CLINDAMYCIN/KABI INJ.SOL 150MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CLINDAMYCIN/KABI 150MG/ML
Το Clindamycin Kabi ενδείκνυται για την θεραπεία των παρακάτω σοβαρών λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητους στην κλινδαμυκίνη μικροοργανισμούς (βλ. παράγραφο 5.1). Στην περίπτωση λοιμώξεων από αερόβιους οργανισμούς η κλινδαμυκίνη αποτελεί μια εναλλακτική θεραπεία όταν οι άλλοι αντιβακτηριακοί παράγοντες είναι μη δραστικοί ή αντενδείκνυνται (π.χ. σε περίπτωση αλλεργίας στις πενικιλλίνες). Στην περίπτωση λοιμώξεων από αναερόβια η θεραπεία με κλινδαμυκίνη ως πρώτη επιλογή μπορεί να ενθαρρυνθεί.
-
Σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων όπως η οστεομυελίτιδα και η σηπτική αρθρίτιδα.
-
Χρονία ιγμορίτιδα που προκαλείται από αναερόβιους μικροοργανισμούς
-
Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος όπως:
-
Πνευμονία από εισρόφηση, πνευμονικό απόστημα, νεκρωτική πνευμονία και εμπύημα.
Σε περίπτωση υποψίας πολυμικροβιακών πνευμονικών λοιμώξεων, θα πρέπει να χoρηγείται σε συνδυασμό και ένας παράγοντας με ικανοποιητική δράση ενάντια στα αρνητικά κατά Gram βακτήρια για να καλύψει την πιθανή ύπαρξη αρνητικών κατά Gram βακτηρίων.
-
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις όπως η περιτονίτιδα και το κοιλιακό απόστημα όπου η θεραπεία επιλογής είναι η κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με ένα αντιβιοτικό με καλή δράση ενάντια στα αερόβια αρνητικά κατά Gram βακτήρια.
-
Λοιμώξεις της πυέλου και των γεννητικών οργάνων θηλέων όπως PID, ενδομητρίτιδα, περικολπικές λοιμώξεις, αποστήματα στις σάλπιγγες και τις ωοθήκες, σαλπιγγίτιδα, κυτταρίτις της πυέλου όταν χορηγείται ταυτόχρονα άλλο αντιβιοτικό με καλή δράση ενάντια στα αερόβια αρνητικά κατά Gram βακτήρια.
-
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων.
Η επίσημη οδηγία για την ορθή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’όψη.
Δοσολογία
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 12 ετών
-
για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων (όπως ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις της πυέλου θηλέων ή άλλες σοβαρές λοιμώξεις):
12 έως 18 ml Clindamycin Kabi ημερησίως (αντιστοιχούν σε 1800 έως 2700 mg κλινδαμυκίνης) σε 2 - 4 ίσες δόσεις, γενικά σε συνδυασμό με ένα αντιβιοτικό με καλή δράση ενάντια στα αερόβια αρνητικά κατά Gram βακτήρια.
- για την θεραπεία λιγότερο επιπλεγμένων λοιμώξεων:
8 έως 12 ml Clindamycin Kabi ημερησίως (αντιστοιχούν σε 1200 έως 1800 mg κλινδαμυκίνης) χορηγούμενα σε τρεις ή τέσσερις ίσες δόσεις.
Συνήθως η μέγιστη ημερήσια δόση για τους ενήλικες και τους εφήβους ηλικίας άνω των 12 ετών είναι 18 ml Clindamycin Kabi (αντιστοιχούν σε 2700 mg κλινδαμυκίνης) σε 2 έως 4 ίσες δόσεις. Σε απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις έχουν χορηγηθεί δόσεις έως 4800 mg/ημέρα.
Εφ’άπαξ ενδομυϊκές ενέσεις άνω των 600 mg δεν συνιστώνται όπως δεν συνιστάται χορήγηση άνω του 1,2 g σε μια έγχυση διάρκειας μιας ώρας.
Εναλλακτικά, το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να χορηγηθεί με τη μορφή μιας ταχείας έγχυσης για την πρώτη δόση ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά (ηλικίας άνω του 1 μηνός έως 12 ετών):
Σοβαρές λοιμώξεις: 15-25 mg/kg/ημέρα σε τρεις ή τέσσερις ίσες δόσεις.
Περισσότερο σοβαρές λοιμώξεις: 25-40 mg/kg/ημέρα σε τρεις ή τέσσερις ίσες δόσεις. Σε σοβαρές λοιμώξεις συνιστάται να χορηγούνται στα παιδιά όχι λιγότερο από 300 mg/ημέρα ανεξάρτητα από το βάρος σώματος.
Ηλικιωμένοι:
Ο χρόνος ημίσειας ζωής, ο όγκος κατανομής και η κάθαρση, και η έκταση της απορρόφησης μετά την χορήγηση της φωσφορικής κλινδαμυκίνης δεν μεταβάλλονται από την αυξημένη ηλικία. Η ανάλυση των δεδομένων από κλινικές μελέτες δεν έδειξε κάποια αύξηση στην τοξικότητα σχετιζόμενη με την ηλικία. Ως εκ τούτου, οι δοσολογικές απαιτήσεις στους ηλικιωμένους δεν πρέπει να επηρεάζονται μόνο από την ηλικία. Ανατρέξτε στην
παράγραφο 4.4 σχετικά με άλλους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς που έχουν ηπατική νόσο μέτριου έως σοβαρού βαθμού, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απέκκριση της κλινδαμυκίνης παρατείνεται. Μείωση της δοσολογίας γενικά δεν
απαιτείται αν το Clindamycin Kabi χορηγείται κάθε 8 ώρες. Ωστόσο, η συγκέντρωση της κλινδαμυκίνης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια. Ανάλογα με τα αποτελέσματα, η μέτρηση αυτή μπορεί να απαιτήσει μείωση της δοσολογίας ή αύξηση του χρονικού διαστήματος μεταξύ των δόσεων.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Παρουσία νεφρικών νόσων, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απέκκριση παρατείνεται. Ωστόσο, μείωση της δοσολογίας δεν είναι απαραίτητη στην περίπτωση ήπιας έως μέτριας νεφρικής ανεπάρκειας. Παρόλα αυτά, η συγκέντρωση στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή ανουρία. Ανάλογα με τα αποτελέσματα, η μέτρηση αυτή μπορεί να απαιτήσει μείωση της δοσολογίας ή αύξηση του χρονικού διαστήματος μεταξύ των δόσεων σε 8 ή ακόμη και 12 ώρες.
Δοσολογία στην περίπτωση αιμοδιύλισης
Η κλινδαμυκίνη δεν απομακρύνεται με την αιμοδιύλιση. Για το λόγο αυτό, δεν απαιτείται επιπλέον δόση πριν ή μετά την αιμοδιύλιση.
Διάρκεια της θεραπείας
Σε περιπτώσεις αποδεδειγμένων λοιμώξεων ή ακόμα και υποψίας λοιμώξεων με ß-haemolytic streptococci, η θεραπεία με Clindamycin Kabi πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον
10 ημέρες.
Δεδομένου ότι αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για περισσότερες από 7 ημέρες σε μικρά παιδιά (ηλικίας λιγότερο από 3 ετών), εκτός εάν απαιτείται μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης
Το Clindamycin Kabi χορηγείται με ενδομυϊκή ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση.
Το Clindamycin Kabi πρέπει να αραιώνεται πριν την ενδοφλέβια χορήγηση και πρέπει να εγχέεται για τουλάχιστον περισσότερο από 10 - 60 λεπτά. Η συγκέντρωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 18 mg κλινδαμυκίνης ανά ml διαλύματος.
Για ενδομυϊκή χορήγηση το Clindamycin Kabi πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς να αραιωθεί.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν την χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στην κλινδαμυκίνη ή την λινκομυκίνη (υπάρχει παράλληλη αλλεργία) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Το Clindamycin Kabi πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Λαμβάνοντας υπόψη την χρήση του Clindamycin Kabi, ο γιατρός πρέπει να υπολογίζει τον τύπο της λοίμωξης και τον πιθανό κίνδυνο διάρροιας που μπορεί να παρουσιαστεί, καθώς έχουν αναφερθεί περιστατικά κολίτιδας κατά την διάρκεια, ή ακόμη και δύο με τρεις εβδομάδες μετά την χορήγηση του Clindamycin Kabi. Η ασθένεια είναι πιθανό να ακολουθήσει πιο βαρειά πορεία σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε εξασθενημένους ασθενείς.
Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων όπως αντιδράσεις στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κλινδαμυκίνη. Εάν εμφανιστεί υπερευαισθησία ή σοβαρή δερματική
αντίδραση, η κλινδαμυκίνη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8).
Χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με
-
ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.2),
-
διαταραχές στις νευρομυϊκές διαβιβάσεις (μυασθένεια gravis, νόσο του Parkinson, κλπ.) καθώς και
-
ιστορικό γαστρεντερικών διαταραχών (π.χ. προηγούμενη φλεγμονή στο παχύ έντερο).
-
ατοπικές νόσους.
Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις μπορεί να παρουσιαστούν ακόμη και μετά από την πρώτη χορήγηση. Σε αυτήν την περίπτωση η θεραπεία με το Clindamycin Kabi πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εφαρμόζονται τα συνήθη μέτρα εκτάκτου ανάγκης.
Η ταχεία ενδοφλέβια ένεση μπορεί να έχει σοβαρή επίδραση στην καρδιά (βλ. παράγραφο 4.8) και πρέπει να αποφεύγεται.
Οξεία νεφρική βλάβη, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, αναφέρθηκε σπάνια. Θα πρέπει να προβλέπεται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς που πάσχουν από προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία ή που λαμβάνουν ταυτόχρονα νεφροτοξικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.8).
Σε βρέφη ηλικίας κάτω του ενός έτους και στην μακροχρόνια θεραπεία (θεραπεία για περισσότερο από 10 ημέρες), το αιμογράφημα καθώς επίσης η ηπατική και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη χορήγηση του Clindamycin Kabi μπορεί να οδηγήσει σε υπερλοίμωξη και/ή εποίκηση με ανθεκτικά παθογόνα ή μύκητες στο δέρμα και τις βλενογόννους μεμβράνες.
Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, η θεραπεία με κλινδαμυκίνη μπορεί να αποτελέσει μια εναλλακτική μορφή θεραπείας για τους ασθενείς με αλλεργία στην πενικιλλίνη (υπερευαισθησία στην πενικιλλίνη). Δεν έχουν υπάρξει αναφορές διασταυρούμενης αλλεργίας μεταξύ κλινδαμυκίνης και πενικιλλίνης και με βάση τις δομικές διαφορές μεταξύ των ουσιών, αυτό δεν αναμένεται. Ωστόσο, υπάρχουν πληροφορίες αναφυλαξίας (υπερευαισθησίας), σε μεμονωμένα περιστατικά, προς την κλινδαμυκίνη σε άτομα με υπάρχουσα αλλεργία στην πενικιλλίνη. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την διάρκεια της θεραπείας με κλινδαμυκίνη σε ασθενείς με αλλεργία στην πενικιλλίνη.
Έχει αναφερθεί εμφάνιση διάρροιας σχετιζόμενης με το Clostridium difficile (CDAD) με την χρήση σχεδόν όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης. Κυμαίνεται από ήπια διάρροια έως κολίτιδα με μοιραία κατάληξη.
Η θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες μεταβάλλει τη φυσιολογική χλωρίδα του παχέος εντέρου και οδηγεί σε υπερανάπτυξη του Clostridium difficile.
Το Clostridium difficile παράγει τις τοξίνες Α και Β οι οποίες συμβάλλουν στην ανάπτυξη της CDAD και αποτελούν την κύρια αιτία της ‘κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά’.
Τα υπερπαθογόνα στελέχη του Clostridium difficile έχουν συσχετιστεί με αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα, καθώς αυτές οι μολύνσεις μπορεί να είναι ανθεκτικές στη θεραπεία με αντιβιοτικά και μπορεί να απαιτηθεί κολεκτομή.
Είναι σημαντικό να εξετάζεται ως ενδεχόμενο η διάγνωση της CDAD σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια ως επακόλουθο της χορήγησης αντιβακτηριακών παραγόντων.
Σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει να γίνει προσεκτική ανάκληση της μνήμης δεδομένου ότι η CDAD μπορεί να εμφανιστεί έως και δυο μήνες μετά την θεραπεία με αντιβιοτικά.
Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη σχετιζόμενη με αντιβιοτικά διάρροια ή σχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδα, η τρέχουσα θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες,
συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης, πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινούν αμέσως κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα.
Τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό αντενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση.
Το Clindamycin Kabi δεν πρέπει να χορηγείται σε οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, αν αυτές προκαλούνται από ιούς.
Το Clindamycin Kabi δεν είναι κατάλληλο για την θεραπεία της μηνιγγίτιδας, καθώς η συγκέντρωση του αντιβιοτικού που συλλέγεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι πολύ χαμηλή.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει βενζυλική αλκοόλη, η οποία μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Η βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετιστεί με κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών συμπεριλαμβανομένων αναπνευστικών προβλημάτων (ονομαζόμενο «σύνδρομο βαριάς αναπνοής») σε νεαρά παιδιά. Ως εκ τούτου, το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χορηγείται σε νεογνά (ηλικίας μέχρι 4 εβδομάδων), εκτός εάν το συστήνει ο επαγγελματίας υγείας.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για περισσότερο από μία εβδομάδα σε μικρά παιδιά (ηλικίας κάτω των 3 ετών), εκτός εάν έτσι συμβουλέψει ο επαγγελματίας υγείας.
Μεγάλες ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης μπορούν να συσσωρευτούν στο σώμα και μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες (γνωστές ως «μεταβολική οξέωση»). Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες καθώς και σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική νόσο.
Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ
Έχουν αναφερθεί αυξημένοι έλεγχοι πηκτικότητας αίματος (PT/INR) και/ή αιμορραγίας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη και fluindione). Θα πρέπει για το λόγο αυτό να παρακολουθούνται συχνά οι έλεγχοι πηκτικότητας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ.
Όπου είναι δυνατό το Clindamycin Kabi δεν πρέπει να συνδυάζεται με την ερυθρομυκίνη καθώς, λόγω της αντιβακτηριακής δράσης, έχει παρατηρηθεί in vitro ανταγωνιστική δράση.
Υπάρχει διασταυρούμενη ανθεκτικότητα των παθογόνων έναντι της κλινδαμυκίνης και της λινκομυκίνης.
Λόγω της ιδιότητας του νευρομυϊκού αποκλεισμού, το Clindamycin Kabi μπορεί να εντείνει τη δράση των μυοχαλαρωτικών. Ως αποτέλεσμα αυτού μπορεί να παρουσιαστούν, μη αναμενόμενα, απειλητικά για τη ζωή περιστατικά κατά την διάρκεια χειρουργικής επέμβασης.
Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό από το CYP3A5, στον κύριο μεταβολίτη σουλφοξείδιο της κλινδαμυκίνης και στον ήσσονος σημασίας μεταβολίτη Ν-δεσμεθυλκλινδαμυκίνη. Συνεπώς, οι αναστολείς των CYP3A4 και CYP3A5 μπορούν να μειώσουν την κάθαρση της κλινδαμυκίνης και οι επαγωγείς αυτών των ισοενζύμων μπορεί να αυξήσουν την κάθαρση της κλινδαμυκίνης. Όταν υπάρχουν ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 όπως η ριφαμπικίνη, παρακολουθήστε για μείωση της αποτελεσματικότητας.
In vitro μελέτες καταδεικνύουν ότι η κλινδαμυκίνη δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2E1 ή CYP2D6 και αναστέλλει μόνο μετρίως το CYP3A4. Συνεπώς, είναι απίθανο να υπάρχουν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της κλινδαμυκίνης και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα CYP.
Κύηση:
Μια μεγάλη μελέτη σε έγκυες γυναίκες, στην οποία εξετάστηκαν περίπου 650 νεογνά τα οποία εκτέθηκαν στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, δεν έδειξε αύξηση στα ποσοστά δυσμορφιών. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ικανοποιητικά δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της κλινδαμυκίνης κατά την κύηση.
Η κλινδαμυκίνη διαπερνά τον πλακούντα. Πιστεύεται ότι συγκέντρωση με θεραπευτική δράση μπορεί να φτάσει στο έμβρυο. Όταν χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησης τα ωφέλη και οι κίνδυνοι πρέπει να αντισταθμίζονται με προσοχή.
Θηλασμός:
Η κλινδαμυκίνη περνάει στο μητρικό γάλα. Για το λόγο αυτό η πιθανότητα ευαισθητοποίησης, διάρροιας και εποίκησης μυκήτων στις βλενογόννους μεμβράνες στα θηλάζοντα βρέφη δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Όταν χορηγείται κατά την διάρκεια της γαλουχίας τα ωφέλη και οι κίνδυνοι πρέπει να αντισταθμίζονται με προσοχή.
Γονιμότητα:
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επιδράσεις στη γονιμότητα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της κλινδαμυκίνης στη γονιμότητα των ανθρώπων.
ν
Ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη, υπνηλία και κεφαλαλγίες μπορούν να περιορίσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Σε μεμονωμένα περιστατικά (π.χ. αναφυλακτική καταπληξία) έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. παράγραφο 4.8), οι οποίες καθιστούν τους ασθενείς ανίκανους να κυκλοφορούν στους δρόμους ή να χειρίζονται μηχανήματα και να εργάζονται χωρίς κατάλληλες προφυλάξεις λόγω αστάθειας.
α) Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Στον παρακάτω πίνακα παρατίθενται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναγνωρίστηκαν μέσω της εμπειρίας από τις κλινικές δοκιμές και της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα εμφάνισης.Η ομαδοποίηση της συχνότητας εμφάνισης καθορίστηκε με χρήση της ακόλουθης κατηγοριοποίησης:
Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Kατηγορία/ Οργανικό Σύστημα | Πολύ συχνές (≥ 1/10) | Συχνές(≥ 1/100 έως< 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1.000έως < 1/100) | Σπάνιες(≥ 1/10.000έως < 1/1.000) | Πολύ σπάνιες(< 1/10.000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμαδεδομένα) |
| Λοιμώξεις και | ψευδομεμβραν | κολίτιδα από | ||||
| παρασιτώσεις | ώδης κολίτιδα | Clostridium | ||||
| σχετιζόμενη με | difficile*, | |||||
| αντιβιοτικά*# | λοίμωξη του | |||||
| κόλπου* | ||||||
| Διαταραχές του | ακοκκιοκυτταρ | |||||
| αιμοποιητικού | αιμία*, | |||||
| και του λεμφικού | ουδετεροπενία*, | |||||
| συστήματος | θρομβοπενία*, | |||||
| λευκοπενία*, | ||||||
| ηωσινοφιλία | ||||||
| Διαταραχές του | πυρετός | αναφυλακτικ | αναφυλακτική | |||
| ανοσοποιητικού | σχετιζόμενος | ή αντίδραση | καταπληξία*, | |||
| συστήματος | με το | *,# | αναφυλακτοειδής | |||
| φάρμακο, | αντίδραση, | |||||
| αντίδραση | υπερευαισθησία* | |||||
| υπερευαισθησί | ||||||
| ας στη | ||||||
| βενζυλική | ||||||
| αλκοόλη | ||||||
| (“σύνδρομο | ||||||
| βαριάς | ||||||
| αναπνοής”) | ||||||
| Διαταραχές τουνευρικού συστήματος | δυσγευσία,νευρομυϊκός αποκλεισμός | υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | καρδιοαναπνευ στική ανακοπή§ | |||||
| Αγγειακές διαταραχές | θρομβοφλεβίτιδα | υπόταση§ | ||||
| Διαταραχές του | διάρροια, | |||||
| γαστρεντερικού | κοιλιακό | |||||
| άλγος, | ||||||
| έμετος, | ||||||
| ναυτία | ||||||
| Διαταραχές του | παροδική | ίκτερος* | ||||
| ήπατος και των | ηπατίτιδα με | |||||
| χοληφόρων | χολοστατικό | |||||
| ίκτερο | ||||||
| Διαταραχές του | κηλιδοβλατιδώ | τοξική | εξάνθημα και | αντίδραση στο | ||
| δέρματος και του | δες εξάνθημα, | επιδερμική | σχηματισμός | φάρμακο με | ||
| υποδόριου ιστού | ιλαροειδές | νεκρόλυση | φλυκταινών | ηωσινοφιλία και | ||
| εξάνθημα*, | (TEN)*, | (αντίδραση | συστημικά | |||
| κνίδωση | σύνδρομο | υπερευαισθη | συμπτώματα | |||
| Stevens | σίας) | (DRESS)*, οξεία | ||||
| Johnson | γενικευμένη | |||||
| (SJS)*, | εξανθηματική | |||||
| σύνδρομο | φλυκταίνωση | |||||
| Lyell, | (AGEP)* | |||||
| αγγειοοίδημα, | ||||||
| αποφολιδωτικ | ||||||
| ή |
| Kατηγορία/ Οργανικό Σύστημα | Πολύ συχνές (≥ 1/10) | Συχνές(≥ 1/100 έως< 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1.000έως < 1/100) | Σπάνιες(≥ 1/10.000έως < 1/1.000) | Πολύ σπάνιες(< 1/10.000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση ταδιαθέσιμα δεδομένα) |
| δερματίτιδα*, πομφολυγώδη ς δερματίτιδα*, πολύμορφο ερύθημα, κνησμός,κολπίτιδα | ||||||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικούιστού | πολυαρθρίτιδ α | |||||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξεία νεφρική βλάβη# | |||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις τηςοδού χορήγησης | άλγος, απόστημα της θέσης ένεσης | ερεθισμός της θέσης ένεσης* | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μηφυσιολογικές |
* Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου που αναγνωρίστηκαν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος
# βλ. παράγραφο 4.4
§ Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις μετά από πάρα πολύ γρήγορη ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.2).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Λ. Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CLINDAMYCIN/KABI 150MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:
Αντιβιοτικά για συστηματική χορήγηση, Λινκοζαμίνες
Κωδικός ATC:
J01FF01
Μηχανισμός δράσης
Η κλινδαμυκίνη δημιουργεί δεσμό με την υποομάδα 50S του βακτηριακού ριβοσώματος και αναστέλλει την πρωτεϊνική σύνθεση. Η κλινδαμυκίνη έχει κατά κύριο λόγο βακτηριοστατική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αποτελεσματικότητα κατά βάση εξαρτάται από την χρονική περίοδο, κατά την οποία τα επίπεδα του παράγοντα είναι πάνω από την ελάχιστη συγκέντρωση αναστολής (MIC) του παθογόνου.
Μηχανισμός(οί) ανθεκτικότητας
Η ανθεκτικότητα στην κλινδαμυκίνη μπορεί να υπάρχει λόγω των παρακάτω μηχανισμών: Η ανθεκτικότητα των σταφυλόκοκκων και των στρεπτόκοκκων βασίζεται συχνά στο ότι οι μεθυλομάδες όλο και περισσότερο δημιουργούν δεσμούς στο 23S rRNA (ονομάζεται δομική MLSB-ανθεκτικότητα), κατά την οποία η συγγένεια δέσμευσης της κλινδαμυκίνης προς το ριβόσωμα μειώνεται πολύ.
Η πλειονότητα του ανθεκτικού στην μεθικιλλίνη S. aureus (MRSA) εμφανίζει ανθεκτικότητα τύπου MLSB και για το λόγο αυτό είναι ανθεκτικό στην κλινδαμυκίνη. Λοιμώξεις που προκαλούνται από σταφυλόκοκκους ανθεκτικούς στην μακρολίδη δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με κλινδαμυκίνη, επίσης όπου η ευαισθησία έχει αποδειχθεί in-vitro, γιατί η θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε επιλεγμένες ομάδες μεταλλαγμένων με δομική ανθεκτικότητα MLSB.
Στελέχη με δομική ανθεκτικότητα MLSB εμφανίζουν πλήρη διασταυρούμενη ανθεκτικότητα προς την κλινδαμυκίνη με τη λινκομυκίνη, με τις μακρολίδες (π.χ. αζιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη, ροξιθρομυκίνη, σπειραμυκίνη) όπως επίσης στρεπτογραμίνη Β.
Όρια ευαισθησίας
Κοινές σειρές αραίωσης χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της κλινδαμυκίνης. Έχουν προσδιοριστεί οι παρακάτω ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής για τα ευαίσθητα και ανθεκτικά μικρόβια:
| Παθογόνο | Ευαίσθητο | Ανθεκτικό |
| Staphylococcus1 | ≤ 0,25 mg/l | > 0,5 mg/l |
| Streptococcus A, B, C, G 1, 2 | ≤ 0,5 mg/l | > 0,5 mg/l |
| S. pneumoniae 3 | ≤ 0,5 mg/l | > 0,5 mg/l |
| Streptococci της ομάδας Viridan3 | ≤ 0,5 mg/l | > 0,5 mg/l |
| Αρνητικά κατά Gram αναερόβια | ≤ 4 mg/l | > 4 mg/l |
| Θετικά κατά Gram-positive ανερόβια | ≤ 4 mg/l | > 4 mg/l |
| 1 Επαγώγιμη ανθεκτικότητα στην κλινδαμυκίνη μπορεί να ανιχνευτεί λόγω ανταγωνισμού της δραστικότητας της κλινδαμυκίνης από έναν παράγοντα μακρολιδίου. Εάν δεν εντοπιστεί, τότε αναφέρεται ως ευαίσθητο. Αν εντοπιστεί, τότε αναφέρεται ως ανθεκτικό και μπορείτε να προσθέσετε αυτό το σχόλιο στην αναφορά: «Η κλινδαμυκίνη μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί για τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία λιγότερο σοβαρών λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών ιστών καθώς δομική ανθεκτικότητα είναι απίθανο να αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της εν λόγω θεραπείας».2 Η κλινική σημασία της επαγώγιμης ανθεκτικότητας στην κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων από S. pyogenes δεν είναι γνωστή. | ||
EUCAST (Έκδοση 6.0, ισχύει από 01.01.2016) Κλινικά Όρια ευαισθησίας
3 Επαγώγιμη ανθεκτικότητα στην κλινδαμυκίνη μπορεί να ανιχνευτεί λόγω ανταγωνισμού της δραστικότητας της κλινδαμυκίνης από έναν παράγοντα μακρολιδίου. Εάν δεν εντοπιστεί, τότε αναφέρεται ως ευαίσθητο. Αν εντοπιστεί, τότε αναφέρεται ως ανθεκτικό
Επικράτηση της επίκτητης ανθεκτικότητας
Η επικράτηση της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να μεταβάλλεται γεωγραφικά και με τον χρόνο για επιλεγμένα στελέχη και οι κατά τόπους πληροφορίες για την ανθεκτικότητα είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα όταν δίδονται θεραπείες για σοβαρές λοιμώξεις. Όπως απαιτείται, πρέπει να αναζητάται η συμβουλή ειδικού όταν η τοπική επικράτηση ανθεκτικότητας είναι τέτοια ώστε η χρήση του παράγοντα σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων είναι αμφισβητήσιμη. Ιδιαίτερα στις σοβαρές λοιμώξεις ή στην θεραπευτική αποτυχία συνιστάται μικροβιολογική διάγνωση με ταυτοποίηση του παθογόνου και της ευαισθησίας του στην κλινδαμυκίνη.
Κοινά ευαίσθητα στελέχη
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Actinomyces israelii°
Staphylococcus aureus (Methicillin-sensitive)
Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes Streptococci της ομάδας „viridans“ Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Bacteroides spp.° (excl. B. fragilis) Clostridium perfringens° Peptoniphilus spp.°
Fusobacterium spp.° Peptostreptococcus spp.° Prevotella spp.
Propionibacterium spp.° Veillonella spp.°
Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydia trachomatis° Chlamydophila pneumoniae° Gardnerella vaginalis°
Mycoplasma hominis°
Στελέχη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να είναι πρόβλημα
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Staphylococcus aureus
Staphylococcus aureus (Methicillin-resistant)+
Staphylococcus epidermidis+Staphylococcus haemolyticus Staphylococcus hominis Streptococcus agalactiae
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Moraxella catarrhalis$Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Bacteroides fragilis
Οργανισμοί με έμφυτη ανθεκτικότητα Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί Enterococcus spp.
Listeria monocytogenes
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella spp.
Pseudomonas aeruginosa Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Clostridium difficile
Άλλοι μικροοργανισμοί
Mycoplasma pneumoniae
Ureaplasma urealyticum
° Δεν υπήρχαν διαθέσιμα επικαιροποιημένα στοιχεία κατά την δημοσίευση των πινάκων. Η βασική βιβλιογραφία, η καθιερωμένη επιστημονική βιβλιογραφία και οι θεραπευτικές συστάσεις θεωρούν ευαισθησία.
$ Έμφυτη ευαισθησία των περισσότερων στελεχών που έχουν απομονωθεί δείχνει ενδιάμεση ανθεκτικότητα.
+ Τουλάχιστον σε περιοχές δείχνει ποσοστά ανθεκτικότητας υψηλότερα του 50%.
^ Κοινό όνομα για ετερογενή ομάδα ειδών στρεπτόκοκκων. Το ποσοστό ανθεκτικότητας μπορεί να μεταβάλεται σύμφωνα με την παρουσία του είδους στεπτόκοκκων.
Απορρόφηση
Χρειάζεται να γίνει διαφοροποίηση μόνον μεταξύ των παραγώγων κλινδαμυκίνης που αναλώνονται μέχρι την στιγμή της απορρόφησης και την διάσπαση των εστέρων. Μετά από αυτό η κλινδαμυκίνη υπάρχει στο σώμα ως ελεύθερη βάση (δραστική μορφή). Οι εστέρες θα πρέπει να θεωρούνται ως προ-φάρμακα.
Η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι ένας διαλυτός στο νερό εστέρας για παρεντερική χορήγηση. Μετά από ενδομυϊκή ένεση 300 mg, τα ανώτατα επίπεδα στον ορό μετά από 3 ώρες είναι περίπου 6 µg/ml, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 300 mg οι μέσες συγκεντρώσεις στον ορό έπειτα από μια ώρα είναι περίπου 4 έως 6 µg/ml.
Κατανομή
Ο βαθμός δέσμευσης της κλινδαμυκίνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι εξαρτώμενος από την συγκέντρωση και βρίσκεται εντός του θεραπευτικού εύρους που είναι μεταξύ 40 και 94%.
Η κλινδαμυκίνη κατανέμεται γρήγορα μέσα στους ιστούς, διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και διανέμεται στο μητρικό γάλα. Ακόμη και αν οι μήνιγγες έχουν φλεγμονή η διάχυση στον υπαραχνοειδή δεν είναι επαρκής. Υψηλές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται στα οστά, στο αρθρικό υγρό, στο περιτοναϊκό υγρό, στο υπεζωκοτικό υγρό, στα πτύελα και στο πύον. Αναφέρονται οι παρακάτω ταυτόχρονες συγκεντρώσεις της δραστικής ουσίας στον ορό: στα οστά 40% (20 – 75%), στο αρθρικό υγρό 50%, στο περιτοναϊκό υγρό 50%, στο
υπεζωκοτικό υγρό 50 – 90%, στα πτύελα 30 – 75% και στο πύον 30%.
Μεταβολισμός
Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ.
In vitro μελέτες σε ανθρώπινο ήπαρ και σε μικροσώματα του εντέρου κατέδειξαν ότι η κλινδαμυκίνη οξειδώνεται κυρίως από το CYP3A4, με ελάχιστη συνεισφορά του CYP3A5, για το σχηματισμό σουλφοξειδίου της κλινδαμυκίνης και ένος ήσσονος σημασίας μεταβολίτη, του N- δεσμεθυλκλινδαμυκίνη.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της κλινδαμυκίνης είναι περίπου 3 ώρες στους ενήλικες και περίπου 2 ώρες στα παιδιά. Παρουσία νεφρικής ανεπάρκειας και μέτριας έως σοβαρής ηπατικής ανεπάρκειας, ο χρόνος ημίσειας ζωής επιμηκύνεται.
Μερικοί μεταβολίτες είναι μικροβιολογικά δραστικοί (N-δεσμέθυλο και σουλφοξείδιο). Τα φαρμακευτικά προϊόντα που δρούν ως επαγωγείς ενζύμων στο ήπαρ μικραίνουν τον μέσο χρόνο επίσχεσης της κλινδαμυκίνης στο σώμα.
Αποβολή
Η κλινδαμυκίνη αποβάλλεται διαμέσου των κοπράνων κατά τα 2/3 και διαμέσου των ούρων κατά το 1/3 της δόσης. Λιγότερο από το 10% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο με τα
ούρα.
Η κλινδαμυκίνη δεν αποβάλλεται με τη διύλιση.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CLINDAMYCIN/KABI 150MG/ML
Βενζυλική αλκοόλη Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό δινάτριο άλας Νατρίου υδροξείδιο (για τη ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα
Οι παρακάτω δραστικές ουσίες είναι κατά φύση ασύμβατες με το Clindamycin Kabi: αμπικιλλίνη, φαινυτοΐνη νατριϊκή, βαρβιτουρικά, αμινοφυλλίνη, γλυκονικό ασβέστιο, σιπροφλοξασίνη, θειϊκό μαγνήσιο, κεφτριαξόνη νατριϊκή, διφαινυλυδαντοΐνη, ιδαρουβικίνη υδροχλωρική, και ρανιτιδίνη υδροχλωρική. Τα διαλύματα αλάτων κλινδαμυκίνης έχουν χαμηλό pH και λογικά αναμένεται ασυμβατότητα με αλκαλικά παρασκευάσματα ή με φαρμακευτικά προϊόντα ασταθή σε χαμηλό pH.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Κλειστός περιέκτης:
18 μήνες
Μετά την αραίωση:
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά την χρήση έχει αποδειχθεί για 48 ώρες στους 25°C με σταθερά διαλύματα χλωριούχου νατρίου 0,9%, ringer lactate και γλυκόζης 5%.
Από μικροβιολογικής άποψης, μετά την αραίωση, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι αποθήκευσης και οι συνθήκες πριν από την χρήση επαφύονται στην ευθύνη του χρήστη και συνήθως δεν πρέπει να ξεπερνούν τις 24 ώρες στους 2 έως 8°C, εκτός και αν η αραίωση έχει πραγματοποιηθεί υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένα άσηπτες συνθήκες.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά το πρώτο άνοιγμα και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Διαυγείς, γυάλινες τύπου I, φύσιγγες. 2 ml:
Μεγέθη συσκευασιών: 5 ή 10 φύσιγγες
4 ml:
Μεγέθη συσκευασιών: 5 ή 10 φύσιγγες
6 ml:
Μεγέθη συσκευασιών: 5 ή 10 φύσιγγες
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Το Clindamycin Kabi πρέπει να αραιώνεται πριν από την ενδοφλέβια χορήγηση (μη υπερβαίνοντας τα 18 mg κλινδαμυκίνης ανά ml) και πρέπει να εγχέεται σε διάστημα 10 – 60 λεπτών (μη υπερβαίνοντας τα 30 mg/ml). Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ενεθεί ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση.
| Δόση: | Διαλύτης: | Ελάχιστος χρόνος έγχυσης: |
| 300 mg | 50 ml | 10 λεπτά |
| 600 mg | 50 ml | 20 λεπτά |
| 900 mg | 50-100 ml | 30 λεπτά |
| 1200 mg | 100 ml | 60 λεπτά |
Το Clindamycin Kabi μπορεί να αραιωθεί με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9%, διάλυμα γλυκόζης 5% ή Ringer’s lactate.
Η ενδομυϊκή χορήγηση ενδείκνυται όταν η ενδοφλέβια έγχυση δεν είναι δυνατή για οποιονδήποτε λόγο.
Για μία μόνο χρήση.
Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από την χρήση και πριν από την αραίωση. Μην χρησιμοποιήσετε το Clindamycin Kabi εάν παρατηρήσετε οποιαδήποτε σωματίδια ή έντονο χρωματισμό του διαλύματος.
Μόνον διαυγή διαλύματα ελεύθερα ορατών σωματιδίων πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα
με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.