CARVEDILOL/MYLAN F.C.TAB 25MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CARVEDILOL/MYLAN 25MG/TAB
-
Ιδιοπαθής υπέρταση.
-
Χρόνια σταθερή στηθάγχη
-
Συμπληρωματική θεραπεία μέτριας έως σοβαρής, σταθερής, χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας.
Το Carvedilol/Mylan είναι διαθέσιμο σε 3 περιεκτικότητες: 6,25 mg, 12,5 mg και 25 mg
Ιδιοπαθής υπέρταση
Η καρβεδιλόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της υπέρτασης ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδιαίτερα με θειαζιδικά διουρητικά. Συνιστάται η λήψη μίας δόσης, άπαξ ημερησίως, αν και η μέγιστη συνιστώμενη εφ' άπαξ δόση είναι 25 mg και η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 50 mg.
Ενήλικες:
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 12,5 mg χορηγούμενα άπαξ ημερησίως για τις πρώτες δύο ημέρες.
Στη συνέχεια, η θεραπεία συνεχίζεται σε δόση 25 mg/ημέρα. Αν είναι απαραίτητο, η δόση μπoρεί να αυξηθεί περαιτέρω σταδιακά ανά διαστήματα τουλάχιστον δύο εβδομάδων.
Ηλικιωμένοι:
Η συνιστώμενη αρχική δόση σε ασθενείς με υπέρταση είναι 12,5 mg χορηγούμενα άπαξ ημερησίως, η οποία είναι ενδεχομένως αρκετή και για τη συνέχιση της θεραπείας. Παρόλα αυτά, αν η θεραπευτική ανταπόκριση είναι ανεπαρκής σε αυτή τη δόση, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω σταδιακά ανά διαστήματα τουλάχιστον δύο εβδομάδων.
Χρόνια σταθερή στηθάγχη
Ενήλικες:
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 12,5 mg χορηγούμενα δις ημερησίως για δύο ημέρες. Στη συνέχεια, η θεραπεία συνεχίζεται σε δόση 25 mg χορηγούμενα δις ημερησίως. Αν απαιτείται, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω σταδιακά ανά διαστήματα τουλάχιστον δύο εβδομάδων. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 100 mg ημερησίως, σε δύο δόσεις (50 mg 2 φορές την ημέρα).
Ηλικιωμένοι:
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 12,5 mg χορηγούμενα δις ημερησίως για δύο ημέρες. Στη συνέχεια, η θεραπεία συνεχίζεται σε δόση 25 mg χορηγούμενα δις ημερησίως, η οποία είναι η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Θεραπεία μέτριας έως σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας ως συμπλήρωμα στη συνήθη βασική θεραπεία με διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, δακτυλίτιδα, και/ή αγγειοδιασταλτικά. Ο ασθενής θα πρέπει να είναι κλινικά σταθεροποιημένος (καμία μεταβολή του βαθμού κατά ΝΥΗΑ, καμία εισαγωγή σε νοσοκομείο εξαιτίας της καρδιακής ανεπάρκειας) και η κύρια θεραπεία θα πρέπει να έχει σταθεροποιηθεί για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από τη θεραπεία. Επίσης, ο ασθενής θα πρέπει να έχει μειωμένο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας, καρδιακή συχνότητα > 50 σφύξεις/λεπτό και συστολική αρτηριακή πίεση > 85 mm Hg (βλ. παράγραφο 4.3).
Η αρχική δόση είναι 3,125 mg χορηγούμενα δις ημερησίως για δύο εβδομάδες. Σε περίπτωση που η αρχική δόση είναι καλά ανεκτή, η δόση της καρβεδιλόλης μπορεί να αυξάνεται ανά διαστήματα τουλάχιστον δύο εβδομάδων ή μεγαλύτερα, αρχικά έως και τα 6,25 mg χορηγούμενα δις ημερησίως, και στη συνέχεια ως τα 12,5 mg χορηγούμενα δις ημερησίως, ακολουθούμενα από 25 mg χορηγούμενα δις ημερησίως. Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται ως το υψηλότερο επίπεδο που μπορεί να γίνει ανεκτό από τον ασθενή.
Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 25 mg χορηγούμενα δις ημερησίως για ασθενείς με σωματικό βάρος λιγότερο από 85 kg, και 50 mg δις ημερησίως για ασθενείς με σωματικό βάρος πάνω από 85 kg, εφόσον η καρδιακή ανεπάρκεια δεν είναι σοβαρού βαθμού. Η αύξηση της δόσης στα 50 mg δις ημερησίως θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά και κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση του ασθενούς.
Mπορεί να σημειωθεί παροδική επιδείνωση των συμπτωμάτων της καρδιακής ανεπάρκειας κατά την έναρξη της θεραπείας, ή εξαιτίας της αύξησης της δόσης, ιδίως σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και/ ή υπό θεραπεία με υψηλές δόσεις διουρητικών. Η κατάσταση αυτή δεν απαιτεί συνήθως διακοπή της θεραπείας, αλλά η δόση δεν θα πρέπει να αυξηθεί. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται από ιατρό/ καρδιολόγο μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης. Πριν από κάθε αύξηση της δόσης, ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε εξέταση για πιθανά συμπτώματα επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή για συμπτώματα υπερβολικής αγγειοδιαστολής (π.χ. νεφρική λειτουργία, σωματικό βάρος, αρτηριακή πίεση, καρδιακή συχνότητα και καρδιακός ρυθμός). Η επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ή η κατακράτηση υγρών αντιμετωπίζεται με την αύξηση της δόσης των διουρητικών, ενώ η δόση της καρβεδιλόλης δεν θα πρέπει να αυξηθεί μέχρις ότου ο ασθενής σταθεροποιηθεί. Αν εμφανιστεί βραδυκαρδία ή στην περίπτωση επιβράδυνσης της κολποκοιλιακής αγωγής, θα πρέπει πρώτα να παρακολουθηθούν τα επίπεδα της διγοξίνης. Περιστασιακά, μπορεί να είναι απαραίτητο να μειωθεί η δόση της καρβεδιλόλης ή να διακοπεί προσωρινά η συνολική θεραπεία. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, η ρύθμιση της δόσης της καρβεδιλόλης μπορεί συχνά να συνεχιστεί με επιτυχία.
Αν η θεραπεία της καρβεδιλόλης έχει διακοπεί για περισσότερο από δύο εβδομάδες, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου με 3,125 mg χορηγούμενα δις ημερησίως και να αυξάνεται σταδιακά σύμφωνα με τις παραπάνω συστάσεις.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η δόση πρέπει να καθορίζεται για κάθε ασθενή ξεχωριστά, αλλά σύμφωνα με τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους δεν υπάρχει ένδειξη ότι είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης της καρβεδιλόλης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης.
Παιδιά και έφηβοι
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα και στην ασφάλεια της καρβεδιλόλης σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών.
Ηλικιωμένοι
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της καρβεδιλόλης και θα πρέπει να παρακολουθούνται με μεγαλύτερη προσοχή.
Όπως και με άλλους β-αποκλειστές και ιδιαίτερα σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, η θεραπεία της καρβεδιλόλης θα πρέπει να αποσύρεται σταδιακά (βλ. παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία δεν χρειάζεται να λαμβάνονται με κάποιο γεύμα. Παρόλα αυτά, συνιστάται οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια να λαμβάνoυν τη φαρμακευτική αγωγή της καρβεδιλόλης με τροφή, ώστε η απορρόφηση να είναι βραδύτερη και να μειώνεται ο κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
-
Υπερευαισθησία στην καρβεδιλόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ασταθής/ μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Κλινικά έκδηλη ηπατική δυσλειτουργία.
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός, βαθμού 2 ή 3 (εκτός και εάν έχει τοποθετηθεί βηματοδότης)
-
Σοβαρή βραδυκαρδία (<50 σφύξεις/ λεπτό).
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (περιλαμβάνεται φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός).
-
Σοβαρή υπόταση (συστολική αρτηριακή πίεση < 85 mmHg).
-
Καρδιογενής καταπληξία (shock).
-
Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) με βρογχόσπασμο ή άσθμα (βλ. παράγραφο 4.4)
Χρόνια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χορηγείται κατά βάση ως επιπρόσθετη θεραπεία σε διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, δακτυλίτιδα ή/και αγγειοδιασταλτικά. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο, αν ο ασθενής έχει σταθεροποιηθεί με συμβατική κύρια θεραπεία για τουλάχιστον 4 εβδομάδες. Η κατάσταση των αντιρροπούμενων ασθενών θα πρέπει να αποκαθίσταται εκ νέου. Οι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, μείωση του νατρίου και του όγκου του αίματος, οι ηλικιωμένοι ασθενείς ή οι ασθενείς με χαμηλή βασική αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθούνται για περίπου 2 ώρες μετά από την χορήγηση της πρώτης δόσης ή μετά από αύξηση της δόσης, καθώς μπορεί να εμφανιστεί υπόταση.
Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ενδέχεται να σημειωθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ή κατακράτηση υγρών κατά την ρύθμιση της δόσης της καρβεδιλόλης προς τα πάνω. Εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα, θα πρέπει να αυξηθεί η δόση των διουρητικών, ενώ δε θα πρέπει να συνεχιστεί η αύξηση της δόσης της καρβεδιλόλης μέχρι να αποκατασταθεί η κλινική σταθεροποίηση. Περιστασιακά, μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί η δόση της καρβεδιλόλης ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, να διακοπεί προσωρινά η καρβεδιλόλη. Τα παραπάνω επεισόδια δεν υποδηλώνουν μετέπειτα αποτυχία της ρύθμισης της δόσης της καρβεδιλόλης. Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με γλυκοσίδες δακτυλίτιδας, καθώς και τα δύο φάρμακα επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα (βλ. παράγραφο 4.5).
Νεφρική λειτουργία σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
Έχει παρατηρηθεί αναστρέψιμη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας με την θεραπεία της καρβεδιλόλης σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και χαμηλή αρτηριακή πίεση (συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mm Hg), ισχαιμική καρδιοπάθεια και διάχυτη αγγειακή νόσο, και/ ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και αυτούς τoυς παράγoντες κινδύνoυ, θα πρέπει να παρακoλoυθείται η νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια της ρύθμισης της δόσης της καρβεδιλόλης. Αν εμφανιστεί σημαντική επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, η δόση της καρβεδιλόλης θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί η θεραπεία.
Αριστερή κοιλιακή δυσλειτουργία έπειτα από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με την καρβεδιλόλη, ο ασθενής θα πρέπει να είναι κλινικά σταθεροποιημένος και θα πρέπει να έχει ήδη λάβει έναν αναστολέα ΜΕΑ τουλάχιστον για τις προηγούμενες 48 ώρες, ενώ η δόση του αναστολέα ΜΕΑ θα πρέπει να είναι σταθερή τουλάχιστον για τις προηγούμενες 24 ώρες.
Πρώτου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός
Εξαιτίας της αρνητικής δρομότροπης δράσης της, η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμού.
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) με βρογχόσπασμο οι οποίοι δεν λαμβάνουν θεραπεία με από στόματος ή εισπνεόμενα φάρμακα και μόνο αν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.
Σε ασθενείς που εμφανίζουν τάση προς βρογχόσπασμο, μπορεί να σημειωθεί αναπνευστική δυσχέρεια ως αποτέλεσμα πιθανής αυξημένης αντίστασης στους αεραγωγούς. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της αγωγής και της προς τα πάνω ρύθμισης της δόσης, ενώ η δόση της καρβεδιλόλης θα πρέπει να μειώνεται σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής υπάρξουν ενδείξεις βρογχόσπασμου.
Διαβήτης
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, καθώς τα πρώιμα σημεία και συμπτώματα της οξείας υπογλυκαιμίας ενδέχεται να επικαλυφθούν ή να μειωθούν. Σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και διαβήτη, η χρήση της καρβεδιλόλης μπορεί να συνδέεται με επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης αίματος. Για το λόγο αυτό, απαιτείται στενή παρακολούθηση των διαβητικών ασθενών που λαμβάνουν καρβεδιλόλη, μέσω συχνών μετρήσεων της γλυκόζης αίματος, καθώς και προσαρμογή της αντιδιαβητικής φαρμακευτικής αγωγής όπως ενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.5).
Περιφερική αγγειακή νόσος
Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με περιφερική αγγειακή νόσο καθώς οι β-αποκλειστές μπορεί να προκαλέσουν αρτηριακή ανεπάρκεια ή να εντείνουν τα συμπτώματά της.
Φαινόμενο Raynaud
Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (π.χ. φαινόμενο Raynaud), καθώς μπορεί να σημειωθεί έξαρση των συμπτωμάτων.
Θυρεοτοξίκωση
Η καρβεδιλόλη μπορεί να επικαλύψει τα συμπτώματα της θυρεοτοξίκωσης.
Αναισθησία και μείζον χειρουργείο
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζον χειρουργείο, εξαιτίας των συνεργικών αρνητικών ινοτρόπων επιδράσεων της καρβεδιλόλης και των αναισθητικών φαρμάκων.
Βραδυκαρδία
Η καρβεδιλόλη μπορεί να επάγει βραδυκαρδία. Αν η συχνότητα των παλμών του ασθενούς μειωθεί σε κάτω από 55 ανά λεπτό, η δοσολογία της καρβεδιλόλης θα πρέπει να μειωθεί.
Υπερευαισθησία
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την χορήγηση καρβεδιλόλης σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας και σε αυτούς που υποβάλλονται σε θεραπεία απευαισθητοποίησης , καθώς οι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν τόσο την ευαισθησία έναντι των αλλεργιογόνων, όσο και τη βαρύτητα των αναφυλακτικών αντιδράσεων.
Σοβαρή δερματική αντίδραση
Πολύ σπάνιες περιπτώσεις σοβαρών δερματικών αντιδράσεων, όπως η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρβεδιλόλη (βλ. παράγραφο 4.8).
Ψωρίαση
Οι ασθενείς με ιστορικό ψωρίασης που σχετίζεται με την θεραπεία β- αποκλειστή θα πρέπει να λαμβάνουν την καρβεδιλόλη μόνο αφού ληφθεί υπόψιν ο λόγος δυνητικού κινδύνου-οφέλους.
Ταυτόχρονη χρήση αποκλειστών διαύλων ασβεστίου
Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση του ΗΚΓ και της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης ή διλτιαζέμης ή άλλα αντιαρρυθμικά φάρμακα, ιδιαίτερα αμιωδαρόνη. Η ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης σε ασθενείς υπό αγωγή με β-αποκλειστή, ενδέχεται να οδηγήσει σε έντονη υπόταση και σε κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
Φαιοχρωμοκύτωμα
Σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα, θα πρέπει να ξεκινά αγωγή με έναν α- αποκλειστή πριν γίνει χρήση κάποιου β- αποκλειστή. Αν και η καρβεδιλόλη έχει φαρμακολογική δράση α- αποκλειστή και β- αποκλειστή, δεν υπάρχει εμπειρία με τη χρήση της σε αυτή την πάθηση. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης σε ασθενείς όπου υπάρχει υποψία για φαιοχρωμοκύττωμα.
Στηθάγχη Prinzmetal
Οι παράγοντες με μη εκλεκτική δράση β- αποκλειστή είναι πιθανό να προκαλέσουν θωρακικό άλγος στους ασθενείς που πάσχουν από στηθάγχη Prinzmetal. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία με την καρβεδιλόλη σε αυτούς τους ασθενείς, παρόλο που η ιδιότητα α- αποκλειστή της καρβεδιλόλης είναι πιθανό να εμποδίσει την εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων. Θα πρέπει ωστόσο να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης σε ασθενείς για τους οποίους υπάρχει υποψία στηθάγχης Prinzmetal.
Μεταβολική οξέωση
Η καρβεδιλόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μεταβολική οξέωση.
Φακοί επαφής
Τα άτομα που φορούν φακούς επαφής θα πρέπει να λάβουν υπόψιν την πιθανότητα μείωσης της έκκρισης δακρύων.
Σύνδρομο απόσυρσης
Η θεραπευτική αγωγή με την καρβεδιλόλη δε θα πρέπει να διακόπτεται απότομα, ιδιαίτερα στην περίπτωση των ασθενών που πάσχουν από καρδιοπάθεια ισχαιμικής αιτιολογίας. Η απόσυρση της καρβεδιλόλης θα πρέπει να είναι βαθμιαία (εντός χρονικού διαστήματος δύο εβδομάδων).
Άτομα με αργό μεταβολισμό της δεβρισοκίνης
Οι ασθενείς με αργό μεταβολισμό της δεβρισοκίνης, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 5.2).
Άλλες
Καθώς η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη, η καρβεδιλόλη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ασταθή ή δευτερογενή υπέρταση, ορθοστατική υπόταση, οξεία φλεγμονώδη καρδιοπάθεια, αιμοδυναμικά συσχετιζόμενη απόφραξη των καρδιακών βαλβίδων ή της οδού εξόδου, περιφερική αρτηριακή νόσο τελικού σταδίου, ταυτόχρονη θεραπεία με ανταγωνιστές των α1 αδρενεργικών υποδοχέων ή αγωνιστές των α2 αδρενεργικών υποδοχέων.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Η καρβεδιλόλη είναι υπόστρωμα καθώς και αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης. Συνεπώς, η βιοδιαθεσιμότητα των φαρμάκων που μεταφέρονται από την P-γλυκοπρωτεΐνη ενδέχεται να αυξηθεί με ταυτόχρονη χορήγηση καρβεδιλόλης. Επιπροσθέτως, η βιοδιαθεσιμότητα της καρβεδιλόλης μπορεί να μεταβληθεί από επαγωγείς ή αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης.
Οι αναστολείς καθώς και οι επαγωγείς του CYP2D6 και του CYP2C9 μπορεί να μεταβάλλουν τον συστηματικό και/ή τον προσυστηματικό μεταβολισμό της καρβεδιλόλης με στερεοεκλεκτικό τρόπο, οδηγώντας σε αυξημένες ή μειωμένες συγκεντρώσεις της R και S- καρβεδιλόλης στο πλάσμα. Οι ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία επάγουν (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη και βαρβιτουρικά) ή αναστέλουν (π.χ. παροξετίνη, φλουοξετίνη, κινιδίνη, κινακαλσέτη, βουπροπιόνη, αμιωδαρόνη και φλουκοναζόλη) αυτά τα CYP ένζυμα, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας με την καρβεδιλόλη. Μερικά παραδείγματα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς ή υγιή άτομα παρατίθενται παρακάτω, αλλά ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός.
Διγοξίνη:
Οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης αυξάνονται κατά περίπου 15% λόγω της συγχορήγησης της διγοξίνης με την καρβεδιλόλη. Τόσο η διγοξίνη όσο και η καρβεδιλόλη επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Κατά την έναρξη, τη ρύθμιση της δόσης ή τη διακοπή της αγωγής της καρβεδιλόλης , συνιστάται ιδιαίτερη παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης (βλ. παράγραφο 4.4).
Ριφαμπικίνη και σιμετιδίνη:
Σε μία μελέτη σε 12 υγιή άτομα, η χορήγηση ριφαμπικίνης μείωσε τα επίπεδα της καρβεδιλόλης στο πλάσμα περίπου κατά 70%, το πιθανότερο δια της επαγωγής της P-γλυκοπρωτεΐνης, οδηγώντας σε μείωση της απορρόφησης της καρβεδιλόλης από το έντερο. Η σιμετιδίνη προκάλεσε αύξηση της AUC κατά περίπου 30% χωρίς όμως να προκαλέσει κάποια μεταβολή στη Cmax. Ενδέχεται να χρειαστεί προσοχή στην περίπτωση των ασθενών που λαμβάνουν επαγωγείς οξειδάσης μικτής λειτουργίας π.χ. ριφαμπικίνη, επειδή ενδέχεται να μειωθούν τα επίπεδα της καρβεδιλόλης στον ορό ή αναστολείς οξειδάσης μικτής λειτουργίας, π.χ. σιμετιδίνη επειδή τότε ενδέχεται να αυξηθούν τα επίπεδα της καρβεδιλόλης στον ορό. Εντούτοις, δεδομένης της σχετικά μικρής επίδρασης της σιμετιδίνης στα φαρμακευτικά επίπεδα της καρβεδιλόλης, η πιθανότητα κάποιας κλινικά σημαντικής αλληλεπίδρασης είναι ελάχιστη.
Κυκλοσπορίνη:
Δύο μελέτες σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού και καρδιάς που λάμβαναν
κυκλοσπορίνη από του στόματος έδειξαν αύξηση της συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης στο πλάσμα μετά την έναρξη της θεραπείας με καρβεδιλόλη. Σε ποσοστό περίπου 30% των ασθενών, χρειάστηκε να μειωθεί η δόση της κυκλοσπορίνης, προκειμένου να διατηρηθούν τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης εντός του θεραπευτικού εύρους, ενώ στους υπόλοιπους ασθενείς δε χρειάστηκε να γίνει αναπροσαρμογή. Κατά μέσο όρο, η δόση της κυκλοσπορίνης μειώθηκε περίπου κατά 20% σε αυτούς τους ασθενείς. Λόγω της μεγάλης μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων ως προς την απαιτούμενη αναπροσαρμογή της δόσης, συνιστάται η στενή παρακολούθηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης έπειτα από την έναρξη της θεραπείας με καρβεδιλόλη και η αναπροσαρμογή της δόσης της κυκλοσπορίνης κατά την ένδειξη.
Αμιωδαρόνη:
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η αμιωδαρόνη μείωσε την κάθαρση της S-καρβεδιλόλης το πιθανότερο δια της αναστολής του CYP2C9. Η μέση συγκέντρωση της R-καρβεδιλόλης στο πλάσμα δε μεταβλήθηκε. Κατά συνέπεια, υπάρχει ενδεχόμενος κίνδυνος ενίσχυσης του αποκλεισμού των β’ υποδοχέων, που προκαλείται από την αυξημένη συγκέντρωση της S-καρβεδιλόλης στο πλάσμα.
Φλουοξετίνη και παροξετίνη:
Σε μία τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη σε 10 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η
συγχορήγηση φλουοξετίνης, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2D6, οδήγησε σε στερεοεκλεκτική αναστολή του μεταβολισμού της καρβεδιλόλης με αύξηση σε ποσοστό 77% στη μέση τιμή AUC του R(+) εναντιομερούς. Εντούτοις, δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά στα ανεπιθύμητα συμβάντα, στην αρτηριακή πίεση ή στον καρδιακό ρυθμό μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων.
Η επίδραση επαναλαμβανόμενων δόσεων παροξετίνης, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2D6, στη φαρμακοκινητική μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης καρβεδιλόλης μελετήθηκε σε 12 υγιείς εθελοντές. Η έκθεση σε R-καρβεδιλόλη αυξήθηκε κατά μέσο όρο 150% και η έκθεση σε S-καρβεδιλόλη κατά μέσο όρο 90%, μετά από ταυτόχρονη χορήγηση με παροξετίνη.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Διγοξίνη:
Η συνδυασμένη χρήση β-αποκλειστών και διγοξίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αθροιστική παράταση του χρόνου κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.
Κλονιδίνη:
Η ταυτόχρονη χορήγηση της κλονιδίνης με παράγοντες που έχουν δράση
β-αποκλειστή ενδέχεται να ενισχύσει την υποτασική δράση και τη δράση μείωσης του καρδιακού ρυθμού. Όταν πρόκειται να τερματιστεί η ταυτόχρονη θεραπεία με παράγοντες που έχουν δράση
β-αποκλειστή και κλονιδίνη, πρέπει να διακοπεί πρώτα ο β-αποκλειστής. Στη συνέχεια μπορεί να διακοπεί η θεραπεία με την κλονιδίνη κάποιες μέρες αργότερα μέσω σταδιακής μείωσης της δόσης.
Αντιαρρυθμικά και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου:
Ο συνδυασμός με την καρβεδιλόλη αυτών των φαρμάκων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διαταραχών της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας (βλ. παράγραφο 4.4). Έχουν αναφερθεί μεμονωμένα επεισόδια διαταραχών της αγωγιμότητας (σπανίως με αιμοδυναμική αστάθεια) όταν η καρβεδιλόλη συγχορηγήθηκε με διλτιαζέμη, βεραπαμίλη και/ή αμιωδαρόνη. Όπως συμβαίνει με άλλους παράγοντες με ιδιότητες β- αποκλειστή, εάν πρόκειται να χορηγηθεί η καρβεδιλόλη από του στόματος μαζί με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης ή διλτιαζέμης, συνιστάται η παρακολούθηση του ΗΚΓ και της αρτηριακής πίεσης καθώς ο κίνδυνος διαταραχής της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας ή ο κίνδυνος καρδιακής ανεπάρκειας αυξάνεται (συνεργική επίδραση). Η ενδοφλέβια χορήγηση της βεραπαμίλης σε ασθενείς υπό αγωγή με β- αποκλειστές ενδέχεται να οδηγήσει σε έντονη υπόταση και κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Θα πρέπει να υπάρχει στενή παρακολούθηση όταν συγχορηγείται καρβεδιλόλης, είτε με αντιαρρυθμικό κατηγορίας Ι είτε με αμιωδαρόνη (από του στόματος). Έχουν αναφερθεί βραδυκαρδία, καρδιακή ανακοπή και κοιλιακή μαρμαρυγή λίγο μετά την έναρξη θεραπείας με β- αποκλειστές σε ασθενείς που λαμβάνουν αμιωδαρόνη.
Αντιυπερτασικά.
Όπως ισχύει με άλλους παράγοντες με δράση β- αποκλειστή, η καρβεδιλόλη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση άλλων ταυτόχρονα χορηγούμενων φαρμάκων με αντιυπερτασική δράση (π.χ. ανταγωνιστές α1 αδρενεργικών υποδοχέων) ή φαρμάκων που εμφανίζουν υπόταση ως ανεπιθύμητη ενέργεια, όπως τα βαρβιτουρικά, οι φαινοθειαζίνες, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τα αγγειοδιασταλτικά και το αλκοόλ.
Αναισθητικοί παράγοντες.
Θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, λόγω της συνεργικής αρνητικής ινότροπης και υποτασικής δράσης της καρβεδιλόλης και των αναισθητικών (βλ. παράγραφο 4.4).
Ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικοί παράγοντες:
Παράγοντες με ιδιότητες β- αποκλειστή μπορεί να ενισχύσουν την μείωση του σακχάρου του αίματος επιδρώντας στην ινσουλίνη και στα από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα. Τα σημεία της υπογλυκαιμίας ενδέχεται να καλυφθούν ή να μειωθούν (ιδίως η ταχυκαρδία). Στους ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα.
Παράγοντες μείωσης κατεχολαμινών:
Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα παράγοντες με ιδιότητες β-αποκλειστή και φάρμακο που μπορεί να μειώσει τις κατεχολαμίνες (π.χ. ρεσερπίνη και αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης) θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία υπότασης και/ή σοβαρής βραδυκαρδίας.
Βρογχοδιασταλτικοί β-αγωνιστές:
Οι μη-καρδιοεκλεκτικοί β- αποκλειστές ανταγωνίζονται τις βρογχοδιασταλτικές δράσεις των βρογχοδιασταλτικών β- αγωνιστών. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών.
Οι ακόλουθες κατηγορίες αλληλεπιδράσεων ισχύουν γενικά για τους β-αποκλειστές
Επινεφρίνη:
Υπάρχουν δέκα αναφορές έντονης υπέρτασης και βραδυκαρδίας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με μη εκλεκτικούς αναστολείς των β-υποδοχέων (συμπεριλαμβανομένης της πινδολόλης και της προπρανολόλης) μαζί με την επινεφρίνη (αδρεναλίνη). Αυτές οι κλινικές παρατηρήσεις έχουν επιβεβαιωθεί σε μελέτες με υγιή άτομα. Έχει επίσης προταθεί ότι η επινεφρίνη ως συμπλήρωμα των τοπικών αναισθητικών μπορεί να προκαλέσει αυτές τις αντιδράσεις με ενδοαγγειακή χορήγηση. Ο κίνδυνος πρέπει να μειωθεί ουσιαστικά με καρδιοεκλεκτικούς αναστολείς των β-υποδοχέων.
Φαινυλοπροπανολαμίνη:
Η φαινυλοπροπανολαμίνη (νορεφεδρίνη) σε εφάπαξ δόσεις των 50 mg μπορεί να αυξήσει τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε παθολογικές τιμές σε υγιή άτομα. Η προπρανολόλη αναστέλλει γενικά την αύξηση της αρτηριακής πίεσης που προκαλείται από την φαινυλοπροπανολαμίνη. Ωστόσο, οι αναστολείς των β-υποδοχέων μπορεί να προκαλέσουν παράδοξη υπερτασική αντίδραση σε ασθενείς που έλαβαν μεγάλες δόσεις φαινυλοπροπανολαμίνης. Σε μερικές περιπτώσεις έχουν αναφερθεί υπερτασικές κρίσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας απλώς μόνο με φαινυλοπροπανολαμίνη.
ΜΣΑΦ:
Τα αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ) αναστέλλουν την αντιυπερτασική δράση των αναστολέων των βήτα-υποδοχέων. Είναι κυρίως η ινδομεθακίνη που έχει μελετηθεί. Αυτή η αλληλεπίδραση φαίνεται να μην εμφανίζεται με τη σουλινδάκη. Δεν έχουν αναφερθεί τέτοιες αλληλεπιδράσεις σε μελέτη που περιλάμβανε τη δικλοφενάκη. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία για τον συνδυασμό καρβεδιλόλης με ΜΣΑΦ.
Παρασκευάσματα του βαρβιτουρικού οξέος: Συνδυασμοί με παρασκευάσματα του βαρβιτουρικού οξέος πρέπει να αποφεύγονται.
Νιτρώδη:
Αύξηση υποτασικής δράσης.
Εργοταμίνη:
Αύξηση αγγειοσύσπασης.
Νευρομυικοί αποκλειστές:
Αύξηση νευρομυικού αποκλεισμού.
Κύηση
Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία με την καρβεδιλόλη σε έγκυες γυναίκες.
Είναι ανεπαρκείς οι μελέτες σε ζώα σχετικά με τις επιπτώσεις στην κύηση, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό και στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
Η καρβεδιλόλη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κυήσεως, εκτός και αν το πιθανό όφελος υπερσκελίζει τον πιθανό κίνδυνο. Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί 2-3 ημέρες πριν τον αναμενόμενο τοκετό. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, το νεογέννητο θα πρέπει να παρακολουθείται για τις πρώτες 2-3 ημέρες της ζωής του.
Οι β-αποκλειστές μειώνουν την αιμάτωση του πλακούντα, το οποίο μπορεί να καταλήξει σε ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου, ανώριμα νεογνά και πρόωρο τοκετό. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (ιδιαίτερα υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) στο έμβρυο και στο νεογνό. Ο κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογνό κατά τη μεταγεννητική περίοδο μπορεί να είναι αυξημένος. Οι μελέτες στα ζώα δεν έχουν δείξει καταληκτικά στοιχεία τερατογένεσης με την καρβεδιλόλη (βλ. επίσης παράγραφο 5.3).
Θηλασμός
Οι μελέτες στα ζώα έχουν δείξει ότι η καρβεδιλόλη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η καρβεδιλόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Συνεπώς, δε συνιστάται ο θηλασμός κατά τη χορήγηση της καρβεδιλόλης.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα για τον άνθρωπο.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις της καρβεδιλόλης στην ικανότητα των ασθενών να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
Επειδή οι αντιδράσεις ποικίλουν από άτομο σε άτομο (π.χ. ζάλη, κόπωση), η ικανότητα οδήγησης, χειρισμού μηχανημάτων, ή η ικανότητα εργασίας που απαιτεί σταθερότητα του σώματος μπορεί να είναι μειωμένη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας, έπειτα από αύξηση της δόσης, κατά την αλλαγή φαρμάκων και σε ταυτόχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος.
(α) Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν εξαρτάται από τη δόση, με εξαίρεση τη ζάλη, τη μη φυσιολογική όραση και τη βραδυκαρδία.
(β) Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών
Ο κίνδυνος των περισσότερων ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με την καρβεδιλόλη είναι παρόμοιος για όλες τις ενδείξεις.
Οι εξαιρέσεις περιγράφονται στην υποενότητα (γ).
Οι κατηγορίες συχνοτήτων είναι οι ακόλουθες:
Πολύ συχνές ≥ 1/10
Συχνές ≥ 1/100 και < 1/10
Όχι συχνές ≥ 1/1.000 και < 1/100
Σπάνιες ≥ 1/10.000 και < 1/1.000
Πολύ σπάνιες < 1/10.000
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Συχνές: Βρογχίτιδα, πνευμονία, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού, λοίμωξη ουροποιητικού
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Συχνές: Αναιμία
Σπάνιες: Θρομβοπενία
Πολύ σπάνιες: Λευκοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: Υπερευαισθησία (αλλεργική αντίδραση)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Συχνές: Αύξηση βάρους, υπερχοληστερολαιμία, διαταραχή στον έλεγχο της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία) σε ασθενείς με προϋπάρχοντα διαβήτη
Ψυχιατρικές διαταραχές
Συχνές: Κατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεση
Όχι συχνές: Διαταραχές ύπνου
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία
Όχι συχνές: Προσυγκοπή, συγκοπή, παραισθησία
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές: Οπτική διαταραχή, μειωμένη δακρύρροια (ξηροφθαλμία), ερεθισμός οφθαλμού
Καρδιακές διαταραχές
Πολύ συχνές: Καρδιακή ανεπάρκεια
Συχνές: Βραδυκαρδία, οίδημα, υπερογκαιμία, υπερφόρτωση υγρών
Όχι συχνές: Κολποκοιλιακός αποκλεισμός, στηθάγχη
Αγγειακές διαταραχές
Πολύ συχνές: Υπόταση
Συχνές: Ορθοστατική υπόταση, διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (ψυχρά άκρα, περιφερική αγγειακή νόσος, παρόξυνση διαλείπουσας χωλότητας και φαινόμενο Raynaud)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Συχνές: Δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, άσθμα σε ασθενείς με προδιάθεση
Σπάνιες: Ρινική συμφόρηση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Συχνές: Ναυτία, διάρροια, έμετος, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος
Όχι συχνές: Δυσκοιλιότητα
Πολύ σπάνιες: Ξηροστομία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Πολύ σπάνιες: Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT), αμινοτρανσφεράση ασπαρτικού (AST) και γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές: Δερματικές αντιδράσεις (π.χ. αλλεργικό εξάνθημα, δερματίτιδα, κνίδωση, κνησμός, ψωριασικές και λειχηνοειδείς δερματικές βλάβες), αλωπεκία
Πολύ σπάνιες: Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Συχνές: Άλγος στα άκρα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Συχνές: Νεφρική ανεπάρκεια και διαταραχές νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια, διαταραχές ούρησης
Πολύ σπάνιες: Ακράτεια ούρων στις γυναίκες
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Πολύ συχνές: Οίδημα γεννητικών οργάνων
Όχι συχνές: Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές: Εξασθένιση (κόπωση)
Συχνές: Άλγος
(γ) Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η ζάλη, η συγκοπή, η κεφαλαλγία και η εξασθένιση έχουν συνήθως ήπια ένταση και είναι πιθανότερο να σημειωθούν κατά την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής.
Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ενδέχεται να σημειωθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας και κατακράτηση υγρών κατά τη ρύθμιση της δόσης της καρβεδιλόλης προς τα άνω (βλ. παράγραφο 4.4).
Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι ένα ανεπιθύμητο συμβάν το οποίο έχει αναφερθεί συχνά τόσο σε ασθενείς που έλαβαν το εικονικό φάρμακο όσο και σε εκείνους που έλαβαν αγωγή με καρβεδιλόλη (14,5% και 15,4% αντίστοιχα, σε ασθενείς με αριστερή κοιλιακή δυσλειτουργία έπειτα από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου).
Έχει παρατηρηθεί αναστρέψιμη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας με τη θεραπεία της καρβεδιλόλης σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με υπόταση, ισχαιμική καρδιοπάθεια και διάχυτη αγγειακή νόσο και/ή υποκείμενη νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).
Ως κατηγορία, οι αποκλειστές των β-αδρενεργικών υποδοχέων ενδέχεται να προκαλέσουν την εκδήλωση του λανθάνοντος διαβήτη, την επιδείνωση του έκδηλου διαβήτη και τη διαταραχή του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος.
Η καρβεδιλόλη μπορεί να προκαλέσει ακράτεια ούρων στις γυναίκες, η οποία υποχωρεί με τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής.
Ειδικές ομάδες πληθυσμού
Μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς με υπέρταση ή στηθάγχη έδειξαν ότι δεν υπήρχε διαφορά στο προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς. Μια περαιτέρω μελέτη, στην οποία συμμετείχαν ηλικιωμένοι ασθενείς με στεφανιαία νόσο, δεν έδειξε σημαντική διαφορά στις αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύγκριση με εκείνες που αναφέρθηκαν για τους νεότερους ασθενείς.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Συμπτώματα και σημεία
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, μπορεί να σημειωθεί σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενές σοκ και καρδιακή ανακοπή. Μπορεί, επίσης, να εμφανιστούν αναπνευστικά πρoβλήματα, βρογχόσπασμος, έμετος, διαταραχή συνείδησης και γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις.
Αντιμετώπιση
Πέραν της γενικής υποστηρικτικής θεραπευτικής αντιμετώπισης, πρέπει να παρακολουθούνται οι ζωτικές παράμετροι και, αν είναι απαραίτητο, να ανατάσσονται μέσω εντατικής θεραπείας.
Η ατροπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την έντονη βραδυκαρδία, ενώ για την υποστήριξη της κοιλιακής λειτουργίας συνιστάται η χορήγηση ενδοφλέβιου γλυκαγόνου, ή συμπαθομιμητικών (δοβουταμίνη, ισοπρεναλίνη).
Εάν απαιτείται θετική ινότροπος δράση, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης (PDE).
Εάν η περιφερική αγγειοδιαστολή είναι το κυρίαρχο σύμπτωμα της δηλητηρίασης, τότε θα πρέπει να χορηγηθεί νορφενεφρίνη ή νοραδρεναλίνη με ταυτόχρονη συνεχή παρακολούθηση της κυκλοφορίας.
Σε περίπτωση ανθεκτικής στη φαρμακοθεραπεία βραδυκαρδίας, θα πρέπει να τοποθετηθεί βηματοδότης.
Για το βρογχόσπασμο, πρέπει να χορηγηθούν β-συμπαθομιμητικά (ως αερολύματα ή ενδοφλέβια) ή μπορεί να χορηγηθεί αμινοφυλλίνη ενδοφλεβίως με βραδεία ένεση ή έγχυση. Σε περίπτωση επιληπτικών σπασμών, συνιστάται να χορηγηθεί διαζεπάμη ή κλοναζεπάμη ως βραδεία ενδοφλέβια ένεση.
Η καρβεδιλόλη συνδέεται σε υψηλό βαθμό με τις πρωτεΐνες. Επομένως, δεν μπορεί να αποβληθεί με αιμοκάθαρση.
Σε περιπτώσεις σοβαρής υπερδοσολογίας με συμπτώματα σοκ, η υποστηρικτική θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλ. μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση του ασθενούς, επειδή η παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής της απέκκρισης και η ανακατανομή της καρβεδιλόλης από τα έσω διαμερίσματα καθυστερούν περισσότερο από το αναμενόμενο.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CARVEDILOL/MYLAN 25MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: β- και α1- αδρενεργικοί αποκλειστές
Κωδικός ATC: C07AG02
Μηχανισμός δράσης
Η καρβεδιλόλη είναι αγγειοδιασταλτικός μη εκλεκτικός β- αποκλειστής, ο οποίος μειώνει τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις μέσω εκλεκτικού αποκλεισμού του α1 - υποδοχέα και καταστέλλει το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης μέσω μη εκλεκτικού β- αποκλεισμού. Η δραστικότητα της ρενίνης στο πλάσμα μειώνεται και η κατακράτηση υγρών είναι σπάνια.
Η καρβεδιλόλη δεν παρουσιάζει ενδογενή συμπαθομιμητική δραστηριότητα. Εμφανίζει ιδιότητες σταθεροποίησης της μεμβράνης, όμοιες με αυτές του προπρανολόλης.
Η καρβεδιλόλη είναι ρακεμικό μείγμα δύο στερεοϊσομερών. Σε μοντέλα με πειραματόζωα, έχει βρεθεί ότι και τα δύο εναντιομερή έχουν δραστηριότητα α- αδρενεργικού αποκλειστή. Ο μη εκλεκτικός β1 και β2 αδρενεργικός αποκλεισμός αποδίδεται κυρίως στο S(-) εναντιομερές.
Οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες της καρβεδιλόλης και των μεταβολιτών της έχουν αποδειχθεί σε in vitro και invivo μελέτες σε πειραματόζωα και in vitro σε σημαντικό αριθμό τύπων ανθρώπινων κυττάρων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε υπερτασικούς ασθενείς, η μείωση της αρτηριακής πίεσης δεν σχετίζεται με την ταυτόχρονη αύξηση των περιφερικών αντιστάσεων, όπως παρατηρήθηκε με τους γνήσιους β- αποκλειστές. Ο καρδιακός ρυθμός μειώνεται ελαφρά. Ο όγκος παλμού παραμένει αμετάβλητος. Η νεφρική αιματική ροή και η νεφρική λειτουργία παραμένουν σε φυσιολογικά επίπεδα, καθώς επίσης και η περιφερική ροή του αίματος. Επομένως, τα κρύα άκρα, που συχνά παρατηρούνται με τους β- αποκλειστές, εμφανίζονται σπάνια. Στους υπερτασικούς ασθενείς, η καρβεδιλόλη αυξάνει τη συγκέντρωση της νορεπινεφρίνης στο πλάσμα.
Η καρβεδιλόλη δεν έχει αρνητική επίδραση στο λιπιδαιμικό προφίλ ή στους ηλεκτρολύτες ορού. Η αναλογία ανάμεσα στις HDL (λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας) και στις LDL (λιποπρωτεΐνες χαμηλής πυκνότητας) παραμένει φυσιολογική.
Σε ασθενείς με στεφανιαία καρδιακή νόσο, η καρβεδιλόλη έχει παρουσιάσει αντι-ισχαιμικές και αντι-αγγειακές ιδιότητες οι οποίες συνέχισαν κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας. Οξείες αιμοδυναμικές μελέτες έχουν δείξει ότι η καρβεδιλόλη μειώνει το προφορτίο και το μεταφορτίο στην αριστερή κοιλία. Σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας ή καρδιακή ανεπάρκεια, η καρβεδιλόλη έχει δείξει ότι παράγει ευεργετικά αιμοδυναμικά αποτελέσματα και βελτιώσεις στη λειτουργία της αριστερής κοιλίας σε σχέση με το κλάσμα εξώθησης και τις διαστάσεις της αριστερής κοιλίας.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ωφέλιμες αιμοδυναμικές επιδράσεις και βελτιωμένη λειτουργία της αριστερής κοιλίας παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με ισχαιμική και μη ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια, οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ, διουρητικά και δακτυλίτιδα και με καρβεδιλόλη ως συμπληρωματική θεραπεία.
Μια διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, η οποία περιλάμβανε 1.094 ασθενείς με χρόνια σταθερή ήπια έως σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένη λειτουργία της αριστερής κοιλίας (κλάσμα εξώθησης ≤ 35%), οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε 4 διαφορετικά πρωτόκολλα θεραπείας με βάση την απόσταση που περπάτησαν, έδειξαν ότι η καρβεδιλόλη, η οποία χορηγήθηκε ως συμπλήρωμα της συμβατικής θεραπείας (διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ και όπου ενδείκνυτο δακτυλίτιδα και νιτρώδη), μείωσε τη θνησιμότητα (3,2% στην ομάδα της καρβεδιλόλης, σε σύγκριση με τι 7,8% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, σχετική μείωση 65%, p <0,001) και την ανάγκη νοσοκομειακής νοσηλείας λόγω καρδιαγγειακών παθήσεων. Η θεραπεία με καρβεδιλόλη συσχετίστηκε με αυξημένη ευεξία και καθυστέρηση στην εξέλιξη της νόσου. Η μελέτη περιελάμβανε ασθενείς οι οποίοι ανέχονταν τη χορήγηση καρβεδιλόλης 6,25 mg και η περίοδος παρακολούθησης ήταν μόλις επτά μήνες (μέση). Έχουν συμπεριληφθεί λίγοι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορία IV της NYHA) και ασθενείς που χρειάστηκαν νοσοκομειακή νοσηλεία με ινότροπη υποστήριξη.
Στη μελέτη Copernicus, 2.289 ασθενείς με σταθερή σοβαρή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορία IV NYHA, κλάσμα εξώθησης <25%) τυχαιοποιήθηκαν για θεραπεία με καρβεδιλόλη ή με εικονικό φάρμακο ως συμπλήρωμα στη συμβατική θεραπεία. Οι ασθενείς που χρειάστηκαν ενδοφλέβια ινότροπη υποστήριξη ή είχαν συμπωματική υπόταση ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη. Το πρωτεύον τελικό σημείο, η συνολική θνησιμότητα, μειώθηκε από 19,7% σε 12,8% (σχετική μείωση 35%, p = 0,00013). Η θεραπεία 1.000 ασθενών με καρβεδιλόλη σε διάστημα ενός έτους αποτρέπει κατά μέσο όρο 70 θανάτους, δίνοντας ένα NNT (Number Needed to Treat - αριθμός που απαιτείται για θεραπεία) του 14.
Μια σχετική μείωση κατά 24% παρατηρήθηκε στο δευτερεύον τελικό σημείο της συνολικής θνησιμότητας ή της εισαγωγής στο νοσοκομείο, ανεξάρτητα από την αιτία. Υπήρξε σημαντική μείωση του αιφνίδιου θανάτου από 7,8% σε 4,2%.
Κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης ο αριθμός των ανεπιθύμητων συμβαμάτων ήταν υψηλότερος στην ομάδα της καρβεδιλόλης (22,9% έναντι 16,0%), κυρίως ως αποτέλεσμα της μη σοβαρής ζάλης ή υπότασης. Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών επεισοδίων δεν διέφερε μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Σε όλη τη διάρκεια της μελέτης, η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών επεισοδίων ήταν χαμηλότερη στην ομάδα της καρβεδιλόλης (39,0% έναντι 45,4%), όπως και η συχνότητα εμφάνισης σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας (14,5% έναντι 21,1%).
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση των 25mg καψουλών σε υγιείς εθελοντές, η καρβεδιλόλη απορροφήθηκε ταχύτατα, με μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα Cmax 21mg/l, η οποία επιτεύχθηκε σε περίπου 1.5 ώρα (tmax). Υπάρχει μια γραμμική συσχέτιση μεταξύ τιμής Cmax και δόσης. Ακολουθώντας την από του στόματος χορήγηση, η καρβεδιλόλη υφίσταται έναν εκτενή μεταβολισμό πρώτης διόδου ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του 25 % περίπου σε υγιείς εθελοντές . Η καρβεδιλόλη είναι ρακεμικό μείγμα και τα S-(-)-εναντιομερή εμφανίζονται να μεταβολίζονται πιο γρήγορα από τα R-(+)-εναντιομερή, δίνοντας από του στόματος μια απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 15% σε σύγκριση με την 31% για τα R-(+)- εναντιομερή. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα της R-καρβεδιλόλης είναι περίπου διπλάσια σε τιμή από εκείνης της S-καρβεδιλόλης. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η καρβεδιλόλη είναι υπόστρωμα για την εκροή των μεταφορέων Ρ-γλυκοπρωτεΐνης. Ο ρόλος των Ρ-γλυκοπρωτεϊνών στην διάθεση της καρβεδιλόλης επιβεβαιώθηκε επίσης in vivo σε υγιείς εθελοντές..
Κατανομή
Η καρβεδιλόλη είναι μια εξαιρετικά λιπόφιλη ένωση και εμφανίζει δέσμευση πρωτεΐνης πλάσματος περίπου 95%.καρβεδιλόλης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής της ποικίλει μεταξύ 1.5 και 2 L/kg.
Βιομετασχηματισμός
Η απομεθυλίωση και η υδροξυλίωση του φαινολικού δακτυλίου δίνει τρεις ενεργούς μεταβολίτες με δράση αποκλειστή στους β υποδοχείς. Σε σύγκριση με την καρβεδιλόλη, οι τρεις αυτοί ενεργοί μεταβολίτες έχουν ασθενή αγγειοδιασταλτική δράση. Προκλινικές μελέτες, έχουν δείξει ότι ο 4-υδροξυφαινολο μεταβολίτης έχει δράση β- αποκλειστή 13 φορές ισχυρότερη από ότι η καρβεδιλόλη. Παρόλα αυτά, οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη στους ανθρώπους είναι περίπου 10 φορές μικρότερες από αυτές της καρβεδιλόλης.
Τα αποτελέσματα μιας in vitro μελέτης υποδεικνύουν ότι διαφορετικό κυτόχρωμα P450 ισοενζύμων μπορεί να εμπλέκεται στις διαδικασίες οξείδωσης και υδροξυλίωσης, περιλαμβανομένων των CYP2D6, CYP3A4, CYP2E1, CYP2C9 και CYP1A2.
Μελέτες σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς έχουν δείξει ότι τα R- εναντιομερή μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6. Τα S- εναντιομερή μεταβολίζονται κυρίως από τα CYP2D6 και CYP2C9.
Γενετικός πολυμορφισμός
Στους αργούς CYP2D6 μεταβολίτες η συγκέντρωση στο πλάσμα (AUC) της καρβεδιλόλης είναι περίπου διπλάσια από τους γρήγορους CYP2D6 μεταβολίτες. Ωστόσο, διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι ο CYP2D6 γενετικός πολυμορφισμός μπορεί να έχει περιορισμένη κλινική σημασία στη θεραπεία της καρβεδιλόλης.
Αποβολή
Η καρβεδιλόλη κατά κύριο λόγο μεταβολίζεται στο ήπαρ σε ένα αριθμό από μεταβολίτες οι οποίοι κυρίως αποβάλλονται μέσω της χολής και των κοπράνων. Μετά από μια εφάπαξ δόση 50mg καρβεδιλόλης, περίπου το 16% και 60% της δόσης, αντίστοιχα, απορρίπτεται εντός 11 ημερών μέσω των ούρων και των κοπράνων με την μορφή μεταβολιτών. Λιγότερο από το 1% της ουσίας αποβάλλεται χωρίς να έχει μεταβολιστεί στα ούρα. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 12.5mg σε υγιείς εθελοντές, η κάθαρση του πλάσματος από τη καρβεδιλόλη ήταν περίπου 600mL/min και η ημιπερίοδος αποβολής ήταν περίπου 2.5 ώρες. Σε όλα τα άτομα η ημιπερίοδος για μια κάψουλα 50mg ήταν 6.5 ώρες, η οποία ανταποκρίνεται στην ημιπερίοδο αποβολής για την κάψουλα. Μετά από του στόματος χορήγηση, η συνολική κάθαρση για την S- καρβεδιλόλη είναι περίπου η διπλάσια από ότι για την R-καρβεδιλόλη.
Ιδιότητες στον ασθενή
Η ηλικία δεν έχει σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική της καρβεδιλόλης σε ασθενείς με υπέρταση.
Μελέτες σε παιδιά έχουν δείξει ότι η προσαρμοσμένη κατά σωματικό βάρος κάθαρση είναι σημαντικά υψηλότερη στα παιδιά από ότι στους ενήλικες.
Μία μελέτη φαρμακοκινητικής σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος έχει δείξει ότι η από του στόματος κάθαρση της καρβεδιλόλης μειώθηκε κατά 6.9 φορές και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 4.4-φορές σε ασθενείς με ηπατική βλάβη, όταν αυτοί συγκρίθηκαν με υγιή άτομα στην μελέτη.
Σε κάποιους από τους υπερτασικούς ασθενείς με μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 20- 30 mL/min) ή σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης < 20 mL/min) νεφρική ανεπάρκεια, παρατηρήθηκε αύξηση των συγκεντρώσεων της καρβεδιλόλης στο πλάσμα κατά 40 έως 55 % περίπου, σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Παρόλα αυτά, υπήρξε μεγάλη διακύμανση στα αποτελέσματα και σημαντική αλληλοεπικάλυψη με τις φυσιολογικές τιμές.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CARVEDILOL/MYLAN 25MG/TAB
Πυρήνας δισκίου:
Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική
Λακτόζη μονοϋδρική
Κροσποβιδόνη
Ποβιδόνη
Πυριτίου οξείδιο κολλοειδές, άνυδρο
Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη δισκίου:
Υπρομελλόζη
Τιτανίου Διοξείδιο (E 171)
Κιτρικός τριαιθυλεστέρας
Πολυαιθυλενογλυκόλη
Πολυδεξτρόζη
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30o C
Πλαστική φιάλη (HDPE) ή συσκευασία κυψέλης (blister) (PVC/Alu)
Κυψέλες (blisters) από φύλλο PVC/αλουμινίου ή φιάλες από υψηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο (HDPE) με πώματα από πολυπροπυλένιο (PP), οι οποίες είναι διαθέσιμες σε συσκευασίες που περιέχουν 10, 14, 28, 30, 50, 56, 98, 100 και 250 (μόνο για την πλαστική φιάλη) δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες