BRUSE® INJ.SO.INF 250MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BRUSE 250MG/ML
Η αμικασίνη ενδείκνυται για τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία των παρακάτω σοβαρών λοιμώξεων που οφείλονται σε βακτήρια ευαίσθητα στην αμικασίνη (βλέπε παράγραφο 5.1) όταν λιγότερο τοξικοί αντιμικροβιακοί παράγοντες δεν είναι αποτελεσματικοί:
-
Σοβαρές λοιμώξεις της αναπνευστικής οδού
-
Σοβαρές λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων
-
Σοβαρή λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένων των μηνίγγων)
-
Σοβαρές λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων συμπεριλαμβανομένων λοιμώξεων εγκαυμάτων-τραυμάτων
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένης της περιτονίτιδας,
-
Μετεγχειρητικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης ης καρδιαγγειακής χειρουργικής)
-
Σοβαρές επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
-
Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα
Θεραπεία ασθενών με βακτηριαιμία σχετιζόμενη με ,ή για την οποία εικάζεται ότι σχετίζεται με τις παραπάνω λοιμώξεις.
Σε ορισμένες σοβαρές λοιμώξεις, όπως η νεογνική σήψη, ενδέχεται να είναι κατάλληλη ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακο που ομοιάζει με την πενικιλλίνη, καθώς μπορεί να πρόκειται για λοιμώξεις που οφείλονται σε θετικούς κατά Gram μικροοργανισμούς όπως οι στρεπτόκοκκοι και οι πνευμονιόκοκκοι.
Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.
Η αμικασίνη χρησιμοποιείται συνήθως σε συνδυασμό με άλλα κατάλληλα αντιβιοτικά. Η δοσολογία της αμικασίνης εξαρτάται από τη λοίμωξη, την κατάσταση του ασθενούς και τη νεφρική λειτουργία. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κατά τόπους οδηγίες.
Δοσολογία
Πρέπει να μετράται το βάρος σώματος του ασθενούς πριν από τη θεραπεία για τον υπολογισμό της σωστής δόσης.
Η κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να εκτιμάται με μέτρηση της συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού ή με υπολογισμό του ρυθμού ενδογενούς κάθαρσης κρεατινίνης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να πραγματοποιείται περιοδικά επανεκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας. Η μέτρηση της ουρίας στο αίμα είναι πολύ λιγότερο αξιόπιστη για το σκοπό αυτό.
Οι συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό θα πρέπει να μετρώνται όποτε είναι δυνατόν, προκειμένου να διασφαλιστούν επαρκή αλλά όχι υπερβολικά επίπεδα. Είναι επιθυμητό να μετρώνται τόσο οι μέγιστες όσο και οι κατώτερες συγκεντρώσεις κατά διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Θα πρέπει να αποφεύγονται οι μέγιστες συγκεντρώσεις (30-90 λεπτά μετά την ένεση) άνω των 35 mcg/ml και οι κατώτερες συγκεντρώσεις (ακριβώς πριν από την επόμενη δόση) άνω των 10 mcg/ml. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται όπως υποδεικνύεται. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία δύναται να χορηγείται εφάπαξ ημερήσια δόση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ενδέχεται να υπερβαίνουν τα 35 mcg/ml (βλ. Εφάπαξ Ημερήσια Χορήγηση και Μειωμένη νεφρική λειτουργία ακολούθως).
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών:
Η συνιστώμενη ενδοφλέβια δοσολογία για ενήλικες και εφήβους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 50 ml/λεπτό) είναι 15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα, ή οποία μπορεί να χορηγηθεί ως μία εφάπαξ ημερήσια δόση ή διαιρεμένη σε 2 ίσες δόσεις δηλ. 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες. Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1,5g. Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις, καθότι δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στοιχεία τα οποία να υποστηρίζουν τη δοσολογία μία φορά ημερησίως.
Βρέφη ηλικίας 4 εβδομάδων έως παιδιά 12 ετών:
Η συνιστώμενη ενδοφλέβια (αργή ενδοφλέβια έγχυση) δόση στα παιδιά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι 15-20 mg/kg/ημέρα, η οποία μπορεί να χορηγηθεί ως 15-20 mg/kg, μία φορά την ημέρα, ή ως 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες. Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις, καθότι δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στοιχεία τα οποία να υποστηρίζουν τη δοσολογία μία φορά ημερησίως.
Νεογνά:
Αρχική δόση εφόδου 10 mg/kg ακολουθούμενη από 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Πρόωρα νεογνά:
Η συνιστώμενη δόση στα πρόωρα νεογνά είναι 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Τα δεδομένα για εφάπαξ ημερήσια χορήγηση σε ασθενείς με άλλες συστηματικές λοιμώξεις είναι περιορισμένα (βλ. επίσης παραπάνω σχετικά με τον έλεγχο των μέγιστων και των κατώτατων συγκεντρώσεων αμικασίνης στον ορό).
Η διάρκεια της θεραπείας είναι 7 έως 10 ημέρες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι αμινογλυκοσίδες ενδείκνυνται μόνο κατά την έναρξη της θεραπείας, όταν το υλικό για ενοφθαλμισμό είναι δυνητικά υψηλό, και όταν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της θεραπείας και για διάρκεια θεραπείας ≤ 5 ημερών λόγω της αναλογίας οφέλους/ασφάλειας (βακτηριοκτόνος δράση/τοξικότηταπου σχετίζονται με τη διάρκεια της θεραπείας). Η συνολική ημερήσια δόση με όλους τους τρόπους χορήγησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/kg/ημέρα. Σε δύσκολες και επιπεπλεγμένες λοιμώξεις όπου εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας πέραν των 10 ημερών, η χρήση της αμικασίνης θα πρέπει να επαναξιολογηθεί και, εάν συνεχιστεί, θα πρέπει να παρακολουθούνται η νεφρική, η ακουστική και η αιθουσαία λειτουργία καθώς και τα επίπεδα αμικασίνης στον ορό.
Στο συνιστώμενο δοσολογικό επίπεδο, οι μη επιπλεγμένες λοιμώξεις που οφείλονται σε ευαίσθητους στην αμικασίνη μικροοργανισμούς θα πρέπει να ανταποκρίνονται εντός 24 έως 48 ωρών. Εάν δεν παρατηρηθεί σαφής κλινική ανταπόκριση μετά από 3 έως 5 ημέρες, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί ενώ θα πρέπει να επανεξεταστεί η ευαισθησία του παθογόνου στο αντιβιοτικό. Τυχόν αποτυχία ανταπόκρισης στη λοίμωξη μπορεί να οφείλεται σε αντίσταση του μικροοργανισμού ή στην παρουσία σηπτικών εστιών που χρήζουν χειρουργικής παροχέτευσης.
Μειωμένη νεφρική λειτουργία
Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία που εκφράζεται με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 50 mL/λεπτό, η χορήγηση της συνιστώμενης συνολικής ημερήσιας δόσης αμικασίνης σε εφάπαξ ημερήσιες δόσεις δεν είναι επιθυμητή, καθώς αυτοί οι ασθενείς θα έχουν παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές κατώτερες συγκεντρώσεις Δείτε ακολούθως για προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία που λαμβάνουν τη συνήθη δόση δύο ή τρεις φορές την ημέρα, όποτε είναι δυνατόν, οι συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται με κατάλληλες αναλύσεις. Οι δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία είτε με τη χορήγηση φυσιολογικών δόσεων σε παρατεταμένα διαστήματα είτε με τη χορήγηση μειωμένων δόσεων σε σταθερά διαστήματα.
Και οι δύο μέθοδοι βασίζονται στην κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς ή στις τιμές κρεατινίνης ορού, καθώς έχει βρεθεί ότι συσχετίζονται με τους χρόνους ημιζωής των αμινογλυκοσιδών σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Αυτά τα δοσολογικά σχήματα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με προσεκτικές κλινικές και εργαστηριακές παρατηρήσεις του ασθενούς και θα πρέπει να τροποποιούνται ανάλογα με τις ανάγκες, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης όταν εκτελείται αιμοκάθαρση.
Κανονική δοσολογία σε παρατεταμένα διαστήματα
Εάν δεν υπάρχουν δεδομένα για την κάθαρση κρεατινίνης και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, ένα μεσοδιάστημα δόσης σε ώρες για την κανονική εφάπαξ δόση (δηλαδή που θα χορηγούνταν σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε πρόγραμμα δύο φορές την ημέρα, 7,5 mg/kg την ημέρα) μπορεί να υπολογιστεί με τον πολλαπλασισμό της κρεατινίνης ορού του ασθενούς επί εννέα. Παραδείγματος χάρη, εάν η συγκέντρωση κρεατινίνης ορού είναι 2 mg/100 ml, η συνιστώμενη εφάπαξ δόση (7,5 mg/kg) θα πρέπει να χορηγείται κάθε 18 ώρες.
Μειωμένη δόση σε σταθερά χρονικά διαστήματα μεταξύ των δόσεων
Όταν η αμικασίνη πρέπει να χορηγείται σε σταθερό χρονικό διάστημα στη μειωμένη νεφρική λειτουργία, πρέπει να μειώνεται η δόση. Σε αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να μετρώνται οι
συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό για να διασφαλιστεί η ακριβής χορήγηση και να αποφευχθούν οι υπερβολικές συγκεντρώσεις στον ορό. Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες ανοσοδοκιμασίες ορού και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, οι τιμές κρεατινίνης ορού ή κάθαρσης κρεατινίνης ορού είναι οι πιο άμεσα διαθέσιμοι δείκτες του βαθμού μείωσης της νεφρικής λειτουργίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οδηγός δοσολογίας.
Αρχικά, ξεκινήστε τη θεραπεία με τη χορήγηση μιας κανονικής δόσης, 7,5 mg/kg, ως δόση φόρτωσης. Αυτή η δόση είναι η ίδια με την κανονικά συνιστώμενη δόση που θα μπορούσε να υπολογιστεί για έναν ασθενή με φυσιολογική νεφρική λειτουργία όπως περιγράφεται παραπάνω.
Για να προσδιοριστεί το μέγεθος των δόσεων συντήρησης που θα χορηγούνται κάθε 12 ώρες, η δόση φόρτωσης θα πρέπει να μειώνεται ανάλογα με τη μείωση του ρυθμού κάθαρσης κρεατινίνης του ασθενούς:
Δόση συντήρησης κάθε 12 ώρες:
Παρατηρούμενη CrCL σε ml/λεπτό X υπολογιζόμενη δόση φόρτισης σε mg Φυσιολογική CrCL σε ml/λεπτό
(CrCI = ρυθμός κάθαρσης της κρεατινίνης)
Ένας εναλλακτικός οδηγός για τον προσδιορισμό μειωμένης δόσης σε διαστήματα 12 ωρών (για ασθενείς των οποίων οι τιμές κρεατινίνης ορού σε σταθερή κατάσταση είναι γνωστές) είναι η διαίρεση της υπό κανονικές συνθήκες συνιστώμενης δόσης δια της κρεατινίνης ορού του ασθενούς.
Τα παραπάνω δοσολογικά σχήματα δεν προορίζονται να είναι αυστηρές συστάσεις, αλλά παρέχονται ως οδηγοί δοσολογίας όταν η μέτρηση του επιπέδου αμικασίνης στον ορό δεν είναι εφικτή.
Παχύσαρκοι ασθενείς
Η αμικασίνη διαχέεται ελάχιστα στον λιπώδη ιστό. Η κατάλληλη δόση μπορεί να υπολογιστεί χρησιμοποιώντας το εκτιμώμενο ιδανικό βάρος του ασθενούς,
συν 40 % του επιπλέον βάρους, ως το βάρος επί του οποίου πρέπει να προσδιοριστούν τα mg/kg.
Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνεται ανάλογα με την παρακολούθηση του πλάσματος. Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η
μέγιστη ημερήσια δόση των 1,5 g. Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να περιορίζεται σε 7 έως 10 ημέρες.
Ασθενείς με ασκίτη
Πρέπει να χορηγούνται υψηλότερες δόσεις προκειμένου να ληφθούν επαρκείς συγκεντρώσεις στον ορό λόγω της
σχετικά μεγαλύτερης κατανομής στο διαμέρισμα του εξωκυττάριου υγρού.
Τρόπος χορήγησης
BRUSE μπορεί να χορηγηθεί ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κατά τόπους οδηγίες.
Ενδοφλέβια χορήγηση
Σε ενήλικες μπορεί να χορηγηθεί είτε ως έχει (2-3 λεπτά) είτε με αργή έγχυση εντός 30 έως 60 λεπτών. Η αργή 30λεπτη έγχυση επιπλέον της συγκέντρωσης αμικασίνης στον ορό, μετρούμενης 30 λεπτά μετά το τέλος της έγχυσης, θεωρείται ως κατάλληη αντιμετώπιση, αφού ληφθούν υπόψη οι στόχοι φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής και εφόσον παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου σε κατάλληλα χρονικά σημεία με τυποποιημένη προσέγγιση.
Ειδική σύσταση για ενδοφλέβια χορήγηση στον παιδιατρικό πληθυσμό
Σε παιδιατρικούς ασθενείς, η ποσότητα των χρησιμοποιούμενων παραγόντων αραίωσης θα εξαρτηθεί από την ποσότητα της αμικασίνης που είναι ανεκτή από τον ασθενή. Το διάλυμα πρέπει κανονικά να εγχυθεί σε περίοδο 30 έως 60 λεπτών. Τα βρέφη πρέπει να λαμβάνουν έγχυση 1 έως 2 ωρών.
Η αμικασίνη δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγηθεί χωριστά σύμφωνα με τη συνιστώμενη δόση και την οδό χορήγησης.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6
Η ένεση θειικής αμικασίνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που απαριθμούνται στην παράγραφο 6.1.
Η ένεση θειικής αμικασίνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε άλλες αμινογλυκοσίδες λόγω της γνωστής διασταυρούμενης ευαισθησίας των ασθενών σε φάρμακα αυτής της κατηγορίας.
Επιπλέον, αντενδείκνυται η ένεση θειικής αμικασίνης:
- με ταυτόχρονη χρήση αταλουρένης (βλέπε ενότητα 4.5).
Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια ή προϋπάρχουσα ακουστική ή αιθουσαία βλάβη. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε παρεντερική θεραπεία με αμινογλυκοσίδες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πιθανή ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότητα που σχετίζεται με τη χρήση τους. Η ασφάλεια για περιόδους θεραπείας μεγαλύτερες από 14 ημέρες δεν έχει τεκμηριωθεί.
Νεφροτοξικότητα/Ωτοτοξικότητα
Η νευροτοξικότητα, που εκδηλώνεται ως αιθουσαία ή/και αμφοτερόπλευρη ακουστική ωτοτοξικότητα, μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμινογλυκοσίδες. Ο κίνδυνος ωτοτοξικότητας που προκαλείται από τις αμινογλυκοσίδες είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή σε εκείνους των οποίων η θεραπεία παρατείνεται για 5-7 ημέρες θεραπείας, ακόμη και σε υγιείς ασθενείς. Η κώφωση υψηλών συχνοτήτων εμφανίζεται συνήθως πρώτη και μπορεί να ανιχνευθεί μόνο με ακοομετρικό έλεγχο. Μπορεί να εμφανιστεί ίλιγγος και μπορεί να αποτελεί ένδειξη αιθουσαίας βλάβης. Άλλες εκδηλώσεις νευροτοξικότητας μπορεί να περιλαμβάνουν μούδιασμα, μυρμήγκιασμα του δέρματος, μυϊκές συσπάσεις και σπασμούς. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν κοχλιακή ή αιθουσαία βλάβη μπορεί να μην έχουν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας που να τους προειδοποιούν για την ανάπτυξη τοξικότητας του όγδοου νεύρου και μπορεί να εμφανιστεί ολική ή μερική μη αναστρέψιμη αμφοτερόπλευρη κώφωση ή ίλιγγος που προκαλεί ανικανότητα μετά τη διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος. Η επαγόμενη από αμινογλυκοσίδες ωτοτοξικότητα είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Οι ασθενείς με μεταλλάξεις στο μιτοχονδριακό DNA (ειδικότερα μεταλλάξεις αντικατάστασης του νουκλεοτιδίου 1555 από αδενίνη σε γουανίνη στο γονίδιο 12S rRNA), διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ωτοτοξικότητας, ακόμη και αν τα επίπεδα των αμινογλυκοσιδών στον ορό κυμαίνονται εντός του συνιστώμενου εύρους κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Σε ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό σχετικών μεταλλάξεων ή κώφωσης που οφείλεται στις αμινογλυκοσίδες, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικών θεραπειών ή γενετικού ελέγχου πριν από τη χορήγηση.
Νευρομυϊκή τοξικότητα
Έχουν αναφερθεί νευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυση μετά από παρεντερική ένεση, τοπική ενστάλαξη (όπως στην ορθοπεδική και κοιλιακή άρδευση ή στην τοπική θεραπεία του εμπυήματος) και μετά από του στόματος χρήση αμινογλυκοσιδών. Η πιθανότητα αναπνευστικής παράλυσης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν οι αμινογλυκοσίδες χορηγούνται με οποιαδήποτε οδό, ειδικά σε ασθενείς που λαμβάνουν αναισθητικούς παράγοντες, παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού
(βλ. παράγραφο 4.5). Εάν παρουσιαστεί νευρομυϊκός αποκλεισμός, τα άλατα ασβεστίου μπορεί να αντιστρέψουν την αναπνευστική παράλυση, αλλά μπορεί να είναι απαραίτητη η μηχανική αναπνευστική βοήθεια.
Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός και η μυϊκή παράλυση έχουν καταδειχθεί σε πειραματόζωα στα οποία χορηγήθηκαν υψηλές δόσεις αμικασίνης.
Η χορήγηση αμινογλυκοσιδών σε ασθενείς με νευρομυϊκή νόσο όπως η βαριά μυασθένεια ή ο παρκινσονισμός χρήζει εξαιρετικής προσοχής, καθώς αυτά τα φάρμακα μπορεί να επιδεινώσουν τη μυϊκή αδυναμία λόγω της πιθανής δράσης τους που ομοιάζει με τη δράση κουραρίου στη νευρομυϊκή σύναψη.
Νεφροτοξικότητα
Οι αμινογλυκοσίδες είναι δυνητικά νεφροτοξικές ουσίες. Η νεφροτοξικότητα δεν εξαρτάται από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax). Ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία και σε αυτούς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ή σε εκείνους των οποίων η θεραπεία παρατείνεται.
Οι ασθενείς πρέπει να διατηρούνται καλά ενυδατωμένοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να αξιολογείται με τις συνήθεις μεθόδους πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθημερινά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η δόση θα πρέπει να μειώνεται σε περίπτωση ενδείξεων μειωμένης νεφρικής λειτουργίας όπως: κυλινδρουρία, παρουσία λευκοκυττάρων ή ερυθρών αιμοσφαιρίων, λευκωματουρία, μείωση της κάθαρσης κρεατινίνης, υποπυκνότητα, υπεραζωταιμία, αύξηση της κρεατινίνης ορού και ολιγουρία. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν αυξηθεί η αζωταιμία ή εάν ο όγκος των ούρων μειωθεί σταδιακά.
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία η οποία μπορεί να μην είναι εμφανής σε δοκιμασίες ρουτίνας προσυμπτωματικού ελέγχου όπως το άζωτο ουρίας αίματος (BUN) ή η κρεατινίνη ορού. Ο προσδιορισμός της κάθαρσης κρεατινίνης μπορεί να είναι πιο χρήσιμος. Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ηλικιωμένους ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμινογλυκοσίδες είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η νεφρική λειτουργία και η λειτουργία του όγδοου κρανιακού νεύρου θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ειδικά σε ασθενείς με γνωστή ή εικαζόμενη νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη της θεραπείας, καθώς και σε ασθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία είναι αρχικά φυσιολογική αλλά που αναπτύσσουν σημεία μείωσης της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις της αμικασίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται όποτε είναι δυνατόν για να διασφαλιστούν επαρκή επίπεδα του φαρμάκου και να αποφευχθούν πιθανά τοξικά επίπεδα. Τα ούρα πρέπει να εξετάζονται για μειωμένο ειδικό βάρος, αυξημένη απέκκριση πρωτεϊνών και παρουσία κυττάρων ή κυλίνδρων. Πρέπει να μετρώνται περιοδικά το άζωτο της ουρίας του αίματος, η κρεατινίνη ορού ή η κάθαρση κρεατινίνης. Πρέπει να πραγματοποιούνται ακοογράμματα σειρών συχνοτήτων, όπου είναι δυνατόν, σε ασθενείς αρκετά μεγάλους για να υποβληθούν σε εξετάσεις, ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η ένδειξη ωτοτοξικότητας (ζάλη, ίλιγγος, εμβοές και απώλεια ακοής) ή νεφροτοξικότητας απαιτεί διακοπή του αντιβιοτικού ή προσαρμογή της δοσολογίας.
Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη ή/και διαδοχική από του στόματος ή τοπική χρήση άλλων νευροτοξικών ή νεφροτοξικών προϊόντων. Άλλοι παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο τοξικότητας είναι η προχωρημένη ηλικία, η αφυδάτωση και κίρρωση σταδίων B και C σύμφωνα με το σύστημα Child-Pugh.
Η ανάμειξη αμινογλυκοσιδών με αντιβιοτικά β-λακτάμης (πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες) in vitro μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αμοιβαία αδρανοποίηση. Μια μείωση της δραστηριότητας του ορού μπορεί επίσης να συμβεί όταν ένα αντιβιοτικό τύπου αμινογλυκοσίδης ή πενικιλλίνης χορηγείται in vivo δια μέσου ξεχωριστών οδών. Η απενεργοποίηση των αμινογλυκοσιδίων είναι κλινικά σημαντική μόνο σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η αδρανοποίηση μπορεί να συνεχιστεί σε δείγματα σωματικών υγρών που συλλέγονται για αναλύσεις, με αποτέλεσμα ανακριβείς μετρήσεις αμινογλυκοσιδίων. Τέτοια δείγματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σωστά (να αναλυθούν αμέσως, να καταψυχθούν ή να υποβληθούν σε επεξεργασία με βήτα-λακταμάση).
Aλλεργικές αντιδράσεις
BRUSE περιέχει διθειώδες νάτριο, ένα θειώδες άλας που μπορεί να προκαλέσει αλλεργικού τύπου αντιδράσεις σε ορισμένα ευαίσθητα άτομα, όπως αναφυλακτικά και απειλητικά για τη ζωή συμπτώματα ή λιγότερο σοβαρά ασθματικά επεισόδια. Η ευαισθησία στα θειώδη στον γενικό πληθυσμό είναι ασυνήθιστη και η συνολική επίπτωση είναι πιθανώς χαμηλή. Η ευαισθησία στα θειώδη είναι πιο συχνή στους ασθματικούς παρά στους μη ασθματικούς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι αμινογλυκοσίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε πρόωρα βρέφη και νεογνά
η νεφρική ανωριμότητα αυτών των ασθενών και η επακόλουθη παράταση του χρόνου ημιζωής στον ορό
αυτών των δραστικών ουσιών.
Άλλα
Οι αμινογλυκοσίδες απορροφώνται γρήγορα και σχεδόν πλήρως όταν εφαρμόζονται τοπικά,
εκτός από την ουροδόχο κύστη, σε συνδυασμό με χειρουργικές επεμβάσεις. Μη ανιστρέψιμη κώφωση, νεφρική ανεπάρκεια και θάνατος λόγω νευρομυϊκού αποκλεισμού έχουν αναφερθεί μετά από άρδευση τόσο μικρών όσο και μεγάλων χειρουργικών πεδίων με παρασκεύασμα αμινογλυκοσίδης.
Όπως και με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση αμικασίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων
οργανισμών. Εάν συμβεί αυτό, θα πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία.
Έχει αναφερθεί έμφρακτο της ωχράς κηλίδας που μερικές φορές οδηγεί σε μόνιμη απώλεια όρασης μετά από ενδοϋαλοειδική χορήγηση (ένεση στον οφθαλμό) αμικασίνης.
Έκδοχα
Νάτριο: Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Μεταδιθειώδες νάτριο: Σπάνια, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και βρογχόσπασμο.
Η ταυτόχρονη ή διαδοχική χρήση άλλων νευροτοξικών ωτοτοξικών (τεϊκοπλανίνη) ή νεφροτοξικών φαρμάκων, ιδιαίτερα βακιτρακίνης, σισπλατίνης, αμφοτερικίνης Β, κυκλοσπορίνης, τακρόλιμους, κεφαλοριδίνης, παρομομυκίνης, βιομυκίνης, πολυμυξίνης Β, κολιστίνης, βανκομυκίνης ή άλλων αμινογλυκοσιδών θα πρέπει να αποφεύγεται των σωρευτικών αποτελεσμάτων. Έχει αναφερθεί αυξημένη νεφροτοξικότητα μετά από ταυτόχρονη παρεντερική χορήγηση αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών και κεφαλοσπορινών. Η ταυτόχρονη χρήση κεφαλοσπορίνης μπορεί να αυξήσει ψευδώς τους προσδιορισμούς των επιπέδων κρεατινίνης ορού.
Η ταυτόχρονη χρήση ένεσης θειικής αμικασίνης με ισχυρά διουρητικά (αιθακρυνικό οξύ ή φουροσεμίδη) θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς τα διουρητικά από μόνα τους μπορεί να προκαλέσουν ωτοτοξικότητα. Επιπλέον, όταν χορηγούνται ενδοφλεβίως, τα διουρητικά μπορεί να ενισχύσουν την τοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αλλάζοντας τις συγκεντρώσεις των αντιβιοτικών στον ορό και τους ιστούς.
Μια μείωση της δραστηριότητας του ορού μπορεί επίσης να συμβεί όταν ένα αντιβιοτικό τύπου αμινογλυκοσίδης ή πενικιλλίνης
χορηγείται in vivo δια μέσου ξεχωριστών οδών.
Διφωσφονικά
Ο κίνδυνος υπασβεστιαιμίας αυξάνεται όταν οι αμινογλυκοσίδες χορηγούνται με διφωσφονικά.
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας και πιθανώς ωτοτοξικότητας όταν οι αμινογλυκοσίδες χορηγούνται με ενώσεις πλατίνας.
Η συγχορηγούμενη θειαμίνη (βιταμίνη Β1) μπορεί να καταστραφεί από το δραστικό συστατικό όξινου θειώδους νατρίου της σύνθεσης θειικής αμικασίνης.
Η ινδομεθακίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της αμικασίνης στο πλάσμα στα νεογνά.
Υπάρχει κίνδυνος παράλυσης των αναπνευστικών μυών σε ασθενείς που λαμβάνουν αναισθητικούς παράγοντες, παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού όπως ηλεκτρυλοχολίνη, δεκαμεθόνιο, ατρακούριο, ροκουρόνιο, βεκουρόνιο ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε εκτενείς μεταγγίσεις αίματος με αντιπηκτικό κιτρικό άλας.
Αμικασίνη/μυοχαλαρωτικά και άλλες ουσίες
Κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με αμικασίνη και ένα μυοχαλαρωτικό φάρμακο (π.χ. d- τουβοκουραρίνη), σκευάσματα τύπου κουραρίου, αλλαντοτοξίνη, αντιβιοτικά πολυμυξίνης, προκαϊναμίδη, μεγάλες ποσότητες αίματος με κιτρικό άλας ή αναισθησία μέσω εισπνοής (π.χ. αλοθάνιο) πρέπει να αναμένεται ότι θα αυξηθεί ο νευρομυϊκός αποκλεισμός, ο οποίος ασκείται από αυτές τις δραστικές ουσίες. Σε περίπτωση χειρουργείου ο αναισθησιολόγος θα πρέπει να πληροφορηθεί ότι έχει χορηγηθεί αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Η ένεση αλάτων ασβεστίου είναι δυνατό να αναστρέψουν το νευρομυϊκό αποκλεισμό που οφείλεται στις αμινογλυκοσίδες (βλέπε παράγραφο 4.9).
Αταλουρένη
Η αμικασίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με αταλουρένη λόγω του κινδύνου ενίσχυσης της νεφροτοξικότητας που οφείλεται σε αμινογλυκοσίδες (βλ. παράγραφο 4.3).
Κύηση
Η αμικασίνη πρέπει να χορηγείται σε εγκύους και νεογνά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο και υπό ιατρική επίβλεψη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Υπάρχει περιορισμένη ποσότητα στοιχείων από τη χρήση αμινογλυκοσίδων σε έγκυες γυναίκες. Οι αμινογλυκοσίδες είναι δυνατό να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο. Οι αμινογλυκοσίδες διαπερνούν τον πλακούντα και υπάρχουν αναφορές πλήρους, μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν στρεπτομυκίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αν και, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στο έμβρυο ή σε νεογέννητα εγκύων γυναικών οι οποίες έλαβαν θεραπεία με άλλες αμινογλυκοσίδες, η πιθανότητα βλάβης δυνητικά υπάρχει. Εάν χρησιμοποιηθεί η αμικασίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια λήψης αυτού του φαρμάκου, η ασθενής θα πρέπει να πληροφορείται σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο του εμβρύου.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν η αμικασίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για διακοπή του μητρικού θηλασμού ή για διακοπή της θεραπείας.
Γονιμότητα
Σε μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα σε ποντίκια και αρουραίους στα οποία χορηγήθηκε αμικασίνη παρεντερικά, δεν αναφέρθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα ή τοξικότητα για το έμβρυο (βλέπε παράγραφο 5.3).
ν
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Εξαιτίας ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε παράγραφο 4.8) ενδέχεται να επηρεαστεί η ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Όλες οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να προκαλέσουν ωτοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα και νευρομυϊκό αποκλεισμό. Αυτές οι τοξικότητες εμφανίζονται συχνότερα σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, σε ασθενείς υπό θεραπεία με άλλους ωτοτοξικούς ή νεφροτοξικούς παράγοντες και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους ή/και με υψηλότερες δόσεις από τις συνιστώμενες (βλέπε παράγραφο 4.4).
Ο κατάλογος παρουσιάζεται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος, προτιμώμενο όρο κατά MedDRA και ανά συχνότητα , σύμφωνα με τις ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1000, <1/100), σπάνιες (≥1/10000, <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000) και μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Όρος MedDRA |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Επιμόλυνση ή αποίκιση με ανθεκτικά μικρόβια ή ζυμομύκητες α |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και τουλεμφικού συστήματος | Σπάνιες | Αναιμία, ηωσινοφιλία, λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι γνωστές | Αναφυλακτική αντίδραση (αναφυλακτική αντίδραση, αναφυλακτικό σοκ, και αναφυλακτοειδής αντίδραση), υπερευαισθησία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού καιτης θρέψης | Σπάνιες | Υπομαγνησιαιμία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Όχι συχνές | Ζάλη1, Ίλιγγος1 |
| Όχι γνωστές | Παράλυση α | |
| Σπάνιες | Τρόμος α , παραισθησία α , κεφαλαλγία, διαταραχή της ισορροπίας a, ημικρανία | |
| Πολύ σπάνιες | Νευρομυϊκός αποκλεισμός | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όχι συχνές | Νυσταγμός1 |
| Σπάνιες | Τύφλωση β , έμφραξη της αρτηρίας του αμφιβληστροειδούς β | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Σπάνιες | Εμβοέςα , υποακουσία α |
| Όχι γνωστές | Κώφωση α , νευροαισθητήρια βαρηκοΐα α | |
| Αγγειακές διαταραχές | Σπάνιες | Υπόταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Όχι γνωστές | Υπνική άπνοια, βρογχόσπασμος |
| Σπάνιες | Καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας 3 | |
| Πολύ σπάνιες | Παράλυση αναπνευστικών μυών3 (μεμονωμένες περιπτώσεις) | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Όχι συχνές | Ναυτία, έμετος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σπάνιες | Κνησμός, κνίδωση, εξάνθημα, εξανθηματική νόσο |
| Μυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές του συνδετικού ιστού | Σπάνιες | Αρθραλγία, μυϊκές συσπάσεις α |
| Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών | Όχι συχνές | Βλάβη των νεφρικών σωληναρίων 2,μειωμένη νεφρική λειτουργία2 |
| Όχι γνωστές | Οξεία νεφρική βλάβη, τοξική νεφροπάθεια, κύτταρα στα ούρα α | |
| Σπάνιες | Ολιγουρία a , αύξηση της κρεατινίνης ορού a , λευκωματουρία a , αζωθαιμία a ,ερυθροκύτταρα στα ούρα a , λευκοκύτταρα στα ούρα a |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Σπάνιες | Πυρεξία |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Σπάνιες | Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση(ελαφρώς και παροδικά) |
α Βλέπε παράγραφο 4.4
β Η αμικασίνη δεν προορίζεται για χρήση εντός του υαλοειδούς σώματος. Έχουν αναφερθεί τύφλωση στον αμφιβληστροειδή και έμφραξη της αρτηρίας του αμφιβήστροειδούς μετά από ένεση αμικασίνης εντός του υαολεοδούς σώματος (ένεση στον οφθαλμό).
(1) Αυτές οι αντιδράσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα όταν υπερβαίνεται το συνιστώμενο επίπεδο της δόσης, σε θεραπεία η οποία διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες, ή όταν η δόση δεν μειώνεται επαρκώς σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Τα αρχικά συμπτώματα των αιθουσαίων διαταραχών είναι η ζάλη, ναυτία και
έμετος. Η κλινική εξέταση αποκαλύπτει συχνά ένα νυσταγμό. Οι αιθουσαίες διαταραχές είναι συνήθως αναστρέψιμες σε κάθε περίπτωση. Τα πρώτα συμπτώματα της κοχλιακής δυσλειτουργίας συμπεριλαμβάνουν συχνά την απώλεια αντίληψης τόνων υψηλής συχνότητας ( (≥4.000 Hertz) που προηγείται της απώλειας της ακοής και ανιχνεύεται μόνο με ακουομετρία.
(2) Άλλη όχι συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η βλάβη των νεφρικών σωληναρίων με νεφρική βλάβη. Στο μηχανισμό της νεφρικής βλάβης συμμετέχει η συσσώρευση στα λυσοσωμάτια, η αναστολή της φωσφολιπάσης και η νέκρωση των κυττάρων των σωληναρίων μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση αμικασίνης. Μία ημερήσια δόση πιθανόν να μειώνει το κίνδυνο νεφροτοξικότητας. Η νεφρική βλάβη είναι αναστρέψιμη σε διάφορους βαθμούς όμως αυξάνει τον κίνδυνο της διαδικασίας συσσώρευσης, η οποία μπορεί να προκαλέσει ή να επιτείνει την ωτοτοξική δράση. Είναι πιθανή η παρουσία αυξημένης συγκέντρωσης κρεατινίνης στον ορό, η παρουσία λευκώματος, ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων ή κυλίνδρων στα ούρα, ουραιμίας και ολιγουρίας.
(3) Σε σπάνιες περιπτώσεις, εάν η ενδοφλέβια έγχυση του φαρμακευτικού προϊόντος είναι πολύ σύντομη, είναι δυνατό να κατασταλούν σοβαρά οι αναπνευστικές λειτουργίες. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική παράλυση. Ο κίνδυνος υπάρχει επίσης εάν η αμικασίνη χορηγηθεί σε συνδυασμό με αναισθησία και μυοχαλαρωτικά (βλέπε παράγραφο 4.5).
Οι μεταβολές στη νεφρική λειτουργία είναι συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή του φαρμάκου.
Η τοξική δράση στην όγδοο κρανιακό νεύρο ενδέχεται να προκαλέσει απώλεια ακοής, απώλεια ισορροπίας ή και τα δύο. Η αμικασίνη επηρεάζει, κυρίως, την ακουστική λειτουργία. Η κοχλιακή δυσλειτουργία προκαλεί κώφωση υψηλών συχνοτήτων και συνήθως εμφανίζεται πριν ανιχνευθεί κλινικά η απώλεια ακοής με ακοομετρική εξέταση (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, υπάρχει ένας γενικός κίνδυνος αντιδράσεων νεφροτοξικότητας, ωτοτοξικότητας και νευροτοξικότητας (νευρομυϊκός αποκλεισμός). Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός με αναπνευστική ανακοπή χρήζει κατάλληλης θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων ιόντων ασβεστίου (π.χ. υπό μορφή γλυκονικού ασβεστίου ή λακτοβιονάτης σε διάλυμα 10-20%) (βλ. παράγραφο 4.4). Σε περίπτωση υπερδοσολογίας ή τοξικής αντίδρασης, η περιτοναϊκή κάθαρση ή η αιμοδιάλυση θα συμβάλλει στην αποβολή της αμικασίνης από το αίμα.
Τα επίπεδα της αμικασίνης μειώνονται, επίσης, κατά τη διάρκεια συνεχούς αρτηριοφλεβικής αιμοδιήθησης.
Μπορεί, επίσης, να εξεταστεί το ενδεχόμενο αφαιμαξομετάγγισης σε νεογνά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BRUSE 250MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά φάρμακα για συστηματική χρήση, αντιβακτηριακά αμινογλυκοσιδών, άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06
Μηχανισμός δράσης
Η αμικασίνη δρα μέσω καταστολής της πρωτεϊνοσύνθεσης στα βακτηριακά ριβοσωμάτια δια μέσου αλληλεπίδρασης με
με το ριβοσωμιακά RNA και διαδοχική καταστολή της μετάφρασης σε ευαίσθητα μικρόβια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα
βακτηριοκτόνο δράση.
Σχέση ΦΚ/ΦΔ
Οι σημαντικότερες παράμετροι PK/PD για την πρόβλεψη της βακτηριοκτόνου δράσης της αμικασίνης είναι η αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) και η ελάχιστη συγκέντρωση αναστολής (MIC) του
αντίστοιχου παθογόνου. Η αναλογία Cmax/MIC 8:1 ή 10:1 θεωρείται ότι δίνει αποτελεσματικό βακτηριακό
θάνατο και πρόληψη της βακτηριακής επανανάπτυξης.
Η αμικασίνη εμφανίζει μετα-αντιβιοτική δράση in vitro και in vivo. Η μετα-αντιβιοτική δράση επιτρέπει
την επέκταση του διαστήματος δοσολογίας χωρίς την απώλεια της αποτελεσματικότητας ενάντια στους περισσότερους gram-αρνητικούς βακίλους.
Μηχανισμός(οι) ανθεκτικότητας
Η ανθεκτικότητα στην αμικασίνη μπορεί να οφείλεται στους ακόλουθους μηχανισμούς:
– Ενζυματική απενεργοποίηση: Μία ενζυματική τροποποίηση των μορίων της αμινογλυκοσίδης
είναι ο πιο επικρατής μηχανισμός. Σε αυτό μεσολαβούν ακετυλοτρανσφεράσες, φωσφοτρανσφεράσες ή
νουκλεοτιδυλοτρανσφεράσες, οι οποίες κωδικοποιούνται συνήθως από πλασμίδια. Η αμικασίνη έχει καταδειχτεί
ότι είναι αποτελεσματική έναντι σε πολλά ανθεκτικά στις αμινογλυκοσίδες στελέχη λόγω της ικανότητάς της να ανθίσταται στην αποδόμηση
από ένζυμα απενεργοποίησης των αμινογλυκοσίδων.
-
Μειωμένη διείσδυση και ενεργή εκροή: Αυτοί οι μηχανισμοί ανθεκτικότητας παρατηρούνται ψευδομονάδα
Pseudomonas aeruginosa. Πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν την εμφάνιση όμοιων μηχανισμών ανθεκτικότητας σε
στελέχη Acinetobacter.
-
Μετατροπή της δομής-στόχου: Τροποποιήσεις εντός των ριβοσωμάτων παρατηρούνται μόνο περιστασιακά
ως λόγος της ανθεκτικότητας.
Δεν είναι συνήθης η εμφάνιση ανθεκτικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Υπάρχει μερική διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της αμικασίνης
και άλλων αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών. Όρια ευαισθησίας
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμών Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς παράγοντες (EUCAST) έχει καθιερώσει κριτήρια για σκοπούς ερμηνείας των ορίων δοκιμής ευαισθησίας MIC
(ελάχιστη ανασταλτική πυκνότητα) για την αμικασίνη τα οποία παραθέτονται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic- breakpoints_en.xlsx
Φάσμα δραστηριότητας της αμικασίνης:
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να διαφοροποιείται γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση για την αντοχή, ιδιαίτερα όταν θεραπεύονται σοβαρές λοιμώξεις. Εάν είναι αναγκαίο, πρέπει να ζητείται η συμβουλή ειδικών όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος ώστε είναι αμφίβολη η χρησιμότητα του παράγοντα σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων.
| Είδη συνήθως ευαίσθητα |
| Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί |
| Staphylococcus aureus |
| Staphylococcus haemolyticus |
| Staphylococcus hominis° |
| Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί |
| Acinetobacter pittii |
| Citrobacter freundii |
| Citrobacter koseri |
| Enterobacter aerogenes |
| Enterobacter cloacae |
| Escherichia coli |
| Klebsiella oxytoca |
| Klebsiella pneumoniae |
| Morganella morganii |
| Proteus mirabilis |
| Proteus vulgaris 0 |
| Pseudomonas aeruginosa 1 |
| Salmonella enterica 0 |
| Serratia liquefaciens0 |
| Seratia marcescens |
| Shigella spp. |
| Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα ενδέχεται να αποτελέσει |
| πρόβλημα |
| Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί |
| Staphylococcus epidermidis |
| Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί |
| Acinetobacter baumannii |
| Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί |
| Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί |
| Enterococcus spp. |
| Streptococcus spp. |
| Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί |
| Burkholderia cepacia |
| Stenotrophomonas maltophila |
| Αναερόβιοι |
| Bacteroides spp. |
| Prevotella spp. |
| Άλλοι μικροοργανισμοί |
| Chlamydia spp. |
| Chlamydophila spp. |
| Mycoplasma spp. |
| Ureaplasma urealyticum |
1 αναλογία ανθεκτικότητας των απομονωμένων στελεχών από ειδικές ομάδες ασθενών π.χ. ασθενείς με κυστική ίνωση, είναι ≥10%.
0 Δεν υπήρχαν διαθέσιμα επικαιροποιημένα στοιχεία κατά τον χρόνο δημοσίευσης αυτών των πινάκων. Η ευαισθησία λαμβάνεται ως υπόθεση στη βασική βιβλιογραφία, τυπικά βιβλία αναφοράς και συστάσεις θεραπείας.
Γενικά:
Σε υγιείς ενήλικες, ο μέσος χρόνος ημιζωής στον ορό υπερβαίνει ελαφρώς τις 2 ώρες με μέσο συνολικό φαινομενικό όγκο κατανομής 24 λίτρα, περίπου 28% του σωματικού βάρους. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος του ορού κυμαίνεται από 0 έως 11%. Η μέση ταχύτητα κάθαρσης ορού είναι περίπου 100 ml / λεπτό και ο ρυθμός νεφρικής κάθαρσης είναι 94 ml / λεπτό σε άτομα με κανονική νεφρική λειτουργία.
Η αμικασίνη αποβάλλεται με σπειραματική διήθηση ως κύρια οδό αποβολής. Οι ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή μειωμένη σπειραματική διήθηση απεκκρίνουν το αντιβιοτικό με πολύ αργότερο ρυθμό, παρατείνοντας τον χρόνο ημιζωής στον ορό. Επομένως, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά και η δοσολογία να προσαρμόζεται ανάλογα (βλ.4.2 Δοσολογία και μέθοδος χορήγησης, Μειωμένη Νεφρική λειτουργία).
Μετά από τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης, θεραπευτικά επίπεδα αμικασίνης βρίσκονται στα οστά, την καρδιά, τη χοληδόχο κύστη, τον πνευμονικό ιστό, τα ούρα, τη χολή, τα βρογχικά εκκρίματα, τα πτύελα,το ενδιάμεσο υγρό, το υπεζωκοτικό υγρό και το αρθρικό υγρό.
Τα δεδομένα από μελέτες πολλαπλών ημερήσιων δόσεων κατέδειξαν ότι τα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε σε φυσιολογικά βρέφη αντιστοιχούν σε περίπου 10 έως 20% της συγκέντρωσης ορού και μπορεί να φτάσουν στο 50% στη μηνιγγίτιδα.
Ενδομυϊκή χορήγηση:
Η αμικασίνη απορροφάται σε σύντομο διάστημα όταν χορηγείται ενδομυϊκά και γίνεται καλά ανεκτή σε τοπικό επίπεδο. Σε υγιείς εθελοντές, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στον ορό περίπου 12, 16, και 21 mcg / ml επιτυγχάνεται μετά από μια ώρα μετά από τη χορήγηση εφάπαξ ενδομυϊκών δόσεων 250 mg (3,7 mg/kg), 375 mg (5 mg/kg), και 500 mg, (7.5 mg/kg), αντίστοιχα. Στις 10 ώρες, τα επίπεδα στο πλάσμα είναι περίπου 0,3 mcg/ml, 1,2 mcg/ml και 2,1 mcg/ml, αντίστοιχα. Όταν το φάρμακο χορηγείται στη συνιστώμενη δόση, δεν υπάρχουν στοιχεία συσσώρευσης με επαναλαμβανόμενες δόσεις για 10 ημέρες.
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, το 91,9% μιας ενδομυϊκής δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός των πρώτων 8 ωρών ενώ το 98,2% εντός 24 ωρών. Η μέση συγκέντρωση στα ούρα για 6 ώρες είναι 563 mcg/ml μετά από 250 mg, 697 mcg/ml μετά από 375 mg και 832 mcg/ml μετά από 500 mg.
Ενδοφλέβια χορήγηση:
Εφάπαξ δόσεις των 500 mg (7,5 mg/kg) που χορηγήθηκαν σε υγιείς ενήλικες εθελοντές με έγχυση 30 λεπτών έδωσαν μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 38 mcg/ml στο τέλος της έγχυσης ενώ συγκεντρώσεις 24 mcg/ml, 18 mcg/ ml και 0,75 mcg/ml σε 30 λεπτά, 1 ώρα και 10 ώρες μετά την έγχυση, αντίστοιχα. Το 84% της χορηγούμενης δόσης απεκκρινόταν στα ούρα σε 9 ώρες ενώ το 94%
σε 24 ώρες. Οι επαναλαμβανόμενες δόσεις των 7,5 mg/kg κάθε 12 ώρες σε φυσιολογικούς ενήλικες ήταν ικανοποιητικά ανεκτές και δεν είχαν ως αποτέλεσμα συσσώρευση του φαρμάκου.
Σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση εφάπαξ δόσης των 15 mg/kg με 30λεπτη έγχυση σε υγιείς ενήλικους εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορού περίπου 77 μg/ml στο τέλος της έγχυσης και 47 μg/ml και 1 μg/ml, 1 και 12 ώρες μετά το τέλος της ένεσης, αντίστοιχα. Μέσες συγκεντρώσεις στον ορό 55 mcg/ml παρατηρούνται μετά την 30λεπτη έγχυση 15 mg/kg σε ηλικιωμένους ασθενείς (μέση κάθαρση κρεατινίνης 64 ml/λεπτό) με συγκεντρώσεις στον ορό 5,4 mcg/ml μετά από 12 ώρες και 1,3 mcg/ml 24 ώρες μετά την έγχυση. Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων, δεν έχουν καταδειχτεί δράσεις συσσώρευσης σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία τα οποία λάμβαναν εφάπαξ ημερήσιες δόσεις των 15 έως 20 mg/kg.
Ενδομυϊκή και ενδοφλέβια χορήγηση:
Σε νεογνά και ιδιαίτερα σε πρόωρα βρέφη, η νεφρική αποβολή της αμικασίνης είναι μειωμένη.
Σε μία μεμονωμένη μελέτη σε νεογνά (ηλικίας 1-6 ημερών μετά από τη γέννηση) ομαδοποιημένα σύμφωνα με το βάρος γέννησης ( (<2000, 2000-3000 και >3000g), η αμικασίνη χορηγήθηκε ενδομυϊκά ή/και ενδοφλέβια με δόση 7,5 mg/kg. Η κάθαρση σε νεογνά >3000 g ήταν 0,84 ml/min/kg και ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 7 ώρες. Σε αυτήν την ομάδα, ο αρχικός όγκος της κατανομής και ο όγκος κατανομής
στη σταθερή κατάσταση ήταν 0,3 ml/kg και 0,5 mg/kg, αντίστοιχα. Στις ομάδες με χαμηλότερο βάρος γέννησης η κάθαρση/kg ήταν χαμηλότερη και ο χρόνος ημιζωής μεγαλύτερος. Η επαναλαμβανόμενη δοσολογία κάθε 12 ώρες σε όλες τις παραπάνω ομάδες δεν κατέδειξε συσσώρευση μετά από 5 ημέρες.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - BRUSE 250MG/ML
Διένυδρο κιτρικό νάτριο Μεταδιθειώδες νάτριο
Θειικό οξύ (για ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (με εξαίρεση εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6).
Η ανάμειξη αμινογλυκοσιδών με αντιβιοτικά β-λακτάμης (πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες) σε ένα διάλυμα προς έγχυση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αμοιβαία αδρανοποίηση. Η μειωμένη δραστηριότητα του ορού μπορεί επίσης να παρατηρηθεί όταν ένα αντιβιοτικό τύπου αμινογλυκοσίδης ή πενικιλλίνης χορηγείται in vivo δια μέσου ξεχωριστών οδών. Η απενεργοποίηση των αμινογλυκοσιδίων είναι κλινικά σημαντική μόνο σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η αδρανοποίηση ενδέχεται να επιμείνει στα σωματικά υγρά που συλλέγονται για την εκτέλεση δοκιμασιών, με αποτέλεσμα ανακριβείς μετρήσεις αμινογλυκοσιδών. Τα δείγματα πρέπει να υποβάλλονται σε κατάλληλο χειρισμό (κατά τη διάρκεια της εξέτασης, της κατάψυξης ή της δράσης των β-λακταμασών).
Χημικές ασυμβατότητες είναι γνωστές για αμφοτερικίνη, χλωροθειαζίδες, ερυθρομυκίνη, ηπαρίνη, νιτροφουραντοϊνη, νοβοβιοκίνη, φαινυτοϊνη, σουλφαδιαζίνη, θειοπεντόνη, χλωρτετρακυκλινη, βιταμίνη Β και βιταμίνη C. Η αμικασίνη δεν πρέπει να προ-αναμειγνύεται με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Κλειστό: 2 έτη
Μετά από αραίωση:
Τα αραιωμένα διαλύματα με τελικές συγκεντρώσεις κάτω των 2,5 mg/ml πρέπει να χρησιμοποιούνται αμέσως.
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 24 ώρες στους 23-27 °C υπό τεχνητό φωτισμό και στους 2-8°C με ένεση χλωριούχου νατρίου 0,9% και ένεση διαλύματος Ringer Lactated, σε συγκέντρωση αμικασίνης 2,5 mg/mL, 5,0 mg/mL, 7,5 mg/mL και 15,0 mg/mL.
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 3 ώρες στους 23-27 °C υπό τεχνητό φωτισμό για 12 ώρες στους 2-8 °C με ένεση δεξτρόζης 5%, 5% δεξτρόζη και ένεση χλωριούχου νατρίου 0,2% , Δεξτρόζη 5% και Ένεση χλωριούχου νατρίου 0,45% και ένεση Διαλύματος Ringer Lactated με 5% δεξτρόζης, σε συγκέντρωση αμικασίνης 2,5 mg/mL, 5,0 mg/mL και 7,5 mg/mL.
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 6 ώρες στους 23-27 °C πό τεχνητό φωτισμό για 24 ώρες στους 2-8 °C με ένεση δεξτρόζης 5%, 5% δεξτρόζη και ένεση χλωριούχου νατρίου 0,2% , Δεξτρόζη 5% και Ένεση χλωριούχου νατρίου 0,45% και ένεση Διαλύματος Ringer Lactated με 5% δεξτρόζης με συγκέντρωση αμικασίνης 15,0 mg/mL.
Από μικροβιολογικής άποψης, εκτός εάν η μέθοδος ανοίγματος αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής επιμόλυνσης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες κατά τη χρήση αποθήκευσης αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Πρέπει να διατηρείται σε θερμοκρασία κατώτερη των 25°C.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Τύπου I, γυάλινες διαφανείς φύσιγγες σε συσκευασίες 1 και 10 φυσίγγων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να ελέγχεται οπτικά για σωματίδια και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή διαλύματαελεύθερα σωματιδίων.
Για μια χρήση μόνο.
Τυχόν αχρησιμοποίητο διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν, ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις, αμέσως μετά τη χρήση.
Ενδοφλέβια χορήγηση: Προετοιμασία διαλυμάτων
Το διάλυμα για ενδοφλέβια χρήση προετοιμάζεται με προσθήκη της επιθυμητής δόσης σε 100 ml ή 200 ml στείρου διαλύτη όπως διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζη 5% σε ύδωρ ή οποιοδήποτε άλλο συμβατό διάλυμα.
Η αμικασίνη 125 mg/mL και η αμικασίνη 250 mg/mL αραιώνονται υπό άσηπτες συνθήκες με:
-
Ένεση δεξτρόζης 5%
-
Ένεση δεξτρόζης 5% και ένεση χλωριούχου νατρίου 0,2%
-
Ένεση δεξτρόζης 5% και ένεση χλωριούχου νατρίου 0,45%
-Ένεση χλωριούχου νατρίου 0,9%
-
Ένεση διαλύματος Lactated Ringer
-
Ένεση διαλύματος Lactated Ringer με δεξτρόζη 5%
Σε παιδιατρικούς ασθενείς η ποσότητα του υγρού που θα χρησιμοποιηθεί εξαρτάται από την ποσότητα που είναι ανεκτή από τον ασθενή. Πρέπει να επαρκεί για ένεση της αμικασίνης διάρκειας 30 έως 60 λεπτών.