Κινητική:
Δεν παρατηρήθηκε μεγάλη απόκλιση στο πλάσμα της Cmax και AUC αναλογικά με τη δόση μετά από τοπική εφ' άπαξ δόση 0.08%, 0.2% και 0.5%.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Χαρακτηριστικά σε ηλικιωμένους ασθενείς
Η Cmax, AUC και χρόνος ημίσειας ζωής της βριμονιδίνης είναι παρόμοια στους ηλικιωμένους (άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω) μετά από εφ' άπαξ χορήγηση και στους νέους ενήλικες, υποδεικνύοντας ότι η συστηματική απορρόφηση και απέκκρισή της δεν επηρεάζονται από την ηλικία.
Βασιζόμενοι σε στοιχεία κλινικής μελέτης 3 μηνών, στην οποία περιελήφθησαν ηλικιωμένοι ασθενείς, η συστηματική έκθεση στην βριμονιδίνη ήταν πολύ χαμηλή.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - BRIMOFREE 2MG/ML
4 χρόνια
Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται περισσότερο από 3 μήνες μετά από το πρώτο άνοιγμα του φακελίσκου.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Το περιεχόμενο του περιέκτη μίας δόσης προορίζεται για άμεση χρήση μετά το άνοιγμα.
Το BrimoFree διατίθεται σε περιέκτες μίας δόσης από χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο (LPDE). Δύο σειρές των 5 περιεκτών μίας δόσης είναι συκευασμένες σε έναν φακελίσκο αλουμινίου.
Οι συσκευασίες περιέχουν 10, 20, 30, 50, 60, 100 ή 120 περιέκτες μίας δόσης των 0.35 ml ο καθένας. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.