DARUNAVIR KRKA F.C.TAB 400MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DARUNAVIR 400MG/TAB
Το Darunavir Krka, συγχορηγούμενο με χαμηλή δόση ριτοναβίρης ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία ασθενών με λοίμωξη από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV-1).
Τα δισκία Darunavir Krka 400 mg και 800 mg μπορεί να χρησιμοποιoύνται ώστε να παρέχουν κατάλληλα δοσολογικά σχήματα για την αντιμετώπιση της λοίμωξης HIV-1 σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς από την ηλικία των 3 ετών και με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg, οι οποίοι:
-
λαμβάνουν πρώτη φορά αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) (βλ. παράγραφο 4.2).
-
έχουν προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) χωρίς μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs) και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA <
100.000 αντίγραφα/ml στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/l. Προκειμένου να αποφασιστεί η έναρξη της θεραπείας με δαρουναβίρη σε τέτοιους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ART), ο γονοτυπικός έλεγχος πρέπει να καθοδηγεί τη χρήση της δαρουναβίρης (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3, 4.4 και 5.1).
Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται από επαγγελματία υγείας με εμπειρία στο χειρισμό της λοίμωξης HIV. Μετά την έναρξη της θεραπείας με δαρουναβίρη, πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να μην αλλάζουν τη δοσολογία, τη δοσολογική μορφή ή να διακόπτουν τη θεραπεία χωρίς να το συζητήσουν με τον επαγγελματία υγείας τους.
Το προφίλ αλληλεπιδράσεων της δαρουναβίρης εξαρτάται από το εάν η ριτοναβίρη χρησιμοποιείται ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής. Κατά συνέπεια, η δαρουναβίρη ενδέχεται να έχει διαφορετικές αντενδείξεις και συστάσεις σε σχέση με τα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα ανάλογα με το εάν η ουσία ενισχύεται με τη ριτοναβίρη (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 4.5).
Δοσολογία
Η δαρουναβίρη πρέπει να χορηγείται πάντα από στόματος μαζί με χαμηλή δόση ριτοναβίρης ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής και σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα. Ως εκ τούτου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της ριτοναβίρης ανάλογα με την περίπτωση, πριν την έναρξη της θεραπείας με δαρουναβίρη.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται μόνο ως επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία και επομένως δεν είναι κατάλληλο για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν τα δισκία ολόκληρα, για παράδειγμα μικρά παιδιά. Για χρήση σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να εξακριβώνεται η διαθεσιμότητα περισσότερο κατάλληλων μορφών που περιέχουν δαρουναβίρη.
Ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν πρώτη φορά αντιρετροϊκή θεραπεία
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι 800 mg μία φορά ημερησίως λαμβανόμενο με ριτοναβίρη 100 mg μία φορά ημερησίως λαμβανόμενα μαζί με τροφή. Τα δισκία Darunavir Krka 400 mg και 800 mg μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη σύνθεση του δοσολογικού σχήματος των 800 mg μία φορά ημερησίως.
Ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία
Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα έχουν ως ακολούθως:
-
Σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) χωρίς μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs)* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA <
100.000 αντίγραφα/ml στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.1), μπορεί να χρησιμοποιηθεί δοσολογικό σχήμα των 800 mg μία φορά ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg μία φορά ημερησίως λαμβανόμενα μαζί με τροφή. Τα δισκία Darunavir Krka 400 mg και 800 mg μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη σύνθεση του δοσολογικού σχήματος των 800 mg μία φορά ημερησίως.
-
Σε όλους τους άλλους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) ή εάν δεν είναι διαθέσιμος ο γονοτυπικός έλεγχος για τον HIV-1, το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι 600 mg δύο φορές ημερησίως μαζί με ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές ημερησίως λαμβανόμενα μαζί με τροφή. Βλ. την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το Darunavir Krka 600 mg δισκία.
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V
Παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν πρώτη φορά αντιρετροϊκή θεραπεία (ηλικίας 3 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg)
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι 800 mg μία φορά ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg μία φορά ημερησίως λαμβανόμενα μαζί με τροφή.
Παιδιατρικοί ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ηλικίας 3 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg)
Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα έχουν ως ακολούθως:
-
Σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία χωρίς DRV-RAMs* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.1) μπορεί να χρησιμοποιηθεί δοσολογικό σχήμα των 800 mg μία φορά ημερησίως με ριτοναβίρη 100 mg μία φορά ημερησίως λαμβανόμενα μαζί με
τροφή. Τα δισκία Darunavir Krka 400 mg και 800 mg μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη σύνθεση του δοσολογικού σχήματος των 800 mg μία φορά ημερησίως. Δεν έχει τεκμηριωθεί η δόση άλλου φαρμακοκινητικού ενισχυτή για χρήση με τη δαρουναβίρη σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
-
Σε όλους τους άλλους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) ή εάν δεν είναι διαθέσιμος ο γονοτυπικός έλεγχος για τον HIV-1, το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι αυτό που περιγράφεται στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το Darunavir Krka 600 mg δισκία.
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V, και L89V
Συμβουλή σε περίπτωση παράλειψης δόσεων
Σε περίπτωση που η άπαξ ημερήσια δόση της δαρουναβίρης και/ή της ριτοναβίρης δεν ληφθεί μέσα σε 12 ώρες από τη χρονική στιγμή που συνήθως λαμβάνεται, πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να λάβουν τη συνταγογραφημένη δόση της δαρουναβίρης και της ριτοναβίρης μαζί με τροφή το συντομότερο δυνατό. Εάν η παράλειψη δόσης διαπιστωθεί μετά από 12 ώρες από τη χρονική στιγμή που συνήθως λαμβάνεται, η δόση που παραλείφθηκε δεν πρέπει να ληφθεί και ο ασθενής πρέπει να συνεχίσει με το σύνηθες δοσολογικό σχήμα.
Η οδηγία αυτή βασίζεται στο χρόνο ημίσειας ζωής της δαρουναβίρης παρουσία της ριτοναβίρης και στο συνιστώμενο διάστημα μεταξύ των δόσεων που είναι περίπου 24 ώρες.
Σε περίπτωση που ο ασθενής κάνει εμετό εντός 4 ωρών από τη λήψη του φαρμακευτικού προϊόντος, θα πρέπει να ληφθεί μία άλλη δόση της δαρουναβίρης με ριτοναβίρη μαζί με τροφή το συντομότερο δυνατό. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό σε διάστημα μεγαλύτερο των 4 ωρών μετά τη λήψη του φαρμακευτικού προϊόντος, δεν χρειάζεται να λάβει άλλη δόση δαρουναβίρης με ριτοναβίρη έως την επόμενη κανονικά προγραμματισμένη χρονική στιγμή.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Διατίθενται περιορισμένες πληροφορίες για αυτό τον πληθυσμό και, ως εκ τούτου, η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται από το ηπατικό σύστημα. Δεν συνιστάται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια (Κατηγορία Α κατά Child-Pugh) ή μετρίου βαθμού (Κατηγορία Β κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία, ωστόσο, η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της έκθεσης σε δαρουναβίρη και σε επιδείνωση του προφίλ ασφαλείας της. Συνεπώς, η δαρουναβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία C κατά Child-Pugh) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για τις δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Darunavir Krka δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά
-
ηλικίας μικρότερης των 3 ετών, λόγω προβληματισμών ως προς την ασφάλεια (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.3), ή,
-
σωματικού βάρους μικρότερου των 15 kg καθώς η δόση για τον συγκεκριμένο πληθυσμό δεν έχει τεκμηριωθεί σε επαρκή αριθμό ασθενών (βλέπε παράγραφο 5.1).
Για συστάσεις δοσολογίας σε παιδιά βλ. την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το Darunavir Krka 600 mg δισκία.
Κύηση και μετά τον τοκετό
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για τις δαρουναβίρη/ριτοναβίρη κατά τη διάρκεια της κύησης και για μετά τον τοκετό. Οι δαρουναβίρη/ριτοναβίρη πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο (βλ. παραγράφους 4.4, 4.6 και 5.2).
Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Ως εκ τούτου, η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης, και οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6). Ως εναλλακτικό σχήμα μπορεί να θεωρηθεί η θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.
Τρόπος χορήγησης
Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να λαμβάνουν δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης εντός 30 λεπτών από την ολοκλήρωση ενός γεύματος. Το είδος της τροφής δεν επηρεάζει την έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παραγράφους 4.4, 4.5 και 5.2).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ασθενείς με σοβαρή (Κατηγορία C κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία.
Ταυτόχρονη θεραπεία με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα λόγω της αναμενόμενης μείωσης των συγκεντρώσεων δαρουναβίρης, ριτοναβίρης και κομπισιστάτης στο πλάσμα και της ενδεχόμενης απώλειας της θεραπευτικής δράσης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Ισχύουν για τη δαρουναβίρη που ενισχύεται είτε με ριτοναβίρη είτε με κομπισιστάτη:
-
Το προϊόν συνδυασμού λοπιναβίρης/ριτοναβίρης (βλ. παράγραφο 4.5).
-
Οι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A ριφαμπικίνη και τα φυτικά σκευάσματα που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum). Η συγχορήγηση αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις δαρουναβίρης, ριτοναβίρης και κομπισιστάτης στο πλάσμα, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης και σε πιθανή ανάπτυξη αντοχής (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Ισχύουν για τη δαρουναβίρη που ενισχύεται με κομπισιστάτη, όχι όταν ενισχύεται με ριτοναβίρη:
-
Η δαρουναβίρη που ενισχύεται με κομπισιστάτη είναι περισσότερο ευαίσθητη για επαγωγή του CYP3A σε σχέση με τη δαρουναβίρη που ενισχύεται με ριτοναβίρη. Η ταυτόχρονη χρήση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A αντενδείκνυται, καθώς αυτοί ενδέχεται να μειώσουν την έκθεση σε κομπισιστάτη και σε δαρουναβίρη οδηγώντας σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης. Οι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A περιλαμβάνουν π.χ. την καρβαμαζεπίνη, τη φαινοβαρβιτάλη και τη φαινυτοΐνη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Η δαρουναβίρη που ενισχύεται είτε με ριτοναβίρη είτε με κομπισιστάτη αναστέλλει την αποβολή των δραστικών ουσιών, η κάθαρση των οποίων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A, με αποτέλεσμα την αυξημένη έκθεση στο συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν. Επομένως, η ταυτόχρονη θεραπεία με τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία οι υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα σχετίζονται με σοβαρά και/ή απειλητικά για τη ζωή συμβάντα αντενδείκνυται (ισχύει για τη δαρουναβίρη που ενισχύεται είτε με ριτοναβίρη είτε με κομπισιστάτη). Αυτές οι δραστικές ουσίες περιλαμβάνουν π.χ.:
-
αλφουζοσίνη
-
αμιοδαρόνη, βεπριδίλη, δρονεδαρόνη, ιβαμπραδίνη, κινιδίνη, ρανολαζίνη
-
αστεμιζόλη, τερφεναδίνη
-
κολχικίνη όταν χρησιμοποιείται σε ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία (βλ.
παράγραφο 4.5)
-
παράγωγα ερυσιβώδους όλυρας (π.χ. διϋδροεργοταμίνη, εργομετρίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργονοβίνη)
-
ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη
-
σιζαπρίδη
-
δαποξετίνη
-
δομπεριδόνη
-
ναλοξεγκόλη
-
λουρασιδόνη, πιμοζίδη, κουετιαπίνη, σερτινδόλη (βλ. παράγραφο 4.5)
-
τριαζολάμη, μιδαζολάμη χορηγούμενες από στόματος (για προφύλαξη αναφορικά με την παρεντερικώς χορηγούμενη μιδαζολάμη, βλ. παράγραφο 4.5)
-
σιλδεναφίλη όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης, αβαναφίλη
-
σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη και λομιταπίδη (βλ. παράγραφο 4.5)
-
τικαγρελόρη (βλ. παράγραφο 4.5).
Συνιστάται τακτική αξιολόγηση της ιολογικής ανταπόκρισης. Σε συνθήκες έλλειψης ή απώλειας ιολογικής ανταπόκρισης, πρέπει να διενεργείται δοκιμασία αντοχής.
Η δαρουναβίρη πρέπει να χορηγείται πάντα από στόματος μαζί με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής και σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 5.2). Επομένως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κομπισιστάτης ή της ριτοναβίρης ανάλογα με την περίπτωση, πριν από την έναρξη της θεραπείας με δαρουναβίρη.
Αύξηση της δόσης της ριτοναβίρης από τη συνιστώμενη στην παράγραφο 4.2 δεν επηρέασε σημαντικά τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης. Δεν συνιστάται μεταβολή της δόσης της κομπισιστάτης ή της ριτοναβίρης.
Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Αυτή η πρωτεϊνική δέσμευση εξαρτάται από τη συγκέντρωση που είναι ενδεικτική του κορεσμού της δέσμευσης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί πρωτεϊνική εκτόπιση φαρμακευτικών προϊόντων που δεσμεύονται ισχυρά με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία – χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως
Χρήση Darunavir Krka σε συνδυασμό με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης μία φορά ημερησίως σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία δεν πρέπει να γίνεται σε ασθενείς με μία ή περισσότερες μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV- RAMs) ή με HIV-1 RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/ml ή με αριθμό CD4+ κυττάρων < 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2). Συνδυασμοί με βέλτιστη αγωγή υποβάθρου (Optimised Background Regimen, OBRs) εκτός από ≥ 2 NRTIs δεν έχουν μελετηθεί στον πληθυσμό αυτό. Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με άλλους υποτύπους HIV-1 εκτός από B (βλ. παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η χρήση δαρουναβίρης δεν συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 3 ετών ή σωματικού βάρους μικρότερου των 15 kg (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.3).
Κύηση
Οι δαρουναβίρη/ριτοναβίρη πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.
Πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή στις έγκυες γυναίκες με συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα οι οποίες μπορεί να μειώσουν περαιτέρω την έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.2).
Έχει δειχθεί ότι η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg μία φορά ημερησίως κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη, με περίπου 90% μείωση των επιπέδων Cmin (βλ. παράγραφο 5.2). Τα επίπεδα της κομπισιστάτης μειώνονται και ενδέχεται να μην παρέχουν επαρκή ενίσχυση. Η σημαντική μείωση της έκθεσης στη δαρουναβίρη μπορεί να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης της λοίμωξης HIV από τη μητέρα στο παιδί. Ως εκ τούτου, η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης, και οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα (βλ.
παραγράφους 4.2 και 4.6). Ως εναλλακτικό σχήμα μπορεί να θεωρηθεί η χορήγηση δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης.
Ηλικιωμένοι
Επειδή διατίθενται περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της δαρουναβίρης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, η δαρουναβίρη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης μειωμένης ηπατικής λειτουργίας και συνοδών νοσημάτων ή τις άλλες θεραπείες (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης των δαρουναβίρης/ριτοναβίρης (N=3.063), έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές αντιδράσεις στο 0,4% των ασθενών, οι οποίες μπορεί να συνοδεύονται από πυρετό και/ή αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών. Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (Drug Rash with Eosinophilia and Systemic Symptoms, DRESS) και Σύνδρομο Stevens-Johnson έχουν αναφερθεί σπάνια (< 0,1%), και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση. Η δαρουναβίρη πρέπει να διακόπτεται αμέσως εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα σοβαρών δερματικών αντιδράσεων. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν, χωρίς όμως να περιορίζονται σε αυτά, σοβαρό εξάνθημα ή εξάνθημα συνοδευόμενο από πυρετό, γενικευμένη κακουχία, κόπωση, μυαλγίες ή αρθραλγίες, φλύκταινες, στοματικές βλάβες, επιπεφυκίτιδα, ηπατίτιδα και/ή ηωσινοφιλία.
Εξάνθημα εμφανίστηκε πιο συχνά σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία που λάμβαναν σχήματα που περιείχαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη + ραλτεγκραβίρη σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη χωρίς ραλτεγκραβίρη ή ραλτεγκραβίρη χωρίς δαρουναβίρη (βλ. παράγραφο 4.8).
Η δαρουναβίρη περιέχει μια σουλφοναμιδική ομάδα. Η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στη σουλφοναμίδη.
Ηπατοτοξικότητα
Ηπατίτιδα επαγόμενη από φάρμακα (π.χ. οξεία ηπατίτιδα, κυτταρολυτική ηπατίτιδα) έχει αναφερθεί με δαρουναβίρη.
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης των δαρουναβίρης/ριτοναβίρης (N=3.063), αναφέρθηκε ηπατίτιδα στο 0,5% των ασθενών που λάμβαναν αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμού με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργούς ηπατίτιδας Β ή C, έχουν αυξημένο κίνδυνο για διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας συμπεριλαμβανομένων σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε περίπτωση ταυτόχρονης αντιιικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλείσθε όπως ανατρέξετε στις σχετικές πληροφορίες προϊόντος για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Πριν την έναρξη της θεραπείας με δαρουναβίρη χρησιμοποιούμενη σε συνδυασμό με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης πρέπει να διεξάγονται κατάλληλοι εργαστηριακοί έλεγχοι και οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αυξημένης παρακολούθησης των ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης/αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (AST/ALT) σε ασθενείς με υποκείμενη χρόνια ηπατίτιδα, κίρρωση, ή σε ασθενείς που είχαν πριν τη θεραπεία αυξημένες τρανσαμινάσες, ιδίως κατά τη διάρκεια των πρώτων μερικών μηνών θεραπείας με δαρουναβίρη χρησιμοποιούμενη σε συνδυασμό με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης.
Εάν υπάρχουν ενδείξεις νεοεμφανισθείσας ή επιδεινούμενης ηπατικής δυσλειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης κλινικά σημαντικής αύξησης των ηπατικών ενζύμων και/ή συμπτωμάτων όπως κόπωση, ανορεξία, ναυτία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, ηπατική ευαισθησία, ηπατομεγαλία) σε ασθενείς που λαμβάνουν δαρουναβίρη σε συνδυασμό με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης, πρέπει να εξετάζεται άμεσα η αναστολή ή η διακοπή της θεραπείας.
Ασθενείς με συνυπάρχουσες καταστάσεις
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές και ως εκ τούτου, η δαρουναβίρη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Λόγω αύξησης των συγκεντρώσεων της μη δεσμευμένης δαρουναβίρης στο πλάσμα, η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια ή μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις ή ρυθμίσεις της δόσης για τις δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Καθώς η δαρουναβίρη και η ριτοναβίρη δεσμεύονται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, είναι απίθανο ότι θα απομακρυνθούν σε σημαντικό βαθμό μέσω αιμοδιύλισης ή περιτοναϊκής διύλισης. Συνεπώς, δεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις ή ρυθμίσεις της δόσης σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2). Η κομπισιστάτη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, επομένως, δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις για τη χρήση των δαρουναβίρης/κομπισιστάτης σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).
Η κομπισιστάτη μειώνει την εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης λόγω αναστολής της σωληναριακής έκκρισης κρεατινίνης. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν η δαρουναβίρη μαζί με την κομπισιστάτη χορηγείται σε ασθενείς, στους οποίους η εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση των δόσεων των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. παράγραφο 4.2 και ΠΧΠ της κομπισιστάτης).
Επί του παρόντος διατίθενται μη επαρκή δεδομένα για τον προσδιορισμό του εάν η συγχορήγηση δισοπροξιλικής τενοφοβίρης και κομπισιστάτης σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο νεφρικών ανεπιθύμητων ενεργειών συγκριτικά με σχήματα που περιλαμβάνουν δισοπροξιλική τενοφοβίρη χωρίς κομπισιστάτη.
Αιμοφιλικοί ασθενείς
Έχουν υπάρξει αναφορές αυξημένης αιμορραγίας, συμπεριλαμβανομένων αυθόρμητων αιματωμάτων του δέρματος και αιμάρθρων σε ασθενείς με αιμοφιλία τύπου Α και Β που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς της πρωτεάσης. Σε μερικούς ασθενείς χορηγήθηκε πρόσθετος παράγοντας VIII. Σε περισσότερα από τα μισά αναφερθέντα περιστατικά, η θεραπεία με αναστολείς της πρωτεάσης συνεχίστηκε ή επανεισήχθη, σε περίπτωση που είχε διακοπεί. Έχει υποδηλωθεί ότι μπορεί να υφίσταται αιτιολογική συσχέτιση, παρόλο που ο μηχανισμός δράσης δεν έχει διευκρινιστεί. Συνεπώς, οι αιμοφιλικοί ασθενείς πρέπει να καθίστανται ενήμεροι για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας.
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και με τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Οστεονέκρωση
Παρόλο που η αιτιολογία θεωρείται ότι είναι πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβανομένων χρήσης κορτικοστεροειδών, κατανάλωσης οινοπνευματωδών, σοβαρής ανοσοκαταστολής, υψηλότερου δείκτη μάζας σώματος), έχουν αναφερθεί περιστατικά οστεονέκρωσης ιδιαίτερα σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο HIV και/ή μακροχρόνια έκθεση σε αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμού (CART). Πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν αισθανθούν πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
Φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού
Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της αντιρετροϊκής θεραπείας συνδυασμού (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις, ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τυπικά, τέτοιες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί κυρίως εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία που προκαλείται από Pneumocystis jirovecii (γνωστό αρχικά ως Pneumocystis carinii). Πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να εφαρμόζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Επιπρόσθετα, σε κλινικές μελέτες με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, έχει παρατηρηθεί επανενεργοποίηση έρπητα απλού και έρπητα ζωστήρα.
Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά την επανενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα συμβάντα μπορούν να εκδηλωθούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα
Αρκετές από τις μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν διεξαχθεί με δόσεις δαρουναβίρης χαμηλότερες από τις συνιστώμενες. Οι επιδράσεις στα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί, ως εκ τούτου, να είναι υποεκτιμημένες και ενδεχομένως να ενδείκνυται κλινική παρακολούθηση της ασφάλειας. Για πλήρεις πληροφορίες ως προς τις αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα βλ. παράγραφο 4.5.
Φαρμακοκινητικός ενισχυτής και συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα
Η δαρουναβίρη έχει διαφορετικά προφίλ αλληλεπιδράσεων ανάλογα με το εάν η ουσία ενισχύεται με ριτοναβίρη ή με κομπισιστάτη:
-
Η δαρουναβίρη ενισχυμένη με κομπισιστάτη είναι περισσότερο ευαίσθητη για επαγωγή του CYP3A: επομένως, η ταυτόχρονη χρήση δαρουναβίρης/κομπισιστάτης και ισχυρών επαγωγέων του CYP3A αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3), και η ταυτόχρονη χρήση με ασθενείς έως μέτριας ισχύος επαγωγείς του CYP3A δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5). Η ταυτόχρονη χρήση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης και δαρουναβίρης/κομπισιστάτης με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ριφαμπικίνη και φυτικά προϊόντα που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο, Hypericum perforatum, αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.5).
-
Σε αντίθεση με τη ριτοναβίρη, η κομπισιστάτη δεν έχει επαγωγική δράση σε ένζυμα ή πρωτεΐνες μεταφοράς (βλ. παράγραφο 4.5). Σε περίπτωση αλλαγής του φαρμακοενισχυτή από
ριτοναβίρη σε κομπισιστάτη, απαιτείται προσοχή κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων της θεραπείας με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη, ειδικά εάν οι δόσεις των οποιωνδήποτε ταυτόχρονα χορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων έχουν τιτλοποιηθεί ή ρυθμιστεί κατά τη διάρκεια χρήσης της ριτοναβίρης ως φαρμακοενισχυτή. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος σε αυτές τις περιπτώσεις.
Η εφαβιρένζη σε συνδυασμό με ενισχυμένη δαρουναβίρη μπορεί να οδηγήσει σε υποβέλτιστη Cmin δαρουναβίρης. Εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί εφαβιρένζη σε συνδυασμό με δαρουναβίρη, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δοσολογικό σχήμα δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως. Βλ. την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το Darunavir Krka 600 mg δισκία (βλ. παράγραφο 4.5).
Έχουν αναφερθεί απειλητικές για τη ζωή και θανατηφόρες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κολχικίνη και ισχυρούς αναστολείς του CYP3A και της P- γλυκοπρωτεΐνης (P-gp, βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Το προφίλ αλληλεπιδράσεων της δαρουναβίρης ενδέχεται να διαφέρει ανάλογα με το εάν χρησιμοποιείται ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη ως φαρμακοενισχυτής. Οι συστάσεις που δίνονται για την ταυτόχρονη χρήση της δαρουναβίρης και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται, επομένως, να διαφέρουν ανάλογα με το εάν η δαρουναβίρη ενισχύεται με ριτοναβίρη ή με κομπισιστάτη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4), και απαιτείται, επίσης, προσοχή κατά τη διάρκεια της πρώτης θεραπείας σε περίπτωση αλλαγής του φαρμακοενισχυτή από ριτοναβίρη σε κομπισιστάτη (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την έκθεση σε δαρουναβίρη (ριτοναβίρη ως φαρμακοενισχυτής)
Η δαρουναβίρη και η ριτοναβίρη μεταβολίζονται από το CYP3A. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τη δραστηριότητα του CYP3A αναμένεται ότι θα αυξήσουν την κάθαρση δαρουναβίρης και ριτονοβίρης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις αυτών των ουσιών στο πλάσμα και, κατά συνέπεια, της δαρουναβίρης, με αποτέλεσμα την απώλεια της θεραπευτικής δράσης και της πιθανής ανάπτυξης αντοχής (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Οι επαγωγείς του CYP3A που αντενδείκνυνται περιλαμβάνουν τη ριφαμπικίνη, το υπερικό/βαλσαμόχορτο και τη λοπιναβίρη.
Η συγχορήγηση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το CYP3A ενδέχεται να μειώσει την κάθαρση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης, γεγονός το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και της ριτοναβίρης στο πλάσμα. Η συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 δεν συνιστάται και απαιτείται προσοχή. Οι εν λόγω αλληλεπιδράσεις περιγράφονται στον πίνακα αλληλεπιδράσεων που ακολουθεί (π.χ. ινδιναβίρη, αντιμυκητιασικά τύπου αζόλης όπως κλοτριμαζόλη).
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την έκθεση σε δαρουναβίρη (κομπισιστάτη ως φαρμακοενισχυτής)
Η δαρουναβίρη και η κομπισιστάτη μεταβολίζονται από το CYP3A, και η συγχορήγηση με επαγωγείς του CYP3A ενδέχεται, επομένως, να οδηγήσει σε υποθεραπευτική έκθεση στη δαρουναβίρη στο πλάσμα. Η δαρουναβίρη ενισχυμένη με κομπισιστάτη είναι περισσότερο ευαίσθητη για επαγωγή του CYP3A από ότι η δαρουναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη: η συγχορήγηση δαρουναβίρης/κομπισιστάτης μαζί με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A (π.χ. υπερικό/βαλσαμόχορτο, ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη και φαινυτοΐνη) αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). Η συγχορήγηση δαρουναβίρης/κομπισιστάτης μαζί με ασθενείς έως μέτριας ισχύος επαγωγείς του CYP3A (π.χ. εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, νεβιραπίνη, φλουτικαζόνη και μποσεντάνη) δεν συνιστάται (βλ. πίνακα αλληλεπιδράσεων παρακάτω).
Για τη συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, ισχύουν οι ίδιες συστάσεις ανεξάρτητα από το εάν η δαρουναβίρη ενισχύεται με ριτοναβίρη ή με κομπισιστάτη (βλ. την παραπάνω παράγραφο).
Φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να επηρεάζονται από τη δαρουναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη
Η δαρουναβίρη και η ριτοναβίρη είναι αναστολείς των CYP3A, CYP2D6 και P-gp. Η συγχορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A και/ή το CYP2D6 ή μεταφέρονται από την P-gp μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συστηματική έκθεση σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, και αυτό να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση ή παράταση της θεραπευτικής δράσης τους και των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν πρέπει να συνδυάζεται με φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η κάθαρση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A και για τα οποία η αυξημένη συστηματική έκθεση συνδέεται με σοβαρά και/ή απειλητικά για τη ζωή συμβάντα (μικρός θεραπευτικός δείκτης) (βλ. παράγραφο 4.3).
Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με φάρμακα τα οποία έχουν ενεργό(ύς) μεταβολίτη(ες) που σχηματίζεται(ονται) από το CYP3A μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις αυτού(ών) του(ων) ενεργού(ών) μεταβολίτη(ων) στο πλάσμα που πιθανώς να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής τους δράσης (βλ. τον Πίνακα αλληλεπιδράσεων παρακάτω).
Η συνολική ενίσχυση της φαρμακοκινητικής δράσης από τη ριτοναβίρη ήταν περίπου 14 φορές αύξηση της συστηματικής έκθεσης στη δαρουναβίρη όταν χορηγήθηκε από στόματος μία εφάπαξ δόση δαρουναβίρης 600 mg σε συνδυασμό με ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές ημερησίως. Συνεπώς, η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με φαρμακοκινητικό ενισχυτή (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Μία κλινική μελέτη στην οποία χρησιμοποιήθηκε ένα κοκτέιλ φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα κυτοχρώματα CYP2C9, CYP2C19 και CYP2D6 κατέδειξε αύξηση στη δραστικότητα των CYP2C9 και CYP2C19 και αναστολή της δραστικότητας του CYP2D6, παρουσία δαρουναβίρης/ριτοναβίρης, που μπορεί να αποδοθούν στην παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης.
Η συγχορήγηση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (όπως η φλεκαϊνίδη, η προπαφενόνη και η μετοπρολόλη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων, γεγονός το οποίο μπορεί να αυξήσει ή να παρατείνει τη θεραπευτική δράση τους και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Η συγχορήγηση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2C9 (όπως η βαρφαρίνη) και το CYP2C19 (όπως η μεθαδόνη) μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συστηματική έκθεση σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, γεγονός το οποίο μπορεί να μειώσει ή να βραχύνει τη θεραπευτική δράση τους.
Παρόλο που η δράση του CYP2C8 έχει μελετηθεί μόνο in vitro, η συγχορήγηση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης και φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2C8 (όπως η πακλιταξέλη, η ροσιγλιταζόνη, η ρεπαγλινίδη) μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συστηματική έκθεση σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, γεγονός το οποίο μπορεί να μειώσει ή να βραχύνει τη θεραπευτική δράση τους.
Η ριτοναβίρη αναστέλλει τους μεταφορείς Ρ-γλυκοπρωτεΐνη, OATP1B1 και OATP1B3, και η συγχορήγηση με υποστρώματα αυτών των μεταφορέων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των ουσιών στο πλάσμα (π.χ. ετεξιλική δαβιγατράνη, διγοξίνη, στατίνες και μποσεντάνη, βλ. Πίνακα αλληλεπιδράσεων ακολούθως).
Φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να επηρεάζονται από τη δαρουναβίρη ενισχυμένη με κομπισιστάτη
Οι συστάσεις για τη δαρουναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη είναι παρόμοιες με τις συστάσεις για τη δαρουναβίρη ενισχυμένη με κομπισιστάτη όσον αφορά τα υποστρώματα των CYP3A4, CYP2D6, P- γλυκοπρωτεΐνης, OATP1B1 και OATP1B3 (βλ. αντενδείξεις και συστάσεις που παρουσιάζονται στην παραπάνω παράγραφο). Χορήγηση 150 mg κομπισιστάτης με 800 mg δαρουναβίρης μία φορά ημερησίως ενισχύει τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της δαρουναβίρης με τρόπο ανάλογο της ριτοναβίρης (βλ. παράγραφο 5.2).
Σε αντίθεση με τη ριτοναβίρη, η κομπισιστάτη δεν επάγει τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 ή UGT1A1. Για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την κομπισιστάτη, όπως λάβετε υπόψη την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κομπισιστάτης.
Πίνακας αλληλεπιδράσεων
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Αρκετές από τις μελέτες αλληλεπιδράσεων (δεικνύονται με # στον παρακάτω πίνακα) έχουν πραγματοποιηθεί σε χαμηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις της δαρουναβίρης ή με διαφορετικό δοσολογικό σχήμα (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία). Οι επιδράσεις στα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα ενδέχεται επομένως να υποεκτιμηθούν και ενδέχεται να ενδείκνυται κλινική παρακολούθηση της ασφάλειας.
Το προφίλ αλληλεπιδράσεων της δαρουναβίρης εξαρτάται από το εάν χρησιμοποιείται ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής. Η δαρουναβίρη μπορεί επομένως να έχει διαφορετικές συστάσεις για ταυτόχρονη χρήση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ανάλογα με το εάν η ουσία ενισχύεται με ριτοναβίρη ή με κομπισιστάτη.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με τη δαρουναβίρη ενισχυμένη με κομπισιστάτη, οι οποίες να παρουσιάζονται στον πίνακα. Ισχύουν οι ίδιες συστάσεις, εκτός και εάν αναφέρεται διαφορετικά. Για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την κομπισιστάτη, όπως λάβετε υπόψη την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κομπισιστάτης.
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ δαρουναβίρης/ριτοναβίρης και των αντιρετροϊκών και μη αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Η κατεύθυνση του βέλους για κάθε φαρμακοκινητική παράμετρο βασίζεται στο 90% διάστημα εμπιστοσύνης του γεωμετρικού μέσου λόγου που βρίσκεται εντός (↔), κάτω (↓) ή άνω (↑) του εύρους 80-125% (οι μη προσδιοριζόμενες αναγράφονται ως «ΜΠ»).
Στον παρακάτω πίνακα, συγκεκριμενοποιείται ο ειδικός φαρμακοκινητικός ενισχυτής όταν οι συστάσεις διαφέρουν.
Όταν η σύσταση είναι ίδια για τη δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης ή κομπισιστάτη, χρησιμοποιείται ο όρος «ενισχυμένη δαρουναβίρη».
Ο παρακάτω κατάλογος παραδειγμάτων αλληλεπιδράσεων μεταξύ των φαρμάκων δεν είναι πλήρης και ως εκ τούτου πρέπει να συμβουλευτείτε την επισήμανση κάθε φαρμάκου που συγχορηγείται με τη δαρουναβίρη για πληροφορίες σχετικά με την οδό μεταβολισμού, τις οδούς αλληλεπίδρασης, τους δυνητικούς κινδύνους και τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται όσον αφορά στη συγχορήγηση.
Πίνακας 1. Αλληλεπιδράσεις και δοσολογικές συστάσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα| Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτικό τομέα | ΑλληλεπίδρασηΜεταβολή γεωμετρικού μέσου (%) | Συστάσεις που αφορούν στη συγχορήγηση |
| ΑΝΤΙΡΕΤΡΟΪΚΑ HIV | ||
| Αναστολείς μεταφοράς αλύσου ιντεγκράσης | ||
| Ντολουτεγκραβίρη | ντολουτεγκραβίρη AUC ↓ 22% ντολουτεγκραβίρη C24h ↓ 38%ντολουτεγκραβίρη Cmax ↓ 11% δαρουναβίρη ↔* | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη και η ντολουτεγκραβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίςρύθμιση της δόσης. |
| *Χρησιμοποιώντας συγκρίσεις διασταυρούμενης μελέτης σε ιστορικά δεδομένα φαρμακοκινητικής | ||
| Ραλτεγκραβίρη | Ορισμένες κλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η ραλτεγκραβίρη μπορεί να προκαλέσει μετρίου βαθμού μείωση των συγκεντρώσεων της δαρουναβίρης στο πλάσμα. | Επί του παρόντος η επίδραση της ραλτεγκραβίρης στις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα δεν φαίνεται να είναι κλινικά σημαντική. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη και η ραλτεγκραβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίςρυθμίσεις της δόσης. |
| Νουκλεο(σ/τ)ιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) | ||
| Διδανοσίνη400 mg μία φορά ημερησίως | διδανοσίνη AUC ↓ 9% διδανοσίνη Cmin ΜΠ διδανοσίνη Cmax ↓ 16% δαρουναβίρη AUC ↔ δαρουναβίρη Cmin ↔ δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη και η διδανοσίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς ρυθμίσεις της δόσης.Η διδανοσίνη πρέπει να χορηγείται σε άδειο στομάχι, συνεπώς πρέπει να χορηγείται 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά από τη λήψη ενισχυμένηςδαρουναβίρης μαζί με τροφή. |
| Δισοπροξιλική τενοφοβίρη 245 mg μία φορά ημερησίως | τενοφοβίρη AUC ↑ 22% τενοφοβίρη Cmin ↑ 37% τενοφοβίρη Cmax ↑ 24% #δαρουναβίρη AUC ↑ 21% #δαρουναβίρη Cmin ↑ 24% #δαρουναβίρη Cmax ↑ 16%(↑ τενοφοβίρης λόγω επίδρασης στον μεταφορέα MDR-1 των νεφρικών σωληναρίων) | Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να ενδείκνυται όταν η ενισχυμένη δαρουναβίρη χορηγείται σε συνδυασμό με δισοπροξιλική τενοφοβίρη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποκείμενη συστηματική ή νεφρική νόσο, ή σε ασθενείς που λαμβάνουν νεφροτοξικούς παράγοντες.Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη μειώνει την κάθαρση κρεατινίνης.Ανατρέξτε στην παράγραφο4.4 εάν η κάθαρση κρεατινίνης χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση της δόσης της δισοπροξιλικήςτενοφοβίρης. |
| Εμτρισιταμπίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη | Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη ↔ Τενοφοβίρη ↑ | Η συνιστώμενη δόση εμτρισιταμπίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης είναι 200/10 mg μία φορά ημερησίως όταν χρησιμοποιείται με ενισχυμένηδαρουναβίρη. |
| Αβακαβίρη Εμτρισιταμπίνη Λαμιβουδίνη Σταβουδίνη Ζιδοβουδίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Με βάση τις διαφορετικές οδούς αποβολής των άλλων NRTIs, ζιδοβουδίνη, εμτρισιταμπίνη, σταβουδίνη, λαμιβουδίνη, που απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς και της αβακαβίρης της οποίας ο μεταβολισμός δεν διαμεσολαβείται από το CYP450, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις για αυτές τις φαρμακευτικές ουσίες και την ενισχυμένη δαρουναβίρη. | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αυτούς τους NRTIs χωρίς ρύθμιση της δόσης.Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη μειώνει την κάθαρση κρεατινίνης.Ανατρέξτε στην παράγραφο4.4 εάν η κάθαρση κρεατινίνης χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση της δόσης της εμτρισιταμπίνης ή της λαμιβουδίνης. |
| Μη νουκλεο(σ/τ)ιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTIs) | ||
| Εφαβιρένζη600 mg μία φορά ημερησίως | εφαβιρένζη AUC ↑ 21% εφαβιρένζη Cmin ↑ 17% εφαβιρένζη Cmax ↑ 15% #δαρουναβίρη AUC ↓ 13% #δαρουναβίρη Cmin ↓ 31% #δαρουναβίρη Cmax ↓ 15%(↑ εφαβιρένζης λόγω αναστολής του CYP3A)(↓ δαρουναβίρης λόγω επαγωγής του CYP3A) | Μπορεί να ενδείκνυται κλινική παρακολούθηση για τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος που σχετίζεται με αυξημένη έκθεση στην εφαβιρένζη όταν η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δίνεται σε συνδυασμό με εφαβιρένζη.Η εφαβιρένζη σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως μπορεί να οδηγήσει σε υποβέλτιστη Cmin δαρουναβίρης. Εάν η εφαβιρένζη πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δοσολογικό σχήμα δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.4).Η συγχορήγηση με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). |
| Ετραβιρίνη100 mg δύο φορές ημερησίως | ετραβιρίνη AUC ↓ 37% ετραβιρίνη Cmin ↓ 49% ετραβιρίνη Cmax ↓ 32% δαρουναβίρη AUC ↑ 15% δαρουναβίρη Cmin ↔ δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς ρυθμίσεις της δόσης.Η συγχορήγηση με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Νεβιραπίνη200 mg δύο φορές ημερησίως | νεβιραπίνη AUC ↑ 27% νεβιραπίνη Cmin ↑ 47% νεβιραπίνη Cmax ↑ 18%#δαρουναβίρη: οι συγκεντρώσεις ήταν σύμφωνες με τα ιστορικά δεδομένα. (↑ νεβιραπίνης λόγω αναστολής του CYP3A) | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και νεβιραπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς ρυθμίσεις της δόσης.Η συγχορήγηση με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). |
| Ριλπιβιρίνη150 mg μία φορά ημερησίως | ριλπιβιρίνη AUC ↑ 130% ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 178% ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 79% δαρουναβίρη AUC ↔δαρουναβίρη Cmin ↓ 11% δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη και η ριλπιβιρίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς ρυθμίσεις της δόσης. |
| Αναστολείς Πρωτεάσης (PIs) του HIV – χωρίς επιπρόσθετη συγχορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης† | ||
| Αταζαναβίρη300 mg μία φορά ημερησίως | αταζαναβίρη AUC ↔αταζαναβίρη Cmin ↑ 52% αταζαναβίρη Cmax ↓ 11% | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλήδόση ριτοναβίρης και |
| #δαρουναβίρη AUC ↔ #δαρουναβίρη Cmin ↔ #δαρουναβίρη Cmax ↔ Αταζαναβίρη: σύγκρισηαταζαναβίρης/ριτοναβίρης 300/100 mg μία φορά ημερησίως έναντι αταζαναβίρης 300 mg μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 400/100 mg δύο φορές ημερησίως. Δαρουναβίρη: σύγκριση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές ημερησίως έναντι δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές ημερησίως σε συνδυασμό με αταζαναβίρη 300 mg μία φοράημερησίως. | αταζαναβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς ρυθμίσεις της δόσης. Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη μεκομπισιστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κάποιον άλλο αντιρετροϊκό παράγοντα που απαιτεί φαρμακοενίσχυση δια της συγχορήγησης με αναστολέα του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5). | |
| Ινδιναβίρη800 mg δύο φορές ημερησίως | ινδιναβίρη AUC ↑ 23% ινδιναβίρη Cmin ↑ 125% ινδιναβίρη Cmax ↔ #δαρουναβίρη AUC ↑ 24% #δαρουναβίρη Cmin ↑ 44% #δαρουναβίρη Cmax ↑ 11%Ινδιναβίρη: σύγκριση ινδιναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg δύο φορές ημερησίως έναντι ινδιναβίρης/δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/400/100 mg δύο φορές ημερησίως. Δαρουναβίρη: σύγκριση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές ημερησίως έναντι δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg σε συνδυασμό με ινδιναβίρη 800 mg δύο φορές ημερησίως. | Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, μπορεί να χρειαστεί ρύθμιση της δόσης της ινδιναβίρης από τα 800 mg δύο φορές ημερησίως στα 600 mg δύο φορές ημερησίως, σε περίπτωση δυσανεξίας.Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κάποιον άλλο αντιρετροϊκό παράγοντα που απαιτεί φαρμακοενίσχυση δια της συγχορήγησης με αναστολέα του CYP3A4 (βλ. παράγραφο4.5). |
| Σακουιναβίρη1.000 mg δύο φορές ημερησίως | #δαρουναβίρη AUC ↓ 26% #δαρουναβίρη Cmin ↓ 42% #δαρουναβίρη Cmax ↓ 17% σακουιναβίρη AUC ↓ 6% σακουιναβίρη Cmin ↓ 18% σακουιναβίρη Cmax ↓ 6% Σακουιναβίρη: σύγκριση σακουιναβίρης/ριτοναβίρης 1.000/100 mg δύο φορές ημερησίως έναντι σακουιναβίρης/δαρουναβίρης/ριτοναβίρ ης 1.000/400/100 mg δύο φορές ημερησίως.Δαρουναβίρη: σύγκριση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές ημερησίως έναντι δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg σε συνδυασμό με σακουιναβίρη 1.000mg δύο φορές ημερησίως. | Δεν συνιστάται ο συνδυασμός δαρουναβίρης συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης με σακουιναβίρη.Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με κάποιον άλλο αντιρετροϊκό παράγοντα που απαιτεί φαρμακοενίσχυση δια της συγχορήγησης με αναστολέα του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5). |
| Αναστολείς Πρωτεάσης (PIs) του HIV – με συγχορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης† | ||
| Λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη 400/100 mg δύο φορές ημερησίωςΛοπιναβίρη/ριτοναβίρη 533/133,3 mg δύο φορές ημερησίως | λοπιναβίρη AUC ↑ 9% λοπιναβίρη Cmin ↑ 23% λοπιναβίρη Cmax ↓ 2% δαρουναβίρη AUC ↓ 38%‡ δαρουναβίρη Cmin ↓ 51%‡ δαρουναβίρη Cmax ↓ 21%‡ λοπιναβίρη AUC ↔λοπιναβίρη Cmin ↑ 13% λοπιναβίρη Cmax ↑ 11% | Λόγω μείωσης της έκθεσης (AUC) σε δαρουναβίρη κατά 40%, δεν έχουν τεκμηριωθεί κατάλληλες δόσεις για το συνδυασμό. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης με το προϊόν συνδυασμούλοπιναβίρης/ριτοναβίρης |
| δαρουναβίρη AUC ↓ 41% δαρουναβίρη Cmin ↓ 55% δαρουναβίρη Cmax ↓ 21%‡ βάσει των τιμών μη κανονικοποιημένης δόσης | αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). | |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ CCR5 | ||
| Μαραβιρόκη150 mg δύο φορές ημερησίως | μαραβιρόκη AUC ↑ 305% μαραβιρόκη Cmin ΜΠ μαραβιρόκη Cmax ↑ 129%οι συγκεντρώσεις δαρουναβίρης,ριτοναβίρης ήταν σύμφωνες με τα ιστορικά δεδομένα. | Η δόση της μαραβιρόκης πρέπει να είναι 150 mg δύο φορές ημερησίως όταν συγχορηγείται με ενισχυμένη δαρουναβίρη. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΩΝ α1-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | ||
| Αλφουζοσίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της αλφουζοσίνης στο πλάσμα.(Αναστολή του CYP3A) | Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης και αλφουζοσίνης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ | ||
| Αλφαιντανύλη | Δεν έχει μελετηθεί. Ο μεταβολισμός της αλφαιντανύλης διαμεσολαβείται από το CYP3A και ενδέχεται λόγω αυτού να ανασταλεί από την ενισχυμένη δαρουναβίρη. | Η ταυτόχρονη χρήση με ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να απαιτεί μείωση της δόσης της αλφαιντανύλης και παρακολούθηση του κινδύνου για παρατεταμένη ήκαθυστερημένη αναπνευστική καταστολή. |
| ΑΝΤΙΣΤΗΘΑΓΧΙΚΑ/ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΑ | ||
| Δισοπυραμίδη ΦλεκαϊνίδηΛιδοκαϊνη (συστηματική) Μεξιλετίνη Προπαφενόνη ΑμιοδαρόνηΒεπριδίλη Δρονεδαρόνη Ιβαμπραδίνη Κινιδίνη Ρανολαζίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A και/ή του CYP2D6) | Απαιτείται προσοχή και συνιστάται παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων, εάν διατίθενται, για αυτά τα αντιαρρυθμικά κατά τη συγχορήγησή τους με ενισχυμένη δαρουναβίρη.Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης και αμιοδαρόνης, βεπριδίλης, δρονεδαρόνης, ιβαμπραδίνης, κινιδίνης ή ρανολαζίνης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο4.3). |
| Διγοξίνη0,4 mg εφάπαξ δόση | διγοξίνη AUC ↑ 61% διγοξίνη Cmin ΜΠ διγοξίνη Cmax ↑ 29%(↑ διγοξίνης λόγω πιθανής αναστολής της P-gp) | Δεδομένου ότι η διγοξίνη έχει μικρό θεραπευτικό δείκτη, συνιστάται να συνταγογραφείται αρχικά η χαμηλότερη δυνατή δόση της διγοξίνης σε περίπτωση που η διγοξίνη χορηγείται σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με ενισχυμένη δαρουναβίρη. Η δόση της διγοξίνης πρέπει να τιτλοποιείται προσεκτικά για να επιτευχθεί η επιθυμητή κλινική δράση ενόσω αξιολογείται η συνολική κλινική κατάσταση τουατόμου. |
| ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΟ | ||
| Κλαριθρομυκίνη500 mg δύο φορές ημερησίως | κλαριθρομυκίνη AUC ↑ 57% κλαριθρομυκίνη Cmin ↑ 174% κλαριθρομυκίνη Cmax ↑ 26% #δαρουναβίρη AUC ↓ 13% #δαρουναβίρη Cmin ↑ 1% #δαρουναβίρη Cmax ↓ 17%οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη 14- OH-κλαριθρομυκίνη δεν ήταν ανιχνεύσιμες κατά το συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.(↑ κλαριθρομυκίνης λόγω αναστολής του CYP3A και πιθανής αναστολής τηςP-gp) | Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η κλαριθρομυκίνη συνδυάζεται με ενισχυμένη δαρουναβίρη.Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για την κλαριθρομυκίνη όσον αφορά τη συνιστώμενη δόση. |
| ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΟ/ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ | ||
| Απιξαμπάνη Ριβαροξαμπάνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με αυτά τα αντιπηκτικά ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αντιπηκτικού. (αναστολή του CYP3A και/ή της-P-gp). | Η χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης με ένα άμεσα δρων από στόματος αντιπηκτικό (DOAC) που μεταβολίζεται από το CYP3A4 και μεταφέρεται από την P-gp δεν συνιστάται καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνοαιμορραγίας. |
| Δαβιγατράνη ετεξιλική ΕδοξαμπάνηΤικαγρελόρη | δαβιγατράνη ετεξιλική (150 mg): δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg εφάπαξ δόση:δαβιγατράνη AUC ↑ 72% δαβιγατράνη Cmax ↑ 64%δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg άπαξ ημερησίως:δαβιγατράνη AUC ↑ 18% δαβιγατράνη Cmax ↑ 22%δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg εφάπαξ δόση:δαβιγατράνη AUC ↑ 164% δαβιγατράνη Cmax ↑ 164%δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg άπαξ ημερησίως:δαβιγατράνη AUC ↑ 88% δαβιγατράνη Cmax ↑ 99%Με βάση θεωρητικές εκτιμήσεις, η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με τικαγρελόρη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της τικαγρελόρης (αναστολή του CYP3A και/ή της P- γλυκοπρωτεΐνης). | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη: Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κλινικής παρακολούθησης και/ήμείωσης της δόσης του DOAC όταν ένα DOAC που μεταφέρεται από την P-gp αλλά δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4,συμπεριλαμβανομένης της ετεξιλικής δαβιγατράνης και της εδοξαμπάνης, συγχορηγείται με δαρουναβίρη/rtv.Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη: Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και μείωση της δόσης όταν ένα DOAC που μεταφέρεται από την P-gp αλλά δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4,συμπεριλαμβανομένης της ετεξιλικής δαβιγατράνης και της εδοξαμπάνης, συγχορηγείται με δαρουναβίρη/cobi.Η ταυτόχρονη χορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με τικαγρελόρη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Κλοπιδογρέλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης με ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να μειώσει τη συγκέντρωση του ενεργού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης στο πλάσμα, που μπορεί να μειώσει την αντιαιμοπεταλιακή δραστηριότητα της κλοπιδογρέλης. | Η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης με ενισχυμένη δαρουναβίρη δεν συνιστάται.Συνιστάται η χρήση άλλων αντιαιμοπεταλιακών που δεν επηρεάζονται από τηναναστολή ή την επαγωγή του CYP (π.χ. πρασουγρέλη). |
| Βαρφαρίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Οι συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης μπορεί να επηρεαστούν όταν συγχορηγείται με ενισχυμένη δαρουναβίρη. | Συνιστάται παρακολούθηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR) όταν η βαρφαρίνη συνδυάζεται μεενισχυμένη δαρουναβίρη. |
| ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Φαινοβαρβιτάλη Φαινυτοΐνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η φαινοβαρβιτάλη και η φαινυτοΐνη αναμένεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και του φαρμακοενισχυτή της στο πλάσμα.(επαγωγή των ενζύμων CYP450) | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αυτά τα φάρμακα.Η χρήση αυτών των φαρμάκων με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο4.3). |
| Καρβαμαζεπίνη200 mg δύο φορές ημερησίως | καρβαμαζεπίνη AUC ↑ 45% καρβαμαζεπίνη Cmin ↑ 54% καρβαμαζεπίνη Cmax ↑ 43% δαρουναβίρη AUC ↔ δαρουναβίρη Cmin ↓ 15% δαρουναβίρη Cmax ↔ | Δεν συνιστάται ρύθμιση της δόσης για το συνδυασμό δαρουναβίρης/ριτοναβίρης. Εάν χρειαστεί να συνδυαστούν οι δαρουναβίρη/ριτοναβίρη με καρβαμαζεπίνη, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την καρβαμαζεπίνη. Οι συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης πρέπει να παρακολουθούνται και η δόση της πρέπει να τιτλοποιείται για την επίτευξη επαρκούς ανταπόκρισης. Με βάση τα ευρήματα, ίσως χρειαστεί μείωση της δόσης της καρβαμαζεπίνης κατά 25% έως 50% παρουσία του συνδυασμού δαρουναβίρης/ριτοναβίρης.Η χρήση καρβαμαζεπίνης με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Κλοναζεπάμη | Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με κλοναζεπάμη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κλοναζεπάμης.(αναστολή του CYP3A) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με κλοναζεπάμη. |
| ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ | ||
| Παροξετίνη20 mg μία φορά ημερησίως | παροξετίνη AUC ↓ 39%παροξετίνη Cmin ↓ 37% παροξετίνη Cmax ↓ 36% | Εάν τα αντικαταθλιπτικάσυγχορηγούνται με ενισχυμένη δαρουναβίρη, η συνιστώμενη |
| Σερτραλίνη50 mg μία φορά ημερησίωςΑμιτριπτιλίνη Δεσιπραμίνη Ιμιπραμίνη Νορτριπτιλίνη Τραζοδόνη | #δαρουναβίρη AUC ↔ #δαρουναβίρη Cmin ↔ #δαρουναβίρη Cmax ↔ σερτραλίνη AUC ↓ 49% σερτραλίνη Cmin ↓ 49% σερτραλίνη Cmax ↓ 44% #δαρουναβίρη AUC ↔ #δαρουναβίρη Cmin ↓ 6% #δαρουναβίρη Cmax ↔Σε αντίθεση με αυτά τα δεδομένα με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, οι δαρουναβίρη/κομπισιστάτη ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις αυτών των αντικαταθλιπτικών στο πλάσμα (αναστολή του CYP2D6 και/ή του CYP3A).Η ταυτόχρονη χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης και αυτών των αντικαταθλιπτικών ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αντικαταθλιπτικού.(αναστολή του CYP2D6 και/ή του CYP3A) | προσέγγιση είναι τιτλοποίηση της δόσης του αντικαταθλιπτικού βάσει της κλινικής αξιολόγησης της ανταπόκρισης στο αντικαταθλιπτικό.Επιπλέον, οι ασθενείς που λαμβάνουν σταθερή δόση αυτών των αντικαταθλιπτικών και ξεκινούν θεραπεία με ενισχυμένη δαρουναβίρη, πρέπει να παρακολουθούνται για ανταπόκριση στο αντικαταθλιπτικό.Συνιστάται κλινική παρακολούθηση όταν συγχορηγείται ενισχυμένη δαρουναβίρη με αυτά τα αντικαταθλιπτικά και ενδέχεται να χρειαστεί ρύθμιση της δόσης του αντικαταθλιπτικού. |
| ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ | ||
| Μετφορμίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της μετφορμίνης στο πλάσμα.(αναστολή του ΜΑΤΕ1) | Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση του ασθενή και ρύθμιση της δόσης της μετφορμίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη.(δεν ισχύει για δαρουναβίρη συγχορηγούμενη μεριτοναβίρη). |
| ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ | ||
| Δομπεριδόνη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση δομπεριδόνηςμε ενισχυμένη δαρουναβίρη αντενδείκνυται. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ | ||
| Βορικοναζόλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ριτοναβίρη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης στο πλάσμα.(επαγωγή των ενζύμων CYP450)Οι συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης ενδέχεται να αυξηθούν ή να μειωθούν όταν συγχορηγείται με δαρουναβίρησυγχορηγούμενη με κομπισιστάτη. (αναστολή των ενζύμων CYP450) | Η βορικοναζόλη δεν πρέπει να συνδυάζεται με ενισχυμένη δαρουναβίρη εκτός εάν η αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση της βορικοναζόλης. |
| Φλουκοναζόλη Ισαβουκοναζόλη Ιτρακοναζόλη ΠοσακοναζόληΚλοτριμαζόλη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αντιμυκητιασικών στο πλάσμα και η ποσακοναζόλη, η ισαβουκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη ή η φλουκοναζόλη ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης. (αναστολή του CYP3A και/ή της P-gp)Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονησυστηματική χρήση της κλοτριμαζόλης και της ενισχυμένης δαρουναβίρης | Πρέπει να δίνεται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.Όταν απαιτείται συγχορήγηση, η ημερήσια δόση της ιτρακοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg. |
| μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κλοτριμαζόλης στο πλάσμα.δαρουναβίρη AUC24h ↑ 33% (βάσει φαρμακοκινητικού μοντέλουπληθυσμού) | ||
| ΦΑΡΜΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ | ||
| Κολχικίνηe | Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση κολχικίνης και ενισχυμένης δαρουναβίρης μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην κολχικίνη.(αναστολή του CYP3A και/ή της P-gp) | Εάν απαιτείται θεραπεία με ενισχυμένη δαρουναβίρη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική ή ηπατική λειτουργία, συνιστάται μείωση της δοσολογίας της κολχικίνης ή διακοπή της θεραπείας με κολχικίνη. Για ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία η κολχικίνη με ενισχυμένη δαρουναβίρηαντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). |
| ΦΑΡΜΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΟΝΟΣΙΑ | ||
| Αρτεμεθέρη/Λουμεφαντρίνη 80/480 mg, 6 δόσεις τις ώρες 0, 8, 24, 36, 48, και 60 | αρτεμεθέρη AUC ↓ 16% αρτεμεθέρη Cmin ↔ αρτεμεθέρη Cmax ↓ 18%διϋδροαρτεμισινίνη AUC ↓ 18% διϋδροαρτεμισινίνη Cmin ↔ διϋδροαρτεμισινίνη Cmax ↓ 18% λουμεφαντρίνη AUC ↑ 175% λουμεφαντρίνη Cmin ↑ 126% λουμεφαντρίνη Cmax ↑ 65% δαρουναβίρη AUC ↔δαρουναβίρη Cmin ↓ 13% δαρουναβίρη Cmax ↔ | Ο συνδυασμός ενισχυμένης δαρουναβίρης και αρτεμεθέρης/λουμεφαντρίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς ρυθμίσεις στη δόση, ωστόσο, λόγω αύξησης της έκθεσης σε λουμεφαντρίνη, ο συνδυασμός πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΟΒΑΚΤΗΡΙΑΚΑ | ||
| Ριφαμπικίνη Ριφαπεντίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ριφαπεντίνη και η ριφαμπικίνη είναι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A και έχει δειχθεί ότι προκαλούν σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις άλλων αναστολέων πρωτεάσης, γεγονός το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη αντοχής (επαγωγή του ενζύμου CYP450). Κατά τη διάρκεια προσπαθειών να αντιμετωπιστεί η μειωμένη έκθεση με αύξηση της δόσης άλλων αναστολέων πρωτεάσης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, παρατηρήθηκε υψηλή συχνότηταηπατικών αντιδράσεων με ριφαμπικίνη. | Ο συνδυασμός ριφαπεντίνης και ενισχυμένης δαρουναβίρης δεν συνιστάται.Ο συνδυασμός ριφαμπικίνης και ενισχυμένης δαρουναβίρης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Ριφαμπουτίνη150 mg μία φορά κάθε δεύτερη ημέρα | ριφαμπουτίνη AUC** ↑ 55% ριφαμπουτίνη Cmin** ↑ ΜΠ ριφαμπουτίνη Cmax** ↔ δαρουναβίρη AUC ↑ 53% δαρουναβίρη Cmin ↑ 68% δαρουναβίρη Cmax ↑ 39%** σύνολο ενεργών τμημάτων ριφαμπουτίνης (μητρικό φάρμακο + 25- O-δεσακέτυλο μεταβολίτης)Η μελέτη αλληλεπίδρασης έδειξεσυγκρίσιμη ημερήσια συστηματική έκθεση για τη ριφαμπουτίνη μεταξύ της | Σε ασθενείς που λαμβάνουν το συνδυασμό με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη πρέπει να ακολουθείται μείωση της δοσολογίας της ριφαμπουτίνης κατά 75% της συνήθους δόσης των 300 mg/ημέρα (δηλ. ριφαμπουτίνη 150 mg μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα) και απαιτείται αυξημένη παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών πουσχετίζονται με τη |
| θεραπείας με 300 mg μια φορά ημερησίως ως μονοθεραπεία και με 150 mg μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές ημερησίως) με περίπου 10 φορές αύξηση στην ημερήσια έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη 25-Ο- δεσακετυλριφαμπουτίνη. Επιπρόσθετα, η AUC του συνόλου των ενεργών τμημάτων της ριφαμπουτίνης (μητρικό φάρμακο + 25-Ο-δεσακέτυλο μεταβολίτης) ήταν αυξημένη κατά 1,6 φορές, ενώ η Cmax παρέμεινε συγκρίσιμη. Δεν υπάρχουν δεδομένα σύγκρισης με τη δόση αναφοράς των 150 mg μια φορά ημερησίως.(Η ριφαμπουτίνη είναι επαγωγέας και υπόστρωμα του CYP3A.) Αύξηση της συστηματικής έκθεσης σε δαρουναβίρη παρατηρήθηκε όταν η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με 100 mg ριτοναβίρης συγχορηγήθηκε με ριφαμπουτίνη (150 mg μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα). | ριφαμπουτίνη. Σε περίπτωση ζητημάτων ασφάλειας, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης των διαστημάτων δοσολογίας της ριφαμπουτίνης και/ή παρακολούθησης των επιπέδων ριφαμπουτίνης.Πρέπει να δίνεται προσοχή στην επίσημη οδηγία για την κατάλληλη θεραπεία της φυματίωσης σε ασθενείς με λοίμωξη HIV.Βάσει του προφίλ ασφάλειας του συνδυασμού δαρουναβίρης/ριτοναβίρης, η αύξηση της έκθεσης σε δαρουναβίρη παρουσία ριφαμπουτίνης δεν απαιτεί ρύθμιση της δόσης για το συνδυασμό δαρουναβίρης/ριτοναβίρης. Με βάση τη φαρμακοκινητική μοντελοποίηση, αυτή η μείωση της δοσολογίας κατά 75% ισχύει επίσης εάν οι ασθενείς λαμβάνουν ριφαμπουτίνη σε δόσεις διαφορετικές των 300 mg/ημέρα.Η συγχορήγηση δαρουναβίρης συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη καιριφαμπουτίνης δεν συνιστάται. | |
| ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ | ||
| Δασατινίμπη Νιλοτινίμπη Βινβλαστίνη ΒινκριστίνηΕβερόλιμους Ιρινοτεκάνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντινεοπλασματικών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A) | Οι συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να αυξηθούν όταν συγχορηγούνται με ενισχυμένη δαρουναβίρη έχοντας ως αποτέλεσμα το ενδεχόμενο αυξημένων ανεπιθύμητων συμβάντων, τα οποία συσχετίζονται συνήθως με αυτούς τους παράγοντες.Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τον συνδυασμό ενός εξ αυτών των αντινεοπλασματικών παραγόντων με ενισχυμένη δαρουναβίρη.Η ταυτόχρονη χρήση εβερόλιμους ή ιρινοτεκάνης με ενισχυμένη δαρουναβίρη δεν συνιστάται. |
| ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΑ/ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Κουετιαπίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιψυχωτικών φαρμάκων στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3Α) | Η ταυτόχρονη χορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης και κουετιαπίνης αντενδείκνυται καθώς μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα που σχετίζεται μετην κουετιαπίνη. |
| Αυξημένες συγκεντρώσεις κουετιαπίνης μπορεί να οδηγήσουν σε κώμα (βλ.παράγραφο 4.3). | ||
| Περφεναζίνη Pισπεριδόνη ΘειοριδαζίνηΛουρασιδόνη Πιμοζίδη Σερτινδόλη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιψυχωτικών φαρμάκων στο πλάσμα. (αναστολή των CYP3A, CYP2D6 και/ή της P-gp) | Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης αυτών των φαρμάκων όταν συγχορηγούνται με ενισχυμένη δαρουναβίρη.Η ταυτόχρονη χορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης και λουρασιδόνης, πιμοζίδης ή σερτινδόλης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ | ||
| Καρβεδιλόλη Μετοπρολόλη Τιμολόλη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των β- αποκλειστών στο πλάσμα.(αναστολή του CYP2D6) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης μεβ-αποκλειστές. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενοχορήγησης χαμηλότερης δόσης β-αποκλειστών. |
| ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ | ||
| Αμλοδιπίνη Διλτιαζέμη Φελοδιπίνη Νικαρδιπίνη Νιφεδιπίνη Βεραπαμίλη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ενισχυμένη δαρουναβίρη μπορεί να αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A και/ή τουCYP2D6) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση της θεραπευτικής δράσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα με ενισχυμένηδαρουναβίρη. |
| ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ | ||
| Κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (περιλαμβανομένων βηταμεθαζόνης, βουδεσονίδης, φλουτικαζόνης, μομεταζόνης, πρεδνιζόνης, τριαμσινολόνης) | Φλουτικαζόνη: σε μια κλινική μελέτη όπου καψάκια ριτοναβίρης 100 mg, χορηγούμενα δύο φορές ημερησίως, συγχορηγήθηκαν με 50 μg ενδορρινικής προπιονικής φλουτικαζόνης (4 φορές ημερησίως) για 7 ημέρες σε υγιή άτομα, οι συγκεντρώσεις της προπιονικής φλουτικαζόνης στο πλάσμα αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ τα επίπεδα της ενδογενούς κορτιζόλης μειώθηκαν περίπου κατά 86% (90% CI 82-89%). Μεγαλύτερες επιδράσεις μπορεί να είναι αναμενόμενες όταν η φλουτικαζόνη εισπνέεται. Συστηματικές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν ριτοναβίρη και εισπνεόμενη ή ενδορρινικώς χορηγούμενη φλουτικαζόνη. Οι επιδράσεις της υψηλής συστηματικής έκθεσης σε φλουτικαζόνη στα επίπεδα ριτοναβίρης στο πλάσμα δεν είναι γνωστές.Άλλα κορτικοστεροειδή: ηαλληλεπίδραση δεν έχει μελετηθεί. Οι συγκεντρώσεις αυτών των | Η ταυτόχρονη χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης και κορτικοστεροειδών (όλες οι οδοί χορήγησης) που μεταβολίζονται από το CYP3A ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης συστηματικών επιδράσεων των κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων.Η συγχορήγηση με κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται από το CYP3A δεν συνιστάται, εκτός εάν το πιθανό όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου, και στην περίπτωση αυτή οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών.Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσηςεναλλακτικών κορτικοστεροειδών που |
| φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν όταν συγχορηγούνται με ενισχυμένη δαρουναβίρη, έχοντας ως αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις κορτιζόληςστον ορό. | εξαρτώνται λιγότερο από το CYP3A μεταβολισμό π.χ. βεκλομεθαζόνη, ιδίως για μακροχρόνια χρήση. | |
| Δεξαμεθαζόνη (συστηματική) | Δεν έχει μελετηθεί. Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP3A) | Η συστηματική δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται μεενισχυμένη δαρουναβίρη. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΝΗΣ | ||
| Μποσεντάνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση μποζεντάνης και ενισχυμένης δαρουναβίρης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της μποσεντάνης στο πλάσμα.Η μποσεντάνη αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή του φαρμακοενισχυτή της στο πλάσμα. (επαγωγή του CYP3A) | Όταν χορηγείται ταυτόχρονα με δαρουναβίρη και χαμηλή δόση ριτοναβίρης, πρέπει να παρακολουθείται η ανεκτικότητα του ασθενή στη μποσεντάνη.Η συγχορήγηση δαρουναβίρης συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη και μποσεντάνης δεν συνιστάται. |
| ΑΝΤΙΪΙΚΑ ΑΜΕΣΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟ ΤΗΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ C (HCV) | ||
| Αναστολείς πρωτεάσης NS3-4A | ||
| Ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση σε γκραζοπρεβίρη. (Αναστολή του CYP3A και του OATP1B) | Η ταυτόχρονη χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης και ελμπασβίρης/γκραζοπρεβίρης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο4.3). |
| Γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρ η | Bάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση σε γκλεκαπρεβίρη και πιμπρεντασβίρη.(αναστολή των P-gp, BCRP και/ή τουOATP1B1/3) | Δεν συνιστάται η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρ η. |
| ΦΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ | ||
| Υπερικό/Βαλσαμόχορτο(Hypericum perforatum) | Δεν έχει μελετηθεί. Το υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum) αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης ή του φαρμακοενισχυτή της στο πλάσμα. (επαγωγή του CYP450) | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με προϊόντα που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum) (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν ένας ασθενής λαμβάνει ήδη υπερικό/βαλσαμόχορτο, διακόψτε το υπερικό/βαλσαμόχορτο και εάν είναι δυνατό ελέγξτε τα ιικά επίπεδα. Η έκθεση σε δαρουναβίρη (και επίσης η έκθεση σε ριτοναβίρη) μπορεί να αυξηθεί με τη διακοπή του υπερικού/βαλσαμόχορτου.Η επαγωγική δράση μπορεί ναεπιμένει για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την παύση της θεραπείας με υπερικό/βαλσαμόχορτο. |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ HMG CΟ-A ΑΝΑΓΩΓΑΣΗΣ | ||
| Λοβαστατίνη Σιμβαστατίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η λοβαστατίνη και η σιμβαστατίνη αναμένεται να έχουν σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεών | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις λοβαστατίνης ή σιμβαστατίνης στο πλάσμα μπορεί ναπροκαλέσουν μυοπάθεια, |
| τους στο πλάσμα όταν συγχορηγούνται με ενισχυμένη δαρουναβίρη. (αναστολή του CYP3A) | συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης. Για το λόγο αυτό, αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης με λοβαστατίνη και σιμβαστατίνη (βλ.παράγραφο 4.3). | |
| Ατορβαστατίνη10 mg μία φορά ημερησίως | ατορβαστατίνη AUC ↑ 3-4 φορές ατορβαστατίνη Cmin ↑ ≈ 5,5-10 φορές ατορβαστατίνη Cmax ↑ ≈2 φορές#δαρουναβίρη/ριτοναβίρηατορβαστατίνη AUC ↑ 290% Ω ατορβαστατίνη Cmax ↑ 319% Ω ατορβαστατίνη Cmin ND ΩΩ με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg | Όταν είναι επιθυμητή η χορήγηση ατορβαστατίνης και ενισχυμένης δαρουναβίρης, συνιστάται έναρξη με δόση ατορβαστατίνης 10 mg μία φορά ημερησίως. Σταδιακή αύξηση της δόσης της ατορβαστατίνης μπορεί να διαμορφωθεί ανάλογα με τηνκλινική ανταπόκριση. |
| Πραβαστατίνη40 mg εφάπαξ δόση | πραβαστατίνη AUC ↑ 81%¶ πραβαστατίνη Cmin ΜΠ πραβαστατίνη Cmax ↑ 63%¶παρατηρήθηκε έως και 5 φορές αύξηση σε μια περιορισμένη υποομάδα ατόμων | Όταν απαιτείται χορήγηση πραβαστατίνης και ενισχυμένης δαρουναβίρης, συνιστάται έναρξη με τη χαμηλότερη δυνατή δόση πραβαστατίνης και τιτλοποίηση μέχρι το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα, ενώ ταυτόχροναπαρακολουθείται η ασφάλεια. |
| Ροσουβαστατίνη10 mg μία φορά ημερησίως | ροσουβαστατίνη AUC ↑ 48%║ροσουβαστατίνη Cmax ↑ 144%║║ με βάση δημοσιευμένα δεδομένα μεδαρουναβίρη/ριτοναβίρηροσουβαστατίνη AUC ↑ 93%§ ροσουβαστατίνη Cmax ↑ 277%§ ροσουβαστατίνη Cmin ND§§ με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg | Όταν απαιτείται χορήγηση ροσουβαστατίνης και ενισχυμένης δαρουναβίρης, συνιστάται έναρξη με τη χαμηλότερη δυνατή δόση ροσουβαστατίνης και τιτλοποίηση μέχρι το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα, ενώ ταυτόχροναπαρακολουθείται η ασφάλεια. |
| ΑΛΛΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΙΠΙΔΙΩΝ | ||
| Λομιταπίδη | Bάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει την έκθεση στη λομιταπίδη κατά τη συγχορήγησή τους.(αναστολή του CYP3A) | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΩΝ Η2-ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | ||
| Ρανιτιδίνη150 mg δύο φορές ημερησίως | #δαρουναβίρη AUC ↔ #δαρουναβίρη Cmin ↔ #δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη μπορεί να συγχορηγηθεί με ανταγωνιστές των Η2-υποδοχέων χωρίς ρυθμίσεις της δόσης. |
| ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ | ||
| Κυκλοσπορίνη Σιρόλιμους ΤακρόλιμουςΕβερόλιμους | Δεν έχουν μελετηθεί. Η έκθεση σε αυτά τα ανοσοκατασταλτικά θα αυξηθεί όταν συγχορηγούνται με ενισχυμένη δαρουναβίρη.(αναστολή του CYP3A) | Πρέπει να παρακολουθείται η θεραπευτική συγκέντρωση του ανοσοκατασταλτικού παράγοντα όταν λαμβάνει χώρα συγχορήγηση.Η ταυτόχρονη χρήση εβερόλιμους και ενισχυμένης δαρουναβίρης δεν συνιστάται. |
| ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΟΙ ΒΗΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ | ||
| Σαλμετερόλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση σαλμετερόλης και ενισχυμένηςδαρουναβίρης μπορεί να αυξήσει τις | Η ταυτόχρονη χρήση σαλμετερόλης και ενισχυμένηςδαρουναβίρης δεν συνιστάται. |
| συγκεντρώσεις της σαλμετερόλης στο πλάσμα. | Ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών με τη σαλμετερόλη, συμπεριλαμβανομένων παράτασης του διαστήματος QT, αισθήματος παλμών καιφλεβοκομβικής ταχυκαρδίας. | |
| ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ/ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΣΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ | ||
| Μεθαδόνηη εξατομικευμένη δόση κυμαίνεται από 55 mg έως 150 mg μία φορά ημερησίως | R(-) μεθαδόνη AUC ↓ 16% R(-) μεθαδόνη Cmin ↓ 15% R(-) μεθαδόνη Cmax ↓ 24%Αντιθέτως, οι δαρουναβίρη/κομπισιστάτη ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της μεθαδόνης στο πλάσμα (βλ. ΠΧΠ της κομπισιστάτης). | Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας της μεθαδόνης κατά την έναρξη της συγχορήγησης με ενισχυμένη δαρουναβίρη. Ωστόσο, μπορεί να απαιτείται ρύθμιση της δόσης της μεθαδόνης όταν συγχορηγείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, συνιστάται κλινική παρακολούθηση, καθώς η θεραπεία συντήρησης μπορείνα χρειαστεί να προσαρμοστεί σε μερικούς ασθενείς. |
| Βουπρενορφίνη/ναλοξόνη 8/2 mg–16/4 mg μία φορά ημερησίως | βουπρενορφίνη AUC ↓ 11% βουπρενορφίνη Cmin ↔ βουπρενορφίνη Cmax ↓ 8%νορ- βουπρενορφίνη AUC ↑ 46% νορ- βουπρενορφίνη Cmin ↑ 71% νορ- βουπρενορφίνη Cmax ↑ 36% ναλοξόνη AUC ↔ναλοξόνη Cmin ΜΠ ναλοξόνη Cmax ↔ | Η κλινική σημασία της αύξησης των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της νορβουπρενορφίνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Ενδεχομένως να μην απαιτείται ρύθμιση της δόσης της βουπρενορφίνης όταν συγχορηγείται με ενισχυμένη δαρουναβίρη αλλά συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση για σημείατοξικότητας από οπιούχα. |
| Φαιντανύλη Οξυκωδόνη Τραμαδόλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αναλγητικών στο πλάσμα.(αναστολή του CYP2D6 και/ή τουCYP3A) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση της ενισχυμένης δαρουναβίρης με αυτά τα αναλγητικά |
| ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ | ||
| Δροσπιρενόνη Αιθινυλοιστραδιόλη(3 mg/0,02 mg μία φορά ημερησίως)Αιθινυλοιστραδιόλη Νορεθινδρόνη35 μg/1 mg μία φορά ημερησίως | δροσπιρενόνη AUC ↑ 58%€ δροσπιρενόνη Cmin ND€ δροσπιρενόνη Cmax ↑ 15%€ αιθινυλοιστραδιόλη AUC ↓ 30%€ αιθινυλοιστραδιόλη Cmin ND€ αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↓ 14%€€ με δαρουναβίρη/κομπισιστάτηαιθινυλοιστραδιόλη AUC ↓ 44% β αιθινυλοιστραδιόλη Cmin ↓ 62% β αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↓ 32% β νορεθινδρόνη AUC ↓ 14% β νορεθινδρόνη Cmin ↓ 30% β νορεθινδρόνη Cmax ↔ ββ με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | Όταν η δαρουναβίρη συγχορηγείται με προϊόν που περιέχει δροσπιρενόνη, συνιστάται κλινική παρακολούθηση λόγω δυνητικής εμφάνισης υπερκαλιαιμίας.Συνιστώνται εναλλακτικά ή πρόσθετα μέτρα αντισύλληψης όταν αντισυλληπτικά με βάση τα οιστρογόνα συγχορηγούνται με ενισχυμένη δαρουναβίρη. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν οιστρογόνα ως θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης πρέπει να παρακολουθούνταικλινικά για σημεία ανεπάρκειας οιστρογόνων. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ | ||
| Ναλοξεγκόλη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης καιναλοξεγκόλης αντενδείκνυται. |
| ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΥΠΟΥ 5 (PDE-5) | ||
| Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίαςΑβαναφίλη Σιλδεναφίλη Ταδαλαφίλη Βαρδεναφίλη | Σε μία μελέτη αλληλεπιδράσεων#, παρατηρήθηκε συγκρίσιμη συστηματική έκθεση στη σιλδεναφίλη με χορήγηση εφάπαξ δόσης σιλδεναφίλης 100 mg ως μονοθεραπεία και χορήγηση εφάπαξ δόσης 25 mg σιλδεναφίλης σε συγχορήγηση με δαρουναβίρη και χαμηλή δόση ριτοναβίρης. | Ο συνδυασμός αβαναφίλης και ενισχυμένης δαρουναβίρης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).Η ταυτόχρονη χρήση άλλων αναστολέων PDE-5 για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας με ενισχυμένη δαρουναβίρη θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν ενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης με σιλδεναφίλη, βαρδεναφίλη ή ταδαλαφίλη, συνιστάται η εφάπαξ δόση της σιλδεναφίλης να μην υπερβαίνει τα 25 mg σε 48 ώρες, η εφάπαξ δόση της βαρδεναφίλης να μην υπερβαίνει τα 2,5 mg σε 72 ώρες ή η εφάπαξ δόση της ταδαλαφίλης να μην υπερβαίνει τα 10 mg σε 72 ώρες. |
| Για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασηςΣιλδεναφίλη Ταδαλαφίλη | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση σιλδεναφίλης ή ταδαλαφίλης για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης και ενισχυμένης δαρουναβίρης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σιλδεναφίλης ή της ταδαλαφίλης στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφαλής και αποτελεσματική δόση της σιλδεναφίλης για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης σε συγχορήγηση με ενισχυμένη δαρουναβίρη. Υπάρχει αυξημένη πιθανότητα για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη σιλδεναφίλη (συμπεριλαμβανομένων οπτικών διαταραχών, υπότασης, παρατεταμένης στύσης και συγκοπής).Συνεπώς, αντενδείκνυται ησυγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης και σιλδεναφίλης όταν αυτή χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (βλ. παράγραφο 4.3).Δεν συνιστάται η συγχορήγηση ταδαλαφίλης για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης με ενισχυμένη δαρουναβίρη. |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΠΡΩΤΟΝΙΩΝ | ||
| Ομεπραζόλη20 mg μία φορά ημερησίως | # δαρουναβίρη AUC ↔ #δαρουναβίρη Cmin ↔ #δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη μπορεί να συγχορηγηθεί μεαναστολείς αντλίας πρωτονίων χωρίς ρυθμίσεις της δόσης. |
| ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ/ΥΠΝΩΤΙΚΑ | ||
| Βουσπιρόνη Κλοραζεπάτη Διαζεπάμη Εσταζολάμη ΦλουραζεπάμηΜιδαζολάμη (παρεντερικά) ΖολπιδέμηΜιδαζολάμη (από στόματος) Τριαζολάμη | Δεν έχουν μελετηθεί. Τα κατασταλτικά/υπνωτικά μεταβολίζονται εκτεταμένα από το CYP3A.Η συγχορήγηση με ενισχυμένη δαρουναβίρη μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση αυτών των φαρμάκων.Εάν η παρεντερική μιδαζολάμη συγχορηγείται με ενισχυμένη δαρουναβίρη μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση αυτής της βενζοδιαζεπίνης. Δεδομένα από ταυτόχρονη χρήση παρεντερικής μιδαζολάμης με άλλους αναστολείς πρωτεάσης υποδηλώνουν πιθανή αύξηση κατά 3-4 φορές των επιπέδων μιδαζολάμης στο πλάσμα. | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με αυτά τα κατασταλτικά/υπνωτικά και πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης των κατασταλτικών/υπνωτικών.Εάν η παρεντερική μιδαζολάμη συγχορηγείται με ενισχυμένη δαρουναβίρη, αυτό θα πρέπει να πραγματοποιείται σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) ή σε παρόμοιο περιβάλλον, το οποίο διασφαλίζει στενή κλινική παρακολούθηση και κατάλληλο ιατρικό χειρισμό σε περίπτωση αναπνευστικής καταστολής και/ή παρατεταμένης καταστολής.Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ρύθμισης της δόσης της μιδαζολάμης, ειδικά όταν χορηγούνται περισσότερες από μία εφάπαξ δόσεις μιδαζολάμης.Ενισχυμένη δαρουναβίρη με τριαζολάμη ή από στόματος μιδαζολάμη αντενδείκνυται(βλ. παράγραφο 4.3). |
| ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΡΗ ΕΚΣΠΕΡΜΑΤΙΣΗ | ||
| Δαποξετίνη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με δαποξετίνηαντενδείκνυται. |
| ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ | ||
| Φεσοτεροδίνη Σολιφενασίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. | Χρήση με προσοχή. Παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών της φεσοτεροδίνης ή της σολιφενασίνης, ενδεχομένως να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης της φεσοτεροδίνης ήτης σολιφενασίνης. |
# Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με δόσεις δαρουναβίρης χαμηλότερες από τη συνιστώμενη ή με διαφορετικό δοσολογικό σχήμα (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία).
† Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της χρήσης της δαρουναβίρης με 100 mg ριτοναβίρης και οποιουδήποτε άλλου HIV PI (π.χ. (φως)αμπρεναβίρη και τιπραναβίρη) δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με HIV. Σύμφωνα με τις ισχύουσες θεραπευτικές κατευθυντήριες γραμμές, γενικώς δεν συνιστάται διπλή θεραπεία με αναστολείς πρωτεάσης.
‡ Η μελέτη πραγματοποιήθηκε με φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη 300 mg μία φορά ημερησίως.
Κύηση
Ως γενικός κανόνας, όταν λαμβάνεται η απόφαση να χρησιμοποιηθούν αντιρετροϊκοί παράγοντες για την αντιμετώπιση της λοίμωξης HIV σε έγκυες γυναίκες και κατά συνέπεια για να μειωθεί ο κίνδυνος κάθετης μετάδοσης του HIV στο νεογνό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από ζώα καθώς και η κλινική εμπειρία σε έγκυες γυναίκες.
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για την έκβαση της κύησης με δαρουναβίρη σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην κύηση, στην εμβρυονική/εμβρυϊκή ανάπτυξη, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3).
Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.
Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παράγραφο 5.2), η οποία ενδέχεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης του HIV στο παιδί. Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης, και οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η δαρουναβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους κατέδειξαν ότι η δαρουναβίρη απεκκρίνεται στο γάλα και σε υψηλά επίπεδα (1.000 mg/kg/ημέρα) οδήγησε σε τοξικότητα στους απογόνους.
Εξαιτίας της ενδεχόμενης εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη, πρέπει να γίνεται σύσταση στις μητέρες να μην θηλάζουν, εάν λαμβάνουν Darunavir Krka.
Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με την επίδραση της δαρουναβίρης στη γονιμότητα. Δεν υπήρξε επίδραση στο ζευγάρωμα ή στη γονιμότητα αρουραίων με θεραπεία δαρουναβίρης (βλ. παράγραφο 5.3).
Η δαρουναβίρη σε συνδυασμό με κομπισιστάτη ή ριτοναβίρη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, έχει αναφερθεί ζάλη σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σχήματα που περιέχουν δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης και αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της ικανότητας του ασθενή για οδήγηση και χειρισμό μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.8).
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης (N=2.613 ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία οι οποίοι ξεκίνησαν θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως), το 51,3% των ατόμων εμφάνισε τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη ενέργεια.
Η συνολική μέση διάρκεια θεραπείας των ατόμων ήταν 95,3 εβδομάδες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες αλλά και ως αυθόρμητες αναφορές είναι διάρροια, ναυτία, εξάνθημα, κεφαλαλγία και έμετος. Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι οξεία νεφρική ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού, θρομβοπενία, οστεονέκρωση, διάρροια, ηπατίτιδα και πυρεξία.
Στην ανάλυση 96 εβδομάδων, το προφίλ ασφάλειας των δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά ημερησίως σε ασθενείς που λάμβαναν πρώτη φορά θεραπεία ήταν παρόμοιο με το προφίλ που
παρατηρήθηκε με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, εκτός από τη ναυτία που παρατηρήθηκε πιο συχνά σε ασθενείς που λάμβαναν πρώτη φορά θεραπεία. Αυτή ήταν κυρίως ναυτία ήπιας έντασης. Δεν εντοπίστηκαν νέα ευρήματα ασφαλείας στην ανάλυση 192 εβδομάδων σε ασθενείς που λάμβαναν πρώτη φορά θεραπεία, στους οποίους η μέση διάρκεια θεραπείας με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως ήταν 162,5 εβδομάδες.
Κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών GS-US-216-130 Φάσης ΙΙΙ με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη (N=313 άτομα που λάμβαναν πρώτη φορά θεραπεία και άτομα με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία), το 66,5% των ατόμων εμφάνισε τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη ενέργεια. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν οι 58,4 εβδομάδες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ήταν διάρροια (28%), ναυτία (23%) και εξάνθημα (16%). Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σακχαρώδης διαβήτης, υπερευαισθησία (σε φάρμακο), φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού, εξάνθημα και έμετος.
Για πληροφορίες σχετικά με την κομπισιστάτη, συμβουλευτείτε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κομπισιστάτης.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα εμφάνισης. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2. Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία| Κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRAΚατηγορία συχνότητας | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| όχι συχνές | έρπης απλός |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| όχι συχνές σπάνιες | θρομβοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία, λευκοπενία |
| αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| όχι συχνές | φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού, υπερευαισθησία (σε φάρμακο) |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| όχι συχνές | υποθυρεοειδισμός, αυξημένη θυρεοειδοτρόποςορμόνη αίματος |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| συχνέςόχι συχνές | σακχαρώδης διαβήτης, υπερτριγλυκεριδαιμία,υπερχοληστερολαιμία, υπερλιπιδαιμία |
| ουρική αρθρίτιδα, ανορεξία, μειωμένη όρεξη, μειωμένο σωματικό βάρος, αυξημένο σωματικό βάρος, υπεργλυκαιμία, αντοχή στην ινσουλίνη, μειωμένη υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη, αυξημένη όρεξη, πολυδιψία, αυξημένη γαλακτικήαφυδρογονάση αίματος | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| συχνέςόχι συχνέςσπάνιες | αϋπνία |
| κατάθλιψη, αποπροσανατολισμός, άγχος, διαταραχή ύπνου, μη φυσιολογικά όνειρα, εφιάλτες, μειωμένηγενετήσια ορμή | |
| συγχυτική κατάσταση, μεταβολή διάθεσης, ανησυχία | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| συχνές | κεφαλαλγία, περιφερική νευροπάθεια, ζάλη |
| όχι συχνέςσπάνιες | λήθαργος, παραισθησία, υπαισθησία, δυσγευσία, διαταραχή στην προσοχή, επηρεασμένη μνήμη,υπνηλία |
| συγκοπή, σπασμοί, αγευσία, διαταραχή του ρυθμούτου ύπνου | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| όχι συχνέςσπάνιες | υπεραιμία του επιπεφυκότα, ξηροφθαλμία |
| οπτική διαταραχή | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| όχι συχνές | ίλιγγος |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| όχι συχνές σπάνιες | έμφραγμα του μυοκαρδίου, στηθάγχη, παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα,ταχυκαρδία |
| οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, φλεβοκομβικήβραδυκαρδία, αίσθημα παλμών | |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| όχι συχνές | υπέρταση, έξαψη |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| όχι συχνέςσπάνιες | δύσπνοια, βήχας, επίσταξη, ερεθισμός του λαιμού |
| ρινόρροια | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| πολύ συχνές συχνέςόχι συχνέςσπάνιες | διάρροια |
| έμετος, ναυτία, κοιλιακό άλγος, αυξημένη αμυλάσηαίματος, δυσπεψία, διάταση της κοιλίας, μετεωρισμός | |
| παγκρεατίτιδα, γαστρίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, αφθώδης στοματίτιδα, ακούσια προσπάθεια για έμετο, ξηροστομία, κοιλιακή δυσφορία, δυσκοιλιότητα, αυξημένη λιπάση, ερυγή,στοματική δυσαισθησία | |
| στοματίτιδα, αιματέμεση, χειλίτιδα, ξηρά χείλη,επίχριστη γλώσσα | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| συχνέςόχι συχνές | αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανανίνης |
| ηπατίτιδα, κυτταρολυτική ηπατίτιδα, ηπατική στεάτωση, ηπατομεγαλία, αυξημένη τρανσαμινάση, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη χολερυθρίνη αίματος, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| συχνέςόχι συχνέςσπάνιεςμη γνωστές | εξάνθημα (που περιλαμβάνει κηλιδώδες,κηλιδοβλατιδώδες, βλατιδώδες, ερυθηματώδες και κνησμώδες εξάνθημα), κνησμός |
| αγγειοοίδημα, γενικευμένο εξάνθημα, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, έκζεμα, ερύθημα, υπερίδρωση, νυκτερινοί ιδρώτες, αλωπεκία, ακμή, ξηροδερμία,μελάγχρωση νυχιών | |
| DRESS, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφοερύθημα, δερματίτιδα, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, βλάβη δέρματος, ξηροδερμία | |
| τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένηεξανθηματική φλυκταίνωση | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| όχι συχνέςσπάνιες | μυαλγία, οστεονέκρωση, μυϊκοί σπασμοί, μυϊκή αδυναμία, αρθραλγία, άλγος σε άκρο, οστεοπόρωση,αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος |
| μυοσκελετική δυσκαμψία, αρθρίτιδα, δυσκαμψία τωναρθρώσεων | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| όχι συχνέςσπάνιες σπάνιες | οξεία νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρολιθίαση, αυξημένη κρεατινίνη αίματος, πρωτεϊνουρία, χολερυθρινουρία, δυσουρία,νυκτουρία, αυξημένη ποσότητα ούρων |
| μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης | |
| νεφροπάθεια εκ κρυστάλλων§ | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| όχι συχνές | στυτική δυσλειτουργία, γυναικομαστία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| συχνέςόχι συχνές σπάνιες | εξασθένιση, κόπωση |
| πυρεξία, θωρακικό άλγος, περιφερικό οίδημα, αίσθημα κακουχίας, αίσθηση θερμού,ευερεθιστότητα, άλγος | |
| ρίγη, μη φυσιολογική αίσθηση, ξήρωση | |
§ ανεπιθύμητη ενέργεια που εντοπίστηκε μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Σύμφωνα με την κατευθυντήρια οδηγία για την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (Αναθεώρηση 2, Σεπτέμβριος 2009), η συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας μετά την κυκλοφορία στην αγορά προσδιορίστηκε με τη χρήση του «Κανόνα των 3».
Πίνακας 3. Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη σε ενήλικες ασθενείς| Κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRAΚατηγορία συχνότητας | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| συχνέςόχι συχνές | υπερευαισθησία (σε φάρμακο) |
| φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης τουανοσοποιητικού | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| συχνές | ανορεξία, σακχαρώδης διαβήτης,υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία, υπερλιπιδαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| συχνές | μη φυσιολογικά όνειρα |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| πολύ συχνές | κεφαλαλγία |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| πολύ συχνές συχνέςόχι συχνές | διάρροια, ναυτία |
| έμετος, κοιλιακό άλγος, διάταση κοιλίας, δυσπεψία,μετεωρισμός, αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα | |
| οξεία παγκρεατίτιδα | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| συχνέςόχι συχνές | αυξημένα ηπατικά ένζυμα |
| ηπατίτιδα*, κυτταρολυτική ηπατίτιδα* | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| πολύ συχνές συχνές σπάνιεςμη γνωστές | εξάνθημα (που περιλαμβάνει κηλιδώδες, κηλιδοβλατιδώδες, βλατιδώδες, ερυθηματώδες, κνησμώδες εξάνθημα, γενικευμένο εξάνθημα καιαλλεργική δερματίτιδα) |
| αγγειοοίδημα, κνησμός, κνίδωση | |
| αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα*, σύνδρομο Stevens-Johnson* | |
| τοξική επιδερμική νεκρόλυση*, οξεία γενικευμένηεξανθηματική φλυκταίνωση* | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| συχνέςόχι συχνές | μυαλγία |
| οστεονέκρωση* | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| σπάνιες | νεφροπάθεια εκ κρυστάλλων*§ |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| όχι συχνές | γυναικομαστία* |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| συχνέςόχι συχνές | κόπωση |
| εξασθένιση | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| συχνές | αυξημένη κρεατινίνη αίματος |
* αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου δεν έχουν αναφερθεί κατά την εμπειρία από κλινικές μελέτες με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη αλλά έχουν παρατηρηθεί κατά τη θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη και ενδέχεται να αναμένονται επίσης με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη.
§ ανεπιθύμητη ενέργεια που εντοπίστηκε μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Σύμφωνα με την κατευθυντήρια οδηγία για την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (Αναθεώρηση 2, Σεπτέμβριος 2009), η συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας μετά την κυκλοφορία στην αγορά προσδιορίστηκε με τη χρήση του «Κανόνα των 3».
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Εξάνθημα
Σε κλινικές μελέτες, το εξάνθημα ήταν κυρίως ήπιο έως μετρίου βαθμού, συνήθως εμφανίζονταν εντός των πρώτων τεσσάρων εβδομάδων θεραπείας και απέδραμε με τη συνέχιση της χορήγησης. Για περιπτώσεις σοβαρής δερματικής αντίδρασης βλ. την προειδοποίηση στην παράγραφο 4.4. Σε μία μελέτη μονήρους σκέλους που ερεύνησε τη χορήγηση δαρουναβίρης 800 mg μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με κομπισιστάτη 150 mg μία φορά ημερησίως και άλλα αντιρετροϊκά, το 2,2% των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία λόγω εξανθήματος.
Κατά τη διάρκεια του κλινικού προγράμματος ανάπτυξης της ραλτεγκραβίρης σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία, εξάνθημα, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, παρατηρήθηκε πιο συχνά με σχήματα που περιείχαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη + ραλτεγκραβίρη σε σύγκριση με εκείνα που περιείχαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη χωρίς ραλτεγκραβίρη ή ραλτεγκραβίρη χωρίς δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Το εξάνθημα που θεωρήθηκε από τον ερευνητή ότι ήταν φαρμακοεξαρτώμενο παρουσιάστηκε σε παρόμοια ποσοστά. Τα σταθμισμένα βάσει έκθεσης ποσοστά εξανθήματος (όλων των αιτιολογιών) ήταν 10,9, 4,2, και 3,8 ανά 100 ανθρωποέτη, αντίστοιχα, και για το φαρμακοεξαρτώμενο εξάνθημα ήταν 2,4, 1,1, και 2,3 ανά 100 ανθρωποέτη, αντίστοιχα. Τα εξανθήματα που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες ήταν ήπιας έως μετρίου βαθμού σοβαρότητας και δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Μεταβολικές παράμετροι
Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Μυοσκελετικές διαταραχές
Αυξημένη CPK, μυαλγία, μυοσίτιδα, και σπανίως, ραβδομυόλυση έχουν αναφερθεί με τη χρήση αναστολέων της πρωτεάσης, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με NRTIs.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά οστεονέκρωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με γενικά αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη νόσο HIV ή μακροχρόνια έκθεση σε αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμού (CART). Η συχνότητα αυτής δεν είναι γνωστή (βλ. παράγραφο 4.4).
Φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού
Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της αντιρετροϊκής θεραπείας συνδυασμού (CART), ενδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικές ή υπολειμματικές ευκαιριακές λοιμώξεις. Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και τα συμβάντα αυτά μπορεί να εκδηλωθούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Αιμορραγία σε αιμοφιλικούς ασθενείς
Έχουν υπάρξει αναφορές αυξημένης αυτόματης αιμορραγίας σε αιμοφιλικούς ασθενείς που λάμβαναν αντιρετροϊκούς αναστολείς της πρωτεάσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αξιολόγηση της ασφάλειας της δαρουναβίρης με ριτοναβίρη σε παιδιατρικούς ασθενείς βασίζεται στην ανάλυση δεδομένων ασφάλειας 48 εβδομάδων από τρεις μελέτες Φάσης ΙΙ. Αξιολογήθηκαν οι ακόλουθοι πληθυσμοί ασθενών (βλ. παράγραφο 5.1):
-
80 παιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 και προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία ηλικίας από 6 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 20 kg, οι οποίοι έλαβαν δισκία δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δύο φορές ημερησίως σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες.
-
21 παιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 και προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας από 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους 10 kg έως < 20 kg (16 συμμετέχοντες από 15 kg έως < 20 kg) οι οποίοι έλαβαν πόσιμο εναιώρημα δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δύο φορές ημερησίως σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες.
-
12 παιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν ηλικίας από 12 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg οι οποίοι έλαβαν δισκία δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 5.1).
Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στον ενήλικο πληθυσμό.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη με ιό της ηπατίτιδας Β και/ή της ηπατίτιδας C
Ανάμεσα σε 1.968 ασθενείς που είχαν προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία που ελάμβαναν δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως, 236 ασθενείς είχαν ταυτόχρονη λοίμωξη με ηπατίτιδα Β ή C. Οι ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη ήταν πιο πιθανό να έχουν κατά την εισαγωγή στη θεραπεία και προερχόμενες από τη θεραπεία αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασών σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν χρόνια ιογενή ηπατίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Η εμπειρία στον άνθρωπο από οξεία υπερδοσολογία με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης είναι περιορισμένη. Έχουν χορηγηθεί εφάπαξ δόσεις έως και 3.200 mg δαρουναβίρης ως πόσιμο διάλυμα σε μονοθεραπεία και έως και 1.600 mg δαρουναβίρης στη μορφή δισκίων σε συνδυασμό με ριτοναβίρη σε υγιείς εθελοντές χωρίς δυσμενείς συμπτωματικές επιδράσεις.
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με δαρουναβίρη. Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με δαρουναβίρη συνίσταται σε γενικά υποστηρικτικά μέτρα που περιλαμβάνουν παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και παρατήρηση της κλινικής κατάστασης του ασθενή.
Επειδή η δαρουναβίρη δεσμεύεται σε υψηλό ποσοστό στις πρωτεΐνες, δεν θεωρείται πιθανό η αιμοκάθαρση να είναι αποτελεσματική για σημαντική απομάκρυνση της δραστικής ουσίας.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DARUNAVIR 400MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιιικά για συστηματική χρήση, αναστολείς πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05AE10.
Μηχανισμός δράσης
Η δαρουναβίρη είναι ένας αναστολέας του διμερισμού και της καταλυτικής δράσης της πρωτεάσης HIV-1 (KD 4,5 x 10-12M). Αναστέλλει εκλεκτικά τη σχάση των κωδικοποιημένων από τον HIV Gag- Pol πολυπρωτεϊνών στα μολυσμένα από τον ιό κύτταρα, αποτρέποντας με αυτό τον τρόπο το σχηματισμό ώριμων μολυσματικών σωματίων του ιού.
Αντιιική δράση in vitro
Η δαρουναβίρη παρουσιάζει δράση έναντι εργαστηριακών στελεχών και κλινικών απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 και εργαστηριακών στελεχών του HIV-2 σε οξέως μολυσμένες σειρές Τ- κυττάρων, σε μονοπύρηνα κύτταρα του ανθρώπινου περιφερικού αίματος και σε ανθρώπινα μονοκύτταρα/μακροφάγα με διάμεσες τιμές EC50 που κυμαίνονται από 1,2 έως 8,5 nM (0,7 έως 5,0 ng/ml). Η δαρουναβίρη επιδεικνύει αντιιική δραστηριότητα in vitro έναντι ευρέος φάσματος πρωτογενών απομονωθέντων στελεχών της ομάδας Μ του HIV-1 (A, B, C, D, E, F, G) και της ομάδας O με τιμές EC50 που κυμαίνονται από < 0,1 έως 4,3 nM.
Αυτές οι τιμές EC50 είναι πολύ μικρότερες του 50% της συγκέντρωσης κυτταρικής τοξικότητας που κυμαίνεται από 87 μM έως > 100 μM.
Αντοχή
Η in vitro επιλογή ιών ανθεκτικών στη δαρουναβίρη από τον άγριο τύπο HIV-1 ήταν μακροχρόνια (> 3 έτη). Οι επιλεγμένοι ιοί δεν ήταν ικανοί να αναπτυχθούν παρουσία συγκεντρώσεων δαρουναβίρης άνω των 400 nM.
Ιοί που επιλέχθησαν σε αυτές τις συνθήκες και οι οποίοι παρουσίαζαν μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη (εύρος: 23-50-φορές) έφεραν 2 έως 4 υποκαταστάσεις αμινοξέων στο γονίδιο της πρωτεάσης. Η μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη των ιών που αναδείχθηκαν από το πείραμα επιλογής δεν μπορούσε να εξηγηθεί από την εμφάνιση αυτών των μεταλλάξεων της πρωτεάσης.
Τα δεδομένα κλινικών μελετών από ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (μελέτη TITAN και συγκεντρωτική ανάλυση των δοκιμών POWER 1, 2 και 3 και των μελετών DUET 1 και 2) έδειξαν ότι η ιολογική ανταπόκριση σε δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μειώθηκε όταν 3 ή περισσότερες Μεταλλάξεις Σχετιζόμενες με Αντοχή (RAMs) στη δαρουναβίρη (V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54L ή M, T74P, L76V, I84V και L89V) ήταν
παρούσες κατά την έναρξη ή όταν αυτές οι μεταλλάξεις αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η αυξανόμενη πολλαπλάσια μεταβολή της αρχικής τιμής της δαρουναβίρης στην EC50 (Fold Change, FC) συσχετίστηκε με μειούμενη ιολογική ανταπόκριση. Προσδιορίστηκε κατώτερο και ανώτερο όριο κλινικής αποκοπής στο 10 και στο 40. Τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC ≤ 10 κατά την έναρξη είναι ευαίσθητα, τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC > 10 έως 40 έχουν μειωμένη ευαισθησία, τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC > 40 είναι ανθεκτικά (βλ. Κλινικά αποτελέσματα).
Οι ιοί που απομονώθηκαν από ασθενείς που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως και παρουσίασαν ιολογική αποτυχία μέσω υποτροπής, οι οποίοι ήταν ευαίσθητοι σε τιπραναβίρη κατά την έναρξη, παρέμειναν ευαίσθητοι σε τιπραναβίρη μετά τη θεραπεία στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων.
Οι χαμηλότεροι ρυθμοί εμφάνισης ανθεκτικού ιού HIV παρατηρούνται σε ασθενείς που δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία με αντιρετροϊκά φάρμακα, οι οποίοι λαμβάνουν για πρώτη φορά δαρουναβίρη σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα.
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει την ανάπτυξη μεταλλάξεων πρωτεάσης HIV-1 και την απώλεια ευαισθησίας σε αναστολείς πρωτεάσης (PI) σε ιολογικές αποτυχίες στο τελικό σημείο των μελετών ARTEMIS, ODIN και TITAN.
Πίνακας 4. Η ανάπτυξη μεταλλάξεων πρωτεάσης HIV-1 και απώλεια ευαισθησίας σε αναστολείς πρωτεάσης (PIs) σε ιολογικές αποτυχίες στο τελικό σημείο των μελετών ARTEMIS, ODIN και TITAN| ARTEMISΕβδομάδα 192 | ODINΕβδομάδα 48 | TITANΕβδομάδα 48 | ||
| δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mgμία φορά ημερησίως N=343 | δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mgμία φορά ημερησίως N=294 | δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mgδύο φορές ημερησίως N=296 | δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως N=298 | |
| Συνολικός αριθμός ιολογικών αποτυχιώνα, n (%) | 55 (16,0%) | 65 (22,1%) | 54 (18,2%) | 31 (10,4%) |
| Ασθενείς που υποτροπίασαν | 39 (11,4%) | 11 (3,7%) | 11 (3,7%) | 16 (5,4%) |
| Ασθενείς που δεν κατεστάλησαν ποτέ | 16 (4,7%) | 54 (18,4%) | 43 (14,5%) | 15 (5,0%) |
| Αριθμός ατόμων με ιολογική αποτυχία και συνδυασμένους γονότυπους στην έναρξη/στο τελικό σημείο, που ανέπτυξαν μεταλλάξειςβ στο τελικό σημείο, n/N | ||||
| Κύριες (μείζονες) μεταλλάξειςPI | 0/43 | 1/60 | 0/42 | 6/28 |
| PI RAMs | 4/43 | 7/60 | 4/42 | 10/28 |
| Αριθμός ατόμων με ιολογική αποτυχία και συνδυασμένους φαινότυπους στην έναρξη/στο τελικό σημείο, που παρουσίασαν απώλεια ευαισθησίας σε αναστολείς πρωτεάσης (PI) στο τελικό σημείο εν συγκρίσειμε την έναρξη, n/N | ||||
| PI | ||||
| δαρουναβίρη | 0/39 | 1/58 | 0/41 | 3/26 |
| αμπρεναβίρη | 0/39 | 1/58 | 0/40 | 0/22 |
| αταζαναβίρη | 0/39 | 2/56 | 0/40 | 0/22 |
| ινδιναβίρη | 0/39 | 2/57 | 0/40 | 1/24 |
| λοπιναβίρη | 0/39 | 1/58 | 0/40 | 0/23 |
| σακουιναβίρη | 0/39 | 0/56 | 0/40 | 0/22 |
| τιπραναβίρη | 0/39 | 0/58 | 0/41 | 1/25 |
α Αλγόριθμος TLOVR λογοκριμένων παρατηρήσεων χωρίς ιολογική αποτυχία βασισμένος σε HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml, εκτός από τη δοκιμή TITAN (HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml)
β κατάλογοι IAS-USA
Διασταυρούμενη αντοχή
Η τιμή FC της δαρουναβίρης ήταν μικρότερη από 10 για το 90% των 3.309 κλινικών απομονωθέντων στελεχών ανθεκτικών σε αμπρεναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη και/ή τιπραναβίρη δεικνύοντας ότι οι ιοί που έχουν αντοχή στους περισσότερους PIs παραμένουν ευαίσθητοι στη δαρουναβίρη.
Στις ιολογικές αποτυχίες της μελέτης ARTEMIS δεν παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή με άλλους PIs. Στις ιολογικές αποτυχίες της μελέτης GS-US-216-130 δεν παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή με άλλους HIV PIs.
Κλινικά αποτελέσματα
Η ενισχυτική επίδραση φαρμακοκινητικού ενισχυτή εκτός της ριτοναβίρης επί της φαρμακοκινητικής της δαρουναβίρης αξιολογήθηκε σε μία μελέτη Φάσης Ι σε υγιή άτομα, στα οποία χορηγήθηκε δαρουναβίρη 800 mg με ριτοναβίρη 100 mg ή με άλλο φαρμακοκινητικό ενισχυτή μία φορά ημερησίως. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της δαρουναβίρης σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν συγκρίσιμες όταν ενισχύθηκε με ριτοναβίρη.
Ενήλικες ασθενείς
Αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης 800 mg μία φορά ημερησίως συγχορηγούμενη με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά ημερησίως σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία Η ένδειξη αποτελεσματικότητας των δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά ημερησίως βασίζεται στην ανάλυση δεδομένων 192 εβδομάδων από την τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, ανοικτού
σχεδιασμού μελέτη ARTEMIS Φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 χωρίς προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία που συνέκρινε τις δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως με τις λοπιναβίρη/ριτοναβίρη 800/200 mg ανά ημέρα (χορηγούμενες σε σχήμα είτε δύο φορές ημερησίως είτε μία φορά ημερησίως). Και στα δύο σκέλη χρησιμοποιήθηκε σταθερό σχήμα υποβάθρου που αποτελείτο από φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη 300 mg μία φορά ημερησίως και εμτρισιταμπίνη 200 mg μία φορά ημερησίως.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από τις αναλύσεις την εβδομάδα 48 και την εβδομάδα 96 της μελέτης ARTEMIS:
Πίνακας 5. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από τις αναλύσεις την εβδομάδα 48 και την εβδομάδα 96 της μελέτης ARTEMIS| ARTEMIS | ||||||
| Εβδομάδα 48α | Εβδομάδα 96β | |||||
| Αποτελέσματα | δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως N=343 | Λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη 800/200 mg ανά ημέρα N=346 | Διαφορά θεραπείας (95% CI της διαφοράς) | δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως N=343 | Λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη 800/200 mg ανά ημέρα N=346 | Διαφορά θεραπείας (95% CI της διαφοράς) |
| HIV-1 RNA < 50 | ||||||
| αντίγραφα/mlγ | 83,7% | 78,3% | 5,3% | 79,0% | 70,8% | 8,2% |
| Όλοι οι ασθενείς | (287) | (271) | (-0,5; 11,2)δ | (271) | (245) | (1,7; 14,7)δ |
| Με αρχικές τιμές | 85,8% | 84,5% | 1,3% | 80,5% | 75,2% | 5,3% |
| HIV-RNA < | (194/226) | (191/226) | (-5,2; 7,9)δ | (182/226) | (170/226) | (-2,3; 13,0)δ |
| 100.000 | ||||||
| Με αρχικές τιμές | 79,5% | 66,7% | 12,8% | 76,1% | 62,5% | 13,6% |
| HIV-RNA ≥ | (93/117) | (80/120) | (1,6; 24,1)δ | (89/117) | (75/120) | (1,9; 25,3)δ |
| 100.000 | ||||||
| Με αρχικές τιμές | 79,4% | 70,3% | 9,2% | 78,7% | 64,9% | 13,9% |
| αριθμού | (112/141) | (104/148) | (-0,8; 19,2)δ | (111/141) | (96/148) | (3,5; 24,2)δ |
| κυττάρων CD4+< 200 | ||||||
| Με αρχικές τιμές αριθμού κυττάρων CD4+ ≥ 200 | 86,6% (175/202) | 84,3% (167/198) | 2,3%(-4,6; 9,2)δ | 79,2% (160/202) | 75,3% (149/198) | 4,0%(-4,3; 12,2)δ |
| διάμεση μεταβολή αριθμού κυττάρων CD4+ από την έναρξη (x106/L)ε | 137 | 141 | 171 | 188 |
α Δεδομένα που βασίζονται στις αναλύσεις την εβδομάδα 48 β Δεδομένα που βασίζονται στις αναλύσεις την εβδομάδα 96 γ Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
δ Με βάση την κανονική προσέγγιση της διαφοράς στην % απόκριση
ε Όσοι δεν ολοκλήρωσαν καταλογίζονται ως αποτυχία: ασθενείς που διέκοψαν πρόωρα καταλογίζονται με μεταβολή ίση με 0
Η μη κατωτερότητα στην ιολογική ανταπόκριση σε θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, οριζόμενη ως το ποσοστό των ασθενών με επίπεδο HIV-1 RNA στο πλάσμα < 50 αντίγραφα/ml, καταδείχθηκε (στο προκαθορισμένο όριο μη κατωτερότητας 12%) τόσο για τον πληθυσμό που μελετήθηκε με βάση την πρόθεση-για-θεραπεία (ITT) όσο και για τον πληθυσμό που μελετήθηκε με βάση το Πρωτόκολλο (OP) στην ανάλυση 48 εβδομάδων. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν στις αναλύσεις δεδομένων θεραπείας 96 εβδομάδων στη μελέτη ARTEMIS. Τα αποτελέσματα αυτά διατηρήθηκαν έως και 192 εβδομάδες θεραπείας στη μελέτη ARTEMIS.
Αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης 800 mg μία φορά ημερησίως συγχορηγούμενη με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά ημερησίως σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία Η ODIN είναι μία τυχαιοποιημένη, ανοικτού σχεδιασμού μελέτη Φάσης ΙΙΙ, η οποία συνέκρινε
δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία, των οποίων ο έλεγχος πριν την ένταξη για γονότυπους που εμφανίζουν αντοχή στη δαρουναβίρη δεν έδειξε να υπάρχουν RAMs για τη δαρουναβίρη (δηλαδή V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V, L89V) και οι οποίοι είχαν HIV-1 RNA > 1.000 αντίγραφα/ml στον έλεγχο πριν την ένταξη στη μελέτη. Η ανάλυση της αποτελεσματικότητας βασίζεται στην 48 εβδομάδων θεραπεία (βλ. παρακάτω πίνακα). Και στα δύο σκέλη της μελέτης χρησιμοποιήθηκε βέλτιστη αγωγή υποβάθρου (OBR) με ≥ 2 NRTIs.
Πίνακας 6. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη ODIN| ODIN | |||
| Αποτελέσματα | Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mgμία φορά ημερησίως +OBR N=294 | δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mgδύο φορές ημερησίως +OBR N=296 | Διαφορά θεραπείας (95% CI της διαφοράς) |
| HIV-1 RNA < 50αντίγραφα/mlα | 72,1% (212) | 70,9% (210) | 1,2% (-6,1; 8,5)β |
| Με αρχικές τιμές HIV-1 RNA (αντίγραφα/ml)< 100.000≥ 100.000 | 77,6% (198/255)35,9% (14/39) | 73,2% (194/265)51,6% (16/31) | 4,4% (-3,0; 11,9)-15,7% (-39,2; 7,7) |
| Με αρχικές τιμές αριθμού κυττάρων CD4+ (x 106/L) | 75,1% (184/245)57,1% (28/49) | 72,5% (187/258)60,5% (23/38) | 2,6% (-5,1; 10,3)-3,4% (-24,5; 17,8) |
| ≥ 100< 100 | |||
| Με κλάδο HIV-1 Τύπου BΤύπου AE Τύπου C Άλλογ | 70,4% (126/179)90,5% (38/42)72,7% (32/44)55,2% (16/29) | 64,3% (128/199)91,2% (31/34)78,8% (26/33)83,3% (25/30) | 6,1% (-3,4; 15,6)-0,7% (-14,0; 12,6)-6,1% (-2,6; 13,7)-28,2% (-51,0; -5,3) |
| Μέση μεταβολή αριθμού κυττάρων CD4+ από την έναρξη (x 106/L)ε | 108 | 112 | -5δ (-25; 16) |
α Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
β Με βάση την κανονική προσέγγιση της διαφοράς στην % απόκριση
γ Κλάδοι A1, D, F1, G, K, CRF02_AG, CRF12_BF, και CRF06_CPX
δ Διαφορά των μέσων
ε Καταλογισμός με βάση την Προώθηση της Τελευταίας Παρατήρησης (Last Observation Carried Forward)
Στις 48 εβδομάδες, η ιολογική ανταπόκριση, οριζόμενη ως το ποσοστό των ασθενών με επίπεδα HIV- 1 RNA < 50 αντίγραφα/ml στο πλάσμα, με θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως αποδείχθηκε ότι δεν ήταν κατώτερη (στο προκαθορισμένο όριο μη κατωτερότητας 12%) σε σύγκριση με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως τόσο για τους πληθυσμούς ITT όσο και για τους πληθυσμούς OP.
Οι δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με μία ή περισσότερες μεταλλάξεις που συνδέονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs) ή με HIV-1 RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/ml ή με αριθμό CD4+ κυττάρων < 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4).
Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς με υποτύπους HIV-1 εκτός του B. Παιδιατρικοί ασθενείς
Παιδιατρικοί ασθενείς που δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν ηλικίας από 12 ετών έως < 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg
Η DIONE είναι μία ανοικτού σχεδιασμού μελέτη Φάσης ΙΙ που αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική, την ασφάλεια, την ανεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg. Αυτοί οι ασθενείς έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες. Ως ιολογική ανταπόκριση ορίστηκε η μείωση του HIV-1 RNA ιικού φορτίου στο πλάσμα τουλάχιστον κατά 1,0 log10 έναντι της έναρξης της θεραπείας.
Πίνακας 7. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη DIONE| DIONE | |
| Αποτελέσματα την εβδομάδα 48 | δαρουναβίρη/ριτοναβίρη N=12 |
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mlα | 83,3% (10) |
| Ποσοστό μεταβολής CD4+ από την έναρξηβ | 14 |
| Μέση μεταβολή του αριθμού των κυττάρων CD4+ από την έναρξηβ | 221 |
| ≥ 1,0 log10 μείωση του ιικού φορτίου στο πλάσμα από την έναρξη | 100% |
α Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR.
β Όσοι δεν ολοκλήρωσαν καταλογίζονται ως αποτυχία: ασθενείς που διέκοψαν πρόωρα καταλογίζονται με μεταβολή ίση με 0.
Για επιπρόσθετα αποτελέσματα κλινικών μελετών σε ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε αντιρετροϊκή θεραπεία και σε παιδιατρικούς ασθενείς, όπως ανατρέξετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του Darunavir Krka 600 mg δισκία.
Κύηση και μετά τον τοκετό
Οι δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές ημερησίως ή 800/100 mg μία φορά ημερησίως) σε συνδυασμό με αγωγή υποβάθρου αξιολογήθηκαν σε μια κλινική μελέτη 36 εγκύων γυναικών (18 σε κάθε σκέλος) κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου, και μετά τον τοκετό. Η ιολογική ανταπόκριση διατηρήθηκε σε όλη την περίοδο της μελέτης και στα δύο σκέλη. Καμία μετάδοση από τη μητέρα στο παιδί δεν συνέβη στα βρέφη που γεννήθηκαν από τα 31 άτομα που έμειναν σε αντιρετροϊκή θεραπεία μέχρι τον τοκετό. Δεν υπήρξαν νέα κλινικά σημαντικά ευρήματα για την ασφάλεια συγκριτικά με το γνωστό προφίλ ασφάλειας των δαρουναβίρης/ριτοναβίρης σε ενήλικες με λοίμωξη HIV-1 (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.2).
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης, συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη ή ριτοναβίρη, έχουν αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1. Η έκθεση στη δαρουναβίρη ήταν υψηλότερη σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 από ότι σε υγιή άτομα. Η αυξημένη έκθεση στη δαρουναβίρη σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 σε σύγκριση με τα υγιή άτομα μπορεί να εξηγηθεί από τις υψηλότερες συγκεντρώσεις α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης (AAG) σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη δέσμευση της δαρουναβίρης στην AAG στο πλάσμα και ως εκ τούτου, υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A. Η κομπισιστάτη και η ριτοναβίρη αναστέλλουν το CYP3A, και με αυτό τον τρόπο αυξάνονται σημαντικά οι συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα.
Για πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της κομπισιστάτης, συμβουλευτείτε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κομπισιστάτης.
Απορρόφηση
Η δαρουναβίρη απορροφάται ταχέως μετά από στόματος χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση της δαρουναβίρης στο πλάσμα παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης επιτυγχάνεται γενικώς εντός 2,5-4,0 ωρών.
Η απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα εφάπαξ δόσης δαρουναβίρης 600 mg χορηγούμενη ως μονοθεραπεία ήταν περίπου 37% και αυξήθηκε περίπου στο 82% με την παρουσία 100 mg ριτοναβίρης χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως. Η συνολική ενίσχυση της φαρμακοκινητικής δράσης από τη ριτοναβίρη ήταν σχεδόν μια 14-πλάσια αύξηση της συστηματικής έκθεσης στη δαρουναβίρη όταν χορηγήθηκε από στόματος εφάπαξ δόση 600 mg δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.4).
Όταν χορηγήθηκε χωρίς τροφή, η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της δαρουναβίρης παρουσία κομπισιστάτης ή χαμηλής δόσης ριτοναβίρης είναι μικρότερη σε σύγκριση με τη λήψη της με τροφή. Ως εκ τούτου, τα δισκία δαρουναβίρης πρέπει να λαμβάνονται μαζί με κομπισιστάτη ή ριτοναβίρη και με τροφή. Το είδος της τροφής δεν επηρεάζει την έκθεση στη δαρουναβίρη.
Κατανομή
Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κατά περίπου 95% στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής της δαρουναβίρης χορηγούμενη ως μονοθεραπεία ήταν 88,1 ± 59,0 l (Μέση τιμή ± SD) και αυξήθηκε σε 131 ± 49,9 l (Μέση τιμή ± SD) παρουσία ριτοναβίρης 100 mg δύο φορές ημερησίως.
Βιομετασχηματισμός
In vitro πειράματα με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα (HLMs) δεικνύουν ότι η δαρουναβίρη υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό. Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται εκτεταμένα από τα ένζυμα CYP του ηπατικού συστήματος και σχεδόν αποκλειστικά από το ισοένζυμο CYP3Α4. Μία μελέτη της 14C-δαρουναβίρης σε υγιείς εθελοντές έδειξε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της ραδιενέργειας στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση δαρουναβίρης με ριτοναβίρη 400/100 mg οφείλονταν στη μητρική δραστική ουσία. Έχουν ταυτοποιηθεί τουλάχιστον 3 οξειδωτικοί μεταβολίτες της δαρουναβίρης στον άνθρωπο. Όλοι επέδειξαν δραστηριότητα η οποία ήταν τουλάχιστον 10 φορές μικρότερη από τη δραστηριότητα της δαρουναβίρης κατά του αγρίου τύπου HIV.
Αποβολή
Μετά από δόση 400/100 mg 14C-δαρουναβίρης με ριτοναβίρη, περίπου το 79,5% και το 13,9% της χορηγηθείσας δόσης της 14C-δαρουναβίρης μπορεί να ανευρεθεί στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα. Αμετάβλητη δαρουναβίρη εμφανίζεται σε ποσοστό περίπου 41,2% και 7,7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της δαρουναβίρης ήταν περίπου 15 ώρες όταν συνδυάστηκε με ριτοναβίρη.
Η ενδοφλέβια κάθαρση της δαρουναβίρης (150 mg) χορηγούμενη ως μονοθεραπεία και παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης, ήταν 32,8 l/h και 5,9 l/h, αντίστοιχα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη χορηγούμενες δύο φορές ημερησίως σε 74 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, ηλικίας 6 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 20 kg, έδειξε ότι οι βασισμένες στο βάρος χορηγούμενες δόσεις δαρουναβίρη/ριτοναβίρης είχαν ως αποτέλεσμα έκθεση στη δαρουναβίρη συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.2).
Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη χορηγούμενες δύο φορές ημερησίως σε 14 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, ηλικίας 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 15 kg έως < 20 kg, έδειξε ότι οι βασισμένες στο βάρος δοσολογίες είχαν ως αποτέλεσμα έκθεση στη δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.2).
Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη χορηγούμενες μία φορά ημερησίως σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν, ηλικίας 12 έως < 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg, έδειξε ότι χορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά ημερησίως οδηγεί σε έκθεση στη δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως. Ως εκ τούτου, η ίδια δοσολογία μία φορά ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εφήβους με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία ηλικίας 12 έως < 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg χωρίς μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs)* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2).
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V
Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη χορηγούμενες μία φορά ημερησίως σε 10 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, ηλικίας 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 14 kg έως < 20 kg, έδειξε ότι οι βασιζόμενες στο βάρος
δοσολογίες είχαν ως αποτέλεσμα έκθεση στη δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.2). Επιπρόσθετα, η φαρμακοκινητική μοντελοποίηση και η προσομοίωση των εκθέσεων στη δαρουναβίρη σε παιδιατρικούς ασθενείς όλων των ηλικιών από 3 έως < 18 ετών επιβεβαίωσαν τις εκθέσεις στη δαρουναβίρη όπως παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες και επέτρεψαν τον προσδιορισμό των βασιζόμενων στο βάρος δοσολογικών σχημάτων δαρουναβίρη/ριτοναβίρης μία φορά ημερησίως για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν τουλάχιστον 15 kg και είτε δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν είτε έχουν προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία χωρίς DRV- RAMs* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4 +≥ 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2).
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V
Ηλικιωμένοι
Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε ασθενείς με λοίμωξη HIV έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν είχε σημαντική διαφορά στο ηλικιακό εύρος (18 έως 75 ετών) που αξιολογήθηκε σε ασθενείς με λοίμωξη HIV (n=12, ηλικία ≥ 65 ετών) (βλ. παράγραφο 4.4). Ωστόσο, ήταν διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών.
Φύλο
Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε ελαφρώς υψηλότερη έκθεση στη δαρουναβίρη (16,8%) σε γυναίκες με λοίμωξη HIV εν συγκρίσει με άνδρες. Αυτή η διαφορά δεν είναι κλινικά σημαντική.
Νεφρική δυσλειτουργία
Αποτελέσματα από μία μελέτη ισοζυγίου μάζας με 14C-δαρουναβίρη με ριτοναβίρη έδειξαν ότι περίπου το 7,7% της χορηγηθείσας δόσης της δαρουναβίρης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο. Παρόλο που η δαρουναβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν επηρεάστηκε σημαντικά σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (CrCl μεταξύ 30-60 ml/min, n=20) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη (600/100 mg) δύο φορές ημερησίως, καταδείχθηκε ότι οι συνολικές συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα ατόμων με ήπια (Κατηγορία A κατά Child-Pugh, n=8) και μετρίου βαθμού (Κατηγορία Β κατά Child-Pugh, n=8) ηπατική δυσλειτουργία ήταν συγκρίσιμες με αυτές των υγιών ατόμων. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της μη δεσμευμένης δαρουναβίρης ήταν περίπου κατά 55% (Κατηγορία A κατά Child-Pugh) και 100% (Κατηγορία Β κατά Child-Pugh) υψηλότερες, αντίστοιχα. Η κλινική σημασία αυτής της αύξησης δεν είναι γνωστή και κατά συνέπεια η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν έχει μελετηθεί (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4).
Κύηση και μετά τον τοκετό
Η έκθεση στην ολική δαρουναβίρη και στη ριτοναβίρη μετά την πρόσληψη δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 600/100 mg δύο φορές ημερησίως και δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά ημερησίως ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος ήταν γενικά χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Ωστόσο, για τη μη δεσμευμένη (δηλαδή την ενεργή) δαρουναβίρη, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν λιγότερο μειωμένες κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό, λόγω αύξησης του μη δεσμευμένου κλάσματος της δαρουναβίρης κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
Πίνακας 8. Φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της ολικής δαρουναβίρης μετά από χορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 600/100 mg δύο φορές ημερησίως ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος, κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου της κύησης, του τρίτου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό| Φαρμακοκινητική τηςολικής δαρουναβίρης (μέση τιμή ± SD) | Δεύτερο τρίμηνο κύησης(n=12)α | Τρίτο τρίμηνο κύησης(n=12) | Μετά τον τοκετό(6-12 εβδομάδες) (n=12) |
| Cmax, ng/ml | 4.668 ± 1.097 | 5.328 ± 1.631 | 6.659 ± 2.364 |
| AUC12h, ng.h/ml | 39.370 ± 9.597 | 45.880 ± 17.360 | 56.890 ± 26.340 |
| Cmin, ng/ml | 1.922 ± 825 | 2.661 ± 1.269 | 2.851 ± 2.216 |
α n=11 για AUC12h
Πίνακας 9. Φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της ολικής δαρουναβίρης μετά από χορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά ημερησίως ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος, κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου της κύησης, του τρίτου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό| Φαρμακοκινητική της ολικής δαρουναβίρης(μέση τιμή ± SD) | Δεύτερο τρίμηνο κύησης(n=17) | Τρίτο τρίμηνο κύησης(n=15) | Μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες)(n=16) |
| Cmax, ng/ml | 4.964 ± 1.505 | 5.132 ± 1.198 | 7.310 ± 1.704 |
| AUC24h, ng.h/ml | 62.289 ± 16.234 | 61.112 ± 13.790 | 92.116 ± 29.241 |
| Cmin, ng/ml | 1.248 ± 542 | 1.075 ± 594 | 1.473 ± 1.141 |
Σε γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές ημερησίως κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες ενδο-ατομικές τιμές Cmax, AUC12h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 28%, 26% και 26% χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, οι τιμές Cmax, AUC12h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 18%, 16% χαμηλότερες και κατά 2% υψηλότερη, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
Σε γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά ημερησίως κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες ενδο-ατομικές τιμές Cmax, AUC24h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 33%, 31% και 30% χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, οι τιμές Cmax, AUC24h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 29%, 32% και 50% χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg μία φορά ημερησίως κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη. Σε γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/κομπισιστάτη κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες ενδο- ατομικές τιμές Cmax, AUC24h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 49%, 56% και 92%, χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης οι τιμές Cmax, AUC24h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 37%, 50% και 89%, χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Το μη δεσμευμένο κλάσμα επίσης μειώθηκε σημαντικά, συμπεριλαμβανομένης μείωσης κατά 90% περίπου των επιπέδων της Cmin. Η κύρια αιτία αυτών των χαμηλών τιμών έκθεσης είναι η σημαντική μείωση της έκθεσης στην κομπισιστάτη ως συνέπεια της σχετιζόμενης με την κύηση επαγωγής ενζύμων (βλ. παρακάτω).
Πίνακας 10. Φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της ολικής δαρουναβίρης μετά τη χορήγηση δαρουναβίρης/κομπισιστάτης 800/150 mg μία φορά ημερησίως ως μέρος ενός αντιρετροϊικού σχήματος κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, του τρίτου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό| Φαρμακοκινητική της ολικής δαρουναβίρης(μέση τιμή ± SD) | Δεύτερο τρίμηνο κύησης(n=7) | Τρίτο τρίμηνο κύησης(n=6) | Μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες)(n=6) |
| Cmax, ng/ml | 4.340 ± 1.616 | 4.910 ± 970 | 7.918 ± 2.199 |
| AUC24h, ng.h/ml | 47.293 ± 19.058 | 47.991 ± 9.879 | 99.613 ± 34.862 |
| Cmin, ng/ml | 168 ± 149 | 184 ± 99 | 1.538 ± 1.344 |
Η έκθεση στην κομπισιστάτη ήταν χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης, οδηγώντας ενδεχομένως σε υποβέλτιστη ενίσχυση της δαρουναβίρης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η Cmax, η AUC24h και η Cmin της κομπισιστάτης ήταν κατά 50%, 63% και 83%, χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης η Cmax, η AUC24h και η Cmin της κομπισιστάτης ήταν κατά 27%, 49% και 83%, χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DARUNAVIR 400MG/TAB
Πυρήνας δισκίου:
Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική Κροσποβιδόνη Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη
Άνυδρο κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου
Πυριτιωμένη μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική, Άνυδρο κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου)
Στεατικό μαγνήσιο (E470b)
Επικάλυψη λεπτού υμενίου:
Πολυβινυλαλκοόλη Πολυαιθυλενογλυκόλη Τιτανίου διοξείδιο (Ε171) Τάλκης (E553b)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (Ε172) – μόνο για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 400 mg
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (Ε172)
Φυλάσσετε τη φιάλη καλά κλεισμένη για να προστατεύεται από την υγρασία.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 400 mg:
Φιάλη (HDPE) με σύστημα κλεισίματος ασφαλείας για παιδιά από PP με αφυγραντικό:
-
30 δισκία: 1 φιάλη των 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων,
-
60 δισκία: 2 φιάλες των 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων,
-
90 δισκία: 3 φιάλες των 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων,
-
180 δισκία: 6 φιάλες των 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 800 mg:
Φιάλη (HDPE) με σύστημα κλεισίματος ασφαλείας για παιδιά από PP με αφυγραντικό:
-
30 δισκία: 1 φιάλη των 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων,
-
90 δισκία: 3 φιάλες των 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.