ELFABRIO C/S.SOL.IN 2MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ELFABRIO 2MG/ML
Το Elfabrio ενδείκνυται για μακροχρόνια θεραπεία ενζυμικής υποκατάστασης σε ενήλικες ασθενείς με επιβεβαιωμένη διάγνωση νόσου Fabry (ανεπάρκεια άλφα‑γαλακτοσιδάσης).
Η χορήγηση της θεραπείας με την πεγουνιγαλσιδάση άλφα πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη διαχείριση ασθενών της νόσου Fabry.
Κατάλληλα μέτρα ιατρικής υποστήριξης πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα όταν η πεγουνιγαλσιδάση άλφα χορηγείται σε ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία ή οι οποίοι έχουν εμφανίσει βαριές αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην πεγουνιγαλσιδάση άλφα στο παρελθόν.
Η προ-θεραπεία με αντιισταμινικά ή/και κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι ενδεδειγμένη για ασθενείς που έχουν προηγουμένως εμφανίσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην πεγουνιγαλσιδάση άλφα ή σε άλλη αγωγή με θεραπείες ενζυμικής υποκατάστασης (ERT) (βλ. παράγραφο 4.4).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα είναι 1 mg/kg σωματικού βάρους χορηγούμενη μία φορά κάθε δύο εβδομάδες.
Η θεραπεία μπορεί επίσης να χορηγείται σε δόση 2 mg/kg σωματικού βάρους μία φορά κάθε τέσσερις εβδομάδες σε ασθενείς που είναι σταθεροί με θεραπεία ERT (βλ. παράγραφο 4.4 Παρακολούθηση της θεραπείας).
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση, βλ. παράγραφο 6.6.
Ασθενείς που αλλάζουν θεραπεία από αγαλσιδάση άλφα ή βήτα
Κατά τους πρώτους 3 μήνες της θεραπείας με την πεγουνιγαλσιδάση άλφα, το σχήμα προ-θεραπείας θα πρέπει να διατηρείται και να διακόπτεται σταδιακά βάσει της ανεκτικότητας των ασθενών.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεγουνιγαλσιδάση άλφα (βλ. παράγραφο 4.4).
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχουν αξιολογηθεί και δεν μπορούν να προταθούν εναλλακτικά δοσολογικά σχήματα για αυτούς τους ασθενείς. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορούν να λαμβάνουν θεραπεία με την ίδια δόση όπως άλλοι ενήλικες ασθενείς, βλ. παράγραφο 5.1.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας
0-17 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Τρόπος χορήγησης
Για χρήση με ενδοφλέβια έγχυση μόνο.
Η πεγουνιγαλσιδάση άλφα δεν πρέπει να εγχύεται στην ίδια ενδοφλέβια γραμμή ταυτόχρονα με άλλα προϊόντα.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Μετά την προετοιμασία, το διάλυμα πρέπει να χορηγείται μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης και χρησιμοποιείται ένα εν σειρά, χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης 0,2 μm φίλτρο.
Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (IRR) για δύο ώρες μετά την έγχυση, βλ. παράγραφο 4.4.
Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον χειρισμό της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Κατ' οίκον χορήγηση
Η χρήση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα για κατ' οίκον έγχυση μπορεί να αξιολογηθεί εάν ο ασθενής ανέχεται καλά τις εγχύσεις του και δεν έχει ιστορικό μέτριων ή βαριών IRR για μερικούς μήνες.
Η απόφαση για εγχύσεις κατ' οίκον θα πρέπει να ληφθεί έπειτα από αξιολόγηση και σύσταση από τον θεράποντα ιατρό. Ο ασθενής πρέπει να είναι ιατρικά σταθερός. Η υποδομή, οι πόροι και οι διαδικασίες για την κατ' οίκον έγχυση, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης, πρέπει να έχουν δημιουργηθεί και να είναι διαθέσιμα στον επαγγελματία υγείας που είναι υπεύθυνος για την κατ' οίκον έγχυση.
Ο επαγγελματίας υγείας πρέπει να είναι διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον έγχυσης και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την έγχυση.
Πρέπει να παρέχεται κατάλληλη εκπαίδευση από τον θεράποντα ιατρό ή/και τον νοσοκόμο στον ασθενή ή/και τον φροντιστή πριν από την έναρξη της κατ' οίκον έγχυσης. Η δόση και ο ρυθμός έγχυσης σε οικιακό περιβάλλον πρέπει να παραμένουν τα ίδια που χρησιμοποιούνται στο νοσοκομειακό περιβάλλον· μπορούν να αλλάξουν μόνο υπό την επίβλεψη του θεράποντος ιατρού.
Ρυθμός έγχυσης και διάρκεια έγχυσης
Πίνακας 1: Συνιστώμενη δόση και διάρκεια έγχυσης για την ενδοφλέβια χορήγηση 1 mg/kg
σωματικού βάρους πεγουνιγαλσιδάσης άλφα κάθε 2 εβδομάδες
| Αρχική έγχυση 1 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 2 εβδομάδες | |||
| Σωματικό βάρος(kg) | Συνολικός όγκος(ml) | Διάρκεια έγχυσης | Ρυθμός έγχυσης* |
| < 70 | 150 ml | ≥ 3 ώρες | 0,83 ml/min (50 ml/hr) |
| 70-100 | 250 ml | ≥ 3 ώρες | 1,39 ml/min (83,33 ml/hr) |
| > 100 | 500 ml | ≥ 3 ώρες | 2,78 ml/min (166,67 ml/hr) |
| Έγχυση συντήρησηςΗ διάρκεια έγχυσης-στόχος μπορεί να επιτευχθεί ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς. Η αύξηση του ρυθμού έγχυσης πρέπει να πραγματοποιείται σταδιακά ξεκινώντας από τον ρυθμό που εφαρμόστηκε στην πρώτη έγχυση. | |||
| 1 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 2 εβδομάδες | |||
| Σωματικό βάρος(kg) | Συνολικός όγκος(ml) | Διάρκεια έγχυσης | Ρυθμός έγχυσης* |
| < 70 | 150 ml | ≥ 1,5 ώρα | 1,68 ml/min (100 ml/hr) |
| 70-100 | 250 ml | ≥ 1,5 ώρα | 2,78 ml/min (166,67 ml/hr) |
| > 100 | 500 ml | ≥ 1,5 ώρα | 5,56 ml/min (333,33 ml/hr) |
*ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε περίπτωση αντίδρασης στην έγχυση (βλ. παράγραφο 4.4)
Πίνακας 2: Συνιστώμενη δόση και διάρκεια έγχυσης για την ενδοφλέβια χορήγηση 2 mg/kg
σωματικού βάρους πεγουνιγαλσιδάσης άλφα κάθε 4 εβδομάδες
| Αρχική έγχυση 2 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 4 εβδομάδες | |||
| Σωματικό βάρος (kg) | Συνολικός όγκος (ml) | Διάρκεια έγχυσης | Ρυθμός έγχυσης* |
| < 70 | 150 ml | ≥ 4,5 ώρες | 0,56 ml/min (33,33 ml/hr) |
| 70-100 | 250 ml | ≥ 4,5 ώρες | 0,93 ml/min (55,56 ml/hr) |
| > 100 | 500 ml | ≥ 6 ώρες | 1,39 ml/min (83,33 ml/hr) |
| Έγχυση συντήρησηςΗ διάρκεια έγχυσης-στόχος μπορεί να επιτευχθεί ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενούς. Ηαύξηση του ρυθμού έγχυσης πρέπει να πραγματοποιείται σταδιακά ξεκινώντας από τον ρυθμό που εφαρμόστηκε στην πρώτη έγχυση. | |||
| 2 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 4 εβδομάδες | |||
| Σωματικό βάρος (kg) | Συνολικός όγκος (ml) | Διάρκεια έγχυσης | Ρυθμός έγχυσης* |
| < 70 | 150 ml | ≥ 2 ώρες | 1,25 ml/min (75 ml/hr) |
| 70-100 | 250 ml | ≥ 2 ώρες | 2,08 ml/min (125 ml/hr) |
| > 100 | 500 ml | ≥ 3 ώρες | 2,78 ml/min(166,67 ml/hr) |
*ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε περίπτωση αντίδρασης στην έγχυση (βλ. παράγραφο 4.4)
Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση, συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων υπερευαισθησίας ή αναφυλακτικών αντιδράσεων, κατά τη διάρκεια της έγχυσης, η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει η κατάλληλη ιατρική θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4).
Όποιοι ασθενείς παρουσιάσουν ανεπιθύμητα συμβάντα κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον έγχυσης πρέπει να διακόψουν αμέσως τη διαδικασία έγχυσης και να αναζητήσουν τη φροντίδα επαγγελματία υγείας. Οι επόμενες εγχύσεις ενδέχεται να χρειαστεί να γίνουν σε κλινικό περιβάλλον.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Παρακολούθηση της θεραπείας
Για τους ασθενείς που αλλάζουν σε πεγουνιγαλσιδάση άλφα 2 mg/kg σωματικού βάρους μία φορά κάθε 4 εβδομάδες, πρέπει να πραγματοποιείται τακτική παρακολούθηση (π.χ.: μετά από 3, 6, 12, 18 και 24 μήνες). Η παρακολούθηση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον την αξιολόγηση της lyso-Gb3, των νεφρικών (eGFR, πρωτεϊνουρία), των καρδιακών (LVMi, NT-proBNP, τροπονίνη ή ΗΚΓ) και των βιοχημικών παραμέτρων. Μια αλλαγή σε οποιαδήποτε μεμονωμένη παράμετρο πρέπει να ερμηνεύεται στο πλαίσιο της συνολικής κλινικής κατάστασης του ασθενούς και η κλινικά σχετική επιδείνωση πρέπει να οδηγεί σε επαναξιολόγηση του θεραπευτικού σχήματος.
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση
Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (IRRs), που ορίζονται ως οποιαδήποτε σχετιζόμενα ανεπιθύμητα συμβάντα με εμφάνιση μετά την έναρξη της έγχυσης και έως 2 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης (βλ. παράγραφο 4.8). Τα πιο συχνά παρατηρούμενα συμπτώματα των IRRs ήταν υπερευαισθησία, κνησμός, ναυτία, ζάλη, ρίγη και μυϊκός πόνος.
Η διαχείριση των IRRs πρέπει να βασίζεται στη βαρύτητα της αντίδρασης και να περιλαμβάνει επιβράδυνση του ρυθμού έγχυσης και αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα όπως αντιισταμινικά, αντιπυρετικά ή/και κορτικοστεροειδή, για ήπιες έως μέτριες αντιδράσεις. Η προθεραπεία με αντιισταμινικά ή/και κορτικοστεροειδή μπορεί να αποτρέψει επακόλουθες αντιδράσεις σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου απαιτήθηκε συμπτωματική θεραπεία, αν και έχουν εμφανιστεί IRRs σε ορισμένους ασθενείς μετά τη λήψη προ-θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2).
Υπερευαισθησία
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς στις κλινικές μελέτες (βλ. παράγραφο 4.8). Όπως και με κάθε ενδοφλέβιο πρωτεϊνικό προϊόν, ενδέχεται να εκδηλωθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας αλλεργικού τύπου, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν εντοπισμένο
αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένης της διόγκωσης του προσώπου, του στόματος και του λαιμού), βρογχόσπασμο, υπόταση, γενικευμένη κνίδωση, δυσφαγία, εξάνθημα, δύσπνοια, έξαψη, θωρακική δυσφορία, κνησμό, ναυτία, ρίγη και ρινική συμφόρηση. Εάν εμφανιστούν βαριές αλλεργικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις, συνιστάται η άμεση διακοπή της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα και πρέπει να ακολουθηθούν τα τρέχοντα ιατρικά πρότυπα για επείγουσα θεραπεία. Σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει βαριές αντιδράσεις υπερευαισθησίας κατά την έγχυση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την επανέναρξη της χορήγησης του φαρμάκου (re-challenge) και να υπάρχει άμεσα διαθέσιμη η κατάλληλη ιατρική υποστήριξη. Επιπλέον, για ασθενείς που εμφάνισαν βαριές αντιδράσεις υπερευαισθησίας με έγχυση ERT συμπεριλαμβανομένης της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα, πρέπει να υπάρχει άμεσα διαθέσιμη η κατάλληλη ιατρική υποστήριξη.
Ανοσογονικότητα
Στις κλινικές μελέτες έχει παρατηρηθεί ανάπτυξη επαγόμενων από τη θεραπεία αντισωμάτων έναντι του φαρμάκου (ADA) (βλ. παράγραφο 4.8).
Η παρουσία ADA έναντι της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα μπορεί να συσχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση και οι βαριές IRR είναι πιθανότερο να εμφανιστούν σε θετικούς σε ADA ασθενείς. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αντιδράσεις στην έγχυση ή ανοσολογικές αντιδράσεις με τη θεραπεία με την πεγουνιγαλσιδάση άλφα πρέπει να παρακολουθούνται.
Επιπλέον, οι ασθενείς που είναι θετικοί σε ADA σε άλλες θεραπείες ενζυμικής υποκατάστασης, οι οποίοι έχουν παρουσιάσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην πεγουνιγαλσιδάση άλφα, και οι ασθενείς που αλλάζουν σε πεγουνιγαλσιδάση άλφα πρέπει να παρακολουθούνται.
Μεμβρανοϋπερπλαστική σπειραματονεφρίτιδα
Εναποθέσεις ανοσοσυμπλεγμάτων μπορούν δυνητικά να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ERT, ως εκδήλωση της ανοσολογικής απόκρισης στο προϊόν. Μία μοναδική περίπτωση μεμβρανοϋπερπλαστικής σπειραματονεφρίτιδας αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της κλινικής ανάπτυξης της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα, λόγω ανοσο-εναποθέσεων στον νεφρό (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτό το συμβάν οδήγησε σε προσωρινή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία βελτιώθηκε μετά τη διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η παρουσία εκτεταμένης νεφρικής βλάβης (eGFR < 60 ml/min) μπορεί να περιορίσει τη νεφρική απόκριση στη θεραπεία ενζυμικής υποκατάστασης, πιθανώς λόγω υποκείμενων μη αναστρέψιμων παθολογικών αλλαγών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απώλεια της νεφρικής λειτουργίας παραμένει εντός του αναμενόμενου εύρους της φυσικής εξέλιξης της νόσου. Συνιστάται τακτική αξιολόγηση των μεταβολών του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης (eGFR) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεγουνιγαλσιδάση άλφα.
Έκδοχα με γνωστή δράση
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 46 mg νατρίου ανά φιαλίδιο 10 ml, που ισοδυναμεί με 2% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 11,5 mg νατρίου ανά φιαλίδιο 2,5 ml, που ισοδυναμεί με 1% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων ούτε in vitro μελέτες μεταβολισμού. Με βάση τον μεταβολισμό της, η πεγουνιγαλσιδάση άλφα είναι απίθανο να εμπλέκεται σε αλληλεπιδράσεις φαρμάκων που διαμεσολαβούνται μέσω του κυτοχρώματος P450.
H πεγουνιγαλσιδάση άλφα είναι μια πρωτεΐνη και αναμένεται να αποδομείται μεταβολικά μέσω υδρόλυσης πεπτιδίων.
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση πεγουνιγαλσιδάσης άλφα σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι
προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η πεγουνιγαλσιδάση άλφα/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα στο γάλα (για λεπτομέρειες, βλέπε παράγραφο 5.3). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με την πεγουνιγαλσιδάση άλφα, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν μελέτες που να αξιολογούν την πιθανή επίδραση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα στη γονιμότητα στους ανθρώπους.
Μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν στοιχεία μειωμένης γονιμότητας (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Ζάλη, συγκοπή ή ίλιγγος παρατηρήθηκαν σε ορισμένους ασθενείς μετά τη χορήγηση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να απέχουν από την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οι αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση που αναφέρθηκαν στο 7,8% των ασθενών, ακολουθούμενες από ναυτία και εξασθένηση, που αναφέρθηκαν και οι δύο στο 5,6% των ασθενών, και κεφαλαλγία, που αναφέρθηκε στο 4,2% των ασθενών.
Στις κλινικές μελέτες, 5 ασθενείς (3,5%) εμφάνισαν μια σοβαρή αντίδραση που θεωρήθηκε ότι σχετίζεται με την πεγουνιγαλσιδάση άλφα. Τέσσερις από αυτές τις αντιδράσεις ήταν επιβεβαιωμένη IgE‑μεσολαβούμενη υπερευαισθησία (βρογχόσπασμος, υπερευαισθησία) που εμφανίστηκε κατά την πρώτη έγχυση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα και υποχώρησε εντός της ημέρας μετά την εμφάνιση.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Τα δεδομένα που περιγράφονται παρακάτω αντικατοπτρίζουν δεδομένα από 141 ασθενείς με νόσο Fabry που έλαβαν πεγουνιγαλσιδάση άλφα σε 8 κλινικές μελέτες, ακολουθώντας τη δοσολογία του 1 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες ή 2 mg/kg κάθε τέσσερις εβδομάδες για τουλάχιστον 1 έγχυση έως
> 7 έτη.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται στον Πίνακα 3. Οι πληροφορίες παρουσιάζονται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστής συχνότητα (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την πεγουνιγαλσιδάση άλφα
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | |
| Συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | υπερευαισθησία* υπερευαισθησία τύπου Ι* | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | διέγερση* | αϋπνία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | παραισθησία* ζάλη* κεφαλαλγία* | σύνδρομο ανήσυχων ποδιών περιφερική νευροπάθεια νευραλγίααίσθημα καύσου τρόμος*συγκοπή* |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | ίλιγγος | |
| Αγγειακές διαταραχές | έξαψη υπόταση* υπέρταση*λεμφοίδημα | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | βρογχόσπασμος* φτάρνισμα*ρινική συμφόρηση* δύσπνοια*ερεθισμός του λαιμού* συσφιγκτικόαίσθημα λαιμού | |
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | |
| Συχνές | Όχι συχνές | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | ναυτία* κοιλιακό άλγος* διάρροιαέμετος* | γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος γαστρίτιδαδυσπεψία μετεωρισμός |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | εξάνθημα* ερύθημα* κνησμός* | υποϊδρωσία |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματοςκαι του συνδετικού ιστού | αρθραλγία μυοσκελετικός πόνος* | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | μεμβρανοϋπερπλαστική σπειραματονεφρίτιδα χρόνια νεφρική νόσοςπρωτεϊνουρία | |
| Διαταραχές τουαναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | πόνος στη θηλή | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | εξασθένηση* ρίγη*θωρακικός πόνος*πόνος* | γριπώδης συνδρομή εξαγγείωση στο σημείο έγχυσης πόνος στο σημείο έγχυσηςοίδημα |
| Παρακλινικές εξετάσεις | αυξημένη θερμοκρασία σώματος* λόγος πρωτεΐνης/κρεατινίνη ούρων αυξημένοςλευκά αιμοσφαίρια ούρων θετικά ουρικό οξύ αίματος αυξημένο σωματικό βάρος αυξημένο | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικώνχειρισμών | αντίδραση που σχετίζεται με τηνέγχυση* | |
| Καρδιακές διαταραχές | υπερκοιλιακές έκτακτες συστολές | |
| Οι ακόλουθοι προτιμώμενοι όροι έχουν ομαδοποιηθεί στον Πίνακα 3: | ||
-
η υπερευαισθησία περιλαμβάνει: υπερευαισθησία σε φάρμακο
-
η διέγερση περιλαμβάνει: νευρικότητα
-
το κοιλιακό άλγος περιλαμβάνει: κοιλιακή δυσφορία
-
το εξάνθημα περιλαμβάνει: κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα και κνησμώδες εξάνθημα
-
η μυοσκελετική δυσκαμψία που καταγράφεται ως μυοσκελετικός πόνος περιλαμβάνει: μυαλγία
-
η εξασθένηση περιλαμβάνει: κακουχία και κόπωση
-
ο θωρακικός πόνος περιλαμβάνει: θωρακική δυσφορία και μη καρδιακό θωρακικό πόνο
-
ο πόνος περιλαμβάνει: πόνο στα άκρα
-
το περιφερικό οίδημα καταγράφεται ως οίδημα
* Προτιμώμενοι όροι που θεωρούνται ως IRR όπως περιγράφεται στην παράγραφο παρακάτω.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (ανεπιθύμητες ενέργειες εντός 2 ωρών από την έγχυση) IRR αναφέρθηκαν συνολικά σε 36 ασθενείς (25%): 26 ασθενείς (23%) που έλαβαν θεραπεία με 1 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες και 10 ασθενείς (34%) που έλαβαν θεραπεία με 2 mg/kg κάθε
τέσσερις εβδομάδες. Τα πιο συχνά αναφερόμενα συμπτώματα που συσχετίζονται με IRR τα οποία αναφέρθηκαν για δοσολογία 1 mg/kg ήταν: υπερευαισθησία, ρίγη, ζάλη, εξάνθημα και κνησμός. Για τη δόση των 2 mg/kg, τα πιο συχνά αναφερόμενα συμπτώματα ήταν ο πόνος, η κεφαλαλγία και η ναυτία. Οι IRR ήταν ως επί το πλείστον ήπιας ή μέτριας έντασης και υποχώρησαν με συνεχή θεραπεία· ωστόσο, 5 ασθενείς (όλοι άνδρες, δόση 1 mg/kg) εμφάνισαν 5 βαριές IRR. Αυτές οι 5 IRR
ήταν επίσης σοβαρές. Τέσσερα από αυτά τα συμβάντα ήταν επιβεβαιωμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας τύπου Ι, ενώ 3 οδήγησαν στη διακοπή από τη μελέτη. Ένας άλλος ασθενής αποσύρθηκε αργότερα από τη μελέτη, μετά την εμφάνιση μιας άλλης μέτριας IRR. Ωστόσο, και οι 5 ασθενείς ανέκαμψαν εντός της επόμενης ημέρας από την εμφάνιση με την κατάλληλη θεραπεία.
IRR εμφανίστηκαν κυρίως κατά το πρώτο έτος της θεραπείας με την πεγουνιγαλσιδάση άλφα και δεν παρατηρήθηκε σοβαρή IRR κατά το δεύτερο έτος και έπειτα.
Ανοσογονικότητα
Σε κλινικές μελέτες, 17 από τους 111 ασθενείς (16%) που έλαβαν θεραπεία με 1 mg/kg πεγουνιγαλσιδάσης άλφα κάθε δύο εβδομάδες και 1 από τους 30 ασθενείς (3,4%) που έλαβαν θεραπεία με 2 mg/kg πεγουνιγαλσιδάσης άλφα κάθε τέσσερις εβδομάδες ανέπτυξαν επαγόμενα από τη θεραπεία αντισώματα έναντι του φαρμάκου (ADA).
Μεμβρανοϋπερπλαστική σπειραματονεφρίτιδα
Κατά τη διάρκεια της κλινικής ανάπτυξης της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα, ένας ασθενής από τους 141 ανέφερε ένα βαρύ συμβάν μεμβρανοϋπερπλαστικής σπειραματονεφρίτιδας μετά τη λήψη θεραπείας για περισσότερα από 2 έτη. Ο ασθενής ήταν θετικός σε ADA κατά την έναρξη των εγχύσεων. Το συμβάν οδήγησε σε παροδική μείωση του eGFR και αύξηση του επιπέδου πρωτεϊνουρίας, χωρίς πρόσθετα σημεία ή συμπτώματα. Μια βιοψία αποκάλυψε τον μεσολαβούμενο από ανοσοσύμπλεγμα χαρακτήρα αυτού του συμβάντος. Με τη διακοπή της θεραπείας, οι τιμές του eGFR σταθεροποιήθηκαν και η σπειραματονεφρίτιδα αναφέρθηκε ως υποχωρούσα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεν υπάρχουν αναφορές υπερδοσολογίας της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών. Η μέγιστη δόση της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα που μελετήθηκε ήταν 2 mg/kg σωματικού βάρους κάθε δύο εβδομάδες και δεν εντοπίστηκαν ειδικά σημεία και συμπτώματα μετά τις υψηλότερες δόσεις. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ήταν αντίδραση που σχετίζεται με την έγχυση και πόνος στα άκρα. Εάν υπάρχει υποψία υπερδοσολογίας, πρέπει να αναζητηθεί επείγουσα ιατρική φροντίδα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ELFABRIO 2MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα προϊόντα διατροφικής οδού και μεταβολισμού, ένζυμα, κωδικός ATC: A16AB20.
Μηχανισμός δράσης
Η δραστική ουσία του Elfabrio είναι η πεγουνιγαλσιδάση άλφα. Η πεγουνιγαλσιδάση άλφα είναι μια πεγκυλιωμένη ανασυνδυασμένη μορφή ανθρώπινης α‑γαλακτοσιδάσης‑Α. Η αλληλουχία αμινοξέων της ανασυνδυασμένης μορφής είναι παρόμοια με το φυσικά απαντώμενο ανθρώπινο ένζυμο.
Η πεγουνιγαλσιδάση άλφα συμπληρώνει ή αντικαθιστά την α‑γαλακτοσιδάση‑Α, το ένζυμο που καταλύει την υδρόλυση των τελικών α‑γαλακτοσυλικών τμημάτων των ολιγοσακχαριτών και των πολυσακχαριτών στο λυσόσωμα, μειώνοντας την ποσότητα συσσώρευσης της σφαιροτριαοσυλκεραμίδης (Gb3) και της σφαιροτριαοσυλσφιγγοσίνης (Lyso‑Gb3).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα αξιολογήθηκαν σε 141 ασθενείς. Μεταξύ αυτών των ασθενών, η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε σε 111 που έλαβαν πεγουνιγαλσιδάση άλφα 1 mg/kg μία φορά κάθε δύο εβδομάδες (E2W), και σε 29 που έλαβαν πεγουνιγαλσιδάση άλφα 2 mg/kg σωματικού βάρους μία φορά κάθε τέσσερις εβδομάδες (E4W).
Υπόστρωμα της νόσου
Αναλύσεις βιοψιών νεφρού από πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με πεγουνιγαλσιδάση άλφα σε δοσολογία 1 mg/kg σωματικού βάρους E2W σε μια μελέτη φάσης 1/2 έδειξαν μείωση του υποστρώματος σφαιροτριαοσυλκεραμίδης (Gb3) από τα νεφρικά περισωληναριακά τριχοειδή, η οποία μετρήθηκε με το σύστημα BLISS (Σύστημα Βαθμολόγησης Εγκλεισμού Λιπιδίων Barisoni) κατά 68% στον συνολικό πληθυσμό (συμπεριλαμβανομένων γυναικών, κλασικών ανδρών και μη κλασικών ανδρών που εκτέθηκαν σε διαφορετικές δοκιμαζόμενες δόσεις, n=13) μετά από 6 μήνες θεραπείας. Επιπλέον, 11 από τους 13 συμμετέχοντες με διαθέσιμες βιοψίες είχαν σημαντική μείωση (≥50%) στη βαθμολογία BLISS μετά από 6 μήνες θεραπείας. Οι τιμές Lyso-Gb3 στο πλάσμα μειώθηκαν κατά 49% μετά από 12 μήνες θεραπείας (n=16) και κατά 83% μετά από 60 μήνες θεραπείας (n=10). Σε μια μελέτη φάσης 3, όπου οι ασθενείς άλλαξαν από αγαλσιδάση βήτα σε πεγουνιγαλσιδάση άλφα σε δοσολογία 1 mg/kg σωματικού βάρους E2W, οι τιμές lyso-Gb3 στο πλάσμα παρέμειναν σταθερές μετά από 24 μήνες θεραπείας (+3,3 nM μέση τιμή, n=48).
Σε μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης φάσης 3 σε 29 ασθενείς με σταθερή νόσο Fabry υπό ERT (αγαλσιδάση άλφα ή αγαλσιδάση βήτα), οι τιμές lyso-Gb3 αξιολογήθηκαν πριν και μετά τη μετατροπή της θεραπείας σε πεγουνιγαλσιδάση άλφα σε δοσολογία 2 mg/kg σωματικού βάρους E4W. Τα παρατηρούμενα διάμεσα (Q1, Q3) επίπεδα lyso-Gb3 στο πλάσμα κατά την έναρξη ήταν
17,2 (12,1, 32,8) nmol/l για τους άνδρες ασθενείς της μελέτης (n=23) και 4,4 (2,9, 5,9) nmol/l για τις γυναίκες ασθενείς της μελέτης (n=6). Στους άνδρες, οι διάμεσες (Q1, Q3) μεταβολές των επιπέδων lyso-Gb3 μετά από 1, 2 και 4 έτη σε σύγκριση με την έναρξη ήταν αντίστοιχα +5,1 (0,3, 7,8),
+4,5 (-0,1, 9,4) και +2,7 (-2,0, 7,4) nmol/l. Στους γυναίκες, οι διάμεσες (Q1, Q3) μεταβολές των επιπέδων lyso-Gb3 μετά από 1, 2 και 4 έτη σε σύγκριση με την έναρξη ήταν
αντίστοιχα -0,1 (-0,4, 0,2), +0,2 (-0,2, 0,7) και -0,3 (-1,0, 1,2) nmol/l.
Νεφρική λειτουργία
Η νεφρική λειτουργία που αξιολογήθηκε μέσω του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης (eGFR – εξίσωση CKD-EPI) και της ετησιοποιημένης κλίσης μέτρησής του ήταν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο για την αποτελεσματικότητα σε αρκετές μελέτες φάσης 3.
Δύο μελέτες φάσης 3 αξιολόγησαν την πεγουνιγαλσιδάση άλφα 1 mg/kg E2W σε ενήλικες ασθενείς με νόσο Fabry που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία ERT: BALANCE (κύρια μελέτη), μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, άμεση (head-to-head) σύγκριση με την αγαλσιδάση βήτα, μετά την αλλαγή από αγαλσιδάση βήτα τον μήνα 12 (πρωτεύουσα ανάλυση) και τον μήνα 24, και μια μελέτη μονού σκέλους ανοικτής επισήμανσης, μετά την αλλαγή από αγαλσιδάση άλφα, και οι δύο ακολουθούμενες από μια μακροχρόνια μελέτη επέκτασης.
Δεν μπορεί να εξαχθεί τελικό συμπέρασμα σχετικά με τη μη κατωτερότητα έναντι της
αγαλσιδάσης βήτα, όπως μετρήθηκε από τον ετησιοποιημένο eGFR, από την κύρια μελέτη δεδομένου ότι τα δεδομένα για τη σύγκριση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου τον μήνα 12 δεν ήταν από μόνα τους επαρκώς διαφωτιστικά λόγω του σχεδιασμού και του μεγέθους της δοκιμής. Ωστόσο, οι διάμεσες κλίσεις eGFR από την έναρξη έως τον μήνα 24 της πεγουνιγαλσιδάσης και της συγκριτικής αγαλσιδάσης βήτα φάνηκαν να είναι παραπλήσιες. Τον μήνα 12, οι μέσες κλίσεις για τον eGFR
ήταν -2,5 ml/min/1,73 m²/έτος για το σκέλος πεγουνιγαλσιδάσης άλφα και -1,7 για το σκέλος αγαλσιδάσης βήτα (διαφορά -0,8 [-3,0, 1,5]. Τον μήνα 24, οι διάμεσες κλίσεις για τον eGFR
ήταν -2,5 [-3,8, -1,2] ml/min/1,73 m²/έτος για το σκέλος πεγουνιγαλσιδάσης άλφα και -2,2 [-3,8, -0,5]
για το σκέλος αγαλσιδάσης βήτα (διαφορά -0,36 [-2,4, 1,7]).
Η νεφρική λειτουργία αξιολογήθηκε επίσης μέσω της ετησιοποιημένης κλίσης eGFR σε μια μελέτη φάσης 3 που διερεύνησε την πεγουνιγαλσιδάση άλφα 2 mg/kg E4W σε ενήλικες ασθενείς με νόσο Fabry που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία ERT: αυτή η μελέτη ήταν μια μελέτη μονού σκέλους ανοικτής επισήμανσης, μετά την αλλαγή από αγαλσιδάση βήτα ή αγαλσιδάση άλφα, ακολουθούμενη από μια μακροχρόνια μελέτη επέκτασης.
Η μέση (SD) ετησιοποιημένη κλίση eGFR στον πληθυσμό αποτελεσματικότητας ήταν -1,8 (3,7) και -2,0 (2,1) ml/min/1,73 m2/έτος, αντίστοιχα, κατά την έναρξη πριν από τη θεραπεία και κατά τη διάρκεια της θεραπείας για διάστημα ≥4 ετών θεραπείας με πεγουνιγαλσιδάση άλφα 2 mg/kg E4W.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Elfabrio σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην θεραπεία της νόσου Fabry (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Τα φαρμακοκινητικά (ΦΚ) προφίλ της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα στο πλάσμα χαρακτηρίστηκαν κατά τη διάρκεια της κλινικής ανάπτυξης στα 0,2, 1 και 2 mg/kg χορηγούμενα κάθε δύο εβδομάδες και στα 2 mg/kg κάθε τέσσερις εβδομάδες σε ενήλικες ασθενείς με νόσο Fabry. Τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα (μη διαμερισματική ΦΚ ανάλυση) για όλα τα δοσολογικά επίπεδα κατέδειξαν ότι το ένζυμο ήταν διαθέσιμο καθ' όλη τη διάρκεια ολόκληρων των δοσολογικών διαστημάτων 2 εβδομάδων με χρόνο ημίσειας ζωής (t1/2) πλάσματος που κυμαινόταν από 53-134 ώρες σε όλες τις δοσολογικές ομάδες και την ημέρα επίσκεψης.
Σε ενήλικες πρωτοθεραπευόμενους με ERT ασθενείς, την Ημέρα 1, οι μέσες τιμές για τις κανονικοποιημένες ως προς τη δόση AUC ήταν παρόμοιες για όλα τα δοσολογικά επίπεδα, υποδεικνύοντας γραμμική δοσοαναλογικότητα στο εύρος των δοκιμαζόμενων δόσεων (0,2, 1 και 2 mg/kg E2W). Στους μήνες 3, 6 και 12, οι μέσες τιμές για τις AUC και την Clast αυξήθηκαν
περισσότερο από ό,τι σύμφωνα με τη δοσοαναλογικότητα, με σχετικά υψηλή μεταβλητότητα μεταξύ των συμμετεχόντων στην ομάδα των 0,2 mg/kg και σε ορισμένες επισκέψεις στις δοσολογικές ομάδες του 1 και των 2 mg/kg. Για τους ασθενείς που έλαβαν 1 και 2 mg/kg πεγουνιγαλσιδάσης άλφα, παρατηρήθηκαν αυξήσεις στον μέσο t1/2 και την AUC0-2wk με την αυξανόμενη διάρκεια θεραπείας και αντίστοιχες μειώσεις στα CL και Vz, υποδηλώνοντας κορεσμένη κάθαρση.
Σε ενήλικες ασθενείς που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία ERT, για το δοσολογικό σχήμα
1 mg/kg E2W, η μέση Cmax κυμάνθηκε από 21,2 έως 23,3 μg/ml, ενώ η μέση AUClast κυμάνθηκε από 972 έως 1.156 μg·h/ml. Όλες οι παρατηρήσεις σχετικά με τις ΦΚ παραμέτρους υποδεικνύουν ένα συνεπές ΦΚ προφίλ της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας 2 ετών της μελέτης.
Για το δοσολογικό σχήμα 2 mg/kg E4W, η μέση Cmax κυμάνθηκε από 36 έως 47 μg/ml, ενώ η μέση AUClast κυμάνθηκε από 1.648 έως 2.179 μg·h/ml. Δεν φαίνεται να υπάρχει επίδραση του χρόνου στη ΦΚ.
Η μοντελοποίηση ΦΚ πληθυσμού υποδεικνύει ότι η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται αποτελεσματικά εντός του πρώτου μήνα θεραπείας, με ασήμαντη συσσώρευση, και στους ασθενείς που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία ERT και στους πρωτοθεραπευόμενους με ERT, ανεξάρτητα από το δοσολογικό σχήμα.
Η πεγουνιγαλσιδάση άλφα είναι μια πρωτεΐνη και αναμένεται να αποικοδομηθεί μεταβολικά μέσω υδρόλυσης πεπτιδίων. Συνεπώς, η μειωμένη ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα με κλινικά σημαντικό τρόπο. Το μοριακό βάρος της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα είναι ~116 KDa, το οποίο είναι διπλάσιο της τιμής αποκοπής (cut-off) για τη σπειραματική διήθηση, αποκλείοντας έτσι τη διήθηση ή/και την πρωτεολυτική αποικοδόμηση στους νεφρούς.
Το πληθυσμιακό μοντέλο ΦΚ έδειξε ότι, σε διάστημα 4 εβδομάδων, η AUC και η Cavg προσομοιώνονται να είναι παρόμοιες μετά από 1 mg/kg E2W ή 2 mg/kg E4W, ενώ η Cmax προσομοιώνεται να είναι 2 φορές υψηλότερη και η Cmin προσομοιώνεται να είναι 0,4 φορές χαμηλότερη στο σχήμα των 2 mg/kg E4W. Η ΦΚ/ΦΔ ανάλυση έδειξε ότι καμία σαφής σχέση μεταξύ της έκθεσης της πεγουνιγαλσιδάσης άλφα και της μεταβολής της Lyso-Gb3 από την έναρξη στους 12 μήνες θεραπείας ή με την ετησιοποιημένη κλίση eGFR δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα δεν υποστηρίζουν την ποσοτικοποίηση μιας σχέσης έκθεσης-απόκρισης, παρατηρήθηκε αλληλοεπικάλυψη στις διάμεσες [Q1, Q3] συγκεντρώσεις lyso-Gb3 κατά την έναρξη, τους 24 μήνες και τους 48 μήνες μετά την αλλαγή από την ERT σε 2 mg/kg E4W (βλ.
παράγραφο 5.1).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ELFABRIO 2MG/ML
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
4 χρόνια.
Αραιωμένο διάλυμα για έγχυση
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 72 ώρες τόσο στους 2 °C-8 °C
όσο και σε θερμοκρασία μικρότερη των 25 °C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν πρέπει κανονικά να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στο ψυγείο (2 °C-8 °C) ή τις 8 ώρες εάν φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25 °C, εκτός εάν η αραίωση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες ασηπτικές συνθήκες.
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C-8 °C).
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Φιαλίδιο των 10 ml (διαυγές γυαλί 15R) κλεισμένο με επικαλυμμένο ελαστικό πώμα εισχώρησης και σφραγισμένο με αποσπώμενο πώμα αλουμινίου.
Φιαλίδιο των 2,5 ml (διαυγές γυαλί 6R) κλεισμένο με επικαλυμμένο ελαστικό πώμα εισχώρησης και σφραγισμένο με αποσπώμενο πώμα αλουμινίου.
Συσκευασίες του 1, 5 ή 10 φιαλιδίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Η πεγουνιγαλσιδάση άλφα προορίζεται για ενδοφλέβια έγχυση μόνο. Πρέπει να χρησιμοποιείται άσηπτη τεχνική.
Τα φιαλίδια προορίζονται για μία χρήση μόνο.
Εάν υπάρχει υποψία μόλυνσης, το φιαλίδιο δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Η ανακίνηση ή η ανάδευση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να αποφεύγεται.
Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούνται βελόνες με φίλτρο κατά την προετοιμασία της έγχυσης.
Ο αριθμός των φιαλιδίων προς αραίωση πρέπει να προσδιοριστεί με βάση το βάρος του κάθε ασθενούς και τα απαιτούμενα φιαλίδια πρέπει να αφαιρεθούν από το ψυγείο ώστε να αφεθούν να φτάσουν σε θερμοκρασία δωματίου (σε περίπου 30 λεπτά).
Αραίωση
-
Προσδιορίστε τον συνολικό αριθμό των φιαλιδίων που απαιτούνται για την έγχυση.
Ο αριθμός των απαιτούμενων φιαλιδίων βασίζεται στη συνολική δόση που απαιτείται για κάθε μεμονωμένο ασθενή και απαιτεί υπολογισμό για δοσολόγηση με βάση το βάρος.
Ένα παράδειγμα υπολογισμού της συνολικής δόσης σε έναν ασθενή 80 kg στον οποίο συνταγογραφήθηκε 1 mg/kg έχει ως εξής:
-
Βάρος ασθενούς (σε kg) ÷ 2 = Όγκος δόσης (σε ml)
-
Παράδειγμα: Ασθενής 80 kg ÷ 2 = 40 ml (όγκος προς αναρρόφηση).
-
Σε αυτό το παράδειγμα, απαιτούνται 4 φιαλίδια από το φιαλίδιο 10 ml (ή 16 φιαλίδια από το φιαλίδιο 2,5 ml).
Ένα παράδειγμα υπολογισμού της συνολικής δόσης σε έναν ασθενή 80 kg στον οποίο συνταγογραφήθηκαν 2 mg/kg έχει ως εξής:
-
Βάρος ασθενούς (σε kg) = Όγκος δόσης (σε ml)
-
Παράδειγμα: Ασθενής 80 kg = 80 ml (όγκος προς αναρρόφηση).
-
Σε αυτό το παράδειγμα, απαιτούνται 8 φιαλίδια από το φιαλίδιο των 10 ml (ή 32 φιαλίδια από το φιαλίδιο των 2,5 ml).
-
-
Αφήστε τον απαιτούμενο αριθμό φιαλιδίων να φτάσει σε θερμοκρασία δωματίου πριν από την αραίωση (περίπου 30 λεπτά).
Επιθεωρήστε οπτικά τα φιαλίδια. Μην χρησιμοποιείτε εάν το πώμα λείπει ή είναι σπασμένο. Μην χρησιμοποιείτε εάν παρατηρούνται σωματίδια ή εάν είναι αποχρωματισμένο.
Αποφύγετε την ανακίνηση ή την ανάδευση των φιαλιδίων.
-
Αφαιρέστε και απορρίψτε από τον σάκο έγχυσης τον ίδιο όγκο διαλύματος για έγχυση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) με εκείνον που υπολογίστηκε στο βήμα 1.
-
Αναρροφήστε τον απαιτούμενο όγκο διαλύματος πεγουνιγαλσιδάσης άλφα από τα φιαλίδια και αραιώστε με διάλυμα για έγχυση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) έως έναν συνολικό όγκο με βάση το βάρος του ασθενούς που καθορίζεται στον Πίνακα 4 παρακάτω.
Πίνακας 4: Ελάχιστος συνολικός όγκος έγχυσης για ασθενείς ανά σωματικό βάρος
| Βάρος ασθενούς | Ελάχιστος συνολικός όγκος έγχυσης |
| < 70 kg | 150 ml |
| 70-100 kg | 250 ml |
| > 100 kg | 500 ml |
Εγχύστε το διάλυμα πεγουνιγαλσιδάσης άλφα απευθείας μέσα στον σάκο έγχυσης. ΜΗΝ εγχύσετε στο διάκενο αέρα εντός του σάκου έγχυσης.
Αναστρέψτε απαλά τον σάκο έγχυσης για να αναμειχθεί το διάλυμα, αποφεύγοντας την έντονη ανακίνηση και ανάδευση.
Το αραιωμένο διάλυμα πρέπει να χορηγείται με τη χρήση ενός εν σειρά, χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης 0,2 μm φίλτρου.
Απόρριψη
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.