BUDENOFALK GR.CAP 3MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BUDENOFALK 3MG/CAP
- Νόσος του Crohn
Για την επίτευξη και διατήρηση της ύφεσης σε ασθενείς με ήπιας έως μέσης βαρύτητας νόσο του Crohn που εντοπίζεται στον ειλεό και/ή το ανιόν κόλον.
-Μικροσκοπική κολίτιδα.
-Αυτοάνοση ηπατίτιδα.
Δοσολογία
Νόσος του Crohn
Επίτευξη της ύφεσης
Κατά την ενεργό φάση της νόσου η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι τρία καψάκια εφάπαξ ημερησίως το πρωί ή ένα καψάκιο (που περιέχει 3 mg βουδεσονίδης) χορηγούμενο 3 φορές την ημέρα (πρωί, μεσημέρι και βράδυ, που αντιστοιχεί σε συνολική ημερήσια δόση 9 mg βουδεσονίδης), εάν είναι πιο βολικό για τον ασθενή..
Διατήρηση της ύφεσης
Για τη διατήρηση της ύφεσης και την πρόληψη υποτροπών η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι ένα καψάκιο χορηγούμενο 2 φορές την ημέρα.
Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κλινική δραστηριότητα της νόσου και να χορηγείται η χαμηλότερη απαιτούμενη δόση για το έλεγχο των συμπτωμάτων.
H δοσολογία των καψακίων Budenofalk 3 mg πρέπει να μειώνεται βαθμιαία, πριν τη διακοπή της θεραπείας.
Διάρκεια θεραπείας
Η διάρκεια θεραπείας κατά την ενεργό φάση της νόσου του Crohn πρέπει να περιορίζεται στις
8 εβδομάδες. Μικροσκοπική κολίτιδα
Επίτευξη της ύφεσης
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι τρία καψάκια (που αντιστοιχεί σε συνολική ημερήσια δόση 9
mg βουδεσονίδης) εφάπαξ ημερησίως το πρωί.
Διατήρηση της ύφεσης
Θεραπεία συντήρησης πρέπει να αρχίζει μόνο σε ασθενείς με συχνά επανεμφανιζόμενα συμπτώματα μικροσκοπικής κολίτιδας μετά από επιτυχή θεραπεία επίτευξης της ύφεσης. Μπορεί να εφαρμοστεί ένα δοσολογικό σχήμα δύο καψακίων άπαξ ημερησίως το πρωί (6 mg βουδεσονίδης) ή δύο καψακίων άπαξ ημερησίως το πρωί εναλλασσόμενα με ένα καψάκιο ημερησίως το πρωί (που αντιστοιχεί σε μέση ημερήσια δόση 4,5 mg βουδεσονίδης), σύμφωνα με τις ατομικές απαιτήσεις του ασθενή. Πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Διάρκεια της θεραπείας
Η διάρκεια της θεραπείας στην ενεργή μικροσκοπική κολίτιδα πρέπει να περιορίζεται σε
8 εβδομάδες.
Στη θεραπεία συντήρησης, η θεραπευτική δράση πρέπει να αξιολογείται τακτικά για να εκτιμηθεί εάν είναι απαραίτητη η συνεχιζόμενη θεραπεία, όχι αργότερα από 12 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας συντήρησης. Η θεραπεία συντήρησης πρέπει να παρατείνεται πέρα από μια διάρκεια 12 μηνών μόνο εάν τα οφέλη για τον μεμονωμένο ασθενή θεωρείται ότι υπερτερούν των κινδύνων.
Αυτοάνοση ηπατίτιδα
Επίτευξη της ύφεσης
Για την επίτευξη της ύφεσης (δηλ. την επαναφορά των αυξημένων εργαστηριακών παραμέτρων στις φυσιολογικές τιμές) η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι ένα καψάκιο (που περιέχει 3 mg βουδεσονίδης) τρεις φορές ημερησίως (πρωί, μεσημέρι και βράδυ, που αντιστοιχεί σε συνολική ημερήσια δόση 9 mg βουδεσονίδης).
Διατήρηση της ύφεσης
Μετά την επίτευξη της ύφεσης η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι ένα καψάκιο (που περιέχει 3 mg βουδεσονίδης) δύο φορές την ημέρα (ένα καψάκιο το πρωί και ένα το βράδυ, που αντιστοιχεί σε συνολική ημερήσια δόση 6 mg βουδεσονίδης).
Εάν οι τρανσαμινάσες ALAT και/ή ASAT αυξηθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης, η δόση πρέπει να αυξηθεί σε 3 καψάκια την ημέρα (που αντιστοιχεί σε συνολική ημερήσια δόση 9 mg βουδεσονίδης) όπως περιγράφηκε για την επίτευξη της ύφεσης.
Σε ασθενείς που είναι ανεκτικοί στην αζαθειοπρίνη, η θεραπεία επίτευξης και διατήρησης της ύφεσης με βουδεσονίδη πρέπει να συνδυαστεί με αζαθειοπρίνη.
Διάρκεια της θεραπείας
Για την επίτευξη της ύφεσης μια συνολική ημερήσια δόση 9 mg πρέπει να χορηγείται έως την επίτευξη της ύφεσης. Στη συνέχεια, για τη διατήρηση της ύφεσης θα πρέπει να χορηγείται συνολική ημερήσια δόση 6 mg βουδεσονίδης. H θεραπεία για τη συντήρηση της ύφεσης στην αυτοάνοση ηπατίτιδα πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 24 μήνες. Μπορεί να διακοπεί μόνο εάν η βιοχημική ύφεση διατηρείται διαρκώς και εάν δεν είναι παρόντα σημεία φλεγμονής στη βιοψία ήπατος.
Τερματισμός θεραπείας
Η θεραπεία με καψάκια Budenofalk 3 mg δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα, αλλά να μειώνεται βαθμιαία (σταδιακή μείωση των δόσεων). Συνιστάται η βαθμιαία μείωση των δόσεων σε διάστημα 2 εβδομάδων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών
Τα καψάκια Budenofalk 3 mg δεν πρέπει να λαμβάνονται από παιδιά μικρότερα των 12 ετών λόγω της ανεπαρκούς εμπειρίας και του πιθανώς αυξημένου κινδύνου για καταστολή των επινεφριδίων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Έφηβοι ηλικίας από 12 έως 18 ετών
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των καψακίων Budenofalk 3 mg σε παιδιά ηλικίας από 12 έως
18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα σε εφήβους (12-18 ετών) με νόσο του Crohn ή αυτοάνοση ηπατίτιδα περιγράφονται στην παράγραφο 4.8 και 5.1 αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για δοσολογία.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν ειδικές δοσολογικές συστάσεις για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο
5.2).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Λόγω των περιορισμένων δεδομένων σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών δεν μπορεί να γίνει ειδική δοσολογική σύσταση (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση.
Τα καψάκια περιέχουν εντεροδιαλυτά κοκκία, ανθεκτικά στην επίδραση του γαστρικού οξέος και πρέπει να λαμβάνονται περίπου μισή ώρα πριν τα γεύματα και να καταπίνονται ολόκληρα με επαρκή ποσότητα υγρού (π.χ. ένα ποτήρι νερό).
Τα καψάκια Budenofalk 3 mg δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με:
-
υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1,
-
κίρρωση του ήπατος.
Η θεραπεία με τα καψάκια Budenofalk 3 mg επιφέρει χαμηλότερα συστηματικά επίπεδα στεροειδών από τη συμβατική από στόματος θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή. Η μετάβαση από άλλη θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα σχετιζόμενα με την αλλαγή στα συστηματικά επίπεδα των στεροειδών.
Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με φυματίωση, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωση, πεπτικό έλκος, γλαύκωμα, καταρράκτη, οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος, ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση στην οποία τα γλυκοκορτικοστεροειδή μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Το φάρμακο αυτό δεν είναι κατάλληλο για ασθενείς που πάσχουν από νόσο του Crohn στο ανώτερο γαστρεντερικό.
Λόγω του επιλεκτικού τοπικού κυρίως τρόπου δράσης του φαρμάκου δεν μπορεί να αναμένονται τα σύνθετα ευεργετικά αποτελέσματα σε ασθενείς που πάσχουν από εξωεντερικά συμπτώματα (π.χ. στα
μάτια, το δέρμα, τις αρθρώσεις).
Συστηματικές επιδράσεις γλυκοκορτικοστεροειδών μπορεί να εκδηλωθούν, ιδιαίτερα όταν συνταγογραφείται σε υψηλές δόσεις και για παρατεταμένες περιόδους. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν σύνδρομο Cushing, επινεφριδιακή καταστολή, καθυστέρηση της ανάπτυξης, μειωμένη οστική πυκνότητα, καταρράκτη, γλαύκωμα και ένα ευρύ φάσμα ψυχιατρικών/συμπεριφορικών επιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.8).
Λοίμωξη
Η καταστολή της φλεγμονώδους απόκρισης και της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνει την ευαισθησία στις λοιμώξεις και τη σοβαρότητά τους. Ο κίνδυνος επιδείνωσης των βακτηριακών, μυκητιασικών, αμοιβαδικών και ιικών λοιμώξεων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Η κλινική εμφάνιση μπορεί συχνά να είναι άτυπη και σοβαρές λοιμώξεις όπως η σηψαιμία και η φυματίωση μπορεί να συγκαλυφθούν, και συνεπώς να φθάσουν σε ένα προχωρημένο στάδιο πριν διαγνωσθούν.
Ανεμοβλογιά
Η ανεμοβλογιά χρήζει ιδιαίτερης προσοχής αφού αυτή η συνήθως ήσσονος σοβαρότητας νόσος μπορεί να είναι θανατηφόρα σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς. Στους ασθενείς χωρίς συγκεκριμένο ιστορικό ανεμοβλογιάς πρέπει να δίδεται συμβουλή να αποφεύγουν την στενή προσωπική επαφή με άτομα με ανεμοβλογιά ή έρπητα ζωστήρα και εάν εκτεθούν να ζητήσουν επειγόντως ιατρική βοήθεια. Εάν ο ασθενής είναι παιδί, η παραπάνω συμβουλή πρέπει να δίδεται στους γονείς. Ο παθητικός εμβολιασμός με ανοσοσφαιρίνη ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZIG) απαιτείται σε μη-ανοσοποιημένους ασθενείς που εκτέθηκαν και που λαμβάνουν συστηματικά γλυκοκορτικοστεροειδή ή που τα έχουν λάβει εντός των προηγούμενων 3 μηνών. Αυτό πρέπει να γίνει εντός 10 ημερών από την έκθεση στην ανεμοβλογιά. Εάν επιβεβαιωθεί διάγνωση ανεμοβλογιάς, η νόσος απαιτεί φροντίδα από εξειδικευμένο ιατρό και επείγουσα θεραπεία. Τα γλυκοκορτικοστεροειδή δεν πρέπει να διακόπτονται και η δόση μπορεί να πρέπει να αυξηθεί.
Ιλαρά
Οι ασθενείς με μειωμένη ανοσία που έχουν έρθει σε επαφή με ιλαρά πρέπει, όταν είναι δυνατόν, να λάβουν φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την έκθεση.
Εμβόλια
Ζωντανά εμβόλια δεν πρέπει να χορηγούνται σε άτομα που κάνουν χρόνια χρήση γλυκοκορτικοστεροειδών. Η αντισωματική ανταπόκριση σε άλλα εμβόλια μπορεί να μειωθεί.
Ασθενείς με διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας
Βάσει της εμπειρίας από ασθενείς με προχωρημένου σταδίου πρωτοπαθή χολική κίρρωση (Primary Biliary Cirrhosis, PCB) με ηπατική κίρρωση πρέπει να αναμένεται αυξημένη συστηματική διαθεσιμότητα της βουδεσονίδης σε όλους τους ασθενείς με σοβαρά επηρεασμένη ηπατική λειτουργία. Εντούτοις, σε ασθενείς με ηπατική νόσο χωρίς ηπατική κίρρωση η βουδεσονίδη σε ημερήσιες δόσεις 9 mg ήταν ασφαλής και καλώς ανεκτή. Δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποδηλώνουν ότι είναι απαραίτητη ειδική δοσολογική σύσταση σε ασθενείς με μη-κιρρωτική ηπατική νόσο ή με μόνο ελαφρώς επηρεασμένη ηπατική λειτουργία.
Οπτική διαταραχή
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Άλλες προειδοποιήσεις
Τα γλυκοκορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν καταστολή του άξονα υποθάλαμος-υπόφυση- επινεφρίδια (ΥΥΕ) και να μειώσουν την αντίδραση στο στρες. Όταν ασθενείς πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργικές επεμβάσεις ή να βρεθούν σε άλλες στρεσογόνες καταστάσεις, συνιστάται συμπληρωματική συστηματική θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με κετοκοναζόλη ή άλλους αναστολείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Τα καψάκια Budenofalk 3 mg περιέχουν λακτόζη και σακχαρόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη ή τη φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης, ανεπάρκεια της σακχαράσης-ισομαλτάσης, ή πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό.
Σε ασθενείς με αυτοάνοση ηπατίτιδα τα επίπεδα των τρανσαμινασών στον ορό (ALAT, ASAT) πρέπει να αξιολογούνται σε τακτικά διαστήματα ώστε να προσαρμόζεται η δόση της βουδεσονίδης επαρκώς. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας, τα επίπεδα των τρανσαμινασών πρέπει να αξιολογούνται κάθε δύο εβδομάδες, και στη συνέχεια τουλάχιστον κάθε 3 μήνες.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Καρδιακές γλυκοσίδες
Η δράση των γλυκοσιδών μπορεί να ενισχυθεί από την ανεπάρκεια καλίου.
Αλατοδιουρητικά
Μπορεί να ενισχυθεί η αποβολή καλίου. Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Κυτόχρωμα P450
- Αναστολείς του CYP3A4
Η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP3A, στους οποίους περιλαμβάνονται τα προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή και σε αυτή την περίπτωση οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις από τα κορτικοστεροειδή.
Δόση κετοκοναζόλης 200 mg από στόματος άπαξ ημερησίως περίπου 6πλασίασε τις συγκεντρώσεις της βουδεσονίδης στο πλάσμα (3 mg εφάπαξ δόση) κατά την ταυτόχρονη χορήγηση. Όταν η κετοκοναζόλη χορηγήθηκε 12 ώρες μετά τη βουδεσονίδη, οι συγκεντρώσεις σχεδόν 3πλασιάστηκαν. Καθώς δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να δοθούν δοσολογικές συστάσεις, ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται.
Άλλοι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 όπως η ριτοναβίρη, η ιτρακοναζόλη, η κλαριθρομυκίνη, και ο χυμός γκρέιπφρουτ είναι επίσης πιθανό να προκαλέσουν σημαντική αύξηση στα επίπεδα της βουδεσονίδης στο πλάσμα. Επομένως η ταυτόχρονη λήψη βουδεσονίδης πρέπει να αποφεύγεται.
-
Επαγωγείς του CYP3A4
Ουσίες ή φάρμακα όπως η καρβαμαζεπίνη και η ριφαμπικίνη, που επάγουν το CYP3A4, μπορεί να μειώσουν τη συστηματική αλλά και την τοπική έκθεση της βουδεσονίδης στον εντερικό βλεννογόνο. Μπορεί να χρειασθεί προσαρμογή της δόσης της βουδεσονίδης.
-
Υποστρώματα του CYP3A4
Ουσίες ή φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 μπορεί να δρουν ανταγωνιστικά με τη
βουδεσονίδη. Αυτό είναι πιθανό να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις της βουδεσονίδης στο πλάσμα όταν η ανταγωνιστική ουσία έχει μεγαλύτερη συγγένεια με το CYP3A4, ή – εάν η βουδεσονίδη δεσμεύεται ισχυρότερα στο CYP3A4 – η ανταγωνιστική ουσία μπορεί να είναι αυξημένη στο πλάσμα και να είναι απαραίτητη μια προσαρμογή/μείωση της δόσης αυτού του φαρμάκου.
Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και ενισχυμένες δράσεις των γλυκοκορτικοστεροειδών έχουν αναφερθεί σε γυναίκες που λαμβάνουν επίσης οιστρογόνα ή από του στόματος αντισυλληπτικά, όμως αυτό δεν έχει παρατηρηθεί με χαμηλής δόσης από στόματος αντισυλληπτικά συνδυασμού.
Η σιμετιδίνη στις συνιστώμενες δόσεις σε συνδυασμό με βουδεσονίδη έχει μικρή αλλά μη σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης. Η ομεπραζόλη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης.
Ουσίες που δεσμεύουν στεροειδή
Θεωρητικά, δεν μπορούν να αποκλεισθούν πιθανές αλληλεπιδράσεις με συνθετικές ρητίνες που δεσμεύουν τα στεροειδή όπως η χολεστυραμίνη, και με αντιόξινα. Εάν χορηγηθούν ταυτόχρονα με τα καψάκια Budenofalk 3 mg, τέτοιες αλληλεπιδράσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μείωση της δράσης της βουδεσονίδης. Επομένως τα σκευάσματα αυτά δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα, αλλά τουλάχιστον με δύο ώρες διαφορά.
Επειδή η επινεφριδική λειτουργία πιθανώς να καταστέλλεται από τη θεραπεία με βουδεσονίδη, μια δοκιμασία διέγερσης της αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης (ACTH) για διάγνωση ανεπάρκειας της υπόφυσης μπορεί να έχει ψευδή αποτελέσματα (χαμηλές τιμές).
Κύηση
Η χορήγηση κατά την κύηση πρέπει να αποφεύγεται εκτός και εάν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη θεραπεία με τα καψάκια Budenofalk 3 mg. Υπάρχουν λίγα δεδομένα σχετικά με την έκβαση κυήσεων έπειτα από στόματος χορήγηση βουδεσονίδης σε ανθρώπους. Παρόλο που δεδομένα από τη χρήση εισπνεόμενης βουδεσονίδης σε μεγάλο αριθμό εκτεθειμένων κυήσεων δεν κατέδειξαν καμία ανεπιθύμητη ενέργεια, η μέγιστη συγκέντρωση της βουδεσονίδης στο πλάσμα αναμένεται να είναι υψηλότερη κατά τη θεραπεία με τα καψάκια Budenofalk 3 mg σε σύγκριση με την εισπνεόμενη βουδεσονίδη. Σε κυοφορούντα ζώα, η βουδεσονίδη, όπως και άλλα γλυκοκορτικοστεροειδή, αποδείχθηκε ότι προκαλεί ανωμαλίες στην εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Η σημασία του ευρήματος αυτού στον άνθρωπο δεν έχει τεκμηριωθεί.
Θηλασμός
Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα (υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την απέκκριση έπειτα από εισπνεόμενη χρήση).
Εντούτοις, μόνο μικρές επιδράσεις αναμένονται στο θηλάζον βρέφος έπειτα από τη λήψη καψακίων Βudenofalk 3 mg εντός του εύρους των θεραπευτικών δόσεων. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με βουδεσονίδη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της βουδεσονίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Σε μελέτες σε ζώα η γονιμότητα δεν επηρεάστηκε έπειτα από αγωγή με βουδεσονίδη (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Για την αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες συμβάσεις για τη συχνότητα:
πολύ συχνές: (≥1/10), συχνές: (≥1/100 έως <1/10)
όχι συχνές: (≥1/1.000 έως <1/100) σπάνιες: (≥1/10.000 έως <1/1.000) πολύ σπάνιες: (<1/10.000),
μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα | Συχνότητα σύμφωνα με τη συνθήκη MedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Σύνδρομο Cushing: π.χ. με σεληνοειδές προσωπείο, παχυσαρκία κορμού, μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, κατακράτηση νατρίου με οίδημα, αυξημένη απέκκριση καλίου, αδράνεια ή ατροφία του φλοιού των επινεφριδίων, πορφυρές ραβδώσεις, ακμή από στεροειδή, διαταραχή έκκρισης γεννητικώνορμονών (π.χ. αμηνόρροια, υπερτρίχωση, ανικανότητα) |
| Πολύ σπάνιες | Καθυστέρηση ανάπτυξης στα παιδιά | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες | Γλαύκωμα, καταρράκτης, όραση θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνές | Δυσπεψία, κοιλιακό άλγος |
| Όχι συχνές | Έλκος στον δωδεκαδάκτυλοή γαστρικό έλκος | |
| Σπάνιες | Παγκρεατίτιδα | |
| Πολύ σπάνιες | Δυσκοιλιότητα | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Συχνές | Αυξημένος κίνδυνος λοίμωξης |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Μυαλγία και αρθραλγία,μυϊκή αδυναμία και μυϊκές δεσμιδώσεις, οστεοπόρωση |
| Σπάνιες | Οστεονέκρωση | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία |
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα | Συχνότητα σύμφωνα με τη συνθήκη MedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Πολύ σπάνιες | Ψευδοόγκος εγκεφάλου συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος της οπτικής θηλής στους εφήβους | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Κατάθλιψη, ευερεθιστότητα, ευφορία |
| Όχι συχνές | Ψυχοκινητική ανησυχία, άγχος | |
| Σπάνιες | Επιθετικότητα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Αλλεργικό εξάνθημα, πετέχειες, καθυστερημένηεπούλωση πληγών, δερματίτιδα εξ επαφής |
| Σπάνιες | Εκχύμωση | |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Αυξημένος κίνδυνος θρόμβωσης, αγγειίτιδα(σύνδρομο στέρησης μετά από μακροχρόνια θεραπεία) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | Πολύ σπάνιες | Κόπωση, αίσθημα κακουχίας |
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στην παρούσα ΠΧΠ μπορούν επίσης να αναμένονται για θεραπείες με άλλα γλυκοκορτικοστεροειδή.
Περιστασιακά, μπορεί να παρουσιαστούν ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες είναι χαρακτηριστικές των συστηματικών γλυκοκορτικοστεροειδών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αυτές εξαρτώνται από τη δοσολογία, τη διάρκεια θεραπείας, την ταυτόχρονη ή προηγούμενη θεραπεία με άλλα γλυκοκορτικοστεροειδή και την ευαισθησία του κάθε ατόμου.
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με γλυκοκορτικοστεροειδή είναι χαμηλότερη με το από στόματος Budenofalk από ότι με την από στόματος θεραπεία με αντίστοιχες δοσολογίες πρεδνιζολόνης.
Επιδείνωση ή επανεμφάνιση των εξωεντερικών συμπτωμάτων (ιδιαίτερα αυτών που προσβάλλουν το δέρμα και τις αρθρώσεις) μπορεί να συμβεί κατά τη μετάβαση ενός ασθενή από συστηματικώς δρώντα γλυκοκορτικοστεροειδή σε βουδεσονίδη με τοπική δράση.
Ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές μελέτες με παιδιατρικούς ασθενείς
Νόσος του Crohn
Σε κλινικές δοκιμές με καψάκια Budenofalk 3 mg σε 82 παιδιατρικούς ασθενείς με νόσο του Crohn οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η καταστολή των επινεφριδίων και η κεφαλαλγία. Αναφέρθηκαν επίσης και ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι τυπικές για τα γλυκοκορτικοστεροειδή ως άλλες σπάνιες ενέργειες, όπως ζάλη, ναυτία, έμετος και υπερακοΐα (βλ. επίσης παράγραφο 5.1).
Αυτοάνοση ηπατίτιδα
Δεδομένα ασφάλειας από την υποομάδα συνολικά 42 παιδιατρικών ασθενών σε μια κλινική δοκιμή αυτοάνοσης ηπατίτιδας αποκάλυψε ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν δεν ήταν διαφορετικές ούτε μεγαλύτερης συχνότητας σε σύγκριση με τον ενήλικο πληθυσμό στη μελέτη αυτή (βλ. επίσης παράγραφο 5.1).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284,
15562 Χολαργός, Αθήνα,
Τηλ: 213 2040380/337,
Φαξ: 210 6549585,
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BUDENOFALK 3MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Kορτικοστεροειδή τοπικώς δρώντα, Κωδικός ATC: A07EA06
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της βουδεσονίδης στη θεραπεία της νόσου του Crohn δεν είναι πλήρως κατανοητός. Τα δεδομένα από μελέτες κλινικής φαρμακολογίας και από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές σαφώς υποδηλώνουν ότι ο μηχανισμός δράσης των καψακίων Budenofalk 3 mg βασίζεται κυρίως σε τοπική δράση στο έντερο. Η βουδεσονίδη είναι ένα γλυκοκορτικοστεροειδές με ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δράση. Σε δόσεις κλινικά ισοδύναμες με συστηματικώς δρώντα γλυκοκορτικοστεροειδή, η βουδεσονίδη επιφέρει σημαντικά μικρότερη καταστολή του άξονα ΥΥΕ και έχει μικρότερη επίδραση στους δείκτες της φλεγμονής.
Τα καψάκια Budenofalk 3 mg επιδεικνύουν μια δοσοεξαρτώμενη επίδραση στα επίπεδα της κορτιζόλης στο πλάσμα η οποία στη συνιστώμενη δόση των 9 mg βουδεσονίδης/ημερησίως είναι σημαντικά μικρότερη από αυτή των κλινικά ισοδύναμων αποτελεσματικών δόσεων των συστηματικώς δρώντων γλυκοκορτικοστεροειδών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Νόσος του Crohn
Κλινική μελέτη σε ενήλικες ασθενείς με νόσο του Crohn
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο δοκιμή σε ασθενείς με ήπιας έως μέσης βαρύτητας νόσο του Crohn (200 <CDAI (Δείκτης Ενεργότητας Νόσου Crohn) < 400) που εντοπίζεται στον τελικό ειλεό και/ή το ανιόν κόλον η αποτελεσματικότητα των 9 mg βουδεσονίδης σε μία εφάπαξ ημερήσια δόση (9 mg OD) συγκρίθηκε με τη θεραπεία με 3 mg βουδεσονίδης χορηγούμενα τρεις φορές ημερησίως (3 mg TID).
Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η αναλογία των ασθενών σε ύφεση (CDAI <150) την εβδομάδα 8. Συνολικά 471 ασθενείς εντάχθηκαν στη μελέτη (πληθυσμός πλήρους ανάλυσης, FAS), 439 ασθενείς ήταν στον πληθυσμό ανάλυσης κατά το πρωτόκολλο
(PP). Δεν υπήρξαν σχετικές διαφορές στα χαρακτηριστικά στις δύο ομάδες θεραπείας κατά την έναρξη. Κατά την επιβεβαιωτική ανάλυση, το 71,3% των ασθενών ήταν σε ύφεση στην ομάδα 9 mg OD και 75,1% στην ομάδα TID 3 mg (PP) (p = 0,01975) αποδεικνύοντας την μη-κατωτερότητα των 9 mg βουδεσονίδης OD έναντι των 3 mg βουδεσονίδη TID.
Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το φάρμακο.
Κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με νόσο του Crohn
Δύο τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες με καψάκια Budenofalk 3 mg συμπεριέλαβαν ασθενείς ηλικιακού εύρους από 8 έως 19 ετών με ήπια έως μέτριας έντασης ενεργό νόσο του Crohn (Δείκτης Ενεργότητας Νόσου του Crohn σε παιδιά, [PCDAI] 12,5-40) με φλεγμονή του ειλεού, του ειλεού- παχέος εντέρου ή μεμονωμένων τμημάτων του παχέος εντέρου.
Σε μία μελέτη συνολικά 33 ασθενείς έλαβαν 9 mg βουδεσονίδης (3 mg τρεις φορές την ημέρα) ημερησίως για 8 εβδομάδες και στη συνέχεια 6 mg βουδεσονίδης ημερησίως κατά τη διάρκεια της εβδομάδας 9 και 3 mg βουδεσονίδης ημερησίως κατά τη διάρκεια της εβδομάδας 10 ή πρεδνιζόνη (40 mg/ημέρα για δύο εβδομάδες, μειούμενη σταδιακά έως το μηδέν ανά 5 mg/εβδομάδα). Ύφεση (PCDAI ≤ 10) επιτεύχθηκε σε 9/19 (47,3%) ασθενείς στην ομάδα της βουδεσονίδης (κατά την εβδομάδα 4 και κατά την εβδομάδα 12) και σε 8/14 (57,1% την εβδομάδα 4) και σε 7/14 (50%, την εβδομάδα 12) ασθενείς στην ομάδα της πρεδνιζόνης.
Μία δεύτερη μελέτη στην οποία συμμετείχαν 70 παιδιά με νόσο του Crohn συνέκρινε δύο δοσολογικά σχήματα βουδεσονίδης: Οι ασθενείς στην ομάδα 1 έλαβαν για 7 εβδομάδες θεραπεία με 9 mg/ημέρα βουδεσονίδης (3 mg τρεις φορές την ημέρα) και στη συνέχεια 6 mg/ημέρα (3 mg δύο φορές την ημέρα) για 3 ακόμη εβδομάδες. Στην ομάδα 2 οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία για 4 εβδομάδες 12 mg/ημέρα βουδεσονίδης (3 mg τρεις φορές την ημέρα και 3 mg άπαξ ημερησίως) και έπειτα για κάθε διάστημα 3 εβδομάδων έλαβαν 9 mg/ημέρα (3 mg τρεις φορές της ημέρα) και 6 mg/ημέρα (3 mg δύο φορές την ημέρα), αντίστοιχα. Η μέση μείωση του PCDAI την εβδομάδα 7 ορίστηκε ως το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας. Υπήρξε μία σχετική μείωση στο PCDAI και στις δύο ομάδες θεραπείας. Η μείωση ήταν πιο έντονη στην ομάδα 2 αλλά η διαφορά μεταξύ των ομάδων δεν ήταν στατιστικώς σημαντική (στατιστικώς μη σημαντική διαφορά). Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας: Βελτίωση (ορίζεται ως μείωση του PCDAI ≥ 10 βαθμούς) παρατηρήθηκε στο 51,4% των ασθενών στην ομάδα 1 και στο 74,3% των ασθενών στην ομάδα 2 (στατιστικώς μη σημαντική διαφορά). Ύφεση (PCDAI ≤ 12,5) παρατηρήθηκε στο 42,9% των ασθενών της πρώτης ομάδας έναντι του 65,7% των ασθενών της δεύτερης ομάδας (στατιστικώς μη σημαντική διαφορά).
Μικροσκοπική κολίτιδα
Κλινικές μελέτες για την επίτευξη της ύφεσης στην κολλαγονώδη κολίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βουδεσονίδης για την επίτευξη ύφεσης στην κολλαγονώδη κολίτιδα αξιολογήθηκαν σε δύο προοπτικές διπλές-τυφλές (DB), τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρικές μελέτες με ασθενείς με ενεργή κολλαγονώδη κολίτιδα.
Σε μία μελέτη, 30 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία με 9 mg βουδεσονίδης την ημέρα, 25 ασθενείς σε θεραπεία με 3 g μεσαλαζίνης την ημέρα και 37 σε εικονικό φάρμακο. Η κύρια μεταβλητή αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό ασθενών σε κλινική ύφεση, οριζόμενη ως
≤ 3 κενώσεις την ημέρα. 80% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με βουδεσονίδη, 44% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με μεσαλαζίνη και 59,5% των ασθενών στη ομάδα εικονικού φαρμάκου έφθασαν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας (βουδεσονίδη έναντι εικονικού φαρμάκου: p = 0,072). Σύμφωνα με έναν άλλο ορισμό της κλινικής ύφεσης που έλαβε υπόψη επίσης τη σύσταση των κενώσεων, δηλ. μέση τιμή < 3 κενώσεις την ημέρα και μέση τιμή < 1 υδαρή κένωση την ημέρα κατά τις τελευταίες 7 ημέρες πριν από την τελευταία χορήγηση του φαρμάκου της μελέτης, 80% των ασθενών στην ομάδα βουδεσονίδης, 32,0% των ασθενών στην ομάδα μεσαλαζίνης και 37,8% των ασθενών στην ομάδα εικονικού φαρμάκου πέτυχαν ύφεση (βουδεσονίδη έναντι εικονικού φαρμάκου: p < 0,0006). Η βουδεσονίδη ήταν ασφαλής και καλώς ανεκτή. Καμία από τις
ανεπιθύμητες ενέργειες στην ομάδα βουδεσονίδης δεν θεωρήθηκε ως σχετιζόμενη με το φάρμακο.
Σε μια άλλη μελέτη, 14 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία με 9 mg βουδεσονίδης την ημέρα και 14 τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο. Η κύρια μεταβλητή αποτελεσματικότητας ήταν η κλινική ανταπόκριση οριζόμενη ως πτώση στο ≤ 50% της δραστηριότητας της νόσου σε σχέση με την κλινική δραστηριότητα κατά την έναρξη της νόσου, οριζόμενη ως οι αριθμοί κενώσεων κατά τη διάρκεια των τελευταίων 7 ημερών. 57,1% των ασθενών στην ομάδα βουδεσονίδης και 21,4% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου πέτυχαν κλινική ανταπόκριση (p = 0,05). Η βουδεσονίδη ήταν ασφαλής και καλώς ανεκτή. Δεν προέκυψαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου στην ομάδα βουδεσονίδης.
Κλινική μελέτη για τη διατήρηση της ύφεσης στην κολλαγονώδη κολίτιδα
Η κλινική αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βουδεσονίδης στη διατήρηση της ύφεσης στην κολλαγονώδη κολίτιδα αξιολογήθηκαν σε μια προοπτική διπλή-τυφλή (DB), τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη με ασθενείς με ανενεργή κολλαγονώδη κολίτιδα.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αναλογία των ασθενών σε κλινική ύφεση για 52 εβδομάδες. Η ύφεση ορίστηκε ως μέση τιμή < 3 κενώσεις/ημέρα, από τις οποίες μια μέση τιμή < 1 υδαρή κένωση/ημέρα κατά τη διάρκεια της εβδομάδας πριν από την τελική επίσκεψη και χωρίς υποτροπή κατά τη διάρκεια 1 έτους. Η υποτροπή ορίστηκε ως μέση τιμή ≥ 3 κενώσεις/ημέρα, από τις οποίες μια μέση τιμή ≥ 1 υδαρή κένωση/ημέρα κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας.
92 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στη θεραπεία στη διπλή-τυφλή φάση (44 βουδεσονίδη, 48 εικονικό φάρμακο) και πήραν τουλάχιστον μία δόση του φαρμάκου της μελέτης (ομάδα πλήρους ανάλυσης, FAS). Η δοσολογία ήταν 6 mg βουδεσονίδης/ημέρα εναλλασσόμενα με 3 mg βουδεσονίδης/ημέρα (που αντιστοιχεί με μέση ημερήσια δόση 4,5 mg βουδεσονίδης). Στην τελική ανάλυση, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα βουδεσονίδης (61,4%) σε σύγκριση με ασθενείς στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (16,7%) έφθασαν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, καταδεικνύοντας την ανωτερότητα της βουδεσονίδης έναντι του εικονικού φαρμάκου (p < 0,001).
Κλινική μελέτη για την επίτευξη ύφεσης στη λεμφοκυτταρική κολίτιδα
Η κλινική αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βουδεσονίδης στην επίτευξη ύφεσης στη λεμφοκυτταρική κολίτιδα αξιολογήθηκαν σε μια προοπτική διπλή-τυφλή (DB), με διπλό εικονικό φάρμακο, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη με ασθενείς με ενεργή λεμφοκυτταρική κολίτιδα.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό κλινικής ύφεσης, οριζόμενο ως μέγιστος αριθμός 21 κενώσεων, από τις οποίες όχι περισσότερες από 6 υδαρείς κενώσεις τις τελευταίες 7 ημέρες πριν από την τελευταία επίσκεψη.
57 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (από 19 ασθενείς στην ομάδα βουδεσονίδης, στην ομάδα μεσαλαζίνης και στην ομάδα εικονικού φαρμάκου) και πήραν τουλάχιστον μία δόση του φαρμάκου της μελέτης (βουδεσονίδη: 9 mg OD· μεσαλαζίνη: 3 g OD). Η διάρκεια της θεραπείας ήταν 8 εβδομάδες.
Στην επιβεβαιωτική ανάλυση, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα βουδεσονίδης (78,9%) σε σύγκριση με ασθενείς στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (42,1%) έφθασαν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, δείχνοντας την ανωτερότητα της βουδεσονίδης έναντι του εικονικού φαρμάκου (p = 0,010). 63,2% των ασθενών στην ομάδα μεσαλαζίνης έφθασαν σε ύφεση (p = 0,097).
Αυτοάνοση ηπατίτιδα
Κλινική μελέτη σε ενήλικες ασθενείς με αυτοάνοση ηπατίτιδα
Σε μια προοπτική, διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη, 207 ασθενείς με αυτοάνοση ηπατίτιδα χωρίς κίρρωση έλαβαν θεραπεία με αρχική ημερήσια δόση 9 mg/ημέρα βουδεσονίδης (n=102) για διάστημα έως 6 μήνες ή 40 mg/ημέρα πρεδνιζόνης (μειούμενη σταδιακά σε 10 mg/ημέρα, n=105). Με την επίτευξη βιοχημικής ύφεσης, η δόση της βουδεσονίδης μειώθηκε σε 6 mg/ημέρα. Οι ασθενείς ελάμβαναν επίσης 1-2 mg/kg/ημέρα αζαθειοπρίνη καθόλη τη διάρκεια της μελέτης. Το σύνθετο καταληκτικό σημείο ήταν η πλήρης βιοχημική ύφεση (δηλ. φυσιολογικά επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης και ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης στον ορό) χωρίς την εμφάνιση προκαθορισμένων ειδικών για τα στεροειδή ανεπιθύμητων ενεργειών στους 6 μήνες. Το κύριο
καταληκτικό σημείο επιτεύχθηκε στο 47% των ασθενών στην ομάδα της βουδεσονίδης και στο 18% των ασθενών στην ομάδα της πρεδνιζόνης (p<0,001).
Σε σχέση με τις δευτερεύουσες μεταβλητές αποτελεσματικότητας, στους 6 μήνες, πλήρης βιοχημική ύφεση εμφανίστηκε στο 60% και το 39% των ασθενών στις ομάδες της βουδεσονίδης και της πρεδνιζόνης αντίστοιχα (p=0,001). Το 72% και 47% των ασθενών στην ομάδα της βουδεσονίδης και της πρεδνιζόνης, αντίστοιχα, δεν παρουσίασαν ειδικές για τα στεροειδή ανεπιθύμητες ενέργειες (p<0,001). Η μέση μείωση στις συγκεντρώσεις της IgG και γ-σφαιρίνης και η μείωση στα ποσοστά των ασθενών με αυξημένες συγκεντρώσεις IgG και γ-σφαιρίνης δεν παρουσίασαν καμία διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας.
Μια ανοιχτής επισήμανσης, θεραπεία παρακολούθησης για 6 επιπλέον μήνες προσφέρθηκε σε όλους τους ασθενείς μετά την ελεγχόμενη, διπλή τυφλή φάση. Συνολικά 176 ασθενείς έλαβαν μέρος σε αυτή την ανοιχτής επισήμανσης φάση και έλαβαν 6 mg/ημέρα βουδεσονίδης σε συνδυασμό με 1-2 mg/kg/ημέρα αζαθειοπρίνης. Τα ποσοστά των ασθενών με βιοχημική ύφεση και τα ποσοστά των ασθενών με ολική ανταπόκριση (όχι στατιστικώς σημαντική) ήταν ακόμα υψηλότερα στην αρχική ομάδα που έλαβε βουδεσονίδη (ποσοστό ολικής ανταπόκρισης 60% και βιοχημικής ύφεσης 68,2% στο τέλος της φάσης ανοιχτής επισήμανσης) συγκριτικά με την αρχική ομάδα που έλαβε πρεδνιζόνη (ποσοστό ολικής ανταπόκρισης 49% και βιοχημικής ύφεσης 50,6% στο τέλος της φάσης ανοιχτής επισήμανσης).
Κλινική μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς με αυτοάνοση ηπατίτιδα
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της βουδεσονίδης μελετήθηκε σε 46 παιδιατρικούς ασθενείς (11 αγόρια και 35 κορίτσια) ηλικίας 9 έως 18 ετών, ως μία υποομάδα της ανωτέρω αναφερθείσας κλινικής μελέτης. 19 παιδιατρικοί ασθενείς έλαβαν βουδεσονίδη και 27 έλαβαν τη δραστική ουσία ελέγχου (πρεδνιζόνη) για επαγωγή της ύφεσης με ημερήσια δόση 9 mg βουδεσονίδης. Μετά από 6 μήνες στη μελέτη, 42 παιδιατρικοί ασθενείς συνέχισαν για 6 ακόμη μήνες σε ανοιχτής επισήμανσης, θεραπεία παρακολούθησης με βουδεσονίδη.
Το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν ολική ανταπόκριση (οριζόμενη ως βιοχημική ανταπόκριση, δηλ. ομαλοποίηση των τρανσαμινασών του ήπατος (ASAT, ALAT) και απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών ειδικών για τα στεροειδή) στους ασθενείς ηλικίας ≤ 18 ετών ήταν σημαντικά χαμηλότερο συγκριτικά με τους ενήλικες ασθενείς. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Μετά τη θεραπεία παρακολούθησης με βουδεσονίδη για επιπλέον 6 μήνες, το ποσοστό του παιδιατρικού πληθυσμού που εμφάνισε ολική ανταπόκριση ήταν και πάλι ελαφρώς χαμηλότερο συγκριτικά με τους ενήλικες ασθενείς, ωστόσο η διαφορά μεταξύ των ηλικιακών ομάδων ήταν κατά πολύ μικρότερη. Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στο ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν ολική ανταπόκριση μεταξύ αυτών που αρχικά έλαβαν θεραπεία με πρεδνιζόνη και αυτών που έλαβαν συνεχόμενη θεραπεία με βουδεσονίδη.
Απορρόφηση
Τα καψάκια Budenofalk 3 mg, που περιέχουν κοκκία ανθεκτικά στο γαστρικό υγρό, έχουν εξαιτίας της ειδικής επικάλυψης των κοκκίων, μια φάση υστέρησης 2–3 ωρών. Σε υγιείς εθελοντές, καθώς και σε ασθενείς με νόσο του Crohn, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της βουδεσονίδης στο πλάσμα ήταν 1-2 ng/ml σε περίπου 5 ώρες μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση καψακίων Budenofalk 3 mg. Επομένως η μέγιστη αποδέσμευση λαμβάνει χώρα στο τελικό τμήμα του ειλεού και στο τυφλό έντερο που αποτελεί την κύρια περιοχή φλεγμονής στη νόσο Crohn.
Σε ασθενείς με ειλεοστομία η απελευθέρωση της βουδεσονίδης από τα καψάκια Budenofalk 3 mg είναι συγκρίσιμη με αυτή σε υγιή άτομα ή ασθενείς με νόσο του Crohn. Σε ασθενείς με ειλεοστομία αποδείχθηκε ότι περίπου 30-40 % της απελευθερωθείσας βουδεσονίδης ανευρίσκεται στον σάκο της
ειλεοστομίας, το οποίο αποδεικνύει ότι σημαντική ποσότητα βουδεσονίδης από τα καψάκια Budenofalk 3 mg θα μεταφερθεί φυσιολογικά στο κόλον.
Η ταυτόχρονη λήψη τροφής μπορεί να καθυστερήσει την αποδέσμευση των κοκκίων από το στομάχι κατά περίπου 2–3 ώρες, παρατείνοντας τη φάση υστέρησης κατά περίπου 4–6 ώρες, χωρίς μεταβολή στους ρυθμούς απορρόφησης.
Κατανομή
Η βουδεσονίδη έχει υψηλό όγκο κατανομής (περίπου 3 l/kg). Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται μεταξύ 85-90%.
Βιομετασχηματισμός
Η βουδεσονίδη υπόκειται σε εκτεταμένο βιομετασχηματισμό στο ήπαρ (περίπου 90%) σε μεταβολίτες με χαμηλή γλυκοκορτικοστεροειδική δράση. Η γλυκοκορτικοστεροειδική δράση των βασικών μεταβολιτών, 6β-υδροξυβουδεσονίδης και 16α-υδροξυπρεδνιζολόνης, είναι λιγότερη από το 1% εκείνης της βουδεσονίδης.
Αποβολή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι περίπου 3-4 ώρες. Η συστηματική διαθεσιμότητα σε υγιείς εθελοντές καθώς και σε ασθενείς σε κατάσταση νηστείας με νόσο του Crohn είναι περίπου 9–13%. Ο ρυθμός κάθαρσης της βουδεσονίδης είναι περίπου 10-15 l/min, όπως προσδιορίζεται από μεθόδους που βασίζονται σε υψηλής απόδοσης υγρή χρωματογραφία.
Η βουδεσονίδη αποβάλλεται σε ελάχιστες ποσότητες μόνο, εάν όχι καθόλου, από τους νεφρούς. Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Ηπατικές παθήσεις:
Ένα σημαντικό ποσοστό της βουδεσονίδης μεταβολίζεται στο ήπαρ. Η συστηματική έκθεση της βουδεσονίδης μπορεί να είναι αυξημένη σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία εξαιτίας της μείωσης του μεταβολισμού της βουδεσονίδης από το CYP3A4. Αυτό εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της ηπατικής νόσου.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης αξιολογήθηκε σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς με νόσο του Crohn (ηλικία: 5 έως 15 ετών). Μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων βουδεσονίδης (3 x 3 mg βουδεσονίδης για μια εβδομάδα) η μέση AUC της βουδεσονίδης κατά το διάστημα χορήγησης των δόσεων ήταν περίπου 7 ng h/ml, και η Cmax περίπου 2 ng/ml. Η διάθεση της από του στόματος χορηγούμενης βουδεσονίδης (3 mg, εφάπαξ δόση) στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοια με αυτή για τους ενήλικες.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - BUDENOFALK 3MG/CAP
Περιεχόμενο καψακίου:
Συμπολυμερές αμμωνίου – μεθακρυλικού εστέρα (τύπου A) (Eudragit RL), Συμπολυμερές αμμωνίου – μεθακρυλικού εστέρα (τύπου B) (Eudragit RS), Λακτόζη μονοϋδρική,
Συμπολυμερές μεθακρυλικού οξέος-μεθακρυλικού μεθυλεστέρα (Eudragit L 100), Συμπολυμερές μεθακρυλικού οξέος-μεθακρυλικού μεθυλεστέρα (Eudragit S 100), Πολυβιδόνη K25, Ουδέτερα σφαιρίδια(Άμυλο αραβοσίτου και Σακχαρόζη 25:75), Τάλκης κεκαθαρμένος,
Τριαιθυλεστέρας κιτρικός
Περίβλημα καψακίου:
Ερυθροσίνη E127,
Διοξείδιο του Τιτανίου E171, Οξείδιο του Σιδήρου κόκκινο E172, Οξείδιο του Σιδήρου μαύρο E172, Ζελατίνη
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.