Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

CORBILTA F.C.TAB (100+25+200)mg/TAB

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

Εκδίδεται χωρίς συνταγή
Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

CORBILTA F.C.TAB (100+25+200)mg/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ORION CORPORATION ESPOO, ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Τελευταία ενημέρωση SmPC

2/6/2025
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - CORBILTA 00+25+200

Ενδείξεις

Το Corbilta ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με νόσο του Parkinson και διακυμάνσεις της κινητικότητας στο τέλος της δόσης που δεν έχουν σταθεροποιηθεί με θεραπευτική αγωγή λεβοντόπας/αναστολέα της ντόπας αποκαρβοξυλάσης (DDC).

Δοσολογία

Δοσολογία

Η βέλτιστη ημερήσια δόση πρέπει να καθορίζεται με προσεκτική τιτλοποίηση της λεβοντόπας σε κάθε ασθενή. Η ημερήσια δόση πρέπει να βελτιστοποιείται κατά προτίμηση χρησιμοποιώντας μία από τις επτά διαθέσιμες περιεκτικότητες δισκίων (50 mg/12,5 mg/200 mg, 75 mg/18,75 mg/200 mg, 100 mg/25 mg/200 mg, 125 mg/31,25 mg/200 mg, 150 mg/37,5 mg/200 mg, 175 mg/43,75 mg/200 mg ή 200 mg/50 mg/200 mg λεβοντόπας/καρβιντόπας/εντακαπόνης).

Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς ώστε να λαμβάνουν μόνο ένα δισκίο Corbilta ανά χορήγηση δόσης. Ασθενείς που λαμβάνουν λιγότερο από 70–100 mg καρβιντόπας την ημέρα είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν ναυτία και έμετο. Παρότι η εμπειρία από συνολική ημερήσια δόση

μεγαλύτερη από 200 mg καρβιντόπας είναι περιορισμένη, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία εντακαπόνης είναι 2 000 mg και επομένως η μέγιστη δόση είναι 10 δισκία την ημέρα για τις περιεκτικότητες του Corbilta 50 mg/12,5 mg/200 mg, 75 mg/18,75 mg/200 mg,

100 mg/25 mg/200 mg, 125 mg/31,25 mg/200 mg και 150 mg/37,5 mg/200 mg. Δέκα δισκία Corbilta 150 mg/37,5 mg/200 mg είναι ίσα με 375 mg καρβιντόπας την ημέρα. Σύμφωνα με αυτή την ημερήσια δόση καρβιντόπας, η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση του Corbilta

175 mg/43,75 mg/200 mg είναι 8 δισκία την ημέρα και του Corbilta 200 mg/50 mg/200 mg είναι 7 δισκία την ημέρα.

Συνήθως το Corbilta πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπεία με αντίστοιχες δόσεις λεβοντόπας/αναστολέα DDC και εντακαπόνης τυπικής απελευθέρωσης.

Πώς να μεταβούν στη θεραπεία με Corbilta ασθενείς που λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με ιδιοσκευάσματα λεβοντόπας/αναστολέα DDC (καρβιντόπα ή βενσεραζίδη) και δισκία εντακαπόνης

a. Ασθενείς που υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη και λεβοντόπα/καρβιντόπα τυπικής απελευθέρωσης σε δόσεις ίσες με τις περιεκτικότητες των δισκίων του Corbilta μπορούν να μεταβαίνουν άμεσα στα αντίστοιχα δισκία Corbilta. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που λαμβάνει ένα δισκίο λεβοντόπα/καρβιντόπας των 50 mg/12,5 mg με ένα δισκίο εντακαπόνης των 200 mg τέσσερις φορές την ημέρα μπορεί να λαμβάνει ένα δισκίο Corbilta των 50 mg/12,5 mg/200 mg τέσσερις φορές την ημέρα αντί των συνήθων δόσεων λεβοντόπας/καρβιντόπας και εντακαπόνης.

β. Όταν ξεκινά θεραπεία με Corbilta σε ασθενείς που υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη και λεβοντόπα/καρβιντόπα σε δόσεις που δεν είναι ίσες με τα δισκία Corbilta (50 mg/12,5 mg/200 mg ή 75 mg/18,75 mg/200 mg ή 100 mg/25 mg/200 mg ή 125 mg/31,25 mg/200 mg ή 150 mg/37,5 mg/200 mg ή 175 mg/43,75 mg/200 mg ή

200 mg/50 mg/200 mg), η δοσολογία του Corbilta πρέπει να τιτλοποιείται προσεκτικά για τη βέλτιστη κλινική απόκριση. Κατά την έναρξη, το Corbilta πρέπει να ρυθμίζεται ώστε να αντιστοιχεί όσο το δυνατόν καλύτερα στη συνολική ημερήσια δόση λεβοντόπας η οποία χρησιμοποιείται τη συγκεκριμένη εποχή.

γ. Όταν ξεκινά η χορήγηση Corbilta σε ασθενείς που υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη και λεβοντόπα/βενσεραζίδη σε σχήμα τυπικής απελευθέρωσης, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση λεβοντόπας/βενσεραζίδης το προηγούμενο βράδυ και θα πρέπει να ξεκινά η χορήγηση του Corbilta το επόμενο πρωί. Η δόση έναρξης του Corbilta θα πρέπει να παρέχει είτε την ίδια ποσότητα λεβοντόπας είτε ελαφρώς μεγαλύτερη (5–10%).

Πώς να μεταβούν στη θεραπεία με Corbilta ασθενείς που δεν υποβάλλονται τη συγκεκριμένη εποχή σε θεραπευτική αγωγή με εντακαπόνη.

Μπορεί να εξεταστεί η έναρξη της θεραπείας με Corbilta σε δόσεις αντίστοιχες προς την τρέχουσα θεραπεία σε ορισμένους ασθενείς με νόσο του Parkinson και διακυμάνσεις της κινητικότητας στο τέλος της δόσης, οι οποίοι δεν έχουν σταθεροποιηθεί με την τρέχουσα θεραπευτική αγωγή τους με λεβοντόπα/αναστολέα ντόπας αποκαρβοξυλάσης (DDC) τυπικής απελευθέρωσης. Ωστόσο, δεν συνιστάται άμεση μετάβαση από λεβοντόπα/αναστολέα DDC στο Corbilta σε ασθενείς με δυσκινησίες ή των οποίων η ημερήσια δόση λεβοντόπας είναι μεγαλύτερη από 800 mg. Στους εν λόγω ασθενείς συνιστάται εισαγωγή της θεραπευτικής αγωγής με εντακαπόνη ως ξεχωριστή θεραπευτική αγωγή (δισκία εντακαπόνης) και ρύθμιση τητ δόσης της λεβοντόπας, αν είναι απαραίτητο, πριν τη μετάβαση στο Corbilta.

Η εντακαπόνη ενισχύει τις δράσεις της λεβοντόπας. Επομένως, ενδέχεται να είναι απαραίτητο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με δυσκινησία, να μειωθεί η δόση της λεβοντόπας κατά 10–30% εντός του διαστήματος από τις πρώτες ημέρες έως τις πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με Corbilta. Η ημερήσια δόση της λεβοντόπας μπορεί να μειωθεί επιμηκύνοντας τα διαστήματα που

μεσολαβούν ανάμεσα στις χορηγήσεις και/ή μειώνοντας την ποσότητα της λεβοντόπας ανά δόση, ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς.

Ρύθμιση των δόσεων κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Όταν απαιτείται περισσότερη λεβοντόπα, θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση αύξησης της συχνότητας των δόσεων και/ή η χρήση Corbilta εναλλακτικής περιεκτικότητας εντός του πλαισίου των συστάσεων για τις δόσεις.

Όταν απαιτείται λιγότερη λεβοντόπα, η συνολική ημερήσια δόση του Corbilta θα πρέπει να μειωθεί είτε μειώνοντας τη συχνότητα της χορήγησης επιμηκύνοντας το χρονικό διάστημα μεταξύ των δόσεων, είτε μειώνοντας την περιεκτικότητα του Corbilta σε μία χορήγηση.

Αν χρησιμοποιούνται άλλα προϊόντα με λεβοντόπα ταυτόχρονα με ένα δισκίο Corbilta, θα πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις σχετικά με τη μέγιστη δόση.

Διακοπή της θεραπείας με Corbilta: Αν διακοπεί η θεραπευτική αγωγή με το Corbilta (λεβοντόπα/καρβιντόπα/εντακαπόνη) και ο ασθενής μεταβεί σε θεραπεία λεβοντόπας/αναστολέα DDC χωρίς εντακαπόνη, είναι αναγκαίο να ρυθμιστεί η δοσολογία των άλλων αντιπαρκινσονικών θεραπευτικών αγωγών, ιδιαίτερα της λεβοντόπας, προκειμένου να επιτευχθεί επαρκές επίπεδο ελέγχου των παρκινσονικών συμπτωμάτων.

Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Corbilta σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Ηλικιωμένοι: Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης του Corbilta στους ηλικιωμένους.

Ηπατική δυσλειτουργία: Συνιστάται προσεκτική χορήγηση του Corbilta σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2). Για σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία βλ. παράγραφο 4.3.

Νεφρική δυσλειτουργία: Η νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της εντακαπόνης. Δεν έχουν αναφερθεί ιδιαίτερες μελέτες σχετικά με τη φαρμακοκινητική της λεβοντόπας και της καρβιντόπας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, επομένως, η θεραπευτική αγωγή με Corbilta πρέπει να χορηγείται προσεκτικά σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 5.2).

Τρόπος χορήγησης

Το κάθε δισκίο λαμβάνεται από στόματος με ή χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2). Ένα δισκίο περιέχει μια δόση θεραπευτικής αγωγής και τα δισκία μπορούν να χορηγούνται μόνο ολόκληρα.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

  • Σοβαρή ηπατική βλάβη.

  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας.

  • Φαιοχρωμοκύτωμα.

  • Συγχορήγηση του Corbilta με μη εκλεκτικούς αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ-Α και ΜΑΟ-Β) (π.χ. φαινελζίνη, τρανυλκυπρομίνη).

  • Συγχορήγηση με έναν εκλεκτικό αναστολέα ΜΑΟ-Α και έναν εκλεκτικό αναστολέα ΜΑΟ-Β (βλ. παράγραφο 4.5).

  • Προηγούμενο ιστορικό Κακόηθους Νευροληπτικού Συνδρόμου (ΚΝΣ) και/ή μη τραυματικής ραβδομυόλυσης.

Προειδοποιήσεις

  • Το Corbilta δεν συνιστάται για τη θεραπεία εξωπυραμιδικών αντιδράσεων που προκαλούνται από φάρμακα.

  • Η θεραπευτική αγωγή με Corbilta πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια, σοβαρή καρδιαγγειακή πάθηση ή πνευμονοπάθεια, βρογχικό άσθμα, νεφρική ή ενδοκρινολογική πάθηση, ιστορικό πεπτικού έλκους ή ιστορικό σπασμών.

  • Σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, οι οποίοι έχουν υπολειμματική κολπική κομβική διαφυγή ή κοιλιακές αρρυθμίες, θα πρέπει να παρακολουθείται η καρδιακή λειτουργία με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της περιόδου των ρυθμίσεων της αρχικής δόσης.

  • Όλοι οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με Corbilta πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά σχετικά με την ανάπτυξη ψυχικών αλλαγών, κατάθλιψης με τάσεις αυτοκτονίας και άλλης σοβαρής αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Ασθενείς με προγενέστερη ή υπάρχουσα ψύχωση θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή με προσοχή.

  • Ταυτόχρονη χορήγηση αντιψυχωτικών με ιδιότητες αναστολής των υποδοχέων της ντοπαμίνης, ιδιαίτερα ανταγωνιστές των υποδοχέων D2, θα πρέπει να λαμβάνει χώρα με προσοχή και ο ασθενής να παρακολουθείται προσεκτικά για τυχόν απώλεια της αντιπαρκινσονικής δράσης ή επιδείνωση των παρκινσονικών συμπτωμάτων.

  • Ασθενείς με χρόνιο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας μπορούν να υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή με Corbilta με προσοχή, αρκεί να ελέγχεται καλά η ενδοφθάλμια πίεση και να παρακολουθείται προσεκτικά ο ασθενής για τυχόν αλλαγές στην ενδοφθάλμια πίεση.

  • Το Corbilta μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση. Επομένως, το Corbilta πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν ορθοστατική υπόταση.

  • Η εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα έχει συσχετιστεί με υπνηλία και επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου σε ασθενείς με νόσο Parkinson και επομένως χρειάζεται προσοχή κατά την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.7).

  • Στις κλινικές μελέτες, οι ανεπιθύμητες ντοπαμινεργικές αντιδράσεις, π.χ. δυσκινησία, ήταν πιο συχνές σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκαν εντακαπόνη και αγωνιστές ντοπαμίνης (όπως βρωμοκρυπτίνη), σελεγιλίνη ή αμανταδίνη σε σύγκριση με εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο με αυτόν το συνδυασμό. Ενδεχομένως να απαιτηθεί ρύθμιση των δόσεων των άλλων αντιπαρκινσονικών φαρμακευτικών προϊόντων όταν υποκαθίσταται η αγωγή με Corbilta για έναν ασθενή που δεν υποβάλλεται, στη συγκεκριμένη εποχή, σε θεραπεία με εντακαπόνη.

  • Ραβδομυόλυση δευτερογενής σε σοβαρές δυσκινησίες ή στο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (ΚΝΣ) έχει παρατηρηθεί σπάνια σε ασθενείς με νόσο του Parkinson. Επομένως, κάθε απότομη μείωση των δόσεων ή διακοπή της λεβοντόπας θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν επίσης νευροληπτικά. Το ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης και της υπερθερμίας, χαρακτηρίζεται από κινητικά συμπτώματα (ακαμψία, μυόκλονος, τρόμος), αλλαγές στην ψυχική κατάσταση (π.χ. διέγερση, σύγχυση, κώμα), υπερθερμία, δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ταχυκαρδία, ασταθής αρτηριακή πίεση) και αυξημένα επίπεδα κρεατινοφωσφοκινάσης ορού. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να είναι εμφανή μόνο μερικά από αυτά τα συμπτώματα και/ή τα ευρήματα. Η πρώιμη διάγνωση είναι σημαντική για την κατάλληλη αντιμετώπιση του ΚΝΣ. Με την απότομη διακοπή των αντιπαρκινσονικών παραγόντων έχει αναφερθεί ένα σύνδρομο που μοιάζει με το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο, το οποίο περιλαμβάνει μυϊκή ακαμψία, υψηλή θερμοκρασία του σώματος, ψυχικές αλλαγές και αύξηση των επιπέδων της κρεατινοφωσφοκινάσης ορού. Από ελεγχόμενες δοκιμές στις οποίες έλαβε χώρα απότομη διακοπή της εντακαπόνης, ούτε το ΚΝΣ ούτε η ραβδομυόλυση έχουν αναφερθεί σε συσχέτιση με την αγωγή με εντακαπόνη. Από τότε που έχει τεθεί στην αγορά η εντακαπόνη, έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις ΚΝΣ, ιδιαίτερα μετά από απότομη μείωση ή διακοπή χρήσης της εντακαπόνης και άλλων ταυτόχρονων ντοπαμινεργικών φαρμακευτικών προϊόντων. Όταν θεωρηθεί απαραίτητο, η αντικατάσταση του Corbilta με λεβοντόπα και αναστολέα DDC χωρίς εντακαπόνη ή άλλη ντοπαμινεργική θεραπεία πρέπει να λάβει χώρα με αργά βήματα και ενδέχεται να είναι απαραίτητη μια αύξηση στη δόση της λεβοντόπας.

  • Αν απαιτηθεί γενική αναισθησία, η θεραπεία με το Corbilta μπορεί να συνεχιστεί για όσο διάστημα ο ασθενής επιτρέπεται να λαμβάνει υγρά και φαρμακευτικά προϊόντα από στόματος.

    Αν η θεραπεία πρέπει να διακοπεί προσωρινά, η χορήγηση του Corbilta μπορεί να ξαναρχίσει μόλις θα είναι δυνατή η λήψη φαρμακευτικών προϊόντων από στόματος στην ίδια ημερήσια δόση όπως προηγουμένως.

  • Συνιστάται περιοδική αξιολόγηση της ηπατικής, αιμοποιητικής, καρδιαγγειακής και νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια παρατεινόμενης θεραπείας με Corbilta.

  • Σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια, συνιστάται παρακολούθηση του βάρους ώστε να αποφευχθεί πιθανή υπερβολική απώλεια βάρους. Παρατεταμένη ή επιμένουσα διάρροια που παρουσιάζεται κατά τη χρήση της εντακαπόνης μπορεί να είναι σημείο κολίτιδας. Σε περίπτωση παρατεταμένης ή επιμένουσας διάρροιας, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί και να αξιολογηθούν η κατάλληλη ιατρική θεραπεία και εξετάσεις.

  • Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται τακτικά για την εμφάνιση διαταραχών ελέγχου των παρορμήσεων. Οι ασθενείς και οι φροντιστές πρέπει να ενημερωθούν πως συμπτώματα συμπεριφοράς των διαταραχών ελέγχου των παρορμήσεων περιλαμβανομένων παθολογικής χαρτοπαιξίας, γενετήσιας ορμής αυξημένης, υπερσεξουαλικότητας, καταναγκαστικών δαπανών ή αγορών, κραιπάλης φαγητού και καταναγκαστικής κατανάλωσης φαγητού μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς σε θεραπεία με αγωνιστές της ντοπαμίνης και/ή άλλες ντοπαμινεργικές θεραπείες που περιέχουν λεβοντόπα συμπεριλαμβανομένου του Corbilta. Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα συνιστάται αξιολόγηση της θεραπείας.

  • Το Σύνδρομο Απορρύθμισης της Ντοπαμίνης (DDS) είναι μία εθιστική διαταραχή που οδηγεί στην υπερβολική χρήση του φαρμάκου που εμφανίζεται σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καρβιντόπα/λεβοντόπα. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς και οι φροντιστές τους πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης του συνδρόμου DDS (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).

  • Σε ασθενείς που παρουσιάζουν επιδεινούμενη ανορεξία, εξασθένιση και μείωση βάρους μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, θα πρέπει να γίνεται μία γενική ιατρική εκτίμηση συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής λειτουργίας.

  • Η λεβοντόπα/καρβιντόπα μπορεί να προκαλέσει ψευδώς θετικό αποτέλεσμα όταν χρησιμοποιείται ράβδος μέτρησης για την εξέταση της κετόνης στα ούρα και η αντίδραση αυτή δεν αλλάζει με βρασμό του δείγματος των ούρων. Η χρήση μεθόδων οξειδάσης γλυκόζης μπορεί να δώσει ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα για γλυκοζουρία.

  • Το Corbilta περιέχει σακχαρόζη, και επομένως οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

  • Το Corbilta 150 mg/37,5 mg/200 mg περιέχει 2,6 mg νατρίου ανά δισκίο. Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση (10 δισκία) περιέχει 26 mg νατρίου, που ισοδυναμούν με 1,3% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

    - Το Corbilta 50 mg/12,5 mg/200 mg, 75 mg/18,75 mg/200 mg, 100 mg/25 mg/200 mg,

    125 mg/31,25 mg/200 mg, 175 mg/43,75 mg/200 mg και 200 mg/50 mg/200 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Άλλα αντιπαρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα: Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ένδειξη αλληλεπιδράσεων που θα απέκλειαν την ταυτόχρονη χρήση τυπικών αντιπαρκινσονικών φαρμακευτικών προϊόντων με τη θεραπεία με το Corbilta. Η εντακαπόνη σε υψηλές δόσεις ενδέχεται να επηρεάσει την απορρόφηση της καρβιντόπας. Ωστόσο, δεν έχει παρατηρηθεί αλληλεπίδραση με την καρβιντόπα στο συνιστώμενο θεραπευτικό σχήμα (200 mg εντακαπόνης έως 10 φορές ημερησίως). Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ εντακαπόνης και σελεγιλίνης έχουν διερευνηθεί σε μελέτες επαναλαμβανόμενων δόσεων σε ασθενείς με νόσο του Parkinson, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λεβοντόπα/αναστολέα DDC και δεν παρατηρήθηκε καμία αλληλεπίδραση. Όταν χρησιμοποιείται μαζί με το Corbilta, η ημερήσια δόση της σελεγιλίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg.

Χρειάζεται προσοχή όταν χορηγούνται οι ακόλουθες δραστικές ουσίες ταυτόχρονα με θεραπευτική αγωγή με λεβοντόπα.

Αντιυπερτασικά: Συμπτωματική ορθοστατική υπόταση μπορεί να εμφανιστεί όταν προστίθεται λεβοντόπα στη θεραπεία ασθενών που ήδη λαμβάνουν αντιυπερτασικά. Ενδέχεται να απαιτηθεί ρύθμιση των δόσεων του αντιυπερτασικού παράγοντα.

Αντικαταθλιπτικά: Έχουν αναφερθεί σπάνια αντιδράσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται η υπέρταση και η δυσκινησία, με την ταυτόχρονη χρήση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και λεβοντόπας/καρβιντόπας. Αλληλεπιδράσεις μεταξύ της εντακαπόνης και της ιμιπραμίνης και μεταξύ της εντακαπόνης και της μοκλοβεμίδης έχουν διερευνηθεί σε μελέτες εφάπαξ δόσης σε υγιείς εθελοντές. Δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις. Σε σημαντικό αριθμό ασθενών με νόσο του Parkinson έχει δοθεί θεραπευτική αγωγή συνδυασμού λεβοντόπας, καρβιντόπας και εντακαπόνης με αρκετές δραστικές ουσίες συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΑΟ-Α, των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, των αναστολέων επαναπρόσληψης νοραδρεναλίνης όπως η δεσιπραμίνη, η μαπροτιλίνη και η βενλαφαξίνη και των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από την COMT (π.χ. ουσίες με κατεχολική δομή, παροξετίνη). Δεν έχουν παρατηρηθεί φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή όταν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με το Corbilta (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Άλλες δραστικές ουσίες: Οι ανταγωνιστές του υποδοχέα της ντοπαμίνης (π.χ. μερικά αντιψυχωτικά και αντιεμετικά), η φαινυτοΐνη και η παπαβερίνη μπορεί να μειώσουν τη θεραπευτική δράση της λεβοντόπας. Ασθενείς που λαμβάνουν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα μαζί με το Corbilta θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για τυχόν απώλεια της θεραπευτικής απόκρισης.

Λόγω της συγγένειας της εντακαπόνης, in vitro, με το κυτόχρωμα P450 2C9 (βλ. παράγραφο 5.2), το Corbilta μπορεί δυνητικά να παρέμβει σε δραστικές ουσίες των οποίων ο μεταβολισμός εξαρτάται από αυτό το ισοένζυμο, όπως η S-βαρφαρίνη. Ωστόσο, σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης με υγιείς εθελοντές, η εντακαπόνη δεν άλλαξε τα επίπεδα της S-βαρφαρίνης στο πλάσμα, ενώ η AUC της R- βαρφαρίνης αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 18% [CI90 11–26%]. Οι τιμές INR αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 13% [CI90 6–19%]. Κατά συνέπεια, συνιστάται να γίνεται έλεγχος των τιμών INR όταν ξεκινά η χορήγηση του Corbilta σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη.

Άλλες μορφές αλληλεπιδράσεων: Επειδή η λεβοντόπα ανταγωνίζεται μερικά αμινοξέα, η απορρόφηση του Corbilta μπορεί να μειωθεί σε μερικούς ασθενείς που είναι σε δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα πρωτεϊνών.

Η λεβοντόπα και η εντακαπόνη μπορεί να σχηματίσουν χηλικές ενώσεις με το σίδηρο στο γαστρεντερικό σωλήνα. Για αυτόν τον λόγο, το Corbilta και τα ιδιοσκευάσματα σιδήρου θα πρέπει να λαμβάνονται με διαφορά τουλάχιστον 2–3 ωρών (βλ. παράγραφο 4.8).

Δεδομένα in vitro: Η εντακαπόνη δεσμεύεται από τη θέση σύνδεσης ΙΙ της ανθρώπινης λευκωματίνης, η οποία δεσμεύει επίσης και διάφορα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων της διαζεπάμης και της ιβουπροφαίνης. Σύμφωνα με μελέτες in vitro, δεν αναμένεται σημαντική μετατόπιση στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις των φαρμακευτικών προϊόντων. Κατά συνέπεια, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ένδειξη παρόμοιων αλληλεπιδράσεων.

Κύηση

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του συνδυασμού λεβοντόπας/καρβιντόπας/εντακαπόνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα των ξεχωριστών ενώσεων (βλ. παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Corbilta δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης παρά μόνον αν τα οφέλη για τη μητέρα υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων για το έμβρυο.

Θηλασμός

Η λεβοντόπα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι καταστέλλεται ο θηλασμός

κατά τη διάρκεια θεραπείας με λεβοντόπα. Έλαβε χώρα απέκκριση καρβιντόπας και εντακαπόνης στο γάλα ζώων, αλλά δεν είναι γνωστό αν λαμβάνει χώρα απέκκριση στο μητρικό γάλα των ανθρώπων. Η ασφάλεια της λεβοντόπας, της καρβιντόπας ή της εντακαπόνης για το νεογνό δεν είναι γνωστή. Οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Corbilta.

Γονιμότητα

Δεν έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη γονιμότητα σε προκλινικές μελέτες με την εντακαπόνη, την καρβιντόπα ή τη λεβοντόπα ως μονοθεραπεία. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας σε ζώα με το συνδυασμό εντακαπόνης, λεβοντόπας και καρβιντόπας.

Οδήγηση

ν

Το Corbilta μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Η λεβοντόπα, η καρβιντόπα και η εντακαπόνη μαζί μπορεί να προκαλέσουν ζάλη και συμπτωματικό ορθοστατισμό. Για αυτόν τον λόγο, συνιστάται προσοχή κατά την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων.

Πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Corbilta και παρουσιάζουν υπνηλία και/ή επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου να απέχουν από την οδήγηση ή την ενασχόληση με δραστηριότητες όπου η ανεπαρκής εγρήγορση μπορεί να θέσει αυτούς ή άλλους σε κίνδυνο σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου (π.χ. όταν χειρίζονται μηχανήματα) έως ότου τέτοια επαναλαμβανόμενα επεισόδια υποχωρήσουν (βλ. παράγραφο 4.4).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

α. Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το Corbilta είναι δυσκινησίες, οι οποίες σημειώνονται σε περίπου 19% των ασθενών, γαστρεντερικά συμπτώματα, μεταξύ των οποίων ναυτία και διάρροια, τα οποία σημειώνονται σε περίπου 15% και 12% των ασθενών, αντιστοίχως. Μυϊκό, μυοσκελετικό άλγος και άλγος του συνδετικού ιστού, τα οποία σημειώνονται σε περίπου 12% των ασθενών καθώς επίσης και ακίνδυνος καστανέρυθρος δυσχρωματισμός των ούρων (χρωματουρία) που σημειώνεται σε περίπου 10% των ασθενών. Σοβαρά συμβάντα γαστρεντερικής αιμορραγίας (όχι συχνά) και αγγειοοίδημα (σπάνια) έχουν εντοπιστεί από τις κλινικές δοκιμές με το Corbilta ή την εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC. Με το Corbilta μπορεί να σημειωθούν βαριά ηπατίτιδα με κυρίως χολοστατικά χαρακτηριστικά, ραβδομυόλυση και κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο παρόλο που δεν έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις από τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών.

β. Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στον Πίνακα 1, έχουν συγκεντρωθεί τόσο από τα συναθροισμένα δεδομένα έντεκα διπλά-τυφλών κλινικών δοκιμών στις οποίες έλαβαν μέρος

3 230 ασθενείς (στους 1 810 χορηγήθηκε Corbilta ή εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC, και στους 1 420 χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με λεβοντόπα/ αναστολέα DDC ή καβεργολίνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα/αναστολέα DDC), όσο και από δεδομένα μετά την κυκλοφορία της εντακαπόνης στην αγορά για τη χρήση της σε συνδυασμό με λεβοντόπα/ αναστολέα DDC.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τη συχνότητα, οι πιο συχνές πρώτες, χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη: Πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (> 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (> 1/1 000 έως < 1/100), σπάνιες (> 1/10 000 έως < 1/1 000), πολύ σπάνιες (< 1/10 000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, καθώς δεν μπορούν να εξαχθούν έγκυροι υπολογισμοί από κλινικές δοκιμές ή επιδημιολογικές μελέτες).

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Συχνές: Αναιμία

Όχι συχνές: Θρομβοπενία

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Συχνές: Σωματικό βάρος μειωμένο*, μειωμένη όρεξη*

Ψυχιατρικές διαταραχές

Συχνές: Κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις, συγχυτική κατάσταση*, ανώμαλα όνειρα*, άγχος, αϋπνία

Όχι συχνές: Ψύχωση, διέγερση*

Μη γνωστές: Αυτοκτονική συμπεριφορά, Σύνδρομο απορρύθμισης της ντοπαμίνης

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Πολύ συχνές: Δυσκινησία*

Συχνές: Επιδεινούμενος παρκινσονισμός (π.χ. βραδυκινησία)*, τρόμος, ταχεία διακύμανση ακινητικών και χορειοαθετωσικών κινήσεων κατά τη θεραπεία της νόσου του Parkinson, δυστονία, επηρεασμένη διανοητική κατάσταση (π.χ. επηρεασμένη μνήμη, άνοια), υπνηλία, ζάλη*, κεφαλαλγία

Μη γνωστές: Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο*

Οφθαλμικές διαταραχές

Συχνές: Όραση θαμπή

Καρδιακές διαταραχές

Συχνές: Επεισόδια ισχαιμικής καρδιοπάθειας εκτός από έμφραγμα μυοκαρδίου (π.χ. στηθάγχη)**, ανώμαλος καρδιακός ρυθμός

Όχι συχνές: Έμφραγμα μυοκαρδίου**

Αγγειακές διαταραχές

Συχνές: Ορθοστατική υπόταση, υπέρταση

Όχι συχνές: Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

Συχνές: Δύσπνοια

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος

Πολύ συχνές: Διάρροια*, ναυτία*

Συχνές: Δυσκοιλιότητα*, έμετος*, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος και δυσφορία*, ξηροστομία* Όχι συχνές: Κολίτιδα*, δυσφαγία

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Όχι συχνές: Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας*

Μη γνωστές: Ηπατίτιδα με κυρίως χολοστατικά χαρακτηριστικά (βλ. παράγραφο 4.4)*

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Συχνές: Εξάνθημα*, υπεριδρωσία

Όχι συχνές: Δυσχρωματισμοί εκτός των ούρων (π.χ. δέρματος, ονύχων, μαλλιών, ιδρώτα)* Σπάνιες: Αγγειοοίδημα

Μη γνωστές: Κνίδωση*

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές: Μυϊκό, μυοσκελετικό άλγος και άλγος του συνδετικού ιστού* Συχνές: Μυϊκοί σπασμοί, αρθραλγία

Μη γνωστές: Ραβδομυόλυση*

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Πολύ συχνές: Χρωματουρία* Συχνές: Ουρολοίμωξη

Όχι συχνές: Κατακράτηση ούρων

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Συχνές: Θωρακικό άλγος, περιφερικό οίδημα, πτώσεις, διαταραχή στη βάδιση, εξασθένιση, κόπωση

Όχι συχνές: Αίσθημα κακουχίας

*Ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται κυρίως στην εντακαπόνη ή είναι πιο συχνές (με διαφορά συχνότητας τουλάχιστον 1% στα δεδομένα κλινικών δοκιμών) με την εντακαπόνη παρά με λεβοντόπα/αναστολέα DDC μόνο. Βλ. παράγραφο γ.

**Η συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος μυοκαρδίου και άλλων επεισοδίων ισχαιμικής καρδιοπάθειας (0,43% και 1,54%, αντιστοίχως) προκύπτει από μια ανάλυση 13 διπλά-τυφλών μελετών στις οποίες συμμετείχαν 2 082 ασθενείς με διακυμάνσεις κινητικότητας προς το τέλος της δόσης, οι οποίοι έπαιρναν εντακαπόνη.

γ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται κυρίως στην εντακαπόνη ή είναι πιο συχνές με την εντακαπόνη παρά με λεβοντόπα/αναστολέα DDC μόνο, σημειώνονται με αστερίσκο στον Πίνακα 1 της παραγράφου 4.8β. Μερικές από αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την αυξημένη ντοπαμινεργική δράση (π.χ. δυσκινησία, ναυτία και έμετος) και εμφανίζονται πιο συχνά στην αρχή της θεραπείας. Η μείωση της δόσης της λεβοντόπας μειώνει τη βαρύτητα και τη συχνότητα αυτών των ντοπαμινεργικών ενεργειών. Λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γνωστό ότι αποδίδονται απευθείας στη δραστική ουσία εντακαπόνη, περιλαμβανομένων της διάρροιας και του καστανέρυθρου δυσχρωματισμού των ούρων. Σε μερικές περιπτώσεις, η εντακαπόνη μπορεί να προκαλέσει επίσης δυσχρωματισμό π.χ. του δέρματος, των νυχιών, των μαλλιών και του ιδρώτα.

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες με αστερίσκο στον Πίνακα 1 της παραγράφου 4.8β έχουν σημανθεί με βάση είτε την πιο συχνή εμφάνισή τους (με διαφορά συχνότητας τουλάχιστον 1%) στα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με εντακαπόνη παρά σε αυτά με λεβοντόπα/DDCI μόνο ή τις αναφορές ασφάλειας μεμονωμένων περιστατικών που ελήφθησαν μετά την κυκλοφορία της εντακαπόνης στην αγορά.

Σπασμοί εμφανίστηκαν σπάνια με λεβοντόπα/καρβιντόπα. Ωστόσο, αιτιολογική σχέση με τη θεραπεία με λεβοντόπα/καρβιντόπα δεν έχει αποδειχθεί.

Διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων: Παθολογική χαρτοπαιξία, γενετήσια ορμή αυξημένη, υπερσεξουαλικότητα, καταναγκαστικές δαπάνες ή αγορές, κραιπάλη φαγητού και καταναγκαστική κατανάλωση φαγητού μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς σε θεραπεία με αγωνιστές της ντοπαμίνης και/ή άλλες ντοπαμινεργικές θεραπείες που περιέχουν λεβοντόπα συμπεριλαμβανομένου του Corbilta (βλ. παράγραφο 4.4).

Το Σύνδρομο Απορρύθμισης της Ντοπαμίνης (DDS) είναι μία εθιστική διαταραχή που παρουσιάσθηκε σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καρβιντόπα/λεβοντόπα. Οι προσβεβλημένοι ασθενείς παρουσιάζουν μία κατάσταση καταναγκαστικής μη ορθής χρήσης ντοπαμινεργικού φαρμάκου πέραν των δόσεων που είναι επαρκείς για τον έλεγχο των κινητικών συμπτωμάτων, τα οποία μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να οδηγήσουν σε σοβαρές δυσκινησίες (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Η εντακαπόνη σε συνδυασμό με λεβοντόπα έχει συσχετιστεί με μεμονωμένα περιστατικά υπερβολικής υπνηλίας κατά τη διάρκεια της ημέρας και επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Τα δεδομένα από μετά την κυκλοφορία του προϊόντος περιλαμβάνουν μεμονωμένες περιπτώσεις υπερδοσολογίας στις οποίες οι αναφερθείσες υψηλότερες ημερήσιες δόσεις λεβοντόπας και εντακαπόνης ήταν τουλάχιστον 10 000 mg και 40 000 mg, αντιστοίχως. Τα οξέα συμπτώματα και σημεία αυτών των περιπτώσεων υπερδοσολογίας περιελάμβαναν διέγερση, συγχυτική κατάσταση, κώμα, βραδυκαρδία, κοιλιακή ταχυκαρδία, αναπνοή Cheyne-Stokes, δυσχρωματισμό του δέρματος, της γλώσσας και του επιπεφυκότα και χρωματουρία.. Η αντιμετώπιση οξείας υπερδοσολογίας από θεραπεία με το Corbilta είναι παρόμοια με την οξεία υπερδοσολογία από λεβοντόπα. Ωστόσο, η πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική ως προς την αναστροφή της δράσης του Corbilta. Συνιστάται νοσηλεία και θα πρέπει να εφαρμόζονται γενικά υποστηρικτικά μέτρα με άμεση πλύση στομάχου και χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων ενεργού άνθρακα στο επακόλουθο χρονικό διάστημα. Αυτό μπορεί να επιταχύνει την αποβολή της εντακαπόνης, ιδιαίτερα μειώνοντας την απορρόφηση/επαναπορρόφησή της από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η επάρκεια του αναπνευστικού, κυκλοφορικού και νεφρικού συστήματος πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και να εφαρμόζονται κατάλληλα υποστηρικτικά μέσα. Θα πρέπει να ξεκινήσει παρακολούθηση με ΗΚΓ και ο ασθενής να παρακολουθείται προσεκτικά για τυχόν εμφάνιση αρρυθμιών. Αν απαιτηθεί, θα πρέπει να δοθεί η κατάλληλη θεραπεία για την αντιμετώπιση των αρρυθμιών. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η περίπτωση να έχει πάρει ο ασθενής και άλλες δραστικές ουσίες πέραν του Corbilta. Η αξία της αιμοκάθαρσης για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας δεν είναι γνωστή.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - CORBILTA 00+25+200

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιπαρκινσονικά φάρμακα, ντόπα και παράγωγα της ντόπας, κωδικός ATC: N04BA03

Σύμφωνα με την τρέχουσα κατανόηση, τα συμπτώματα της νόσου του Parkinson σχετίζονται με την ελάττωση της ντοπαμίνης στο ραβδωτό σώμα. Η ντοπαμίνη δεν διαπερνά τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό. Η λεβοντόπα, πρόδρομος της ντοπαμίνης, διαπερνά τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό και ανακουφίζει τα συμπτώματα της νόσου. Καθώς η λεβοντόπα μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στην περιφέρεια, μόνον ένα μικρό τμήμα μιας δεδομένης δόσης φθάνει στο κεντρικό νευρικό σύστημα όταν χορηγείται λεβοντόπα χωρίς αναστολείς μεταβολικών ενζύμων.

Η καρβιντόπα και η βενσεραζίδη είναι περιφερικοί αναστολείς της DDC, οι οποίοι μειώνουν τον περιφερικό μεταβολισμό της λεβοντόπας σε ντοπαμίνη, και έτσι, υπάρχει διαθέσιμη στον εγκέφαλο περισσότερη λεβοντόπα. Όταν η αποκαρβοξυλίωση της λεβοντόπας μειώνεται με ταυτόχρονη χορήγηση ενός αναστολέα DDC, μπορεί να χρησιμοποιηθεί χαμηλότερη δόση λεβοντόπας και να μειωθεί η επίπτωση ανεπιθύμητων αντιδράσεων όπως η ναυτία.

Με την αναστολή της αποκαρβοξυλάσης από έναν αναστολέα DDC, η κατεχολ-Ο- μεθυλτρανσφεράση (COMT) γίνεται η κύρια περιφερική μεταβολική οδός καταλύοντας τη μετατροπή της λεβοντόπας σε 3-O-μεθυλντόπα (3-OMD), ένα δυνητικά επιβλαβή μεταβολίτη της λεβοντόπας. Η εντακαπόνη είναι ένας αναστρέψιμος, ειδικός αναστολέας COMT με κυρίως περιφερική δράση, ο οποίος προορίζεται για ταυτόχρονη χορήγηση με λεβοντόπα. Η εντακαπόνη επιβραδύνει την αποβολή της λεβοντόπας από την κυκλοφορία του αίματος με αποτέλεσμα μια αυξημένη περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) στο φαρμακοκινητικό προφίλ της λεβοντόπας. Κατά συνέπεια, η κλινική απόκριση σε κάθε δόση λεβοντόπας εντείνεται και παρατείνεται.

Η ένδειξη των θεραπευτικών δράσεων του Corbilta βασίζεται σε δύο διπλά-τυφλές μελέτες φάσης ΙΙΙ, σε σύνολο 376 ασθενών με νόσο Parkinson με διακυμάνσεις της κινητικότητας στο τέλος της δόσης, στους οποίους δόθηκε εντακαπόνη ή εικονικό φάρμακο μαζί με κάθε δόση λεβοντόπας/αναστολέα DDC. Ο καθημερινός χρόνος ON με και χωρίς εντακαπόνη καταγράφηκε σε κατ' οίκον ημερολόγια από τους ασθενείς. Στην πρώτη μελέτη, η εντακαπόνη αύξησε το μέσο καθημερινό χρόνο ON κατά

1 ώρα και 20 λεπτά (CI 95% 45 λεπτά, 1 ώρα και 56 λεπτά) από την τιμή έναρξης. Αυτό αντιστοιχούσε σε αύξηση 8,3% στην αναλογία του καθημερινού χρόνου ON. Αντίστοιχα, η μείωση στον καθημερινό χρόνο OFF ήταν 24% στην ομάδα της εντακαπόνης και 0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στη δεύτερη μελέτη, η μέση αναλογία καθημερινού χρόνου ON αυξήθηκε κατά 4,5% (CI 95% 0,93%, 7,97%) από την τιμή έναρξης. Αυτό μεταφράζεται ως μέση αύξηση 35 λεπτών στον ημερήσιο χρόνο ON. Αντίστοιχα, ο ημερήσιος χρόνος OFF μειώθηκε κατά 18% στην εντακαπόνη και κατά 5% στο εικονικό φάρμακο. Επειδή οι δράσεις των δισκίων Corbilta είναι ισοδύναμες με εκείνες του δισκίου εντακαπόνης 200 mg που χορηγείται ταυτόχρονα με τα σκευάσματα καρβιντόπας/λεβοντόπας τυπικής απελευθέρωσης που διατίθενται στο εμπόριο σε αντίστοιχες δόσεις, τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν τις δράσεις και του Corbilta.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Γενικά χαρακτηριστικά των δραστικών ουσιών

Απορρόφηση/κατανομή: Υπάρχουν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις της απορρόφησης της λεβοντόπας, της καρβιντόπας και της εντακαπόνης τόσο σε κάθε μεμονωμένο άτομο όσο και από άτομο σε άτομο. Τόσο η λεβοντόπα όσο και η εντακαπόνη απορροφώνται και αποβάλλονται ταχέως. Η καρβιντόπα απορροφάται και αποβάλλεται ελαφρώς πιο αργά σε σύγκριση με τη λεβοντόπα. Όταν χορηγείται ξεχωριστά χωρίς τις άλλες δύο δραστικές ουσίες, η βιοδιαθεσιμότητα για τη λεβοντόπα είναι 15-33%, για την καρβιντόπα 40–70% και για την εντακαπόνη 35% μετά από μία δόση 200 mg που λαμβάνεται από στόματος. Γεύματα πλούσια σε μεγάλα ουδέτερα αμινοξέα ενδέχεται να καθυστερήσουν και να μειώσουν την απορρόφηση της λεβοντόπας. Η τροφή δεν επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την απορρόφηση της εντακαπόνης. Ο όγκος κατανομής τόσο της λεβοντόπας (Vd 0,36–1,6 l/kg) όσο και της εντακαπόνης (Vdss 0,27 l/kg) είναι μετρίως μικρός ενώ δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την καρβιντόπα.

Η λεβοντόπα δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος μόνο σε μικρό βαθμό της τάξης περίπου του 10–30% και η καρβιντόπα δεσμεύεται κατά 36% περίπου, ενώ η εντακαπόνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό στις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 98%) – κυρίως στη λευκωματίνη του ορού. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η εντακαπόνη δεν μετατοπίζει άλλες εκτενώς δεσμευμένες δραστικές ουσίες (π.χ. βαρφαρίνη, σαλικυλικό οξύ, φαινυλβουταζόνη, ή διαζεπάμη), ούτε μετατοπίζεται σε κάποιο σημαντικό βαθμό από οποιεσδήποτε από αυτές τις ουσίες στις θεραπευτικές ή μεγαλύτερες συγκεντρώσεις.

Bιομετασχηματισμός και αποβολή: Η λεβοντόπα μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό σε διάφορους μεταβολίτες και οι δύο πιο σημαντικές οδοί είναι η αποκαρβοξυλίωση από την ντόπα αποκαρβοξυλάση (DDC) και η O-μεθυλίωση από την κατεχολ-O-μεθυλτρανσφεράση (COMT).

Η καρβιντόπα μεταβολίζεται σε δύο κύριους μεταβολίτες, οι οποίοι απεκκρίνονται στα ούρα ως γλυκουρονίδια και μη συζευγμένες ενώσεις. Η αναλλοίωτη καρβιντόπα αντιστοιχεί στο 30% της συνολικής απέκκρισης μέσω των ούρων.

Η εντακαπόνη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως πριν την απέκκριση μέσω των ούρων (10 έως 20%) και της χολής/κοπράνων (80 έως 90%). Η κύρια μεταβολική οδός είναι η γλυκουρονιδίωση της εντακαπόνης και του δραστικού μεταβολίτη της, του cis-ισομερούς, που αντιστοιχεί περίπου στο 5% της συνολικής ποσότητας στο πλάσμα.

Η συνολική κάθαρση για τη λεβοντόπα είναι της κλίμακας του 0,55–1,38 l/kg/ώρα και για την εντακαπόνη είναι της κλίμακας του 0,70 l/kg/ώρα. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής (t1/2) είναι 0,6–1,3

ώρες για τη λεβοντόπα, 2–3 ώρες για την καρβιντόπα και 0,4–0,7 ώρες για την εντακαπόνη, έκαστη εκ των οποίων χορηγούμενη ξεχωριστά.

Λόγω των σύντομων χρόνων ημιζωής αποβολής, δεν λαμβάνει χώρα πραγματική συσσώρευση λεβοντόπας ή εντακαπόνης κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση.

Δεδομένα από in vitro μελέτες όπου χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα από ανθρώπινα ηπατικά μικροσωμάτια δείχνουν ότι η εντακαπόνη αναστέλλει το κυτόχρωμα P450 2C9 (IC50 ~ 4 μΜ). Η εντακαπόνη έδειξε μικρή ή μηδενική αναστολή για άλλους τύπους των ισοενζύμων P450 (CYP1A2, CYP2A6, CYP2D6, CYP2E1, CYP3A και CYP2C19), βλ. παράγραφο 4.5.

Χαρακτηριστικά στους ασθενείς

Ηλικιωμένοι: Όταν χορηγείται χωρίς καρβιντόπα και εντακαπόνη, η απορρόφηση της λεβοντόπας είναι μεγαλύτερη και η αποβολή είναι βραδύτερη σε ηλικιωμένους από ότι σε νεαρά άτομα. Ωστόσο, μετά το συνδυασμό καρβιντόπας με λεβοντόπα, η απορρόφηση της λεβοντόπας είναι παρόμοια μεταξύ των ηλικιωμένων και των νεαρών ατόμων, αλλά η AUC εξακολουθεί να είναι 1,5 φορά μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους λόγω της μειωμένης δράσης της DDC και της μικρότερης κάθαρσης λόγω γήρανσης. Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην AUC της καρβιντόπας ή της εντακαπόνης μεταξύ νεαρών (45–64 ετών) και ηλικιωμένων (65–75 ετών).

Φύλο: Η βιοδιαθεσιμότητα της λεβοντόπας είναι κατά πολύ υψηλότερη στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Στις μελέτες φαρμακοκινητικής με το Corbilta, η βιοδιαθεσιμότητα της λεβοντόπας είναι υψηλότερη σε γυναίκες από ότι σε άνδρες, κυρίως λόγω της διαφοράς στο σωματικό βάρος, ενώ δεν υπάρχει διαφορά ως προς το φύλο με την καρβιντόπα και την εντακαπόνη.

Ηπατική δυσλειτουργία: Ο μεταβολισμός της εντακαπόνης επιβραδύνεται σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία Α και Β κατά Child-Pugh), γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη συγκέντρωση της εντακαπόνης στο πλάσμα τόσο στη φάση απορρόφησης όσο και στη φάση αποβολής (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3). Δεν έχουν αναφερθεί ιδιαίτερες μελέτες σχετικά με τη φαρμακοκινητική της καρβιντόπας και της λεβοντόπας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ωστόσο, συνιστάται προσεκτική χορήγηση του Corbilta σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Νεφρική δυσλειτουργία: Η νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της εντακαπόνης. Δεν έχουν αναφερθεί ιδιαίτερες μελέτες σχετικά με τη φαρμακοκινητική της λεβοντόπας και της καρβιντόπας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, στους ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, ίσως πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση μεγαλύτερου διαστήματος μεταξύ των δόσεων του Corbilta (βλ. παράγραφο 4.2).

Φαρμακευτικές πληροφορίες - CORBILTA 00+25+200

Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου:

Νατριούχος διασταυρούμενη καρμελλόζη Στεατικό μαγνήσιο

Άμυλο αραβοσίτου Μαννιτόλη (E421) Ποβιδόνη K 30 (E1201)

Επικάλυψη με λεπτό υμένιο των 50/12,5/200 mg, 100/25/200 mg και 150/37,5/200 mg: Γλυκερόλη (85 τοις εκατό) (E422)

Υπρομελλόζη Στεατικό μαγνήσιο Πολυσορβικό 80

Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172) Σακχαρόζη

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Επικάλυψη με λεπτό υμένιο των 75/18,75/200 mg, 125/31,25/200 mg, 175/43,75/200 mg και 200/50/200 mg:

Γλυκερόλη (85 τοις εκατό) (E422) Υπρομελλόζη

Στεατικό μαγνήσιο Πολυσορβικό 80

Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172) Σακχαρόζη

Διοξείδιο τιτανίου (E171)

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιάλη HDPE με κλείσιμο ασφαλείας για τα παιδιά από PP.

Μεγέθη συσκευασίας των 50/12,5/200 mg, 100/25/200 mg και 150/37,5/200 mg: 10, 30, 100, 130, 175 και 250 δισκία.

Μεγέθη συσκευασίας των 75/18,75/200 mg, 125/31,25/200 mg, 175/43,75/200 mg και 200/50/200 mg:

10, 30, 100, 130 και 175 δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

HDPE Bottle x 100
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
HDPE Bottle x10
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
HDPE Bottle x130
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
HDPE Bottle x175
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
HDPE Bottle x250
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
HDPE Bottle x30
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.