Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

FABRAZYME PD.C.SO.IN 35MG/VIAL

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
4
0
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

FABRAZYME PD.C.SO.IN 35MG/VIAL

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΠΥΚΝΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

SANOFI B.V., NETHERLANDS

Τελευταία ενημέρωση SmPC

4/9/2024
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - FABRAZYME 35MG/VIAL

Ενδείξεις

Το Fabrazyme ενδείκνυται για μακροχρόνια θεραπεία ενζυμικής υποκατάστασης σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη διάγνωση της νόσου Fabry (ανεπάρκεια της α-γαλακτοσιδάσης Α).

Το Fabrazyme ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους ηλικίας 8 ετών και άνω.

Δοσολογία

Το φαρμακευτικό προϊόν αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στην αντιμετώπιση ασθενών που πάσχουν από τη νόσο Fabry ή άλλες κληρονομικές μεταβολικές νόσους.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση του Fabrazyme είναι 1 mg/kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη μία φορά κάθε 2 εβδομάδες ως ενδοφλέβια έγχυση.

Η έγχυση Fabrazyme στο σπίτι μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο για ασθενείς με καλή ανοχή στις εγχύσεις. Η απόφαση να επιτραπεί σε έναν ασθενή να πραγματοποιεί τις εγχύσεις στο σπίτι πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν αξιολόγησης και σχετικής σύστασης από το θεράποντα ιατρό. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες κατά την έγχυση στο σπίτι πρέπει να διακόψουν

τη διαδικασία της έγχυσης αμέσως και να ζητήσουν την ιατρική φροντίδα ενός επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Οι επακόλουθες εγχύσεις μπορεί να πρέπει να λάβουν χώρα σε κλινικό περιβάλλον. Η δόση και ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να παραμένουν σταθερά κατά την πραγματοποίηση εγχύσεων στο σπίτι και δεν πρέπει να αλλάζουν χωρίς την επίβλεψη ενός επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.

Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία

Στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν απαιτείται ρύθμιση δόσης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Μελέτες σε πάσχοντες από ηπατική ανεπάρκεια δεν έχουν πραγματοποιηθεί.

Ηλικιωμένοι

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της χορήγησης του Fabrazyme σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχουν επιβεβαιωθεί και δεν υπάρχει, επί του παρόντος, προτεινόμενο σχήμα δοσολογίας για τους ασθενείς αυτούς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Fabrazyme σε παιδιά ηλικίας 0 έως 7 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 5.1 και 5.2 αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία σε παιδιά ηλικίας 5 έως 7 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιά 0 έως 4 ετών. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης για παιδιά ηλικίας 8- 16 ετών.

Για ασθενείς με σωματικό βάρος < 30 kg, ο μέγιστος ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να παραμένει στα 0,25 mg/min (15 mg/ώρα).

Τρόπος χορήγησης

Το Fabrazyme πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια (IV) έγχυση.

Ο αρχικός ρυθμός IV έγχυσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 0,25 mg/min (15 mg/ώρα). Ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να επιβραδυνθεί σε περίπτωση εμφάνισης αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση.

Αφού επιβεβαιωθεί επαρκώς η ανοχή του ασθενούς, ο ρυθμός έγχυσης είναι δυνατό να αυξάνεται σε βήματα των 0,05 έως 0,083 mg/min (βήματα των 3 έως 5 mg/ώρα) σε κάθε επακόλουθη έγχυση. Σε κλινικές μελέτες με κλασικούς ασθενείς, ο ρυθμός έγχυσης αυξήθηκε σταδιακά για την επίτευξη ελάχιστης διάρκειας 2 ωρών. Αυτή επιτεύχθηκε μετά από 8 αρχικές εγχύσεις στα 0,25 mg/min

(15 mg/ώρα), χωρίς καμία IAR, αλλαγή στον ρυθμό έγχυσης ή προσωρινή διακοπή της έγχυσης. Περαιτέρω μείωση του χρόνου έγχυσης σε 1,5 ώρες επιτρεπόταν για τους ασθενείς χωρίς νέες IAR κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 εγχύσεων ή αναφερόμενα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα κατά τις τελευταίες 5 εγχύσεις. Κάθε αύξηση του ρυθμού κατά 0,083 mg/min (~5 mg/ώρα) διατηρήθηκε για 3 συνεχόμενες εγχύσεις, χωρίς καμία νέα IAR, αλλαγή στον ρυθμό έγχυσης ή προσωρινή διακοπή της έγχυσης, πριν από τις επόμενες αυξήσεις του ρυθμού.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Απειλητική για τη ζωή υπερευαισθησία (αντίδραση αναφυλαξίας) στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Ανοσογονικότητα

Καθώς η αγαλσιδάση βήτα (r-hαGAL) είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη, αναμένεται ανάπτυξη αντισωμάτων IgG σε ασθενείς με μικρή ή καθόλου υπολειμματική ενζυμική δραστηριότητα. Η πλειονότητα των ασθενών ανέπτυξε αντισώματα IgG στην r-hαGAL, συνήθως εντός 3 μηνών μετά την πρώτη έγχυση Fabrazyme. Με την πάροδο του χρόνου, η πλειονότητα των οροθετικών ασθενών σε κλινικές δοκιμές είτε παρουσίασε μια τάση μείωσης των τίτλων (με βάση μια μείωση του τίτλου κατά ≥ 4 φορές από τη μέγιστη μέτρηση έως την τελευταία μέτρηση) (40% των ασθενών), είτε ανέπτυξε ανοχή [μη ανιχνεύσιμα αντισώματα, πράγμα που επιβεβαιώθηκε με 2 διαδοχικές αναλύσεις ραδιοανοσοκαθίζησης (RIP)] (14% των ασθενών) ή παρουσίασε σταθεροποίηση του τίτλου σε τιμή πλατώ (35% των ασθενών).

Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις

Οι ασθενείς με αντισώματα στην r-hαGAL διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (ΑΣΕ), οι οποίες ορίζονται ως οποιοδήποτε ανεπιθύμητο συμβάν εμφανίζεται την ημέρα της έγχυσης. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή όταν τους επαναχορηγείται αγαλσιδάση βήτα (βλ. παράγραφο 4.8). Η κατάσταση των αντισωμάτων θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.

Σε κλινικές δοκιμές, το εξήντα επτά τοις εκατό (67 %) των ασθενών παρουσίασε τουλάχιστον μία σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση (βλ. παράγραφο 4.8). Η συχνότητα εμφάνισης ΑΣΕ μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου. Οι ασθενείς που παρουσίασαν ήπιες ή μέτριες αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση, ενόσω υποβάλλονταν σε θεραπεία με αγαλσιδάση βήτα κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών, συνέχισαν τη θεραπεία μετά από μείωση του ρυθμού έγχυσης (~0,15 mg/λεπτό, 10 mg/ώρα) και/ή την προθεραπεία με αντιισταμινικά, παρακεταμόλη, ιβουπροφένη και/ή κορτικοστεροειδή.

Υπερευαισθησία

Όπως με κάθε ενδοφλέβιο πρωτεϊνικό φαρμακευτικό προϊόν, υπάρχει το ενδεχόμενο αντιδράσεων υπερευαισθησίας αλλεργικού τύπου.

Ένας μικρός αριθμός ασθενών έχει παρουσιάσει αντιδράσεις που υποδηλώνουν άμεση υπερευαισθησία (Τύπου Ι). Αν παρουσιαστούν σοβαρές αντιδράσεις αλλεργικού ή αναφυλακτικού τύπου, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο άμεσης διακοπής της χορήγησης Fabrazyme και να ακολουθηθεί κατάλληλη αγωγή. Θα πρέπει να τηρούνται τα ισχύοντα ιατρικά πρότυπα. Μετά από προσεκτική επαναπρόκληση, το Fabrazyme χορηγήθηκε εκ νέου και στους 6 ασθενείς που βρέθηκαν θετικοί για αντισώματα IgE ή είχαν θετική απόκριση στη δερματική δοκιμασία του Fabrazyme σε μια κλινική δοκιμή. Σε αυτή τη δοκιμή, η αρχική χορήγηση επαναπρόκλησης έγινε σε χαμηλή δόση και με χαμηλότερο ρυθμό έγχυσης (το 1/2 της θεραπευτικής δόσης, στο 1/25 του τυπικού αρχικού συνιστώμενου ρυθμού). Από τη στιγμή που η έγχυση γίνει ανεκτή στον ασθενή, η δόση μπορεί να αυξάνεται ωσότου φθάσει τη θεραπευτική δόση του 1 mg/kg και ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να αυξάνεται μέσω αύξουσας τιτλοδότησης, ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς.

Ασθενείς με προχωρημένη νεφρική πάθηση

Η επίδραση της αγωγής με Fabrazyme στους νεφρούς ενδέχεται να είναι περιορισμένη σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική πάθηση.

Νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Ιχνηλασιμότητα:

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
4
0
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων, ούτε in vitro μελέτες σχετικά με το μεταβολισμό. Βάσει του μεταβολισμού της η αγαλσιδάση βήτα δεν είναι πιθανή υποψήφια για αλληλεπίδραση μεταξύ φαρμάκων με μεσολάβηση του κυτοχρώματος P450.

Το Fabrazyme δεν πρέπει να χορηγείται με χλωροκίνη, αμιοδαρόνη, βενοκίνη ή γενταμυκίνη λόγω του θεωρητικού κινδύνου αναστολής της ενδοκυτταρικής δράσης της α-γαλακτοσιδάσης Α.

Κύηση

Κύηση

Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση της αγαλσιδάσης βήτα σε έγκυες γυναίκες.

Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του Fabrazyme κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός

Η αγαλσιδάση βήτα εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η επίδραση της αγαλσιδάσης βήτα στα νεογνά/βρέφη είναι άγνωστη. Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με Fabrazyme λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την εκτίμηση των πιθανών ενεργειών του Fabrazyme στην εξασθένιση της γονιμότητας.

Οδήγηση

ν

Το Fabrazyme ενδέχεται να έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών την ημέρα χορήγησης του Fabrazyme, καθώς μπορεί να παρουσιαστεί ζάλη, υπνηλία, ίλιγγος και συγκοπή (βλ. παράγραφο 4.8).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Καθώς η αγαλσιδάση βήτα (r-hαGAL) είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη, αναμένεται ανάπτυξη αντισωμάτων IgG σε ασθενείς με μικρή ή καθόλου υπολειμματική ενζυμική δραστηριότητα. Οι ασθενείς με αντισώματα στην r-hαGAL διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (ΑΣΕ). Αντιδράσεις που υποδηλώνουν άμεση υπερευαισθησία (Τύπου Ι) έχουν αναφερθεί σε μικρό αριθμό ασθενών (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ρίγη, πυρεξία, αίσθηση ψύχους, ναυτία, έμετο, κεφαλαλγία και παραισθησία. Το εξήντα επτά τοις εκατό (67%) των ασθενών παρουσίασαν τουλάχιστον μία αντίδραση που σχετιζόταν με την έγχυση. Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από κλινικές δοκιμές με συνολικά 168 ασθενείς (154 άνδρες και 14 γυναίκες) που έλαβαν Fabrazyme χορηγούμενο σε δόση 1 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες με μία τουλάχιστον έγχυση για έως και 5 έτη, παρουσιάζονται ανά ομάδα συστήματος οργάνων και συχνότητα (πολύ συχνές ≥ 1/10, συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10 και όχι συχνές ≥ 1/1000 έως < 1/100) στον πίνακα που ακολουθεί. Η συχνότητα εμφάνισης μιας ανεπιθύμητης ενέργειας σε έναν μεμονωμένο ασθενή ορίζεται ως όχι συχνή, λόγω του σχετικά μικρού αριθμού ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την πώληση συμπεριλαμβάνονται επίσης στον παρακάτω πίνακα σε μια κατηγορία «μη γνωστής» συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κυρίως ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας.

Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από τη θεραπεία με Fabrazyme

Κατηγορία/ οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Μη γνωστές
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις --- Ρινοφαρυγγίτιδα Ρινίτιδα ---
Διαταραχές ανοσολογικούσυστήματος --- --- --- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, παραισθησία Ζάλη, υπνηλία, υποαισθησία, αίσθημα καύσου,λήθαργος, συγκοπή Υπεραισθησία, τρόμος ---
Οφθαλμικές διαταραχές --- Αυξημένη δακρύρροια Κνησμός οφθαλμών, οφθαλμικήυπεραιμία ---
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου --- Εμβοή, ίλιγγος Ωτικό οίδημα, ωτικό άλγος ---
Καρδιακές διαταραχές --- Ταχυκαρδία,αίσθημα παλμών, βραδυκαρδία Φλεβοκομβική βραδυκαρδία ---
Αγγειακές διαταραχές --- Ερυθρίαση, υπέρταση, ωχρότητα,υπόταση, έξαψη Περιφερική αίσθηση ψύχους ---
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου --- Δύσπνοια, ρινική συμφόρηση, σφίξιμο στο λαιμό, συριγμός, βήχας, επιδείνωση δύσπνοιας Βρογχόσπασμος, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, ρινόρροια, ταχύπνοια, συμφόρηση ανώτερης αναπνευστικήςοδού Υποξία
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία, έμετος Κοιλιακό άλγος, άλγος ανώτερης κοιλιακής χώρας, κοιλιακές ενοχλήσεις, στομαχικές ενοχλήσεις, στοματική υποαισθησία, διάρροια Δυσπεψία, δυσφαγία ---
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού --- Κνησμός, κνίδωση, εξάνθημα, ερύθημα, γενικευμένος κνησμός, αγγειονευρωτικό οίδημα, οίδημα προσώπου,κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα Δικτυωτή πελίδνωση, ερυθηματώδες εξάνθημα, γενικευμένος κνησμός, αποχρωματισμός δέρματος, δερματικές ενοχλήσεις, Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού --- Άλγος στα άκρα, μυαλγία, οσφυαλγία, μυϊκοί σπασμοί, αρθραλγία, συσφικτικό αίσθημα στους μυς, μυοσκελετικήδυσκαμψία Μυοσκελετικό άλγος ---
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Ρίγη, πυρεξία, αίσθηση ψύχους Κόπωση,θωρακική ενόχληση, αίσθηση θερμότητας, περιφερικό οίδημα, άλγος, εξασθένιση, θωρακικό άλγος, οίδημα προσώπου, υπερθερμία Αίσθηση θερμότητας και ψύχους, ασθένεια τύπου γρίπης, άλγος στο σημείο της έγχυσης, αντίδραση στο σημείο της έγχυσης, θρόμβωση στο σημείο της έγχυσης,κακουχία, οίδημα ---
Παρακλινικές εξετάσεις --- --- --- Μειώθηκε ο κορεσμός του οξυγόνου

Για τους σκοπούς αυτού του πίνακα, ≥1% ορίζεται ως ενέργειες που προκύπτουν σε 2 ή περισσότερους ασθενείς. Η ορολογία των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στο Ιατρικό Λεξικό για Κανονιστικές Δραστηριότητες (Medical Dictionary for Regulatory Activities - MedDRA)

Περιγραφή συγκεκριμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις

Οι σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις συνίσταντο συνήθως σε πυρετό και ρίγη. Πρόσθετα συμπτώματα ήταν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: ήπια ή μέτρια δύσπνοια, υποξία (μειώθηκε ο κορεσμός του οξυγόνου) σφίξιμο στο φάρυγγα, ενοχλήσεις στο θώρακα, ερυθρίαση, κνησμός, κνίδωση, οίδημα του προσώπου, αγγειονευρωτικό οίδημα, ρινίτιδα, βρογχική στένωση, ταχύπνοια , συριγμός, υπέρταση, υπόταση, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, κοιλιακό άλγος, ναυτία, εμετός, άλγος σχετιζόμενο με την έγχυση συμπεριλαμβανομένου άλγους στα άκρα, μυαλγία και κεφαλαλγία.

Οι αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση αντιμετωπίστηκαν με μείωση του ρυθμού έγχυσης, σε συνδυασμό με τη χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμακευτικών προϊόντων, αντιισταμινικών ή/και κορτικοστεροειδών. Το εξήντα επτά τοις εκατό (67%) των ασθενών παρουσίασαν τουλάχιστον μία αντίδραση που σχετιζόταν με την έγχυση. Η συχνότητα αυτών των αντιδράσεων μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου. Η πλειονότητα αυτών των αντιδράσεων μπορεί να αποδοθεί στο σχηματισμό αντισωμάτων IgG ή/και στην ενεργοποίηση του συμπληρώματος. Σε έναν περιορισμένο αριθμό ασθενών τα αντισώματα IgE καταδείχτηκαν (βλ. παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από κλινικές δοκιμές τα οποία υποδεικνύουν ότι το προφίλ ασφάλειας της θεραπείας με Fabrazyme σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 5-7, που είναι σε θεραπεία είτε με 0,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ή 1,0 mg/kg κάθε 4 εβδομάδες είναι παρόμοιο με αυτό των ασθενών (ηλικίας άνω των 7 ετών) που είναι σε θεραπεία με 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Σε κλινικές δοκιμές, χρησιμοποιήθηκαν δόσεις έως και 3 mg/kg σωματικού βάρους.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - FABRAZYME 35MG/VIAL

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα προϊόντα της διατροφικής και μεταβολικής οδού, ένζυμα. Κωδικός ATC: A16AB04.

Νόσος Fabry

Η νόσος Fabry είναι μια κληρονομική ετερογενής και πολυσυστηματική κλιμακούμενη νόσος, η οποία προσβάλλει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες. Χαρακτηρίζεται από την ανεπάρκεια της

α-γαλακτοζιδάσης. Μειωμένη ή απουσία της δραστικότητας της α-γαλακτοζιδάσης έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία αυξημένων συγκεντρώσεων GL-3 και της σχετιζόμενης διαλυτής μορφής του lyso-GL-3 στο πλάσμα και τη συσσώρευση του GL-3 στα λυσοσώματα πολλών τύπων κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των ενδοθηλιακών και παρεγχυματικών κυττάρων, οδηγώντας τελικά σε απειλητικές για τη ζωή κλινικές επιδεινώσεις ως αποτέλεσμα νεφρικών, καρδιακών και εγκεφαλοαγγειακών επιπλοκών.

Μηχανισμός δράσης

Η λογική της θεραπείας ενζυμικής υποκατάστασης έγκειται στην αποκατάσταση ενός επιπέδου ενζυμικής δραστικότητας επαρκούς για την κάθαρση του συσσωρευμένου υποστρώματος στους ιστούς των οργάνων, αποτρέποντας επομένως, σταθεροποιώντας ή αναστρέφοντας την προοδευτική μείωση της λειτουργίας αυτών των οργάνων προτού συμβεί ανεπανόρθωτη βλάβη.

Έπειτα από ενδοφλέβια έγχυση, η αγαλσιδάση βήτα απομακρύνεται γρήγορα από την κυκλοφορία και προσλαμβάνεται από τα αγγειακά ενδοθηλιακά και παρεγχυματικά κύτταρα σε λυσοσώματα, πιθανώς μέσω της φωσφορικής μαννόζης-6, της μαννόζης και των ασιαλογλυκοπρωτεϊνικών υποδοχέων.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Fabrazyme αξιολογήθηκε σε δύο μελέτες με παιδιά, μια μελέτη εύρεσης δόσης, δύο διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με placebo μελέτες, μία ανοικτού τύπου μελέτη παράτασης τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες ασθενείς και σε δημοσιευμένη επιστημονική βιβλιογραφία.

Στη μελέτη εύρεσης δόσης, αξιολογήθηκαν οι επιδράσεις των 0,3, 1,0 και 3,0 mg/kg μία φορά κάθε 2 εβδομάδες και 1,0 και 3,0 mg/kg μία φορά κάθε 2 ημέρες. Παρατηρήθηκε μείωση του GL-3 στο νεφρό, την καρδιά, το δέρμα και το πλάσμα σε όλες τις δόσεις. Το GL-3 του πλάσματος υπέστη κάθαρση με τρόπο ανάλογο της δόσης, αλλά ήταν λιγότερο συνεκτικό στη δόση των 0,3 mg/kg.

Επιπλέον, οι αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση ήταν εξαρτώμενες από τη δόση.

Στην πρώτη ελεγχόμενη με placebo κλινική δοκιμή σε 58 ασθενείς με νόσο του Fabry με κλασικό φαινότυπο (56 άνδρες και 2 γυναίκες), το Fabrazyme ήταν αποτελεσματικό στην κάθαρση του GL-3 από το αγγειακό ενδοθήλιο του νεφρού μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας. Η κάθαρση αυτή επιτεύχθηκε στο 69% (20/29) των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Fabrazyme, αλλά σε κανέναν από τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε placebo (p<0,001). Το εύρημα αυτό υποστηρίχθηκε περαιτέρω από μία στατιστικά σημαντική μείωση στα έγκλειστα του GL-3 στο νεφρό, στην καρδιά και το δέρμα συνολικά, καθώς και στα επιμέρους όργανα, σε ασθενείς οι οποίοι

υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αγαλσιδάση βήτα, σε σύγκριση με τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε placebo (p<0,001). Στην παράταση ανοικτού τύπου αυτής της δοκιμής, κατά τη θεραπεία με αγαλσιδάση βήτα παρατηρήθηκε διατήρηση της κάθαρσης του GL-3 από το αγγειακό ενδοθήλιο των νεφρών. Αυτό επιτεύχθηκε σε 47 από τους 49 ασθενείς (96%) για τους οποίους υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία το μήνα 6, καθώς και σε 8 από τους 8 ασθενείς (100%) με διαθέσιμα στοιχεία κατά τη λήξη της μελέτης (σε σύνολο έως και 5 ετών θεραπείας). Η κάθαρση του GL-3 από τους νεφρούς επιτεύχθηκε επίσης σε αρκετούς άλλους τύπους κυττάρων. Τα επίπεδα του GL-3 στο πλάσμα ομαλοποιήθηκαν γρήγορα με τη θεραπεία και παρέμειναν φυσιολογικά επί 5 έτη.

Η νεφρική λειτουργία, όπως μετρήθηκε μέσω του ρυθμού σπειραματικής διήθησης και της κρεατινίνης ορού, καθώς και η πρωτεϊνουρία, παρέμειναν σταθερές στην πλειονότητα των ασθενών. Ωστόσο, η επίδραση της θεραπείας με Fabrazyme στη νεφρική λειτουργία ήταν περιορισμένη σε ορισμένους ασθενείς με προχωρημένη νεφρική νόσο.

Μολονότι δεν έχει διεξαχθεί κάποια ειδική μελέτη για την εκτίμηση της επίδρασης στα νευρολογικά σημεία και συμπτώματα, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν μείωση του άλγους και βελτίωση της ποιότητας ζωής κατά τη θεραπεία ενζυμικής υποκατάστασης.

Διεξήχθη μια άλλη διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη 82 ασθενών με νόσο του Fabry με κλασικό φαινότυπο (72 άνδρες και 10 γυναίκες) για να προσδιοριστεί εάν το Fabrazyme θα μείωνε το ποσοστό εμφάνισης νεφρικής, καρδιακής ή εγκεφαλοαγγειακής νόσου ή θανάτου. Το ποσοστό κλινικών συμβάντων ήταν ουσιαστικά χαμηλότερο μεταξύ ασθενών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με Fabrazyme σε σύγκριση με ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με placebo (μείωση κινδύνου = 53% στον πληθυσμό με πρόθεση για θεραπεία (p=0,0577), μείωση κινδύνου = 61% ανά πληθυσμό πρωτοκόλλου (p=0,0341)). Το αποτέλεσμα αυτό ήταν συνεπές σε όλα τα νεφρικά, καρδιακά και εγκεφαλοαγγειακά συμβάντα.

Δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης παρακολούθησαν μια ομάδα ασθενών (n = 89 έως 105) που διατηρήθηκαν σε Fabrazyme κανονικής δόσης (1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες) ή έλαβαν μειωμένη δόση Fabrazyme (0,3-0,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες) ακολουθούμενη από μετάβαση σε αγαλσιδάση άλφα (0,2 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες) ή απευθείας σε αγαλσιδάση άλφα (0,2 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες). Λόγω του παρατηρητικού, πολυκεντρικού σχεδιασμού αυτών των μελετών που βασίζεται σε πραγματικό κλινικό περιβάλλον, υπάρχουν συγχυτικοί παράγοντες που επηρεάζουν την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής των ασθενών και της ανάθεσης ομάδων θεραπείας και των διαθέσιμων παραμέτρων μεταξύ των κέντρων με την πάροδο του χρόνου. Λόγω της σπανιότητας της νόσου Fabry, οι πληθυσμοί των μελετών παρατήρησης επικαλύπτονταν και οι ομάδες θεραπείας σε αντίστοιχες μελέτες ήταν μικρές. Επιπλέον, οι περισσότεροι ασθενείς με πιο σοβαρή νόσο, ειδικά οι άνδρες, παρέμειναν στην καθιερωμένη δόση Fabrazyme, ενώ αλλαγή στη θεραπεία εμφανίστηκε συχνότερα σε ασθενείς με λιγότερο σοβαρή νόσο και σε γυναίκες. Συνεπώς, οι συγκρίσεις μεταξύ των ομάδων πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή.

Η ομάδα της κανονικής δόσης Fabrazyme δεν έδειξε σημαντικές αλλαγές στην καρδιακή, νεφρική ή νευρολογική λειτουργία των οργάνων ή σε συμπτώματα που σχετίζονται με τη νόσο του Fabry.

Παρομοίως, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στην καρδιακή ή νευρολογική λειτουργία σε ασθενείς στην ομάδα μειωμένης δόσης Fabrazyme. Ωστόσο, παρατηρήθηκε επιδείνωση των νεφρικών παραμέτρων, όπως μετρήθηκε με τον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR), σε ασθενείς που έλαβαν χαμηλότερη δόση (p <0,05). Οι ετήσιες μειώσεις του eGFR μετριάστηκαν σε ασθενείς που επανήλθαν στην καθιερωμένη δόση Fabrazyme. Αυτά τα αποτελέσματα συνάδουν με 10ετή στοιχεία παρακολούθησης από το Canadian Fabry Disease Initiative Registry.

Στις μελέτες παρατήρησης παρατηρήθηκε αύξηση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με τη νόσο Fabry (π.χ. γαστρεντερικός πόνος, διάρροια) σε ασθενείς που είχαν λάβει μειωμένη δόση της αγαλσιδάσης βήτα.

Επίσης, μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, αποκομίστηκε εμπειρία από ασθενείς που ξεκίνησαν τη θεραπεία με Fabrazyme σε δόση του 1 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες και που στη συνέχεια έλαβαν μειωμένη δόση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε κάποιους από αυτούς τους ασθενείς αναφέρθηκε

αυθόρμητα αύξηση σε ορισμένα από τα παρακάτω συμπτώματα: άλγος, παραισθησία, και διάρροια, καθώς και εκδηλώσεις του καρδιακού, του κεντρικού νευρικού και του νεφρικού συστήματος. Αυτά τα αναφερόμενα συμπτώματα προσομοιάζουν με τη φυσική πορεία της νόσου του Fabry.

Σε μια ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο Fabry Registry, τα ποσοστά επίπτωσης (διάστημα εμπιστοσύνης 95%) του πρώτου σοβαρού κλινικού συμβάντος σε άνδρες ασθενείς με κλασική έκφραση της νόσου, που λάμβαναν Fabrazyme και είχαν σταθερά επίπεδα IgG αντισωμάτων έναντι της αγαλσιδάσης βήτα, ήταν 43,98 (18,99, 86,66), 48,60 (32,03, 70,70) και 56,07 (30,65, 94,07) ανά 1000 άτομα-έτη στις ομάδες χαμηλού, μεσαίου και υψηλού τίτλου αντίστοιχα. Αυτές οι παρατηρούμενες διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε μία παιδιατρική μελέτη ανοικτού τύπου, δεκαέξι ασθενείς με νόσο του Fabry (8-16 ετών,

14 άρρενες, 2 θήλεις) είχαν λάβει θεραπεία με 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες επί ένα έτος. Η κάθαρση του GL-3 στο αγγειακό ενδοθήλιο του επιφανειακού δέρματος επιτεύχθηκε σε όλους τους ασθενείς με συσσώρευση GL-3 κατά την έναρξη της θεραπείας. Στις 2 θήλεις ασθενείς υπήρχε μικρή ή καθόλου συσσώρευση GL-3 στο αγγειακό επιθήλιο του επιφανειακού δέρματος κατά την έναρξη της θεραπείας, ως εκ τούτου το συμπέρασμα που εξάγεται ισχύει μόνο για άρρενες ασθενείς.

Σε μία επιπλέον πενταετή ανοικτού τύπου παιδιατρική μελέτη, 31 άρρενες ασθενείς ηλικίας 5 έως 18 ετών τυχαιοποιήθηκαν πριν από την εμφάνιση των κλινικών συμπτωμάτων που περιλάμβαναν κύρια όργανα και έλαβαν θεραπεία με δύο χαμηλότερα δοσολογικά σχήματα αγαλσιδάσης βήτα,

0,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ή 1,0 mg/kg κάθε 4 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Η βαθμολογία του GL-3 στο τριχοειδικό ενδοθήλιο του επιφανειακού δέρματος μειώθηκε ή διατηρήθηκε στο μηδέν σε όλα τα χρονικά σημεία μετά την έναρξη της θεραπείας σε 19/27 ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία, οι οποίοι ολοκλήρωσαν τη μελέτη χωρίς αύξηση της δόσης. Βιοψίες νεφρού λήφθησαν τόσο κατά την έναρξη της θεραπείας όσο και μετά από 5 έτη σε ένα υποσύνολο 6 ασθενών: συνολικά, η βαθμολογία του GL-3 στο νεφρικό τριχοειδικό ενδοθήλιο μειώθηκε στο μηδέν, αλλά υψηλής διακύμανσης αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στο GL-3 των ποδοκυττάρων, με μείωση σε 3 ασθενείς. Δέκα (10) ασθενείς πληρούσαν τα κριτήρια αύξησης της δόσης σύμφωνα με το πρωτόκολλο, σε δύο (2) αυξήθηκε η δόση στη συνιστώμενη δόση του

1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση της αγαλσιδάσης βήτα σε ενήλικες σε δόσεις των 0,3 mg, 1 mg και 3 mg/kg σωματικού βάρους, οι τιμές AUC αυξήθηκαν περισσότερο από δοσοαναλογικά, λόγω μείωσης της κάθαρσης, γεγονός που υποδεικνύει κορεσμένη κάθαρση. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν ανεξάρτητος της δόσης και κυμάνθηκε από 45 έως 100 λεπτά.

Έπειτα από την ενδοφλέβια χορήγηση της αγαλσιδάσης βήτα σε ενήλικες με χρόνο έγχυσης περίπου τα 300 λεπτά και σε δόση του 1 mg για κάθε kg σωματικού βάρους, δύο φορές την εβδομάδα, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) κυμάνθηκαν από 2.000-3.500 ng/ml, ενώ η AUCinf κυμάνθηκε από 370-780 µg.min/ml. Ο Vss κυμάνθηκε από8.3-40.8 l, η κάθαρση του πλάσματος κυμάνθηκε από 199-345 ml/min και ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής κυμάνθηκε από 80-120 λεπτά.

Η αγαλσιδάση βήτα αποτελεί πρωτεΐνη και αναμένεται να αποικοδομείται μεταβολικά μέσω πεπτιδικής υδρόλυσης. Κατά συνέπεια, η εξασθενημένη ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της αγαλσιδάσης βήτα σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Η νεφρική αποβολή της αγαλσιδάσης βήτα θεωρείται δευτερεύουσα οδός κάθαρσης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική του Fabrazyme αξιολογήθηκε επίσης σε δύο παιδιατρικές μελέτες. Σε μία από αυτές τις μελέτες, 15 παιδιατρικοί ασθενείς με διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα, ηλικίας 8,5 έως 16 ετών, βάρους 27,1 έως 64,9 kg έλαβαν θεραπεία με 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες. Η κάθαρση (CL) της αγαλσιδάσης βήτα δεν επηρεάστηκε από το βάρος σε αυτόν τον πληθυσμό. Η αρχική κάθαρση ήταν 77 mL/λεπτό, με όγκο κατανομής στη σταθερή κατάσταση (Vss) ίσο με 2,6 L. Ο χρόνος ημιζωής

ήταν 55 λεπτά. Μετά την ορομετατροπή της IgG, η κάθαρση μειώθηκε σε 35 mL/λεπτό, ο Vss αυξήθηκε σε 5,4 L και ο χρόνος ημιζωής αυξήθηκε σε 240 λεπτά. Η τελική επίδραση αυτών των μεταβολών μετά την ορομετατροπή ήταν μια αύξηση της έκθεσης κατά 2 έως 3 φορές, με βάση τις τιμές AUC και Cmax. Δεν προέκυψαν μη αναμενόμενα ζητήματα ασφάλειας σε ασθενείς που παρουσίασαν αύξηση στην έκθεση μετά την ορομετατροπή.

Σε μία άλλη μελέτη με 30 παιδιατρικούς ασθενείς με διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής, ηλικίας 5 έως 18 ετών, που έλαβαν θεραπεία με δύο χαμηλότερα δοσολογικά σχήματα των 0,5 mg/kg κάθε

2 εβδομάδες και 1,0 mg/kg κάθε 4 εβδομάδες, η μέση CL ήταν 4,6 και 2,3 ml/min/kg, αντίστοιχα, ο Vss ήταν 0,27 και 0,22 l/kg, αντίστοιχα, και η μέση ημίσεια ζωή για την απομάκρυνση ήταν 88 και 107 λεπτά, αντίστοιχα. Μετά την ορομετατροπή της IgG, δεν υπήρχε καμία εμφανής μεταβολή στην CL (+24% και +6%, αντίστοιχα.), ενώ ο Vss ήταν 1,8 και 2,2 φορές υψηλότερος, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι μια μικρή μείωση στην Cmax (έως και -34% και -11%, αντίστοιχα.) και καμία αλλαγή στην AUC (-19% και -6%, αντίστοιχα).

Φαρμακευτικές πληροφορίες - FABRAZYME 35MG/VIAL

Κατάλογος εκδόχων

Μαννιτόλη (E421)

Δισόξινο φωσφορικό νάτριο, μονο-ένυδρο (E339) Όξινο φωσφορικό νάτριο, επτα-ένυδρο (E339)

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, στο ίδιο διάλυμα έγχυσης.

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Ανασυσταθέντα και αραιωμένα διαλύματα

Από μικροβιολογική άποψη, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Αν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, η φύλαξη του φαρμακευτικού προϊόντος κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη. Το ανασυσταθέν διάλυμα δεν μπορεί να αποθηκευτεί και πρέπει άμεσα να αραιωθεί: μόνο το αραιωθέν διάλυμα μπορεί να διατηρηθεί για 24 ώρες στους 2

οC με 8 οC

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C).

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Fabrazyme 35 mg κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Το Fabrazyme 35 mg παρέχεται σε διαφανή, γυάλινα φιαλίδια Τύπου I, των 20 ml. Το κλείσιμο αποτελείται από ένα σιλικοναρισμένο πώμα βουτυλίου και ένα στεγανωτικό αλουμινίου, με ένα πλαστικό καπάκι αποσφράγισης.

Μεγέθη συσκευασίας: 1, 5 και 10 φιαλίδια ανά χαρτονένιο κουτί. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Fabrazyme 5 mg κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Το Fabrazyme 5 mg παρέχεται σε διαφανή, γυάλινα φιαλίδια Τύπου I, των 5 ml. Το κλείσιμο αποτελείται από ένα σιλικοναρισμένο πώμα βουτυλίου και ένα στεγανωτικό αλουμινίου, με ένα πλαστικό καπάκι αποσφράγισης.

Μεγέθη συσκευασίας: 1, 5 και 10 φιαλίδια ανά χαρτονένιο κουτί. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Η κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να ανασυσταθεί με ενέσιμο νερό, να αραιωθεί με ενέσιμο διάλυμα 0,9% χλωριούχου νατρίου και, κατόπιν, να χορηγηθεί με ενδοφλέβια έγχυση. Πρέπει να χρησιμοποιείται άσηπτη τεχνική.

Ο αριθμός των φιαλιδίων που θα ανασυσταθούν πρέπει να προσδιοριστεί, με βάση το βάρος του κάθε ασθενούς και τα απαιτούμενα φιαλίδια πρέπει να εξαχθούν από το ψυγείο ώστε να έρθουν σε θερμοκρασία δωματίου (σε 30 λεπτά περίπου). Κάθε φιαλίδιο Fabrazyme προορίζεται για μια μόνο χρήση.

Ανασύσταση

Fabrazyme 35 mg κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Κάθε φιαλίδιο Fabrazyme 35 mg πρέπει να ανασυσταθεί με 7,2 ml ενέσιμου νερού. Η βίαιη πρόσκρουση του ενέσιμου νερού στη σκόνη και ο σχηματισμός αφρού πρέπει να αποφεύγεται. Για το σκοπό αυτό, το ενέσιμο ύδωρ πρέπει να προστίθεται στάγδην, με αργό ρυθμό, στα τοιχώματα του φιαλιδίου και όχι απευθείας επάνω στο λυοφιλοποιημένο υλικό. Κάθε φιαλίδιο πρέπει να περιστρέφεται απαλά με μικρή κλίση. Το φιαλίδιο δεν πρέπει να αναστρέφεται, να αναδεύεται ή να ανακινείται ζωηρά.

Fabrazyme 5 mg κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Κάθε φιαλίδιο Fabrazyme 5 mg πρέπει να ανασυσταθεί με 1,1 ml ενέσιμου νερού. Η βίαιη πρόσκρουση του ενέσιμου νερού στη σκόνη και ο σχηματισμός αφρού πρέπει να αποφεύγεται. Για το σκοπό αυτό, το ενέσιμο ύδωρ πρέπει να προστίθεται στάγδην, με αργό ρυθμό, στα τοιχώματα του φιαλιδίου και όχι απευθείας επάνω στο λυοφιλοποιημένο υλικό. Κάθε φιαλίδιο πρέπει να περιστρέφεται απαλά με μικρή κλίση. Το φιαλίδιο δεν πρέπει να αναστρέφεται, να αναδεύεται ή να ανακινείται ζωηρά.

Το ανασυσταθέν διάλυμα περιέχει 5 mg αγαλσιδάση βήτα ανά ml και έχει τη μορφή διαυγούς, άχρωμου διαλύματος. Το pH του ανασυσταθέντος διαλύματος είναι 7,0 περίπου. Πριν από την περαιτέρω αραίωση, το ανασυσταθέν διάλυμα σε κάθε φιαλίδιο πρέπει να επιθεωρείται οπτικά για τυχόν σωματιδιακή ύλη και αποχρωματισμό. Το διάλυμα δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί εάν παρατηρηθούν ξένα σωματίδια ή εάν έχει αποχρωματιστεί.

Μετά την ανασύσταση, συνιστάται να αραιώσετε άμεσα τα φιαλίδια ώστε να ελαχιστοποιήσετε το σχηματισμό σωματιδίων πρωτεΐνης με την πάροδο του χρόνου.

Αραίωση

Fabrazyme 35 mg κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Προτού προσθέσετε τον ανασυσταθέντα όγκο του Fabrazyme που απαιτείται για τη δόση του ασθενούς, συνιστάται να αφαιρέσετε από τον ασκό έγχυσης ίσο όγκο ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0,9%.

Ο αέρας από τον ασκό έγχυσης πρέπει να αφαιρεθεί για να ελαχιστοποιηθεί η διεπιφάνεια αέρα/υγρού.

7,0 ml (ίσο με 35 mg) του ανασυσταθέντος διαλύματος από κάθε φιαλίδιο έως το συνολικό όγκο που απαιτείται πρέπει να αποσυρθούν αργά για τη δόση του ασθενούς. Οι βελόνες φίλτρων δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται και ο σχηματισμός αφρού πρέπει να αποφεύγεται.

Το ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να εγχυθεί αργά απευθείας στο ενδοφλέβιο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% (και όχι σε τυχόν εναπομείναντα όγκο αέρα) μέχρι τελικής συγκέντρωσης 0,05 mg/ml και 0,7 mg/ml. Ο τελικός όγκος του ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0,9% (μεταξύ 50 και 500 ml) πρέπει να καθοριστεί με βάση κάθε δόση. Για δόσεις μικρότερες από 35 mg τουλάχιστον 50 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν, για δόσεις 35 έως 70 mg τουλάχιστον 100 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν, για δόσεις 70 έως 100 mg τουλάχιστον 250 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν και για δόσεις μεγαλύτερες από 100 mg μόνο 500 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Ο ασκός έγχυσης πρέπει να αναστραφεί ή να εφαρμοστεί απαλή μάλαξη προκειμένου να αναμειχθεί το αραιωμένο διάλυμα. Ο ασκός έγχυσης δεν πρέπει να ανακινείται ζωηρά ή να αναδεύεται υπερβολικά.

Fabrazyme 5 mg κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Προτού προσθέσετε τον ανασυσταθέντα όγκο του Fabrazyme που απαιτείται για τη δόση του ασθενούς, συνιστάται να αφαιρέσετε από τον ασκό έγχυσης ίσο όγκο ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0,9%.

Ο αέρας από τον ασκό έγχυσης πρέπει να αφαιρεθεί για να ελαχιστοποιηθεί η διεπιφάνεια αέρα/υγρού.

1,0 ml (ίσο με 5 mg) του ανασυσταθέντος διαλύματος από κάθε φιαλίδιο έως το συνολικό όγκο που απαιτείται πρέπει να αποσυρθεί αργά για τη δόση του ασθενούς. Οι βελόνες φίλτρων δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται και ο σχηματισμός αφρού πρέπει να αποφεύγεται.

Το ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να εγχυθεί αργά απευθείας στο ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% (και όχι σε τυχόν εναπομείναντα όγκο αέρα) μέχρι τελικής συγκέντρωσης 0,05 mg/ml και 0,7 mg/ml. Ο τελικός όγκος του ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0,9% (μεταξύ 50 και 500 ml) πρέπει να προσδιοριστεί με βάση κάθε δόση. Για δόσεις μικρότερες από 35 mg τουλάχιστον 50 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν, για δόσεις 35 έως 70 mg τουλάχιστον 100 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν, για δόσεις 70 έως 100 mg τουλάχιστον 250 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν και για δόσεις μεγαλύτερες από 100 mg μόνο 500 ml πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Ο ασκός έγχυσης πρέπει να αναστραφεί ή να εφαρμοστεί απαλή μάλαξη προκειμένου να αναμειχθεί το αραιωμένο διάλυμα. Ο ασκός έγχυσης δεν πρέπει να ανακινείται ζωηρά ή να αναδεύεται υπερβολικά.

Χορήγηση

Συνιστάται η χορήγηση του αραιωμένου διαλύματος διαμέσου ενός φίλτρου χαμηλής δέσμευσης πρωτεϊνών των 0,2 µm συνδεδεμένου σε σειρά, προκειμένου να απομακρυνθούν τυχόν σωματίδια πρωτεϊνών και να μην προκληθεί καμία απώλεια δραστικότητας της αγαλσιδάσης βήτα. Ο αρχικός ρυθμός IV έγχυσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 0,25 mg/min (15 mg/ώρα). Ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να επιβραδυνθεί σε περίπτωση εμφάνισης αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση.

Αφού επιβεβαιωθεί επαρκώς η ανοχή του ασθενούς, ο ρυθμός έγχυσης είναι δυνατό να αυξάνεται σε βήματα των 0,05 έως 0,083 mg/min (βήματα των 3 έως 5 mg/ώρα) σε κάθε επακόλουθη έγχυση. Σε κλινικές μελέτες με κλασικούς ασθενείς, ο ρυθμός έγχυσης αυξήθηκε σταδιακά για την επίτευξη ελάχιστης διάρκειας 2 ωρών. Αυτή επιτεύχθηκε μετά από 8 αρχικές εγχύσεις στα 0,25 mg/min

(15 mg/ώρα), χωρίς καμία IAR, αλλαγή στον ρυθμό έγχυσης ή προσωρινή διακοπή της έγχυσης. Περαιτέρω μείωση του χρόνου έγχυσης σε 1,5 ώρες επιτρεπόταν για τους ασθενείς χωρίς νέες IAR

κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 εγχύσεων ή αναφερόμενα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα κατά τις τελευταίες 5 εγχύσεις. Κάθε αύξηση του ρυθμού κατά 0,083 mg/min (~5 mg/ώρα) διατηρήθηκε για 3 συνεχόμενες εγχύσεις, χωρίς καμία νέα IAR, αλλαγή στον ρυθμό έγχυσης ή προσωρινή διακοπή της έγχυσης, πριν από τις επόμενες αυξήσεις του ρυθμού.

Για ασθενείς με σωματικό βάρος < 30 kg, ο μέγιστος ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να παραμένει στα 0,25 mg/min (15 mg/ώρα).

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx1 VIAL
Τιμή
2.638,75 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
BTx10VIALS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx5 VIALS
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.