EMBLAVEO PD.C.S.INF (1,5+0,5)G/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - EMBLAVEO
Το Emblaveo ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων σε ενηλίκους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1):
-
Επιπλεγμένη ενδοκοιλιακή λοίμωξη (cIAI)
-
Ενδονοσοκομειακή πνευμονία (HAP), συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας που σχετίζεται με αναπνευστήρα (VAP)
-
Επιπλεγμένη ουρολοίμωξη (cUTI), συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας
Το Emblaveo ενδείκνυται επίσης για τη θεραπεία των λοιμώξεων που οφείλονται σε αερόβιους, αρνητικούς κατά Gram μικροοργανισμούς σε ενηλίκους ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1).
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες για την ορθή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
Συνιστάται το Emblaveo να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σε αερόβιους, αρνητικούς κατά Gram μικροοργανισμούς σε ενηλίκους ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας, μόνο κατόπιν διαβούλευσης με ιατρό με κατάλληλη εμπειρία στη διαχείριση των λοιμωδών νόσων.
Δοσολογία
Δόση σε ενηλίκους με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης (CrCL) > 50 mL/λεπτό
Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCL) > 50 mL/λεπτό. Μια εφάπαξ δόση εφόδου ακολουθείται από δόσεις συντήρησης που αρχίζουν
από το επόμενο μεσοδιάστημα χορήγησης δόσης.
Πίνακας 1. Συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση ανάλογα με τον τύπο της λοίμωξης σε ενηλίκους ασθενείς με CrCLα > 50 mL/λεπτό
| Τύπος λοίμωξης | Δόσηαζτρεονάμης-αβιμπακτάμ ης | Χρόνος έγχυσης | Μεσοδιάστ ημαχορήγησης δόσης | Διάρκεια της θεραπείας | |
| Εφόδου | Συντήρησης | ||||
| cIAIβ | 2 g/0,67 g | 1,5 g/0,5 g | 3 ώρες | Κάθε 6 ώρες | 5-10 ημέρες |
| HAP,συμπεριλαμβανομένης της VAP | 2 g/0,67 g | 1,5 g/0,5 g | 3 ώρες | Κάθε 6 ώρες | 7-14 ημέρες |
| cUTI,συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας | 2 g/0,67 g | 1,5 g/0,5 g | 3 ώρες | Κάθε 6 ώρες | 5-10 ημέρες |
| Λοιμώξεις λόγω αερόβιων, αρνητικών κατά Gram μικροοργανισμών, σε ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας | 2 g/0,67 g | 1,5 g/0,5 g | 3 ώρες | Κάθε 6 ώρες | Διάρκεια ανάλογα με την εστία της λοίμωξης και μπορεί να συνεχιστεί για έως και14 ημέρες |
α Υπολογίζεται με τη χρήση της εξίσωσης Cockcroft-Gault.
β Να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη μετρονιδαζόλη, όταν είναι γνωστό ή υπάρχει υποψία συμμετοχής αναερόβιων παθογόνων στη διεργασία της λοίμωξης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς με βάση την ηλικία (βλ. παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη CrCL > 50 έως ≤ 80 mL/λεπτό).
Στον Πίνακα 2 παρουσιάζονται οι συνιστώμενες προσαρμογές δόσης για ασθενείς με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης ≤ 50 mL/λεπτό. Μια εφάπαξ δόση εφόδου ακολουθείται από δόσεις συντήρησης που αρχίζουν από το επόμενο μεσοδιάστημα χορήγησης δόσης.
Πίνακας 2. Συνιστώμενες δόσεις για ασθενείς με εκτιμώμενη CrCL ≤ 50 mL/λεπτό
| Εκτιμώμενη CrCL(mL/λεπτό)α | Δόση αζτρεονάμης-αβιμπακτάμηςβ | Χρόνος έγχυσης | Μεσοδιάστημα χορήγησηςδόσης | |
| Εφόδου | Συντήρησης | |||
| > 30 έως ≤ 50 | 2 g/0,67 g | 0,75 g/0,25 g | 3 ώρες | Κάθε 6 ώρες |
| > 15 έως ≤ 30 | 1,35 g/0,45 g | 0,675 g/0,225 g | 3 ώρες | Κάθε 8 ώρες |
| ≤ 15 mL/min, σε διαλείπουσααιμοκάθαρσηγ,δ | 1 g/0,33 g | 0,675 g/0,225 g | 3 ώρες | Κάθε 12 ώρες |
α Υπολογίζεται με τη χρήση της εξίσωσης Cockcroft-Gault.
β Οι δοσολογικές συστάσεις βασίζονται σε ΦΚ (φαρμακοκινητικά) μοντέλα και προσομοίωση. γ Η αζτρεονάμη και η αβιμπακτάμη απομακρύνονται με την αιμοκάθαρση. Στις ημέρες που
πραγματοποιείται αιμοκάθαρση, το Emblaveo θα πρέπει να χορηγείται μετά τη συνεδρία της αιμοκάθαρσης.
δ Η αζτρεονάμη-αβιμπακτάμη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με
CrCL≤ 15 mL/λεπτό, εκτός εάν γίνει έναρξη αιμοκάθαρσης ή άλλης μορφής θεραπεία υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας.
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συστήνεται στενή παρακολούθηση της εκτιμώμενης κάθαρσης κρεατινίνης (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ανεπαρκή για την πραγματοποίηση συστάσεων προσαρμογής της δοσολογίας για ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας, εκτός της αιμοκάθαρσης (π.χ. συνεχής φλεβοφλεβική αιμοδιήθηση ή περιτοναϊκή κάθαρση). Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία συνεχούς υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας (CRRT), χρειάζονται μεγαλύτερη δόση σε σύγκριση με τους ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία συνεχούς υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας, η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται με βάση την κάθαρση υπό CRRT (CLCRRT σε mL/λεπτό).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Emblaveo σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας < 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Ενδοφλέβια χρήση.
Το Emblaveo χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 3 ωρών.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Σοβαρή υπερευαιθησία (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρή δερματική αντίδραση) σε άλλη κατηγορία β-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (π.χ. πενικιλίνες, κεφαλοσπορίνες ή καρβαπενέμες).
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Πριν από τη θεραπεία, θα πρέπει να καθοριστεί εάν ο ασθενής έχει ιστορικό αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αζτρεονάμη ή σε άλλα β-λακταμικά φαρμακευτικά προϊόντα. Το Emblaveo αντενδείκνυται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε οποιοδήποτε β-λακταμικό παράγοντα (βλ. παράγραφο 4.3). Επιπλέον, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χορήγηση της αζτρεονάμης/αβιμπακτάμης σε ασθενείς με ιστορικό οποιασδήποτε άλλης μορφής αντίδρασης υπερευαισθησίας σε άλλα β-λακταμικά φαρμακευτικά προϊόντα. Σε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, το Emblaveo πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα έκτακτης ανάγκης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται στενή παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Emblaveo. Η αζτρεονάμη και η αβιμπακτάμη αποβάλλονται κυρίως μέσω των
νεφρών, συνεπώς η δόση θα πρέπει να μειώνεται ανάλογα με τον βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2). Έχουν υπάρξει ορισμένες αναφορές νευρολογικών επιπλοκών με την αζτρεονάμη (π.χ. εγκεφαλοπάθεια, σύγχυση, επιληψία, έκπτωση επιπέδου συνείδησης, κινητικές διαταραχές) σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και σε συνδυασμό με υπερδοσολογία β-λακτάμης (βλ. παράγραφο 4.9).
Η ταυτόχρονη αγωγή με νεφροτοξικά προϊόντα (π.χ. αμινογλυκοσίδες) ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία. Η CrCL θα πρέπει να παρακολουθείται στους ασθενείς με μεταβαλλόμενη νεφρική λειτουργία και η δόση του Emblaveo να προσαρμόζεται ανάλογα (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Έχουν παρατηρηθεί αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων με το Emblaveo (βλ. παράγραφο 4.8). Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται στενή παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Emblaveo.
Περιορισμοί των κλινικών δεδομένων
Η χρήση της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης για τη θεραπεία των ασθενών με cIAI, HAP συμπεριλαμβανομένης της VAP και cUTI συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας, βασίζεται στην εμπειρία με την αζτρεονάμη ως μονοθεραπεία, τις αναλύσεις φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης και σε περιορισμένα δεδομένα από την τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη 422 ενηλίκων με cIAI ή HAP/VAP.
Η χρήση της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης για τη θεραπεία λοιμώξεων λόγω αερόβιων, αρνητικών κατά Gram μικροοργανισμών, σε ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας βασίζεται στην ανάλυση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής για την αζτρεονάμη-αβιμπακτάμη και σε περιορισμένα δεδομένα από την τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη 422 ενηλίκων με cIAI ή HAP/VAP (από τους οποίους 17 ασθενείς με ανθεκτικούς στις καρβαπενέμες (ανθεκτικούς στην μεροπενέμη) μικροοργανισμούς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Emblaveo), καθώς και στην τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη 15 ενηλίκων (από τους οποίους 12 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Emblaveo) με σοβαρές λοιμώξεις οφειλόμενες σε αρνητικά κατά Gram βακτήρια που παράγουν
μεταλλο-β-λακταμάση (MBL) (βλ. παράγραφο 5.1). Εύρος δραστικότητας της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης
Η αζτρεονάμη έχει μικρή ή καθόλου δραστικότητα έναντι της πλειονότητας των Acinetobacter spp., των θετικών κατά Gram και των αναερόβιων μικροοργανισμών (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.1). Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επιπρόσθετα αντιβακτηριακά φαρμακευτικά προϊόντα, όταν αυτά τα παθογόνα είναι γνωστό ή υπάρχει υποψία ότι συμμετέχουν στη διεργασία της λοίμωξης.
Το ανασταλτικό φάσμα της αβιμπακτάμης περιλαμβάνει πολλά από τα ένζυμα που αδρανοποιούν την αζτρεονάμη, συμπεριλαμβανομένων των β-λακταμασών τάξης Α και τάξης C κατά Ambler. Η αβιμπακτάμη δεν αναστέλλει τα ένζυμα τάξης B (μεταλλο-β-λακταμάσες) και δεν μπορεί να αναστείλει πολλά από τα ένζυμα τάξης D. Η αζτρεονάμη είναι γενικά σταθερή στην υδρόλυση από τα ένζυμα τάξης B (βλ. παράγραφο 5.1).
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile
Με την αζτρεονάμη έχουν αναφερθεί διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides (C.) difficile (CDAD) και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, με βαρύτητα που μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Αυτή η διάγνωση θα πρέπει να εξετάζεται στους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά από τη χορήγηση του Emblaveo (βλ. παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας με το Emblaveo και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για το C. difficile. Δεν θα πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό.
Μη-ευαίσθητοι μικροοργανισμοί
Η χρήση του Emblaveo ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροορογανισμών, γεγονός που μπορεί να απαιτήσει διακοπή της θεραπείας ή τη λήψη άλλων κατάλληλων μέτρων.
Παράταση χρόνου προθρομβίνης/αυξημένη δραστικότητα από του στόματος αντιπηκτικών
Έχει αναφερθεί παράταση του χρόνου προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αζτρεονάμη (βλ. παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να γίνεται κατάλληλη παρακολούθηση όταν ταυτόχρονα συνταγογραφούνται από του στόματος αντιπηκτικά και ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης τους για τη διατήρηση του επιθυμητού επιπέδου αντιπηκτικής δράσης.
Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίες
Ενδέχεται να αναπτυχθεί θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs (άμεση ή έμμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αζτρεονάμη (βλ. παράγραφο 4.8).
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει περίπου 44,6 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 2,2% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης (RDI) 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Το Emblaveo μπορεί να αραιώνεται με διαλύματα που περιέχουν νάτριο (βλ. παράγραφο 6.6) και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το ολικό νάτριο από όλες τις πηγές που θα χορηγηθεί στον ασθενή.
In vitro, η αζτρεονάμη και η αβιμπακτάμη είναι υποστρώματα των μεταφορέων οργανικών ανιόντων OAT1 και OAT3, οι οποίοι ενδέχεται να συμβάλλουν στην ενεργή πρόσληψη από το αίμα και ως εκ τούτου, στην νεφρική απέκκριση. Η προβενεσίδη (ένας ισχυρός αναστολέας OAT) αναστέλλει την πρόσληψη της αβιμπακτάμης κατά 56% έως 70% in vitro και, συνεπώς, έχει τη δυνατότητα να μεταβάλλει την αποβολή της αβιμπακτάμης όταν συγχορηγείται. Καθώς δεν έχει διενεργηθεί μελέτη κλινικής αλληλεπίδρασης της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης και της προβενεσίδης, η συγχορήγηση με προβενεσίδη δεν συνιστάται.
Η αζτρεονάμη δεν μεταβολίζεται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. In vitro, η αβιμπακτάμη δεν κατέδειξε σημαντική αναστολή των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 και καθόλου επαγωγή του κυτοχρώματος P450 στο κλινικά σχετικό εύρος έκθεσης. Η αβιμπακτάμη δεν αναστέλλει τους μείζονες νεφρικούς ή ηπατικούς μεταφορείς in vitro στο κλινικά σχετικό εύρος έκθεσης. Συνεπώς, η πιθανότητα φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης μέσω αυτών των μηχανισμών θεωρείται χαμηλή.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση αζτρεονάμης ή αβιμπακτάμης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα με την αζτρεονάμη δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Μελέτες σε ζώα με την αβιμπακτάμη κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα χωρίς ενδείξεις τερατογόνου επίδρασης(βλ. παράγραφο 5.3).
Η αζτρεονάμη/αβιμπακτάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης αποκλειστικά όταν ενδείκνυται σαφώς και μόνον εφόσον το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του κινδύνου για το έμβρυο.
Θηλασμός
Η αζτρεονάμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε συγκεντρώσεις οι οποίες είναι μικρότερες από το 1% εκείνων που εντοπίζονται ταυτόχρονα στονμητρικό ορό. Δεν είναι γνωστό αν η αβιμπακτάμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για το θηλάζον παιδί δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με αζτρεονάμη/αβιμπακτάμη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους σχετικά με την επίδραση της αζτρεονάμης/αβιμπακτάμης στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα με την αζτρεονάμη ή την αβιμπακτάμη δεν κατέδειξαν επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Ενδέχεται να προκύψουν ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη) οι οποίες μπορεί να έχουν μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.8).
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου (ADR) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αζτρεονάμη/αβιμπακτάμη (ATM-AVI) ήταν αναιμία (6,9%), διάρροια (6,2%), αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) (6,2%) και αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) (5,2%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ακόλουθες ADR έχουν αναφερθεί με την αζτρεονάμη ως μονοθεραπεία και/ή έχουν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών Φάσης 2 και Φάσης 3 με το Emblaveo (N = 305).
Οι ADR που παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται ανά Κατηγορία/Οργανικό σύστημα (System Organ Class, SOC) και κατηγορίες συχνότητας και ορίζονται με βάση την παρακάτω συνθήκη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως
< 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) ή μη γνωστή συχνότητα (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 3. Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκου ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα
| Κατηγορία/Οργα νικό σύστημα | Συχνές≥ 1/100 έως < 1/10 | Όχι συχνές≥ 1/1.000 έως< 1/100 | Σπάνιες≥ 1/10.000 έως< 1/1.000 | Μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορούν ναεκτιμηθούν με βάση ταδιαθέσιμα δεδομένα) |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Καντιντιασική αιδοιοκολπίτιδα | Επιλοίμωξη | ||
| Λοίμωξη του κόλπου |
Πίνακας 3. Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκου ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα
| Κατηγορία/Οργα νικό σύστημα | Συχνές≥ 1/100 έως < 1/10 | Όχι συχνές≥ 1/1.000 έως< 1/100 | Σπάνιες≥ 1/10.000 έως< 1/1.000 | Μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορούν ναεκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμαδεδομένα) |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία Θρομβοκυττάρωση Θρομβοπενία | Αυξημένος αριθμός ηωσινοφίλωνΛευκοκυττάρωσ η | Πανκυτταροπενία ΟυδετεροπενίαΠαρατεταμένος χρόνος προθρομβίνηςΠαρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΘετική δοκιμασία CoombsΘετική άμεση αντίδραση CoombsΘετική έμμεση αντίδραση Coombs | |
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική αντίδρασηΥπερευαισθησία σε φάρμακο | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συγχυτική κατάσταση | Αϋπνία | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη | Εγκεφαλοπάθει αΚεφαλαλγίαΥπαισθησία του στόματοςΔυσγευσία | Επιληπτική κρίση Παραισθησία | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Διπλωπία | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | ΊλιγγοςΕμβοές | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Έκτακτες συστολές | |||
| Αγγειακές διαταραχές | ΑιμορραγίαΥπόταση |
Πίνακας 3. Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκου ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα
| Κατηγορία/Οργα νικό σύστημα | Συχνές≥ 1/100 έως < 1/10 | Όχι συχνές≥ 1/1.000 έως< 1/100 | Σπάνιες≥ 1/10.000 έως< 1/1.000 | Μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορούν ναεκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμαδεδομένα) |
| Ερυθρίαση | ||||
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Βρογχόσπασμος | ΔύσπνοιαΣυρίττουσα αναπνοήΠταρμόςΡινική συμφόρηση | ||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Διάρροια Ναυτία ΈμετοςΚοιλιακό άλγος | Κολίτιδα από Clostridium difficileΑιμορραγία γαστρεντερικούΕξέλκωση στόματος | Ψευδομεμβρανώδη ς κολίτιδαΑπόπνοια | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΑυξημένες τρανσαμινάσες | Αυξημένη γ-γλουταμυλτραν σφεράσηΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος | Ηπατίτιδα Ίκτερος | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | ΑγγειοοίδημαΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΑποφολιδωτική δερματίτιδαΠολύμορφο ερύθημαΠορφύρα Κνίδωση ΠετέχειεςΚνησμός |
Πίνακας 3. Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκου ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα
| Κατηγορία/Οργα νικό σύστημα | Συχνές≥ 1/100 έως < 1/10 | Όχι συχνές≥ 1/1.000 έως< 1/100 | Σπάνιες≥ 1/10.000 έως< 1/1.000 | Μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορούν ναεκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμαδεδομένα) |
| Υπεριδρωσία | ||||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος καιτου συνδετικού ιστού | Μυαλγία | |||
| Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικούσυστήματος | Αυξημένη κρεατινίνη αίματος | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος καιτου μαστού | Ευαισθησία του μαστού | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Φλεβίτιδα ΘρομβοφλεβίτιδαΕξαγγείωση στη θέση έγχυσηςΆλγος στη θέση ένεσηςΠυρεξία | Δυσφορία στο θώρακαΕξασθένιση | Αίσθημα κακουχίας |
Σύνδρομο Κούνη
Έχει αναφερθεί οξύ στεφανιαίο σύνδρομο που σχετίζεται με αλλεργική αντίδραση (σύνδρομο Κούνη) με άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Η υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλοπάθεια, σύγχυση, επιληψία, έκπτωση επιπέδου συνείδησης και κινητικές διαταραχές, ειδικότερα στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).
Εάν είναι απαραίτητο, η αζτρεονάμη και η αβιμπακτάμη μπορούν να απομακρυνθούν μερικώς με αιμοκάθαρση.
Κατά τη διάρκεια μιας 4ωρης συνεδρίας αιμοκάθαρσης, απομακρύνονται το 38% της δόσης της αζτρεονάμης και το 55% της δόσης της αβιμπακτάμης.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - EMBLAVEO
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, άλλα β-λακταμικά αντιβακτηριακά, μονομπακτάμες, κωδικός ATC: J01DF51
Μηχανισμός δράσης
Η αζτρεονάμη αναστέλλει τη σύνθεση της πεπτιδογλυκάνης του κυτταρικού τοιχώματος των βακτηρίων μετά από δέσμευση στις πενικιλινοδεσμευτικές πρωτεϊνες (PBP), γεγονός πουοδηγεί στη λύση και τον θάνατο των βακτηριακών κυττάρων. Η αζτρεονάμη είναι γενικά σταθερή στην υδρόλυση από τα ένζυμα κατηγορίας B (μεταλλο-β-λακταμάσες).
Η αβιμπακτάμη είναι ένας μη β-λακταμικός αναστολέας β-λακταμασών, ο οποίος δρα σχηματίζοντας ομοιοπολική ένωση πρόσδεσης με το ένζυμο, η οποία είναι σταθερή στην υδρόλυση. Η αβιμπακτάνη αναστέλλει τις β-λακταμάσες τάξης Α και τάξης C κατά Ambler και ορισμένα ένζυμα της τάξης D, συμπεριλαμβανομένων των β-λακταμασών εκτεταμένου φάσματος (ESBL), της καρβαπενεμάσης της Klebsiella pneumoniae (KPC) και των καρβαπενεμασών OXA-48, καθώς και των ενζύμων AmpC. Η αβιμπακτάμη δεν αναστέλλει τα ένζυμα τάξης B και δεν έχει τη δυνατότητα να αναστείλει πολλά από τα ένζυμα της τάξης D.
Αντοχή
Στους μηχανισμούς βακτηριακής αντοχής που θα μπορούσαν δυνητικά να επηρεάσουν την αζτρεονάμη-αβιμπακτάμη περιλαμβάνονται β-λακταμικά ένζυμα ανθεκτικά στην αναστολή από την αβιμπακτάμη και ικανά να υδρολύουν την αζτρεονάμη, μεταλλαγμένες ή επίκτητες PBP, μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης σε καθένα από τα συστατικά, καθώς και την ενεργητική εκροή καθενός από τα συστατικά.
Αντιβακτηριακή δραστικότητα σε συνδυασμό με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες
Δεν έχει καταδειχθεί ούτε συνεργική ούτε ανταγωνιστική δράση σε in vitro μελέτες συνδυασμού φαρμάκων με την αζτρεονάμη-αβιμπακτάμη και την αμικασίνη, τη σιπροφλοξασίνη, την κολιστίνη, τη δαπτομυκίνη, τη γενταμυκίνη, τη λεβοφλοξασίνη, τη λινεζολίδη, τη μετρονιδαζόλη, την τιγεκυκλίνη, την τομπραμυκίνη και τη βανκομυκίνη.
Όρια δοκιμών ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση (Minimum Inhibitory Concentration, MIC) για τις δοκιμές ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ελέγχου Ευαισθησίας των Μικροοργανισμών στους Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, EUCAST) για την αζτρεονάμη/αβιμπακτάμη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx
Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής
Η αντιμικροβιακή δραστικότητα της αζτρεονάμης έναντι συγκεκριμένων παθογόνων έχει καταδειχθεί ότι συσχετίζεται καλύτερα με το ποσοστό του χρόνου συγκέντρωσης του ελεύθερου φαρμάκου πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης κατά το διάστημα μεταξύ των δόσεων (%fT > MIC αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης). Για την αβιμπακτάμη, ο δείκτης
φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (PK-PD) είναι το ποσοστό του χρόνου συγκέντρωσης ελεύθερου φαρμάκου πάνω από τον ουδό συγκέντρωσης κατά το διάστημα μεταξύ των δόσεων (%fT > CT).
Αντιβακτηριακή δραστικότητα έναντι συγκεκριμένων παθογόνων
In vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι τα ακόλουθα παθογόνα θα ήταν ευαίσθητα στην αζτρεονάμη-αβιμπακτάμη απουσία επίκτητων μηχανισμών αντοχής:
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
-
Σύμπλεγμα Citrobacter freundii
-
Citrobacter koseri
-
Escherichia coli
-
Σύμπλεγμα Enterobacter cloacae
-
Klebsiella aerogenes
-
Klebsiella pneumoniae
-
Klebsiella oxytoca
-
Morganella morganii
-
Proteus mirabilis
-
Proteus vulgaris
-
Providencia rettgeri
-
Providencia stuartii
-
Raoultella ornithinolytica
-
Serratia spp.
-
Pseudomonas aeruginosa
-
Serratia marcescens
-
Stenotrophomonas maltophilia
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι τα ακόλουθα είδη δεν είναι ευαίσθητα στην αζτρεονάμη-αβιμπακτάμη:
-
Acinetobacter spp.
-
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
-
Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Emblaveo σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία των λοιμώξεων που προκαλούνται από αερόβια αρνητικά κατά Gram βακτήρια σε ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Γενική εισαγωγή
Ο γεωμετρικός μέσος όρος (CV%) μέγιστης συγκέντρωσης της αζτρεονάμης και της αβιμπακτάμης σε σταθερή κατάσταση στο πλάσμα (Cmax,ss) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου σε διάστημα 24 ωρών (AUC24,ss) σε ασθενείς μελέτης Φάσης 3 με φυσιολογική νεφρική λειτουργία
(n = 127) μετά από πολλαπλές 3ωρες εγχύσεις 1,5 g αζτρεονάμης/0,5 g αβιμπακτάμης χορηγούμενες κάθε 6 ώρες ήταν 54,2 mg/L (40,8) και 11,0 mg/L (44,9), αντίστοιχα και 833 mg*h/L (45,8) και 161 mg*h/L (47,5), αντίστοιχα. Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής της αζτρεονάμης και της αβιμπακτάμης μετά από χορήγηση μεμονωμένης και πολλαπλών δόσεων αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης σε συνδυασμό ήταν παρόμοιες με εκείνες που διαπιστώθηκαν όταν η αζτρεονάμη ή η αβιμπακτάμη χορηγήθηκαν ως μονοθεραπεία.
Κατανομή
Η δέσμευση της αβιμπακτάμης και της αζτρεονάμης σε πρωτεΐνες στον άνθρωπο είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση και χαμηλή, περίπου 8% και 38%, αντίστοιχα. Οι όγκοι κατανομής της αζτρεονάμης και της αβιμπακτάμης στη σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν συγκρίσιμοι, περίπου 20 L και 24 L, αντίστοιχα, σε ασθενείς με επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις μετά από πολλαπλές δόσεις 1,5 g/0,5 g αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης που εγχύθηκαν για διάστημα 3 ωρών κάθε 6 ώρες.
Η αζτρεονάμη διαπερνά τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Η διείσδυση της αζτρεονάμης στο υγρό που καλύπτει το πνευμονικό επιθήλιο (epithelial lining fluid: ELF) δεν έχει μελετηθεί κλινικά. Μια μέση αναλογία της συγκέντρωσης στις βρογχικές εκκρίσεις προς τη συγκέντρωση στον ορό της τάξης του 21% έως 60% έχει αναφερθεί σε διασωληνωμένους ασθενείς 2 έως 8 ώρες μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 2 g αζτρεονάμης.
Η αβιμπακτάμη διεισδύει στο ανθρώπινο υγρό που καλύπτει το βρογχικό ELF με συγκεντρώσεις γύρω στο 30% εκείνων του πλάσματος και παρόμοιο προφίλ χρόνου συγκέντρωσης μεταξύ ELF και πλάσματος. Η αβιμπακτάμη διεισδύει στον υποδόριο ιστό στο σημείο των δερματικών λοιμώξεων, με συγκεντρώσεις στον ιστό περίπου ίσες με τις συγκεντρώσεις ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα.
Η διείσδυση της αζτρεονάμης στον άθικτο αιματοεγκεφαλικό φραγμό είναι περιορισμένη, καταλήγοντας σε χαμηλά επίπεδα αζτρεονάμης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) απουσία φλεγμονής. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ αυξάνονται όταν υπάρχει φλεγμονή στις μήνιγγες.
Βιομετασχηματισμός
Η αζτρεονάμη δεν μεταβολίζεται εκτεταμένα. Ο κύριος μεταβολίτης είναι αδρανής και σχηματίζεται με το άνοιγμα του β-λακταμικού δακτυλίου, λόγω υδρόλυσης. Δεδομένα ανάκτησης υποδεικνύουν ότι περίπου το 10% της δόσης απεκκρίνεται με τη μορφή αυτού του μεταβολίτη. Δεν παρατηρήθηκε μεταβολισμός της αβιμπακτάμης σε παρασκευάσματα ανθρώπινου ήπατος (μικροσώματα και ηπατοκύτταρα). Η αμετάβλητη αβιμπακτάμη ήταν το κύριο σχετιζόμενο με το φάρμακο συστατικό στο ανθρώπινο πλάσμα και στα ούρα μετά τη χορήγηση δόσης [14C]-αβιμπακτάμης.
Αποβολή
Οι τελικοί χρόνοι ημιζωής (t½) τόσο της αζτρεονάμης όσο και της αβιμπακτάμης είναι περίπου 2 έως 3 ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
Η αζτρεονάμη απεκκρίνεται στα ούρα με ενεργό σωληναριακή έκκριση και σπειραματική διήθηση. Περίπου 75% έως 80% μιας ενδοφλέβιας ή ενδομυϊκής δόσης ανακτήθηκε στα ούρα. Τα συστατικά της ραδιενέργειας στα ούρα ήταν η αμετάβλητη αζτρεονάμη (περίπου το 65% ανακτήθηκε εντός
8 ωρών), το ανενεργό προϊόν υδρόλυσης του δακτυλίου β-λακτάμης της αζτρεονάμης (περίπου 7%) και άγνωστοι μεταβολίτες (περίπου 3%). Περίπου το 12% της αζτρεονάμης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Η αβιμπακτάμη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα με νεφρική κάθαρση περίπου 158 mL/λεπτό, κάτι που υποδεικνύει ενεργό σωληναριακή έκκριση επιπλέον της σπειραματικής διήθησης. Το ποσοστό του αμετάβλητου φαρμάκου που απεκκρίνεται στα ούρα ήταν ανεξάρτητο από τη χορηγηθείσα δόση και αντιστοιχούσε στο 83,8% έως 100% της δόσης της αβιμπακτάμης σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Λιγότερο από το 0,25% της αβιμπακτάμης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική τόσο της αζτρεονάμης όσο και της αβιμπακτάμης είναι σχεδόν γραμμική στο μελετηθέν εύρος δόσεων (1.500 mg έως 2.000 mg αζτρεονάμης, 375 mg έως 600 mg αβιμπακτάμης). Δεν παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη συσσώρευση της αζτρεονάμης ή της αβιμπακτάμης μετά από
πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις 1.500 mg/500 mg αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης που χορηγήθηκαν κάθε 6 ώρες για έως και 11 ημέρες σε υγιείς ενηλίκους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Η αποβολή της αζτρεονάμης και της αβιμπακτάμης είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Οι μέσες αυξήσεις στην AUC της αβιμπακτάμης είναι 2,6 φορές, 3,8 φορές, 7 φορές και 19,5 φορές μεγαλύτερες σε άτομα με ήπιας (εδώ ορίζεται ως CrCL 50 έως 79 mL/λεπτό), μέτριας (εδώ ορίζεται ως CrCL 30 έως 49 mL/λεπτό), βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία (CrCL < 30 mL/λεπτό, χωρίς να απαιτείται αιμοκάθαρση) και νεφρική νόσο τελικού σταδίου, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (εδώ ορίζεται ως CrCL > 80 mL/λεπτό).
Χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με εκτιμώμενη CrCL ≤ 50 mL/λεπτό, βλ. παράγραφο 4.2.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της αβιμπακτάμης στους ασθενείς με οποιουδήποτε βαθμού ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει μελετηθεί. Καθώς η αζτρεονάμη και η αβιμπακτάμη δεν φαίνεται να υπόκεινται σε σημαντικό ηπατικό μεταβολισμό, η συστηματική κάθαρση οποιασδήποτε από τις δύο δραστικές ουσίες δεν αναμένεται να μεταβάλλεται σημαντικά από την ηπατική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)
Ο χρόνος μέσης ημίσειας αποβολής τόσο της αζτρεονάμης όσο και της αβιμπακτάμης είναι αυξημένος και η κάθαρση από το πλάσμα είναι μειωμένη στους ηλικιωμένους, κάτι που συνάδει με τη σχετιζόμενη με την ηλικία μείωση της νεφρικής κάθαρσης της αζτρεονάμης και της αβιμπακτάμης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης δεν έχει αξιολογηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Φύλο, φυλή και βάρος σώματος
Η φαρμακοκινητική της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης δεν επηρεάζεται σημαντικά από το φύλο ή τη φυλή. Σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού της αζτρεονάμης-αβιμπακτάμης, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές διαφορές στις εκθέσεις ενήλικων ασθενών με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) ≥ 30 kg/m2 σε σύγκριση με ενήλικους ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) < 30 kg/m2.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - EMBLAVEO
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Ξηρή κόνις
3 χρόνια.
Μετά την ανασύσταση
Το ανασυσταμένο φιαλίδιο πρέπει να χρησιμοποιείται εντός 30 λεπτών για την προετοιμασία του σάκου έγχυσης ή του αποθέματος διαλύματος που παρέχει την κατάλληλη δόση του ATM-AVI για ενδοφλέβια έγχυση.
Μετά την αραίωση
Σάκοι έγχυσης
Εάν το ενδοφλέβιο διάλυμα παρασκευαστεί με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου (0,9%) ή διάλυμα Lactated Ringer’s, η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C – 8 °C ακολουθούμενη από έως 12 ώρες σε θερμοκρασία έως 30 °C.
Εάν το ενδοφλέβιο διάλυμα παρασκευαστεί με ενέσιμο διάλυμα γλυκόζης (5%), η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C – 8 °C ακολουθούμενη από έως 6 ώρες σε θερμοκρασία έως 30 °C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως, εκτός εάν η ανασύσταση και η αραίωση έχουν πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης σε μορφή έτοιμη για χρήση και οι
συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν πρέπει να υπερβαίνουν αυτών που αναφέρονται παραπάνω.
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C – 8 °C).
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την ανασύσταση και αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Γυάλινο φιαλίδιο των 30 mL (Τύπου I) κλεισμένο με ελαστικό πώμα εισχώρησης (χλωροβουτύλιο) και σφράγιση αλουμινίου με αποσπώμενο πώμα.
Το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται σε συσκευασίες των 10 φιαλιδίων.
και άλλος χειρισμός
Η ανασύσταση της κόνεως πρέπει να γίνεται με στείρο ύδωρ για ενέσιμα και το πυκνό διάλυμα που προκύπτει πρέπει στη συνέχεια να αραιώνεται αμέσως πριν από τη χρήση. Το ανασυσταμένο διάλυμα είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως κίτρινο διάλυμα και δεν περιέχει ορατά σωματίδια.
Για την προετοιμασία και τη χορήγηση του διαλύματος πρέπει να χρησιμοποιούνται οι συνήθεις άσηπτες τεχνικές. Οι δόσεις πρέπει να παρασκευάζονται σε σάκο έγχυσης κατάλληλου μεγέθους.
Τα παρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να εξετάζονται οπτικά για υλικά σωματίδια πριν από τη χορήγηση.
Κάθε φιαλίδιο προορίζεται για εφάπαξ χρήση.
Το συνολικό χρονικό μεσοδιάστημα από την έναρξη της ανασύστασης έως την ολοκλήρωση της προετοιμασίας της ενδοφλέβιας έγχυσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 30 λεπτά.
Το Emblaveo (αζτρεονάμη/αβιμπακτάμη) είναι προϊόν συνδυασμού. Κάθε φιαλίδιο περιέχει 1,5 g αζτρεονάμης και 0,5 g αβιμπακτάμης σε σταθερή αναλογία 3:1.
Οδηγίες για την παρασκευή δόσεων για ενηλίκους σε ΣΑΚΟ ΕΓΧΥΣΗΣ:
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η ακόλουθη διαδικασία περιγράφει τα βήματα παρασκευής ενός διαλύματος έγχυσης με τελική συγκέντρωση 1,5-40 mg/mL αζτρεονάμης και 0,50-13,3 mg/mL αβιμπακτάμης. Όλοι οι υπολογισμοί θα πρέπει να ολοκληρωθούν πριν την έναρξη αυτών των βημάτων.
-
Προετοιμάστε το ανασυσταμένο διάλυμα (131,2 mg/mL αζτρεονάμης και 43,7 mg/mL
αβιμπακτάμης):
-
Εισάγετε τη βελόνα διαμέσου του πώματος του φιαλιδίου και ενέστε 10 mL στείρου ύδατος για ενέσιμα.
-
Αποσύρετε τη βελόνα και ανακινήστε ήπια το φιαλίδιο ώστε να προκύψει ένα διαυγές, άχρωμο έως κίτρινο διάλυμα, χωρίς ορατά σωματίδια.
-
-
Προετοιμάστε το τελικό διάλυμα για έγχυση (η τελική συγκέντρωση πρέπει να είναι
1,5-40 mg/mL αζτρεονάμης και 0,50-13,3 mg/mL αβιμπακτάμης):
Σάκος έγχυσης: Αραιώστε περαιτέρω το ανασυσταμένο διάλυμα, μεταφέροντας κατάλληλα υπολογισμένο όγκο του ανασυσταμένου διαλύματος σε έναν σάκο έγχυσης που περιέχει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου (0,9%), ενέσιμο διάλυμα γλυκόζης (5%) ή διάλυμα Lactated Ringer’s.
Ανατρέξτε στον Πίνακα 4 παρακάτω.
Πίνακας 4. Προετοιμασία του Emblaveo για δόσεις ενηλίκων σε ΣΑΚΟ ΕΓΧΥΣΗΣ
| Ολική δόση(αζτρεονάμη/αβιμπακτάμη) | Όγκος που πρέπει να αφαιρεθεί από το(τα) ανασυσταμένο(α)φιαλίδιο(α) | Τελικός όγκος μετά την αραίωση σε σάκοέγχυσηςα,β |
| 2.000 mg/667 mg | 15,2 mL | 50 mL έως 250 mL |
| 1.500 mg/500 mg | 11,4 mL | 50 mL έως 250 mL |
| 1.350 mg/450 mg | 10,3 mL | 50 mL έως 250 mL |
| 750 mg/250 mg | 5,7 mL | 50 mL έως 250 mL |
| 675 mg/225 mg | 5,1 mL | 50 mL έως 250 mL |
| Όλες οι άλλες δόσεις | Όγκος (mL) υπολογιζόμενος με βάση την απαιτούμενη δόση:Δόση (mg αζτρεονάμης) ÷ 131,2 mg/mL αζτρεονάμηςΉΔόση (mg αβιμπακτάμης)÷ 43,7 mg/mL αβιμπακτάμης | Ο όγκος (mL) θα διαφέρει ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του μεγέθους του σάκου έγχυσης και την προτιμώμενη τελική συγκέντρωση(Πρέπει να είναι1,5-40 mg/mL αζτρεονάμηςκαι 0,50-13,3 mg/mL αβιμπακτάμης) |
α Αραιώστε έως τελική συγκέντρωση αζτρεονάμης 1,5-40 mg/mL (τελική συγκέντρωση αβιμπακτάμης 0,50-13,3 mg/mL) για σταθερότητα κατά τη χρήση έως και 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C – 8 °C, ακολουθούμενη από έως και 12 ώρες σε θερμοκρασία έως και 30 °C για τους σάκους έγχυσης που περιέχουν ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου (0,9%) ή διάλυμα Lactated Ringer’s.
β Αραιώστε έως τελική συγκέντρωση αζτρεονάμης 1,5-40 mg/mL (τελική συγκέντρωση αβιμπακτάμης 0,50-13,3 mg/ml) για σταθερότητα κατά τη χρήση έως και 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C – 8 °C, ακολουθούμενη από έως και 6 ώρες σε θερμοκρασία έως και 30 °C για τους σάκους έγχυσης που περιέχουν ενέσιμο διάλυμα γλυκόζης (5%).
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.