DAVARINO F.C.TAB 600MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DAVARINO 600MG/TAB
Το DAVARINO συγχορηγούμενο με χαμηλή δόση ριτοναβίρης ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία ασθενών με λοίμωξη από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV-1) (βλ. παράγραφο 4.2).
Τα δισκία DAVARINO 75 mg, 150 mg, 300 mg, 600 mg μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να παρέχουν κατάλληλα δοσολογικά σχήματα (βλ. παράγραφο 4.2):
-
Για τη θεραπεία λοίμωξης από τον ιό HIV-1 σε ενήλικες ασθενείς που έχουν εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (ART), συμπεριλαμβανομένων εκείνων με μεγάλη προηγούμενη θεραπευτική εμπειρία.
-
Για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HIV-1 σε παιδιατρικούς ασθενείς από την ηλικία των 3 ετών και με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg.
Κατά την επιλογή της έναρξης της θεραπείας με DAVARINO, συγχορηγούμενου με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά το ιστορικό θεραπείας του κάθε ασθενούς και οι τύποι των μεταλλάξεων που σχετίζονται με διαφορετικούς παράγοντες. Η χρήση του DAVARINO πρέπει να καθοδηγείται από γονοτυπικό ή φαινοτυπικό έλεγχο (όταν είναι δυνατό) και από το ιατρικό ιστορικό (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1).
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει από επαγγελματία υγείας με εμπειρία στην αντιμετώπιση της λοίμωξης HIV. Μετά την έναρξη της θεραπείας με DAVARINO, πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να μην αλλάζουν τη δόση, τη δοσολογική μορφή ή να διακόπτουν τη θεραπεία χωρίς να το συζητήσουν με τον επαγγελματία υγείας τους.
Δοσολογία
To DAVARINO πρέπει να χορηγείται πάντα από στόματος μαζί με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, η οποία χρησιμοποιείται ως ενισχυτικός παράγοντας της φαρμακοκινητικής και σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα. Για αυτό το λόγο, πρέπει να συμβουλευτείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της ριτοναβίρης πριν αρχίσει η θεραπεία με DAVARINO.
Πόσιμο εναιώρημα δαρουναβίρης και δισκία άλλων περιεκτικοτήτων μπορεί να είναι διαθέσιμα προκειμένου να δομηθεί το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα όταν υπάρχει πιθανότητα υπερευαισθησίας σε συγκεκριμένες χρωστικές ουσίες, ή δυσκολίας στην κατάποση των δισκίων δαρουναβίρης.
Ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία
Η συνιστώμενη δόση είναι 600 mg δύο φορές την ημέρα λαμβανόμενη μαζί με ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές την ημέρα και φαγητό. Τα δισκία δαρουναβίρης 75 mg, 150 mg, 300 mg ή 600 mg μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να συντεθεί το δοσολογικό σχήμα των 600 mg δύο φορές την ημέρα.
Ενήλικες ασθενείς που πρώτη φορά λαμβάνουν αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν
Για τις συνιστώμενες δόσεις σε ασθενείς που που δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τα δισκία DAVARINO 400
mg και 800 mg.
Παιδιατρικοί ασθενείς που δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν (ηλικίας 3 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 15 kg)
Η υπολογιζόμενη με βάση το βάρος δόση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης σε παιδιατρικούς ασθενείς παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα.
| Συνιστώμενη δόση δισκίων δαρουναβίρης και ριτοναβίρηςα για παιδιατρικούς ασθενείς (3 έως 17 ετών) που δεν έχουν λάβει θεραπεία στο παρελθόν | |
| Σωματικό βάρος (kg) | Δόση (μία φορά την ημέρα με φαγητό) |
| ≥ 15 kg έως < 30 kg | 600 mg δαρουναβίρης /100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα |
| ≥ 30 kg έως < 40 kg | 675 mg δαρουναβίρης /100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα |
| ≥ 40 kg | 800 mg δαρουναβίρης /100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα |
α πόσιμο διάλυμα ριτοναβίρης: 80 mg/mL
Παιδιατρικοί ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (ηλικίας 3 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 15 kg)
Το DAVARINO συνιστάται συνήθως να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα μαζί με ριτοναβίρη και φαγητό.
Το δοσολογικό σχήμα του DAVARINO λαμβανόμενο μία φορά την ημέρα μαζί με ριτοναβίρη και φαγητό μπορεί να χρησιμοποιηθεί στους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα αλλά χωρίς μεταλλάξεις που σχετίζονται με ανθεκτικότητα στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs)* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/mL στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/L.
*DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V
Η υπολογιζόμενη με βάση το βάρος δόση της δαρουναβίρης και της ριτοναβίρης σε παιδιατρικούς ασθενείς παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Η συνιστώμενη δόση της δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν πρέπει να υπερβαίνει τη συνιστώμενη δόση για τους ενήλικες (600/100 mg δύο φορές την ημέρα ή 800/100 mg μία φορά την ημέρα).
| Συνιστώμενη δόση για θεραπεία σε παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία (3 έως 17 ετών) με τα δισκία δαρουναβίρης και τη ριτοναβίρηςα | ||
| Σωματικό βάρος (kg) | Δόση (μία φορά την ημέρα με φαγητό) | Δόση (δύο φορές την ημέρα με φαγητό) |
| ≥ 15 kg-< 30 kg | 600 mg δαρουναβίρης/100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα | 375 mg δαρουναβίρης/50 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα |
| ≥ 30 kg-< 40 kg | 675 mg δαρουναβίρης/100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα | 450 mg δαρουναβίρης/60 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα |
| ≥ 40 kg | 800 mg δαρουναβίρης/100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα | 600 mg δαρουναβίρης/100 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα |
α πόσιμο διάλυμα ριτοναβίρης: 80 mg/mL
Για παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία συνιστάται ο γονοτυπικός έλεγχος για τον HIV. Ωστόσο, όταν δεν είναι εφικτός ο γονοτυπικός έλεγχος για τον HIV, το δοσολογικό σχήμα δαρουναβίρη/ριτοναβίρη μία φορά την ημέρα συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς που δεν έχουν λάβει αναστολέα πρωτεάσης του HIV στο παρελθόν και το δοσολογικό σχήμα δύο φορές την ημέρα συνιστάται σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης του HIV.
Μπορεί να είναι κατάλληλη η χρήση μόνο των δισκίων 75 mg και 150 mg για την επίτευξη της συνιστώμενης δόσης του DAVARINO όταν υπάρχει πιθανότητα υπερευαισθησίας σε συγκεκριμένους χρωματικούς παράγοντες.
Συμβουλές σε περίπτωση παράλειψης δόσεων
Σε περίπτωση που μία δόση του DAVARINO και/ή της ριτοναβίρης δεν ληφθεί μέσα σε 6 ώρες από τη χρονική στιγμή που συνήθως λαμβάνεται, πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να λάβουν τη συνταγογραφούμενη δόση του DAVARINO και της ριτοναβίρης με φαγητό το συντομότερο δυνατόν.
Εάν αυτό διαπιστωθεί αργότερα από 6 ώρες από τη χρονική στιγμή που συνήθως λαμβάνεται, η δόση που παραλείφθηκε δεν πρέπει να ληφθεί και ο ασθενής πρέπει να συνεχίσει με το συνηθισμένο δοσολογικό πρόγραμμα.
Η οδηγία αυτή βασίζεται στην ημιπερίοδο ζωής 15 ωρών της δαρουναβίρης παρουσία της ριτοναβίρης και στο συνιστώμενο διάστημα μεταξύ των δόσεων που είναι περίπου 12 ώρες.
Σε περίπτωση που ο ασθενής κάνει εμετό εντός 4 ωρών από τη λήψη του φαρμάκου, θα πρέπει να ληφθεί μία άλλη δόση του DAVARINO με ριτοναβίρη μαζί με τροφή το συντομότερο δυνατό. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό σε διάστημα μεγαλύτερο των 4 ωρών μετά τη λήψη του φαρμάκου, δεν χρειάζεται να λάβει άλλη δόση DAVARINO με ριτοναβίρη έως την επόμενη κανονικά προγραμματισμένη χρονική στιγμή.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Σε αυτό τον πληθυσμό είναι διαθέσιμες περιορισμένες πληροφορίες και, για το λόγο αυτό, το DAVARINO πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται από το ηπατικό σύστημα. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh κατηγορία Α) ή μέτρια (Child-Pugh κατηγορία Β) ηπατική δυσλειτουργία, ωστόσο, το DAVARINO πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να οδηγήσει σε μια αύξηση της έκθεσης σε δαρουναβίρη και μια επιδείνωση του προφίλ ασφαλείας. Έτσι, το DAVARINO δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία Γ) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά με σωματικό βάρος μικρότερο των 15 kg καθώς η δόση για τον συγκεκριμένο πληθυσμό δεν έχει τεκμηριωθεί σε επαρκή αριθμό ασθενών (βλ. παράγραφο 5.1). Η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 3 ετών για λόγους ασφαλείας (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.3).
Η υπολογιζόμενη με βάση το βάρος δόση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης παρουσιάζεται στους παραπάνω πίνακες.
Κύηση και μετά τον τοκετό
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για δαρουναβίρη/ριτοναβίρη κατά τη διάρκεια της κύησης και μετά τον τοκετό. Το DAVARINO/ριτοναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το πιθανό όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο (βλ. παραγράφους 4.4, 4.6 και 5.2).
Τρόπος χορήγησης
Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να λαμβάνουν το DAVARINO με χαμηλή δόση ριτοναβίρης εντός 30 λεπτών από την ολοκλήρωση ενός γεύματος. Το είδος του φαγητού δεν επηρεάζει την έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παραγράφους 4.4, 4.5 και 5.2).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Ασθενείς με σοβαρή (Child-Pugh κατηγορία Γ) ηπατική δυσλειτουργία.
Συνδυασμός ισχυρών επαγωγέων του CYP3A όπως η ριφαμπικίνη με το DAVARINO με συγχορηγούμενη μικρή δόση ριτοναβίρης (βλέπε παράγραφο 4.5).
Συγχορήγηση με το προϊόν συνδυασμού λοπιναβίρης/ριτοναβίρης (βλ. παράγραφο 4.5).
Συγχορήγηση με φυτικά παρασκευάσματα που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum) (βλ. παράγραφο 4.5).
Η συγχορήγηση της δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, με δραστικές ουσίες των οποίων η κάθαρση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A και των οποίων οι υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα σχετίζονται με σοβαρά και/ή επικίνδυνα για τη ζωή συμβάντα. Αυτές οι δραστικές ουσίες περιλαμβάνουν π.χ.
-
αλφουζοσίνη
-
αμιοδαρόνη, βεπριδίλη, δρονεδαρόνη, ιβαμπραδίνη, κινιδίνη, ρανολαζίνη
-
αστεμιζόλη, τερφεναδίνη
-
κολχικίνη όταν χρησιμοποιείται σε ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.5)
-
παράγωγα εργοταμίνης (π.χ. διϋδροεργοταμίνη, εργομετρίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργονοβίνη)
-
ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη
-
σιζαπρίδη
-
δαποξετίνη
-
δομπεριδόνη
-
ναλοξεγκόλη
-
λουρασιδόνη, πιμοζίδη, κουετιαπίνη, σερτινδόλη (βλ. παράγραφο 4.5)
-
τριαζολάμη, μιδαζολάμη χορηγούμενη από στόματος (για προφύλαξη αναφορικά με την παρεντερικά χορηγούμενη μιδαζολάμη, βλ. παράγραφο 4.5)
-
σιλντεναφίλη - όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης, αβαναφίλη
-
σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη και λομιταπίδη (βλ. παράγραφο 4.5)
-
τικαγρελόρη (βλ. παράγραφο 4.5).
Συνιστάται τακτική αξιολόγηση της ιολογικής ανταπόκρισης. Σε συνθήκες έλλειψης ή απώλειας της ιολογικής ανταπόκρισης, πρέπει να γίνεται έλεγχος για ανάπτυξη ανθεκτικότητας.
Το DAVARINO πρέπει να χορηγείται πάντα από στόματος μαζί με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, η οποία χρησιμοποιείται ως ενισχυτικός παράγοντας της φαρμακοκινητικής και σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 5.2). Για αυτό το λόγο, πρέπει να συμβουλευτείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της ριτοναβίρης πριν αρχίσει η θεραπεία με το DAVARINO.
Η αύξηση της δόσης της ριτοναβίρης από τη συνιστώμενη στην παράγραφο 4.2 δεν επηρέασε σημαντικά τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης. Δεν συνιστάται η τροποποίηση της δόσης της ριτοναβίρης..
Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Αυτή η πρωτεϊνική δέσμευση εξαρτάται από τη συγκέντρωση που είναι ενδεικτική για κορεσμό της δέσμευσης. Για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πρωτεϊνική εκτόπιση φαρμακευτικών προϊόντων που δεσμεύονται ισχυρά με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία – χορήγηση μία φορά την ημέρα
Η χρήση δαρουναβίρης σε συνδυασμό με κομπισιστάτη ή χαμηλή δόση ριτοναβίρης μία φορά την
ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία δεν πρέπει να πραγματοποιείται σε ασθενείς με μία ή περισσότερες μεταλλάξεις που σχετίζονται με ανθεκτικότητα στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs) ή με HIV-1 RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/mL ή με αριθμό CD4+ κυττάρων < 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2). Συνδυασμοί με βέλτιστη αγωγή υποβάθρου (Optimised Background Regimen, OBRs) εκτός από ≥ 2 NRTIs δεν έχουν μελετηθεί στον πληθυσμό αυτό. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς με άλλους υποτύπους HIV-1 εκτός από B (βλ. παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η δαρουναβίρη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 3 ετών ή σωματικού βάρους μικρότερου των 15 kg (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.3).
Κύηση
Η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το πιθανό όφελος
αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο. Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στις έγκυες γυναίκες με συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορεί να μειώσουν περαιτέρω την έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.2).
Ηλικιωμένοι
Επειδή υπάρχουν περιορισμένες διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της δαρουναβίρης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, η δαρουναβίρη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη συχνότητα της μειωμένης ηπατικής λειτουργίας και των συνοδών νόσων ή άλλων θεραπειών (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (N=3.063), αναφέρθηκαν σοβαρές
δερματικές αντιδράσεις στο 0,4% των ασθενών, οι οποίες μπορεί να συνοδεύονταν από πυρετό και/ή αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών. Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (Drug Rash with Eosinophilia and Systemic Symptoms, DRESS) και Σύνδρομο Stevens-Johnson έχουν αναφερθεί σπάνια (< 0,1%) και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση. Η δαρουναβίρη πρέπει να διακόπτεται αμέσως εάν εμφανιστούν ενδείξεις ή συμπτώματα σοβαρών δερματικών αντιδράσεων. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε σοβαρό εξάνθημα ή εξάνθημα συνοδευόμενο από πυρετό, γενικευμένη κακουχία, κόπωση, μυαλγίες ή αρθραλγίες, φλύκταινες, στοματικές βλάβες, επιπεφυκίτιδα, ηπατίτιδα και/ή ηωσινοφιλία.
Το εξάνθημα εμφανίστηκε πιο συχνά σε ασθενείς με εμπειρία στη θεραπεία που λάμβαναν σχήματα που περιείχαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη + ραλτεγκραβίρη σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη
χωρίς ραλτεγκραβίρη ή ραλτεγκραβίρη χωρίς δαρουναβίρη (βλ. παράγραφο 4.8).
Η δαρουναβίρη περιέχει ένα τμήμα σουλφοναμίδης. Το DAVARINO πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στη σουλφοναμίδη.
Ηπατοτοξικότητα
Ηπατίτιδα προκαλούμενη από φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. οξεία ηπατίτιδα, κυτταρολυτική ηπατίτιδα) έχει αναφερθεί με την δαρουναβίρη. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (N=3.063), αναφέρθηκε ηπατίτιδα σε ποσοστό 0,5% των ασθενών που λάμβαναν συνδυασμένη αντιρετροϊκή
θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργούς ηπατίτιδας Β ή C, έχουν αυξημένο κίνδυνο για διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε περίπτωση ταυτόχρονης αντιϊκής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλούμε ανατρέξτε στις σχετικές πληροφορίες για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Πριν την έναρξη της θεραπείας με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη πρέπει να διεξάγονται κατάλληλοι εργαστηριακοί έλεγχοι και οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο συχνότερης παρακολούθησης των AST/ALT σε ασθενείς με υποκείμενη χρόνια ηπατίτιδα, κίρρωση, ή σε ασθενείς που είχαν πριν τη θεραπεία αυξημένες τρανσαμινάσες, ιδίως κατά τη διάρκεια των πρώτων μερικών μηνών της θεραπείας με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.
Εάν υπάρχουν ενδείξεις νεοεμφανισθείσας ή επιδεινούμενης ηπατικής δυσλειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης κλινικά σημαντικής αύξησης των ηπατικών ενζύμων και/ή συμπτωμάτων όπως κόπωση, ανορεξία, ναυτία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, ηπατική ευαισθησία, ηπατομεγαλία) σε ασθενείς που λαμβάνουν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, πρέπει να εξεταστεί άμεσα η αναστολή ή η διακοπή της θεραπείας.
Ασθενείς με συνυπάρχουσες παθήσεις
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές και για το λόγο αυτό, το DAVARINO αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Εξαιτίας μιας αύξησης των συγκεντρώσεων της μη δεσμευμένης δαρουναβίρης στο πλάσμα, η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις ή προσαρμογές της δόσης για δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε ασθενείς με νεφρική
δυσλειτουργία. Επειδή η δαρουναβίρη και η ριτοναβίρη δεσμεύονται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, είναι απίθανο να απομακρυνθούν σημαντικά μέσω αιμοδιύλισης ή περιτοναϊκής διύλισης. Για το λόγο αυτό, δεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις ή προσαρμογές της δόσης σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Αιμοφιλικοί ασθενείς
Υπήρξαν αναφορές αυξημένης αιμορραγίας, συμπεριλαμβανομένων αυθόρμητων αιματωμάτων του δέρματος και αιμάρθρωσης σε ασθενείς με αιμοφιλία τύπου Α και Β, στους οποίους χορηγήθηκαν αναστολείς της πρωτεάσης. Σε μερικούς ασθενείς χορηγήθηκε πρόσθετος παράγοντας VIII. Σε περισσότερα από τα μισά αναφερθέντα περιστατικά, η αγωγή με αναστολείς της πρωτεάσης συνεχίστηκε ή ξανάρχισε, σε περίπτωση που είχε διακοπεί. Έχει αναφερθεί ότι μπορεί να υπάρχει αιτιολογική σχέση, παρόλο που ο μηχανισμός δράσης δεν έχει διευκρινιστεί. Συνεπώς, οι αιμοφιλικοί ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας.
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά στην αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Οστεονέκρωση
Παρόλο που η αιτιολογία θεωρείται ότι είναι πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κορτικοστεροειδών, κατανάλωσης αλκοόλ, σοβαρής ανοσοκαταστολής, υψηλότερου δείκτη μάζας σώματος), έχουν αναφερθεί περιστατικά οστεονέκρωσης ιδιαίτερα σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο HIV και/ή μακροχρόνια έκθεση σε συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία (CART). Πρέπει να δίνεται οδηγία στους ασθενείς να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν αισθανθούν πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία των αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
Φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού
Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τυπικά, τέτοιες αντιδράσεις έχουν παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα
είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii (προηγούμενα γνωστό ως Pneumocystis carinii). Πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Επιπρόσθετα, σε κλινικές μελέτες με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, έχει παρατηρηθεί επανενεργοποίηση έρπη απλού και έρπη ζωστήρα.
Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά την
επανενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα
Έχουν διεξαχθεί διάφορες μελέτες αλληλεπιδράσεων με δόσεις δαρουναβίρης μικρότερες από τις συνιστώμενες. Οι επιδράσεις των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί για το λόγο αυτό να είναι υποεκτιμημένες και συνιστάται κλινική παρακολούθηση της ασφάλειας. Για πλήρη πληροφόρηση ως προς τις αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα βλέπε παράγραφο 4.5.
Η εφαβιρένζη σε συνδυασμό με ενισχυμένη δαρουναβίρη μία φορά την ημέρα μπορεί να
οδηγήσει σε υποβέλτιστη Cmin δαρουναβίρης. Εάν υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί εφαβιρένζη σε συνδυασμό με δαρουναβίρη, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δοσολογικό σχήμα DAVARINO/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα (βλέπε παράγραφο 4.5).
Έχουν αναφερθεί απειλητικές για τη ζωή και θανατηφόρες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με κολχικίνη και ισχυρούς αναστολείς του CYP3A και της
P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp, βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Τα DAVARINO 75 mg, 150 mg, 300 mg, 600 mg δισκία περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Τα DAVARINO 300 mg, 600 mg δισκία περιέχουν λάκα αλουμινίου Sunset Yellow FCF (E110) η οποία μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Τα DAVARINO 75 mg, 150 mg, 300 mg, 600 mg δισκία περιέχουν προπυλενογλυκόλη (E1520).
| Τα DAVARINO 75 mg δισκία περιέχουν 10,42 mg προπυλενογλυκόλης (E1520) σε κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο. Συγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά. |
| Τα DAVARINO 150 mg δισκία περιέχουν 20,84 mg προπυλενογλυκόλης (E1520) σε κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο. Συγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά. |
| Τα DAVARINO 300 mg δισκία περιέχουν 41,66 mg προπυλενογλυκόλης (E1520) σε κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο. Συγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά. |
| Τα DAVARINO 600 mg δισκία περιέχουν 83,33 mg προπυλενογλυκόλης (E1520) σε κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο. Συγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά. |
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία ενδέχεται να επηρεαστούν από δαρουναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη
Η δαρουναβίρη και η ριτοναβίρη είναι αναστολείς των CYP3A, CYP2D6 και P-gp. Η συγχορήγηση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A και/ή το CYP2D6 ή μεταφέρονται από την P-gp μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συστηματική έκθεση σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, και αυτό να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση ή την παράταση της θεραπευτικής τους δράσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών τους.
Η συγχορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία έχουν ενεργό(ύς) μεταβολίτη(ες) που σχηματίζεται(ονται) από το CYP3A μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις αυτού(ών) του(ων) ενεργού(ών) μεταβολίτη(ων) στο πλάσμα που πιθανώς να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής τους δράσης (βλ. τον Πίνακα αλληλεπιδράσεων παρακάτω).
Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν πρέπει να συνδυάζεται με φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η κάθαρση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A και για τα οποία η αυξημένη συστηματική έκθεση συνδέεται με σοβαρά και/ή επικίνδυνα για τη ζωή συμβάντα (μικρός θεραπευτικός δείκτης) (βλ. παράγραφο 4.3).
Η συνολική φαρμακοκινητική ενισχυτική δράση από τη ριτοναβίρη ήταν μία περίπου 14πλάσια αύξηση της συστηματικής έκθεσης στη δαρουναβίρη όταν χορηγήθηκε από το στόμα μία εφάπαξ δόση 600 mg δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές την ημέρα. Για το λόγο αυτό, η δαρουναβίρη πρέπει να δίνεται μόνο σε συνδυασμό με χαμηλή δόση ριτοναβίρης ως ενισχυτικός παράγοντας της φαρμακοκινητικής (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Μία κλινική μελέτη στην οποία χρησιμοποιήθηκε ένα κοκτέιλ φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα κυτοχρώματα CYP2C9, CYP2C19 και CYP2D6 έδειξε μια αύξηση στην δραστικότητα των CYP2C9 και CYP2C19 και αναστολή της δραστικότητας του CYP2D6, παρουσία της δαρουναβίρης/ριτοναβίρης, που μπορεί να οφείλονται στην παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης. Η συγχορήγηση της δαρουναβίρης και ριτοναβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (όπως η φλεκαϊνίδη, η προπαφενόνη, η μετοπρολόλη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων, που μπορεί να αυξήσει ή να παρατείνει τη θεραπευτική τους δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Η συγχορήγηση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2C9 (όπως η βαρφαρίνη) και το CYP2C19 (όπως η μεθαδόνη) μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συστηματική έκθεση σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, που μπορεί να μειώσει ή να βραχύνει τη θεραπευτική τους δράση.
Παρόλο που η δράση του CYP2C8 έχει μελετηθεί μόνο in vitro, η συγχορήγηση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης και φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2C8 (όπως η πακλιταξέλη, η ροσιγκλιταζόνη, η ρεπαγκλινίδη) μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συστηματική έκθεση σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, το οποίο μπορεί να μειώσει ή να βραχύνει τη θεραπευτική τους δράση.
Η ριτοναβίρη αναστέλλει τους μεταφορείς Ρ-γλυκοπρωτεΐνη, OATP1B1 και OATP1B3, και η συγχορήγηση με υποστρώματα αυτών των μεταφορέων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των ουσιών στο πλάσμα (π.χ. ετεξιλική δαβιγατράνη, διγοξίνη, στατίνες και βοσεντάνη, βλέπε «Πίνακα αλληλεπιδράσεων» παρακάτω).
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την έκθεση σε δαρουναβίρη/ριτοναβίρη
Η δαρουναβίρη και η ριτοναβίρη μεταβολίζονται από το CYP3A. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν την ενεργότητα του CYP3A αναμένεται να αυξήσουν την κάθαρση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και ριτοναβίρης στο πλάσμα (π.χ. ριφαμπικίνη, υπερικό/βαλσαμόχορτο, λοπιναβίρη). Συγχορήγηση της δαρουναβίρης και
ριτοναβίρης και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν το CYP3A μπορεί να μειώσει την κάθαρση δαρουναβίρης και ριτοναβίρης και μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και ριτοναβίρης στο πλάσμα (π.χ. ινδιναβίρη, αζολικά αντιμυκητησιακά όπως κλοτριμαζόλη). Αυτές οι αλληλεπιδράσεις περιγράφονται στον πίνακα
αλληλεπιδράσεων παρακάτω.
Πίνακας αλληλεπιδράσεων
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ δαρουναβίρης/ριτοναβίρης και των αντιρετροϊκών και μη αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα . Η κατεύθυνση του βέλους για κάθε φαρμακοκινητική παράμετρο βασίζεται στο 90% του διαστήματος εμπιστοσύνης του γεωμετρικού μέσου όρου το οποίο βρίσκεται εντός (↔), κάτω (↓) ή άνω (↑) του εύρους 80-125% (η μη προσδιοριζόμενη αναγράφεται ως “ND” [not determined]).
Αρκετές από τις μελέτες αλληλεπιδράσεων (που εμφανίζονται με # στον πίνακα παρακάτω) έχουν διεξαχθεί σε χαμηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις της δαρουναβίρης ή με διαφορετικό δοσολογικό σχήμα (βλ. παράγραφο 4.2 “Δοσολογία”). Έτσι, οι δράσεις στα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να είναι υποεκτιμημένες και μπορεί να ενδείκνυται κλινική παρακολούθηση της ασφάλειας.
Ο παρακάτω κατάλογος παραδειγμάτων αλληλεπιδράσεων μεταξύ των φαρμάκων δεν είναι πλήρης και ως εκ τούτου θα πρέπει να συμβουλευτείτε την επισήμανση κάθε φαρμάκου που συγχορηγείται με το DAVARINO για πληροφορίες σχετικά με την οδό του μεταβολισμού, τις οδούς αλληλεπίδρασης, τους δυνητικούς κινδύνους και συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά στη συγχορήγηση.
| ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ | ||
| Παραδείγματα Φαρμακευτικών προϊόντωνανά θεραπευτικό τομέα | ΑλληλεπίδρασηΜεταβολή γεωμετρικού μέσου όρου (%) | Συστάσεις που αφορούν στη συγχορήγηση |
| ΑΝΤΙΡΕΤΡΟΪΚΑ HIV | ||
| Αναστολείς μεταφοράς αλύσου ιντεγκράσης | ||
| Ντολουτεγκραβίρη | ντολουτεγκραβίρη AUC ↓ 22% ντολουτεγκραβίρη C24h ↓ 38% ντολουτεγκραβίρη Cmax ↓ 11% δαρουναβίρη ↔** Χρησιμοποιώντας συγκρίσεις διασταυρούμενης μελέτης σε ιστορικά δεδομένα φαρμακοκινητικής | Η ενισχυμένη δαρουναβίρη και ηντολουτεγκραβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογή της δόσης. |
| Ραλτεγκραβίρη | Ορισμένες κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η ραλτεγκραβίρη μπορεί να προκαλέσει μέτρια μείωση των συγκεντρώσεων της δαρουναβίρης στο πλάσμα. | Επί του παρόντος δεν φαίνεται ναυπάρχει κλινικός συσχετισμός μετην επίδραση της ραλτεγκραβίρηςστις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα. Η δαρουναβίρης συγχορηγούμενη μεχαμηλή δόση ριτοναβίρης και ραλτεγκραβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογέςτης δόσης. |
| Νουκλεο(σ/τ)ιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) | ||
| Διδανοσίνη | διδανοσίνη AUC ↓ 9% | Η δαρουναβίρη |
| 400 mg μία φορά την ημέρα | διδανοσίνη Cmin ND διδανοσίνη Cmax ↓ 16% δαρουναβίρη AUC ↔ δαρουναβίρη Cmin ↔ δαρουναβίρη Cmax ↔ | συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και διδανοσίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογέςτης δόσης.Η διδανοσίνη πρέπει να χορηγείταισε άδειο στομάχι, συνεπώς πρέπεινα χορηγείται 1 ώρα πριν ή 2 ώρεςμετά από τη λήψη του συνδυασμού δαρουναβίρης/ριτοναβίρης με φαγητό. |
| Τενοφοβίρη δισοπροξίλη 245 mg μία φορά την ημέρα | τενοφοβίρη AUC ↑ 22% τενοφοβίρη Cmin ↑ 37% τενοφοβίρη Cmax ↑ 24%# δαρουναβίρη AUC ↑ 21% # δαρουναβίρη Cmin ↑ 24% # δαρουναβίρη Cmax ↑ 16%(↑ τενοφοβίρης από τη δράση στη μεταφορά MDR-1 στα νεφρικά σωληνάρια) | Η παρακολούθηση της νεφρικήςλειτουργίας μπορεί να ενδείκνυταιόταν η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης χορηγείται σεσυνδυασμό με δισοπροξιλική τενοφοβίρη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποκείμενη συστηματική ή νεφρική νόσο ή σε ασθενείς που λαμβάνουν νεφροτοξικούς παράγοντες. |
| Εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη | Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη ↔ Τενοφοβίρη ↑ | Η συνιστώμενη δόση εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης είναι 200/10 mg μία φορά την ημέρα όταν χρησιμοποιείται με δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης. |
| Αβακαβίρη Εμτρισιταβίνη Λαμιβουδίνη Σταβουδίνη Ζιδοβουδίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Με βάση τις διαφορετικές οδούς απέκκρισης των άλλων NRTIs ζιδοβουδίνη, εμτρισιταβίνη, σταβουδίνη, λαμιβουδίνη, που απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, και της αβακαβίρης της οποίας ο μεταβολισμός δεν γίνεται με τη μεσολάβηση του CYP450, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις για αυτές τις φαρμακευτικές ουσίες και την δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης. | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αυτούς τους NRTIs χωρίς προσαρμογή της δόσης. |
| Μη νουκλεο(σ/τ)ιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTIs) | ||
| Εφαβιρένζη600 mg μία φορά την ημέρα | εφαβιρένζη AUC ↑ 21% εφαβιρένζη Cmin ↑ 17% εφαβιρένζη Cmax ↑ 15%# δαρουναβίρη AUC ↓ 13% # δαρουναβίρη Cmin ↓ 31% # δαρουναβίρη Cmax ↓ 15%(↑ εφαβιρένζης από την αναστολή του | Μπορεί να ενδείκνυται κλινική παρακολούθηση για τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος που σχετίζεται με αυξημένη έκθεση στηνεφαβιρένζη όταν δαρουναβίρη |
| CYP3A)(↓ δαρουναβίρης από την επαγωγή του CYP3A) | συγχορηγούμενη με χαμηλή δόσηριτοναβίρης δίνεται σε συνδυασμόμε εφαβιρένζη.Η εφαβιρένζη σε συνδυασμό μεδαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα μπορεί ναοδηγήσει σε υποβέλτιστη Cmin δαρουναβίρης. Εάν υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί εφαβιρένζη σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δοσολογικό σχήμα δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. παράγραφο 4.4). | |
| Ετραβιρίνη100 mg δύο φορές την ημέρα | ετραβιρίνη AUC ↓ 37% ετραβιρίνη Cmin ↓ 49% ετραβιρίνη Cmax ↓ 32% δαρουναβίρη AUC ↑ 15% δαρουναβίρη Cmin ↔ δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και ετραβιρίνη200 mg δύο φορές τηνημέραμπορεί να χρησιμοποιηθείχωρίς προσαρμογές της δόσης. |
| Νεβιραπίνη200 mg δύο φορές την ημέρα | νεβιραπίνη AUC ↑ 27% νεβιραπίνη Cmin ↑ 47% νεβιραπίνη Cmax ↑ 18%# οι συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης ήταν σύμφωνες με τα ιστορικά δεδομένα. (↑ νεβιραπίνης από την αναστολή του CYP3A) | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και νεβιραπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογέςτης δόσης. |
| Ριλπιβιρίνη150 mg μία φορά την ημέρα | ριλπιβιρίνη AUC ↑ 130% ριλπιβιρίνη Cmin ↑ 178% ριλπιβιρίνη Cmax ↑ 79% δαρουναβίρη AUC ↔ δαρουναβίρη Cmin ↓ 11% δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και ριλπιβιρίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογέςτης δόσης. |
| Αναστολείς Πρωτεάσης (PIs) του HIV – χωρίς επιπρόσθετη συγχορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης† | ||
| Αταζαναβίρη300 mg μία φορά την ημέρα | αταζαναβίρη AUC ↔ αταζαναβίρη Cmin ↑ 52% αταζαναβίρη Cmax ↓ 11% # δαρουναβίρη AUC ↔ # δαρουναβίρη Cmin ↔# δαρουναβίρη Cmax ↔Αταζαναβίρη: σύγκριση αταζαναβίρης/ριτοναβίρης 300/100 mg | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και αταζαναβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογέςτης δόσης. |
| μία φορά την ημέρα έναντι αταζαναβίρης 300 mg μία φορά την ημέρα σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 400/100 mg δύο φορές την ημέρα Δαρουναβίρη: σύγκριση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές την ημέρα έναντι δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με αταζαναβίρη 300 mg μία φορά την ημέρα | ||
| Ινδιναβίρη800 mg δύο φορές την ημέρα | ινδιναβίρη AUC ↑ 23% ινδιναβίρη Cmin ↑ 125% ινδιναβίρη Cmax ↔# δαρουναβίρη AUC ↑ 24% # δαρουναβίρη Cmin ↑ 44% # δαρουναβίρη Cmax ↑ 11%Ινδιναβίρη: σύγκριση ινδιναβίρης/ ριτοναβίρης 800/100 mg δύο φορές την ημέρα έναντι ινδιναβίρης/δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/400/100 mg δύο φορές την ημέρα Δαρουναβίρη: σύγκριση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές την ημέρα έναντι δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg σε συνδυασμό με ινδιναβίρη 800 mg δύο φορές την ημέρα | Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης της ινδιναβίρης από τα 800 mg δύοφορές την ημέρα στα 600 mg δύοφορές την ημέρα, σε περίπτωση δυσανεξίας. |
| Σακουιναβίρη1.000 mg δύο φορές την ημέρα | # δαρουναβίρη AUC ↓ 26% # δαρουναβίρη Cmin ↓ 42% # δαρουναβίρη Cmax ↓ 17% σακουιναβίρη AUC ↓ 6% σακουιναβίρη Cmin ↓ 18% σακουιναβίρη Cmax ↓ 6%Σακουιναβίρη: σύγκριση σακουιναβίρης/ριτοναβίρης 1.000/100 mg δύο φορές την ημέρα έναντι σακουιναβίρης/δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 1.000/400/100 mg δύο φορές την ημέρα Δαρουναβίρη: σύγκριση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg δύο φορές την ημέρα έναντι δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 400/100 mg σε συνδυασμό με σακουιναβίρη 1.000 mg δύο φορές την ημέρα | Δεν συνιστάται ο συνδυασμός δαρουναβίρης συγχορηγούμενη μεχαμηλή δόση ριτοναβίρης με σακουιναβίρη. |
| Αναστολείς Πρωτεάσης (PIs) του HIV – με συγχορήγηση χαμηλής δόσης ριτοναβίρης† | ||
| Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη 400/100 mg δύο φορές την ημέραΛοπιναβίρη/ριτοναβίρη 533/133,3 mg δύο φορές την ημέρα | λοπιναβίρη AUC ↑ 9% λοπιναβίρη Cmin ↑ 23% λοπιναβίρη Cmax ↓ 2% δαρουναβίρη AUC ↓ 38%‡ δαρουναβίρη Cmin ↓ 51%‡ δαρουναβίρη Cmax ↓ 21%‡ λοπιναβίρη AUC ↔ λοπιναβίρη Cmin ↑ 13% λοπιναβίρη Cmax ↑ 11% δαρουναβίρη AUC ↓ 41% | Εξαιτίας μιας μείωσης στην έκθεση(AUC) της δαρουναβίρης κατά 40%, κατάλληλες δόσεις του συνδυασμού δεν έχουν καθιερωθεί. Για το λόγο αυτό, η ταυτόχρονη χρήση δαρουναβίρης συγχορηγούμενης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και με το |
| δαρουναβίρη Cmin ↓ 55% δαρουναβίρη Cmax ↓ 21%‡ βάσει των τιμών μη κανονικοποιημένης δόσης | προϊόν συνδυασμού λοπιναβίρης/ριτοναβίρης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο4.3). | |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ CCR5 | ||
| Μαραβιρόκη150 mg δύο φορές την ημέρα | μαραβιρόκη AUC ↑ 305% μαραβιρόκη Cmin ND μαραβιρόκη Cmax ↑ 129%οι συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης, ριτοναβίρης ήταν σύμφωνες με τα ιστορικά δεδομένα. | Η δόση της μαραβιρόκης πρέπει ναείναι 150 mg δύο φορές την ημέραόταν συγχορηγείται με δαρουναβίρη μαζί με χαμηλή δόσηριτοναβίρης. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΩΝ α1-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | ||
| Αλφουζοσίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της αλφουζοσίνης στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Η συγχορήγηση δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και αλφουζοσίνης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ | ||
| Αλφαιντανύλη | Δεν έχει μελετηθεί. Ο μεταβολισμός της αλφαιντανύλης διαμεσολαβείται από το CYP3A και ενδέχεται λόγω αυτού να αναστέλλεται από τη δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης. | Η ταυτόχρονη χρήση με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης ενδέχεται να απαιτεί μείωση της δόσης της αλφαιντανύλης και παρακολούθηση των κινδύνων για παρατεταμένη ή καθυστερημένη αναπνευστική καταστολή. |
| ΑΝΤΙΣΤΗΘΑΓΧΙΚΑ/ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΑ | ||
| Δισοπυραμίδη ΦλεκαϊνίδηΛιδοκαΐνη (συστηματική) Μεξιλετίνη ΠροπαφενόνηΑμιοδαρόνη Βεπριδίλη Δρονεδαρόνη Ιβαμπραδίνη,Κινιδίνη Ρανολαζίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A ή/και του CYP2D6) | Απαιτείται προσοχή και συνιστάταιη παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων, εάνείναι διαθέσιμες, για αυτά τα αντιαρρυθμικά κατά τη συγχορήγησή τους με δαρουναβίρημε χαμηλή δόση ριτοναβίρης.Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και αμιοδαρόνη, βεπριδίλη, δρονεδαρόνη, ιβαμπραδίνη, κινιδίνη ή ρανολαζίνη αντενδείκνυνται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Διγοξίνη0,4 mg εφάπαξ δόση | διγοξίνη AUC ↑ 61% διγοξίνη Cmin ND διγοξίνη Cmax ↑ 29%(↑ διγοξίνης από πιθανή αναστολή της | Δεδομένου ότι η διγοξίνη έχει μικρό θεραπευτικό δείκτη, συνιστάται να συνταγογραφείται αρχικά η |
| P-gp) | μικρότερη δυνατή δόση της διγοξίνης σε περίπτωση που η διγοξίνη χορηγείται σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Η δόσητης διγοξίνης πρέπει να τιτλοποιείται προσεκτικά για να εξασφαλιστεί η επιθυμητή κλινική δράση ενώ ταυτόχρονα αξιολογείται η συνολική κλινική κατάσταση του ατόμου. | |
| ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ | ||
| Κλαριθρομυκίνη500 mg δύο φορές την ημέρα | κλαριθρομυκίνη AUC ↑ 57% κλαριθρομυκίνη Cmin ↑ 174% κλαριθρομυκίνη Cmax ↑ 26% # δαρουναβίρη AUC ↓ 13%# δαρουναβίρη Cmin ↑ 1%# δαρουναβίρη Cmax ↓ 17%οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη 14-OH-κλαριθρομυκίνη δεν ήταν ανιχνεύσιμες όταν συνδυάστηκαν με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.(↑ κλαριθρομυκίνης από την αναστολή τουCYP3A και πιθανά την αναστολή της P-gp) | Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν ηκλαριθρομυκίνη συνδυάζεται μεδαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης.Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να συμβουλευτείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κλαριθρομυκίνης για τη συνιστώμενη δόση. |
| ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ/ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ | ||
| Απιξαμπάνη Ριβαροξαμπάνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της ενισχυμένης δαρουναβίρης με αυτά τα αντιπηκτικά ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσειςτου αντιπηκτικού.(αναστολή του CYP3A και/ή της P-gp) | Η χρήση ενισχυμένης δαρουναβίρης με ένα άμεσα δρων από στόματος αντιπηκτικό (DOAC) που μεταβολίζεται από το CYP3A4 και μεταφέρεται από την P-gp δεν συνιστάται καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. |
| Δαβιγατράνη ετεξιλική Εδοξαμπάνη | δαβιγατράνη ετεξιλική (150 mg): δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg εφάπαξ δόση:δαβιγατράνη AUC ↑ 72% δαβιγατράνη Cmax ↑ 64%δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg άπαξ ημερησίως:δαβιγατράνη AUC ↑ 18% δαβιγατράνη Cmax ↑ 22%Με βάση θεωρητικές εκτιμήσεις, η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με τικαγρελόρη μπορεί να αυξήσει τις | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη: Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κλινικής παρακολούθησης και/ή μείωσης της δόσης του DOAC όταν ένα DOAC που μεταφέρεται από την P-gp αλλά δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4,συμπεριλαμβανομένης της ετεξιλικής δαβιγατράνης και της εδοξαμπάνης, συγχορηγείται με DAVARINO/rtv. |
| ΤικαγρελόρηΚλοπιδογρέλη | συγκεντρώσεις της τικαγρελόρης (αναστολή του CYP3A και/ή της P- γλυκοπρωτεΐνης).Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση με ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να οδηγήσει σε μειώση της συγκέντρωσης του ενεργού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης στο πλάσμα, που μπορεί να μειώσει την αντιαιμοπεταλιακή δραστηριότητα της κλοπιδογρέλης. | Η ταυτόχρονη χορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με τικαγρελόρη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).Η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης με ενισχυμένη δαρουναβίρη δεν συνιστάται. Συνιστάται η χρήση άλλων αντιαιμοπεταλιακών που δεν επηρεάζονται από την αναστολή ή την επαγωγή του CYP (πχ. πρασουγρέλη). |
| Βαρφαρίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Οι συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης μπορεί να επηρεαστούν όταν συγχορηγείται με δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης. | Συνιστάται η παρακολούθηση τηςΔιεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης(International Normalised Ratio/INR) όταν η βαρφαρίνη συνδυάζεται με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης. |
| ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Φαινοβαρβιτάλη Φαινυτοΐνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η φαινοβαρβιτάλη καιη φαινυτοΐνη αναμένονται να μειώσουν τιςσυγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και του ενισχυτικού φαρμακοκινητικού παράγοντα αυτής στο πλάσμα.(επαγωγή των ενζύμων CYP450) | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα. |
| Καρβαμαζεπίνη200 mg δύο φορές την ημέρα | καρβαμαζεπίνη AUC ↑ 45% καρβαμαζεπίνη Cmin ↑ 54% καρβαμαζεπίνη Cmax ↑ 43% δαρουναβίρη AUC ↔ δαρουναβίρη Cmin ↓ 15% δαρουναβίρη Cmax ↔ | Δεν συνιστάται προσαρμογή τηςδόσης για το συνδυασμό δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Εάν χρειαστεί να συνδυαστεί η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη με καρβαμαζεπίνη, οι ασθενείς πρέπεινα παρακολουθούνται για πιθανέςανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την καρβαμαζεπίνη. Οι συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης πρέπει να παρακολουθούνται και η δόση της πρέπει να τιτλοποιείται για την επίτευξη επαρκούς ανταπόκρισης. Με βάση τα ευρήματα, ίσως να χρειαστεί μείωση της δόσης της καρβαμαζεπίνης κατά 25% |
| έως 50% παρουσία του συνδυασμού δαρουναβίρης/ριτοναβίρης. | ||
| Κλοναζεπάμη | Δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με κλοναζεπάμη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κλοναζεπάμης. (αναστολή του CYP3A) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης και κλοναζεπάμης. |
| ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ | ||
| Παροξετίνη20 mg μία φορά την ημέραΣερτραλίνη50 mg μία φορά την ημέραΑμιτριπτιλίνη Δεσιπραμίνη Ιμιπραμίνη Νορτριπτιλίνη Τραζοδόνη | παροξετίνη AUC ↓ 39% παροξετίνη Cmin ↓ 37% παροξετίνη Cmax ↓ 36% # δαρουναβίρη AUC ↔ # δαρουναβίρη Cmin ↔# δαρουναβίρη Cmax ↔ σερτραλίνη AUC ↓ 49% σερτραλίνη Cmin ↓ 49% σερτραλίνη Cmax ↓ 44% # δαρουναβίρη AUC ↔# δαρουναβίρη Cmin ↓ 6%# δαρουναβίρη Cmax ↔Η ταυτόχρονη χρήση δαρουναβίρης συγχορηγούμενης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και αυτών των αντικαταθλιπτικών ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αντικαταθλιπτικού. (αναστολή των CYP2D6 και/ή CYP3A) | Εάν τα αντικαταθλιπτικά συγχορηγούνται με δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, ησυνιστώμενη προσέγγιση είναι ητιτλοποίηση της δόσης του αντικαταθλιπτικού βάσει της κλινικής αξιολόγησης της ανταπόκρισης στο αντικαταθλιπτικό. Επιπλέον, οι ασθενείς που λαμβάνουν σταθερή δόση αυτών των αντικαταθλιπτικών και ξεκινούνθεραπεία με δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης πρέπει να παρακολουθούνται για ανταπόκριση στο αντικαταθλιπτικό.Συνιστάται κλινική παρακολούθηση όταν συγχορηγείται δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης με αυτά τα αντικαταθλιπτικά και ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης του αντικαταθλιπτικού. |
| ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ | ||
| Δομπεριδόνη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση δομπεριδόνης με ενισχυμένη δαρουναβίρη αντενδείκνυται. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ | ||
| Βορικοναζόλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ριτοναβίρη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης στο πλάσμα.(επαγωγή των ενζύμων CYP450 από τη ριτοναβίρη) | Η βορικοναζόλη δεν πρέπει να συνδυάζεται με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόσηριτοναβίρης εκτός εάν η αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση της βορικοναζόλης. |
| Φλουκοναζόλη Ισαβουκοναζόλη Ιτρακοναζόλη Ποζακοναζόλη Κλοτριμαζόλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αντιμυκητιασικών στο πλάσμακαι η ποζακοναζόλη, ισαβουκοναζόλη, ιτρακοναζόλη ή η φλουκοναζόλη | Πρέπει να δίνεται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.Όταν απαιτείται συγχορήγηση, η ημερήσια δόση της |
| ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης.(αναστολή CYP3A ή/και P-gp)Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη συστηματική χρήση της κλοτριμαζόλης και της ενισχυμένης δαρουναβίρης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης ή/και της κλοτριμαζόλης στο πλάσμα.δαρουναβίρη AUC24h ↑ 33% (βάσει ενός φαρμακοκινητικού μοντέλου πληθυσμού) | ιτρακοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg. | |
| ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΌΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ | ||
| Κολχικίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση της κολχικίνης και της δαρουναβίρης συγχορηγούμενης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να αυξήσει την έκθεσηστην κολχικίνη.(αναστολή του CYP3A και/ή της P-gp) | Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική ή ηπατική λειτουργία για τους οποίους απαιτείται θεραπεία με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, συνιστάται μείωση της δοσολογίας της κολχικίνης ή διακοπή της θεραπείας με κολχικίνη. Για ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία η κολχικίνη με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης αντεδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). |
| ΦΑΡΜΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΟΝΟΣΙΑ | ||
| Αρτεμεθέρη/ Λουμεφαντρίνη80/480 mg, 6 δόσεις τις ώρες 0, 8, 24, 36, 48, και60 | αρτεμεθέρη AUC ↓ 16% αρτεμεθέρη Cmin ↔ αρτεμεθέρη Cmax ↓ 18%διϋδροαρτεμισινίνη AUC ↓ 18% διϋδροαρτεμισινίνη Cmin ↔ διϋδροαρτεμισινίνη Cmax ↓ 18% λουμεφαντρίνη AUC ↑ 175% λουμεφαντρίνη Cmin ↑ 126% λουμεφαντρίνη Cmax ↑ 65% δαρουναβίρη AUC ↔ δαρουναβίρη Cmin ↓ 13% δαρουναβίρη Cmax ↔ | Ο συνδυασμός της δαρουναβίρης και της αρτεμεθέρης/λουμεφαντρίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές στη δόση, ωστόσο, λόγω της αύξησης στην έκθεση στη λουμεφαντρίνη, ο συνδυασμός πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΑΚΑ | ||
| Ριφαμπικίνη Ριφαπεντίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ριφαπεντίνη και η ριφαμπικίνη είναι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A και έχει καταδειχθεί ότι προκαλούν σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις άλλων αναστολέων πρωτεάσης οι οποίες μπορεί να οδηγήσουνσε ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη ανθεκτικότητας (επαγωγή του ενζύμου CYP450). Κατά τη διάρκεια προσπαθειών να ξεπεραστεί η μειωμένη έκθεση με αύξηση της δόσης άλλων αναστολέων πρωτεάσης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, | Ο συνδυασμός ριφαπεντίνης και δαρουναβίρης με ταυτόχρονη χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν συνιστάται. Ο συνδυασμός της ριφαμπικίνης και της δαρουναβίρης με ταυτόχρονη χαμηλή δόση ριτοναβίρης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| παρατηρήθηκε υψηλή συχνότητα ηπατικών αντιδράσεων με ριφαμπικίνη. | ||
| Ριφαμπουτίνη150 mg μία φορά κάθε δεύτερη ημέρα | ριφαμπουτίνη AUC** ↑ 55% ριφαμπουτίνη Cmin** ↑ ND ριφαμπουτίνη Cmax** ↔ δαρουναβίρη AUC ↑ 53% δαρουναβίρη Cmin ↑ 68% δαρουναβίρη Cmax ↑ 39%** άθροισμα των ενεργών τμημάτων της ριφαμπουτίνης (αρχική δραστική ουσία + 25- O-δεσακέτυλο μεταβολίτης)Η μελέτη αλληλεπίδρασης έδειξε μια συγκρίσιμη ημερήσια συστηματική έκθεση για τη ριφαμπουτίνη μεταξύ της θεραπείας με 300 mg μια φορά την ημέρα μόνο και με 150 mg μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα σε συνδυασμό με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) με περίπου 10 φορές αύξηση στην ημερήσια έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη 25-Ο- δεσακετυλριφαμπουτίνη. Επιπρόσθετα, η AUC του αθροίσματος των ενεργών τμημάτων της ριφαμπουτίνης (αρχική δραστική ουσία + 25-Ο-δεσακετυλο μεταβολίτης) ήταν αυξημένη κατά 1,6 φορές, ενώ η Cmax παρέμεινε συγκρίσιμη. Δεν υπάρχουν δεδομένα σύγκρισης με τη δόση αναφοράς των 150 mg μια φορά την ημέρα.(Η ριφαμπουτίνη είναι ένας επαγωγέας καιυπόστρωμα του CYP3A.) Μια αύξηση τηςσυστηματικής έκθεσης στη δαρουναβίρη παρατηρήθηκε όταν η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με 100 mg ριτοναβίρης συγχορηγήθηκε με ριφαμπουτίνη (150 mg μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα). | Σε ασθενείς που λαμβάνουν το συνδυασμό με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη πρέπει να ακολουθείταιμια μείωση της δόσης της ριφαμπουτίνης κατά 75% της συνήθους δόσης των 300 mg/ημέρα(δηλ. ριφαμπουτίνη 150 mg μιαφορά κάθε δεύτερη ημέρα) και αυξημένη παρακολούθηση τωνανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη ριφαμπουτίνη. Σεπερίπτωση θεμάτων ασφαλείας,πρέπει να ληφθεί υπόψη μια περαιτέρω αύξηση των δοσολογικών διαστημάτων της ριφαμπουτίνης και/ή παρακολούθηση των επιπέδων ριφαμπουτίνης.Πρέπει να δίνεται προσοχή στηνεπίσημη οδηγία για την κατάλληληθεραπεία της φυματίωσης σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Βάσει του προφίλ ασφαλείας τουσυνδυασμού δαρουναβίρης/ριτοναβίρης, η αύξηση στην έκθεση σε δαρουναβίρη παρουσία ριφαμπουτίνης δεν εγγυάται μια προσαρμογή της δόσης για το συνδυασμό δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.Με βάση το φαρμακοκινητικό μοντέλο, η μείωση αυτή της δόσηςκατά 75% εφαρμόζεται επίσης εάνοι ασθενείς λαμβάνουν ριφαμπουτίνη σε δόσεις διαφορετικές των 300 mg/ημέρα. |
| ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ | ||
| Δασατινίμπη Νιλοτινίμπη Βινβλαστίνη Βινκριστίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντινεοπλασματικών στο πλάσμα. | Οι συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να αυξηθούν όταν συγχορηγούνται με |
| Εβερόλιμους Ιρινοτεκάνη | (αναστολή του CYP3A) | δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης οδηγώντας σε δυνητικά αυξημένα ανεπιθύμητα συμβάντα, τα οποία σχετίζονται συνήθως με αυτούς τους παράγοντες.Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατάτον συνδυασμό ενός εξ αυτών τωναντινεοπλασματικών παραγόντων με δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης.Η ταυτόχρονη θεραπεία με εβερόλιμους ή ιρινοτεκάνη και δαρουναβίρησυγχορηγούμενη με χαμηλή δόσηριτοναβίρης δεν συνιστάται. |
| ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΑ/ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Κουετιαπίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιψυχωτικών φαρμάκων στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Η ταυτόχρονη χορήγηση δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και κουετιαπίνης αντενδείκνυται καθώς μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα που σχετίζεται με την κουετιαπίνη.Αυξημένες συγκεντρώσεις κουετιαπίνης μπορεί να οδηγήσουνσε κώμα (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Περφεναζίνη Pισπεριδόνη ΘειοριδαζίνηΛουρασιδόνη Πιμοζίδη Σερτινδόλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιψυχωτικών φαρμάκων στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A, του CYP2D6 και/ή της P-gp) | Μπορεί να χρειαστεί μία μείωση της δόσης για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα όταν συγχορηγούνται με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης.Η ταυτόχρονη χορήγηση δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και λουρασιδόνης, πιμοζίδης ή σερτινδόλης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ | ||
| Καρβεδιλόλη Μετοπρολόλη Τιμολόλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των β-αποκλειστών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP2D6) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση δαρουναβίρης με β-αποκλειστές. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης β-αποκλειστών. |
| ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ | ||
| Αμλοδιπίνη Διλτιαζέμη Φελοδιπίνη Νικαρδιπίνη Νιφεδιπίνη Βεραπαμίλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A και/ή του CYP2D6) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση της θεραπευτικής δράσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών όταν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα με δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης. |
| ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ | ||
| Κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (συμπεριλαμβανομένης της βηταμεθαζόνης, της βουδεσονίδης, της φλουτικαζόνης, της μομεταζόνης, της πρεδνιζόνης και της τριαμσινολόνης) | Φλουτικαζόνη: σε μια κλινική μελέτη κατά την οποία καψάκια ριτοναβίρης 100 mg, χορηγούμενα δύο φορές την ημέρα, συγχορηγήθηκαν με 50 μg ενδορρινική προπιονική φλουτικαζόνη (4 φορές την ημέρα) για 7 ημέρες σε υγιείς εθελοντές, οι συγκεντρώσεις της προπιονικής φλουτικαζόνης στο πλάσμα αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ αντιθέτως τα επίπεδα της ενδογενούς κορτιζόλης μειώθηκαν περίπου κατά 86% (90%διάστημα εμπιστοσύνης 82 - 89%). Μεγαλύτερες επιδράσεις μπορεί να είναι αναμενόμενες όταν η φλουτικαζόνη εισπνέεται.Οι συστηματικές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων έχουν αναφερθεί σε ασθενείςπου λαμβάνουν ριτοναβίρη και εισπνεόμενη ή ενδορρινικά χορηγούμενη φλουτικαζόνη. Οι επιδράσεις της υψηλής συστηματικής έκθεσης σε φλουτικαζόνη στα επίπεδα ριτοναβίρης στο πλάσμα είναιακόμα άγνωστες.Άλλα κορτικοστεροειδή: η αλληλεπίδραση δεν έχει μελετηθεί. Η συγκέντρωση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί όταν συγχορηγούνται με δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις κορτιζόλης στονορό. | Η ταυτόχρονη χρήση δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και με κορτικοστεροειδή (όλες οι οδοί χορήγησης) που μεταβολίζονται από το CYP3A ενδέχεται νααυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισηςσυστηματικών επιδράσεων τωνκορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων.Η συγχορήγηση με κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται από το CYP3A δεσυνιστάται, εκτός εάν το πιθανόόφελος για τον ασθενή αντισταθμίζει τον κίνδυνο, και σε αυτήν την περίπτωση οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών.Θα πρέπει ναλαμβάνεται υπόψη η χρήση άλλωνκορτικοστεροειδών που εξαρτώνταιλιγότερο από τον μεταβολισμό απότο CYP3A, π.χ. βεκλομεθαζόνη, ιδίως για μακροχρόνια χρήση. |
| Δεξαμεθαζόνη (συστηματική) | Δεν έχει μελετηθεί. Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP3A) | Η συστηματική δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΝΗΣ | ||
| Βοσεντάνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση της βοσεντάνης και της δαρουναβίρης συγχορηγούμενης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βοσεντάνης στο πλάσμα.Η βοσεντάνη αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης ή/και του φαρμακοενισχυτή της στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A) | Όταν χορηγείται ταυτόχρονα μεδαρουναβίρη και χαμηλή δόση ριτοναβίρης, πρέπει να παρακολουθείται η ανεκτικότητατου ασθενούς στη βοσεντάνη. |
| ΑΝΤΙΙΙΚΑ ΑΜΕΣΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟ ΤΗΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ C (HCV) | ||
| NS3-4A αναστολείς πρωτεάσης | ||
| Ελμπασβίρη/ γκραζοπρεβίρη | Η δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση στην γκραζοπρεβίρη.(αναστολή του CYP3A και του OATP1B) | Η ταυτόχρονη χρήση της δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και ελμπασβίρης/γκραζοπρεβίρης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Γκλεκαπρεβίρη/ πιβρεντασβίρη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση στη γκλεκαπρεβίρη και στην πιβρεντασβίρη.(αναστολή P-gp, BCRP ή/και OATP1B1/3) | Δεν συνιστάται να γίνεται συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με γκλεκαπρεβίρη/πιβρεντασβίρη. |
| ΦΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ | ||
| Υπερικό/Βαλσαμόχορτο(Hypericum perforatum) | Δεν έχει μελετηθεί. Το υπερικό/βαλσαμόχορτο αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και της ριτοναβίρης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP450) | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με προϊόντα που περιέχουν το υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum) (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν ένας ασθενής λαμβάνει ήδη υπερικό/βαλσαμόχορτο, διακόψτε το υπερικό/βαλσαμόχορτο και εάν είναι δυνατό ελέγξτε τα ιικά επίπεδα. Η έκθεση σε δαρουναβίρη (και επίσης η έκθεση σε ριτοναβίρη) μπορεί να αυξηθεί με τη διακοπή του υπερικού/βαλσαμόχορτου.Η επαγωγική δράση μπορεί να επιμένει για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με το υπερικό/βαλσαμόχορτο. |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΩΓΑΣΗΣ HMG Cο-A | ||
| Λοβαστατίνη Σιμβαστατίνη | Δεν έχει μελετηθεί. Η λοβαστατίνη και η σιμβαστατίνη αναμένονται να έχουν σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεών τους στο πλάσμα όταν συγχορηγούνται με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή | Οι αυξημένες συγκεντρώσεις λοβαστατίνης ή σιμβαστατίνης στοπλάσμα μπορεί να προκαλέσουν |
| δόση ριτοναβίρης. (αναστολή του CYP3A) | μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένηςτης ραβδομυόλυσης. Για το λόγοαυτό, αντενδείκνυται η ταυτόχρονηχρήση δαρουναβίρης συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης με λοβαστατίνη και σιμβαστατίνη (βλ. παράγραφο 4.3). | |
| Ατορβαστατίνη10 mg μία φορά την ημέρα | ατορβαστατίνη AUC ↑ 3-4 φορές ατορβαστατίνη Cmin ↑ ≈ 5,5-10 φορές ατορβαστατίνη Cmax ↑ ≈ 2 φορές# δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | Όταν είναι επιθυμητή η χορήγηση ατορβαστατίνης και δαρουναβίρηςσυγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, συνιστάται η έναρξη μεδόση ατορβαστατίνης 10 mg μίαφορά την ημέρα. Μια σταδιακήαύξηση της δόσης της ατορβαστατίνης μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. |
| Πραβαστατίνη40 mg εφάπαξ δόση | πραβαστατίνη AUC ↑ 81%¶ πραβαστατίνη Cmin ND πραβαστατίνη Cmax ↑ 63%¶ παρατηρήθηκε αύξηση έως και 5 φορές σε μια περιορισμένη υποομάδα ασθενών | Όταν απαιτείται χορήγηση πραβαστατίνης και δαρουναβίρης συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, συνιστάται έναρξη μετη μικρότερη δυνατή δόση πραβαστατίνης και τιτλοποίησημέχρι το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθείται η ασφάλεια. |
| Ροσουβαστατίνη10 mg μία φορά την ημέρα | ροσουβαστατίνη AUC ↑ 48%║ ροσουβαστατίνη Cmax ↑ 144%║║ με βάση δημοσιευμένα δεδομένα με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | Όταν απαιτείται χορήγηση ροσουβαστατίνης και δαρουναβίρης συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης, συνιστάται έναρξη με τη μικρότερη δυνατή δόση ροσουβαστατίνης και τιτλοποίηση μέχρι το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθείται η ασφάλεια. |
| ΑΛΛΟΙ ΥΠΟΛΙΠΙΔΑΙΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ | ||
| Λομιταπίδη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η ενισχυμένη δαρουναβίρη αναμένεται να αυξήσει την έκθεση της λομιταπίδης όταν συγχορηγούνται.(αναστολή του CYP3A) | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΩΝ Η2-ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | ||
| Ρανιτιδίνη150 mg δύο φορές την ημέρα | # δαρουναβίρη AUC ↔ # δαρουναβίρη Cmin ↔ # δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να συγχορηγηθεί με ανταγωνιστές των Η2-υποδοχέων χωρίς προσαρμογές της δόσης. |
| ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ | ||
| Κυκλοσπορίνη Σιρόλιμους ΤακρόλιμουςΕβερόλιμους | Δεν έχει μελετηθεί. Η έκθεση σε αυτά τα ανοσοκατασταλτικά θα αυξηθεί όταν συγχορηγούνται με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης.(αναστολή του CYP3A) | Πρέπει να παρακολουθείται η θεραπευτική συγκέντρωση του ανοσοκατασταλτικού παράγονταόταν λαμβάνει χώρα συγχορήγηση.Η ταυτόχρονη θεραπεία με εβερόλιμους και δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν συνιστάται. |
| ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΟΙ ΒΗΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ | ||
| Σαλμετερόλη | Δεν έχει μελετηθεί. Η ταυτόχρονη χρήση της σαλμετερόλης και της δαρουναβίρης συγχορηγούμενης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σαλμετερόλης στο πλάσμα. | Η ταυτόχρονη χρήση της σαλμετερόλης και της δαρουναβίρης συγχορηγούμενης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δεν συνιστάται. Ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών με τη σαλμετερόλη, συμπεριλαμβανομένων παράτασηςτου διαστήματος QT, αισθήματοςπαλμών και φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας. |
| ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ/ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΣΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ | ||
| Μεθαδόνηη εξατομικευμένη δόση ποικίλει από 55 mg έως 150 mg μία φορά την ημέρα | R(-) μεθαδόνη AUC ↓ 16% R(-) μεθαδόνη Cmin ↓ 15% R(-) μεθαδόνη Cmax ↓ 24% | Δεν απαιτείται προσαρμογή τηςδόσης της μεθαδόνης όταν ξεκινά η συγχορήγηση με το συνδυασμό δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.Παρόλα αυτά, μπορεί να είναι απαραίτητη αυξημένη δόση μεθαδόνης όταν συγχορηγείται γιαμεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω της επαγωγής του μεταβολισμού από τη ριτοναβίρη. Για το λόγο αυτό, συνιστάται κλινική παρακολούθηση, καθώς η |
| θεραπεία συντήρησης μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστεί σε μερικούς ασθενείς. | ||
| Βουπρενορφίνη/ναλοξόνη 8/2 mg–16/4 mg μία φορά την ημέρα | βουπρενορφίνη AUC ↓ 11% βουπρενορφίνη Cmin ↔ βουπρενορφίνη Cmax ↓ 8% νορβουπρενορφίνη AUC ↑ 46% νορβουπρενορφίνη Cmin ↑ 71% νορβουπρενορφίνη Cmax ↑ 36% ναλοξόνη AUC ↔ναλοξόνη Cmin ND ναλοξόνη Cmax ↔ | Η κλινική συσχέτιση της αύξησηςτων φαρμακοκινητικών παραμέτρων της νορβουπρενορφίνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Μπορεί να μην απαιτείται προσαρμογή της δόσηςτης βουπρενορφίνης όταν συγχορηγείται με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, αλλά συνιστάται προσεκτική κλινικήπαρακολούθηση για ενδείξεις τοξικότητας από οπιούχα. |
| Φαιντανύλη Οξυκωδόνη Τραμαδόλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η ενισχυμένη δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αναλγητικών στο πλάσμα.(αναστολή των CYP2D6 ή/και CYP3A) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με αυτά τα αναγλητικά. |
| ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ | ||
| Δροσπιρενόνη Αιθινυλοιστραδιόλη(3 mg/0,02 mg μία φορά την ημέρα)Αιθινυλοιστραδιόλη Νορεθινδρόνη35 μg/1 mg μία φορά την ημέρα | Δεν έχει μελετηθεί με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.αιθινυλοιστραδιόλη AUC ↓ 44% β αιθινυλοιστραδιόλη Cmin ↓ 62% β αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↓ 32% β νορεθινδρόνη AUC ↓ 14% β νορεθινδρόνη Cmin ↓ 30% β νορεθινδρόνη Cmax ↔ ββ με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | Όταν η δαρουναβίρη συγχορηγείται με κάποιο προϊόν που περιέχει δροσπιρενόνη, συνιστάται κλινική παρακολούθηση λόγω της πιθανότητας υπερκαλιαιμίας.Συνιστώνται εναλλακτικές ή πρόσθετες αντισυλληπτικές μέθοδοι όταν αντισυλληπτικά με βάση τα οιστρογόνα συγχορηγούνται με δαρουναβίρη και χαμηλή δόση ριτοναβίρης. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν οιστρογόνα ως θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά για ενδείξεις ανεπάρκειας οιστρογόνων. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ | ||
| Ναλοξεγκόλη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης και ναλοξεγκόλης αντενδείκνυται. |
| ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΥΠΟΥ 5 (PDE-5) | ||
| Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας Αβαναφίλη Σιλντεναφίλη Ταδαλαφίλη | Σε μία μελέτη αλληλεπίδρασης#, παρατηρήθηκε συγκρίσιμη συστηματική έκθεση στη σιλντεναφίλη με χορήγηση εφάπαξ δόσης σιλντεναφίλης 100 mg μόνο | Ο συνδυασμός αβαναφίλης και δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης αντενδείκνυται (βλ.παράγραφο 4.3). Η |
| Βαρδεναφίλη | και χορήγηση εφάπαξ δόσης 25 mg | ταυτόχρονη χρήση άλλων |
| σιλντεναφίλης σε συγχορήγηση με | αναστολέων | |
| δαρουναβίρη και χαμηλή δόση | φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 | |
| ριτοναβίρης. | (PDE-5) για τη θεραπεία της | |
| στυτικής δυσλειτουργίας με | ||
| δαρουναβίρη συγχορηγούμενη | ||
| με χαμηλή δόση ριτοναβίρης | ||
| πρέπει να γίνεται με προσοχή. | ||
| Εάν ενδείκνυται | ||
| ταυτόχρονη χρήση της | ||
| δαρουναβίρης | ||
| συγχορηγούμενης με χαμηλή | ||
| δόση ριτοναβίρης με | ||
| σιλντεναφίλη, βαρδεναφίλη ή | ||
| ταδαλαφίλη, συνιστάται η | ||
| εφάπαξ δόση της | ||
| σιλντεναφίλης να μην | ||
| υπερβαίνει τα 25 mg σε 48 | ||
| ώρες, η εφάπαξ δόση της | ||
| βαρδεναφίλης να μην | ||
| υπερβαίνει τα 2,5 mg σε 72 | ||
| ώρες ή η εφάπαξ δόση της | ||
| ταδαλαφίλης να μην | ||
| υπερβαίνει τα 10 mg σε 72 | ||
| ώρες. | ||
| Για τη θεραπεία της | Δεν έχουν μελετηθεί. Η ταυτόχρονη | Δεν έχει τεκμηριωθεί η |
| πνευμονικής αρτηριακής | χρήση | ασφαλής και αποτελεσματική |
| υπέρτασης | της σιλντεναφίλης ή της ταδαλαφίλης για | δόση της |
| Σιλντεναφίλη | τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής | σιλντεναφίλης για τη θεραπεία |
| Ταδαλαφίλη | υπέρτασης και της δαρουναβίρης | της |
| συγχορηγούμενης με χαμηλή δόση | πνευμονικής αρτηριακής | |
| ριτοναβίρης μπορεί να αυξήσει τις | υπέρτασης σε συγχορήγηση με | |
| συγκεντρώσεις της σιλντεναφίλης ή της | δαρουναβίρη και χαμηλή δόση | |
| ταδαλαφίλης στο πλάσμα. | ριτοναβίρης. Υπάρχει | |
| (αναστολή CYP3A) | αυξημένη πιθανότητα για | |
| ανεπιθύμητες ενέργειες που | ||
| σχετίζονται με σιλντεναφίλη | ||
| (συμπεριλαμβανομένων | ||
| οπτικών | ||
| διαταραχών, υπότασης, | ||
| παρατεταμένης στύσης και | ||
| συγκοπής). Συνεπώς, | ||
| αντενδείκνυται η | ||
| συγχορήγηση δαρουναβίρης | ||
| με χαμηλή δόση ριτοναβίρης | ||
| και σιλντεναφίλη όταν | ||
| χρησιμοποιείται για τη | ||
| θεραπεία της πνευμονικής | ||
| αρτηριακής υπέρτασης (βλ. | ||
| παράγραφο 4.3). | ||
| Δεν συνιστάται η | ||
| συγχορήγηση της | ||
| ταδαλαφίλης για τη θεραπεία | ||
| της | ||
| πνευμονικής αρτηριακής | ||
| υπέρτασης με δαρουναβίρη | ||
| και χαμηλή δόση ριτοναβίρης. |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΠΡΩΤΟΝΙΩΝ | ||
| Ομεπραζόλη20 mg μία φορά την ημέρα | # δαρουναβίρη AUC ↔ # δαρουναβίρη Cmin ↔ # δαρουναβίρη Cmax ↔ | Η δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να συγχορηγηθεί με αναστολείς αντλίαςπρωτονίων χωρίς προσαρμογές τηςδόσης. |
| ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ/ΥΠΝΩΤΙΚΑ | ||
| Βουσπιρόνη Κλοραζεπάτη Διαζεπάμη Εσταζολάμη Φλουραζεπάμη Μιδαζολάμη (παρεντερικώς) Ζολπιδέμη | Δεν έχουν μελετηθεί. Τα κατασταλτικά/υπνωτικά μεταβολίζονται εκτεταμένα από το CYP3A. Η συγχορήγηση με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη μπορεί να προκαλέσει μια μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση δαρουναβίρης με αυτά τα κατασταλτικά/υπνωτικάκαι θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χαμηλότερης δόσης των κατασταλτικών/υπνωτικών.. |
| Μιδαζολάμη (από του στόματος) Τριαζολάμη | Εάν η παρεντερική μιδαζολάμη συγχορηγείται με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μπορεί να προκαλέσει μια μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση αυτής της βενζοδιαζεπίνης. Δεδομένα από ταυτόχρονη χρήση παρεντερικής μιδαζολάμης με άλλους αναστολείς πρωτεάσης υποδεικνύουν μια πιθανή αύξηση στα επίπεδα της μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 3-4 φορές. | Εάν η παρεντερική μιδαζολάμησυγχορηγείται με δαρουναβίρη μεχαμηλή δόση ριτοναβίρης, κάτι τέτοιο θα πρέπει να πραγματοποιείται σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ICU) ή σε παρόμοιες συνθήκες, οι οποίεςδιασφαλίζουν στενή κλινική παρακολούθηση και κατάλληλοιατρικό χειρισμό σε περίπτωση αναπνευστικής καταστολής και/ήπαρατεταμένης καταστολής.Θαπρέπει να εξετάζεται η προσαρμογήτης δόσης της μιδαζολάμης, ειδικάόταν χορηγούνται περισσότερες από μία εφάπαξ δόσεις μιδαζολάμης. |
| Η δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης με τριαζολάμη ή από του στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). | ||
| ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΡΗ ΕΚΣΠΕΡΜΑΤΙΣΗ | ||
| Δαποξετίνη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση ενισχυμένης δαρουναβίρης με δαποξετίνη |
| αντενδείκνυται. | ||
| ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ | ||
| Φεσοτεροδίνη | Δεν έχει μελετηθεί. | Χρήση με προσοχή. |
| Σολιφενασίνη | Παρακολουθήστε τις | |
| ανεπιθύμητες | ||
| ενέργειες της φεσοτεροδίνης ή | ||
| της | ||
| σολιφενασίνης, μπορεί να | ||
| είναι | ||
| απαραίτητη μείωση της δόσης | ||
| της | ||
| φεσοτεροδίνης ή της | ||
| σολιφενασίνης. | ||
#Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε χαμηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις δαρουναβίρης ή με ένα διαφορετικό δοσολογικό σχήμα (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία).
† Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της χρήσης της δαρουναβίρης με 100 mg ριτοναβίρης και οποιουδήποτε άλλου HIV PI (π.χ. (φως)αμπρεναβίρη, και τιπραναβίρη) δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με HIV. Σύμφωνα με τις ισχύουσες θεραπευτικές κατευθυντήριες γραμμές, γενικά δεν συνιστάται η διπλή θεραπεία με αναστολείς πρωτεάσης.
‡ Διεξάχθηκε μελέτη με φουμαρική τενοφοβίρη δισοπρόξιλη 300 mg μία φορά την ημέρα.
Κύηση
Ως γενικός κανόνας, όταν λαμβάνεται η απόφαση να χρησιμοποιηθούν αντιρετροϊκοί παράγοντες για τη θεραπεία λοίμωξης από τον ιό HIV σε έγκυες γυναίκες και κατά συνέπεια για να μειωθεί ο κίνδυνος κάθετης μετάδοσης του HIV στο νεογνό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από πειραματόζωα καθώς και η κλινική εμπειρία σε έγκυες γυναίκες.
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για την έκβαση της κύησης με δαρουναβίρη σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3).
Το DAVARINO συγχορηγούμενο με χαμηλή δόση ριτοναβίρης πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το ενδεχόμενο όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η δαρουναβίρη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η δαρουναβίρη εκκρίνεται στο γάλα και σε υψηλά επίπεδα (1.000 mg/kg/ημέρα) οδήγησε σε τοξικότητα στους απογόνους.
Εξαιτίας της πιθανότητας μετάδοσης του HIV και της πιθανότητας ανεπιθύμητων
ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν, οι μητέρες πρέπει να λάβουν οδηγίες να μην θηλάσουν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, εάν λαμβάνουν δαρουναβίρη.
Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους για τη δράση της δαρουναβίρης στη γονιμότητα. Δεν υπήρξε επίδραση στο ζευγάρωμα ή τη γονιμότητα σε αρουραίους με θεραπεία δαρουναβίρης (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Η δαρουναβίρη σε συνδυασμό με ριτοναβίρη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, έχει αναφερθεί ζάλη σε μερικούς ασθενείς
κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αγωγές που περιείχαν δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν εκτιμάται η ικανότητα του ασθενούς για οδήγηση και χειρισμό μηχανών (βλ. παράγραφο 4.8).
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης (N=2.613 ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία οι οποίοι άρχισαν θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα), 51,3% των ατόμων εμφάνισαν μία τουλάχιστον ανεπιθύμητη ενέργεια. Η συνολική μέση διάρκεια θεραπείας για τους ασθενείς ήταν 95,3 εβδομάδες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες και ως αυθόρμητες αναφορές είναι διάρροια, ναυτία, εξάνθημα, κεφαλαλγία και έμετος. Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι οξεία νεφρική ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού, θρομβοπενία, οστεονέκρωση, διάρροια, ηπατίτιδα και πυρεξία.
Στην ανάλυση των 96 εβδομάδων, το προφίλ ασφαλείας της δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς που λάμβαναν πρώτη φορά θεραπεία ήταν παρόμοιο με το προφίλ που διαπιστώθηκε με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, εκτός από τη ναυτία που παρατηρήθηκε πιο συχνά σε ασθενείς που λάμβαναν πρώτη φορά θεραπεία. Αυτό χαρακτηριζόταν από ναυτία ήπιας έντασης. Δεν εντοπίστηκαν νέα ευρήματα ασφαλείας στην ανάλυση των 192 εβδομάδων σε ασθενείς που λάμβαναν πρώτη φορά θεραπεία, στους οποίους η μέση διάρκεια θεραπείας με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα ήταν 162,5 εβδομάδες.
Συγκεντρωτικός κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία του προϊόντος
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRAΚατηγορία συχνότητας | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Όχι συχνές | έρπης απλός |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Όχι συχνέςΣπάνιες | θρομβοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία, λευκοπενίααυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Όχι συχνές | φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού, υπερευαισθησία (σε φαρμακευτικό προϊόν) |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| Όχι συχνές | υποθυρεοειδισμός, αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| ΣυχνέςΌχι συχνές | σακχαρώδης διαβήτης, υπερτριγλυκεριδαιμία, υπερχοληστερολαιμία, υπερλιπιδαιμίαουρική αρθρίτιδα, ανορεξία, μειωμένη όρεξη, μειωμένο σωματικό βάρος, αυξημένο σωματικό βάρος, υπεργλυκαιμία, ανθεκτικότητα στην ινσουλίνη, μειωμένη λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας, αυξημένη όρεξη, πολυδιψία, αυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση του αίματος |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Συχνές Όχι συχνέςΣπάνιες | αϋπνίακατάθλιψη, αποπροσανατολισμός, άγχος, διαταραχή ύπνου, ανώμαλα όνειρα, εφιάλτες, μειωμένη γενετήσια ορμήσυγχυτική κατάσταση, μεταβολή διάθεσης, ανησυχία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Συχνές Όχι συχνέςΣπάνιες | κεφαλαλγία, περιφερική νευροπάθεια, ζάληλήθαργος, παραισθησία, υπαισθησία, δυσγευσία, διαταραχή στην προσοχή, δυσλειτουργία της μνήμης, υπνηλίασυγκοπή, σπασμοί, αγευσία, διαταραχή του ρυθμού του ύπνου |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Όχι συχνέςΣπάνιες | υπεραιμία του επιπεφυκότα, ξηροφθαλμίαοπτική διαταραχή |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Όχι συχνές | ίλιγγος |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Όχι συχνέςΣπάνιες | έμφραγμα του μυοκαρδίου, στηθάγχη, παρατεταμένο QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, ταχυκαρδίαοξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, φλεβοκομβική βραδυκαρδία, αίσθημα παλμών |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Όχι συχνές | υπέρταση, έξαψη |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Όχι συχνέςΣπάνιες | δύσπνοια, βήχας, επίσταξη, ερεθισμός του λαιμούρινόρροια |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Πολύ συχνές ΣυχνέςΌχι συχνές | διάρροιαέμετος, ναυτία, κοιλιακό άλγος, αυξημένη αμυλάση αίματος, δυσπεψία, διάταση της κοιλίας, μετεωρισμόςπαγκρεατίτιδα, γαστρίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, αφθώδης στοματίτιδα, ακούσια προσπάθεια για έμετο, ξηροστομία, κοιλιακή δυσφορία, δυσκοιλιότητα, αυξημένη λιπάση, ερυγή, στοματική δυσαισθησία |
| Σπάνιες | στοματίτιδα, αιματέμεση, χειλίτιδα, ξηρά χείλη, επίχριστη γλώσσα |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Συχνές Όχι συχνές | αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράσηηπατίτιδα, κυτταρολυτική ηπατίτιδα, ηπατική στεάτωση, ηπατομεγαλία, αυξημένη τρανσαμινάση, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη χολερυθρίνη αίματος, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| ΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιεςΜη γνωστές | εξάνθημα (που περιλαμβάνει κηλιδώδες, κηλιδοβλατιδώδες, βλατιδώδες, ερυθηματώδες και κνησμώδες εξάνθημα), κνησμόςαγγειοοίδημα, γενικευμένο εξάνθημα, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, έκζεμα, ερύθημα, υπερίδρωση, νυκτερινοί ιδρώτες, αλωπεκία, ακμή, ξηροδερμία, μελάγχρωση των νυχιώνDRESS, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα, δερματίτιδα, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, δερματικές αλλοιώσεις, ξηροδερμίατοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Όχι συχνέςΣπάνιες | μυαλγία, οστεονέκρωση, μυϊκοίί σπασμοί, μυική αδυναμία, αρθραλγία, άλγος σε άκρο, οστεοπόρωση, αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση του αίματοςμυοσκελετική δυσκαμψία, αρθρίτιδα, δυσκαμψία των αρθρώσεων |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Όχι συχνέςΣπάνιες Σπάνιες | οξεία νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρολιθίαση, αυξημένη κρεατινίνη αίματος, πρωτεϊνουρία, χολερυθρινουρία, δυσουρία, νυκτουρία, αυξημένη ποσότητα ούρωνμειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης νεφροπάθεια εκ κρυστάλλων§ |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| Όχι συχνές | στυτική δυσλειτουργία, γυναικομαστία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Συχνές Όχι συχνέςΣπάνιες | εξασθένιση, κόπωσηπυρεξία, θωρακικό άλγος, περιφερικό οίδημα, αίσθημα κακουχίας, αίσθηση θερμού, ευερεθιστότητα, άλγοςρίγη, μη φυσιολογική αίσθηση, ξήρωση |
§ ανεπιθύμητη ενέργεια που εντοπίστηκε μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Σύμφωνα με την κατευθυντήρια οδηγία για την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (Αναθεώρηση 2, Σεπτέμβριος 2009), η συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας μετά την κυκλοφορία στην αγορά προσδιορίστηκε με τη χρήση του «Κανόνα των 3».
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Εξάνθημα
Σε κλινικές μελέτες, το εξάνθημα ήταν κυρίως ήπιο έως μέτριο, συχνά εμφανιζόταν εντός των πρώτων τεσσάρων εβδομάδων θεραπείας και αποκαθίστατο με τη συνέχιση της χορήγησης. Σε περιπτώσεις σοβαρής δερματικής αντίδρασης βλέπε την προειδοποίηση στην παράγραφο 4.4.
Κατά τη διάρκεια του κλινικού προγράμματος ανάπτυξης της ραλτεγκραβίρης σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία, εξάνθημα, ασχέτως υπαιτιότητας, παρατηρήθηκε πιο συχνά με σχήματα που περιείχαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη + ραλτεγκραβίρη σε σύγκριση με εκείνα που περιείχαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη χωρίς ραλτεγκραβίρη ή ραλτεγκραβίρη χωρίς δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Το εξάνθημα που θεωρήθηκε από τον ερευνητή ότι ήταν φαρμακοεξαρτώμενο παρουσιάστηκε σε παρόμοια ποσοστά. Τα ποσοστά του εξανθήματος (όλων των αιτιολογιών) που προσαρμόστηκαν στην έκθεση ήταν 10,9, 4,2 και 3,8 ανά 100 ανθρωποέτη, αντίστοιχα, και για το φαρμακοεξαρτώμενο εξάνθημα ήταν 2,4, 1,1 και 2,3 ανά 100 ανθρωποέτη, αντίστοιχα. Τα εξανθήματα που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες ήταν ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας και δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Μεταβολικές παράμετροι
Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Μυοσκελετικές διαταραχές
Αυξημένη CPK, μυαλγία, μυοσίτιδα και σπάνια ραβδομυόλυση έχουν αναφερθεί με τη χρήση αναστολέων της πρωτεάσης και ιδιαίτερα σε συνδυασμό με νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs).
Έχουν αναφερθεί περιστατικά οστεονέκρωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με γενικά αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη νόσο HIV ή μακροχρόνια έκθεση σε συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία (CART). Η συχνότητα αυτής είναι άγνωστη (βλ. παράγραφο 4.4).
Φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού
Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), ενδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικές ή υπολειμματικές ευκαιριακές λοιμώξεις. Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Αιμορραγία σε αιμοφιλικούς ασθενείς
Υπάρχουν αναφορές αυξημένης αυτόματης αιμορραγίας σε αιμοφιλικούς ασθενείς που λαμβάνουν αντιρετροϊκούς αναστολείς της πρωτεάσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αξιολόγηση της ασφάλειας σε παιδιατρικούς ασθενείς βασίζεται στην 48 εβδομάδων ανάλυση των δεδομένων ασφαλείας από τρεις δοκιμές Φάσης ΙΙ. Αξιολογήθηκαν οι ακόλουθοι πληθυσμοί ασθενών (βλ. παράγραφο 5.1):
-
80 παιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 και εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία ηλικίας από 6 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 20 kg που έλαβαν δισκία δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες.
-
21 παιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 και εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία ηλικίας από 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους 10 kg έως < 20 kg (16 συμμετέχοντες από 15 kg έως
< 20 kg) που έλαβαν πόσιμο εναιώρημα δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες.
-
12 παιδιατρικοί ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν ηλικίας από 12 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg οι οποίοι
έλαβαν δισκία δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 5.1).
Συνολικά, το προφίλ ασφαλείας σε αυτούς τους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στον ενήλικο πληθυσμό.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη με ιό της ηπατίτιδας Β και/ή της ηπατίτιδας C
Ανάμεσα σε 1.968 ασθενείς που είχαν προηγούμενη εμπειρία με θεραπεία και ελάμβαναν δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα, 236 ασθενείς είχαν ταυτόχρονη λοίμωξη ηπατίτιδας Β ή C. Οι ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη ήταν πιο πιθανό να έχουν κατά την εισαγωγή στη θεραπεία και προερχόμενες από τη θεραπεία αυξήσεις ηπατικής τρανσαμινάσης σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν χρόνια ιογενή ηπατίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284
15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
Η εμπειρία από οξεία υπερδοσολογία με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης στον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Έχουν χορηγηθεί μεμονωμένες δόσεις έως και 3.200 mg δαρουναβίρης ως πόσιμο διάλυμα μόνη της και έως και 1.600 mg δαρουναβίρης σε μορφή δισκίων σε συνδυασμό με ριτοναβίρη σε υγιείς εθελοντές χωρίς δυσμενείς συμπτωματικές επιδράσεις.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο για την υπερδοσολογία με δαρουναβίρη. Η θεραπεία της υπερδοσολογίας με δαρουναβίρη αποτελείται από γενικά υποστηρικτικά μέτρα που περιλαμβάνουν την παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και της κλινικής κατάστασης του ασθενούς. Επειδή η δαρουναβίρη δεσμεύεται σε υψηλό
ποσοστό στις πρωτεΐνες, δεν θεωρείται πιθανό η αιμοκάθαρση να είναι ωφέλιμη στη σημαντική απομάκρυνση της δραστικής ουσίας.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DAVARINO 600MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιιικά για συστηματική χρήση, αναστολείς πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05AE10.
Μηχανισμός δράσης
Η δαρουναβίρη είναι ένας αναστολέας του διμερισμού και της καταλυτικής δράσης της πρωτεάσης HIV-1 (KD 4,5 x 10-12 M). Αναστέλλει εκλεκτικά τη σχάση των κωδικοποιημένων από τον HIV Gag- Pol πολυπρωτεϊνών στα μολυσμένα από τον ιό κύτταρα, αποτρέποντας με αυτό τον τρόπο το σχηματισμό ώριμων μολυσματικών σωματίων του ιού.
Αντιιική δράση in vitro
Η δαρουναβίρη παρουσιάζει δράση έναντι εργαστηριακών στελεχών και κλινικών απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 και εργαστηριακών στελεχών του HIV-2 σε οξέως μολυσμένες σειρές
Τ-κυττάρων, σε μονοπύρηνα κύτταρα του ανθρώπινου περιφερικού αίματος και σε ανθρώπινα μονοκύτταρα/μακροφάγα με διάμεσες τιμές EC50 που κυμαίνονται από 1,2 έως 8,5 nM (0,7 έως 5,0 ng/mL). Η δαρουναβίρη εμφανίζει αντιιική δραστηριότητα in vitro έναντι ευρέως φάσματος πρωτογενών απομονωθέντων στελεχών της ομάδας Μ του HIV-1 (A, B, C, D, E, F, G) και της ομάδας O με τιμές EC50 να κυμαίνονται από < 0,1 έως 4,3 nM.
Αυτές οι τιμές EC50 είναι πολύ μικρότερες του 50% της συγκέντρωσης κυτταρικής τοξικότητας που κυμαίνεται από 87 μM έως > 100 μM.
Ανθεκτικότητα
Η in vitro επιλογή ιών ανθεκτικών στη δαρουναβίρη από τον αρχέγονο τύπο HIV-1 ήταν παρατεταμένη (> 3 έτη). Οι επιλεγμένοι ιοί ήταν ανίκανοι να αναπτυχθούν παρουσία συγκεντρώσεων δαρουναβίρης άνω των 400 nM. Επιλεγμένοι ιοί σε αυτές τις συνθήκες και οι οποίοι παρουσίαζαν μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη (εύρος: 23-50 φορές) παρουσίασαν 2 έως 4 υποκαταστάσεις αμινοξέων στο γονίδιο της πρωτεάσης. Η μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη των ιών που αναδείχθηκαν από το πείραμα επιλογής δεν μπορούσε να εξηγηθεί από την εμφάνιση αυτών των μεταλλάξεων της πρωτεάσης.
Τα δεδομένα κλινικών δοκιμών από ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (μελέτη TITAN και συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών POWER 1, 2 και 3 και των μελετών DUET 1 και 2) έδειξαν ότι η ιολογική ανταπόκριση στη δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης μειώθηκε όταν 3 ή περισσότερες Μεταλλάξεις Σχετιζόμενες με Ανθεκτικότητα
(RAMs) της δαρουναβίρης (V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54L ή M, T74P, L76V, I84V και L89V)
ήταν παρούσες κατά την έναρξη ή όταν αυτές αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η αυξανόμενη πολλαπλάσια μεταβολή της αρχικής τιμής της δαρουναβίρης στην EC50 (Fold Change, FC) σχετίστηκε με μειούμενη ιολογική ανταπόκριση. Αναγνωρίστηκαν μια κατώτερη και ανώτερη κλινική διακοπή των 10 και 40. Τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC ≤ 10 κατά την έναρξη είναι ευαίσθητα, τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC > 10 έως 40 έχουν μειωμένη ευαισθησία, τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC > 40 είναι ανθεκτικά (βλ. Κλινικά αποτελέσματα).
Οι ιοί που απομονώθηκαν από ασθενείς που έπαιρναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα και παρουσίασαν ιολογική αποτυχία μέσω υποτροπής, οι οποίοι ήταν ευαίσθητοι στην τιπραναβίρη στην έναρξη, παρέμειναν ευαίσθητοι στην τιπραναβίρη μετά τη θεραπεία, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων.
Οι χαμηλότεροι ρυθμοί εμφάνισης ανθεκτικού ιού HIV παρατηρούνται σε ασθενείς που δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία, οι οποίοι λαμβάνουν για πρώτη φορά δαρουναβίρη σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα.
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει την ανάπτυξη των μεταλλάξεων HIV-1 πρωτεάσης και την απώλεια της ευαισθησίας στους
αναστολείς της πρωτεάσης (PI) σε ιολογικές αποτυχίες στα τελικά σημεία των μελετών ARTEMIS, ODIN και TITAN.
| ARTEMISΕβδομάδα 192 | ODINΕβδομάδα 48 | TITANΕβδομάδα 48 | ||
| Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέραN=343 | Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέραN=294 | Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέραN=296 | Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέραN=298 | |
| Συνολικός αριθμός ιολογικών αποτυχιώνα, n (%)Ασθενείς που | 55 (16,0%)39 (11,4%) | 65 (22,1%)11 (3,7%) | 54 (18,2%)11 (3,7%) | 31 (10,4%)16 (5,4%) |
| υποτροπίασαν Ασθενείς που δεν κατεστάλησαν ποτέ | 16 (4,7%) | 54 (18,4%) | 43 (14,5%) | 15 (5,0%) |
| Αριθμός ασθενών με ιολογική αποτυχία και συνδυασμένους γονότυπους στην έναρξη/στο τέλος της θεραπείας, που ανέπτυξαν μεταλλάξειςβ στο τελικό σημείο, n/N | ||||
| Κύριες (μείζονες) μεταλλάξεις PI PI RAMs | 0/434/43 | 1/607/60 | 0/424/42 | 6/2810/28 |
| Αριθμός ασθενών με ιολογική αποτυχία και συνδυασμένους φαινότυπους στην έναρξη/στο τέλος της θεραπείας, που έδειξαν απώλεια της ευαισθησίας σε αναστολείς της πρωτεάσης (PI) στο τελικό σημείο σε σχέση με την έναρξη, n/N | ||||
| Αναστολέας πρωτεάσης (PI)δαρουναβίρη αμπρεναβίρη αταζαναβίρη ινδιναβίρη λοπιναβίρη σακουιναβίρη τιπραναβίρη | 0/390/390/390/390/390/390/39 | 1/581/582/562/571/580/560/58 | 0/410/400/400/400/400/400/41 | 3/260/220/221/240/230/221/25 |
α Αλγόριθμος TLOVR χωρίς ιολογική αποτυχία βασισμένος σε HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL, εκτός από την μελέτη TITAN (HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/mL)
β Κατάλογοι IAS-USA
Διασταυρούμενη ανθεκτικότητα
Η τιμή FC της δαρουναβίρης ήταν μικρότερη του 10 για το 90% των 3.309 κλινικά απομονωθέντων στελεχών που ήταν ανθεκτικά στην αμπρεναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη και/ή την τιπραναβίρη, καταδεικνύοντας ότι οι ιοί που έχουν ανθεκτικότητα στους περισσότερους PIs παραμένουν ευαίσθητοι στη δαρουναβίρη.
Στις ιολογικές αποτυχίες της μελέτης ARTEMIS δεν παρατηρήθηκε διασταυρούμενη ανθεκτικότητα με άλλους αναστολείς της πρωτεάσης (PIs).
Κλινικά αποτελέσματα
Ενήλικες ασθενείς
Για τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών σε ενήλικες ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία, ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τα δισκία DAVARINO 400 mg και 800 mg.
Αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης 600 mg δύο φορές την ημέρα συγχορηγούμενη με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας της δαρουναβίρης συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία βασίζονται
στην ανάλυση των 96 εβδομάδων της μελέτης Φάσης ΙΙΙ TITAN σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία που δεν έχουν λάβει ξανά λοπιναβίρη, στην ανάλυση των 48 εβδομάδων της μελέτης Φάσης ΙΙΙ ODIN σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία που δεν είχαν DRV-RAMs και στις αναλύσεις των δεδομένων των 96 εβδομάδων από τις μελέτες Φάσης ΙΙb POWER 1 και 2 σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία και υψηλό επίπεδο ανθεκτικότητας σε PI.
Η TITAN είναι μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, ανοιχτού σχεδιασμού δοκιμή Φάσης ΙΙΙ που συγκρίνει την δαρουναβίρη σε συγχορήγηση με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (400/100 mg δύο φορές την ημέρα) σε ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία που έχουν προσβληθεί από HIV-1 και δεν έχουν λάβει ξανά λοπιναβίρη. Και στα δύο σκέλη χρησιμοποιήθηκε Βέλτιστη Αγωγή Υποβάθρου (Optimised Background Regimen, OBR) που αποτελείτο από τουλάχιστον 2 αντιρετροϊκά (NRTIs με ή χωρίς
NNRTIs).
Ο παρακάτω πίνακας εμφανίζει τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από την ανάλυση των 48 εβδομάδων στη μελέτη TITAN.
| TITAN | |||
| Αποτελέσματα | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα + OBR N=298 | Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη 400/100 mg δύο φορές την ημέρα + OBR N=297 | Θεραπευτική διαφορά (95% CI της διαφοράς) |
| HIV-1 RNA< 50αντίγραφα/mLα | 70,8% (211) | 60,3% (179) | 10,5% (2,9, 18,1)β |
| Διάμεση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξη (x 106/L)γ | 88 | 81 | |
α Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
β Με βάση φυσιολογική προσέγγιση της διαφοράς στην % απόκριση
γ NC=F
Η μη κατωτερότητα στην ιολογική ανταπόκριση στη θεραπεία των 48 εβδομάδων με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, που ορίζεται ως το ποσοστό των ασθενών με επίπεδα HIV-1 RNA στο πλάσμα < 400 και < 50 αντίγραφα/mL, αποδείχτηκε (σύμφωνα με το προκαθορισμένο όριο 12% της μη κατωτερότητας) τόσο για τον πληθυσμό ITT όσο και για τον πληθυσμό OP. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν από τα δεδομένα των αναλύσεων των 96 εβδομάδων θεραπείας στη μελέτη TITAN, με το 60,4% των ασθενών της ομάδας δαρουναβίρης/ριτοναβίρης να έχουν
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL την εβδομάδα 96 σε σύγκριση με το 55,2% της ομάδας της λοπιναβίρης/ριτοναβίρης [διαφορά: 5,2%, 95% CI (-2,8, 13,1)].
Η ODIN είναι μία ανοιχτού σχεδιασμού δοκιμή Φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένη, η οποία συγκρίνει την δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα με την δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 οι οποίοι έχουν προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία και των οποίων ο έλεγχος πριν την ένταξη για τους γονότυπους που εμφανίζουν ανθεκτικότητα στη δαρουναβίρη δεν έδειξε να υπάρχουν RAMs για τη δαρουναβίρη (δηλαδή V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V, L89V) και οι οποίοι είχαν
HIV-1 RNA > 1.000 αντίγραφα/mL στον έλεγχο πριν την ένταξη στη μελέτη. Η ανάλυση της αποτελεσματικότητας βασίζεται στις 48 εβδομάδες θεραπείας (βλ. παρακάτω πίνακα). Και στα δύο σκέλη της μελέτης χρησιμοποιήθηκε βέλτιστη αγωγή υποβάθρου (OBR) με ≥ 2 NRTIs.
| ODIN | |||
| Αποτελέσματα | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα + OBR N=294 | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα + OBR N=296 | Θεραπευτική διαφορά (95% CI της διαφοράς) |
| HIV-1 RNA | 72,1% (212) | 70,9% (210) | 1,2% (-6,1, 8,5)β |
| < 50 αντίγραφα/mLα | |||
| Με HIV-1 RNA | |||
| κατά την έναρξη | |||
| (αντίγραφα/mL) | |||
| < 100.000 | 77,6% (198/255) | 73,2% (194/265) | 4,4% (-3,0, 11,9) |
| ≥ 100.000 | 35,9% (14/39) | 51,6% (16/31) | -15,7% (-39,2, 7,7) |
| Με αριθμό CD4+ | |||
| κυττάρων κατά την | |||
| έναρξη (x 106/L) | |||
| ≥ 100 | 75,1% (184/245) | 72,5% (187/258) | 2,6% (-5,1, 10,3) |
| < 100 | 57,1% (28/49) | 60,5% (23/38) | -3,4% (-24,5, 17,8) |
| Με κλάδο HIV-1 | |||
| Τύπου B | 70,4% (126/179) | 64,3% (128/199) | 6,1% (-3,4, 15,6) |
| Τύπου AE | 90,5% (38/42) | 91,2% (31/34) | -0,7% (-14,0, 12,6) |
| Τύπου C | 72,7% (32/44) | 78,8% (26/33) | -6,1% (-2,6, 13,7) |
| Άλλογ | 55,2% (16/29) | 83,3% (25/30) | -28,2% (-51,0, - |
| 5,3) | |||
| Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξη (x 106/L)ε | 108 | 112 | -5δ (-25, 16) |
α Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
β Με βάση φυσιολογική προσέγγιση της διαφοράς στην % απόκριση
γ Κλάδοι A1, D, F1, G, K, CRF02_AG, CRF12_BF, και CRF06_CPX
δ Διαφορά των μέσων
ε Καταλογισμός με βάση το Last Observation Carried Forward
Στις 48 εβδομάδες, η ιολογική ανταπόκριση, οριζόμενη ως το ποσοστό των ασθενών με επίπεδα στο πλάσμα HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL, με θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα αποδείχθηκε ότι δεν ήταν κατώτερη (σύμφωνα με το προκαθορισμένο όριο 12% της μη κατωτερότητας) σε σύγκριση με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα για τους πληθυσμούς ITT και OP.
Η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μία ή περισσότερες μεταλλάξεις που συνδέονται με ανθεκτικότητα στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs) ή με HIV-1 RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/mL ή με αριθμό CD4+ κυττάρων < 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4).
Είναι διαθέσιμα περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς με υποτύπους HIV-1 εκτός του B.
Οι POWER 1 και POWER 2 είναι τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές οι οποίες σύγκριναν την δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) με μία ομάδα ελέγχου που λάμβανε ένα σχήμα με PI που είχε επιλέξει ο ερευνητής σε ασθενείς μολυσμένους με τον ιό HIV-1 οι οποίοι είχαν προηγούμενα αποτύχει σε περισσότερα από 1 σχήματα που περιείχαν PI. Και στις δύο μελέτες χρησιμοποιήθηκε μία OBR αποτελούμενη από τουλάχιστον 2 NRTIs με ή χωρίς ενφουβιρτίδη (ENF).
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα δεδομένα αποτελεσματικότητας των αναλύσεων 48 εβδομάδων και των 96 εβδομάδων από τα συγκεντρωτικά στοιχεία των δοκιμών POWER 1 και POWER 2.
| Συγκεντρωτικά δεδομένα της POWER 1 και POWER 2 | ||
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96 | |
| Αποτελέσματα | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mgδύο φορέςτην ημέρα n=131 | Έλεγχοςn=124 | Θεραπευτική διαφορά | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mgδύο φορέςτην ημέρα n=131 | Έλεγχοςn=1 |
| HIV RNA | 45,0% | 11,3% | 33,7% | 38,9% | 8,9% |
| <50 | (59) | (14) | (23,4%, | (51) | (11) |
| αντίγραφα/mLα | 44,1%)γ | ||||
| Μέση | 103 | 17 | 86 | 133 | 15 |
| μεταβολή του | (57, 114)γ | ||||
| αριθμού των | |||||
| CD4+ | |||||
| κυττάρων από | |||||
| την έναρξη (x | |||||
| 106/L)β |
α Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
β Καταλογισμός με βάση το Last Observation Carried Forward
γ 95% διαστήματα εμπιστοσύνης
Η ανάλυση των δεδομένων των 96 εβδομάδων θεραπείας στις δοκιμές POWER απέδειξαν παρατεταμένη αντιρετροϊκή αποτελεσματικότητα και ανοσολογικό πλεονέκτημα.
Από τους 59 ασθενείς που ανταποκρίθηκαν με πλήρη ιική καταστολή (< 50 αντίγραφα/mL) κατά την εβδομάδα 48, 47 ασθενείς (80% αυτών που ανταποκρίθηκαν κατά την εβδομάδα 48) εξακολούθησαν να παρουσιάζουν ανταπόκριση κατά την εβδομάδα 96.
Αρχικός γονότυπος ή φαινότυπος και ιολογική έκβαση
Ο αρχικός γονότυπος και η FC της δαρουναβίρης (αλλαγή στην ευαισθησία σχετιζόμενη με το πρότυπο) αποδείχθηκε ότι είναι ένας προγνωστικός παράγοντας της ιολογικής έκβασης.
Ποσοστό (%) των ασθενών με ανταπόκριση (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL την εβδομάδα 24) στη δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) ανάλογα με το γονότυπο κατά την έναρξηα, την FC της δαρουναβίρης κατά την έναρξη και με χρήση ενφουβιρτίδης (ENF): Ως ανάλυση θεραπευμένων των μελετών POWER και DUET.
| Αριθμός μεταλλάξεων κατά την έναρξηα | DRV FC κατά την έναρξηβ | |||||||
| Ανταπόκριση (HIV-1 RNA < 50αντίγραφα/mL τηνεβδομάδα 24)%, n/N | Όλα τα εύρη | 0-2 | 3 | ≥ 4 | Όλα τα εύρη | ≤ 10 | 10-40 | > 40 |
| Όλοι οι ασθενείς | 45%455/1,014 | 54%359/660 | 39%67/172 | 12%20/171 | 45%455/1,014 | 55%364/659 | 29%59/203 | 8%9/118 |
| Ασθενείς που δεν λαμβάνουν/που έχουν λάβει ξανάENFγ | 39%290/741 | 50%238/477 | 29%35/120 | 7%10/135 | 39%290/741 | 51%244/477 | 17%25/147 | 5%5/94 |
| Ασθενείς που δενέχουν λάβει | 60%165/273 | 66%121/183 | 62%32/52 | 28%10/36 | 60%165/273 | 66%120/182 | 61%34/56 | 17%4/24 |
| ξανά ENFδ |
α Αριθμός μεταλλάξεων από τη λίστα των μεταλλάξεων που σχετίζονται με μειωμένη ανταπόκριση στη δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54L ή M, T74P, L76V, I84V ή L89V) β Πολλαπλάσια μεταβολή στην EC50 (fold change)
γ “Ασθενείς που δεν λαμβάνουν/που έχουν λάβει ξανά ENF” είναι ασθενείς που δεν είχαν λάβει ENF ή που έλαβαν ENF αλλά όχι για πρώτη φορά
δ “Ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά ENF” είναι ασθενείς που έλαβαν ENF για πρώτη φορά
Παιδιατρικοί ασθενείς
Για τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών σε παιδιατρικούς ασθενείς που δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν ηλικίας 12 έως 17 ετών ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τα δισκία DAVARINO 400 mg και 800 mg.
Παιδιατρικοί ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία από την ηλικία των 6 έως < 18 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 20 kg
Η DELPHI είναι μια ανοιχτού σχεδιασμού δοκιμή Φάσης ΙΙ στην οποία αξιολογούνται οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες, η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης σε 80 παιδιατρικούς ασθενείς, με λοίμωξη HIV-1 και εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας 6 έως 17 ετών και σωματικό βάρος τουλάχιστον 20 kg. Αυτοί οι ασθενείς έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.2 για συστάσεις δόσεων με βάση το σωματικό βάρος). Η ιολογική ανταπόκριση ορίστηκε ως μια μείωση του HIV-1 RNA ιικού φορτίου στο πλάσμα τουλάχιστον κατά 1,0 log10 έναντι της έναρξης της θεραπείας.
Στη μελέτη, στους ασθενείς που υπήρχε ο κίνδυνος να διακόψουν τη θεραπεία λόγω δυσανεξίας
στο πόσιμο διάλυμα ριτοναβίρης (π.χ. αποστροφή γεύσης) τους επετράπει να στραφούν στο σκεύασμα καψακίου. Από τους 44 ασθενείς που ελάμβαναν πόσιμο διάλυμα ριτοναβίρης, οι 27 άλλαξαν στο σκεύασμα καψακίου των 100 mg και υπερέβησαν τη δόση ριτοναβίρης που βασιζόταν στο βάρος χωρίς μεταβολές στην παρατηρούμενη ασφάλεια.
| DELPHI | |
| Αποτελέσματα την εβδομάδα 48 | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη N=80 |
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mLα | 47,5% (38) |
| Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξηβ | 147 |
α Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
β Οι ασθενείς που δεν ολοκλήρωσαν τη θεραπεία θεωρούνται αποτυχία καταλογισμού: οι ασθενείς που διέκοψαν πρώιμα αποδόθηκαν με αλλαγή ίση με 0
Σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR για τη μη-ιολογική αποτυχία, 24 (30,0%) ασθενείς παρουσίασαν ιολογική αποτυχία, από τους οποίους οι 17 (21,3%) ασθενείς υποτροπίασαν και οι 7 (8,8%) ασθενείς δεν ανταποκρίθηκαν.
Παιδιατρικοί ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία από την ηλικία των 3 έως
< 6 ετών
Η φαρμακοκινητική, η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης/ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες σε 21 παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 και εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας από 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους 10 kg έως < 20 kg αξιολογήθηκε σε μία ανοιχτού σχεδιασμού δοκιμή Φάσης ΙΙ, την ARIEL. Οι ασθενείς έλαβαν ένα δοσολογικό σχήμα βασιζόμενο στο σωματικό βάρος δύο φορές την ημέρα. Οι ασθενείς που ζύγιζαν 10 kg έως < 15 kg έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 25/3 mg/kg δύο φορές την ημέρα και οι ασθενείς που ζύγιζαν 15 kg έως < 20 kg έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 375/50 mg δύο φορές την ημέρα. Την εβδομάδα 48, η ιολογική ανταπόκριση, που ορίζεται ως το ποσοστό των ασθενών με επιβεβαιωμένο ιικό φορτίο στο πλάσμα < 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/mL, αξιολογήθηκε σε 16 παιδιατρικούς ασθενείς 15 kg έως < 20 kg και 5
παιδιατρικούς ασθενείς 10 kg έως < 15 kg που έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.2 για συστάσεις δόσεων με βάση το σωματικό βάρος).
| ARIEL | ||
| Αποτελέσματα την εβδομάδα 48 | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη | |
| 10 kg έως < 15 kg N=5 | 15 kg έως < 20 kg N=16 | |
| HIV-1 RNA < 50αντίγραφα/mLα | 80,0% (4) | 81,3% (13) |
| Ποσοστό μεταβολής CD4+ από την έναρξηβ | 4 | 4 |
| Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξηβ | 16 | 241 |
α Καταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
β NC=F
Περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας διατίθενται για παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 15 kg και δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις για τη δοσολογία.
Κύηση και μετά τον τοκετό
Η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα ή 800/100 mg μία φορά την ημέρα) σε συνδυασμό με αγωγή υποβάθρου αξιολογήθηκε σε μια κλινική δοκιμή 36 εγκύων γυναικών (18 σε κάθε σκέλος) κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου, και μετά τον τοκετό. Η ιολογική ανταπόκριση διατηρήθηκε σε όλη την περίοδο της μελέτης και στα δύο σκέλη. Καμία μετάδοση από τη μητέρα στο παιδί δεν εμφανίστηκε στα βρέφη που γεννήθηκαν από τα 31 άτομα που έμειναν σε αντιρετροϊκή θεραπεία μέχρι τη γέννηση. Δεν υπήρξαν νέα κλινικά σημαντικά ευρήματα για την ασφάλεια συγκριτικά με το γνωστό προφίλ ασφαλείας της δαρουναβίρης/ριτοναβίρης σε ενήλικες οι οποίοι έχουν μολυνθεί από HIV-1 (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.2).
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης, συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη, έχουν αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV-1. Η έκθεση στη δαρουναβίρη ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που είχαν μολυνθεί από HIV-1 συγκριτικά με τους υγιείς. Η αυξημένη έκθεση στη δαρουναβίρη στους ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV-1 σε σύγκριση με τους υγιείς μπορεί να εξηγηθεί από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης (AAG) στους ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV-1, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη δέσμευση της δαρουναβίρης στην AAG στο πλάσμα και ως εκ τούτου, υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A. Η ριτοναβίρη αναστέλλει το CYP3A, και με αυτό τον τρόπο αυξάνονται σημαντικά οι συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα.
Απορρόφηση
Η δαρουναβίρη απορροφάται ταχέως μετά από στόματος χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση της δαρουναβίρης στο πλάσμα, παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης, επιτυγχάνεται εντός
2,5-4,0 ωρών.
Η απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα μίας εφάπαξ δόσης μόνο δαρουναβίρης 600 mg ήταν περίπου 37% και αυξήθηκε σε περίπου 82% με την παρουσία 100 mg ριτοναβίρης χορηγούμενης δύο φορές την ημέρα. Η συνολική φαρμακοκινητική ενισχυτική δράση από τη ριτοναβίρη ήταν μία σχεδόν 14-πλάσια αύξηση της συστηματικής έκθεσης στη δαρουναβίρη όταν χορηγήθηκε από το στόμα μία εφάπαξ δόση 600 mg δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. παράγραφο 4.4).
Όταν χορηγήθηκε χωρίς φαγητό, η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της δαρουναβίρης παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης είναι 30% μικρότερη σε σύγκριση με τη λήψη της με φαγητό. Ως εκ τούτου, τα δισκία DAVARINO πρέπει να λαμβάνονται μαζί με ριτοναβίρη και φαγητό. Το είδος του φαγητού δεν επηρεάζει την έκθεση στη δαρουναβίρη.
Κατανομή
Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κατά περίπου 95% στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής της δαρουναβίρης, χορηγούμενης μόνη της, ήταν 88,1 ± 59,0 l (Μέση τιμή ± SD) και αυξήθηκε σε 131 ± 49,9 l (Μέση τιμή ± SD) παρουσία ριτοναβίρης 100 mg δύο φορές την ημέρα.
Βιομετασχηματισμός
In vitro πειράματα με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα (HLMs) καταδεικνύουν ότι η δαρουναβίρη υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό. Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ηπατικό σύστημα του κυτοχρώματος CYP και σχεδόν αποκλειστικά από το ισοένζυμο CYP3Α4. Μία δοκιμή της 14C-δαρουναβίρης σε υγιείς εθελοντές έδειξε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της ραδιενέργειας στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση δαρουναβίρης με ριτοναβίρη 400/100 mg οφειλόταν στη μητρική δραστική ουσία. Έχουν ταυτοποιηθεί τουλάχιστον 3 οξειδωτικοί μεταβολίτες της δαρουναβίρης στον άνθρωπο. Όλοι έδειξαν δράση η οποία ήταν τουλάχιστον 10 φορές μικρότερη από τη δράση της δαρουναβίρης κατά του αρχέγονου τύπου HIV.
Αποβολή
Μετά από μία δόση 400/100 mg 14C-δαρουναβίρης με ριτοναβίρη, περίπου το 79,5% και το 13,9% της χορηγηθείσας δόσης της 14C-δαρουναβίρης ανευρίσκεται στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα.
Αμετάβλητη δαρουναβίρη εμφανίζεται σε ποσοστό περίπου 41,2% και 7,7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης της δαρουναβίρης ήταν περίπου 15 ώρες όταν συνδυάστηκε με ριτοναβίρη.
Η ενδοφλέβια κάθαρση δαρουναβίρης (150 mg) χορηγούμενη μόνη της και παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης ήταν 32,8 L/h και 5,9 L/h, αντίστοιχα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη δύο φορές την ημέρα σε 74 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρίαστη θεραπεία, ηλικίας 6 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 20 kg, έδειξαν ότι οι χορηγούμενες δόσεις δαρουναβίρης/ριτοναβίρης που βασίζονταν στο βάρος είχαν ως αποτέλεσμα έκθεση στη δαρουναβίρη συγκρίσιμη με αυτήν των ενηλίκων που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. παράγραφο 4.2).
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη δύο φορές την ημέρα σε 14 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, ηλικίας 3 έως
< 6 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 15 kg έως < 20 kg, έδειξαν ότι οι δόσεις που βασίζονταν στο βάρος είχαν ως αποτέλεσμα έκθεση στη δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. παράγραφο 4.2).
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη μία φορά την ημέρα σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν, ηλικίας 12 έως < 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg, έδειξαν ότι η δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα οδηγεί σε έκθεση στη δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα. Ως εκ τούτου, η ίδια δόση μία φορά την ημέρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εφήβους με εμπειρία στη θεραπεία ηλικίας 12 έως < 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg χωρίς μεταλλάξεις που σχετίζονται με ανθεκτικότητα στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs)* και οι
οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/mL στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2).
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη μία φορά την ημέρα σε 10 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, ηλικίας 3 έως
< 6 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 14 kg έως < 20 kg, έδειξαν ότι οι δόσεις που βασίζονταν στο βάρος είχαν ως αποτέλεσμα έκθεση στη δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα (βλ. παράγραφο 4.2). Επιπρόσθετα, το φαρμακοκινητικό μοντέλο και η προσομοίωση της έκθεσης σε δαρουναβίρη στους παιδιατρικούς ασθενείς του εύρους των ηλικιών 3 έως < 18 ετών επιβεβαίωσαν την έκθεση σε δαρουναβίρη όπως παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες και επέτρεψε την ταυτοποίηση των υπολογιζόμενων με βάση το βάρος δοσολογικών σχημάτων δαρουναβίρης/ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν τουλάχιστον 15 kg και είτε δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν είτε έχουν εμπειρία στη θεραπεία χωρίς DRV-RAMs* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/mL στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4 + ≥ 100 κύτταρα x 106/L (βλ. παράγραφο 4.2).
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V
Ηλικιωμένοι
Φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν είχε σημαντική διαφορά στο ηλικιακό εύρος (18 έως
75 ετών) που αξιολογήθηκε σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV (n=12, ηλικία ≥ 65 ετών) (βλ. παράγραφο 4.4). Παρόλα αυτά, μόνο περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών.
Φύλο
Φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού έδειξε ελαφρώς υψηλότερη έκθεση στη δαρουναβίρη (16,8%) στις γυναίκες που έχουν μολυνθεί από HIV σε σύγκριση με τους άντρες. Αυτή η διαφορά δεν είναι κλινικά σχετιζόμενη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Αποτελέσματα από μία μελέτη ισοζυγίου μάζας με 14C-δαρουναβίρη με ριτοναβίρη έδειξαν ότι περίπου το 7,7% της χορηγηθείσας δόσης της δαρουναβίρης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητη.
Παρόλο που η δαρουναβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν επηρεάστηκε σημαντικά σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl μεταξύ 30-60 mL/min, n=20) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται και απομακρύνεται κυρίως από το ήπαρ. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων με δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη (600/100 mg) δύο φορές την ημέρα, καταδείχθηκε ότι οι συνολικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα της δαρουναβίρης σε άτομα με ήπια (Child-Pugh κατηγορία A, n=8) και μέτρια (Child-Pugh κατηγορία Β, n=8) ηπατική δυσλειτουργία ήταν συγκρίσιμες με αυτές των υγιών εθελοντών. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της μη δεσμευμένης δαρουναβίρης ήταν περίπου 55% (Child-Pugh κατηγορία A) και 100% (Child-Pugh κατηγορία Β) υψηλότερες, αντίστοιχα. Η κλινική σημασία αυτής της αύξησης είναι άγνωστη και κατά συνέπεια, η δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν έχει ακόμα μελετηθεί (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4).
Κύηση και μετά τον τοκετό
Η έκθεση στη συνολική δαρουναβίρη και ριτοναβίρη μετά την πρόσληψη δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 600/100 mg δύο φορές την ημέρα και δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά την ημέρα ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος ήταν γενικά χαμηλότερη κάτα τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Ωστόσο, για τη μη δεσμευμένη (δηλαδή την ενεργή) δαρουναβίρη, οι
φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν λιγότερο μειωμένες κάτα τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό, εξαιτίας μιας αύξησης στο μη δεσμευμένο κλάσμα της δαρουναβίρης κάτα τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
| Φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της συνολικής δαρουναβίρης μετά από χορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης στα 600/100 mg δύο φορές την ημέρα ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος, κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου της κύησης, του τρίτου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό | |||
| Φαρμακοκινητική της συνολικής δαρουναβίρης(μέση τιμή ± SD) | Δεύτερο τρίμηνο της κύησης (n=12)α | Τρίτο τρίμηνο της κύησης (n=12) | Μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες) (n=12) |
| Cmax, ng/mL | 4.668 ± 1.097 | 5.328 ± 1.631 | 6.659 ± 2.364 |
| AUC12h, ng∙h/mL | 39.370 ± 9.597 | 45.880 ± 17.360 | 56.890 ± 26.340 |
| Cmin, ng/mL | 1.922 ± 825 | 2.661 ± 1.269 | 2.851 ± 2.216 |
α n=11 για AUC12h
| Φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της συνολικής δαρουναβίρης μετά από χορήγηση δαρουναβίρης/ριτοναβίρης στα 800/100 mg μία φορά την ημέρα ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος, κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου της κύησης, του τρίτου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό | |||
| Φαρμακοκινητική της συνολικής δαρουναβίρης(μέση τιμή ± SD) | Δεύτερο τρίμηνο της κύησης (n=17) | Τρίτο τρίμηνο της κύησης (n=15) | Μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες) (n=16) |
| Cmax, ng/mL | 4.964 ± 1.505 | 5.132 ± 1.198 | 7.310 ± 1.704 |
| AUC24h, ng∙h/mL | 62.289 ± 16.234 | 61.112 ± 13.790 | 92.116 ± 29.241 |
| Cmin, ng/mL | 1.248 ± 542 | 1.075 ± 594 | 1.473 ± 1.141 |
Σε γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες τιμές μεταξύ των ατόμων Cmax, AUC12h και Cmin της συνολικής δαρουναβίρης ήταν 28%, 26% και 26% χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, οι τιμές Cmax, AUC12h και Cmin της συνολικής δαρουναβίρης ήταν 18%, 16% χαμηλότερες και 2% υψηλότερη, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
Σε γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες τιμές Cmax, AUC24h και Cmin μεταξύ των ατόμων της συνολικής δαρουναβίρης ήταν 33%, 31% και 30% χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, οι τιμές Cmax, AUC24h και Cmin της συνολικής δαρουναβίρης ήταν 29%, 32% και 50% χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DAVARINO 600MG/TAB
Εσωτερική Φάση Μονοϋδρική λακτόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Ποβιδόνη Κ30
Κροσποβιδόνη
Άνυδρο κολλοειδές οξείδιο του πυριτίου
Εξωτερική Φάση Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου
DAVARINO 75 mg, 150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Επικάλυψη (λευκή) που αποτελείται από: Πολυβινυλαλκοόλη
Διοξείδιο του τιτανίου (E171) Πολυαιθυλενογλυκόλη Τάλκης
DAVARINO 300 mg, 600 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Επικάλυψη (πορτοκαλί-1) που αποτελείται από: Πολυβινυλαλκοόλη
Πολυαιθυλενογλυκόλη Διοξείδιο του τιτανίου (E171) Τάλκης
Λάκα αλουμινίου Sunset Yellow FCF (E110)
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Χάρτινο κουτί που περιέχει μία λευκή, αδιαφανή φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας με βιδωτό πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο (PP) και δίσκο επισφράγισης και φύλλο οδηγιών χρήσης.
Μεγέθη συσκευασίας:
DAVARINO 75 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Μία φιάλη των 480 δισκίων.
DAVARINO 150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Μία φιάλη των 240 δισκίων.
DAVARINO 300 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Μία φιάλη των 120 δισκίων.
DAVARINO 600 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Μία ή τρεις φιάλες των 60 δισκίων.