DUAVIVE CON.R.TAB (0,45+20)MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DUAVIVE 45+20
Το DUAVIVE ενδείκνυται για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της ανεπάρκειας οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με μήτρα (με τουλάχιστον 12 μήνες από την τελευταία έμμηνο ρύση) για τις οποίες δεν είναι κατάλληλη η θεραπεία που περιέχει προγεστίνες.
Η διαθέσιμη εμπειρία από τη θεραπεία γυναικών ηλικίας άνω των 65 ετών είναι περιορισμένη.
Δοσολογία
Για την έναρξη και τη συνέχιση της αντιμετώπισης των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και η μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Η συνιστώμενη δόση είναι 0,45 mg συζευγμένων οιστρογόνων (CE) και 20 mg βαζεδοξιφένης (BZA) σε μορφή ενός μοναδικού δισκίου από του στόματος μία φορά την ημέρα.
Εάν η ασθενής παραλείψει ένα δισκίο, θα πρέπει να το πάρει αμέσως μόλις το θυμηθεί. Η θεραπεία θα πρέπει κατόπιν να συνεχίζεται όπως πριν. Εάν παραλειφθούν περισσότερα από ένα δισκία, η ασθενής θα πρέπει να πάρει μόνο την τελευταία δόση και δεν θα πρέπει να πάρει το διπλάσιο της κανονικής δόσης για να αναπληρώσει τα δισκία που παραλείφθηκαν.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Ο συνδυασμός CE/BZA δεν έχει μελετηθεί σε γυναίκες ηλικίας άνω των 75 ετών. Με βάση τα
διαθέσιμα στοιχεία, δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας ανάλογα με την ηλικία (βλ. παράγραφο 5.2). Η διαθέσιμη εμπειρία από τη θεραπεία γυναικών ηλικίας άνω των 65 ετών είναι περιορισμένη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική του συνδυασμού CE/BZA δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Κατά συνέπεια, δεν συνιστάται η χρήση σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού CE/BZA δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η χρήση σε αυτόν τον πληθυσμό αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του συνδυασμού CE/BZA στον παιδιατρικό πληθυσμό. Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Ο συνδυασμός CE/BZA μπορεί να ληφθεί οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, ανεξάρτητα από τα γεύματα (βλ. παράγραφο 5.2). Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Γνωστός καρκίνος του μαστού, υποψία ύπαρξης καρκίνου του μαστού ή ιστορικό καρκίνου του μαστού.
-
Γνωστοί οιστρογονοεξαρτώμενοι κακοήθεις όγκοι ή υποψία ύπαρξης οιστρογονοεξαρτώμενων κακοήθων όγκων (π.χ. καρκίνος του ενδομητρίου) ή ιστορικό τέτοιων όγκων.
-
Μη διαγνωσμένη αιμορραγία από τα γεννητικά όργανα.
-
Μη υποκείμενη σε θεραπεία υπερπλασία ενδομητρίου.
-
Ενεργό ή προηγούμενο ιστορικό φλεβικών θρομβοεμβολικών επεισοδίων (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση αμφιβληστροειδικής φλέβας).
-
Γνωστές θρομβοφιλικές διαταραχές (π.χ. ανεπάρκεια πρωτεΐνης C, πρωτεΐνης S ή αντιθρομβίνης – βλ. παράγραφο 4.4).
-
Ενεργό ή προηγούμενο ιστορικό αρτηριακής θρομβοεμβολικής νόσου (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο).
-
Οξεία ηπατοπάθεια ή ιστορικό ηπατοπάθειας εφόσον οι εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα.
-
Ο συνδυασμός CE/BZA δεν πρέπει να λαμβάνεται από γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία ή από γυναίκες που θηλάζουν (βλ. παραγράφους 4.6 και 5.3).
-
Πορφυρία.
Για την αντιμετώπιση των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων, η θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA θα πρέπει να ξεκινά μόνο σε περίπτωση που τα συμπτώματα επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος και η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται μόνον εφόσον τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.
Οι γυναίκες που λαμβάνουν τον συνδυασμό CE/BZA δεν θα πρέπει να λαμβάνουν προγεστίνες, επιπλέον οιστρογόνα ή άλλους εκλεκτικούς ρυθμιστές των οιστρογονικών υποδοχέων (SERM).
Δεν έχει μελετηθεί η χρήση του DUAVIVE (CE/BZA) στη θεραπεία της πρόωρης εμμηνόπαυσης. Ιατρική εξέταση/επανεξέταση
Πριν από την έναρξη ή την επανέναρξη της θεραπείας με τον συνδυασμό CE/BZA, θα πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό. Η σωματική εξέταση (που θα περιλαμβάνει την πύελο και τους μαστούς) θα πρέπει να καθοδηγείται από το ιστορικό αυτό, καθώς και από τις αντενδείξεις και τις προφυλάξεις στη χρήση. Συνιστάται να πραγματοποιούνται περιοδικοί επανέλεγχοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας, των οποίων η συχνότητα και η φύση προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες της κάθε γυναίκας. Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στις γυναίκες σχετικά με το ποιες αλλαγές στους μαστούς θα πρέπει να αναφέρονται στον γιατρό ή τον νοσηλευτή τους (βλ. «Καρκίνος του μαστού» παρακάτω). Παρακλινικές εξετάσεις, που να περιλαμβάνουν τη χρήση κατάλληλων απεικονιστικών μεθόδων, π.χ. μαστογραφία, θα πρέπει να εκτελούνται σύμφωνα με τις τρέχουσες αποδεκτές πρακτικές προληπτικού ελέγχου, προσαρμοσμένες στις κλινικές ανάγκες του κάθε ατόμου.
Καταστάσεις που απαιτούν επίβλεψη
Εάν υπάρχει οποιαδήποτε από τις παρακάτω καταστάσεις, είχε εκδηλωθεί στο παρελθόν και/ή είχε επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης ή προηγούμενης ορμονοθεραπείας, η ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι καταστάσεις αυτές ενδέχεται να επανεμφανιστούν ή να επιδεινωθούν κατά τη θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA, και συγκεκριμένα:
-
Λειομύωμα (ινώματα της μήτρας) ή ενδομητρίωση
-
Παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολικές διαταραχές (βλ. παρακάτω)
-
Παράγοντες κινδύνου για οιστρογονοεξαρτώμενους όγκους, π.χ. ιστορικό καρκίνου του μαστού σε συγγενή 1ου βαθμού
-
Υπέρταση
-
Ηπατικές διαταραχές (π.χ. ηπατικό αδένωμα)
-
Σακχαρώδης διαβήτης με ή χωρίς αγγειακή συμμετοχή
-
Χολολιθίαση
-
Ημικρανία ή (έντονη) κεφαλαλγία
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
-
Ιστορικό υπερπλασίας ενδομητρίου (βλ. παρακάτω)
-
Επιληψία
-
Άσθμα
-
Ωτοσκλήρυνση
Αιτίες άμεσης διακοπής της θεραπείας
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται εάν εντοπιστεί αντένδειξη (π.χ. φλεβική θρομβοεμβολή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και εγκυμοσύνη) και στις παρακάτω καταστάσεις:
-
Ίκτερος ή επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας
-
Σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης
-
Πρωτοεμφανιζόμενη κεφαλαλγία τύπου ημικρανίας Υπερπλασία του ενδομητρίου και καρκίνωμα
Σε γυναίκες με ακέραια μήτρα, ο κίνδυνος υπερπλασίας του ενδομητρίου και καρκινώματος αυξάνεται όταν χορηγούνται οιστρογόνα ως μονοθεραπεία για μεγάλες χρονικές περιόδους. Η αναφερθείσα αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου σε χρήστες μόνο οιστρογόνων ποικίλλει από 2 έως 12 φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με μη χρήστες, ανάλογα με τη
διάρκεια της θεραπείας και τη δόση των οιστρογόνων. Μετά τη διακοπή της θεραπείας ο κίνδυνος μπορεί να παραμείνει αυξημένος για τουλάχιστον 10 χρόνια. Οι γυναίκες που λαμβάνουν τον συνδυασμό CE/BZA δεν θα πρέπει να λαμβάνουν επιπλέον οιστρογόνα, καθώς έτσι μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος υπερπλασίας του ενδομητρίου και καρκινώματος.
Η προσθήκη βαζεδοξιφένης στον συνδυασμό CE/BZA ελαττώνει τον κίνδυνο υπερπλασίας του ενδομητρίου, η οποία μπορεί να αποτελέσει πρόδρομο στην ανάπτυξη καρκινώματος του ενδομητρίου.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας μπορεί να παρατηρηθεί αιμορραγία εκ διαφυγής ή κηλίδες αίματος. Εάν παρατηρηθεί αιμορραγία εκ διαφυγής ή κηλίδες αίματος μετά από κάποιο διάστημα θεραπείας ή εάν η αιμορραγία συνεχιστεί αφού διακοπεί η θεραπεία, θα πρέπει να διερευνηθεί η αιτία της, πιθανώς με βιοψία του ενδομητρίου, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κακοήθειας του ενδομητρίου.
Καρκίνος του μαστού
Το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων καταδεικνύει αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού στις γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) αποκλειστικά με οιστρογόνα και ότι ο κίνδυνος εξαρτάται από τη διάρκεια της λήψης της HRT.
Η δοκιμή Women’s Health Initiative (WHI) δεν διαπίστωσε αύξηση του κινδύνου για καρκίνο του μαστού κατά τη μονοθεραπεία με οιστρογόνα σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή.
Μελέτες παρατήρησης αναφέρουν ως επί το πλείστον μικρή αύξηση του κινδύνου διάγνωσης καρκίνου του μαστού σε χρήστες μονοθεραπείας με οιστρογόνο, η οποία αύξηση είναι χαμηλότερη από αυτή που παρατηρείται σε χρήστες συνδυασμών οιστρογόνου/προγεσταγόνου (βλ. παράγραφο 4.8).
Αποτελέσματα από μια μετα-ανάλυση μεγάλης κλίμακας καταδεικνύουν ότι μετά από τη διακοπή της θεραπείας, ο αυξημένος κίνδυνος θα μειωθεί με την πάροδο του χρόνου και ότι ο χρόνος που απαιτείται για να επανέλθει στα κανονικά επίπεδα εξαρτάται από τη διάρκεια της προηγούμενης χρήσης της HRT. Όταν η HRT λαμβάνεται για περισσότερο από 5 χρόνια, ο κίνδυνος ενδέχεται να παραμένει για 10 χρόνια ή περισσότερο.
Μια μελέτη παρατήρησης με μέσο χρόνο παρακολούθησης 22 μηνών κατέδειξε ότι ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού μεταξύ των χρηστών του συνδυασμού CE/BZA ενδέχεται να εμπίπτει στο ίδιο εύρος όπως και μεταξύ των χρηστών της ορμονοθεραπείας με συνδυασμό οιστρογόνων-προγεσταγόνου. Η μακροχρόνια επίδραση του συνδυασμού CE/BZA στον κίνδυνο εμφάνιση καρκίνου του μαστού παραμένει άγνωστη (βλ. παράγραφο 5.1).
Καρκίνος των ωοθηκών
Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι πολύ πιο σπάνιος από τον καρκίνο του μαστού.
Επιδημιολογικά στοιχεία από μια μετά-ανάλυση μεγάλης κλίμακας καταδεικνύουν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT - Hormone Replacement Therapy) μόνο με οιστρογόνα. Ο κίνδυνος αυτός είναι εμφανής εντός 5 ετών χρήσης, ενώ μειώνεται με την πάροδο του χρόνου μετά τη διακοπή της χρήσης.
Ορισμένες άλλες μελέτες, συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής WHI, καταδεικνύουν ότι η χρήση συνδυασμένων θεραπειών HRT ενδέχεται να συσχετιστεί με παρόμοιο ή ελαφρώς μικρότερο κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.8).
Η επίδραση του συνδυασμού CE/BZA στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου των ωοθηκών δεν είναι γνωστή.
Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)
Σε κλινικές δοκιμές διάρκειας έως και 2 ετών σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες υπό θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA, έχουν αναφερθεί περιστατικά ΦΘΕ (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν εκδηλωθεί ή εάν υπάρχουν υποψίες εκδήλωσης συμβάντος ΦΘΕ, η θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Οι SERMs (συμπεριλαμβανομένης της βαζεδοξιφένης) και τα οιστρογόνα αυξάνουν αμφότερα τον κίνδυνο εκδήλωσης ΦΘΕ (βλ. παράγραφο 4.8).
Η ορμονοθεραπεία συνδέεται με αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης ΦΘΕ κατά 1,3-3 φορές. Τέτοια συμβάματα είναι πιο πιθανόν να σημειωθούν εντός του πρώτου έτους θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης (HRT) παρά αργότερα (βλ. παράγραφο 4.8).
Οι ασθενείς με γνωστή θρομβοφιλική κατάσταση διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης ΦΘΕ και η ορμονοθεραπεία μπορεί να αυξήσει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο αυτό. Ο συνδυασμός CE/BZA αντενδείκνυται σε αυτές τις ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3).
Στους ευρέως αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ περιλαμβάνεται η χρήση οιστρογόνων, η προχωρημένη ηλικία, οι μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις, η παρατεταμένη ακινητοποίηση, η παχυσαρκία (BMI > 30 kg/m2), η κύηση/μεταγεννητική περίοδος, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) και ο καρκίνος. Δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με το κατά πόσον οι κιρσοί παίζουν κάποιο ρόλο στην εκδήλωση ΦΘΕ. Όπως και σε όλους τους μετεγχειρητικούς ασθενείς, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο λήψης προφυλακτικών μέτρων προκειμένου να αποτραπεί η εκδήλωση ΦΘΕ μετά από χειρουργική επέμβαση. Εάν προβλέπεται παρατεταμένη ακινητοποίηση μετά από εκλεκτική χειρουργική επέμβαση, συνιστάται η προσωρινή διακοπή της λήψης του συνδυασμού CE/BZA 4 έως 6 εβδομάδες νωρίτερα. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται μόνο μετά από την πλήρη κινητοποίηση της ασθενούς. Επιπλέον, θα πρέπει να συνιστάται στις γυναίκες που λαμβάνουν τον συνδυασμό CE/BZA να περπατούν κατά διαστήματα στη διάρκεια ταξιδιών που επιβάλλουν παρατεταμένη ακινησία.
Στις γυναίκες που δεν έχουν ατομικό ιστορικό ΦΘΕ αλλά έχουν συγγενή πρώτου βαθμού με ιστορικό θρόμβωσης σε νεαρή ηλικία, μπορεί να προταθεί ο προληπτικός έλεγχος μετά από προσεκτική συμβουλευτική ως προς τους περιορισμούς του (ο προληπτικός έλεγχος αναγνωρίζει μόνο ένα μέρος των θρομβοφιλικών ανωμαλιών). Εάν εντοπιστεί θρομβοφιλική ανωμαλία που κληρονομείται παράλληλα με τη θρόμβωση στα μέλη της οικογένειας, ή εάν η ανωμαλία θεωρείται «σοβαρή» (π.χ. ανεπάρκεια αντιθρομβίνης, πρωτεΐνης S ή πρωτεΐνης C ή συνδυασμός ελλειμμάτων), τότε αντενδείκνυται η ορμονοθεραπεία.
Στις γυναίκες που ήδη λαμβάνουν χρόνια αντιπηκτική αγωγή απαιτείται προσεκτική εξέταση της σχέσης οφέλους/κινδύνου από τη χρήση ορμονοθεραπείας.
Εάν εκδηλωθεί ή εάν υπάρχουν υποψίες εκδήλωσης ΦΘΕ μετά την έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA θα πρέπει να διακοπεί αμέσως. Θα πρέπει να ζητηθεί από τις γυναίκες να επικοινωνήσουν αμέσως με το γιατρό τους εάν αντιληφθούν πιθανό σύμπτωμα θρομβοεμβολής (π.χ. επώδυνο οίδημα κνήμης, αιφνίδιο πόνο στο στήθος, δύσπνοια).
Στεφανιαία νόσος (ΣΝ)
Δεν υπάρχουν στοιχεία από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές όσον αφορά την προστασία από το έμφραγμα του μυοκαρδίου σε γυναίκες με ή χωρίς εγκατεστημένη ΣΝ που έλαβαν μονοθεραπεία με οιστρογόνα. Με βάση στοιχεία από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές δεν διαπιστώθηκε αυξημένος κίνδυνος ΣΝ κατά τη μονοθεραπεία με οιστρογόνα σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή.
Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Η μονοθεραπεία με οιστρογόνα συνδέεται με αύξηση του κινδύνου ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου μέχρι και κατά 1,5 φορές. Ο σχετικός κίνδυνος δεν μεταβάλλεται με την ηλικία ή με τον χρόνο από την εμμηνόπαυση. Παρόλα αυτά, εφόσον ο αρχικός κίνδυνος εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου εξαρτάται στενά από την ηλικία, ο συνολικός κίνδυνος εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου στις γυναίκες που λαμβάνουν ορμονοθεραπεία θα αυξηθεί με την ηλικία (βλ. παράγραφο 4.8).
Μια μελέτη παρατήρησης με μέσο χρόνο παρακολούθησης 10-11 μηνών κατέδειξε ότι ο κίνδυνος εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου μεταξύ των χρηστών του συνδυασμού CE/BZA ενδέχεται να εμπίπτει στο ίδιο εύρος όπως και μεταξύ των χρηστών της ορμονοθεραπείας με συνδυασμό οιστρογόνων-προγεσταγόνου. Η μακροχρόνια επίδραση του συνδυασμού CE/BZA στον κίνδυνο εμφάνιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου παραμένει άγνωστη (βλ. παράγραφο 5.1).
Εάν εκδηλωθεί ή εάν υπάρχουν υποψίες εκδήλωσης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, η θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA θα πρέπει να διακοπεί αμέσως (βλ. παράγραφο 4.3).
Άλλες καταστάσεις
-
Τα οιστρογόνα μπορούν να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών και συνεπώς οι ασθενείς με καρδιακή ή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA.
-
Οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς αναμένεται αύξηση του επιπέδου των οιστρογονικών συστατικών του συνδυασμού CE/BZA στην κυκλοφορία. Δεν συνιστάται η χρήση σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
-
Οι γυναίκες με προϋπάρχουσα υπερτριγλυκεριδαιμία πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με οιστρογόνα, καθώς έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά μεγάλων αυξήσεων των τριγλυκεριδίων του πλάσματος με επακόλουθη παγκρεατίτιδα μετά από θεραπεία με οιστρογόνα σε ασθενείς με αυτή την πάθηση. Ο συνδυασμός CE/BZA δεν έχει μελετηθεί σε γυναίκες με αρχικά επίπεδα τριγλυκεριδίων
>300 mg/dL (>3,4 mmol/L). Σε κλινικές δοκιμές διάρκειας έως και 2 ετών, ο συνδυασμός CE/BZA συνδέθηκε με αύξηση της συγκέντρωσης των τριγλυκεριδίων στον ορό κατά 16% περίπου τον 12ο μήνα και κατά 20% τον 24ο μήνα σε σχέση με την αρχική τιμή. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο ετήσιας παρακολούθησης των επιπέδων τριγλυκεριδίων στον ορό.
-
Ο συνδυασμός CE/BZA δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2) ή με ιστορικό χολοστατικού ίκτερου. Τα οιστρογόνα ενδέχεται να μη μεταβολίζονται ικανοποιητικά σε γυναίκες με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία. Στις γυναίκες με ιστορικό χολοστατικού ίκτερου σχετιζόμενου με παλαιότερη χρήση οιστρογόνων ή με εγκυμοσύνη, απαιτείται προσοχή και, σε περίπτωση υποτροπής, ο συνδυασμός CE/BZA θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Έχει αναφερθεί αύξηση κατά 2 έως 4 φορές του κινδύνου για νόσο της χοληδόχου κύστης που απαιτεί χειρουργική επέμβαση σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λαμβάνουν οιστρογόνα (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία εκδήλωσης νόσου της χοληδόχου κύστης.
-
Τα οιστρογόνα αυξάνουν τη δεσμευτική σφαιρίνη των θυρεοειδικών ορμονών (TBG), με αποτέλεσμα την αύξηση των ολικών θυρεοειδικών ορμονών στην κυκλοφορία, όπως αυτή υπολογίζεται με μέτρηση του δεσμευμένου σε πρωτεΐνες ιωδίου (PBI), των επιπέδων της T4 (μέσω χρωματογραφίας στήλης ή μέσω ραδιοανοσοπροσδιορισμού) ή των επιπέδων της T3 (μέσω ραδιοανοσοπροσδιορισμού). Η πρόσληψη της T3 από τη ρητίνη είναι μειωμένη, ως συνέπεια των αυξημένων επιπέδων TBG. Οι συγκεντρώσεις ελεύθερης T4 και ελεύθερης T3 δεν μεταβάλλονται. Άλλες δεσμευτικές πρωτεΐνες ενδέχεται να είναι αυξημένες στον ορό, όπως, η σφαιρίνη δέσμευσης κορτικοστεροειδών (CGB) και η σφαιρίνη δέσμευσης γεννητικών ορμονών (SHBG), με αποτέλεσμα την
αύξηση των επιπέδων των κορτικοστεροειδών και των γεννητικών στεροειδών ορμονών, αντίστοιχα, στην κυκλοφορία. Οι συγκεντρώσεις των ελεύθερων ή των βιολογικά δραστικών ορμονών δεν μεταβάλλονται. Άλλες πρωτεΐνες του πλάσματος ενδέχεται να αυξηθούν (υπόστρωμα αγγειοτενσίνης/ρενίνης, α-1-αντιθρυψίνη, σερουλοπλασμίνη).
Η θεραπεία με οιστρογόνα δεν βελτιώνει τη γνωσιακή λειτουργία. Υπάρχουν κάποια στοιχεία που υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο πιθανής άνοιας σε γυναίκες που ξεκινούν συνεχή μονοθεραπεία με οιστρογόνα μετά την ηλικία των 65 ετών.
Η επίδραση του συνδυασμού CE/BZA στον κίνδυνο άνοιας είναι άγνωστη. Περιεχόμενα εκδόχων
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη, σακχαρόζη, γλυκόζη (σε πολυδεξτρόζη και υγρή μαλτιτόλη) και σορβιτόλη (σε πολυδεξτρόζη).
Λακτόζη, σακχαρόζη και γλυκόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης, δυσανεξία στη φρουκτόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Σορβιτόλη
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει σορβιτόλη, η οποία μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα άλλων συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων. Η αθροιστική επίδραση όλων των πηγών σορβιτόλης από άλλα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα και οι πηγές σορβιτόλης μέσω διατροφής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Τα αποτελέσματα μιας κλινικής μελέτης αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα που εκπονήθηκε με τον συνδυασμό CE/BZA, καθώς και των μελετών αλληλεπιδράσεων με CE ή με βαζεδοξιφένη ως μονοθεραπεία παρουσιάζονται περιληπτικά παρακάτω.
Συζευγμένα οιστρογόνα
Μελέτες in vitro και in vivo έχουν καταδείξει ότι τα οιστρογόνα μεταβολίζονται εν μέρει από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, συμπεριλαμβανομένου του CYP3A4. Ωστόσο, σε μια κλινική μελέτη αλληλεπίδρασης με άλλα φάρμακα, η κατ’ επανάληψη χορήγηση 200 mg ιτρακοναζόλης, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, είχε ελάχιστη επίδραση στη φαρμακοκινητική των CE (όπως μετράται από την οιστρόνη και την εκουιλίνη) και της βαζεδοξιφένης όταν χορηγήθηκαν με εφάπαξ δόση 0,45 mg CE/20 mg BZA.
Ο μεταβολισμός των οιστρογόνων μπορεί να αυξηθεί κατά την ταυτόχρονη χρήση ουσιών με γνωστή επαγωγική δράση των ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τον μεταβολισμό των φαρμάκων, όπως ορισμένα αντισπασμωδικά φάρμακα (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη) και φάρμακα κατά των λοιμώξεων (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, νεβιραπίνη, εφαβιρένζη). Η ριτοναβίρη και η νελφιναβίρη, αν και είναι γνωστές ως ισχυροί αναστολείς, εμφανίζουν αντιθέτως επαγωγικές ιδιότητες όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με στεροειδείς ορμόνες. Τα σκευάσματα φυτικής προέλευσης που περιέχουν St. John’s Wort (Hypericum perforatum) ενδέχεται να αυξήσουν τον μεταβολισμό των
οιστρογόνων. Από κλινικής άποψης, ο αυξημένος μεταβολισμός των οιστρογόνων μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη δραστικότητα και σε μεταβολές του αιμορραγικού προφίλ της μήτρα.
Επίδραση της HRT με οιστρογόνα σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Τα ορμονικά αντισυλληπτικά τα οποία περιέχουν οιστρογόνα έχει καταδειχθεί ότι μειώνουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης στο πλάσμα όταν συγχορηγούνται λόγω της επαγωγής της γλυκουρονιδίωσης της λαμοτριγίνης. Αυτό ενδέχεται να μειώσει τον έλεγχο των κρίσεων. Παρότι η δυνητική αλληλεπίδραση μεταξύ της θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης και της λαμοτριγίνης δεν έχει μελετηθεί, αναμένεται να υφίσταται μία παρόμοια αλληλεπίδραση, κάτι που ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση του ελέγχου των κρίσεων μεταξύ των γυναικών που λαμβάνουν και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα μαζί.
Βαζεδοξιφένη
Ο μεταβολισμός της βαζεδοξιφένης μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χρήση ουσιών με γνωστή επαγωγική δράση των γλυκουρονοσυλτρανσφερασών της διφωσφορικής ουριδίνης (UGTs), όπως η ριφαμπικίνη, η φαινοβαρβιτάλη, η καρβαμαζεπίνη και η φαινυτοΐνη, με πιθανό αποτέλεσμα τη μείωση των συστηματικών συγκεντρώσεων της βαζεδοξιφένης. Η μείωση της έκθεσης στη βαζεδοξιφένη μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπερπλασίας του ενδομητρίου (βλ. παράγραφο 4.4).
Η βαζεδοξιφένη μεταβολίζεται ελάχιστα έως καθόλου από το κυτόχρωμα P450 (CYP). Η βαζεδοξιφένη δεν επάγει ούτε αναστέλλει τη δραστηριότητα των κυριότερων ισοενζύμων CYP και δεν αναμένεται να παρουσιάσει αλληλεπιδράσεις με συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μεταβολίζονται μέσω του CYP.
Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της βαζεδοξιφένης και των παρακάτω φαρμακευτικών προϊόντων: ιβουπροφαίνη, ατορβαστατίνη και αζιθρομυκίνη, ή ενός αντιόξινου σκευάσματος που περιέχει αργίλιο και υδροξείδιο του μαγνησίου.
Κύηση
Ο συνδυασμός CE/BZA προορίζεται για χρήση αποκλειστικά σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και αντενδείκνυται για τις γυναίκες που είναι ή ενδέχεται να μείνουν έγκυες (βλ. παράγραφο 4.3). Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του συνδυασμού CE/BZA σε έγκυες γυναίκες. Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη θεραπεία με τον συνδυασμό CE/BZA, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα των περισσότερων επιδημιολογικών μελετών που αφορούν σε ακούσια έκθεση εμβρύου σε οιστρογόνα δεν υποδεικνύουν τερατογόνες ή εμβρυοτοξικές επιδράσεις.
Σε μελέτες σε κουνέλια, η χορήγηση βαζεδοξιφένης μόνης έχει επιδείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
Θηλασμός
Ο συνδυασμός CE/BZA αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3). Δεν είναι γνωστό αν η βαζεδοξιφένη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ανιχνεύσιμες ποσότητες οιστρογόνων έχουν εντοπιστεί στο γάλα γυναικών που λάμβαναν CE. Έχει καταδειχθεί ότι η χορήγηση οιστρογόνων σε θηλάζουσες μητέρες ελαττώνει την ποσότητα και την ποιότητα του γάλακτος.
Γονιμότητα
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε ζώα με σκοπό να αξιολογηθεί η επίδραση του συνδυασμού CE/BZA στην αναπαραγωγή.
Μελέτες με τη βαζεδοξιφένη σε επίμυες έδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
ν
Ο συνδυασμός CE/BZA έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Σε κλινικές δοκιμές με βαζεδοξιφένη ως μονοθεραπεία αναφέρθηκε υπνηλία ως ανεπιθύμητη ενέργεια και οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται για την πιθανή επίδραση της θεραπείας στην οδήγηση και τον χειρισμό μηχανών.
Από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά έχουν αναφερθεί οπτικά συμπτώματα σε ασθενών που έλαβαν βαζεδοξιφένης ως μονοθεραπεία, όπως διαταραχές της οπτικής οξύτητας ή θαμπή όραση. Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, οι ασθενείς θα πρέπει να αποφύγουν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανών που απαιτεί ακριβή οπτική αντίληψη, μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα ή έως ότου λάβουν συμβουλή από τον γιατρό ότι είναι ασφαλές να το κάνουν.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε ήταν κοιλιακό άλγος, που εκδηλώθηκε σε περισσότερες από το 10% των ασθενών στις κλινικές δοκιμές.
Συμβάντα σοβαρής φλεβικής θρομβοεμβολής ενδέχεται να σημειωθούν σπάνια (λιγότερα από 1 περιστατικό ανά 1.000 ασθενείς).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο πίνακας που ακολουθεί παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τον συνδυασμό CE/BZA (n = 3.168) σε κλινικές δοκιμές με έλεγχο εικονικού φαρμάκου. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομήθηκαν σε πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) ή σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών | |||
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Αιδοιοκολπική καντιντίαση | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Συμβάντα φλεβικής θρομβοεμβολής (όπως πνευμονική εμβολή, θρόμβωση αμφιβληστροειδικής φλέβας, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση καιθρομβοφλεβίτιδα). | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Κοιλιακό άλγος | Δυσκοιλιότητα, διάρροια, ναυτία | ||
| Διαταραχές τουήπατος και των χοληφόρων | Χολοκυστίτιδα | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και τουσυνδετικού ιστού | Μυϊκοί σπασμοί | |||
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών | |||
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Τριγλυκερίδια αίματος αυξημένα | |||
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Κίνδυνος καρκίνου του μαστού
Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού που σχετίζεται με τη χρήση μόνο οιστρογόνων έχει προσδιοριστεί σε αρκετές μελέτες. O αυξημένος κίνδυνος για τους χρήστες οιστρογόνων ως μονοθεραπεία είναι χαμηλότερος από αυτόν που παρατηρείται στους χρήστες συνδυασμών οιστρογόνων/προγεσταγόνων. Το επίπεδο του κινδύνου εξαρτάται από τη διάρκεια της χρήσης (βλ. παράγραφο 4.4). Παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις απόλυτου κινδύνου που βασίζονται στα αποτελέσματα της μεγαλύτερης τυχαιοποιημένης δοκιμής με εικονικό φάρμακο (μελέτη WHI) και της μεγαλύτερης μετα-ανάλυσης προοπτικών επιδημιολογικών μελετών.
Μελέτη WHI στις Η.Π.Α., σκέλος οιστρογόνου μόνο (ΕΤ) – επιπρόσθετος κίνδυνος καρκίνου του μαστού μετά από 5 έτη χρήσης
| Ηλικιακό εύρος (έτη) | Περιστατικά ανά 1.000 γυναίκες στο σκέλοςεικονικού φαρμάκου για διάστημα 5 ετών | Ποσοστό κινδύνου και 95% CI | Επιπλέον περιστατικά ανά1.000 χρήστες ΕΤ σε διάστημα 5 ετών (95%CI) |
| Μονοθεραπεία με οιστρογόνα CE | |||
| 50-79 | 21 | 0,8 (0,7-1,0) | -4 (-6-0)* |
* Μελέτη WHI σε γυναίκες χωρίς μήτρα, όπου δεν παρατηρήθηκε αύξηση του κινδύνου για καρκίνο του μαστού
Μεγαλύτερη μετα-ανάλυση προοπτικών επιδημιολογικών μελετών
Εκτίμηση επιπρόσθετου κινδύνου για καρκίνο του μαστού μετά από 5 έτη χρήσης σε γυναίκες με BMI 27 (kg/m2)
| Ηλικία κατά την έναρξη της HRT (έτη) | Επίπτωση ανά 1.000 χρήστες χωρίς προηγούμενη χρήση HRT εντός περιόδου 5 ετών(50-54 ετών)* | Ποσοστό κινδύνου | Επιπλέον περιστατικά ανά1.000 χρήστες HRΤ μετά από διάστημα 5 ετών |
| Μονοθεραπεία με οιστρογόνο | |||
| 50 | 13,3 | 1,2 | 2,7 |
* Με βάση τα αρχικά ποσοστά επιπτώσεων στην Αγγλία το 2015 σε γυναίκες με BMI 27Σημείωση: Καθώς η συχνότητα επίπτωσης του καρκίνου του μαστού διαφέρει ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, ο αριθμός των επιπλέον περιστατικών καρκίνου του μαστού επίσης θα μεταβάλλεται αναλογικά.
Εκτιμώμενος επιπρόσθετος κίνδυνος για καρκίνο του μαστού μετά από 10ετή χρήση σε γυναίκες με BMI 27 (kg/m2)
| Ηλικία κατά την έναρξη της HRT (έτη) | Επίπτωση ανά 1.000 χρήστες χωρίς προηγούμενη χρήση HRTεντός περιόδου 10 ετών (50-59 έτη)* | Ποσοστό κινδύνου | Επιπλέον περιστατικά ανά1.000 χρήστες HRT μετά από διάστημα 10 ετών |
| Μονοθεραπεία με οιστρογόνα | |||
| 50 | 26,6 | 1,3 | 7,1 |
* Με βάση τα αρχικά ποσοστά επιπτώσεων στην Αγγλία το 2015 σε γυναίκες με BMI 27 Σημείωση: Καθώς η συχνότητα επίπτωσης του καρκίνου του μαστού διαφέρει ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, ο αριθμός των επιπλέον περιστατικών καρκίνου του μαστού επίσης θα μεταβάλλεται αναλογικά.
Κίνδυνος καρκίνου του ενδομητρίου
Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με μήτρα
Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου είναι περίπου 5 γυναίκες ανά 1.000 με μήτρα οι οποίες δεν χρησιμοποιούν HRT.
Σε γυναίκες με μήτρα, η χρήση HRT μόνο με οιστρογόνα δεν συνιστάται επειδή αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου (βλ. παράγραφο 4.4). Ανάλογα με τη διάρκεια της χρήσης και τη δόση του οιστρογόνου, η αύξηση του κινδύνου για καρκίνο του ενδομητρίου σε επιδημιολογικές μελέτες κυμαίνεται από 5 έως 55 επιπλέον διαγνωσμένα περιστατικά ανά 1.000 γυναίκες, ηλικίας μεταξύ 50 και 65 ετών.
Ο συνδυασμός CE/BZA περιέχει βαζεδοξιφένη, η οποία ελαττώνει τον κίνδυνο υπερπλασίας του ενδομητρίου που μπορεί να εμφανιστεί κατά τη χρήση μόνο οιστρογόνων (βλ. παράγραφο 4.4). Η υπερπλασία του ενδομητρίου μπορεί να αποτελέσει πρόδρομο στην ανάπτυξη καρκίνου του ενδομητρίου.
Καρκίνος των ωοθηκών
Η χρήση θεραπείας HRT μόνο με οιστρογόνα έχει συσχετιστεί με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο διάγνωσης καρκίνου των ωοθηκών (βλ. παράγραφο 4.4).
Μια μετά-ανάλυση από 52 επιδημιολογικές μελέτες κατέδειξε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών σε γυναίκες στις οποίες χορηγείται θεραπεία HRT σε σύγκριση με τις γυναίκες στις οποίες δεν χορηγήθηκε ποτέ θεραπεία HRT (RR 1,43, 95% ΔΕ 1,31-1,56). Σε γυναίκες ηλικίας 50 έως 54 ετών, η χορήγηση θεραπείας HRT για 5 έτη, οδηγεί σε περίπου 1 επιπλέον περιστατικό ανά 2.000 ασθενείς. Σε γυναίκες ηλικίας 50 έως 54 ετών που δεν λαμβάνουν θεραπεία HRT, περίπου 2 στις
2.000 γυναίκες θα διαγνωστούν με καρκίνο των ωοθηκών σε χρονικό διάστημα 5 ετών.
Κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής
Στη δοκιμή θεραπείας της οστεοπόρωσης με βαζεδοξιφένη (μέση ηλικία = 66,5 έτη), η συχνότητα ΦΘΕ ανά 1.000 έτη γυναικών εντός της 3ετούς περιόδου της μελέτης ήταν 2,86 στην ομάδα της βαζεδοξιφένης (20 mg) και 1,76 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, ενώ εντός της 5ετούς περιόδου της μελέτης ήταν 2,34 στην ομάδα της βαζεδοξιφένης 20 mg και 1,56 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Μετά από 7 έτη, η συχνότητα ΦΘΕ ανά 1.000 έτη γυναικών ήταν 2,06 στην ομάδα βαζεδοξιφένης 20 mg και 1,36 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου.
Είναι γνωστό ότι τα οιστρογόνα αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης ΦΘΕ (βλ. παράγραφο 4.4). Η εμφάνιση μιας τέτοιας αντίδρασης είναι πολύ πιο πιθανή εντός του πρώτου έτους θεραπείας.
Παρακάτω συνοψίζονται τα δεδομένα από τη μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη δοκιμή:
Μελέτες WHI, σκέλος οιστρογόνου μόνο – επιπρόσθετος κίνδυνος ΦΘΕ σε διάστημα 5 ετών χρήσης
| Ηλικιακό εύρος (έτη) | Περιστατικά ανά 1.000 γυναίκες στο σκέλος εικονικού φαρμάκου σεδιάστημα 5 ετών | Ποσοστό κινδύνου και 95% CI | Επιπλέον περιστατικά ανά1.000 χρήστες ΕΤ |
| Από του στόματος μονοθεραπεία με οιστρογόνο* | |||
| 50-59 | 7 | 1,2 (0,6-2,4) | 1 (-3-10) |
* μελέτη σε γυναίκες χωρίς μήτρα
Κίνδυνος ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου
Η χρήση μονοθεραπείας με οιστρογόνα συνδέεται με αύξηση έως 1,5 φορές του σχετικού κινδύνου εμφάνισης ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Αυτός ο σχετικός κίνδυνος δεν εξαρτάται από την ηλικία ή από τη διάρκεια χρήσης αλλά, δεδομένου ότι ο αρχικός κίνδυνος εξαρτάται σε
μεγάλο βαθμό από την ηλικία, ο συνολικός κίνδυνος εμφάνισης εγκεφαλικού αγγειακού επεισοδίου στις γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία οιστρογόνων αυξάνεται με την ηλικία (βλ. παράγραφο 4.4). Ο επιπρόσθετος κίνδυνος εμφάνισης ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου εντός μιας πενταετούς περιόδου χρήσης αξιολογήθηκε στη μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη δοκιμή με γυναίκες χωρίς μήτρα, ηλικίας 50-59 ετών (μελέτη WHI).
Συνδυασμένες μελέτες WHI – Επιπρόσθετος κίνδυνος εμφάνισης ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου* σε διάστημα 5 ετών χρήσης
| Ηλικιακό εύρος (έτη) | Περιστατικά ανά 1.000 γυναίκες στο σκέλοςεικονικού φαρμάκου σε διάστημα 5 ετών | Ποσοστό κινδύνου και 95% CI | Επιπλέον περιστατικά ανά1.000 χρήστες HRT σε διάστημα 5 ετών |
| 50-59 | 8 | 1,3 (1,1-1,6) | 3 (1-5) |
* δεν έγινε διάκριση μεταξύ ισχαιμικών και αιμορραγικών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με CE και/ή βαζεδοξιφένη ως μονοθεραπεία
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομήθηκαν σε πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί με CE ως μονοθεραπεία.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών | |||
| Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Κολπίτιδα | |||
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Ενίσχυση ανάπτυξης καλοήθους μηνιγγιώματος, ινοκυστική νόσος τουμαστού | Διόγκωση ηπατικών αιμαγγειωμάτων | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | Αγγειοοίδημα, αναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδε ίς αντιδράσεις,κνίδωση | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Δυσανεξία γλυκόζης | Παρόξυνση πορφυρίας, υπασβεστιαιμία (σε ασθενείς με νόσο που προκαλεί προδιάθεση για βαριάυπασβεστιαιμία) | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Άνοια, κατάθλιψη, μεταβολές της διάθεσης, μεταβολές τηςγενετήσιας ορμής | Ευερεθιστότητα | ||
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών | |||
| Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ημικρανία, κεφαλαλγία, ζάλη,νευρικότητα | Παρόξυνση επιληψίας | Παρόξυνση χορείας | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Δυσανεξία σε φακούς επαφής | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Έμφραγμα τουμυοκαρδίου | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωράκιου | Παρόξυνση άσθματος | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία | Παγκρεατίτιδα, ισχαιμικήκολίτιδα, έμετος | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία | Υπερτρίχωση, εξάνθημα, κνησμός,χλόασμα | Πολύμορφο ερύθημα, οζώδες ερύθημα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, επώδυνοι μυϊκοί σπασμοί κάτω άκρου | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Μαστοδυνία, ευαισθησία μαστού, διόγκωση μαστού, έκκριση μαστού,λευκόρροια | Μεταβολές στο εκτρόπιο και στις εκκρίσεις του τραχήλου | Άλγος πυέλου | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μεταβολές σωματικού βάρους (αύξησηή μείωση) | Αύξηση της αρτηριακής πίεσης | ||
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί με βαζεδοξιφένη ως μονοθεραπεία.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών | |||
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησί α | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Υπνηλία | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Θρόμβωση αμφιβληστρο ειδικήςφλέβας | Μειωμένη οπτική οξύτητα, θάμβος όρασης, φωτοψία, έλλειμμα οπτικών πεδίων,διαταραχή όρασης, | ||
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών | |||
| Πολύσυχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Μη γνωστές | |
| ξηροφθαλμία, οίδημα βλεφάρων, βλεφαρόσπασμος, πόνος οφθαλμού και οίδημαοφθαλμού | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Αίσθημα παλμών | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, θρομβοφλεβί τιδαεπιπολής | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωράκιου | Πνευμονική εμβολή | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ξηροστομία | |||
| Διαταραχές τουδέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση,εξάνθημα, κνησμός | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκοί σπασμοί (περιλαμβα νομένων των επώδυνων μυϊκών σπασμών κάτωάκρου) | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | Οίδημα περιφερικό | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Τριγλυκερίδια αίματος αυξημένα, αμινοτρανσφερ άση της αλανίνης αυξημένη, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη | |||
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να
αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας συνιστάται η παρακολούθηση της ασθενούς για τυχόν σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών και θα πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα η κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία.
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν οιστρογόνα, σε ενήλικες και παιδιά μπορεί να περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, ευαισθησία μαστών, ζάλη, κοιλιακό άλγος και υπνηλία/κόπωση, ενώ στις γυναίκες μπορεί να παρατηρηθεί αιμορραγία από απόσυρση φαρμάκου.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DUAVIVE 45+20
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες του φύλου και ρυθμιστές του ουροποιογεννητικού συστήματος, οιστρογόνα, συνδυασμοί με άλλα φάρμακα, κωδικός ATC: G03CC07
Μηχανισμός δράσης
Ο συνδυασμός CE/BZA συνδυάζει τα CE με τον εκλεκτικό ρυθμιστή των οιστρογονικών υποδοχέων (selective estrogen receptor modulator, SERM), BZA, το οποίο ορίζεται ως ένα σύμπλεγμα οιστρογόνων με ιστική επιλεκτικότητα (tissue selective oestrogen complex, TSEC). Τα δραστικά συστατικά των CE είναι κατά κύριο λόγο οι θειικοί εστέρες της οιστρόνης, οι θειικές ενώσεις της εκουϊλίνης και η 17α/β-οιστραδιόλη. Αυτά αντικαθιστούν την απώλεια της παραγωγής οιστρογόνων στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες και ανακουφίζουν από τα εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα. Καθώς τα οιστρογόνα προάγουν την ανάπτυξη του ενδομητρίου, τα μονά οιστρογόνα αυξάνουν τον κίνδυνο υπερπλασίας και καρκίνου του ενδομητρίου. Η προσθήκη βαζεδοξιφένης, η οποία δρα ως ανταγωνιστής των οιστρογονικών υποδοχέων στη μήτρα, μειώνει σημαντικά τον επαγόμενο από τα οιστρογόνα κίνδυνο υπερπλασίας του ενδομητρίου σε γυναίκες που δεν έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ο συνδυασμός CE/BZA αξιολογήθηκε σε 4.868 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που συμμετείχαν σε 5 δοκιμές φάσης 3. Από αυτές, 1.585 γυναίκες έλαβαν 0,45 mg CE/20 mg BZA και 1.241 έλαβαν εικονικό φάρμακο. Αξιολογήθηκε η μακροχρόνια έκθεση στον συνδυασμό CE/BZA για περίοδο διάρκειας έως και 2 ετών. 3.322 γυναίκες εκτέθηκαν στον συνδυασμό CE/BZA για τουλάχιστον 1 έτος και 1.999 γυναίκες εκτέθηκαν για 2 έτη.
Ανακούφιση από τα συμπτώματα της ανεπάρκειας οιστρογόνων και εμμηνορρυσιακοί κύκλοι
Ανακούφιση από τα εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα επιτεύχθηκε κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Σε μια μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, ο συνδυασμός CE 0,45 mg/BZA 20 mg ελάττωσε σημαντικά τον αριθμό και τη βαρύτητα των εξάψεων συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο τις εβδομάδες 4 και 12.
Σε μία μελέτη, αμηνόρροια αναφέρθηκε στο 97% των γυναικών που έλαβαν συνδυασμό CE 0,45 mg/BZA 20 mg κατά τους μήνες 10 έως 12. Ακανόνιστη αιμορραγία και/ή κηλίδες αίματος
αναφέρθηκαν στην ομάδα λήψης του συνδυασμού CE 0,45 mg/BZA 20 mg από το 7% των γυναικών κατά τους πρώτους 3 μήνες θεραπείας και από το 3% των γυναικών κατά τους μήνες 10 έως 12.
Σε μια άλλη μελέτη, αμηνόρροια αναφέρθηκε στο 96% των γυναικών που έλαβαν συνδυασμό CE 0,45 mg/BZA 20 mg κατά τους μήνες 10 έως 12. Ακανόνιστη αιμορραγία και/ή κηλίδες αίματος
αναφέρθηκαν στην ομάδα λήψης του συνδυασμού CE 0,45 mg/BZA 20 mg από το 8% των γυναικών κατά τους πρώτους 3 μήνες και από το 4% των γυναικών κατά τους μήνες 10 έως 12.
Πυκνότητα μαστού
Ο συνδυασμός CE 0,45 mg/BZA 20 mg κατέδειξε παρόμοιες μεταβολές στη μαστογραφική πυκνότητα του μαστού συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια 1 έτους θεραπείας.
Κίνδυνος Καρκίνου του Μαστού
Σε μια μελέτη παρατήρησης νέων χρηστών από πέντε μεγάλες βάσεις δεδομένων ασφαλιστικών εταιρειών των Η.Π.Α. με μέσο χρόνο παρακολούθησης 22 μηνών, η επίπτωση του καρκίνου του μαστού μεταξύ των χρηστών του συνδυασμού CE/BZA ήταν 27,21/10.000 ανθρωπο-έτη (95% CI: 19,91, 34,51) βάσει 55 περιπτώσεων. Η επίπτωση μεταξύ χρηστών ορμονοθεραπείας με συνδυασμό οιστρογόνων-προγεσταγόνου ήταν 36,33/10.000 ανθρωπο-έτη (95% CI: 30,42, 42,24) βάσει 231 περιπτώσεων. Η μακροχρόνια επίδραση του συνδυασμού CE/BZA στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού παραμένει άγνωστη.
Κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου
Σε μια μελέτη παρατήρησης νέων χρηστών από πέντε μεγάλες βάσεις δεδομένων ασφαλιστικών εταιρειών των Η.Π.Α. με μέσο χρόνο παρακολούθησης 10-11 μηνών, η επίπτωση του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου μεταξύ των χρηστών του συνδυασμού CE/BZA ήταν 14,04/10.000 ανθρωπο-έτη (95% CI: 1,03, 27,05) βάσει 15 περιπτώσεων. Η επίπτωση μεταξύ χρηστών ορμονοθεραπείας με συνδυασμό οιστρογόνων-προγεσταγόνου ήταν 13,36/10.000 ανθρωπο-έτη (95% CI: 7,11, 19,61) βάσει 41 περιπτώσεων. Η μακροχρόνια επίδραση του συνδυασμού CE/BZA στον κίνδυνο εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου παραμένει άγνωστη.
Επιδράσεις στην οστική πυκνότητα (BMD)
Σε μια μελέτη διάρκειας 1 έτους, ο συνδυασμός CE 0,45 mg/BZA 20 mg έδειξε σημαντική διαφορά από την έναρξη στην BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (+1,52%) τον μήνα 12 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Αυτή η μεταβολή στην BMD ήταν παρόμοια με αυτήν που καταδείχθηκε με τη μονοθεραπεία με βαζεδοξιφένη 20 mg (+1,35%) και μικρότερη από αυτήν που παρατηρήθηκε με το συνδυασμό CE 0,45 mg/μεδροξυπρογεστερόνης 1,5 mg (+2,58%) στην ίδια μελέτη.
Ηλικιωμένοι
Από τον συνολικό αριθμό των γυναικών σε κλινικές δοκιμές φάσης 3 που έλαβαν συνδυασμό CE/BZA 20 mg, το 2,4% (n=77) είχε ηλικία ≥65 ετών. Δεν παρατηρήθηκε συνολική διαφορά ως προς την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα μεταξύ των γυναικών ηλικίας >65 ετών και των νεαρότερων γυναικών, αλλά δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπάρχει αυξημένη ευαισθησία σε ορισμένα ηλικιωμένα άτομα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τον συνδυασμό CE/BZA σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην «αντιμετώπιση συμπτωμάτων ανεπάρκειας οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες» (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Μελέτες φαρμακοκινητικής με συνδυασμό CE/BZA διεξήχθησαν σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κατόπιν φυσικής εμμηνόπαυσης ή αμφοτερόπλευρης ωοθηκεκτομής.
Μετά από πολλαπλές δόσεις CE 0,45 mg/BZA 20 mg, οι μέσες παράμετροι φαρμακοκινητικής σταθερής κατάστασης για τα CE και τη βαζεδοξιφένη (προθεραπευτική τιμή ρυθμισμένη ως προς τα συνολικά επίπεδα οιστρόνης) συνοψίζονται παρακάτω.
Μέση τιμή ± SD για τις παραμέτρους φαρμακοκινητικής σε σταθερή κατάσταση (n=24)
| Cmax (ng/mL) | Tmax (hr) | AUCss(ng·hr/mL) | |
| Βαζεδοξιφένη | 6,9 ± 3,9 | 2,5 ± 2,1 | 71 ± 34 |
| Συνολική οιστρόνη, ρυθμισμένη ως προς την | 2,6 ± 0,8 | 6,5 ± 1,6 | 35 ± 12 |
| προθεραπευτική τιμή |
Απορρόφηση
Μετά από εφάπαξ δόση CE/BZA, η βαζεδοξιφένη και η ρυθμισμένη ως προς την προθεραπευτική τιμή συνολική οιστρόνη απορροφήθηκαν με tmax κατά προσέγγιση ίσο με 2 ώρες και 8,5 ώρες, αντίστοιχα. Όταν χορηγήθηκαν εφάπαξ δόσεις CE 0,625 mg/BZA 20 mg μαζί με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, η Cmax της βαζεδοξιφένης δεν επηρεάστηκε αλλά το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη (Area Under Curve – AUC) αυξήθηκε κατά 25% περίπου. Η λήψη τροφής επηρέασε ελάχιστα έως καθόλου την έκθεση στα CE.
Ο συνδυασμός CE/BZA μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
Μετά από χορήγηση BZA μόνο, παρατηρήθηκε γραμμική αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα για εφάπαξ δόσεις από 0,5 mg έως 120 mg και για πολλαπλές καθημερινές δόσεις από 1 mg έως
80 mg. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της BZA είναι περίπου 6%.
Τα CE είναι υδατοδιαλυτά και απορροφώνται εύκολα από τη γαστρεντερική οδό μετά από την απελευθέρωσή τους από το φαρμακευτικό παρασκεύασμα. Η αναλογικότητα της δόσης των οιστρογόνων αξιολογήθηκε σε δύο μελέτες των CE. Αύξηση του AUC και της Cmax ανάλογη της δόσης παρατηρήθηκε σε ολόκληρο το δοσολογικό εύρος από τα 0,3 mg μέχρι τα 0,625 mg CE για τη συνολική (συζευγμένη και μη συζευγμένη) εκουιλίνη, τη συνολική οιστρόνη ρυθμισμένη ως προς την προθεραπευτική τιμή, και τη μη συζευγμένη οιστρόνη ρυθμισμένη ως προς την προθεραπευτική τιμή.
Κατανομή
Η κατανομή των CE και της βαζεδοξιφένης μετά από χορήγηση συνδυασμού CE/BZA δεν έχει μελετηθεί.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης 3 mg BZA μόνο, ο όγκος κατανομής είναι 14,7 ±
3,9 L/kg. Η BZA δεσμεύεται κατά μεγάλο βαθμό (98% - 99%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro, αλλά δεν δεσμεύεται στη σφαιρίνη δέσμευσης γεννητικών ορμονών (SHBG).
Η κατανομή των εξωγενών οιστρογόνων είναι αντίστοιχη με αυτή των ενδογενών οιστρογόνων. Τα οιστρογόνα κατανέμονται ευρέως στον οργανισμό και απαντούν κατά κανόνα σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα όργανα-στόχους των γεννητικών ορμονών. Τα οιστρογόνα στην κυκλοφορία του αίματος είναι δεσμευμένα σε μεγάλο βαθμό στην SHBG και τη λευκωματίνη.
Βιομετασχηματισμός
Η μεταβολική πορεία των CE και της BZA μετά από χορήγηση συνδυασμού CE/BZA δεν έχει μελετηθεί.
Τα οιστρογόνα στην κυκλοφορία του αίματος βρίσκονται σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας μεταβολικών αλληλομετατροπών. Η 17β-οιστραδιόλη μετατρέπεται αναστρέψιμα σε οιστρόνη και αμφότερες μπορούν να μετατραπούν σε οιστριόλη, που αποτελεί τον κυριότερο μεταβολίτη στα ούρα. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ένα σημαντικό ποσοστό οιστρογόνων στην κυκλοφορία του
αίματος βρίσκεται σε μορφή συζευγμένη με θειικές ομάδες, ιδίως θειική οιστρόνη, η οποία λειτουργεί ως απόθεμα για τον σχηματισμό πιο δραστικών οιστρογόνων.
Η μεταβολική πορεία της βαζεδοξιφένης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες προσδιορίστηκε μετά από χορηγούμενης από του στόματος δόσης 20 mg ραδιοσημασμένηςBZA. Η BZA μεταβολίζεται εκτεταμένα στις γυναίκες. Η κυριότερη μεταβολική οδός είναι η γλυκουρονιδίωση. Παρατηρείται ελάχιστος έως καθόλου μεταβολισμός από το κυτόχρωμα P450. Η 5-γλυκουρονιδική βαζεδοξιφένη είναι ο κυριότερος μεταβολίτης στην κυκλοφορία. Η συγκέντρωση αυτού του γλυκουρονιδίου είναι περίπου 10πλάσια από τη συγκέντρωση της αμετάβλητης BZA στο πλάσμα.
Αποβολή
Μετά από εφάπαξ δόση CE/BZA, η ρυθμισμένη ως προς την προθεραπευτική τιμή συνολική οιστρόνη (που εκφράζει τα CE) αποβάλλεται με χρόνο ημιζωής 17 ωρών περίπου. Η BZA αποβάλλεται με χρόνο ημιζωής 30 ωρών περίπου. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης επιτυγχάνονται μέχρι τη δεύτερη εβδομάδα χορήγησης σε ημερήσιες δόσεις.
Τα συστατικά των CE, όπως η 17β-οιστραδιόλη, η οιστρόνη και η οιστριόλη απεκκρίνονται με τα ούρα, μαζί με μορφές συζευγμένες με γλυκουρονιδικές και θειικές ομάδες.
Η κάθαρση της BZA είναι 0,4 ± 0,1 L/h/kg βάσει μελετών ενδοφλέβιας χορήγησης. Η κυριότερη οδός απέκκρισης της ραδιοσημασμένης BZA είναι τα κόπρανα, καθώς με τα ούρα αποβάλλεται λιγότερο από το 1% της δόσης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Η φαρμακοκινητική του συνδυασμού CE/BZA δεν έχει αξιολογηθεί σε γυναίκες ηλικίας άνω των 75 ετών.
Η φαρμακοκινητική μιας εφάπαξ δόσης 20 mg BZA αξιολογήθηκε σε μια μελέτη 26 υγιών μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Κατά μέσο όρο, σε σύγκριση με γυναίκες ηλικίας 51 έως 64 ετών (n=8), οι γυναίκες ηλικίας 65 έως 74 ετών (n=8) παρουσίαζαν αύξηση του AUC κατά 1,5 φορές και οι γυναίκες ηλικίας >75 ετών (n=8) παρουσίαζαν αύξηση του AUC κατά 2,6 φορές. Αυτή η αύξηση αποδίδεται πιθανότατα σε μεταβολές της ηπατικής λειτουργίας σχετιζόμενες με την ηλικία.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική του συνδυασμού CE/BZA δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Διατίθενται περιορισμένα κλινικά δεδομένα (n=5) για τη βαζεδοξιφένη ως μονοθεραπεία σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία μέτριου βαθμού (κάθαρση κρεατινίνης < 50 mL/min). Μια εφάπαξ δόση
20 mg BZA χορηγήθηκε σε αυτά τα άτομα. Οι ποσότητες BZA που απεκκρίνονται με τα ούρα είναι αμελητέες (< 1%). Η διαταραγμένη νεφρική λειτουργία επηρεάζει ελάχιστα έως καθόλου τη φαρμακοκινητική της βαζεδοξιφένης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική του συνδυασμού CE/BZA δεν έχει αξιολογηθεί σε γυναίκες με ηπατική δυσλειτουργία.
Η πορεία μιας εφάπαξ δόσης 20 mg βαζεδοξιφένης συγκρίθηκε σε γυναίκες με ηπατική δυσλειτουργία [κατηγορία Child-Pugh A (n=6), B (n=6) και C (n=6)] και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n=18). Κατά μέσο όρο, οι γυναίκες με ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν αύξηση του AUC κατά 4,3 φορές σε σύγκριση με τους μάρτυρες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί περαιτέρω σε γυναίκες με ηπατική ανεπάρκεια. Η χρήση του συνδυασμού CE/BZA σε αυτόν τον πληθυσμό αντενδείκνυται (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4).
Δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ)
Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής (n=24), ο ΔΜΣ φάνηκε να έχει μικρή επίδραση στη συστηματική έκθεση στα CE και τη BZA.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DUAVIVE 45+20
Πυρήνας δισκίου συζευγμένων οιστρογόνων
Λακτόζη μονοϋδρική Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κυτταρίνη κονιοποιημένη
Υπρομελλόζη 2208 (100.000 mPa•s) (E464) Μαγνήσιο στεατικό
Ασβέστιο φωσφορικό Αδρανής επικάλυψη γέμισης
Σακχαρόζη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη
Υπρομελλόζη 2910 (6 mPa•s) (E464)
Υπρομελλόζη 2910 (15 mPa•s) (E464)
Πολυαιθυλενογλυκόλη (400) Δραστική επικάλυψη βαζεδοξιφένης
Σακχαρόζη
Υπρομελλόζη 2910 (3 mPa•s) (E464) Σακχαρόζη μονοπαλμιτική Ασκορβικό οξύ
Έγχρωμη επικάλυψη
Υπρομελλόζη 2910 (6 mPa•s) (E464) Διοξείδιο τιτανίου (E171) Πολυαιθυλενογλυκόλη (400)
Ερυθρό σιδήρου οξείδιο (E172) Διαυγής επικάλυψη
Υδροξυαιθυλοκυτταρίνη Ποβιδόνη (E1201)
Πολυδεξτρόζη (E1200) (περιέχει γλυκόζη και σορβιτόλη) Μαλτιτόλη υγρή
Πολοξαμερές 188
Μελάνι εκτύπωσης
Μέλαν σιδήρου οξείδιο (E172) Προπυλενογλυκόλη (E1520) Υπρομελλόζη 2910 (6 mPa•s)
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 ºC.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
Συσκευασίες κυψέλης από PVC/Aclar/PVC που περιέχουν 28 δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης. Κάθε συσκευασία κυψέλης είναι σφραγισμένη σε έναν θύλακα κυψέλης από φύλλο αλουμινίου με έναν απορροφητή οξυγόνου.