GEMCITABINE/ACCORD C/S.SOL.IN 100MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - GEMCITABINE/ACCORD 100MG/ML
Η γεμσιταμπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου κύστης σε συνδυασμό με σισπλατίνη.
Η γεμσιταμπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα παγκρέατος.
Η γεμσιταμπίνη, σε συνδυασμό με σισπλατίνη, ενδείκνυται ως θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα (NSCLC). Το ενδεχόμενο μονοθεραπείας με γεμσιταμπίνη μπορεί να εξεταστεί σε ηλικιωμένους ασθενείς ή εκείνους με κατάσταση απόδοσης 2.
Η γεμσιταμπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό επιθηλιακό καρκίνωμα ωοθηκών, σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη, σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα νόσο μετά από διάστημα ελεύθερο υποτροπών επί 6 μήνες τουλάχιστον μετά από θεραπεία πρώτης γραμμής με βάση την πλατίνη.
Η γεμσιταμπίνη, σε συνδυασμό με πακλιταξέλη, ενδείκνυται για τη θεραπεία τοπικά υποτροπιάζοντος ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού, ο οποίος δεν δύναται να υποβληθεί σε εκτομή και παρουσίασε υποτροπή μετά από επικουρική/νεοεπικουρική χημειοθεραπεία. Στην προηγούμενη χημειοθεραπεία θα πρέπει να είχε συμπεριληφθεί ανθρακυκλίνη εκτός εάν υπάρχει κλινική αντένδειξη.
Η γεμσιταμπίνη θα πρέπει να συνταγογραφείται μόνον από ιατρό πεπειραμένο στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας.
Συνιστώμενη δοσολογία:
Καρκίνος κύστης Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση για τη γεμσιταμπίνη είναι 1.000 mg/m2, χορηγούμενη με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Η δόση πρέπει να χορηγείται κατά τις ημέρες 1, 8 και 15 κάθε κύκλου 28 ημερών σε συνδυασμό με σισπλατίνη. Η σισπλατίνη χορηγείται σε συνιστώμενη δόση 70 mg/m2 κατά την Ημέρα 1 ακολουθούμενη από γεμσιταμπίνη ή κατά την Ημέρα 2 κάθε κύκλου 28 ημερών. Αυτός ο κύκλος διάρκειας 4 εβδομάδων επαναλαμβάνεται στη συνέχεια. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εφαρμοστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Καρκίνος παγκρέατος
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταμπίνης είναι 1.000 mg/m2, χορηγούμενη με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Η χορήγηση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μία φορά την εβδομάδα για έως και 7 εβδομάδες και να ακολουθεί μία εβδομάδα ανάπαυσης. Οι επακόλουθοι κύκλοι θα πρέπει να αποτελούνται από ενέσεις μία φορά την εβδομάδα επί 3 συνεχόμενες εβδομάδες ανά κάθε 4 εβδομάδες. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εφαρμοστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα Μονοθεραπεία
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταμπίνης είναι 1.000 mg/m2, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Η χορήγηση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μία φορά την εβδομάδα για 3 εβδομάδες και να ακολουθεί περίοδος ανάπαυσης μίας εβδομάδας. Αυτός ο κύκλος διάρκειας 4 εβδομάδων επαναλαμβάνεται στη συνέχεια. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εφαρμοστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταμπίνης είναι 1.250 mg/m2 εμβαδού επιφάνειας σώματος, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών κατά τις ημέρες 1 και 8 του κύκλου θεραπείας (κύκλος 21 ημερών). Ενδεχόμενη μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου είναι δυνατή και εξαρτάται από τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής. Η σισπλατίνη έχει χρησιμοποιηθεί σε δόσεις μεταξύ 75-100 mg/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες.
Καρκίνος μαστού Συνδυαστική χρήση
Για τη χρήση γεμσιταμπίνης, σε συνδυασμό με πακλιταξέλη, συνιστάται η χορήγηση πακλιταξέλης (175 mg/m2) χορηγούμενης κατά την ημέρα 1 σε διάστημα περίπου 3 ωρών ως ενδοφλέβια έγχυση, ακολουθούμενης από γεμσιταμπίνη (1.250 mg/m2) ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών κατά τις ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών. Ενδεχόμενη μείωση της δόσης με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου είναι δυνατή και εξαρτάται από τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής. Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων τουλάχιστον 1.500 (x 106/l) πριν από την έναρξη της χορήγησης γεμσιταμπίνης σε συδνυασμό με πακλιταξέλη.
Καρκίνος ωοθηκών Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταμπίνης, σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη, είναι 1.000 mg/m2 ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών κατά τις ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών. Η καρβοπλατίνη πρέπει να χορηγείται μετά τη γεμσιταμπίνη κατά την ημέρα 1 σε δοσολογία τέτοια ώστε να επιτυγχάνεται στόχος για το εμβαδό κάτω από την καμπύλη (AUC) της τάξης των 4,0 mg/ml•min. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εφαρμοστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Παρακολούθηση τοξικότητας και τροποποίηση της δόσης λόγω τοξικότητας
Τροποποίηση της δόσης λόγω μη αιματολογικής τοξικότητας
Η περιοδική αντικειμενική εξέταση και οι έλεγχοι της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας πρέπει να πραγματοποιούνται για την ανίχνευση μη αιματολογικής τοξικότητας.
Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για Παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχει 440 mg άνυδρης αιθανόλης ανά ml διαλύματος. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως οι ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εφαρμοστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής. Γενικά, για μη αιματολογική τοξικότητα βαριάς μορφής (βαθμού 3 ή 4), εκτός από ναυτία/έμετος, η θεραπεία με γεμσιταμπίνη θα πρέπει να ανασταλεί ή να μειωθεί ανάλογα με την κρίση του θεράποντος ιατρού. Η λήψη των δόσεων θα πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την υποχώρηση της τοξικότητας κατά την άποψη του ιατρού.
Για την προσαρμογή της δοσολογίας της σισπλατίνης, της καρβοπλατίνης και της πακλιταξέλης σε θεραπεία συνδυασμού, ανατρέξτε στην αντίστοιχη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος.
Τροποποίηση της δόσης λόγω αιματολογικής τοξικότητας Έναρξη κύκλου
Για όλες τις ενδείξεις, ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε παρακολούθηση πριν από κάθε δόση για τους αριθμούς των αιμοπεταλίων και των κοκκιοκυττάρων. Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων τουλάχιστον 1500 (x 106/l) και αριθμό αιμοπεταλίων 100.000 (x 106/l) πριν από την έναρξη του κύκλου.
Εντός ενός κύκλου
Οι τροποποιήσεις δόσης της γεμσιταμπίνης εντός ενός κύκλου θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους παρακάτω πίνακες:
| Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταμπίνης εντός ενός κύκλου για καρκίνο κύστης, NSCLC και καρκίνο παγκρέατος, χορηγούμενης σε μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με σισπλατίνη | |||
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 106/l) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 106/l) | Ποσοστό τυπικής δόσης γεμσιταμπίνης (%) | |
| > 1.000 | και | > 100.000 | 100 |
| 500-1.000 | ή | 50.000-100.000 | 75 |
| < 500 | ή | < 50.000 | Παράλειψη δόσης* |
*Η θεραπεία που έχει παραληφθεί δεν θα ξαναρχίσει εντός ενός κύκλου προτού ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων φτάσει σε αριθμό τουλάχιστον 500 (x106/l) και ο αριθμός αιμοπεταλίων φτάσει σε αριθμό τουλάχιστον 50.000 (x106/l).
| Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταμπίνης εντός ενός κύκλου για καρκίνο μαστού, χορηγούμενης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη | |||
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 106/l) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 106/l) | Ποσοστό τυπικής δόσης ΓΕΜΣΙΤΑΜΠΙΝΗΣ (%) | |
| ≥ 1200 και | > 75.000 | 100 | |
| 1.000- < 1200 | ή | 50.000-75.000 | 75 |
| 700- <1.000 | και | ≥ 50.000 | 50 |
| < 700 | ή | < 50.000 | Παράλειψη δόσης* |
*Η θεραπεία που έχει παραλειφθεί δεν θα ξαναρχίσει εντός ενός κύκλου. Η θεραπεία θα αρχίσει κατά την ημέρα 1 του επόμενου κύκλου όταν ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων φτάσει σε αριθμό τουλάχιστον 1500 (x106/l) και ο αριθμός αιμοπεταλίων φτάσει σε αριθμό 100.000 (x106/l).
| Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταμπίνης εντός ενός κύκλου για καρκίνο ωοθηκών, χορηγούμενης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη | |||
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 106/l) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 106/l) | Ποσοστό τυπικής δόσης ΓΕΜΣΙΤΑΜΠΙΝΗΣ (%) | |
| > 1500 | και | ≥ 100.000 | 100 |
| 1.000-1500 | ή | 75.000-100.000 | 50 |
| < 1.000 | ή | < 75.000 | Παράλειψη δόσης* |
*Η θεραπεία που έχει παραλειφθεί δεν θα ξαναρχίσει εντός ενός κύκλου. Η θεραπεία θα αρχίσει κατά την ημέρα 1 του επόμενου κύκλου όταν ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων φτάσει σε αριθμό τουλάχιστον 1.500 (x106/l) και ο αριθμός αιμοπεταλίων φτάσει σε αριθμό 100.000 (x106/l).
Τροποποιήσεις δόσης λόγω αιματολογικής τοξικότητας σε επόμενους κύκλους, για όλες τις ενδείξεις
Η δόση της γεμσιταμπίνης θα πρέπει να μειωθεί στο 75% της αρχικής δόσης του κύκλου έναρξης, στην περίπτωση των παρακάτω αιματολογικών τοξικοτήτων:
-
Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων < 500 x 106/l για περισσότερο από 5 ημέρες
-
Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων < 100 x 106/l για περισσότερο από 3 ημέρες
-
Εμπύρετη ουδετεροπενία
-
Αιμοπετάλια < 25.000 x 106/l
-
Καθυστέρηση του κύκλου για περισσότερο από 1 εβδομάδα λόγω τοξικότητας
Τρόπος χορήγησης
Η γεμσιταμπίνη είναι καλά ανεκτή κατά τη διάρκεια της έγχυσης και ενδέχεται να χορηγηθεί σε περιπατητικό ασθενή. Εάν συμβεί εξαγγείωση, γενικά η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και να αρχίσει ξανά σε άλλο αιμοφόρο αγγείο. Ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε προσεκτική παρακολούθηση μετά τη χορήγηση.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση, βλ. παράγραφο 6.6. Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή ηπατική δυσλειτουργία
Η γεμσιταμπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία καθώς υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες από κλινικές μελέτες ώστε να επιτρέψουν τη διατύπωση σαφών συστάσεων περί δόσεων για αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)
Η γεμσιταμπίνη είναι καλά ανεκτή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Δεν υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι οι τροποποιήσεις της δόσης, εκτός από εκείνες που έχουν ήδη συστηθεί για όλους τους ασθενείς, είναι αναγκαίες για τα ηλικιωμένα άτομα (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)
Η γεμσιταμπίνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
Η συγκέντρωση πρέπει να αραιώνεται (100 mg/ml), διαφορετικά ενδέχεται να χορηγηθεί απειλητική για τη ζωή υπερδοσολογία.
Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να αραιώνεται. Η συνολική ποσότητα του Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση που απαιτείται για έναν μεμονωμένο ασθενή θα πρέπει να αραιώνεται με στείρο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) σε τελική συγκέντρωση 0,1 έως 9 mg/ml. (βλ. παράγραφο 6.6 για οδηγίες σχετικά με την αραίωση).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6).
Πριν από τη χρήση απαιτείται κατάλληλη αραίωση του Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση. Η συγκέντρωση της γεμσιταμπίνης στο Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση είναι διαφορετική σε σχέση με άλλα προϊόντα γεμσιταμπίνης (βλ. παράγραφο 6.6 για περαιτέρω οδηγίες σχετικά με την αραίωση).
Η συγκέντρωση πρέπει να αραιώνεται (100 mg/ml), διαφορετικά ενδέχεται να προκληθεί απειλητική για τη ζωή υπερδοσολογία.
Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχει μεγαλύτερη συγκέντρωση (100 mg/ml) σε σχέση με άλλα προϊόντα γεμσιταμπίνης για ενδοφλέβια έγχυση. Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να αραιώνεται. Η συνολική ποσότητα του Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση που απαιτείται για έναν μεμονωμένο ασθενή θα πρέπει να αραιώνεται με στείρο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) με τελική συγκέντρωση 0,1 έως 9 mg/ml. (βλ. παράγραφο 6.6 για οδηγίες σχετικά με την αραίωση)
Η παράταση του χρόνου έγχυσης και η αυξημένη συχνότητα χορήγησης δόσης έχει φανεί ότι αυξάνουν την τοξικότητα.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARs) συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN) και της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με γεμσιταβίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η γεμσιταβίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Αιματολογική τοξικότητα
Η γεμσιταμπίνη μπορεί να καταστείλει τη λειτουργία του μυελού των οστών όπως εκδηλώνεται από τη λευκοπενία, τη θρομβοκυτταροπενία και την αναιμία.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν γεμσιταμπίνη θα πρέπει να υποβάλλονται σε παρακολούθηση πριν από κάθε δόση για αριθμούς αιμοπεταλίων, λευκοκυττάρων και κοκκιοκυττάρων. Η αναστολή ή η τροποποίηση της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται όταν ανιχνεύεται φαρμακοεπαγώμενη καταστολή του μυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.2). Ωστόσο, η μυελοκαταστολή είναι σύντομης διάρκειας και συνήθως δεν οδηγεί σε μείωση της δόσης και σπάνια σε διακοπή.
Οι αριθμοί του περιφερικού αίματος ενδέχεται να συνεχίζουν να επιδεινώνονται μετά τη διακοπή της χορήγησης της γεμσιταμπίνης. Σε ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστών, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει με προσοχή. Όπως με άλλες κυτταροτοξικές θεραπείες, ο κίνδυνος αθροιστικής
καταστολής του μυελού των οστών πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν χορηγείται θεραπεία με γεμσιταμπίνη σε συνδυασμό με άλλη χημειοθεραπεία.
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
Η χορήγηση της γεμσιταμπίνης σε ασθενείς με ταυτόχρονες ηπατικές μεταστάσεις ή προϋπάρχον ιατρικό ιστορικό ηπατίτιδας, αλκοολισμού ή ηπατικής κίρρωσης ενδέχεται να οδηγήσει σε επιδείνωση της υποκείμενης ηπατικής δυσλειτουργίας.
Η εργαστηριακή αξιολόγηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένων των ιολογικών εξετάσεων) θα πρέπει να πραγματοποιείται περιοδικά.
Η γεμσιταμπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ή μειωμένη νεφρική λειτουργία καθώς υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες από κλινικές μελέτες ώστε να επιτρέψουν τη διατύπωση σαφών συστάσεων περί δόσεων για αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών (βλ. παράγραφο 4.2).
Συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία
Συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία (χορηγούμενη ταυτόχρονα ή με μεσοδιάστημα ≤7 ημερών): Έχει αναφερθεί τοξικότητα (βλ. παράγραφο 4.5 για λεπτομέρειες και συστάσεις για χρήση).
Εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς
Το εμβόλιο του κίτρινου πυρετού και άλλα εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς δεν συνιστώνται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταμπίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Καρδιαγγειακό σύστημα
Λόγω του κινδύνου καρδιακών και/ή αγγειακών διαταραχών με τη γεμσιταμπίνη, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που παρουσιάζουν ιστορικό καρδιαγγειακών συμβάντων.
Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών (CLS)
Έχει αναφερθεί σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών σε ασθενείς που λαμβάνουν γεμσιταμπίνη ως μεμονωμένο παράγοντα ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.8). Η πάθηση είναι συνήθως ιάσιμη εάν αναγνωριστεί πρώιμα και αντιμετωπιστεί κατάλληλα, αλλά έχουν αναφερθεί μοιραία περιστατικά. Η πάθηση αφορά την αυξημένη συστηματική διαπερατότητα των τριχοειδών κατά τη διάρκεια της οποίας παρατηρείται διαρροή υγρού και πρωτεϊνών από τον ενδαγγειακό χώρο στον διάμεσο χώρο. Στα κλινικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνεται το γενικευμένο οίδημα, η αύξηση του βάρους, η υποαλβουμιναιμία, η υπόταση βαριάς μορφής, η οξεία νεφρική δυσλειτουργία και το πνευμονικό οίδημα. Η λήψη της γεμσιταμπίνης θα πρέπει να διακόπτεται και να εφαρμόζονται υποστηρικτικά μέτρα εάν παρουσιαστεί σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών μπορεί να παρουσιαστεί σε μετέπειτα κύκλους και στη βιβλιογραφία έχει συσχετιστεί με το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων.
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)
Έχουν αναφερθεί αναφορές συνδρόμου οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) με δυνητικά σοβαρές συνέπειες σε ασθενείς που έλαβαν γεμσιταμπίνη ως μεμονωμένο παράγοντα ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Οξεία υπέρταση και επιληπτική δραστηριότητα αναφέρθηκαν στους περισσότερους ασθενείς με γεμσιταμπίνη που εμφάνισαν PRES, αλλά θα μπορούσαν επίσης να υπάρχουν και άλλα συμπτώματα όπως πονοκέφαλος, λήθαργος, σύγχυση και τύφλωση. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται βέλτιστα με μαγνητική τομογραφία (MRI). Η PRES ήταν συνήθως αναστρέψιμη με κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα. Η γεμσιταμπίνη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά και να εφαρμόζονται υποστηρικτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης και της θεραπείας κατά των σπασμών, εάν αναπτυχθεί PRES κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Πνεύμονες
Έχουν αναφερθεί πνευμονικές επιδράσεις, μερικές φορές σοβαρές (όπως πνευμονικό οίδημα, διάμεση πνευμονίτιδα ή σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)) σε συνδυασμό με τη θεραπεία με γεμσιταμπίνη. Εάν παρουσιαστούν τέτοιες επιδράσεις, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο
διακοπής της θεραπείας με γεμσιταμπίνη. Η έγκαιρη χρήση μέτρου υποστηρικτικής περίθαλψης μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της κατάστασης.
Νεφρικό σύστημα
Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο
Σπάνια αναφέρθηκαν κλινικά ευρήματα συμβατά με αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (HUS) (δεδομένα μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά) σε ασθενείς που έλαβαν γεμσιταμπίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Το HUS είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή διαταραχή. Η γεμσιταμπίνη θα πρέπει να διακόπτεται με τα πρώτα σημάδια οποιασδήποτε ένδειξης μικροαγγειοπαθητικής αιμολυτικής αναιμίας, όπως αιμοσφαιρίνη που μειώνεται ραγδαία με συνοδό θρομβοκυτταροπενία, αύξηση της χολερυθρίνης ορού, της κρεατινίνης ορού, του αζώτου ουρίας αίματος ή της LDH. Η νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να μην είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας και ενδέχεται να απαιτηθεί αιμοκάθαρση.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας η γεμσιταμπίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικούς ποντικούς (βλέπε παράγραφο 5.3). Επομένως, συνιστάται οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με γεμσιταμπίνη να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητούν περαιτέρω συμβουλές σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας υπογονιμότητας εξαιτίας της θεραπείας με γεμσιταμπίνη (βλέπε παράγραφο 4.6).
Νάτριο
To Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχει 206 mg (9,0 mmol) νατρίου ανά μέγιστη ημερήσια δόση (2250 mg). Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς σε δίαιτα με έλεγχο του νατρίου.
Αιθανόλη
Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση Gemcitabine περιέχει 440 mg άνυδρης αιθανόλης ανά ml διαλύματος. Αυτό μπορεί να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις σε αλκοολικούς ασθενείς. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για τις ομάδες υψηλού κινδύνου όπως οι ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο πιθανής επίδρασης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, καθώς και άλλες επιδράσεις.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων (βλ. παράγραφο 5.2). Ακτινοθεραπεία
Συγχορήγηση (χορήγηση ταυτόχρονα ή με μεσοδιάστημα ≤ 7 ημερών) – Η τοξικότητα που σχετίζεται
με αυτήν τη θεραπεία πολλαπλών μεθόδων εξαρτάται από πολλαπλούς διαφορετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της δόσης της γεμσιταμπίνης, της συχνότητας χορήγησης της γεμσιταμπίνης, της δόσης ακτινοβολίας, της τεχνικής σχεδιασμού της ακτινοθεραπείας, του ιστού στόχου και του όγκου στόχου. Οι προκλινικές και οι κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι η γεμσιταμπίνη έχει δράση ακτινοευαισθητοποίησης. Σε μία κλινική δοκιμή σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, όπου χορηγήθηκε γεμσιταμπίνη σε δόση 1.000 mg/m2 ταυτόχρονα με θεραπευτική ακτινοθεραπεία θώρακα για μια περίοδο διάρκειας έως και 6 συνεχόμενων εβδομάδων, παρατηρήθηκε σημαντική τοξικότητα βαριάς μορφής και πιθανώς απειλητικής για τη ζωή βλενογονίτιδα, συμπεριλαμβανομένης οισοφαγίτιδας, και πνευμονίτιδα, ιδιαίτερα σε ασθενείς που έλαβαν μεγάλους όγκους ακτινοθεραπείας [διάμεσοι όγκοι θεραπείας 4.795 cm3]. Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια υποδηλώνουν ότι είναι εφικτό να χορηγηθεί γεμσιταμπίνη σε χαμηλότερες δόσεις με προβλέψιμη τοξικότητα, όπως συνέβη σε μία μελέτη φάσης ΙΙ σε μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα, στην οποία δόσεις ακτινοβόλησης του θώρακα της τάξης των 66 Gy χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με χορήγηση γεμσιταμπίνης (600 mg/m2, τέσσερις φορές) και σισπλατίνης (80 mg/m2 δύο
φορές) για 6 εβδομάδες. Το βέλτιστο σχήμα για την ασφαλή χορήγηση της γεμσιταμπίνης με θεραπευτικές δόσεις ακτινοθεραπείας δεν έχει καθοριστεί ακόμη για όλους τους τύπους όγκου.
Μη συγχορήγηση (χορήγηση με μεσοδιάστημα > 7 ημερών) – Η ανάλυση των δεδομένων δεν υποδεικνύει ότι η τοξικότητα αυξάνεται όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται περισσότερες από 7 ημέρες πριν ή μετά την ακτινοθεραπεία, εκτός από την επανεμφάνιση συμπτωμάτων από προηγούμενη ακτινοβόληση. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η χορήγηση γεμσιταμπίνης μπορεί να ξεκινήσει μετά την υποχώρηση των οξέων επιδράσεων της ακτινοθεραπείας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά την ακτινοβολία.
Έχει αναφερθεί τραυματισμός από την ακτινοβολία στους ιστούς στόχους (π.χ. οισοφαγίτιδα, κολίτιδα και πνευμονίτιδα) σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη και μη ταυτόχρονη χρήση υδροχλωρικής γεμσιταμπίνης.
Λοιπά
Τα εμβόλια κίτρινου πυρετού και άλλων ζώντων εξασθενημένων μικροοργανισμών δεν συνιστώνται λόγω του κινδύνου συστηματικής, πιθανώς θανατηφόρας νόσου, ειδικά σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
Η ποσότητα αλκοόλης που περιέχεται σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ενδέχεται να αλλοιώσει την επίδραση άλλων φαρμάκων.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Λόγω του γονοτοξικού δυναμικού της γεμσιταβίνης (βλ. παράγραφο 5.3), οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γεμσιταβίνη και για 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Στους άνδρες πρέπει να συνιστάται να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης και να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γεμσιταβίνη και κατά τους 3 μήνες μετά τη διακοπή της.
Εγκυμοσύνη
Είναι ανεπαρκή τα δεδομένα από τη χρήση γεμσιταμπίνης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Με βάση τα αποτελέσματα από μελέτες σε ζώα και τον μηχανισμό δράσης της υδροχλωρικής γεμσιταμπίνης, αυτή η ουσία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Θα πρέπει να συνιστάται στις γυναίκες να μη μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γεμσιταμπίνη και να ενημερώνουν αμέσως τον θεράποντα ιατρό τους, σε περίπτωση εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η γεμσιταμπίνη εισέρχεται στο μητρικό γάλα και δεν μπορούν να αποκλειστούν ανεπιθύμητες επιδράσεις στο θηλάζον παιδί. Ο θηλασμός πρέπει να σταματήσει κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γεμσιταμπίνη.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας η γεμσιταμπίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικούς ποντικούς (βλέπε παράγραφο 5.3). Επομένως, συνιστάται οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με γεμσιταμπίνη να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητούν περαιτέρω συμβουλές σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας υπογονιμότητας εξαιτίας της θεραπείας με γεμσιταμπίνη (βλέπε παράγραφο 4.6).
Η ποσότητα της αλκοόλης που περιέχεται σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ενδέχεται να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών.
Δεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Ωστόσο, έχει αναφερθεί ότι η γεμσιταμπίνη προκαλεί ήπια έως μέτρια υπνηλία, ειδικά σε συνδυασμό με κατανάλωση αλκοόλ. Θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να μην οδηγούν και να μη χρησιμοποιούν μηχανές μέχρι να τεκμηριωθεί ότι δεν έχουν πλέον υπνηλία.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο που σχετίζονται με τη θεραπεία με το Gemcitabine Accord περιλαμβάνουν τις εξής: ναυτία με ή χωρίς έμετο, αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσες (AST/ALT) και αλκαλική φωσφατάση που αναφέρονται σε περίπου 60% των ασθενών, πρωτεϊνουρία και αιματουρία που αναφέρονται σε περίπου 50% των ασθενών, δύσπνοια που αναφέρεται σε 10 έως 40% των ασθενών (υψηλότερη επίπτωση σε ασθενείς με καρκίνο πνεύμονα), αλλεργικά δερματικά εξανθήματα που παρατηρούνται σε περίπου 25% των ασθενών και σχετίζονται με κνησμό σε 10% των ασθενών.
Η συχνότητα και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων επηρεάζονται από τη δόση, τον ρυθμό έγχυσης και τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που περιορίζουν τη δόση είναι οι μειώσεις στους αριθμούς των θρομβοκυττάρων, των λευκοκυττάρων και των κοκκιοκυττάρων (βλ. παράγραφο 4.2).
Δεδομένα κλινικών δοκιμών
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές
(≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και άγνωστη συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ο παρακάτω πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών και συχνοτήτων βασίζεται στα δεδομένα από κλινικές δοκιμές. Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Ομαδοποίηση συχνοτήτων |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές= 19,3%, βαθμού 4 = 6 %).Η μυελοκαταστολή είναι ήπια έως μέτρια και επηρεάζει κυρίως τον αριθμό των κοκκιοκυττάρων (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4). |
| Συχνές | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ σπάνιες |
-
Λευκοπενία (ουδετεροπενία βαθμού 3
-
Θρομβοκυτταροπενία
-
Αναιμία
-
Εμπύρετη ουδετεροπενία
-
Θρομβοκυττάρωση
-
Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια
-
Αναφυλακτοειδής αντίδραση
| Λοιμώξεις και μολύνσεις | ΣυχνέςΜη γνωστές |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ΣυχνέςΌχι συχνέςΠολύ σπάνιες |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνέςΣπάνιες |
| Αγγειακές διαταραχές | ΣπάνιεςΠολύ σπάνιεςΣύνδρομο διαφυγής τριχοειδών (βλ. παράγραφο 4.4) |
-
Λοιμώξεις
-
Σήψη
-
-
Ανορεξία
-
Κεφαλαλγία
-
Αϋπνία
-
Υπνηλία.
-
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
-
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (βλ. ενότητα 4.4)
-
Αρρυθμίες, κυρίως υπερκοιλιακής φύσης
-
Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Κλινικά σημεία περιφερικής αγγειίτιδας και γάγγραινας
-
Υπόταση
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Ομαδοποίηση συχνοτήτων |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πολύ συχνέςΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιες |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνέςΣυχνέςΠολύ σπάνιες |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Πολύ συχνέςΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιες |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνέςΣυχνέςΣπάνιες |
-
Δύσπνοια – συνήθως ήπια και εξαφανίζεται ταχέως χωρίς θεραπεία
-
Βήχας
-
Ρινίτιδα
-
Διάμεση πνευμονίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Βρογχόσπασμος – συνήθως ήπιος και παροδικός αλλά ενδέχεται να απαιτεί παρεντερική θεραπεία
-
Πνευμονικό οίδημα
-
Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Έμετος
-
Ναυτία
-
Διάρροια
-
Στοματίτιδα και εξέλκωση του στόματος
-
Δυσκοιλιότητα
-
Ισχαιμική κολίτιδα
-
Αύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών (AST και ALT) και της αλκαλικής φωσφατάσης
-
Αυξημένη χολερυθρίνη
-
Σοβαρή ηπατοτοξικότητα, περιλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας και του θανάτου
-
Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράση (GGT)
-
Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα που συχνά σχετίζεται με κνησμό
-
Αλωπεκία
-
Κνησμός
-
Εφίδρωση
| Πολύ σπάνιεςMη γνωστές |
-
Σοβαρές αντιδράσεις από το δέρμα, που περιλαμβάνουν την απολέπιση και τα πομφολυγώδη εξανθήματα
-
Εξέλκωση
-
Σχηματισμός φυσαλλίδων και ελκών
-
Απολέπιση
-
Σύνδρομο Lyell
-
Σύνδρομο Stevens-Johnson
-
Ψευδοκυτταρίτιδα
-
Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Ομαδοποίηση συχνοτήτων |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ συχνέςΌχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνέςΣυχνέςΣπάνιες |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Σπάνιες |
-
Ραχιαλγία
-
Μυαλγία
-
Αιματουρία
-
Ήπια λευκωματουρία
-
Νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη – τα πιο συχνά συμπτώματα είναι ο πυρετός, η κεφαλαλγία, τα ρίγη, η μυαλγία, η κακουχία και η ανορεξία. Έχουν επίσης αναφερθεί βήχας, ρινίτιδα, αδιαθεσία, εφίδρωση και δυσκολίες στον ύπνο.
-
Οίδημα/περιφερικό οίδημα που περιλαμβάνει το οίδημα προσώπου. Το οίδημα είναι συνήθως αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της θεραπείας
-
Πυρετός
-
Κακουχία
-
Ρίγη
-
Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης – κυρίως ήπιας φύσης
-
Τοξικότητα από την ακτινοβολία (βλ. παράγραφο 4.5).
-
Εμφάνιση εξανθήματος σε ακτινοβολημένο δέρμα
Χρήση συνδυασμού σε καρκίνο μαστού
Η συχνότητα των αιματολογικών τοξικοτήτων βαθμού 3 και 4, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας, αυξάνεται όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται σε συνδυασμό με πακλιταξέλη. Ωστόσο, η αύξηση αυτών των ανεπιθύμητων αντιδράσεων δεν σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση λοιμώξεων ή αιμορραγικών συμβάντων. Η κόπωση και η εμπύρετη ουδετεροπενία συμβαίνουν το πιο συχνό όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται σε συνδυασμό με πακλιταξέλη. Η κόπωση, η οποία δεν σχετίζεται με αναιμία, γενικά υποχωρεί μετά τον πρώτο κύκλο.
| Ανεπιθύμητα αντιδράσεις βαθμού 3 και 4 Πακλιταξέλη έναντι γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη | ||||
| Αριθμός (%) ασθενών | ||||
| Σκέλος πακλιταξέλης (N=259) | Σκέλος γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη (N=262) | |||
| Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | |
| Εργαστηριακά | ||||
| Αναιμία | 5 (1,9) | 1 (0,4) | 15 (5,7) | 3 (1,1) |
| Θρομβοκυτταροπενία | 0 | 0 | 14 (5,3) | 1 (0,4) |
| Ουδετεροπενία | 11 (4,2) | 17 (6,6)* | 82 (31,3) | 45 (17,2)* |
| Μη εργαστηριακά | ||||
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 3 (1,2) | 0 | 12 (4,6) | 1(0,4) |
| Κόπωση | 3 (1,2) | 1 (0,4) | 15 (5,7) | 2 (0,8) |
| Διάρροια | 5 (1,9) | 0 | 8 (3,1) | 0 |
| Κινητική νευροπάθεια | 2 (0,8) | 0 | 6 (2,3) | 1 (0,4) |
| Αισθητική νευροπάθεια | 9 (3,5) | 0 | 14 (5,3) | 1 (0,4) |
*Αναφέρθηκε ουδετεροπενία βαθμού 4 που επέμεινε για περισσότερες από 7 ημέρες σο 12,6 % των ασθενών που εγγράφηκαν στο σκέλος του συνδυασμού γεμσιταβίνης-πακλιταξέλης και στο 5,0% των ασθενών που εγγράφηκαν στο σκέλος χορήγησης πακλιταξέλης..
Χρήση συνδυασμού σε καρκίνο κύστης
| Ανεπιθύμητες αντιδράσεις βαθμού 3 και 4MVAC έναντι γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με σισπλατίνη | ||||
| Αριθμός (%) ασθενών | ||||
| Σκέλος MVAC (μεθοτρεξάτη, βινμπλαστίνη, δοξορουβικίνη και σισπλατίνη)(N=196) | Σκέλος γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με σισπλατίνη (N=200) | |||
| Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | |
| Εργαστηριακά | ||||
| Αναιμία | 30(16) | 4(2) | 47(24) | 7(4) |
| Θρομβοκυτταροπενία | 15(8) | 25(13) | 57(29) | 57(29) |
| Μη εργαστηριακά | ||||
| Ναυτία και έμετος | 37(19) | 3(2) | 44(22) | 0(0) |
| Διάρροια | 15(8) | 1(1) | 6(3) | 0(0) |
| Λοίμωξη | 19(10) | 10(5) | 4(2) | 1(1) |
| Στοματίτιδα | 34(18) | 8(4) | 2(1) | 0(0) |
Χρήση συνδυασμού σε καρκίνο ωοθηκών
| Ανεπιθύμητες αντιδράσεις βαθμού 3 και 4 Καρβοπλατίνη έναντι γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη | ||||
| Αριθμός (%) ασθενών | ||||
| Σκέλος καρβοπλατίνης (N=174) | Σκέλος γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη (N=175) | |||
| Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | |
| Εργαστηριακά | ||||
| Αναιμία | 10 (5,7) | 4 (2,3) | 39 (22,3) | 9 (5,1) |
| Ουδετεροπενία | 19 (10,9) | 2 (1,1) | 73 (41,7) | 50 (28,6) |
| Θρομβοκυτταροπενία | 18 (10,3) | 2 (1,1) | 53 (30,3) | 8 (4,6) |
| Λευκοπενία | 11 (6,3) | 1 (0,6) | 84 (48,0) | 9 (5,1) |
| Μη εργαστηριακά | ||||
| Αιμορραγία | 0 (0,0) | 0 (0,0) | 3 (1,8) | (0,0) |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 0 (0,0) | 0 (0,0) | 2 (1,1) | (0,0) |
| Λοίμωξη χωρίς ουδετεροπενία | 0 (0) | 0 (0,0) | (0,0) | 1 (0,6) |
Η αισθητική νευροπάθεια ήταν επίσης πιο συχνή στο σκέλος συνδυασμού παρά στο σκέλος με μοναδικό παράγοντα την καρβοπλατίνη
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη διεύθυνση:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www/kitrinikarta.gr
Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο για την υπερδοσολογία υδροχλωρικής γεμσιταμπίνης. Έχουν χορηγηθεί δόσεις έως και 5.700 mg/m2 σε ενδοφλέβιες εγχύσεις διάρκειας 30 λεπτών ανά δύο εβδομάδες με κλινικά αποδεκτή τοξικότητα. Σε περίπτωση πιθανολογούμενης υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε παρακολούθηση με κατάλληλες μετρήσεις του αριθμού των στοιχείων του αίματος και να λαμβάνει υποστηρικτική θεραπεία, εφόσον είναι αναγκαίο.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - GEMCITABINE/ACCORD 100MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, ανάλογα πυριμιδίνης. Κωδικός ATC: L01BC05
Κυτταροτοξική δραστικότητα σε καλλιέργειες κυττάρων
Η γεμσιταμπίνη εμφανίζει σημαντικές κυτταροτοξικές επιδράσεις έναντι μιας ποικιλίας καλλιεργημένων κυττάρων όγκου τρωκτικών και ανθρώπου. Η δράση της είναι ειδική για τη φάση με τέτοιο τρόπο ώστε η γεμσιταμπίνη να θανατώνει κυρίως κύτταρα που υποβάλλονται σε σύνθεση DNA (φάση S) και, υπό ορισμένες συνθήκες, αποκλείει την εξέλιξη των κυττάρων στην ένωση του ορίου των φάσεων G1/S. In vitro, η κυτταροτοξική επίδραση της γεμσιταμπίνης εξαρτάται τόσο από τη συγκέντρωση όσο και από τον χρόνο.
Αντινεοπλασματική δραστικότητα σε προκλινικά μοντέλα
Σε μοντέλα όγκου ζώων, η δραστικότητα κατά του όγκου της γεμσιταμπίνης εξαρτάται από το χρονοδιάγραμμα χορήγησης. Όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται καθημερινά, παρατηρείται υψηλή θνησιμότητα μεταξύ των ζώων, αλλά ελάχιστη δραστικότητα κατά του όγκου. Εάν ωστόσο, η γεμσιταμπίνη χορηγείται κάθε τρίτη ή τέταρτη ημέρα, μπορεί να χορηγηθεί σε μη θανατηφόρες δόσεις με σημαντική δραστικότητα κατά του όγκου έναντι ευρέως φάσματος όγκων σε ποντικούς.
Μηχανισμός δράσης
Κυτταρικός μεταβολισμός και μηχανισμός δράσης: Η γεμσιταμπίνη (dFdC), η οποία είναι αντιμεταβολίτης πυριμιδίνης, μεταβολίζεται ενδοκυττάρια μέσω της νουκλεοσιδικής κινάσης σε ενεργά διφωσφορικά (dFdCDP) και τριφωσφορικά (dFdCTP) νουκλεοσίδια. Η κυτταροτοξική επίδραση της γεμσιταμπίνης οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης DNA από δύο μηχανισμούς δράσης μέσω των dFdCDP και των dFdCTP. Αρχικά, τα dFdCDP αναστέλλουν την αναγωγάση ριβονουκλεοτιδίων, η οποία είναι μοναδικά υπεύθυνη για την κατάλυση αντιδράσεων που παράγουν τριφωσφορικά δεοξυνουκλεοσίδια (dCTP) για τη σύνθεση DNA. Η αναστολή αυτού του ενζύμου από τα dFdCDP μειώνει τη συγκέντρωση των δεοξυνουκλεοσιδίων γενικά και ειδικά των dCTP. Δεύτερον, τα dFdCTP ανταγωνίζονται με τα dCTP για την ενσωμάτωση στο DNA (αυτοενίσχυση).
Με τον ίδιο τρόπο, μια μικρή ποσότητα γεμσιταμπίνης ενδέχεται να ενσωματωθεί, επίσης, στο RNA. Επομένως, η μειωμένη ενδοκυττάρια συγκέντρωση των dCTP ενισχύει την ενσωμάτωση των dFdCTP στο DNA. Η DNA πολυμεράση έψιλον δεν έχει την ικανότητα να αποβάλλει τη γεμσιταμπίνη και να επιδιορθώνει τις αυξανόμενες έλικες DNA. Μετά την ενσωμάτωση της γεμσιταμπίνης στο DNA, προστίθεται ένα επιπλέον νουκλεοτίδιο στις αυξανόμενες έλικες DNA. Μετά από αυτή την προσθήκη, ουσιαστικά υπάρχει πλήρης αναστολή στην περαιτέρω σύνθεση του DNA (συγκεκαλυμμένος τερματισμός αλυσίδας). Μετά την ενσωμάτωση στο DNA, η γεμσιταμπίνη φαίνεται να επάγει την προγραμματισμένη διαδικασία κυτταρικού θανάτου που είναι γνωστή ως απόπτωση.
Κλινικά στοιχεία
Καρκίνος κύστης
Μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III σε 405 ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνωμα μεταβατικών κυττάρων ουροθηλίου δεν έδειξε καμία διαφορά μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας, της γεμσιταμπίνης /σισπλατίνης έναντι της μεθοτρεξάτης/βινμπλαστίνης/αδριαμυκίνης/σισπλατίνης (MVAC), όσον αφορά τη διάμεση επιβίωση (12,8 και 14,8 μήνες αντίστοιχα, p=0,547), χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου (7,4 και 7,6 μήνες αντίστοιχα, p=0,842) και το ποσοστό ανταπόκρισης (49,4% και 45,7% αντίστοιχα, p=0,512). Ωστόσο, ο συνδυασμός γεμσιταμπίνης και σισπλατίνης είχε καλύτερο προφίλ τοξικότητας σε σχέση με το σχήμα MVAC.
Καρκίνος παγκρέατος
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 126 ασθενών με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο παγκρέατος, η γεμσιταμπίνη έδειξε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο κλινικό όφελος – ποσοστό ανταπόκρισης παρά η 5-φθοριοουρακίλη (23,8% και 4,8% αντίστοιχα, p=0,0022). Επίσης, παρατηρήθηκαν μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη από 0,9 σε 2,3 μήνες (logrank p<0,0002) και μια στατιστικά σημαντική παράταση της διάμεσης επιβίωσης από 4,4 σε 5,7 μήνες (logrank p<0,0024) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 5-φθοριοουρακίλη.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 522 ασθενών με μη εγχειρήσιμο, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (NSCLC), η γεμσιταμπίνη σε συνδυασμό με σισπλατίνη έδειξε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης σε σχέση με τη σισπλατίνη μόνη της (31,0% και 12,0%, αντίστοιχα, p<0,0001). Παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη από 3,7 σε 5,6 μήνες (logrank p<0,0012) και μια στατιστικά σημαντική παράταση της διάμεσης επιβίωσης από 7,6 σε 9,1 μήνες (log-rank p<0,004) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη /σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σισπλατίνη. Σε μια άλλη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 135 ασθενών με στάδιο IIIB ή IV NSCLC, ο συνδυασμός γεμσιταμπίνης και σισπλατίνης έδειξε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης σε σχέση με τον συνδυασμό σισπλατίνης και ετοποσιδίου (40,6% και 21,2%, αντίστοιχα, p=0,025). Παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική παράταση του χρόνου έως την εξέλιξη από 4,3 σε 6,9 μήνες (p=0,014) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη/σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετοποσίδιο/σισπλατίνη. Και στις δύο μελέτες, διαπιστώθηκε ότι η ανεκτικότητα ήταν παρόμοια στα δύο σκέλη θεραπείας.
Και στις δύο μελέτες, παρόμοια ανεκτικότητα παρατηρήθηκε και στα δύο σκέλη της θεραπείας.
Καρκίνωμα ωοθηκών
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III, 356 ασθενείς με προχωρημένο επιθηλιακό καρκίνωμα ωοθηκών οι οποίοι παρουσίασαν υποτροπή τουλάχιστον 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με βάση την πλατίνη, τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία με γεμσιταμπίνη και καρβοπλατίνη (GCb) ή καρβοπλατίνη (Cb). Παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου, από 5,8 σε 8,6 μήνες (logrank p=0,0038) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με GCb σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Cb. Οι διαφορές στο ποσοστό ανταπόκρισης ήταν της τάξης του 47,2% στο σκέλος GCb έναντι 30,9% στο σκέλος Cb (p=0,0016) και στη διάμεση επιβίωση, η οποία ανήλθε σε 18 μήνες (GCb) έναντι 17,3 (Cb) (p=0,73), ευνοούσαν το σκέλος GCb.
Καρκίνος μαστού
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 529 ασθενών με μη εγχειρήσιμο, τοπικά υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο μαστού με υποτροπή μετά από επικουρική/νεοεπικουρική χημειοθεραπεία, η γεμσιταμπίνη σε συνδυασμό με πακλιταξέλη έδειξε στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την τεκμηριωμένη εξέλιξη της νόσου από 3,98 σε 6,14 μήνες (logrank p=0,0002) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη/πακλιταξέλη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με πακλιταξέλη. Μετά από 377 θανάτους, η συνολική επιβίωση ήταν 18,6 μήνες έναντι 15,8 μηνών (logrank p=0,0489, HR 0,82) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη /πακλιταξέλη σε
σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με πακλιταξέλη και το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 41,4% και 26,2% αντίστοιχα (p= 0,0002).
Απορρόφηση
Η φαρμακοκινητική της γεμσιταμπίνης έχει εξεταστεί σε 353 ασθενείς σε επτά μελέτες. Οι 121 γυναίκες και οι 232 άνδρες ήταν ηλικίας από 29 έως 79 ετών. Από αυτούς τους ασθενείς, περίπου το 45% είχε μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα και 35% διαγνώστηκε με καρκίνο παγκρέατος. Οι ακόλουθες φαρμακοκινητικές παράμετροι λήφθηκαν για δόσεις που κυμαίνονται από 500 έως
2.592 mg/m2 οι οποίες εγχύθηκαν σε διάστημα από 0,4 έως 1,2 ώρες.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (που λήφθηκαν σε διάστημα 5 λεπτών από το τέλος της έγχυσης) ήταν 3,2 έως 45,5 μg/ml. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της μητρικής ουσίας μετά από δόση
1.000 mg/m2/30 λεπτών είναι υψηλότερες από 5 μg/ml για περίπου 30 λεπτά μετά το τέλος της έγχυσης και υψηλότερες από 0,4 μg/ml για μία επιπλέον ώρα.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής του κεντρικού διαμερίσματος ήταν 12,4 l/m2 για τις γυναίκες και 17,5 l/m2 για τους άνδρες (η διακύμανση μεταξύ των ατόμων ήταν 91,9%).
Ο όγκος κατανομής του περιφερικού διαμερίσματος ήταν 47,4 l/m2. Ο όγκος του περιφερικού διαμερίσματος δεν ήταν ευαίσθητος στο φύλο.
Η δέσμευση σε πρωτεΐνες πλάσματος θεωρήθηκε ότι ήταν αμελητέα.
Χρόνος ημίσειας ζωής: Αυτός κυμαίνεται από 42 έως 94 λεπτά ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Για το συνιστώμενο χρονοδιάγραμμα χορήγησης δόσης, η γεμσιταμπίνη θα πρέπει να αποβάλλεται ουσιαστικά πλήρως εντός 5 έως 11 ωρών από την έναρξη της έγχυσης. Η γεμσιταμπίνη δεν συσσωρεύεται όταν χορηγείται μία φορά εβδομαδιαία.
Βιομετασχηματισμός
Η γεμσιταμπίνη μεταβολίζεται ραγδαία από την απαμινάση της κυτιδίνης στο ήπαρ, τους νεφρούς, το αίμα και άλλους ιστούς. Ο ενδοκυττάριος μεταβολισμός γεμσιταμπίνης παράγει τα μονο-, δι- και τριφωσφορικά (dFdCMP, dFdCDP και dFdCTP) γεμσιταμπίνης από τα οποία τα dFdCDP και dFdCTP θεωρούνται δραστικά. Αυτοί οι ενδοκυττάριοι μεταβολίτες δεν έχουν ανιχνευθεί σε πλάσμα ή ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης, 2'-δεοξυ-2', 2'-διφθοριοουριδίνη (dFdU), δεν είναι δραστικός και ανευρίσκεται σε πλάσμα και ούρα.
Αποβολή
Η συστηματική κάθαρση κυμαίνεται από 29,2 l/hr/m2 έως 92,2 l/hr/m2 ανάλογα με το φύλο και την ηλικία (η διακύμανση μεταξύ των ατόμων ήταν 52,2%). Η κάθαρση για τις γυναίκες ήταν περίπου 25% χαμηλότερη από τις τιμές για τους άνδρες. Μολονότι ραγδαία, η κάθαρση τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες φαίνεται να μειώνεται με την ηλικία. Για τη συνιστώμενη δόση γεμσιταμπίνης
1.000 mg/m2 χορηγούμενης ως έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών, οι χαμηλότερες τιμές κάθαρσης για τις γυναίκες και τους άνδρες δεν θα πρέπει να καθιστούν αναγκαία τη μείωση της δόσης γεμσιταμπίνης. Απέκκριση στα ούρα: Λιγότερο από 10% απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η νεφρική κάθαρση ήταν 2 έως 7 l/hr/m2.
Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά τη χορήγηση, το 92 έως 98% της χορηγούμενης δόσης της γεμσιταμπίνης ανακτάται, το 99% στα ούρα, κυρίως με τη μορφή dFdU και 1% απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Κινητική dFdCTP
Αυτός ο μεταβολίτης μπορεί να βρεθεί στα κυκλοφορούντα πολυμορφοπύρηνα κύτταρα και οι ακόλουθες πληροφορίες αναφέρονται σε αυτά τα κύτταρα. Οι ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις αυξάνονται αναλογικά με τις δόσεις γεμσιταμπίνης 35-350 mg/m2/30 λεπτά, οι οποίες δίνουν συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης 0,4 έως 5 μg/ml. Σε συγκεντρώσεις γεμσιταμπίνης στο πλάσμα που είναι υψηλότερες από 5 μg/ml, τα επίπεδα dFdCTP δεν αυξάνουν, υποδηλώνοντας ότι ο σχηματισμός έχει όριο κορεσμού σε αυτά τα κύτταρα.
Χρόνος ημίσειας ζωής τελικής αποβολής: 0,7 έως 12 ώρες.
Κινητική dFdU
Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (3-15 λεπτά μετά το τέλος της έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών, 1.000 mg/m2): 28-52 μg/ml. Ελάχιστη συγκέντρωση μετά από χορήγηση δόσης μία φορά την εβδομάδα: 0,07-1,12 μg/ml, χωρίς εμφανή συσσώρευση. Τριφασική συγκέντρωση στο πλάσμα έναντι καμπύλης χρόνου, μέσος χρόνος ημίσειας ζωής τελικής φάσης – 65 ώρες (εύρος 33-84 ώρες).
Σχηματισμός dFdU από μητρική ουσία: 91%-98%.
Μέσος όγκος κατανομής κεντρικού διαμερίσματος: 18 l/m2 (εύρος 11-22 l/m2). Μέσος όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης (Vss): 150 l/m2 (εύρος 96-228 l/m2). Ιστική κατανομή: Εκτεταμένη.
Μέση φαινομενική κάθαρση: 2,5 l/hr/m2 (εύρος 1-4 l/hr/m2). Απέκκριση στα ούρα: Όλο.
Θεραπεία συνδυασμού γεμσιταμπίνης και πακλιταξέλης
Η θεραπεία συνδυασμού δεν μετέβαλλε τη φαρμακοκινητική ούτε της γεμσιταμπίνης ούτε της πακλιταξέλης.
Θεραπεία συνδυασμού γεμσιταμπίνης και καρβοπλατίνης
Όταν χορηγείται σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη, η φαρμακοκινητική της γεμσιταμπίνης δεν μεταβλήθηκε.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 ml/min και 80 ml/min) δεν έχει σταθερή, σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της γεμσιταβίνης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - GEMCITABINE/ACCORD 100MG/ML
Πολυαιθυλενογλυκόλη (Macrogol) 300 Προπυλενογλυκόλη
Άνυδρη αιθανόλη
Υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH) Υδροχλωρικό οξύ, συμπυκνωμένο (για τη ρύθμιση του pH)
Ποσότητα DEHP (δι-(2-αιθυλοεξυλο)φθαλικό) ενδέχεται να αποπλυθεί από περιέκτες PVC κατά τη φύλαξη του αραιωμένου πυκνού διαλύματος γεμσιταμπίνης για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση στους περιέκτες από πλαστικοποιημένο πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC). Συνεπώς, η προετοιμασία, η φύλαξη και η χορήγηση του αραιωμένου διαλύματος θα πρέπει να διεξάγονται με χρήση εξοπλισμού που δεν περιέχει PVC.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Μη ανοιγμένα φιαλίδια:
3 χρόνια.
Μετά από το άνοιγμα και πριν από την αραίωση:
Κάθε φιαλίδιο προορίζεται για μία χρήση και θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το άνοιγμα. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης σε μορφή έτοιμη για χρήση και οι συνθήκες φύλαξης αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Μετά την αραίωση:
Η χημική και φυσική σταθερότητα του προϊόντος σε μορφή έτοιμη για χρήση μετά από αραίωση σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% έχει καταδειχθεί για 60 ημέρες σε θερμοκρασία 25 °C και 2 °C έως 8 °C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το διάλυμα προς έγχυση θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης του έτοιμου για χρήση προϊόντος, πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει κανονικά να υπερβαίνουν τις 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 °C έως 8 °C, εκτός εάν έχει γίνει αραίωση υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα ή την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Το πυκνό διάλυμα είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως ελαφρά κίτρινο διάλυμα. Περιέχεται σε διαυγή γυάλινα φιαλίδια τύπου Ι των 2 ml που σφραγίζονται με ελαστικά πώματα των 13 mm και αποσπώμενες σφραγίσεις αλουμινίου των 13 mm.
Το πυκνό διάλυμα είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως ελαφρά κίτρινο διάλυμα. Περιέχεται σε διαυγή γυάλινα φιαλίδια τύπου Ι των 10 ml που σφραγίζονται με ελαστικά πώματα των 20 mm και αποσπώμενες σφραγίσεις αλουμινίου των 20 mm.
Το πυκνό διάλυμα είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως ελαφρά κίτρινο διάλυμα. Περιέχεται σε διαυγή γυάλινα φιαλίδια τύπου Ι των 15 ml που σφραγίζονται με ελαστικά πώματα των 20 mm και αποσπώμενες σφραγίσεις αλουμινίου των 20 mm.
Το πυκνό διάλυμα είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως ελαφρά κίτρινο διάλυμα. Περιέχεται σε διαυγή γυάλινα φιαλίδια τύπου Ι των 20 ml που σφραγίζονται με ελαστικά πώματα των 20 mm και αποσπώμενες σφραγίσεις αλουμινίου των 20 mm.
Μεγέθη συσκευασίας:
Φιαλίδιο 1 x 2 ml
Φιαλίδιο 1 x 10 ml
Φιαλίδιο 1 x 15 ml
Φιαλίδιο 1 x 20 ml
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Χειρισμός
Οι φυσιολογικές προφυλάξεις για την ασφάλεια για τους κυτταροστατικούς παράγοντες πρέπει να τηρούνται κατά την προετοιμασία και την απόρριψη του διαλύματος έγχυσης. Ο χειρισμός του διαλύματος προς έγχυση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε κουτί ασφάλειας και να χρησιμοποιούνται προστατευτικές επικαλύψεις και γάντια. Εάν δεν διατίθεται κουτί ασφάλειας, ο εξοπλισμός θα πρέπει να συμπληρώνεται με μάσκα και προστατευτικά γυαλιά.
Εάν το παρασκεύασμα έρθει σε επαφή με τα μάτια, αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβαρό ερεθισμό. Τα μάτια θα πρέπει να ξεπλένονται αμέσως και σχολαστικά με νερό. Εάν υπάρχει διαρκής ερεθισμός, θα πρέπει να συμβουλευτείτε ιατρό. Εάν το διάλυμα χυθεί στο δέρμα, εκπλύνετε σχολαστικά με νερό.
Οδηγίες για αραίωση
Το μόνο εγκεκριμένο αραιωτικό για την αραίωση του στείρου πυκνού διαλύματος γεμσιταμπίνης είναι το διάλυμα για ένεση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) (χωρίς συντηρητικό).
- Χρησιμοποιείτε άσηπτες τεχνικές για την προετοιμασία για τη χορήγηση της γεμσιταμπίνης για ενδοφλέβια έγχυση.
-
Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως ελαφρά κίτρινο διάλυμα με συγκέντρωση 100 mg/ml γεμσιταμπίνης. Η συνολική ποσότητα του Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση που απαιτείται για έναν μεμονωμένο ασθενή θα πρέπει να αραιώνεται με στείρο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Η συγκέντρωση του τελικού αραιωμένου διαλύματος που παρασκευάστηκε με τη μέγιστη δόση γεμσιταμπίνης ( ~ 2,25 g) θα πρέπει να είναι περίπου 0,1 έως 9 mg/ml. Η συγκέντρωση 4,5 mg/ml (η οποία επιτυγχάνεται με 500 ml αραιωτικού) έως 9 mg/ml (η οποία επιτυγχάνεται με 250 ml αραιωτικού) αντιστοιχεί σε ωσμομοριακότητα περίπου 1000 mOsmol/Kg έως 1700 mOsmol/Kg. Το αραιωμένο διάλυμα είναι ένα διαυγές, άχρωμο έως ελαφρά κίτρινο διάλυμα.
-
Η προετοιμασία, η φύλαξη και η χορήγηση αραιωμένου διαλύματος θα πρέπει να διεξάγονται με χρήση εξοπλισμού που δεν περιέχει PVC.
Παρασκευή του διαλύματος προς έγχυση
Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχει 100 mg γεμσιταμπίνης ανά ml διαλύματος διαλύματος. Το πυκνό διάλυμα θα πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση.
Εάν τα φιαλίδια φυλάσσονται σε ψυγείο, αφήστε τον απαιτούμενο αριθμό κουτιών Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση να φθάσει σε θερμοκρασία κάτω των 25°C για 5 λεπτά πριν από τη χρήση. Ενδέχεται να είναι απαραίτητη η λήψη περισσότερων του ενός φιαλιδίου Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση για την επίτευξη της απαιτούμενης δόσης για τον ασθενή.
Αφαιρέστε με άσηπτη τεχνική την απαιτούμενη ποσότητα του Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση χρησιμοποιώντας μια βαθμονομημένη σύριγγα.
Ο απαιτούμενος όγκος του Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να ενίεται σε ασκό έγχυσης που περιέχει διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) προς έγχυση.
Αναμίξτε με κυκλικές κινήσεις το περιεχόμενο του ασκού έγχυσης μη αυτόματα. Μπορεί να πραγματοποιηθεί περαιτέρω αραίωση με τον ίδιο διαλύτη σε τελική συγκέντρωση 0,1 έως 9 mg/ml.
Όπως συμβαίνει με όλα τα παρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα, το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση. θα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά για τυχόν σωματιδιακή ύλη και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Εάν παρατηρηθεί σωματιδιακή ύλη, μη χορηγείτε (βλ. παράγραφο 6.3 για τη διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα ή την αραίωση).
Το Gemcitabine Accord 100 mg/ml Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση προορίζεται για μία χρήση μόνο. Κάθε προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.