FRAXIPARINE INJ.SO.PFS 9500ANTI-XA IU/1ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - FRAXIPARINE 9500ANTI
Προφύλαξη θρομβοεμβολικών διαταραχών σε παθολογικούς ασθενείς υψηλού κινδύνου (αναπνευστική ανεπάρκεια και/ή λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος και/ή καρδιακή ανεπάρκεια), ακινητοποιημένους λόγω οξείας ασθένειας ή νοσηλευόμενους σε μονάδα εντατικής θεραπείας.
Προφύλαξη θρομβοεμβολικών επεισοδίων, ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την γενική ή την ορθοπεδική χειρουργική.
Θεραπεία της εν τω βάθει Φλεβικής Θρόμβωσης και της Πνευμονικής Εμβολής. Προφύλαξη σχηματισμού θρόμβου κατά την διάρκεια της αιμοδιάλυσης.
Θεραπεία ασταθούς στηθάγχης και εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις ακριβείς οδηγίες όσον αφορά την δοσολογία για κάθε διαφορετικό σκεύασμα ΗΧΜΒ καθώς χρησιμοποιούνται διαφορετικά συστήματα μονάδων (units ή mg) για τον καθορισμό των δόσεων και μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές περιεκτικότητες. Η ναδροπαρινη επομένως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εναλλακτικά με άλλες ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους κατά τη διάρκεια συνεχιζόμενης θεραπείας.
Η Fraxiparine® δεν χορηγείται ενδομυϊκά.
Στην προφύλαξη και θεραπεία των θρομβοεμβολικών διαταραχών, η Fraxiparine® θα πρέπει να χορηγείται δια της υποδόριας οδού. Στην πρόληψη σχηματισμού θρόμβων κατά τη διάρκεια της αιμοδιάλυσης η Fraxiparine® θα πρέπει να χορηγείται στην αρτηριακή γραμμή στην αρχή κάθε συνεδρίας.
Όταν χορηγείται υποδορίως, η συνηθισμένη περιοχή της ένεσης είναι τα προσθιοπλάγια κοιλιακά τοιχώματα, εναλλακτικά στα δεξιά και αριστερά.
Για την αποφυγή απώλειας του διαλύματος, όταν χρησιμοποιούνται οι προγεμισμένες σύριγγες, η φυσαλίδα αέρα δεν πρέπει να αποβάλλεται από την σύριγγα πριν από την ένεση. Η βελόνα πρέπει να εισέρχεται κάθετα σε όλο της το μήκος και όχι υπό γωνία, σε μία δερματική πτυχή που δημιουργείται μεταξύ του δείκτη και του αντίχειρα και διατηρείται καθ’ όλη την διάρκεια της ένεσης. Το σημείο της ένεσης δεν πρέπει να τρίβεται.
Οι βαθμολογημένες σύριγγες προορίζονται για χορήγηση ρυθμιζόμενων δόσεων όταν η προσαρμογή με το σωματικό βάρος είναι απαραίτητη.
Η χρήση συριγγών υψηλής ακριβείας και πολύ λεπτής βελόνας (διαμέτρου 0,5 mm) ενδείκνυται όταν χρησιμοποιείται το διάλυμα Fraxiparine® από φιαλίδια.
Θα πρέπει να ακολουθούνται οι ειδικές συστάσεις σχετικά με το χρόνο χορήγησης της ναδροπαρίνης πριν και μετά τη ραχιαία/επισκληρίδιο αναισθησία ή την οσφυονωτιαία παρακέντηση (βλέπε παράγραφο 4.4).
Προφύλαξη θρομβοεμβολικών επεισοδίων
Γενική προφύλαξη:
Η Fraxiparine® θα πρέπει να χορηγείται σε μία εφ’ άπαξ ημερήσια δόση των 0,3 ml για τουλάχιστον 7 ημέρες. Σε όλες τις περιπτώσεις η προφύλαξη θα πρέπει να συνεχίζεται καθ’ όλο το διάστημα που ο ασθενής βρίσκεται σε κίνδυνο και τουλάχιστον μέχρις ότου κινητοποιηθεί. Στην γενική χειρουργική η πρώτη δόση θα πρέπει να χορηγείται 2 έως 4 ώρες πριν την επέμβαση.
Ορθοπεδική χειρουργική:
Οι αρχικές δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται 12 ώρες πριν την επέμβαση και κατόπιν 12 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης. Αυτές όπως και οι εφ’ άπαξ ημερήσιες δόσεις που ακολουθούν θα πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με το βάρος του σώματος βασιζόμενοι στον κατωτέρω πίνακα.
Όγκος Fraxiparine® που πρέπει να ενίεται υποδορίως ΜΙΑ ΦΟΡΑ ημερησίως
Ορθοπεδική Χειρουργική
Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 10 ημέρες. Σε όλες τις περιπτώσεις η προφύλαξη θα πρέπει να συνεχίζεται καθ’ όλο το διάστημα που ο ασθενής ευρίσκεται σε κίνδυνο και τουλάχιστον μέχρις ότου κινητοποιηθεί.
| Βάρος σώματος | Πριν την επέμβαση και μέχρι την τρίτη ημέρα | Από την τέταρτη ημέρα και μετά |
| < 50 | 0,2 ml | 0,3 ml |
| 50 – 69 | 0,3 ml | 0,4 ml |
| > 70 | 0,4 ml | 0,6 ml |
παθολογικούς ασθενείς
Προφύλαξη θρομβοεμβολικών διαταραχών σε παθολογικούς ασθενείς υψηλού κινδύνου (αναπνευστική ανεπάρκεια και/ή λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος και/ή καρδιακή ανεπάρκεια), ακινητοποιημένους λόγω οξείας ασθένειας ή νοσηλευόμενους σε μονάδα εντατικής θεραπείας.
Η ναδροπαρίνη χορηγείται υποδορίως μία φορά ημερησίως. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το σωματικό βάρος, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια κατά την οποία ο ασθενής βρίσκεται σε κίνδυνο θρομβοεμβολής.
| Βάρος σώματος (kg) | Μία φορά ημερησίως | |
| Όγκος που ενίεται | Αντιστοιχία σε IU anti-Xa | |
| ≤70 | 0.4 ml | 3,800 |
| >70 | 0.6 ml | 5,700 |
Σε ηλικιωμένους ασθενείς, μπορεί να είναι κατάλληλη η μείωση της δόσης σε 0,3 ml (2.850 αντι-Xa IU).
Θεραπεία της Φλεβικής εν τω βάθει Θρόμβωσης και της Πνευμονικής Εμβολής
Η Fraxiparine® θα πρέπει να χορηγείται υποδορίως δύο φορές την ημέρα (κάθε 12 ώρες) για διάστημα 10 ημερών με προσαρμογή της δόσης σύμφωνα με το βάρος του ασθενή όπως φαίνεται κατωτέρω, που βασίζεται σε μία δόση-στόχο 86 αντι-Xa IU ανά kg βάρους σώματος:
| Θεραπεία εν τω βάθει Φλεβικής Θρόμβωσης και Πνευμονικής Εμβολής | |
| Βάρος σώματος (kg) | Όγκος Fraxiparine® που πρέπει να ενίεται υποδορίως 2 φορές ημερησίως |
| < 50 | 0,4 ml |
| 50 – 59 | 0,5 ml |
| 60 – 69 | 0,6 ml |
| 70 – 79 | 0,7 ml |
| 80 – 89 | 0,8 ml |
| > 90 | 0,9 ml |
Αντιπηκτική θεραπεία από του στόματος θα πρέπει να εφαρμόζεται το ταχύτερο δυνατό εκτός εάν αντενδείκνυται. Η θεραπεία με Fraxiparine® δεν θα πρέπει να σταματά πριν επιτευχθεί ο στόχος INR.
Ο αριθμός αιμοπεταλίων πρέπει να ελέγχεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Fraxiparine® (βλέπε παράγραφο 4.4.1).
Προφύλαξη σχηματισμού θρόμβων κατά τη διάρκεια της Αιμοδιάλυσης
Η δόση προσαρμόζεται σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς και λαμβάνονται υπ’ όψιν οι τεχνικές συνθήκες της αιμοδιάλυσης. Συνήθως χορηγείται μία εφ’ άπαξ δόση Fraxiparine®
στην αρτηριακή γραμμή στην αρχή κάθε συνεδρίας. Διαφορετικά σε ασθενείς χωρίς κίνδυνο αιμορραγίας, προτείνεται η ακόλουθη δοσολογία σύμφωνα με το σωματικό βάρος:
| Προφύλαξη σχηματισμού θρόμβου κατά την διάρκεια της Αιμοδιάλυσης | |
| Βάρος Σώματος (kg) | Όγκος Fraxiparine® που ενίεται στην αρχή της Αιμοδιάλυσης |
| < 50 | 0,3 ml |
| 50 - 69 | 0,4 ml |
| > 70 | 0,6 ml |
Σε ασθενείς που παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας, οι συνεδρίες της αιμοδιάλυσης μπορούν να γίνουν χρησιμοποιώντας τις μισές δόσεις.
Μία επιπρόσθετη μικρότερη δόση μπορεί να χορηγηθεί κατά την διάρκεια της αιμοδιάλυσης για συνεδρίες που διαρκούν περισσότερο από 4 ώρες.
Η δοσολογία στις επόμενες συνεδρίες θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με τα δεδομένα της αρχικής.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια κάθε συνεδρίας αιμοκάθαρσης για σημεία αιμορραγίας ή θρόμβωσης στο κύκλωμα αιμοκάθαρσης.
Θεραπεία ασταθούς στηθάγχης και εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q
Η Fraxiparine® θα πρέπει να χορηγείται υποδορίως δύο φορές την ημέρα (κάθε 12 ώρες) σε συνδυασμό με ασπιρίνη έως 325 mg την ημέρα. Η αρχική δόση θα πρέπει να δίνεται με άμεση ενδοφλέβια έγχυση 86 IU anti Xa/kg βάρους σώματος ακολουθούμενη από υποδόρια ένεση 86 IU anti Xa/kg βάρους σώματος. Η συνηθισμένη διάρκεια θεραπείας είναι 6 ημέρες με ρύθμιση της δόσης ανάλογα με το σωματικό βάρος όπως φαίνεται στον πιο κάτω πίνακα:
| Θεραπεία ασταθούς στηθάγχης και εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q | |||
| Βάρος Σώματος (kg) | Όγκος που ενίεται | ||
| Αρχική ενδοφλέβια χορήγηση | Υποδόριες ενέσεις (κάθε 12 ώρες) | Αντιστοιχία σε IU anti-Xa | |
| < 5050-5960-6970-7980-8990-99>100 | mlmlmlmlmlml1.0 ml | mlmlmlmlmlml1.0 ml | 3800475057006650760085509500 |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ναδροπαρίνη δεν συνιστάται σε παιδιά και εφήβους καθώς δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για τον καθορισμό δοσολογίας σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 18 ετών.
Ηλικιωμένοι
Η ναδροπαρίνη χορηγείται υποδορίως μία φορά ημερησίως. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το σωματικό βάρος, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια κατά την οποία ο ασθενής βρίσκεται σε κίνδυνο θρομβοεμβολής.
Σε ηλικιωμένους ασθενείς, μπορεί να είναι κατάλληλη η μείωση της δόσης σε 0.3 ml (2.850 αντι-Xa IU).
Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ηλικιωμένους εκτός εάν υπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Συνιστάται να αξιολογείται η νεφρική λειτουργία πριν την έναρξη της θεραπείας (βλέπε νεφρική ανεπάρκεια παρακάτω και παράγραφο 5.2)
Νεφρική ανεπάρκεια
Προφύλαξη από θρομβοεμβολικά επεισόδια
Σε ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη ή ίση με 50 ml/min), δεν απαιτείται μείωση της δόσης.
Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη ή ίση με 30 ml/min και μικρότερη από 50 ml/min), εάν θεωρηθεί απαραίτητη η μείωση της δόσης από τον θεράποντα ιατρό, λαμβάνοντας υπ’ όψη τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου αιμορραγίας και θρομβοεμβολής, η δόση θα πρέπει να μειώνεται συνήθως κατά 25 έως 33% κατά περίπτωση (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min), η δόση θα πρέπει να μειώνεται συνήθως κατά 25 έως 33% κατά περίπτωση (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Αντιμετώπιση θρομβοεμβολικών επεισοδίων, ασταθούς στηθάγχης και εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q
Σε ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη ή ίση με 50 ml/min), δεν απαιτείται μείωση της δόσης.
Η μέτρια και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια σχετίζονται με αυξημένη έκθεση στη ναδροπαρίνη. Οι ασθενείς αυτοί έχουν αυξημένο κίνδυνο θρομβοεμβολής και αιμορραγίας.
Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη ή ίση με 30 ml/min και μικρότερη από 50 ml/min), εάν θεωρηθεί απαραίτητη η μείωση της δόσης από τον θεράποντα ιατρό, λαμβάνοντας υπ’ όψη τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου αιμορραγίας και θρομβοεμβολής, η δόση θα πρέπει να μειώνεται κατά 25 έως 33% (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Η ναδροπαρίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Ηπατική ανεπάρκεια
Δεν υπάρχουν μελέτες σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ναδροπαρίνη, στην ηπαρίνη ή στα παράγωγά της,
-
συμπεριλαμβανομένων άλλων ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ιστορικό θρομβοκυτοπενίας με ναδροπαρίνη (βλέπε παράγραφο 4.4.1).
-
Αιμορραγία ή αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας σχετιζόμενος με διαταραχές της αιμόστασης εκτός από διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη που δεν προκαλείται από την ηπαρίνη.
-
Οργανική βλάβη που ενδέχεται να αιμορραγήσει (όπως ενεργό πεπτικό έλκος).
-
Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
-
Οξεία ενδοκαρδίτιδα βακτηριακής αιτιολογίας.
-
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min) που έχουν ανάγκη θεραπευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση θρομβοεμβολικών επεισοδίων ασταθούς στηθάγχης και εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q.
-
Η τοπικοπεριοχική αναισθησία σε προγραμματισμένες χειρουργικές επεμβάσεις αντενδείκνυται όταν χορηγείται ΗΧΜΒ για θεραπευτική χρήση.
-
Ειδικές προειδοποιήσεις
Θρομβοπενία επαγώμενη από την ηπαρίνη: Εξαιτίας της πιθανότητας θρομβοπενίας προκαλούμενης από ηπαρίνη (ΗΙΤ), θα πρέπει να παρακολουθείται ο αριθμός των αιμοπεταλίων καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με ναδροπαρίνη.
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις θρομβοπενίας, επαγώμενη από την ηπαρίνη, ορισμένες φορές σοβαρής μορφής, οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με αρτηριακή ή φλεβική θρόμβωση. Η διάγνωση αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις παρακάτω περιπτώσεις:
-
θρομβοπενία
-
οποιαδήποτε σημαντική ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων (30-50% της αρχικής τιμής),
-
επιδείνωση της αρχικής θρόμβωσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
θρόμβωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
Στην περίπτωση αυτή, η θεραπεία με ναδροπαρίνη θα πρέπει να διακόπτεται.
Οι επιδράσεις αυτές είναι πιθανώς ανοσοαλλεργικής φύσης και στην περίπτωση που πρόκειται για το πρώτο θεραπευτικό σχήμα, εμφανίζονται κυρίως μεταξύ της 5ης και της 21ης ημέρας θεραπείας. Ωστόσο, μπορεί να εμφανισθούν αρκετά νωρίτερα εάν υπάρχει ιστορικό θρομβοπενίας επαγώμενη από την ηπαρίνη.
Εάν υπάρχει ιστορικό θρομβοπενίας προκαλούμενης από ηπαρίνη (είτε κλασσική, είτε χαμηλού μοριακού βάρους), θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο για θεραπεία με ναδροπαρίνη αν αυτό είναι απαραίτητο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να υπάρχει κλινική παρακολούθηση και μέτρηση του αριθμού αιμοπεταλίων σε ημερήσια βάση τουλάχιστον. Εάν εμφανισθεί θρομβοπενία, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Εάν συμβεί θρομβοπενία προκαλούμενη από ηπαρίνη (είτε κλασσική, είτε χαμηλού μοριακού βάρους), θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αντικατάστασής της με μία άλλη αντιθρομβωτική κατηγορία φαρμάκων. Εάν δεν είναι διαθέσιμη και η χορήγηση ηπαρίνης είναι απαραίτητη, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αντικατάστασής της με μία άλλη ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση του αριθμού των αιμοπεταλίων σε ημερήσια βάση τουλάχιστον και η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί όσο το δυνατόν συντομότερα, επειδή έχουν περιγραφεί περιπτώσεις κατά τις οποίες η αρχική θρομβοπενία συνεχίζεται και μετά την αντικατάσταση (βλέπε παράγραφο 4.3).
Οι in vitro δοκιμασίες συσσώρευσης αιμοπεταλίων είναι περιορισμένης αξίας για τη διάγνωση θρομβοπενίας προκαλούμενης από την ηπαρίνη (ΗΙΤ).
-
-
Ιδιαίτερες προφυλάξεις
Να χορηγείται με προσοχή στις παρακάτω περιπτώσεις καθώς μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας:
-
ηπατική ανεπάρκεια,
-
σοβαρή αρτηριακή υπέρταση,
-
ιστορικό πεπτικού έλκους ή οποιασδήποτε άλλης οργανικής βλάβης που ενδέχεται να αιμορραγήσει,
-
αγγειακές διαταραχές του χοριοαμφιβληστροειδούς,
-
κατά την μετεγχειρητική περίοδο χειρουργικής επέμβασης εγκεφάλου, σπονδυλικής στήλης ή οφθαλμών.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η ναδροπαρίνη είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη έκθεση στη ναδροπαρίνη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 5.2). Οι ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας έχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
Η απόφαση για το εάν απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 50 ml/min (μέτρια νεφρική ανεπάρκεια), θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση από τον γιατρό του ατομικού κινδύνου αιμορραγίας του ασθενούς έναντι του κινδύνου θρομβοεμβολής (βλέπε παράγραφο 4.2).
Ηλικιωμένοι
Πριν την έναρξη της θεραπείας, συνιστάται αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας (βλέπε παράγραφο 4.3).
Υπερκαλιαιμία
Η ηπαρίνη μπορεί να καταστείλει την έκκριση της αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια, οδηγώντας σε υπερκαλιαιμία, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα καλίου στο πλάσμα ή σε ασθενείς με κίνδυνο αύξησης των επιπέδων καλίου στο πλάσμα, όπως ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, προϋπάρχουσα μεταβολική οξέωση ή ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου στο αίμα (π.χ. αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτενσίνης (αΜΕΑ), Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ).
Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας φαίνεται να αυξάνεται με τη διάρκεια της θεραπείας, αλλά συνήθως είναι αναστρέψιμος.
Τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε ασθενείς σε κίνδυνο.
Ραχιαία/Eπισκληρίδιος αναισθησία/οσφυονωτιαία παρακέντηση και συγχορηγούμενα φάρμακα
Ο κίνδυνος ραχιαίων/επισκληρίδιων αιματωμάτων αυξάνεται με τη χρήση επισκληρίδιων καθετήρων ή κατά τη συγχορήγηση άλλων φαρμάκων τα οποία μπορεί να επηρεάσουν την αιμόσταση, όπως ΜΣΑΦ, αντιαιμοπεταλιακών ή άλλων αντιπηκτικών. Ο κίνδυνος επίσης φαίνεται ότι αυξάνεται σε περίπτωση τραυματικής ή επαναλαμβανόμενης επισκληρίδιας ή ραχιαίας παρακέντησης.
Επομένως η ταυτόχρονη χορήγηση αντιπηκτικής θεραπείας και νευραξονικού αποκλεισμού, θα πρέπει να αποφασίζεται μετά από προσεκτική εξατομικευμένη αξιολόγηση της σχέσεως οφέλους/κινδύνου στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-
Σε ασθενείς που έχουν ήδη λάβει αντιπηκτικά, τα οφέλη του νευραξονικού αποκλεισμού πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά έναντι των κινδύνων.
-
Σε ασθενείς που πρόκειται να υποστούν προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση με νευραξονικό αποκλεισμό, τα οφέλη της αντιπηκτικής θεραπείας πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά έναντι των κινδύνων.
Σε περίπτωση ασθενών με οσφυονωτιαία παρακέντηση, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία, θα πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 12 ώρες μεταξύ της ένεσης ναδροπαρίνης σε δόσεις προφύλαξης, ή 24 ώρες σε θεραπευτικές δόσεις και της εισαγωγής ή της αφαίρεσης του ραχιαίου/επισκληρίδιου καθετήρα ή της βελόνας, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και το προφίλ των ασθενών. Η επαναχορήγηση ναδροπαρίνης πρέπει να καθυστερήσει μέχρι να ολοκληρωθεί η χειρουργική διαδικασία. Η επόμενη δόση δεν θα πρέπει να χορηγηθεί πριν από την παρέλευση τουλάχιστον τεσσάρων ωρών. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο μεγαλύτερων διαστημάτων.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά για σημεία και συμπτώματα νευρολογικής έκπτωσης όπως πόνος στην πλάτη, αισθητικές και κινητικές διαταραχές (μούδιασμα και αδυναμία στα κάτω άκρα), δυσλειτουργία του εντέρου ή/και της ουροδόχου κύστης. Εάν παρατηρηθεί νευρολογική έκπτωση, θα πρέπει να ξεκινά επείγουσα θεραπεία. Οι νοσηλευτές πρέπει να εκπαιδεύονται για την ανίχνευση αυτών των σημείων και συμπτωμάτων. Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να ενημερώνουν αμέσως το γιατρό τους εάν παρουσιάσουν κάποιο από αυτά.
-
Εάν υπάρχει υποψία σημείων ή συμπτωμάτων ραχιαίου αιματώματος, θα πρέπει να ξεκινήσει επείγουσα διάγνωση και θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της αποσυμπίεσης του νωτιαίου μυελού.
Εάν έχει συμβεί σημαντική ή εμφανής αιμορραγία κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης του καθετήρα, μια προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους / κινδύνου θα πρέπει να λάβει χώρα πριν από την έναρξη / συνέχιση της θεραπείας με ηπαρίνη.
Σαλικυλικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα
Η ταυτόχρονη χρήση ασπιρίνης άλλων σαλικυλικών ΜΣΦΑ και αντιαιμοπεταλιακών παραγόντων στην προφύλαξη ή θεραπεία των φλεβικών θρομβοεμβολικών επιπλοκών και στην πρόληψη σχηματισμού θρόμβου κατά την αιμοδιάλυση δεν συνιστάται καθώς μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Όπου δεν είναι δυνατόν να αποφευχθούν τέτοιοι συνδυασμοί, πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική κλινική και βιολογική παρακολούθηση (βλέπε παράγραφο 4.5).
Σε κλινικές μελέτες για την θεραπεία της ασταθούς στηθάγχης και του εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q η ναδροπαρίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ασπιρίνη έως 325 mg ημερησίως (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5).
Δερματική νέκρωση
Δερματική νέκρωση έχει παρατηρηθεί πολύ σπάνια. Προηγείται πορφύρα, ή διηθήσεις ή επώδυνες ερυθηματώδεις εκχυμώσεις με ή χωρίς συστηματική συμπτωματολογία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα.
Αλλεργία στο λάτεξ
Το προστατευτικό κάλυμμα της βελόνας της προγεμισμένης σύριγγας μπορεί να περιέχει ξηρό φυσικό ελαστικό κόμμι που δυνητικά μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις σε άτομα που είναι ευαίσθητα στο λάτεξ.
Η ταυτόχρονη χρήση ασπιρίνης άλλων σαλικυλικών, ΜΣΦΑ και αντιαιμοπεταλιακών παραγόντων στην προφύλαξη ή θεραπεία των φλεβικών θρομβοεμβολικών επιπλοκών και στην πρόληψη σχηματισμού θρόμβου κατά την αιμοδιάλυση δεν συνιστάται καθώς μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Όπου δεν είναι δυνατόν να αποφευχθούν τέτοιοι συνδυασμοί, πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική κλινική και βιολογική παρακολούθηση (βλέπε παράγραφο 4.4).
Σε κλινικές μελέτες για την θεραπεία της ασταθούς στηθάγχης και του εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q, η ναδροπαρίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ασπιρίνη έως 325 mg ημερησίως (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4.2).
Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή:
Αντιπηκτικοί παράγοντες που λαμβάνονται από το στόμα, συστηματικά (γλυκο-) κορτικοστεροειδή και δεξτράνες. Όταν ξεκινά από του στόματος αντιπηκτική θεραπεία σε ασθενείς που λαμβάνουν ναδροπαρίνη, η θεραπεία με ηπαρίνη θα πρέπει να συνεχίζεται έως ότου το INR σταθεροποιηθεί στην τιμή-στόχο.
Γονιμότητα:
Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για την επίδραση της ναδροπαρίνης στην γονιμότητα.
Κύηση:
Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει τερατογένεση ή εμβρυοτοξικότητα. Ωστόσο, υπάρχει περιορισμένη μόνο πληροφόρηση και κλινικά δεδομένα σε ανθρώπους σχετικά με τη διαπερατότητά της στον πλακούντα. Στοιχεία από έναν περιορισμένο αριθμό κυήσεων υπό αγωγή, δεν έδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της ναδροπαρίνης στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου. Μέχρι σήμερα, κανένα άλλο επιδημιολογικό στοιχείο δεν είναι διαθέσιμο. Συνεπώς η χρήση της ναδροπαρίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, δεν συνίστάται εκτός εάν τα θεραπευτικά οφέλη αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους.
Θηλασμός:
Οι πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της ναδροπαρίνης στο μητρικό γάλα είναι περιορισμένες. Συνεπώς η χρήση της ναδροπαρίνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, δεν συνιστάται.
Γονιμότητα:
Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για την επίδραση της ναδροπαρίνης στην γονιμότητα.
Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχαννημάτων
Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της ναδροπαρίνης στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα.
Η ακόλουθη συνθήκη έχει χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη των ανεπιθύμητων ενεργειών ως προς τη συχνότητα. Πολύ συχνές ≥1/10, συχνές ≥1/100 έως <1/10, όχι συχνές ≥1/1000 έως
<1/100, σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1000, πολύ σπάνιες <1/10.000, μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ συχνές: Αιμορραγικές εκδηλώσεις σε διάφορα σημεία (περιλαμβανομένων περιστατικών ραχιαίου αιματώματος), πιο συχνά σε ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
Σπάνιες: Θρομβοπενία (περιλαμβανομένης της θρομβοπενίας επαγώμενης από την ηπαρίνη), (βλέπε παράγραφο 4.4), θρομβοκυττάρωση.
Πολύ σπάνιες: Ηωσινοφιλία, αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος και των δερματικών αντιδράσεων), αναφυλακτοειδής αντίδραση.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Μη γνωστές: Κεφαλαλγία, ημικρανία.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Πολύ σπάνιες: Αναστρέψιμη υπερκαλιαιμία οφειλόμενη σε υποαλδοστερονισμό σχετιζόμενο με τη χορήγηση ηπαρίνης ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλέπε παράγραφο 4.4.2).
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Συχνές: Αυξημένες τρανσαμινάσες, συνήθως παροδικά. Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Πολύ σπάνιες: Πριαπισμός
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Σπάνιες: Εξάνθημα, κνίδωση, ερύθημα, κνησμός
Πολύ σπάνιες: Δερματική νέκρωση, συνήθως εμφανίζεται στο σημείο της ένεσης (βλέπε παράγραφο 4.4).
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές: Μικρό αιμάτωμα στο σημείο της ένεσης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί η εμφάνιση σκληρών οζιδίων τα οποία δεν υποδηλώνουν την δημιουργία κύστης λόγω της ηπαρίνης που έχει χορηγηθεί. Τα οζίδια αυτά εξαφανίζονται συνήθως μετά από λίγες ημέρες.
Συχνές: Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
Σπάνιες: Ασβέστωση στο σημείο της ένεσης
Η ασβέστωση είναι πιο συχνή σε ασθενείς με παθολογικά επίπεδα φωσφορικού ασβεστίου, όπως σε κάποιες περιπτώσεις χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585,
Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
.
Η αιμορραγία είναι το βασικό κλινικό σύμπτωμα υποδόριας ή ενδοφλέβιας υπερδοσολογίας. Ο αριθμός των αιμοπεταλίων και άλλοι παράγοντες πήξεως θα πρέπει να μετρώνται. Ελάσσων αιμορραγία σπανίως απαιτεί συγκεκριμένη θεραπεία και συνήθως μία μείωση ή καθυστέρηση της επόμενης δόσης ναδροπαρίνης είναι αρκετή.
Η χρήση θειικής πρωταμίνης θα πρέπει να γίνεται μόνο σε πιο σοβαρές περιπτώσεις. Εξουδετερώνει σε μεγάλο βαθμό το αντιπηκτικό αποτέλεσμα της ναδροπαρίνης αλλά κάποια αντι-Χa δραστικότητα παραμένει.
Τα 0,6 ml θειϊκής πρωταμίνης εξουδετερώνουν περίπου 950 IU anti-Xa ναδροπαρίνης. Η ποσότητα της πρωταμίνης που θα χορηγηθεί θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση τον χρόνο που έχει περάσει από την ένεση της Fraxiparine® και πιθανόν να χρειάζεται μείωση της δόσης.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - FRAXIPARINE 9500ANTI
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικοί παράγοντες - ομάδα ηπαρίνης. Κωδικός ATC: B01AB06
Μηχανισμός δράσης Η ναδροπαρίνη είναι μια ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους που παράγεται με αποπολυμερισμό της κλασικής ηπαρίνης. Είναι μια γλυκοζαμινογλυκάνη μέσου μοριακού βάρους περίπου 4300 dalton.
Η ναδροπαρίνη παρουσιάζει υψηλής συγγένειας πρόσδεση στην πρωτεΐνη του πλάσματος αντιθρομβίνη ΙΙΙ (ATIII). Η πρόσδεση αυτή οδηγεί σε επιταχυνόμενη αναστολή του παράγοντα Xa, η οποία συμβάλλει στο υψηλό αντιθρομβωτικό δυναμικό της ναδροπαρίνης.
Άλλοι μηχανισμοί που συμβάλλουν στην αντιθρομβωτική δραστηριότητα της ναδροπαρίνης περιλαμβάνουν τη διέγερση του αναστολέα της οδού του ιστικού παράγοντα (TFP1), την ενεργοποίηση της ινωδόλυσης μέσω άμεσης απελευθέρωσης ιστικού ενεργοποιητή πλασμινογόνου από τα ενδοθηλιακά κύτταρα και την τροποποίηση των αιμορρεολογικών παραμέτρων (μειωμένο ιξώδες αίματος και αυξημένη ρευστότητα μεμβράνης των αιμοπεταλίων και των κοκκιοκυττάρων).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ναδροπαρίνη έχει υψηλή αναλογία αντι-Xa προς αντι-IIa δραστηριότητας. Έχει τόσο άμεση όσο και παρατεταμένη αντιθρομβωτική δράση. Συγκρινόμενη με τη μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη, η ναδροπαρίνη έχει μικρότερη επίδραση στη λειτουργία και στη συσσωμάτωση των θρομβοκυττάρων και μικρή μόνο επίδραση στην πρωτογενή αιμόσταση.
Αυτές έχουν προσδιορισθεί με μέτρηση της αντι-Χα δραστικότητας στο πλάσμα.
Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα εμφανίζεται περίπου 3 έως 5 ώρες μετά την υποδόρια ένεση.
Ο χρόνος ημισείας απέκκρισης μετά από υποδόρια χορήγηση είναι περίπου 3.5 ώρες. Η δράση του παράγοντα αντι-Χa (> 0,05 IU/ml) παραμένει για τουλάχιστον 18 ώρες μετά την ένεση.
Η βιοδιαθεσιμότητα είναι σχεδόν πλήρης (περίπου 88 τα εκατό).
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε μία κλινική μελέτη αξιολόγησης της φαρμακοκινητικής της ναδροπαρίνης, χορηγούμενης ενδοφλεβίως σε ασθενείς με ποικίλου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης ναδροπαρίνης και της κάθαρσης κρεατινίνης. Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 36-43 ml/min), τόσο η μέση AUC όσο και ο χρόνος ημίσειας ζωής, αυξήθηκαν κατά 52 και 39% αντίστοιχα, συγκριτικά με υγιείς εθελοντές. Στους ασθενείς αυτούς, η μέση κάθαρση ναδροπαρίνης στο πλάσμα μειώθηκε στο 63% της φυσιολογικής. Στη μελέτη παρατηρήθηκαν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Σε άτομα με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 10-20 ml/min), τόσο η μέση AUC όσο και ο χρόνος ημίσειας ζωής, αυξήθηκαν κατά 95 και 112% αντίστοιχα, συγκριτικά με υγιείς εθελοντές. Η κάθαρση στο πλάσμα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια μειώθηκε στο 50% αυτής που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε άτομα με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 3-6 ml/min) σε αιμοκάθαρση, τόσο η μέση AUC όσο και ο χρόνος ημίσειας ζωής, αυξήθηκαν κατά 62 και 65% αντίστοιχα, συγκριτικά με υγιείς εθελοντές. Η κάθαρση στο πλάσμα σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, μειώθηκε στο 67% αυτής που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - FRAXIPARINE 9500ANTI
Μην καταψύχετε. Μην ψύχετε, καθώς οι κρύες ενέσεις ενδέχεται να είναι επώδυνες. Nadroparin calcium ενέσιμο διάλυμα (9,500 αντι-Xa IU Ph.Eur./ml):
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.
Nadroparin calcium Double Strength ενέσιμο διάλυμα (19,000 αντι-Xa IU Ph.Eur./ml): Προγεμισμένες σύριγγες
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.
Χάρτινο κουτί που περιέχει 2, 10 ή 50 γυάλινες προγεμισμένες σύριγγες.
και άλλος χειρισμός
Βλέπε παράγραφο 4.2, Δοσολογία και Χορήγηση. Βλέπε δοσολογία και χορήγηση.
Το ενέσιμο διάλυμα Nadroparin θα πρέπει να ελέγχεται οπτικά για σωματίδια και αποχρωματισμό πριν από τη χρήση. Σε περίπτωση που παρατηρηθεί οπτική μεταβολή, το διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.
(Διαβαθμισμένες) προγεμισμένες σύριγγες:
Οι σύριγγες προορίζονται για μία χρήση μόνο και κάθε μη χρησιμοποιημένο μέρος κάθε σύριγγας πρέπει να απορρίπτεται. Τα διαλύματα δεν πρέπει να αναμειγνύονται με άλλα παρασκευάσματα ή να επαναδιανέμονται.
Μετά τη χορήγηση, το κάλυμμα της βελόνας πρέπει να σύρεται πάνω από την εκτεθειμένη βελόνα, έτσι ώστε η βελόνα να καλύπτεται πλήρως. Η σύριγγα μπορεί τότε να απορρίπτεται κατάλληλα.