CARBAGLU DISP.TAB 200MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CARBAGLU 200MG/TAB
Το Carbaglu ενδείκνυται για τη θεραπεία
-
υπεραμμωνιαιμίας λόγω πρωτογενούς ανεπάρκειας N-ακετυλογλουταμινικής συνθάσης.
-
υπεραμμωνιαιμίας λόγω ισοβαλερικής οξυαιμίας.
-
υπεραμμωνιαιμίας λόγω μεθυλμαλονικής οξυαιμίας.
-
υπεραμμωνιαιμίας λόγω προπιονικής οξυαιμίας.
Η θεραπεία με Carbaglu θα πρέπει να αρχίζει υπό την επίβλεψη ιατρού με πείρα στη θεραπεία μεταβολικών διαταραχών.
Δοσολογία:
-
Για ανεπάρκεια N-ακετυλογλουταμινικής συνθάσης:Με βάση την κλινική εμπειρία, η θεραπεία μπορεί να αρχίσει από την πρώτη κιόλας ημέρα της ζωής.
Η αρχική ημερήσια δόση θα πρέπει να είναι 100 mg/kg μέχρι 250 mg/kg αν χρειάζεται.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την περίπτωση, προκειμένου να διατηρούνται τα φυσιολογικά επίπεδα αμμωνίας στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).
Μακροπρόθεσμα, ενδέχεται να μην χρειάζεται αύξηση της δόσης ανάλογα με το βάρος του σώματος, εφόσον επιτυγχάνεται επαρκής έλεγχος του μεταβολισμού· οι ημερήσιες δόσεις κυμαίνονται από
10 mg/kg έως 100 mg/kg.
Δοκιμή ανταπόκρισης του καργλουμινικού οξέος
Συνιστάται η δοκιμή της ατομικής ανταπόκρισης στο καργλουμινικό οξύ πριν την έναρξη οιασδήποτε μακροπρόθεσμης θεραπείας. Παράδειγμα :
-
Σε κωματώδες παιδί, αρχίζετε με δόση 100 έως 250 mg/kg/ημέρα και μετράτε τη συγκέντρωση αμμωνίας στο πλάσμα τουλάχιστον πριν από κάθε χορήγηση. Κανονικά επανέρχεται σε
φυσιολογικά επίπεδα μέσα σε μερικές ώρες από την έναρξη του Carbaglu.
-
Σε ασθενείς με μέτρια υπεραμμωνιαιμία, χορηγείτε δοκιμαστική δόση 100 έως
200 mg/kg/ημέρα επί 3 ημέρες με σταθερή λήψη πρωτεϊνών και διενεργείτε επαναληπτικές μετρήσεις της συγκέντρωσης αμμωνίας στο πλάσμα (πριν και 1 ώρα μετά από κάθε γεύμα). Ρυθμίζετε τη δόση προκειμένου να πετυχαίνετε φυσιολογικά επίπεδα αμμωνίας στο πλάσμα.
-
Για ισοβαλερική οξυαιμία, μεθυλμαλονική οξυαιμία και προπιονική οξυαιμία:
Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει με την εμφάνιση υπεραμμωνιαιμίας σε ασθενείς με οργανική οξυαιμία. Η αρχική ημερήσια δόση θα πρέπει να είναι 100 mg/kg μέχρι 250 mg/kg αν χρειάζεται. Στη συνέχεια, θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την περίπτωση, προκειμένου να διατηρούνται τα φυσιολογικά επίπεδα αμμωνίας στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).
Νεφρική βλάβη:
Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του Carbaglu σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Απαιτείται ρύθμιση της δόσης σύμφωνα με την τιμή GFR.
-
Ασθενείς με μέτριας μορφής νεφρική βλάβη (GFR 30-59 mL/min)
-
η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 50 mg/kg/ημέρα έως 125 mg/kg/ημέρα για τους
ασθενείς που παρουσιάζουν υπεραμμωνιαιμία λόγω ανεπάρκειας NAGS ή οργανική οξυαιμία,
-
Για μακροχρόνια χρήση, η ημερήσια δόση θα εμπίπτει στο εύρος από 5 mg/kg/ημέρα έως 50 mg/kg/ημέρα και θα πρέπει να προσαρμόζεται μεμονωμένα, προκειμένου να διατηρούνται τα φυσιολογικά επίπεδα αμμωνίας στο πλάσμα
-
-
Ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική βλάβη (GFR ≤ 29 mL/min)
-
η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 15 mg/kg/ημέρα έως 40 mg/kg/ημέρα για τους
ασθενείς που παρουσιάζουν υπεραμμωνιαιμία λόγω ανεπάρκειας NAGS ή οργανική οξυαιμία
-
Για μακροχρόνια χρήση, η ημερήσια δόση θα εμπίπτει στο εύρος από 2 mg/kg/ημέρα έως 20 mg/kg/ημέρα και θα πρέπει να προσαρμόζεται μεμονωμένα, προκειμένου να διατηρούνται τα φυσιολογικά επίπεδα αμμωνίας στο πλάσμα
-
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Carbaglu για τη θεραπεία των παιδιατρικών ασθενών (από τη γέννηση έως την ηλικία των 17 ετών) με οξεία ή χρόνια υπεραμμωνιαιμία λόγω ανεπάρκειας NAGS και οξεία υπεραμμωνιαιμία λόγω IVA, PA ή MMA έχουν τεκμηριωθεί, και, με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν θεωρούνται απαραίτητες προσαρμογές της δοσολογίας στα νεογνά.
Τρόπος χορήγησης:
Το φάρμακο αυτό προορίζεται ΜΟΝΟ για από στόματος χρήση (κατάποση ή λήψη μέσω ρινογαστρικού σωλήνα με τη χρήση σύριγγας, εάν είναι απαραίτητο).
Με βάση τα φαρμακοκινητικά στοιχεία και την κλινική εμπειρία, συνιστάται να διαιρείται η συνολική ημερήσια δόση σε δύο έως τέσσερις ίσες δόσεις οι οποίες να δίδονται πριν το γεύμα ή τη σίτιση. Το σπάσιμο των δισκίων στα δύο επιτρέπει τις περισσότερες από τις απαιτούμενες ρυθμίσεις στην
δοσολογία. Περιστασιακά, μπορεί να αποβεί χρήσιμη και η χρήση τετάρτων δισκίου για τη ρύθμιση της δοσολογίας που έχει γράψει ο ιατρός.
Τα δισκία θα πρέπει να διασπείρονται σε τουλάχιστον 5-10 ml νερό και να καταπίνονται αμέσως, ή να χορηγούνται δια ταχείας ώθησης με σύριγγα μέσω ρινογαστρικού σωλήνα.
Το εναιώρημα έχει ελαφρώς όξινη γεύση.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της χρήσης καργλουμινικού οξέος αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.6 και 5.3).
Ειδικές προειδοποιήσεις και ι προφυλάξεις κατά τη χρήση
Θεραπευτική παρακολούθηση
Τα επίπεδα αμμωνίας και αμινοξέων στο πλάσμα πρέπει να διατηρούνται εντός φυσιολογικών ορίων. Επειδή διατίθενται ελάχιστα στοιχεία για την ασφάλεια του καργλουμινικού οξέος, συνιστάται η συστηματική παρακολούθηση των ηπατικών, νεφρικών και καρδιακών λειτουργιών καθώς και των
αιματολογικών παραμέτρων.
Διατροφική διαχείριση
Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός των πρωτεϊνών και του συμπληρώματος αργινίνης σε περίπτωση χαμηλής ανοχής σε πρωτεΐνες.
Χρήση σε ασθενείς με νεφρική βλάβη
Η δόση του Carbaglu πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική βλάβη (βλ. παράγραφο 4.2)
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Κύηση
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στο καργλουμινικό οξύ.
Μελέτες σε ζώα έχουν αποκαλύψει ελάχιστη τοξικότητα στην ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Η χορήγηση σε έγκυες γυναίκες πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή.
Θηλασμός
Αν και δεν είναι γνωστό αν το καργλουμινικό οξύ εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, έχει αποδειχθεί ότι ανευρίσκεται στο γάλα θηλαζόντων επίμυων (βλ. παράγραφο 5.3). Για αυτό το λόγο, αντενδείκνυται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της χρήσης του καργλουμινικού οξέος (βλ. παράγραφο 4.3)
ν
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Παρακάτω παρατίθενται οι αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα. Οι συχνότητες καθορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100 έως
<1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες
(< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας
– Ανεπιθύμητες ενέργειες στην ανεπάρκεια N-ακετυλογλουταμινικής συνθάσης
| Παρακλινικές εξετάσεις | Όχι συχνές: αυξημένες τρανσαμινάσες |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές: αυξημένη εφίδρωσηΜη γνωστές: εξάνθημα |
– Ανεπιθύμητες ενέργειες στην οργανική οξυαιμία
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές: βραδυκαρδία |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Όχι συχνές: διάρροια, έμετος |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Όχι συχνές: πυρεξία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριουιστού | Μη γνωστές: εξάνθημα |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης
οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Σε ένα ασθενή στον οποίο δόθηκε καργλουμινικό οξύ, στον οποίο η δόση αυξήθηκε μέχρι τα 750mg/kg/ημέρα, επήλθαν συμπτώματα δηλητηρίασης τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν σαν συμπαθομιμητική αντίδραση: ταχυκαρδία, άφθονη εφίδρωση, αυξημένη βρογχική έκκριση, αυξημένη θερμοκρασία σώματος και ανησυχία. Τα συμπτώματα αυτά εξαφανίστηκαν μόλις μειώθηκε η δόση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CARBAGLU 200MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αμινοξέα και παράγωγα, κωδικός ATC: A16AA05 Μηχανισμός δράσης
Το καργλουμινικό οξύ είναι ένα δομικό ανάλογο του ακετυλογλουταμινικού άλατος, το οποίο
αποτελεί το φυσιολογικά απαντώμενο ενεργοποιητή της καρβαμυλοφωσφορικής συνθετάσης, του πρώτου ενζύμου του κύκλου ουρίας.
Το καργλουμινικό οξύ έχει δείξει in vitro ότι ενεργοποιεί την καρβαμυλοφωσφορική συνθετάση του
ήπατος. Παρά τη χαμηλότερη συγγένεια της καρβαμυλοφωσφορικής συνθετάσης με το καργλουμινικό οξύ από ό,τι με το N-ακετυλογλουταμινικό άλας, το καργλουμινικό οξύ έχει δείξει in vivo ότι
διεγείρει την καρβαμυλοφωσφορική συνθετάση και ότι είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από ό,τι το N-ακετυλογλουταμινικό άλας στην προστασία κατά της δηλητηρίασης με αμμωνία στους αρουραίους. Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί με τις εξής παρατηρήσεις:
-
Η μιτοχονδριακή μεμβράνη είναι ευκολότερα διαπερατή από το καργλουμινικό οξύ από ό,τι από το N-ακετυλογλουταμινικό άλας
-
Το καργλουμινικό οξύ είναι πιο ανθεκτικό από ό,τι το N-ακετυλογλουταμινικό άλας στην υδρόλυση με αμινοακυλάση η οποία απαντάται στην κυτοσόλη.
Φαρμακοδυναμικές δράσεις
Άλλες μελέτες οι οποίες διεξήχθηκαν σε αρουραίους κάτω από διαφορετικές πειραματικές συνθήκες, οδήγησαν σε αυξημένη διαθεσιμότητα αμμωνίας (λιμός, δίαιτα χωρίς πρωτεΐνες ή με υψηλές
πρωτεΐνες). Το καργλουμινικό οξύ έδειξε ότι μειώνει τα επίπεδα αμμωνίας στο αίμα και αυξάνει τα επίπεδα ουρίας στο αίμα και τα ούρα, ενώ αυξήθηκε σημαντικά το περιεχόμενο του ήπατος σε
ενεργοποιητές της καρβαμυλοφωσφορικής συνθετάσης. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε ασθενείς με ανεπάρκεια N-ακετυλογλουταμινικής συνθάσης, το καργλουμινικό οξύ έδειξε να
προκαλεί ταχεία ομαλοποίηση των επιπέδων αμμωνίας στο πλάσμα, συνήθως εντός 24 ωρών. Όταν η θεραπεία εφαρμόστηκε πριν από οιαδήποτε μόνιμη βλάβη του εγκεφάλου, οι ασθενείς παρουσίασαν φυσιολογική σωματική και ψυχοκινητική ανάπτυξη.
Σε ασθενείς με οργανική οξυαιμία (νεογνά και μη-νεογνά), η θεραπεία με καργλουμινικό οξύ προκάλεσε ταχεία μείωση των επιπέδων αμμωνίας στο πλάσμα, μειώνοντας τον κίνδυνο νευρολογικών επιπλοκών.
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του καργλουμινικού οξέος έχουν μελετηθεί σε υγιείς άντρες εθελοντές που χρησιμοποίησαν προϊόν με και χωρίς ραδιοσήμανση.
Απορρόφηση
Μετά από μια εφάπαξ δόση 100 mg/kg σωματικού βάρους, υπολογίζεται ότι περίπου το 30% του
καργλουμινικού οξέος απορροφάται. Σε αυτό το δοσολογικό επίπεδο, σε 12 εθελοντές στους οποίους δόθηκαν δισκία Carbaglu, οι συγκεντρώσεις πλάσματος έφθασαν στο υψηλότερο επίπεδο στα
2,6 μg/ml (διάμεσος όρος και διακύμανση 1,8-4,8) μετά από 3 ώρες (διάμεσος όρος και διακύμανση 2-4).
Κατανομή
Η καμπύλη απομάκρυνσης του καργλουμινικού οξέος από το πλάσμα είναι διφασική με ταχεία φάση τις πρώτες 12 ώρες μετά τη χορήγηση και στη συνέχεια αργή φάση (καταληκτικός χρόνος ημιζωής μέχρι 28 ώρες).
Η διάχυση στα ερυθροκύτταρα είναι ανύπαρκτη. Δεν έχει εξακριβωθεί δέσμευση σε πρωτεΐνες.
Βιομετασχηματισμός
Ένα μέρος του καργλουμινικού οξέος μεταβολίζεται. Υπολογίζεται ότι ανάλογα με τη δραστηριότητά της, η εντερική βακτηριδιακή χλωρίδα μπορεί να συμβάλει στην έναρξη της διαδικασίας
αποσύνθεσης, οδηγώντας έτσι σε μια κυμαινόμενη έκταση του μεταβολισμού του μορίου. Ένας μεταβολίτης ο οποίος έχει εντοπιστεί στα κόπρανα είναι το γλουταμινικό οξύ. Μεταβολίτες είναι ανιχνεύσιμοι στο πλάσμα με μέγιστη συγκέντρωση στις 36-48 ώρες και πολύ αργή πτώση (χρόνος ημιζωής γύρω στις 100 ώρες).
Το τελικό προϊόν του μεταβολισμού του καργλουμινικού οξέος είναι το διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο απομακρύνεται από τους πνεύμονες.
Αποβολή
Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 100 mg/kg σωματικού βάρους, το 9% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα και το 60% στα κόπρανα.
Τα επίπεδα καργλουμινικού οξέος στο πλάσμα μετρήθηκαν σε ασθενείς όλων των κατηγοριών
ηλικίας, από νεογένητα νήπια έως έφηβους, οι οποίοι έτυχαν θεραπείας με διάφορες ημερήσιες δόσεις (7 – 122 mg/kg/ημέρα). Η διακύμανσή τους ήταν σύμφωνη με κείνη που μετρήθηκε σε υγιείς ενήλικες, ακόμα και σε νεογένητα νήπια. Ανεξάρτητα από την ημερήσια δόση, τα επίπεδα μειώνονταν αργά επί 15 ώρες και έπεφταν γύρω στα 100 ng/ml.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική βλάβη
Η φαρμακοκινητική του καργλουμινικού οξέος στους συμμετέχοντες με νεφρική βλάβη συγκρίθηκε με των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από την από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης Carbaglu 40 mg/kg ή 80 mg/kg. Οι τιμές Cmax και AUC0-T του καργλουμινικού οξέος συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Ο γεωμετρικός μέσος λόγος (90% CI) της τιμής AUC0-T στους συμμετέχοντες με ήπια, μέτριας μορφής και βαριάς μορφής νεφρική βλάβη σε σχέση με τους αντίστοιχους συμμετέχοντες ελέγχου με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ήταν κατά προσέγγιση 1,8 (1,34, 2,47), 2,8 (2,17, 3,65) και 6,9 (4,79, 9,96), αντίστοιχα. Η νεφρική αποβολή στους
συμμετέχοντες με ήπια, μέτριας μορφής και βαριάς μορφής νεφρική βλάβη είναι 79%, 53% και 15% (οι μειώσεις είναι 21%, 47% και 85%), αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική βλάβη. Θεωρείται ότι οι μεταβολές ΦΚ του καργλουμινοκού οξέος συνοδευόμενες από νεφρική δυσλειτουργία είναι κλινικά σημαντικές και η προσαρμογή της δόσης θα ήταν
δικαιολογημένη σε συμμετέχοντες με μέτριας και βαριάς μορφής νεφρική βλάβη [βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης (4.2)].
Μέση (± SD) Cmax και AUC0-T του καργλουμινικού οξέος μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης από του στόματος Carbaglu 80 mg/kg ή 40 mg/kg σε συμμετέχοντες με νεφρική βλάβη και αντίστοιχους συμμετέχοντες ελέγχου με φυσιολογική νεφρική λειτουργία
| Παράμετροι ΦΚ | Φυσιολογική λειτουργία (1α)N=8 | Ήπια βλάβη N=7 | Μέτρια μορφής βλάβη N=6 | Φυσιολογική λειτουργία (1β)N=8 | Βαριάς μορφής βλάβηN=6 |
| 80 mg/kg | 40 mg/kg | ||||
| Cmax | 2.982,9 | 5.056,1 (2.074,7) | 6.018,8 | 1.890,4 | 8.841,8 |
| (ng/mL) | (552,1) | (2.041,0) | (900,6) | (4.307,3) | |
| AUC0-T | 28.312,7 | 53.559,3 | 80.543,3 | 20.212,0 | 14.4924,6 |
| (ng*h/mL) | (6.204,1) | (20.267,2) | (22.587,6) | (6.185,7) | (65.576,0) |
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CARBAGLU 200MG/TAB
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη λαυριλοθειϊκό άλας νατρίου υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη κροσκαρμελοζη νατριούχος
κολλοειδές άνυδρο διοξείδιο του πυριτίου στεαρυλικό φουμαρικό άλας νατρίου
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C)
Μετά το πρώτο άνοιγμα του περιέκτη:
Μην ψύχετε.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.
Διατηρείτε τον περιέκτη καλά κλεισμένο για να προστατεύεται από την υγρασία.
Περιέκτες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας, 5, 15 ή 60 δισκίων οι οποίοι κλείνουν με καπάκι προστασίας παιδιών, από προπυλένιο, και διαθέτουν μονάδα αποξηραντικού.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.