ESMOCARD LYO PD.C.S.INF 2500MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ESMOCARD 2500MG/VIAL
Το ESMOCARD LYO ενδείκνυται για τη θεραπεία της υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας (με εξαίρεση τα σύνδρομα προδιέγερσης), και για τον ταχύ έλεγχο της κοιλιακής συχνότητας σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή κολπικό πτερυγισμό σε περιεγχειρητικές, μετεγχειρητικές ή άλλες καταστάσεις, όπου είναι επιθυμητός ο βραχυχρόνιος έλεγχος του κοιλιακού ρυθμού με έναν παράγοντα βραχείας δράσης.
Το ESMOCARD LYO ενδείκνυται επίσης για την ταχυκαρδία και υπέρταση που παρουσιάζονται στην περιεγχειρητική φάση και στη μη αντισταθμιστική φλεβοκομβική ταχυκαρδία, όπου σύμφωνα με την κρίση του γιατρού, η ταχεία καρδιακή συχνότητα απαιτεί ειδική παρέμβαση.
Το ESMOCARD LYO δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών (βλ. παράγραφο 4.2).
Το ESMOCARD LYO δεν ενδείκνυται για χρήση σε χρόνιες καταστάσεις.
Σκόνη ESMOCARD LYO 2500 mg, για διάλυμα προς έγχυση.
ΝΑ ΜΗΝ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΑΦΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ/ΑΡΑΙΩΣΗ.
Το ανασυσταθέν/αραιωμένο διάλυμα προς έγχυση θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα μετά το άνοιγμα του δοχείου του (βλ. παρ. 4.4 και 6).
Η χορήγηση λανθασμένα ανασυσταθέντος/αραιωμένου ESMOCARD LYO μπορεί να έχει θανατηφόρες συνέπειες (βλ. παρ. 4.4).
Δοσολογία
ΥΠΕΡΚΟΙΛΙΑΚΗ ΤΑΧΥΑΡΡΥΘΜΙΑ
Η δόση του ESMOCARD LYO πρέπει να εξατομικεύεται με τιτλοποίηση. Απαιτείται μια δόση έναρξης ακολουθούμενη από μια δόση συντήρησης.
Η αποτελεσματική δόση του ESMOCARD LYO είναι εντός του εύρους των 50 έως 200 μικρογραμμαρίων/kg/min, παρόλο που έχουν χρησιμοποιηθεί και υψηλότερες δόσεις έως 300 μικρογραμμάρια/kg/min. Σε λίγους ασθενείς η μέση αποτελεσματική δόση των 25 μικρογραμμαρίων/kg/min υπήρξε επαρκής.
Διάγραμμα Ροής για την Έναρξη και Συντήρηση της Θεραπείας
Έγχυση αρχικής δόσης φόρτισης των
500 μικρογραμμαρίων/kg/min για 1 λεπτό,
ΕΠΕΙΤΑ 50 μικρογραμμάρια/kg/min για 4 λεπτά
Ανταπόκριση
Διατηρήστε την έγχυση στα
50 μικρογραμμάρια/kg/min
Ανεπαρκής ανταπόκριση εντός 5 λεπτών
Επαναλάβετε τα 500 μικρογραμμάρια/kg/min για 1 λεπτό
Αυξήστε την έγχυση συντήρησης σε 100 μικρογραμμάρια/kg/min για 4 λεπτά
Ανταπόκριση
Διατηρήστε την έγχυση στα
100 μικρογραμμάρια/kg/min
Ανεπαρκής ανταπόκριση εντός 5 λεπτών
Επαναλάβετε τα 500 μικρογραμμάρια/kg/min για 1 λεπτό
Αυξήστε την έγχυση συντήρησης σε 150 μικρογραμμάρια/kg/min για 4 λεπτά
Ανταπόκριση
Διατηρήστε την έγχυση στα
150 μικρογραμμάρια/kg/min
Ανεπαρκής ανταπόκριση
Επαναλάβετε τα 500 μικρογραμμάρια/kg/min για 1 λεπτό
Αυξήστε την έγχυση συντήρησης σε 200 μικρογραμμάρια/kg/min και διατηρήστε την
Καθώς προσεγγίζετε την επιθυμητή καρδιακή συχνότητα ή το καταληκτικό σημείο για την ασφάλεια (π.χ. μείωση της αρτηριακής πίεσης), ΠΑΡΑΛΕΙΨΤΕ την έγχυση της αρχικής δόσης φόρτισης και μειώστε την επαυξητική δόση στην έγχυση συντήρησης από 50 μικρογραμμάρια/kg/min σε 25 μικρογραμμάρια/kg/min ή και λιγότερα. Εάν είναι απαραίτητο, το διάστημα μεταξύ των σταδίων της τιτλοποίησης μπορεί να αυξηθεί από 5 σε 10 λεπτά.
Σημείωση: Δόσεις συντήρησης άνω των 200 μικρογραμμαρίων/kg/min δεν έχει διαπιστωθεί ότι προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερο όφελος και η ασφάλεια των δόσεων άνω των 300 μικρογραμμαρίων/kg/min δεν έχει μελετηθεί.
Στην περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητης ενέργειας, η δoσολογία του ESMOCARD LYO μπορεί να μειωθεί ή να διακοπεί. Οι φαρμακολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να υποχωρήσουν εντός 30 λεπτών.
Εάν προκληθεί τοπική αντίδραση στο σημείο της έγχυσης, πρέπει να γίνει χρήση εναλλακτικού σημείου έγχυσης και πρέπει να δοθεί προσοχή ώστε να αποφευχθεί η εξαγγείωση.
Η χορήγηση εγχύσεων ESMOCARD LYO για μεγαλύτερο διάστημα από 24 ώρες δεν έχει αξιολογηθεί διεξοδικά. Εγχύσεις διάρκειας μεγαλύτερης από 24 ώρες θα πρέπει να γίνονται μόνο με προσοχή.
Η απότομη διακοπή του ESMOCARD LYO σε ασθενείς δεν έχει αναφερθεί ότι προκαλεί τα συμπτώματα στέρησης που μπορεί να παρατηρηθούν με την απότομη διακοπή των β-αναστολέων μετά από μακροχρόνια χρήση σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο. Εντούτοις, πρέπει να δίνεται προσοχή στην απότομη διακοπή των εγχύσεων ESMOCARD LYO σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο.
ΠΕΡΙΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΤΑΣΗ
Για περιεγχειρητική ταχυκαρδία και υπέρταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα ακόλουθα δοσολογικά σχήματα.
α) Για τη διεγχειριτική θεραπεία - κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, όταν απαιτείται άμεσος έλεγχος, χορηγείται δόση εφόδου 80 mg για 15 έως 30 δευτερόλεπτα, ακολουθούμενη από έγχυση 150 μικρογραμμαρίων/kg/min. Τιτλοποιήστε το ρυθμό έγχυσης όπως απαιτείται έως τα 300 μικρογραμμάρια/kg/min.
β) Μετά την αφύπνιση από την αναισθησία, χορηγήστε έγχυση 500 μικρογραμμαρίων/kg/min για 4 λεπτά, ακολουθούμενη από έγχυση 300 μικρογραμμαρίων/kg/min.
γ) Σε μετεγχειρητικές καταστάσεις, όταν υπάρχει χρόνος για τιτλοποίηση, χορηγήστε τη δόση εφόδου των 500 μικρογραμμαρίων/kg/min για ένα λεπτό πριν από κάθε στάδιο τιτλοποίησης, ώστε να προκληθεί ταχεία έναρξη δράσης. Εφαρμόστε στάδια τιτλοποίησης των 50, 100, 150, 200, 250 και 300 μικρογραμμαρίων/kg/min χορηγούμενα σε διαστήματα τεσσάρων λεπτών, σταματώντας μόλις επιτευχθεί η επιθυμητή θεραπευτική δράση.
Αντικατάσταση της θεραπείας με ESMOCARD LYOμε εναλλακτικά φάρμακα
Αφότου ο ασθενής επιτύχει ικανοποιητικό έλεγχο της καρδιακής συχνότητας και τη σταθεροποίηση της κλινικής του κατάστασης, είναι εφικτή η μετάβαση σε εναλλακτικά φάρμακα (όπως αντιαρρυθμικά ή ανταγωνιστές ασβεστίου).
Μείωση της δοσολογίας:
Όταν το ESMOCARD LYO αντικαθίσταται από εναλλακτικά φάρμακα, ο γιατρός θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή την επισήμανση των εναλλακτικών φαρμάκων που επιλέγονται και να μειώσει τη δόση του ESMOCARD LYO ως εξής:
-
Εντός της πρώτης ώρας μετά την πρώτη δόση του εναλλακτικού φαρμάκου, να μειώσει το ρυθμό έγχυσης του ESMOCARD LYO στο μισό (50%).
-
Μετά τη χορήγηση της δεύτερης δόσης του άλλου εναλλακτικού φαρμάκου, να παρακολουθεί με προσοχή την ανταπόκριση του ασθενή και εάν διατηρείται ικανοποιητικός έλεγχος για την πρώτη ώρα, να διακόψει την έγχυση ESMOCARD LYO .
Πρόσθετες πληροφορίες για τη δοσολογία: καθώς προσεγγίζετε το επιθυμητό θεραπευτικό αποτέλεσμα ή ένα από τα καταληκτικά σημεία για την ασφάλεια (π.χ. μειωμένη αρτηριακή πίεση), παραλείψτε τη δόση εφόδου και μειώστε την επαυξητική δόση στην έγχυση συντήρησης σε 12,5 – 25 μικρογραμμάρια/kg/min. Επιπλέον, εάν είναι επιθυμητό, αυξήστε το διάστημα μεταξύ των σταδίων τιτλοποίησης από πέντε σε δέκα λεπτά.
Το ESMOCARD LYO πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση που η καρδιακή συχνότητα ή η αρτηριακή πίεση προσεγγίζει ταχέως ή υπερβαίνει το όριο ασφαλείας και έπειτα να αρχίσει και πάλι η χορήγηση χωρίς δόση εφόδου, με χαμηλότερη δόση, μετά την επάνοδο της καρδιακής συχνότητας ή της αρτηριακής πίεσης σε αποδεκτό επίπεδο.
Ιδιαίτεροι πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Οι ηλικιωμένοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή, αρχίζοντας τη θεραπεία με χαμηλότερη δόση. Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους. Εντούτοις, μια ανάλυση δεδομένων από 252 ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών, δεν έδειξε διαφορές στις φαρμακοδυναμικές επιδράσεις σε σύγκριση με τα δεδομένα ασθενών ηλικίας κάτω των 65 ετών.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια η χορήγηση του ESMOCARD LYO με έγχυση πρέπει να γίνεται με προσοχή, επειδή ο όξινος μεταβολίτης του ESMOCARD LYO αποβάλλεται από τα νεφρά. Η αποβολή του όξινου μεταβολίτη ελαττώνεται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική νόσο, με την ημιπερίοδο αποβολής να αυξάνεται στο δεκαπλάσιο του φυσιολογικού και τα επίπεδα πλάσματος να αυξάνονται σημαντικά.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Σε περιπτώσεις ηπατικής ανεπάρκειας δεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις, δεδομένου ότι οι εστεράσες στα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν κυρίαρχο ρόλο στο μεταβολισμό του ESMOCARD LYO .
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας κάτω των 18 ετών):
Δεν έχει τεκμηριωθεί ακόμα η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ESMOCARD LYO σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών. Για το λόγο αυτό, δε συνιστάται η χρήση του ESMOCARD LYO στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.1).
Τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα αυτή τη στιγμή περιγράφονται στις παραγράφους 5.1 και 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει πρόταση για δοσολογία.
Μέθοδος χορήγησης
Η σκόνη θα πρέπει να ανασυσταθεί/αραιωθεί πριν να χρησιμοποιηθεί. Η ανασυσταθείσα/αραιωμένη σκόνη μπορεί να χορηγηθεί σε δύο διαφορετικές συγκεντρώσεις, σε δυο διαφορετικούς όγκους:
-
Η κανονική συγκέντρωση είναι 10 mg/ml, σε τελικό όγκο 250 ml
-
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν μικρότερος όγκος χορήγησης θεωρείται απαραίτητος, διάλυμμα υψηλότερης συγκέντρωσης (50 mg/ml) μπορεί να παρασκευαστεί, διαλύοντας την σκόνη σε τελικό όγκο 50 ml και χορηγώντας το διάλυμμα με μια ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΛΙΑ ΕΓΧΥΣΗΣ. Η κλινική εμπειρία με τη χρήση αυτής της αυξημένης συγκέντρωσης είναι περιορισμένη. Η έγχυση του διαλύμματος υψηλότερης συγκέντρωσης θα πρέπει να γίνεται μόνο σε μια μεγάλη φλέβα ή μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα, με τη χρήση αυτόματης αντλίας έγχυσης (βλ. παρ. 4.4).
Για τη μέθοδο παρασκευής, βλ. παρ. 6.6.
ΠΙΝΑΚΕΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΡΥΘΜΟΥ ΕΓΧΥΣΗΣ (microgram/kg/min → ml/min) για αραιωμένο διάλυμα προς έγχυση (10 mg/ml), χορηγούμενο με τον ΚΑΝΟΝΙΚΟ τρόπο:
| Πίνακας μετατροπής : microgram/kg/min ® ml/min (συγκέντρωση διαλύματος εσμολόλης 10 mg/ml) | |||||||
| 500 μg/kg/min | 50 μg/kg/min | 100 μg/kg/min | 150 μg/kg/min | 200 μg/kg/min | 250 μg/kg/min | 300 μg/kg/min | |
| Μόνογια 1 λεπτό | |||||||
| kg | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min |
| 40 | 2 | 0,2 | 0,4 | 0,6 | 0,8 | 1 | 1,2 |
| 45 | 2,25 | 0,225 | 0,45 | 0,675 | 0,9 | 1,125 | 1,35 |
| 50 | 2,5 | 0,25 | 0,5 | 0,75 | 1 | 1,25 | 1,5 |
| 55 | 2,75 | 0,275 | 0,55 | 0,825 | 1,1 | 1,375 | 1,65 |
| 60 | 3 | 0,3 | 0,6 | 0,9 | 1,2 | 1,5 | 1,8 |
| 65 | 3,25 | 0,325 | 0,65 | 0,975 | 1,3 | 1,625 | 1,95 |
| 70 | 3,5 | 0,35 | 0,7 | 1,05 | 1,4 | 1,75 | 2,1 |
| 75 | 3,75 | 0,375 | 0,75 | 1,125 | 1,5 | 1,875 | 2,25 |
| 80 | 4 | 0,4 | 0,8 | 1,2 | 1,6 | 2 | 2,4 |
| 85 | 4,25 | 0,425 | 0,85 | 1,275 | 1,7 | 2,125 | 2,55 |
| 90 | 4,5 | 0,45 | 0,9 | 1,35 | 1,8 | 2,25 | 2,7 |
| 95 | 4,75 | 0,475 | 0,95 | 1,425 | 1,9 | 2,375 | 2,85 |
| 100 | 5 | 0,5 | 1 | 1,5 | 2 | 2,5 | 3 |
| 105 | 5,25 | 0,525 | 1,05 | 1,575 | 2,1 | 2,625 | 3,15 |
| 110 | 5,5 | 0,55 | 1,1 | 1,65 | 2,2 | 2,75 | 3,3 |
| 115 | 5,75 | 0,575 | 1,15 | 1,725 | 2,3 | 2,875 | 3,45 |
| 120 | 6 | 0,6 | 1,2 | 1,8 | 2,4 | 3 | 3,6 |
| Πίνακας μετατροπής: microgram/kg/min ® ml/ώρα (συγκέντρωση διαλύματος εσμολόλης 10 mg/ml) | |||||||
| 500 μg/kg/min | 50 μg/kg/min | 100 μg/kg/min | 150 μg/kg/min | 200 μg/kg/min | 250 μg/kg/min | 300 μg/kg/min | |
| Μόνο για 1 λεπτό | |||||||
| kg | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα |
| 40 | 120 | 12 | 24 | 36 | 48 | 60 | 72 |
| 45 | 135 | 13,5 | 27 | 40,5 | 54 | 67,5 | 81 |
| 50 | 150 | 15 | 30 | 45 | 60 | 75 | 90 |
| 55 | 165 | 16,5 | 33 | 49,5 | 66 | 82,5 | 99 |
| 60 | 180 | 18 | 36 | 54 | 72 | 90 | 108 |
| 65 | 195 | 19,5 | 39 | 58,5 | 78 | 97,5 | 117 |
| 70 | 210 | 21 | 42 | 63 | 84 | 105 | 126 |
| 75 | 225 | 22,5 | 45 | 67,5 | 90 | 112,5 | 135 |
| 80 | 240 | 24 | 48 | 72 | 96 | 120 | 144 |
| 85 | 255 | 25,5 | 51 | 76,5 | 102 | 127,5 | 153 |
| 90 | 270 | 27 | 54 | 81 | 108 | 135 | 162 |
| 95 | 285 | 28,5 | 57 | 85,5 | 114 | 142,5 | 171 |
| 100 | 300 | 30 | 60 | 90 | 120 | 150 | 180 |
| 105 | 315 | 31,5 | 63 | 94,5 | 126 | 157,5 | 189 |
| 110 | 330 | 33 | 66 | 99 | 132 | 165 | 198 |
| 115 | 345 | 34,5 | 69 | 103,5 | 138 | 172,5 | 207 |
| 120 | 360 | 36 | 72 | 108 | 144 | 180 | 216 |
ΠΙΝΑΚΕΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΡΥΘΜΟΥ ΕΓΧΥΣΗΣ (microgram/kg/min → ml/min) για συμπυκνωμένο διάλυμα προς έγχυση (50 mg/ml), χορηγούμενο με ΜΗΧΑΝΙΚΗΑΝΤΛΙΑΕΓΧΥΣΗΣ:
| Πίνακας μετατροπής : microgram/kg/min ® ml/min (συγκέντρωση διαλύματος εσμολόλης 50 mg/ml ) | |||||||
| 500 µg/kg/min | 50 µg/kg/min | 100 µg/kg/min | 150 µg/kg/min | 200 µg/kg/min | 250 µg/kg/min | 300 µg/kg/min | |
| Μόνο για 1 λεπτό | |||||||
| kg | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min | ml/min |
| 40 | 0,4 | 0,04 | 0,08 | 0,12 | 0,16 | 0,2 | 0,24 |
| 45 | 0,45 | 0,045 | 0,09 | 0,135 | 0,18 | 0,225 | 0,27 |
| 50 | 0,5 | 0,05 | 0,1 | 0,15 | 0,2 | 0,25 | 0,3 |
| 55 | 0,55 | 0,055 | 0,11 | 0,165 | 0,22 | 0,275 | 0,33 |
| 60 | 0,6 | 0,06 | 0,12 | 0,18 | 0,24 | 0,3 | 0,36 |
| 65 | 0,65 | 0,065 | 0,13 | 0,195 | 0,26 | 0,325 | 0,39 |
| 70 | 0,7 | 0,07 | 0,14 | 0,21 | 0,28 | 0,35 | 0,42 |
| 75 | 0,75 | 0,075 | 0,15 | 0,225 | 0,3 | 0,375 | 0,45 |
| 80 | 0,8 | 0,08 | 0,16 | 0,24 | 0,32 | 0,4 | 0,48 |
| 85 | 0,85 | 0,085 | 0,17 | 0,255 | 0,34 | 0,425 | 0,51 |
| 90 | 0,9 | 0,09 | 0,18 | 0,27 | 0,36 | 0,45 | 0,54 |
| 95 | 0,95 | 0,095 | 0,19 | 0,285 | 0,38 | 0,475 | 0,57 |
| 100 | 1 | 0,1 | 0,2 | 0,3 | 0,4 | 0,5 | 0,6 |
| 105 | 1,05 | 0,105 | 0,21 | 0,315 | 0,42 | 0,525 | 0,63 |
| 110 | 1,1 | 0,11 | 0,22 | 0,33 | 0,44 | 0,55 | 0,66 |
| 115 | 1,15 | 0,115 | 0,23 | 0,345 | 0,46 | 0,575 | 0,69 |
| 120 | 1,2 | 0,12 | 0,24 | 0,36 | 0,48 | 0,6 | 0,72 |
| Πίνακας μετατροπής : microgram/kg/min ® ml/ώρα (συγκέντρωση διαλύματος εσμολόλης 50 mg/ml) | |||||||
| 500 µg/kg/min | 50 µg/kg/min | 100 µg/kg/min | 150 µg/kg/min | 200 µg/kg/min | 250 µg/kg/min | 300 µg/kg/min | |
| Μόνο για 1 λεπτό | |||||||
| kg | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα | ml/ώρα |
| 40 | 24 | 2,4 | 4,8 | 7,2 | 9,6 | 12 | 14,4 |
| 45 | 27 | 2,7 | 5,4 | 8,1 | 10,8 | 13,5 | 16,2 |
| 50 | 30 | 3 | 6 | 9 | 12 | 15 | 18 |
| 55 | 33 | 3,3 | 6,6 | 9,9 | 13,2 | 16,5 | 19,8 |
| 60 | 36 | 3,6 | 7,2 | 10,8 | 14,4 | 18 | 21,6 |
| 65 | 39 | 3,9 | 7,8 | 11,7 | 15,6 | 19,5 | 23,4 |
| 70 | 42 | 4,2 | 8,4 | 12,6 | 16,8 | 21 | 25,2 |
| 75 | 45 | 4,5 | 9 | 13,5 | 18 | 22,5 | 27 |
| 80 | 48 | 4,8 | 9,6 | 14,4 | 19,2 | 24 | 28,8 |
| 85 | 51 | 5,1 | 10,2 | 15,3 | 20,4 | 25,5 | 30,6 |
| 90 | 54 | 5,4 | 10,8 | 16,2 | 21,6 | 27 | 32,4 |
| 95 | 57 | 5,7 | 11,4 | 17,1 | 22,8 | 28,5 | 34,2 |
| 100 | 60 | 6 | 12 | 18 | 24 | 30 | 36 |
| 105 | 63 | 6,3 | 12,6 | 18,9 | 25,2 | 31,5 | 37,8 |
| 110 | 66 | 6,6 | 13,2 | 19,8 | 26,4 | 33 | 39,6 |
| 115 | 69 | 6,9 | 13,8 | 20,7 | 27,6 | 34,5 | 41,4 |
| 120 | 72 | 7,2 | 14,4 | 21,6 | 28,8 | 36 | 43,2 |
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Σοβαρή κολπική βραδυκαρδία (λιγότεροι από 50 παλμοί το λεπτό)
- Σύνδρομο νοσούντος-φλεβοκόμβου, σοβαρές διαταραχές της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας (χωρίς βηματοδότη), κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού.
- Καρδιογενής καταπληξία
- Σοβαρή υπόταση
- Μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
- Ταυτόχρονη ή πρόσφατη ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης. Το ESMOCARD LYO δεν πρέπει να χορηγείται για 48 ώρες από τη διακοπή της βεραπαμίλης (βλ. παράγραφο 4.5)
- Φαιοχρωμοκύττωμα για το οποίο δεν έχει χορηγηθεί θεραπεία
- Πνευμονική υπέρταση
- Οξεία κρίση άσθματος
- Μεταβολική οξέωση
Προειδοποιήσεις
ΤΟ ESMOCARD LYO 2500mg κόνις για πυκνό σκεύασμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να ανασυντίθεται/αραιώνεται και να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το άνοιγμα (βλ. παράγραφο 6).
Λανθασμένες αραιώσεις του ESMOCARD LYO μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα σοβαρή υπερδοσολογία. Οι υπερδοσολογίες αυτές μπορεί να οδήγησουν σε θάνατο ή μόνιμη ανικανότητα (βλ. παράγραφο 4.9).
Συστήνεται η διακοπή της έγχυσης να γίνεται σταδιακά λόγω του κινδύνου εμφάνισης αντανακλαστικής ταχυκαρδίας.
Συστήνεται συνεχής παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και ΗΚΓ σε όλους τους ασθενείς που λαμβάνουν ESMOCARD LYO. Σε περίπτωση υποτασικού επεισοδίου, ο ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να μειώνεται ή, όταν είναι απαραίτητο, να διακόπτεται.
Η χρήση του ESMOCARD LYO για τον έλεγχο της κοιλιακής ανταπόκρισης σε ασθενείς με υπερκοιλιακές αρρυθμίες θα πρέπει να γίνεται με προσοχή όταν ο ασθενής είναι απορρυθμισμένος αιμοδυναμικά ή παίρνει άλλα φάρμακα που ελαττώνουν κάποιο ή όλα από τα ακόλουθα: περιφερική αντίσταση, πλήρωση του μυοκαρδίου, συσπαστικότητα μυοκαρδίου, ή ηλεκτρική αγωγιμότητα στο μυοκάρδιο. Παρά την ταχεία έναρξη και διακοπή της δράσης του ESMOCARD LYO, μπορεί να σημειωθούν σοβαρές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της συνειδητότητας, της καρδιογενούς καταπληξίας, της καρδιακής ανακοπής. Αρκετοί θάνατοι έχουν αναφερθεί σε πολύπλοκες καταστάσεις όπου εικάζεται ότι χρησιμοποιήθηκε ESMOCARD LYO για τον έλεγχο της κοιλιακής συχνότητας.
Η πιο συχνά εμφανιζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η υπόταση, η οποία είναι σχετίζεται με τη δόση, αλλά μπορεί να συμβεί με οποιαδήποτε δόση. Αυτό μπορεί να είναι σοβαρό. Σε περίπτωση υποτασικού επεισοδίου, ο ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να μειώνεται ή, εάν είναι απαραίτητο, να διακόπτεται. Η υπόταση είναι συνήθως αναστρέψιμη (εντός 30 λεπτών από τη διακοπή της χορήγησης ESMOCARD LYO). Σε ορισμένες περιπτώσεις, επιπλέον παρεμβάσεις μπορεί να είναι απαραίτητες για την αποκατάσταση της αρτηριακής πίεσης. Σε ασθενείς με χαμηλή συστολική πίεση, απαιτείται επιπλέον προσοχή κατά την προσαρμογή της δόσης και κατά την έγχυση συντήρησης.
Βραδυκαρδία, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής βραδυκαρδίας, και καρδιακή ανακοπή έχουν σημειωθεί με τη χρήση ESMOCARD LYO. Το ESMOCARD LYO θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με χαμηλή καρδιακή συχνότητα πριν από τη θεραπεία και μόνον όταν τα ενδεχόμενα οφέλη θεωρείται ότι υπερτερούν του κινδύνου.
Το ESMOCARD LYO αντενδείκνυται σε ασθενείς με προϋπάρχουσα σοβαρή φλεβοκομβική βραδυκαρδία (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν ο ρυθμός των παλμών μειωθεί σε λιγότερους από 50-55 το λεπτό σε κατάσταση ηρεμίας και ο ασθενής έχει συμπτώματα που σχετίζονται με βραδυκαρδία, θα πρέπει να μειώνεται η δόση ή να διακόπτεται.
Οι ηλικιωμένοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή, αρχίζοντας τη θεραπεία με χαμηλότερη δόση, ωστόσο η ανοχή είναι συνήθως καλή στους ηλικιωμένους.
Η συμπαθητική διέγερση είναι απαραίτητη για την υποστήριξη της κυκλοφορικής λειτουργίας σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Ο βήτα αποκλεισμός φέρει τον πιθανό κίνδυνο περαιτέρω καταστολής της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου και πρόκλησης σοβαρότερης ανεπάρκειας. Συνεχόμενη καταστολή του μυοκαρδίου με β-αποκλειστές για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί, σε μερικές περιπτώσεις, να οδηγήσει σε καρδιακή ανεπάρκεια.
Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση του ESMOCARD LYO σε ασθενείς με μειωμένη καρδιακή λειτουργία. Με την εμφάνιση του πρώτου σημείου ή συμπτώματος επικείμενης καρδιακής ανεπάρκειας, το ESMOCARD LYO πρέπει να διακοπεί. Παρόλο που η διακοπή μπορεί να είναι αρκετή, λόγω της σύντομης ημιπεριόδου ζωής του ESMOCARD LYO, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο ειδικής θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.9). Το ESMOCARD LYO αντενδείκνυται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3).
Λόγω της αρνητικής δράσης στο χρόνο αγωγιμότητας, οι β-αποκλειστές θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή μόνο σε ασθενείς με καρδιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμού ή άλλες διαταραχές καρδιακής αγωγιμότητας (βλ. παράγραφο 4.3).
Το ESMOCARD LYO θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και μόνο μετά την προ-θεραπεία με αναστολείς άλφα υποδοχέων σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύττωμα (βλ. παράγραφο 4.3.).
Απαιτείται προσοχή όταν το ESMOCARD LYO χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης έπειτα από προκληθείσα υποθερμία.
Οι ασθενείς με παθήσεις που συνοδεύονται από βρογχόσπασμο, γενικώς, δεν πρέπει να λαμβάνουν β-αποκλειστές. Λόγω της σχετικής β1 εκλεκτικότητάς του και της δυνατότητας τιτλοποίησής του, το ESMOCARD LYO πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με παθήσεις που συνοδεύονται από βρογχόσπασμο. Εντούτοις, επειδή η β1 εκλεκτικότητα δεν είναι απόλυτη, το ESMOCARD LYO πρέπει να τιτλοποιείται με προσοχή ώστε να χορηγηθεί η χαμηλότερη δυνατή, αποτελεσματική δόση. Στην περίπτωση πρόκλησης βρογχόσπασμου, η έγχυση πρέπει να διακόπτεται αμέσως και εάν είναι αναγκαίο να χορηγηθεί ένας β2-αγωνιστής.
Εάν ένας ασθενής ήδη χρησιμοποιεί επαγωγέα των β2-υποδοχέων, μπορεί να χρειασθεί να επαναπροσδιορισθεί η δόση αυτού του παράγοντα.
Το ESMOCARD LYO πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό συριγμού ή άσθματος.
Προφυλάξεις
Το ESMOCARD LYO θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε διαβητικούς ή σε περίπτωση υποψίας πραγματικής υπογλυκαιμίας.
Η υπογλυκαιμία είναι λιγότερο σοβαρή από αυτή που παρατηρείται με λιγότερο καρδιοεκλεκτικούς β-αποκλειστές. Οι β-αποκλειστές μπορούν να καλύψουν τα πρόδρομα συμπτώματα μιας υπογλυκαιμίας, όπως η ταχυκαρδία.
Εντούτοις, η ζάλη και η εφίδρωση μπορεί να μην επηρεασθούν. Η ταυτόχρονη χρήση β-αποκλειστών και αντιδιαβητικών παραγόντων μπορεί να αυξήσει τη δράση των αντιδιαβητικών παραγόντων (μείωση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα) (βλ. παράγραφο 4.5).
Η έγχυση συγκεντρώσεων 20 mg/ml έχει συσχετιστεί με σημαντικό φλεβικό ερεθισμό και θρομβοφλεβίτιδα σε πειραματόζωα και σε ανθρώπους. Η εξαγγείωση της έγχυσης των 20 mg/ml μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές τοπικές αντιδράσεις και πιθανή δερματική νέκρωση.
Τοπικές αντιδράσεις έχουν επίσης αναφερθεί μετά από έγχυση συγκεντρώσεων των 10 mg/ml. Για το λόγο αυτό, η έγχυση σε μικρές φλέβες ή μέσω καθετήρα-πεταλούδας πρέπει να αποφεύγονται. Η έγχυση του διαλύμματος συγκέντρωσης 50 mg/ml θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο σε μια μεγάλη φλέβα ή μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα, αποκλειστικά με τη χρήση αντλίας έγχυσης.
Οι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν τον αριθμό και τη διάρκεια στηθαγχικών κρίσεων σε ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal, εξαιτίας μη ανατάξιμης αγγειοσυστολής της στεφανιαίας αρτηρίας μέσω α-υποδοχέων. Οι μη εκλεκτικοί β-αποκλειστές δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε αυτούς τους ασθενείς, ενώ οι εκλεκτικοί β1-αποκλειστές πρέπει να χρησιμοποιούνται με τη μέγιστη προσοχή.
Σε ασθενείς με ελαττωμένο όγκο αίματος, το ESMOCARD LYO μπορεί να μετριάσει την αντανακλαστική ταχυκαρδία και να αυξήσει τον κίνδυνο κυκλοφορικής καταπληξίας. Για το λόγο αυτό, το ESMOCARD LYO θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Σε ασθενείς με περιφερικές κυκλοφορικές διαταραχές (νόσος ή σύνδρομο Raynaud, διαλείπουσα χωλότητα), οι β- αποκλειστές πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή, καθώς είναι πιθανό να παρουσιαστεί επιδείνωση αυτών των διαταραχών.
Ορισμένοι β-αποκλειστές, ιδίως αυτοί που χορηγούνται ενδοφλεβίως, συμπεριλαμβανομένου του ESMOCARD LYO συνδέονται με αύξηση του επιπέδου του καλίου στον ορό και υπερκαλιαιμία. Ο κίνδυνος είναι αυξημένος σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου, όπως νεφρική ανεπάρκεια και ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση.
Οι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν τόσο την ευαισθησία προς τα αλλεργιογόνα όσο και τη σοβαρότητα αναφυλακτικών αντιδράσεων. Ασθενείς που χρησιμοποιούν β-αποκλειστές ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις επινεφρίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση αναφυλακτικών ή αναφυλακτοειδών αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.5).
Οι β-αποκλειστές συνδέονται με την ανάπτυξη ψωρίασης ή ψωριασικών εξανθημάτων και με επιδείνωση της ψωρίασης. Σε ασθενείς με προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό ψωρίασης β-αποκλειστές θα πρέπει να χορηγούνται μόνο μετά από προσεκτική εξέταση των αναμενόμενων οφελών και κινδύνων.
Οι β- αποκλειστές, όπως η προπρανολόλη και η μετοπρολόλη, μπορεί να συγκαλύψουν σημάδια υπερθυρεοειδισμού (όπως η ταχυκαρδία). Η απότομη διακοπή της τρέχουσας θεραπείας με β-αποκλειστές σε ασθενείς με κίνδυνο ή υποψία για την ανάπτυξη θυρεοτοξίκωσης μπορεί να προκαλέσει καταιγίδα του θυρεοειδούς και οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Χρήση σε παιδιατρικό πληθυσμό (ηλικίας κάτω των 18 ετών)
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ESMOCARD LYO δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά.
Χρειάζεται πάντα προσοχή όποτε χρησιμοποιείται ESMOCARD LYO με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες ή άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υπόταση ή βραδυκαρδία: η δράση του ESMOCARD LYO μπορεί να ενισχυθεί ή να υπάρξει επιδείνωση των ανεπιθύμητων ενεργειών της υπότασης ή της βραδυκαρδίας.
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου όπως η βεραπαμίλη και σε μικρότερη έκταση η διλτιαζέμη έχουν αρνητική επίδραση στη συσταλτικότητα και στην κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Ο συνδυασμός δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με διαταραχές της αγωγιμότητας και το ESMOCARD LYO δε θα πρέπει να χορηγείται εντός 48 ωρών από τη διακοπή της βεραπαμίλης (βλ. παράγραφος 4.3).
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου όπως τα παράγωγα της διυδροπυριδίνης (π.χ. νιφεδιπίνη) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπότασης. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με έναν ανταγωνιστή ασβεστίου, η θεραπεία με β-αποκλειστές μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανεπάρκεια. Συνιστάται προσεκτική τιτλοποίηση του Esmocard LYO και κατάλληλος αιμοδυναμικός έλεγχος.
Ταυτόχρονη χορήγηση ESMOCARD LYO και αντιαρρυθμικών παραγόντων Τάξης Ι (π.χ. δισοπυραμίδη και κινιδίνη) και αμιωδαρόνης μπορεί να ενισχύσει τη δράση σε σχέση με το χρόνο κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και να εκδηλωθεί αρνητική ινότροπος δράση.
Ταυτόχρονη χορήγηση ESMOCARD LYO και ινσουλίνης ή από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα μπορεί να ενισχύσει το αποτέλεσμα μείωσης της γλυκόζης αίματος (ιδιαίτερα των μη εκλεκτικών β-αποκλειστών). Ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να μην επιτρέψει την εκδήλωση των συμπτωμάτων υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία), όμως άλλες εκδηλώσεις, όπως η ζάλη και η εφίδρωση μπορεί να μην συγκαλυφθούν.
Αναισθητικά φάρμακα
Σε περιπτώσεις στις οποίες το επίπεδο ρύθμισης του όγκου υγρών του ασθενούς δεν είναι σαφές ή όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα αντιυπερτασικά φάρμακα, μπορεί να υπάρξει εξασθένιση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αυξημένος κίνδυνος υπότασης.
Η συνέχιση των β-αποκλειστών ελαττώνει τον κίνδυνο αρρυθμίας κατά την εισαγωγή της αναισθησίας και κατά τη διάρκεια της διασωλήνωσης. Ο αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται όταν ο ασθενής λαμβάνει β-αποκλειστή μαζί με το ESMOCARD LYO. Η υποτασική δράση εισπνοής αναισθητικών παραγόντων μπορεί να αυξήσει την παρουσία του ESMOCARD LYO. Η δόση και των δύο παραγόντων μπορεί να τροποποιηθεί όπως απαιτείται προκειμένου να διατηρηθεί η επιθυμητή αιμοδυναμική.
Ο συνδυασμός του Esmocard LYO με αποκλειστές των γαγγλίων μπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση.
Τα ΜΣΑΦ μπορούν να ελαττώσουν την υποτασική δράση των β-αποκλειστών.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να λαμβάνεται όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα φλοκταφενίνη ή αμισουλπρίδη με β-αποκλειστές.
Ταυτόχρονη χορήγηση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (όπως η ιμιπραμίνη και η αμιτριπτυλίνη), βαρβιτουρικών και φαινοθειαζινών (όπως η χλωροπρομαζίνη), καθώς και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων (όπως η κλοζαπίνη) μπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση. Η δοσολογία του Esmocard LYO πρέπει να προσαρμόζεται προς τα κάτω για την αποφυγή μη αναμενόμενης υπότασης.
Κατά τη χρήση β-αποκλειστών, ασθενείς με κίνδυνο αναφυλακτικών αντιδράσεων μπορεί να αντιδράσουν περισσότερο στην έκθεση σε αλλεργιογόνα (τυχαία, για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς). Ασθενείς που χρησιμοποιούν β-αποκλειστές μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις επινεφρίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.4).
Η δράση του ESMOCARD LYO μπορεί να αντισταθμιστεί από συμπαθομιμητικά φάρμακα που έχουν β-αδρενεργική αγωνιστική δράση με ταυτόχρονη χορήγηση. Η δόση και των δύο αυτών παραγόντων μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή, ή να εξεταστεί η χρήση εναλλακτικών θεραπευτικών παραγόντων.
Παράγοντες που μειώνουν τις κατεχολαμίνες, π.χ. η ρεζερπίνη, μπορεί να έχουν αθροιστική δράση όταν χορηγούνται μαζί με β-αποκλειστές. Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα Esmocard LYO και έναν παράγοντα μείωσης των κατεχολαμίνων πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανίχνευση σημείων υπότασης ή έντονης βραδυκαρδίας, που μπορεί να καταλήξουν σε ίλιγγο, συγκοπή ή ορθοστατική υπόταση.
Η χρήση β-αποκλειστών με μοξονιδίνη ή α2-αγωνιστές (όπως κλονιδίνη), αυξάνει τον κίνδυνο υπέρτασης ως συνέπεια της διακοπής. Εάν η κλονιδίνη ή η μοξονιδίνη χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με β-αποκλειστή και πρέπει να διακοπούν και οι δύο θεραπείες, πρώτα πρέπει να διακόπτεται ο β-αποκλειστής κι έπειτα η κλονιδίνη ή η μοξονιδίνη μετά από μερικές ημέρες.
Η χρήση β-αποκλειστών με παράγωγα του έργκοτ μπορεί να επιφέρουν σοβαρή περιφερική αγγειοσυστολή και υπέρταση.
Δεδομένα από μια μελέτη αλληλεπίδρασης του Esmocard LYO με βαρφαρίνη έδειξαν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση του Esmocard LYO και της βαρφαρίνης δε μεταβάλλει τα επίπεδα πλάσματος της βαρφαρίνης. Εντούτοις, οι συγκεντρώσεις του Esmocard LYO ήταν υψηλότερες μετά από συγχορήγηση με βαρφαρίνη.
Όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα διγοξίνη ενδοφλεβίως με το Esmocard LYO σε υγιείς εθελοντές, σε κάποιες χρονικές στιγμές υπήρξε αύξηση κατά 10-20% των επιπέδων της διγοξίνης στο αίμα. Ο συνδυασμός γλυκοσιδών της δακτυλίτιδας και του Esmocard LYO μπορεί να αυξήσει τον κολποκοιλιακό χρόνο αγωγιμότητας. Η διγοξίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική του Esmocard LYO.
Όταν μελετήθηκε η αλληλεπίδραση της ενδοφλεβίως χορηγούμενης μορφίνης με το Esmocard LYO σε υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στα επίπεδα μορφίνης στο αίμα. Τα επίπεδα του Esmocard LYO στο αίμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση αυξήθηκαν κατά 46% παρουσία μορφίνης, αλλά δεν υπήρξε άλλη μεταβολή στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Η επίδραση του Esmocard LYO στη διάρκεια του νευρομυϊκού αποκλεισμού που προκαλείται από το χλωριούχο σουξαμεθόνιο ή μιβακούριο μελετήθηκε σε ασθενείς που υπόκεινται σε χειρουργική επέμβαση. H έναρξη του νευρομυϊκού αποκλεισμού από το χλωριούχο σουξαμεθόνιο δεν επηρεάστηκε από το Esmocard LYO, αλλά η διάρκεια του νευρομυϊκού αποκλεισμού παρατάθηκε από 5 σε 8 λεπτά. Το Esmocard LYO παρέτεινε μέτρια την κλινική διάρκεια (18,6%) και τον δείκτη ανάκαμψης (6,7%) του μιβακούριου.
Παρόλο που οι αλληλεπιδράσεις που παρατηρήθηκαν από τις μελέτες με βαρφαρίνη, διγοξίνη, μορφίνη, χλωριούχο σουξαμεθόνιο ή μιβακούριο δεν είναι σημαντικής κλινικής σημασίας, το Esmocard LYO πρέπει να τιτλοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που ταυτόχρονα λαμβάνουν θεραπεία με βαρφαρίνη, διγοξίνη, μορφίνη, χλωριούχο σουξαμεθόνιο ή μιβακούριο.
Κύηση
Τα δεδομένα που υπάρχουν από τη χρήση υδροχλωρικής εσμολόλης σε εγκύους είναι περιορισμένα. Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Η υδροχλωρική εσμολόλη δε συνιστάται κατά της διάρκεια της κύησης.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να προσδιοριστούν οι πιθανές επιβλαβείς επιδράσεις της υδροχλωρικής εσμολόλης στην κύηση. Έως σήμερα, δεν υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου για συγγενείς διαμαρτίες στους ανθρώπους. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Βάσει της φαρμοκολογικής δράσης, σε προχωρημένη κύηση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο έμβρυο και στο νεογνό (ιδιαίτερα υπογλυκαιμία, υπόταση και βραδυκαρδία).
Εάν η θεραπεία με υδροχλωρική εσμολόλη θεωρείται απαραίτητη, η κυκλοφορία του αίματος στη μήτρα και τον πλακούντα και η ανάπτυξη του εμβρύου πρέπει να παρακολουθούνται. Το νεογνό πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Γαλουχία
Η υδροχλωρική εσμολόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το θηλασμό.
Δεν είναι γνωστό εάν η υδροχλωρική εσμολόλη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο για τις επιπτώσεις της υδροχλωρικής εσμολόλης στη γονιμότητα.
Σε περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, η δόση του Esmocard LYO μπορεί να μειωθεί ή να διακοπεί. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν ήταν ήπιες και παροδικές. H σημαντικότερη ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η υπόταση.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται κατά Κατηγορία Συστήματος Οργάνων (SOC) MedDRA και ανάλογα με τη συχνότητά τους.
Σημείωση: Η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών ταξινομείται ως εξής:
Πολύ συχνές (≥ 1/10)
Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100)
Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
| Κατηγορία Συστήματος Οργάνων | Συχνότητα | ||||
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | Υπερκαλιαιμία Μεταβολική οξέωση | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη Άγχος | Σκέψη μη φυσιολογική | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη1 Υπνηλία Κεφαλαλγία Παραισθησία Διαταραχή της συγκέντρωσης Κατάσταση σύγχυσης Εκνευρισμός | Συγκοπή Σπασμοί Διαταραχή λόγου | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτική διαταραχή | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Βραδυκαρδία Κολποκοιλιακός αποκλεισμός Αυξημένη πνευμονική αρτηριακή πίεση Καρδιακή ανακοπή Κοιλιακές εξωσυστολές Κομβικός ρυθμός Θωρακική στηθάγχη | Φλεβοκομβική ανακοπή Ασυστολία | Επιταχυμένος ιδιοκοιλιακός ρυθμός Σπασμός στεφανιαίας αρτηρίας Καρδιακή ανακοπή. | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | Περιφερική Ισχαιμία Ωχρότητα Έξαψη | Θρομβοφλεβίτιδα 2 | ||
1 Η ζάλη και η διαφόρεση συσχετίζονται με τη συμπτωματική υπόταση. 2 Σε σχέση με τις αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και της έγχυσης.
| Κατηγορία ΣυστήματοςΟργάνων | Συχνότητα | ||||
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοπνευμόνιες διαταραχές | Δύσπνοια Πνευμονικό οίδημα ΒρογχόσπασμοςΣυριγμός Ρινική συμφόρηση Ρόγχοι Ακροαστικά | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | ΝαυτίαΈμετος | Δυσγευσία Δυσπεψία Δυσκοιλιότητα Ξηροστομία Κοιλιακό άλγος | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Διαφόρεση 1 | Αποχρωματισμός δέρματος 2 Ερύθημα 2 | Νέκρωση του δέρματος2 (λόγω εξαγγείωσης) | Ψωρίαση 3 Aγγειοοίδημα Κνίδωση | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυοσκελετικό άλγος4 | ||||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Κατακράτηση ούρων | ||||
| Γενικές διαταραχές και παθήσεις στο σημείο χορήγησης | Εξασθένιση Κόπωση Αντίδραση στο σημείο της ένεσης Φλεγμονή στο σημείο της έγχυσης Σκλήρυνση στο σημείο της έγχυσης | Ρίγη Πυρετός Οίδημα 2 Άλγος2 Αίσθηση καύσου στο σημείο της έγχυσης Εκχύμωση στο σημείο της έγχυσης Θωρακικό άλγος | Φλεβίτιδα στο σημείο της έγχυσης Φυσαλίδες στο σημείο της έγχυσης Φουσκάλες 2 | ||
1Ηζάληκαιηδιαφόρεσησυσχετίζονταιμετη συμπτωματική υπόταση.2Σε σχέση με τις εξελκώσεις στο σημείο της ένεσης και της έγχυσης.
3Οι β-αποκλειστέςωςκατηγορίαφαρμάκωνμπορείναπροκαλέσουνσεκάποιες περιπτώσειςψωρίαση ήνατηνεπιδεινώσουν.4Συμπεριλαμβανομένουπόνουστομέσοτηςωμοπλάτηςκαικοστοχονδρίτιδας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων
Μεσογείων 284
15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Έχουν συμβεί περιπτώσεις μαζικής ακούσιας υπερδοσολογίας με συμπυκνωμένα διαλύματαESMOCARDLYO. Κάποιες από αυτές τις υπερδοσολογίες ήταν θανατηφόρες ενώ άλλες κατέληξαν σε μόνιμη ανικανότητα. Δόσεις φόρτισης που κυμάνθηκαν από 625mgέως 2,5g(12,5-50mg/kg) υπήρξαν θανατηφόρες.
Συμπτώματα
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να παρατηρηθούν: σοβαρή υπόταση, φλεβοκομβική βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενής καταπληξία, καρδιακή ανακοπή, βρογχόσπασμος, αναπνευστική ανεπάρκεια, απώλεια της συνείδησης έως κώμα, σπασμοί, ναυτία, έμετος, υπογλυκαιμία και υπερκαλιαιμία.
Θεραπεία
Εξαιτίας της σύντομης ημιπεριόδου ζωής του ESMOCARD LYO (περίπου 9 λεπτά), το πρώτο στάδιο στη διαχείριση της τοξικότητας πρέπει να είναι η διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου. Ο χρόνος που απαιτείται προκειμένου να εξαφανιστούν τα συμπτώματα μετά από υπερδοσολογία θα εξαρτηθεί από την ποσότητα του ESMOCARD LYO που χορηγήθηκε. Αυτό μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τα 30 λεπτά που παρατηρήθηκε ότι χρειάστηκαν μετά από διακοπή του ESMOCARD LYO στα επίπεδα των θεραπευτικών δόσεων. Μπορεί να είναι απαραίτητη η τεχνητή αναπνοή. Με βάση τις κλινικές επιδράσεις που έχουν παρατηρηθεί, πρέπει να εξετάζονται επίσης και τα παρακάτω γενικά μέτρα:
Βραδυκαρδία: ενδοφλέβια χορήγηση ατροπίνης ή άλλου αντιχολινεργικού φαρμάκου. Όταν η βραδυκαρδία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ικανοποιητικά μπορεί να χρειασθεί η εμφύτευση βηματοδότη.
Βρογχόσπασμος: πρέπει να χορηγούνται νεφελοποιημένα β2 συμπαθητικομιμητικά. Εάν αυτό δεν είναι επαρκές τότε θα πρέπει να εξετάζεται η ενδοφλέβια χορήγηση β2-συμπαθητικομιμητικώνή αμινοφυλλίνης.
Συμπτωματική υπόταση: πρέπει να χορηγούνται ενδοφλεβίως υγρά και/ή παράγοντες που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση.
Καρδιαγγειακή κατάπτωση ή καρδιακή καταπληξία: μπορεί να χορηγηθούν διουρητικά ή συμπαθητικομιμητικά. Η δόση των συμπαθητικομιμητικών (ανάλογα με τα συμπτώματα: ντομπουταμίνη, ντοπαμίνη, νοραδρεναλίνη, ισοπρεναλίνη κ.λπ.) εξαρτάται από το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Σε περίπτωση που απαιτείται περαιτέρω θεραπεία, οι ακόλουθοι παράγοντες μπορούν να χορηγηθούν ενδοφλεβίως, βάσει της κλινικής κατάστασης και της κρίσης του θεράποντος επαγγελματία υγείας:
-
ατροπίνη: 0,5 – 2 mg
-
ινότροπα φάρμακα
-
ιόντα ασβεστίου
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ESMOCARD 2500MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: β-αποκλειστής, εκλεκτικός
Κωδικός ATC: C07AB09
Η υδροχλωρική εσμολόλη είναι ένας β-εκλεκτικός (καρδιοεκλεκτικός) παράγοντας αποκλεισμού αδρενεργικών υποδοχέων.
Σε θεραπευτικές δόσεις η υδροχλωρική εσμολόλη δεν έχει σημαντική ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση ή δράση σταθεροποιητική της μεμβράνης.
Η υδροχλωρική εσμολόλη, το δραστικό συστατικό του ESMOCARD LYO, σχετίζεται χημικά με την τάξη των φαινοξυ-προπανολαμινών των β-αποκλειστών.
Βάσει των φαρμακολογικών της ιδιοτήτων η υδροχλωρική εσμολόλη έχει ταχεία έναρξη δράσης και πολύ σύντομη διάρκεια δράσης, με τις οποίες μπορεί γρήγορα να προσαρμοσθεί η δόση:
- Όταν χρησιμοποιείται η κατάλληλη δόση φόρτισης, επιτυγχάνονται επίπεδα αίματος σε σταθεροποιημένη κατάσταση εντός 5 λεπτών. Εντούτοις, το θεραπευτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται ταχύτερα από ότι οι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Ο ρυθμός έγχυσης μπορεί μετά να ρυθμιστεί ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή φαρμακολογική δράση.
Η υδροχλωρική εσμολόλη έχει τη γνωστή αιμοδυναμική και ηλεκτροφυσιολογική δράση των β-αποκλειστών:
-
Ελάττωση της καρδιακής συχνότητας κατά την ηρεμία και την άσκηση
-
Ελάττωση της προκαλούμενης από την ισοπρεναλίνη αύξησης της καρδιακής συχνότητας
-
Αύξηση του χρόνου αποκατάστασης του φλεβόκομβου
-
Καθυστέρηση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας
-
Παράταση του κολποκοιλιακού διαστήματος με φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό και κατά την κολπική διέγερση χωρίς καθυστέρηση στο δεμάτιο His-Purkinje
-
Παράταση του χρόνου PQ, επαγωγή κολποκοιλιακού αποκλεισμού βαθμού ΙΙ
-
Παράταση της λειτουργικής ανερέθιστης περιόδου των κόλπων και των κοιλιών
-
Αρνητική ινότροπη δράση με μειωμένο κλάσμα εξώθησης
-
Μείωση της αρτηριακής πίεσης
Παιδιατρική χρήση
Μία μη ελεγχόμενη μελέτη φαρμακοκινητικής/αποτελεσματικότητας διεξήχθη σε 26 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2-16 ετών με υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (SVT). Χορηγήθηκε αρχική δόση φόρτισης υδροχλωρικής εσμολόλης 1000 μικρογραμμαρίων/kg ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 300 μικρογραμμαρίων/kg/min. Η υπερκοιλιακή ταχυκαρδία σταμάτησε στο 65% των ασθενών εντός 5 λεπτών από την έναρξη χορήγησης της υδροχλωρικής εσμολόλης.
Σε μία τυχαιοποιημένη αλλά μη ελεγχόμενη συγκριτική μελέτη της δόσης, η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε σε 116 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 εβδομάδας έως 7 ετών με υπέρταση μετά από αποκατάσταση της στένωσης του ισθμού της αορτής. Οι ασθενείς έλαβαν μία αρχική έγχυση είτε 125 μικρογραμμαρίων/kg, 250 μικρογραμμαρίων/kg, ή 500 μικρογραμμαρίων/kg, ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 125 μικρογραμμαρίων/kg/min, 250 μικρογραμμαρίων/kg/min, ή 500 μικρογραμμαρίων/kg/min, αντίστοιχα. Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στο υποτασικό αποτέλεσμα μεταξύ των 3 δοσολογικών ομάδων. Το 54% του συνόλου των ασθενών χρειάστηκαν διαφορετική θεραπεία από την υδροχλωρική εσμολόλη για να επιτευχθεί ικανοποιητικός έλεγχος της αρτηριακής πίεσης. Δεν υπήρξε εμφανής διαφορά ως προς αυτό μεταξύ των διαφορετικών δοσολογικών ομάδων.
Η κινητική της υδροχλωρικής εσμολόλης είναι γραμμική σε υγιείς εθελοντές, η συγκέντρωσή της στο πλάσμα είναι ανάλογη της δόσης. Εάν δε χορηγηθεί δόση εφόδου τότε οι συγκεντρώσεις στο αίμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών με δόσεις από 50 έως 300 μικρογραμμάρια/kg ανά λεπτό.
Ο χρόνος ημιζωής της κατανομής της υδροχλωρικής εσμολόλης είναι πολύ γρήγορος, περίπου 2 λεπτά.
Ο όγκος κατανομής είναι 3,4 l/kg.
Η υδροχλωρική εσμολόλη μεταβολίζεται από εστεράσες σε έναν όξινο μεταβολίτη (ASL-8123) και σε μεθανόλη. Αυτό επιτυγχάνεται με υδρόλυση του εστερικού δεσμού από εστεράσες στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
Ο μεταβολισμός της υδροχλωρικής εσμολόλης είναι ανεξάρτητος από τη δόση, όταν η δόση είναι μεταξύ των 50 και 300 μικρογραμμαρίων/kg/min.
Η υδροχλωρική εσμολόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος κατά 55% συγκριτικά με το 10% του όξινου μεταβολίτη.
Η ημιπερίοδος απομάκρυνσης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 9 λεπτά.
Η ολική κάθαρση είναι 285 ml/kg/min, αυτό είναι ανεξάρτητο από την αιματική ροή στο ήπαρ ή σε οποιοδήποτε άλλο όργανο. Η υδροχλωρική εσμολόλη απεκκρίνεται από τους νεφρούς, μερικώς αναλλοίωτη (λιγότερο από 2% της χορηγούμενης ποσότητας), μερικώς ως όξινος μεταβολίτης που δεν έχει σημαντική (λιγότερο από 0,1% της εσμολόλης) δράση β-αποκλειστή. Ο όξινος μεταβολίτης απεκκρίνεται στα ούρα και έχει ημιπερίοδο ζωής περίπου 3,7 ώρες.
Παιδιά
Μία φαρμακοκινητική μελέτη διεξήχθη σε 22 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3-16 ετών. Χορηγήθηκε αρχική δόση φόρτισης υδροχλωρικής εσμολόλης 1000 μικρογραμμαρίων/kg ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 300 μικρογραμμαρίων/kg/min. Η μέση συνολική κάθαρση που παρατηρήθηκε ήταν 119 mL/kg/min, ο μέσος όγκος κατανομής 283 mL/kg και η μέση τελική ημιπερίοδος απομάκρυνσης 6,9 λεπτά, που δείχνει ότι η κινητική της υδροχλωρικής εσμολόλης σε παιδιά είναι παρόμοια με εκείνη στους ενήλικες. Ωστόσο παρατηρήθηκαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των ατόμων.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ESMOCARD 2500MG/VIAL
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
60μήνες
Οι συνθήκες φύλαξης για το προϊόν που βρίσκεται σε χρήση είναι 25°C.
Το ανοιγμένο, ανασυσταμένο και αραιωμένο προϊόν είναι φυσικοχημικά σταθερό για 24 ώρες στους 25oC. Από μικροβιολογικής άποψης το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα μετά το άνοιγμα και την αραίωση. Στην περίπτωση που αυτό δε γίνει, ο χρήστης είναι υπεύθυνος για τη χρήση και τη χορήγηση. Φυσιολογικά, η περίοδος χρήσης δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες στους 2-8οC, εκτός εάν το άνοιγμα, η ανασύσταση/αραίωση έχουν γίνει υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Δεν υπάρχουν ειδικές συνθήκες φύλαξης για το φαρμακευτικό αυτό προϊόν.
Για τις συνθήκες διατήρησης του ανασυσταμένου διαλύματος βλ. παράγραφο 6.3.
Ένα διαυγές, άχρωμο γυάλινο φιαλίδιο των 50ml με ελαστικό πώμα από βρωμοβουτύλιο και αποσπώμενο πώμα (flip-off) που περιέχει 2500mg κόνεως για πυκνό σκεύασμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση. Το φιαλίδιο συσκευάζεται σε εξωτερικό χάρτινο κουτί.
Συσκευασία: 1 φιαλίδιο ανά κουτί.
Η σκόνη ESMOCARD LYO 2500 mg για διάλυμμα προς έγχυση ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ/ΑΡΑΙΩΣΗ
Η σκόνη θα πρέπει να ανασυσταθεί/αραιωθεί πριν να χρησιμοποιηθεί. Η ανασυσταθείσα/αραιωμένη σκόνη επιτρέπεται να χορηγηθεί σε δύο διαφορετικές συγκεντρώσεις, σε δύο διαφορετικούς όγκους (βλ. παρ. 4.2):
-
Η σκόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν αραιωμένο διάλυμμα προς έγχυση (10 mg/ml), συνολικού όγκου 250 ml, με ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΕΓΧΥΣΗ
ή
-
Η σκόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν συμπυκνωμένο διάλυμμα προς έγχυση (50 mg/ml), συνολικού όγκου 50 ml, με τη χρήση ΑΥΤΟΜΑΤΗΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΕΓΧΥΣΗΣ. Η κλινική εμπειρία με τη χρήση αυτής της αυξημένης συγκέντρωσης είναι περιορισμένη. Η έγχυση του διαλύματος υψηλότερης συγκέντρωσης θα πρέπει να γίνεται μόνο σε μια μεγάλη φλέβα ή μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα, με τη χρήση αυτόματης αντλίας έγχυσης (βλ. παρ. 4.4).
-
ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ του αραιωμένου διαλύματος (10 mg/ml) προς έγχυση, ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ:
| Παρουσίαση | Όγκος διαλύτη που πρέπει να προστεθεί | Τελική συγκέντρωση του ανασυσταθέντος/αραιωμένου διαλύματος | Τελικός όγκος του ανασυσταθέντος/αραιωμένου διαλύματος | Χορήγηση |
| 2500 mg εσμολόλης σε σκόνη | Βήμα 1 Ανασυστήστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου με 50ml ενός από τα παρακάτω αναφερόμενα διαλύματα Βήμα 2 Αμέσως αραιώστε το ανασυσταθέν περιεχόμενο του φιαλιδίου (50 ml) μέχρι τα 250 ml, με ένα από τα παρακάτω αναφερόμενα διαλύματα | 10 mg/ml | 250 ml | Κανονική έγχυση όγκου 250 ml |
-
ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ του συμπυκνωμένου διαλύματος προς έγχυση (50 mg/ml), μέσω ΑΥΤΟΜΑΤΗΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΕΓΧΥΣΗΣ:
| Παρουσίαση | Όγκος διαλύτη που πρέπει να προστεθεί | Τελική συγκέντρωση του ανασυσταθέντος/αραιωμένου διαλύματος | Τελικός όγκος του ανασυσταθέντος/αραιωμένου διαλύματος | Χορήγηση |
| 2500 mg εσμολόλης σε σκόνη | Ανασυστήστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου με 50ml ενός από τα παρακάτω αναφερόμενα διαλύματα. Δεν χρειάζεται καμία άλλη αραίωση. | 50 mg/ml | 50 ml | Χρησιμοποιήστε μια αυτόματη αντλία έγχυσης που να δέχεται σύριγγες των 50 ml |
Κατάλληλα διαλύματα για την ανασύσταση και αραίωση είναι:
Διάλυμα NaCl 9 mg/ml (0.9%)
Διάλυμα Γλυκόζης 50 mg/ml (5%)
Διάλυμα Γλυκόζης 50 mg/ml (5%) σε διάλυμα Ringer
Διάλυμα Γλυκόζης 50 mg/ml (5%) σε διάλυμα NaCl 9 mg / ml (0,9%)
Διάλυμα Γλυκόζης 50 mg/ml (5%) σε διάλυμα Ringer-lactate
Διάλυμα Ringer-lactate
Τα διαλυτικά μέσα για την ανασύσταση του τελικού διαλύματος έγχυσης είναι τα συνήθως χρησιμοποιούμενα για ενδοφλέβια υγρά, μέσα σε φιάλες από γυαλί ή από PVC.
Η λευκή έως υπόλευκη λυοφιλοποιημένη κόνις θα διαλυθεί τελείως μετά την ανασύσταση. Ανακατέψτε απαλά μέχρι να δημιουργηθεί ένα διαυγές διάλυμα.
Τα ανασυσταμένα διαλύματα πρέπει να εξετάζονται οπτικά για ύπαρξη σωματιδίων και αποχρωματισμού. Μόνο τα διαυγή και άχρωμα διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Το ανοιγμένο, ανασυσταμένο και αραιωμένο προϊόν είναι σταθερό φυσικοχημικά για 24 ώρες στους 25°C. Από μικροβιολογικής άποψης το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα. Στην περίπτωση που αυτό δε γίνει, ο χρήστης είναι υπεύθυνος για τη χρήση και τη χορήγηση. Φυσιολογικά, η περίοδος χρήσης δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες στους 2-8οC, εκτός εάν το άνοιγμα, η ανασύσταση/αραίωση έχουν γίνει υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Τυχόν αχρησιμοποίητο διάλυμα και τα αντίστοιχα δοχεία θα πρέπει να αποκομίζονται, σύμφωνα με τις τοπικές διατάξεις.