Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

HYQVIA SOL.INF 100MG/ML

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡ.ΣΥΝΤ.Η ΔΙΑΓ. &/Ή Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΝΟΣ. & ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΝΟΣ. ΥΠΟ ΝΟΣ/ΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

HYQVIA SOL.INF 100MG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

BAXALTA INNOVATIONS GMBH, AUSTRIA

Τελευταία ενημέρωση SmPC

5/6/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - HYQVIA 100MG/ML

Ενδείξεις

Θεραπεία υποκατάστασης σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (0-18 ετών) με:

  • Σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας (PID) με μειωμένη παραγωγή αντισωμάτων (βλ. παράγραφο 4.4).

  • Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (SID) σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρές ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, έχουν ακολουθήσει μη αποτελεσματική αντιμικροβιακή αγωγή και παρουσιάζουν είτε αποδειγμένη ειδική αντισωματική ανεπάρκεια (PSAF*) είτε επίπεδα IgG στον ορό < 4 g/L.

    *PSAF = αποτυχία επίτευξης τουλάχιστον 2πλάσιας αύξησης στον τίτλο των IgG αντισωμάτων μετά από εμβολιασμό με πολυσακχαριδικό εμβόλιο και εμβόλιο πολυπεπτιδικών αντιγόνων κατά του πνευμονιόκοκκου.

    Ανοσορυθμιστική θεραπεία σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (0 έως 18 ετών) με:

  • Χρόνια φλεγμονώδη απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP) ως θεραπεία συντήρησης μετά από σταθεροποίηση με IVIg.

Δοσολογία

Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται υπό την επίβλεψη γιατρού με εμπειρία στη θεραπεία διαταραχών του ανοσοποιητικού συστήματος.

Το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χορηγείται μέσω της υποδόριας οδού. Η δόση και το δοσολογικό σχήμα εξαρτώνται από την ένδειξη.

Η δόση μπορεί να χρειαστεί να εξατομικευθεί σε κάθε ασθενή ανάλογα με τη φαρμακοκινητική (ΦΚ) και την κλινική ανταπόκριση. Η δόση που βασίζεται στο σωματικό βάρος ενδέχεται να χρειάζεται προσαρμογή για λιποβαρείς ή υπέρβαρους ασθενείς. Τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα παραθέτονται ως κατευθυντήρια οδηγία.

Δοσολογία

Θεραπεία υποκατάστασης για PID

Ασθενείς πρωτοθεραπευόμενοι με ανοσοσφαιρίνη

Η δόση που απαιτείται για την επίτευξη ενός ελάχιστου επιπέδου IgG των 6 g/L είναι της τάξεως των 0,4 έως 0,8 g/kg σωματικού βάρους ανά μήνα. Το μεσοδιάστημα που απαιτείται μεταξύ των δόσεων για να διατηρηθεί μια σταθερή κατάσταση κυμαίνεται από 2 έως 4 εβδομάδες.

Τα ελάχιστα επίπεδα IgG πρέπει να μετρούνται και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με τη συχνότητα εμφάνισης λοίμωξης. Για να μειωθεί το ποσοστό λοιμώξεων, ίσως χρειαστεί να αυξηθεί η δόση και να επιδιωχθούν υψηλότερα ελάχιστα επίπεδα IgG (> 6 g/L).

Κατά την έναρξη της θεραπείας, για τις πρώτες εγχύσεις συνιστάται, η σταδιακή αύξηση των μεσοδιαστημάτων θεραπείας από μία δόση κάθε 1 εβδομάδα έως και σε μία δόση

ανά 3 ή 4 εβδομάδες. Η αθροιστική μηνιαία δόση της IG 10% θα πρέπει να διαιρείται σε δόσεις 1 εβδομάδας, 2 εβδομάδων κ.λ.π. σύμφωνα με τα προγραμματισμένα μεσοδιαστήματα θεραπείας με το HyQvia.

Ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει θεραπεία με ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIg)

Για ασθενείς που μεταφέρονται απευθείας από IVIg ή που έχουν λάβει παλαιότερα μία δόση IVIg για την οποία υπάρχουν στοιχεία αναφοράς, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χορηγείται στην ίδια δόση και στην ίδια συχνότητα με την προηγούμενη θεραπεία IVIg. Εάν οι ασθενείς ακολουθούσαν παλαιότερα δοσολογικό σχήμα 3 εβδομάδων, η αύξηση του μεσοδιαστήματος στις 4 εβδομάδες μπορεί να επιτευχθεί με τη χορήγηση εβδομαδιαίων ισοδύναμων δόσεων.

Ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει θεραπεία με υποδόρια ανοσοσφαιρίνη (SCIg)

Η αρχική δόση του φαρμακευτικού προϊόντος είναι ίδια με αυτή που χρησιμοποιήθηκε στη θεραπεία με SCIg, αλλά μπορεί να προσαρμοστεί σε μεσοδιάστημα 3 ή 4 εβδομάδων. Η πρώτη έγχυση πρέπει να γίνει μία εβδομάδα μετά την τελευταία θεραπεία με την προηγούμενα χορηγούμενη ανοσοσφαιρίνη.

Θεραπεία υποκατάστασης στις δευτεροπαθείς ανοσονεπάρκειες (SID)

Η συνιστώμενη δόση είναι 0,2 έως 0,4 g/kg κάθε 3 έως 4 εβδομάδες.

Τα ελάχιστα επίπεδα IgG πρέπει να μετρώνται και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με την επίπτωση λοιμώξεων. Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται όπως απαιτείται για την επίτευξη βέλτιστης προστασίας έναντι των λοιμώξεων. Ενδέχεται να χρειαστεί αύξηση σε ασθενείς με εμμένουσα λοίμωξη. Το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης μπορεί να εξεταστεί όταν ο ασθενής δεν παρουσιάζει λοιμώξεις.

Ανοσορυθμιστική θεραπεία για CIDP

Πριν από την έναρξη της θεραπείας, η εβδομαδιαία ισοδύναμη δόση θα πρέπει να υπολογίζεται διαιρώντας την προγραμματισμένη δόση με το προγραμματισμένο μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων σε εβδομάδες. Το τυπικό μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων για το HyQvia είναι 3 έως 4 εβδομάδες. Η συνιστώμενη υποδόρια δόση είναι 0,3 έως 2,4 g/kg σωματικού βάρους μηνιαίως, χορηγούμενη σε 1 ή 2 συνεδρίες σε διάστημα 1 ή 2 ημερών.

Η κλινική ανταπόκριση του ασθενούς θα πρέπει να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που θα κρίνει την ανάγκη για προσαρμογή της δόσης. Ενδεχομένως να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης για την επίτευξη της επιθυμητής κλινικής ανταπόκρισης. Επί κλινικής επιδείνωσης, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 2,4 g/kg μηνιαίως. Εάν η κλινική κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, μπορεί να χρειαστούν περιοδικές μειώσεις της δόσης, για να παρατηρηθεί αν ο ασθενής εξακολουθεί να χρειάζεται θεραπεία με IG.

Συνιστάται ένα πρόγραμμα τιτλοποίησης που επιτρέπει τη σταδιακή αύξηση της δόσης με την πάροδο του χρόνου (σχήμα προοδευτικής κλιμάκωσης), ώστε να διασφαλιστεί η ανοχή του ασθενούς έως ότου επιτευχθεί η πλήρης δόση. Κατά τη διάρκεια της περιόδου τιτλοποίησης, η υπολογισμένη

δόση HyQvia και τα συνιστώμενα μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων πρέπει να τηρηθούν για την πρώτη και τη δεύτερη έγχυση. Κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού, στους ασθενείς που έχουν καλή ανοχή στις 2 πρώτες εγχύσεις, οι επόμενες εγχύσεις μπορούν να χορηγηθούν με σταδιακή αύξηση της δόσης και των μεσοδιαστημάτων μεταξύ των δόσεων, λαμβανομένου υπόψη του όγκου και του συνολικού χρόνου έγχυσης. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επιτάχυνσης του

προγράμματος τιτλοποίησης, εάν ο ασθενής ανεχθεί τους όγκους της SC έγχυσης και τις πρώτες 2 εγχύσεις. Δόσεις χαμηλότερες ή ίσες με 0,4 g/kg μπορούν να χορηγηθούν χωρίς την εφαρμογή προγράμματος τιτλοποίησης, υπό την προϋπόθεση της αποδεκτής ανοχής του ασθενούς.

Οι ασθενείς g πρέπει να λαμβάνουν σταθερές δόσεις* IVIg. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με το φαρμακευτικό προϊόν, η εβδομαδιαία ισοδύναμη δόση θα πρέπει να υπολογίζεται διαιρώντας την τελευταία δόση IVIg με το μεσοδιάστημα χορήγησης των δόσεων IVIg σε εβδομάδες. Η αρχική δόση και η συχνότητα χορήγησης είναι ίδιες με αυτές της προηγούμενης θεραπείας του ασθενούς με IVIg. Το τυπικό μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων για το HyQvia είναι 4 εβδομάδες. Για ασθενείς με λιγότερο συχνή χορήγηση IVIg (άνω των 4 εβδομάδων), το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων μπορεί να μετατραπεί σε 4 εβδομάδες, διατηρώντας παράλληλα την ίδια μηνιαία ισοδύναμη δόση IgG.

Όπως παρουσιάζεται στον ακόλουθο πίνακα, η υπολογισμένη δόση μίας εβδομάδας (1η έγχυση) θα πρέπει να χορηγείται 2 εβδομάδες μετά την τελευταία έγχυση IVIg. Μία εβδομάδα μετά την πρώτη δόση, θα πρέπει να χορηγείται η επόμενη εβδομαδιαία ισοδύναμη δόση (2η έγχυση). Το πρόγραμμα τιτλοποίησης μπορεί να διαρκέσει έως 9 εβδομάδες (Πίνακας 1) ανάλογα με τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων και την ανοχή.

*(Οι διακυμάνσεις έως ±7 ημερών στο μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων ή έως ±20% στη μηνιαία ισοδύναμη δόση μεταξύ των εγχύσεων IgG του ασθενούς θεωρούνται σταθερή δόση.)

Πίνακας 1: Συνιστώμενο πρόγραμμα τιτλοποίησης της δόσης για μετατροπή από IVIg σε έγχυση του HyQvia

Εβδομάδα* Αριθμός έγχυσης Μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων Παράδειγμα για 100 g ανά 4 εβδομάδες
1 Χωρίς έγχυση
2 1η έγχυση Δόση 1 εβδομάδας 25 g
3 2η έγχυση Δόση 1 εβδομάδας 25 g
4 3η έγχυση Δόση 2 εβδομάδων 50 g
5 Χωρίς έγχυση
6 4η έγχυση Δόση 3 εβδομάδων 75 g
7 Χωρίς έγχυση
8 Χωρίς έγχυση
9 5η έγχυση Δόση 4 εβδομάδων 100 g (Επίτευξη πλήρους δόσης)

*Η 1ηέγχυση ξεκινά 2 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση IVIg.

Σε μία δεδομένη ημέρα έγχυσης, ο μέγιστος όγκος έγχυσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 1.200 mL για ασθενείς βάρους ≥ 40 kg ή τα 600 mL για < 40 kg. Ας υποθέσουμε ότι γίνεται υπέρβαση του μέγιστου ημερήσιου ορίου δόσης ή ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχτεί τον όγκο έγχυσης. Σε αυτήν την περίπτωση, η δόση μπορεί να χορηγηθεί σε διάστημα πολλών ημερών, διαιρεμένη, με 48 έως 72 ώρες μεταξύ των δόσεων, ώστε να είναι δυνατή η απορρόφηση του υγρού έγχυσης στη θέση ή στις θέσεις έγχυσης. Η δόση μπορεί να χορηγηθεί σε έως και 3 θέσεις έγχυσης με μέγιστο όγκο έγχυσης 600 mL ανά θέση (ή όπως γίνεται ανεκτή). Εάν χρησιμοποιείτε τρεις θέσεις, ο μέγιστος όγκος είναι 400 mL ανά θέση.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Θεραπεία υποκατάστασης

Το πρόγραμμα χορήγησης δόσης για τα παιδιά και τους εφήβους (0 έως 18 ετών) είναι το ίδιο με αυτό των ενηλίκων. Η χορήγηση δόσης βασίζεται στο σωματικό βάρος και προσαρμόζεται σύμφωνα με την κλινική έκβαση. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2.

Ανοσορυθμιστική θεραπεία

Το πρόγραμμα χορήγησης δόσης για τα παιδιά και τους εφήβους (0 έως 18 ετών) είναι το ίδιο με αυτό των ενηλίκων. Η χορήγηση δόσης βασίζεται στην υπολογισμένη εβδομαδιαία ισοδύναμη δόση και προσαρμόζεται σύμφωνα με την κλινική έκβαση. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2.

Τρόπος χορήγησης

Το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται μόνο για υποδόρια χρήση, δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως.

Κάθε φιαλίδιο της IG 10% παρέχεται με την κατάλληλη αντίστοιχη ποσότητα rHuPH20 (βλ. Παράγραφο 6.5). Πρέπει να χορηγείται όλο το περιεχόμενο του φιαλιδίου της rHuPH20, ανεξάρτητα από το εάν χορηγείται όλο το περιεχόμενο του φιαλιδίου της IG 10%.

Τα 2 συστατικά του φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να χορηγηθούν διαδοχικά μέσω της ίδιας υποδόριας βελόνας. Πρώτα πρέπει να χορηγηθεί η rHuPH20 και εν συνεχεία η IG 10%.

Παράδειγμα: Στον ασθενή συνταγογραφούνται 110 γραμμάρια (g) HyQvia: Θα απαιτούνται

3 φιαλίδια των 30 g και 1 φιαλίδιο των 20 g για τη συνολική δόση 110 g/1.100 mL του συστατικού IG 10% του HyQvia. Ο όγκος της rHuPH20 θα είναι (3 x 15 mL + 1 x10 mL)=55 mL Εάν η δόση είναι μεγαλύτερη των 120 g, το HyQvia μπορεί να χορηγηθεί σε διάστημα πολλών ημερών, διαιρεμένη, με 48 έως 72 ώρες μεταξύ των δόσεων, ώστε να είναι δυνατή η απορρόφηση του υγρού έγχυσης στη θέση ή στις θέσεις έγχυσης.

Διαρροή από τη θέση έγχυσης μπορεί να συμβεί κατά τη διάρκεια ή μετά την υποδόρια χορήγηση ανοσοσφαιρίνης, συμπεριλαμβανομένου του HyQvia. Εξετάστε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσετε μακρύτερες βελόνες (12 mm ή 14 mm) ή/και παραπάνω από μία θέσεις έγχυσης. Οποιαδήποτε αλλαγή στο μέγεθος της βελόνας θα πρέπει να επιβλέπεται από τον θεράποντα ιατρό.

Κατ’ οίκον θεραπεία

Σε περίπτωση που η υποδόρια έγχυση του HyQvia χρησιμοποιείται για κατ' οίκον θεραπεία, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει και να παρακολουθείται από έναν γιατρό με εμπειρία στην καθοδήγηση ασθενών για κατ' οίκον θεραπεία. Ο ασθενής ή ένας υπεύθυνος φροντίδας πρέπει να λάβει οδηγίες σχετικά με τις τεχνικές έγχυσης, τη χρήση αντλίας έγχυσης ή οδηγού σύριγγας, την τήρηση ημερολογίου θεραπείας, την αναγνώριση πιθανών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση που αυτές εκδηλωθούν.

To HyQvia μπορεί να χορηγηθεί σε μια πλήρη θεραπευτική δόση σε έως και 3 θέσεις έγχυσης έως και κάθε 4 εβδομάδες. Προσαρμόστε τη συχνότητα και τον αριθμό των θέσεων έγχυσης, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο, τον ολικό χρόνο έγχυσης και την ανοχή, έτσι ώστε ο ασθενής να λαμβάνει την ίδια εβδομαδιαία ισοδύναμη δόση. Εάν κάποιος ασθενής παραλείψει μια δόση, χορηγήστε τη δόση που παραλείφθηκε το συντομότερο δυνατόν και στη συνέχεια, συνεχίστε τις προγραμματισμένες θεραπείες, όπως ισχύουν.

Υποβοηθούμενη από συσκευή έγχυση

Το συστατικό IG 10% πρέπει να εγχέεται με τη χρήση αντλίας. Το rHuPH20 μπορεί να χορηγηθεί με το χέρι ή να εγχυθεί με χρήση αντλίας. Πιθανόν να χρειάζεται μια βελόνα μεγέθους 24 gauge προκειμένου οι ασθενείς να μπορούν να εγχέουν με ρυθμό ροής 300 mL/ώρα/θέση έγχυσης. Ωστόσο, βελόνες με μικρότερες διαμέτρους μπορούν να χρησιμοποιηθούν εφόσον είναι αποδεκτοί χαμηλότεροι ρυθμοί ροής. Για το φιαλίδιο rHuPH20 μεγέθους 1,25 mL, χρησιμοποιήστε μια βελόνα 18 έως

22 gauge για να αναρροφήσετε το περιεχόμενο του φιαλιδίου, ώστε να αποτραπεί η εισχώρηση του πώματος μέσω πίεσης ή διάτρησης. Για όλα τα άλλα μεγέθη φιαλιδίων, μια συσκευή με ή χωρίς βελόνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναρρόφηση του περιεχομένου.

Θέση έγχυσης

Οι προτεινόμενες θέσεις έγχυσης του φαρμακευτικού προϊόντος είναι από τη μέση έως και την άνω κοιλιακή χώρα και οι μηροί. Εάν χρησιμοποιηθούν 2 θέσεις έγχυσης, τότε αυτές θα πρέπει να είναι ετερόπλευρες. Εάν χρησιμοποιηθούν τρεις θέσεις έγχυσης, πρέπει να βρίσκονται σε απόσταση τουλάχιστον 10 cm μεταξύ τους. Αποφεύγετε τις οστικές προεξοχές ή τις περιοχές με ουλές. Το προϊόν δεν θα πρέπει να εγχέεται εντός ή γύρω από περιοχή με λοίμωξη ή οξεία φλεγμονή λόγω του δυνητικού κινδύνου εξάπλωσης μιας εντοπισμένης λοίμωξης. Αποφύγετε θέσεις που απέχουν λιγότερο από 5 cm από τον ομφαλό.

Ρυθμός έγχυσης

Συνιστάται, το συστατικό rHuPH20 να χορηγείται σε σταθερό ρυθμό και ο ρυθμός χορήγησης της IG 10% να μην αυξάνεται πάνω από τους συνιστώμενους ρυθμούς, ιδιαίτερα όταν ο ασθενής έχει μόλις αρχίσει τη θεραπεία με HyQvia.

Πρώτα εγχέεται η πλήρης δόση του διαλύματος rHuPH20 σε ρυθμό 1 έως 2 mL/λεπτό (ή 60 mL/ώρα έως 120 mL/ώρα) ανά θέση έγχυσης ή όπως γίνεται ανεκτή. Εντός 10 λεπτών από την rHuPH20, αρχίστε την έγχυση της πλήρους δόσης της IG 10% ανά θέση, διαμέσου του ίδιου σετ υποδόριας βελόνας.

Συνιστώνται οι παρακάτω ρυθμοί έγχυσης για την IG 10% ανά θέση έγχυσης.

Πίνακας 2: Οι συνιστώμενοι ρυθμοί έγχυσης της IG 10% ανά θέση έγχυσης

Ασθενείς < 40 kg Ασθενείς ≥ 40 kg
Μεσοδιάστημα/Λεπτά Πρώτες 2 Εγχύσεις(mL/ώρα/θέση έγχυσης) Επακόλουθες 2-3 Εγχύσεις(mL/ώρα/θέση έγχυσης) Πρώτες 2 Εγχύσεις(mL/ώρα/θέση έγχυσης) Επακόλουθες 2-3 Εγχύσεις(mL/ώρα/θέση έγχυσης)
10 λεπτά 5 10 10 10
10 λεπτά 10 20 30 30
10 λεπτά 20 40 60 120
10 λεπτά 40 80 120 240
Υπόλοιπο της έγχυσης 80 160 240 300

Εάν ο ασθενής ανέχεται τις αρχικές εγχύσεις στην πλήρη δόση ανά θέση και στον μέγιστο ρυθμό, τότε επαφίεται στην κρίση του γιατρού και του ασθενούς το ενδεχόμενο αύξησης του ρυθμού των διαδοχικών εγχύσεων.

Για οδηγίες σχετικά με τον χειρισμό και την προετοιμασία του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Το HyQvia δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκά.

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (IgG) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 (βλ. παράγραφο 4.4).

Υπερευαισθησία σε ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες, ιδιαίτερα σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις ανεπάρκειας IgA, όπου ο ασθενής έχει αντισώματα κατά της IgA.

Γνωστή συστημική υπερευαισθησία στην υαλουρονιδάση ή στην rHuPH20.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Προφυλάξεις κατά τη χρήση

Εάν το HyQvia χορηγηθεί κατά λάθος σε κάποιο αιμοφόρο αγγείο, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν καταπληξία.

Πρέπει να ακολουθείται πιστά ο ρυθμός έγχυσης που συνιστάται στην παράγραφο 4.2. Οι ασθενείς, και ιδιαίτερα οι ασθενείς που ξεκινούν τη θεραπεία, πρέπει να παρακολουθούνται στενά καθ' όλη τη διάρκεια της έγχυσης.

Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να εμφανίζονται συχνότερα σε ασθενείς που λαμβάνουν ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη για πρώτη φορά ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν γίνεται αλλαγή του προϊόντος ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης ή όταν έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση.

Οι πιθανές επιπλοκές μπορούν να αποφευχθούν ωςεξής:

  • βραδεία αρχική έγχυση του προϊόντος (βλ. παράγραφο 4.2).

  • διασφάλιση ότι οι ασθενείς παρακολουθούνται προσεκτικά για οποιαδήποτε συμπτώματα καθ' όλη τη διάρκεια της έγχυσης. Συγκεκριμένα, ασθενείς πρωτοθεραπευόμενοι με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη όπως και ασθενείς που μεταφέρονται από ένα εναλλακτικό προϊόν ανοσοσφαιρίνης ή στους οποίους έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση, θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης και για την πρώτη ώρα μετά αυτής, προκειμένου να διαπιστωθούν πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.

    Όλοι οι υπόλοιποι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά τη χορήγηση.

    Όταν πρόκειται για θεραπεία κατ' οίκον, θα πρέπει να υπάρχει υποστήριξη από κάποιο άλλο υπεύθυνο άτομο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες και να καλέσει βοήθεια σε περίπτωση εμφάνισης σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας. Οι ασθενείς που ακολουθούν αυτοχορηγούμενη θεραπεία κατ' οίκον ή/και οι φροντιστές αυτών θα πρέπει να εκπαιδευτούν επίσης στην αναγνώριση των πρώιμων σημείων αντιδράσεων υπερευαισθησίας.

    Σε περίπτωση ανεπιθύμητης ενέργειας θα πρέπει ή να μειωθεί ο ρυθμός χορήγησης ή να διακοπεί η έγχυση. Η θεραπεία που θα απαιτηθεί εξαρτάται από τη φύση και τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας. Σε περίπτωση καταπληξίας, διακόψτε αμέσως την έγχυση και θεραπεύστε τον ασθενή για καταπληξία.

    Σε κλινικές μελέτες, δεν παρατηρήθηκαν χρόνιες μεταβολές στο δέρμα. Πρέπει να υπενθυμίζεται στους ασθενείς να αναφέρουν τυχόν χρόνια φλεγμονή, οζίδια ή φλεγμονή που εμφανίζεται στη θέση έγχυσης και διαρκεί περισσότερο από λίγες ημέρες.

    Υπερευαισθησία στην IG 10%

    Οι πραγματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι σπάνιες. Μπορούν να εμφανιστούν ιδιαίτερα σε ασθενείς με αντισώματα κατά της IgA, οι οποίοι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται µε ιδιαίτερη προσοχή. Οι ασθενείς με αντισώματα κατά της IgA, για τους οποίους η θεραπεία με προϊόντα SCIg παραμένει η μόνη επιλογή, θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με το HyQvia, μόνο υπό στενή ιατρική επίβλεψη.

    Σε σπάνιες περιπτώσεις, η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης με αναφυλακτική αντίδραση, ακόμα και σε ασθενείς που κατά το παρελθόν είχαν ανεχθεί καλώς προηγούμενη θεραπεία με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη.

  • Εάν ένας ασθενής διατρέχει υψηλό κίνδυνο εμφάνισης οποιασδήποτε αλλεργικής αντίδρασης, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χορηγείται μόνο όταν υπάρχει διαθέσιμη υποστηρικτική φροντίδα για απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις.

  • Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τα πρώιμα σημεία της αναφυλαξίας/ υπερευαισθησίας (όπως είναι η τοπική κνίδωση, ο κνησμός, η γενικευμένη κνίδωση, το αίσθημα σύσφιγξης του θώρακα, ο συριγμός και η υπόταση).

  • Ανάλογα με τη βαρύτητα της σχετιζόμενης αντίδρασης και, την ιατρική πρακτική, μπορεί να χορηγηθεί προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή για την αποφυγή της.

  • Εάν έχει διαγνωστεί αναφυλαξία ή υπερευαισθησία στην ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη, θα πρέπει να σημειωθεί στον φάκελο του ασθενούς.

Υπερευαισθησία στην rHuPH20

Οποιαδήποτε υποψία αντιδράσεων που μοιάζουν με αλλεργικές ή αναφυλακτικές αντιδράσεις μετά τη χορήγηση rHuPH20 απαιτεί, την άμεση διακοπή της έγχυσης και, εφόσον χρειάζεται, τη χορήγηση ενδεδειγμένης ιατρικής αγωγής.

Ανοσογονικότητα της rHuPH20

Σε ασθενείς που έλαβαν HyQvia σε κλινικές μελέτες, έχει αναφερθεί η ανάπτυξη μη εξουδετερωτικών και εξουδετερωτικών αντισωμάτων κατά του συστατικού rHuPH20. Υπάρχει το ενδεχόμενο διασταυρούμενης αντίδρασης τέτοιων αντισωμάτων με την ενδογενή υαλουρονιδάση, που είναι γνωστό ότι εκφράζεται στους όρχεις, την επιδιδυμίδα και το σπέρμα των ενήλικων αρσενικών. Δεν είναι γνωστό εάν τα αντισώματα αυτά έχουν κάποια κλινική σημασία στον άνθρωπο (βλ.

παράγραφο 4.8). Θρομβοεμβολή

Aρτηριακά και φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια συμπεριλαμβανομένων, του εμφράγματος του μυοκαρδίου, του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και της πνευμονικής εμβολής έχουν συσχετισθεί με τη χρήση ανοσοσφαιρινών. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι πριν από τη χρήση των ανοσοσφαιρινών. Πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου θρομβοεμβολικών επεισοδίων (όπως είναι η προχωρημένη ηλικία, η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και το ιστορικό αγγειακών νόσων ή θρομβωτικών επεισοδίων, οι ασθενείς με επίκτητες ή κληρονομικές θρομβοφιλικές διαταραχές, οι ασθενείς με παρατεταμένες περιόδους ακινησίας, οι ασθενείς με σοβαρή υποογκαιμία, οι ασθενείς με νόσους που αυξάνουν τη γλοιότητα του αίματος). Παρακολουθείτε για σημεία και συμπτώματα θρόμβωσης και αξιολογήστε τη γλοιότητα του αίματος σε ασθενείς με κίνδυνο εκδήλωσης υπεργλοιότητας. Θρόμβωση μπορεί επίσης να εμφανιστεί και εν απουσία των γνωστών παραγόντων κινδύνου.

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα πρώιμα συμπτώματα των θρομβοεμβολικών επεισοδίων όπως, δυσκολία στην αναπνοή, άλγος και οίδημα άκρου, εστιακά νευρολογικά ελλείμματα και θωρακικό άλγος, και να συνιστάται η άμεση επικοινωνία με τον γιατρό τους αμέσως μόλις εμφανιστούν.

Αιμολυτική αναιμία

Τα προϊόντα ανοσοσφαιρίνης περιέχουν αντισώματα κατά των αντιγόνων των ομάδων αίματος (π.χ. A, B, D), που ενδέχεται να δράσουν ως αιμολυσίνες. Τα αντισώματα αυτά δεσμεύονται στους επιτόπους των ερυθροκυττάρων (γεγονός που ενδέχεται να ανιχνευτεί ως θετική άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης [DAT, (δοκιμασία Coombs)]) και, σπανίως, μπορεί να προκληθεί αιμόλυση. Οι

ασθενείς που λαμβάνουν προϊόντα ανοσοσφαιρίνης πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης.

Σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας ΣΑΜ

Σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας έχει αναφερθεί σε συνδυασμό με θεραπεία με IVIg και SCIg. Τα συμπτώματα ξεκινούν συνήθως εντός μερικών ωρών έως 2 ημερών μετά τη θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα συμπτώματα, τα οποία περιλαμβάνουν έντονη κεφαλαλγία, αυχενική δυσκαμψία, ζάλη, πυρετό, φωτοφοβία, ναυτία και έμετο. Η διακοπή της θεραπείας με ανοσοσφαιρίνη ενδέχεται να οδηγήσει σε ύφεση του συνδρόμου άσηπτης μηνιγγίτιδας εντός μερικών ημερών χωρίς επακόλουθα. Οι μελέτες του εγκεφαλονωτιαίου υγρού είναι συχνά θετικές για πλειοκυττάρωση σε επίπεδα μέχρι και αρκετές χιλιάδες κύτταρα ανά mm3, κυρίως από την κοκκιοκυτταρική σειρά, και αυξημένα επίπεδα πρωτεϊνών σε μέχρι και αρκετές εκατοντάδες mg/dl.

Το σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας μπορεί να εμφανίζεται συχνότερα σε συνδυασμό με με IVIg σε υψηλή δοσολογία (2 g/kg). Από δεδομένα μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, δεν παρατηρήθηκε σαφής συσχέτιση του ΣΑΜ με υψηλότερες δόσεις. ΣΑΜΥψηλότερη συχνότητα εμφάνισης παρατηρήθηκε σε γυναίκες.

Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίες

Μετά την έγχυση ανοσοσφαιρινών, η πρόσκαιρη αύξηση των διαφόρων αντισωμάτων που μεταφέρονται παθητικώς στο αίμα των ασθενών μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα κατά τις ορολογικές δοκιμασίες.

Η παθητική μεταφορά αντισωμάτων ενάντια στα επιφανειακά αντιγόνα των ερυθροκυττάρων (για παράδειγμα στα A, B, D), μπορεί να επηρεάσει ορισμένες ορολογικές δοκιμασίες για αντισώματα ερυθροκυττάρων, για παράδειγμα την άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (DAT, άμεση δοκιμασία Coombs).

Οι εγχύσεις προϊόντων ανοσοσφαιρίνης μπορεί να οδηγήσουν σε ψευδώς θετικές μετρήσεις δοκιμασιών που εξαρτώνται από την ανίχνευση β-D-γλυκανών για τη διάγνωση μυκητιασικών λοιμώξεων. Αυτό μπορεί να συνεχιστεί για βδομάδες μετά την έγχυση του προϊόντος.

Μεταδιδόμενοι παράγοντες

Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη και η ανθρώπινη λευκωματίνη του ορού (παράγοντας σταθεροποίησης της rHuPH20) παρασκευάζονται από ανθρώπινο πλάσμα. Τα ενδεδειγμένα μέτρα για την πρόληψη λοιμώξεων που προκαλούνται από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν, την επιλογή των δοτών, τον έλεγχο των μεμονωμένων δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για συγκεκριμένους δείκτες λοίμωξης και την εφαρμογή αποτελεσματικών σταδίων για την αδρανοποίηση/εξάλειψη ιών κατά την παραγωγική διαδικασία. Ωστόσο, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Το ίδιο επίσης ισχύει για άγνωστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς και άλλα παθογόνα.

Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά για ελυτροφόρους ιούς, όπως ο ιός Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της Ηπατίτιδας Β (HBV) και ο ιός της Ηπατίτιδας C (HCV), καθώς και για τον μη ελυτροφόρο ιό της Ηπατίτιδας Α (HAV) και τον παρβοϊό B19.

Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με την έλλειψη μετάδοσης Ηπατίτιδας Α

ή παρβοϊού Β19 με τις ανοσοσφαιρίνες και εικάζεται επίσης ότι η περιεκτικότητα σε αντισώματα συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην προστασία από τους ιούς.

Περιεκτικότητα σε νάτριο

Το συστατικό IG 10% είναι είναι αυτό που ονομάζουμε ελεύθερο νατρίου. Η rHuPH20 περιέχει τις ακόλουθες ποσότητες νατρίου ανά φιαλίδιο:

1,25 mL περιέχει 5,0 mg νατρίου.

2,5 mL περιέχει 10,1 mg νατρίου.

5 mL περιέχει 20,2 mg νατρίου.

10 mL περιέχει 40,3 mg νατρίου.

15 mL περιέχει 60,5 mg νατρίου.

Αυτές οι ποσότητες ισοδυναμούν με 0,25 έως 3% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι αναφερόμενες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις ισχύουν για ενήλικες και παιδιά.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς

Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους ιούς, όπως είναι τα εμβόλια, της ιλαράς, της ερυθράς, της παρωτίτιδας και της ανεμοβλογιάς, για μια περίοδο τουλάχιστον 6 εβδομάδων και έως και 3 μηνών. Μετά τη χορήγηση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος, θα πρέπει να μεσολαβήσει διάστημα 3 μηνών πριν από τον εμβολιασμό με ζώντες εξασθενημένους ιούς. Στην περίπτωση του εμβολίου της ιλαράς, η μείωση της αποτελεσματικότητας του εμβολίου μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 1 χρόνο. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς που εμβολιάζονται κατά της ιλαράς θα πρέπει να ελέγχουν τα επίπεδα των αντισωμάτων τους.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι αναφερόμενες αλληλεπιδράσεις ισχύουν για ενήλικες και παιδιά.

Κύηση

Κύηση

Η ασφάλεια αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος για χρήση κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και κατά συνέπεια θα πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή σε έγκυες γυναίκες και μητέρες που θηλάζουν.

Εννέα γυναίκες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με HyQvia εγγράφηκαν σε ένα προοπτικό, μη ελεγχόμενο, πολυκεντρικό, μετεγκριτικό Μητρώο Εγκυμοσύνης (Μελέτη 161301). Από τις

8 εγκυμοσύνες με γνωστές εκβάσεις, υπήρξαν 8 γεννήσεις ζώντων νεογνών με φυσιολογικές βαθμολογίες APGAR. Δεν υπήρχαν συγκεκριμένες επιπλοκές κατά τον τοκετό. Δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Τέσσερις (4) μητέρες ελέγχθηκαν για αντισώματα δέσμευσης ή εξουδετέρωσης anti-rHuPH20 και δεν ανιχνεύθηκαν αντισώματα.

Έχει αποδειχθεί ότι τα προϊόντα ανοσοσφαιρίνης διαπερνούν τον πλακούντα, και μάλιστα ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου. Η κλινική εμπειρία με τις ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στην πορεία της εγκυμοσύνης, ή στο έμβρυο και το νεογνό.

Μελέτες ανάπτυξης και αναπαραγωγικής τοξικότητας με την rHuPH20 έχουν διεξαχθεί σε μύες και κονίκλους. Καμία ανεπιθύμητη ενέργεια στην εγκυμοσύνη και την ανάπτυξη του εμβρύου δεν

συσχετίστηκε με τα αντισώματα κατά της rHuPH20. Σε αυτές τις μελέτες, μητρικά αντισώματα κατά της rHuPH20 μεταφέρθηκαν στο νεογνό in utero. Οι επιδράσεις αντισωμάτων κατά του συστατικού rHuPH20 αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στο ανθρώπινο έμβρυο ή στην εμβρυική ανάπτυξη ανθρώπων είναι προς το παρόν άγνωστες (βλ. παράγραφο 5.3).

Θηλασμός

Οι ανοσοσφαιρίνες απεκκρίνονται στο γάλα και ενδέχεται να συμβάλλουν στην προστασία του νεογνού από παθογόνα που έχουν ως πύλη εισόδου τους βλεννογόνους. Ένα βρέφος στο Μητρώο Εγκυμοσύνης (Μελέτη 161301) έλαβε θηλασμό. Όλα τα ανεπιθύμητα συμβάντα αναφέρθηκαν ως μη σχετιζόμενα με προηγούμενη ή τρέχουσα θεραπεία HyQvia.

Γονιμότητα

Προς το παρόν δεν υπάρχουν δεδομένα κλινικής ασφάλειας αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στη γονιμότητα.

Η κλινική εμπειρία με τις ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις από την IG 10% στη γονιμότητα.

Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις των χρησιμοποιούμενων δόσεων rHuPH20 προς διευκόλυνση της χορήγησης της IG 10%, στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Η ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να επηρεαστεί από κάποιες ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονται με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, π.χ. ζάλη (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς που εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να περιμένουν έως ότου αυτές υποχωρήσουν προτού οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

IG 10%

Ενδέχεται να εμφανιστούν σποραδικά ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ρίγη, κεφαλαλγία, ζάλη, πυρετός, έμετος, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, αρθραλγία, χαμηλή αρτηριακή πίεση και μετρίου βαθμού οσφυαλγία.

Σπανίως, οι ανθρώπινες φυσιολογικές ανοσοσφαιρίνες μπορούν να προκαλέσουν αιφνίδια πτώση της αρτηριακής πίεσης και, σε μεμονωμένα περιστατικά, αναφυλακτική καταπληξία, ακόμη κι όταν ο ασθενής δεν έχει δείξει υπερευαισθησία σε προηγούμενη χορήγηση.

Τοπικές αντιδράσεις στη θέση έγχυσης: τοπική διόγκωση, άλγος, ερυθρότητα, σκλήρυνση, τοπική αίσθηση καύσου, κνησμός, μώλωπες και εξάνθημα ενδέχεται να εκδηλωθούν συχνά.

Με την ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις, παροδικής άσηπτης μηνιγγίτιδας, παροδικών αιμολυτικών αντιδράσεων, αύξησης του επιπέδου κρεατινίνης ορού ή/και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, βλ. παράγραφο 4.4.

Θρομβοεμβολικές αντιδράσεις όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση έχουν παρατηρηθεί σπανίως με προϊόντα IVIg και SCIg.

Για πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια από μεταδιδόμενους παράγοντες, βλ. παράγραφο 4.4.

rHuPH20

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία της rHuPH20 σε παρόμοια σκευάσματα χορηγούμενα υποδορίως για τη διάχυση και την απορρόφηση υποδορίως χορηγούμενων υγρών ή φαρμακευτικών προϊόντων ήταν, ήπιες τοπικές αντιδράσεις στη θέση της έγχυσης, όπως ερύθημα και άλγος. Το οίδημα είναι η συχνότερα αναφερόμενη αντίδραση που σχετίζεται με την υποδόρια χορήγηση υψηλού όγκου υγρών.

Αντισώματα κατά της rHuPH20

Συνολικά 13 από τους 83 συμμετέχοντες που έλαβαν μέρος σε πιλοτική μελέτη PID ανέπτυξαν αντίσωμα ικανό να δεσμεύεται στην rHuPH20 τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της κλινικής μελέτης. Αυτά τα αντισώματα δεν είχαν δυνατότητα εξουδετέρωσης της rHuPH20. Δεν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί χρονική συσχέτιση μεταξύ των ανεπιθύμητων ενεργειών και της παρουσίας αντισωμάτων κατά της rHuPH20. Δεν υπήρξε καμία αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης ή στη βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς που ανέπτυξαν αντισώματα στην rHuPH20.

Συνολικά 16 από τους 132 ασθενείς που έλαβαν rHuPH20 ανέπτυξαν δεσμευτικά αντισώματα

αντι-rHuPH20 τουλάχιστον μία φορά σε μελέτες για CIDP οι οποίες περιελάμβαναν 289 ασθενο-έτη παρακολούθησης. Δύο άτομα ανέπτυξαν εξουδετερωτικά αντισώματα αντι-rHuPH20. Δεν παρατηρήθηκαν προβλήματα αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας με τη θετικότητα για δεσμευτικά ή εξουδετερωτικά αντισώματα.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό τη μορφή πίνακα

Η ασφάλεια του HyQvia αξιολογήθηκε σε 228 ασθενείς που έλαβαν συνολικά 7.287 εγχύσεις στο πλαίσιο 6 κλινικών μελετών. Σε αυτές περιλαμβάνονταν 4 κλινικές μελέτες (160602, 160603, 160902 και 161101) σε 124 μεμονωμένους ασθενείς με πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια που έλαβαν

3.202 εγχύσεις και 2 κλινικές μελέτες (161403 Epoch 1 και 161505) σε 104 μεμονωμένους ασθενείς με CIDP που έλαβαν 4.085 εγχύσεις HyQvia.

Ο πίνακας που παρουσιάζεται παρακάτω είναι σύμφωνος με τις Κατηγορίες Οργανικών Συστημάτων (ΚΟΣ και Προτιμώμενος Όρος) κατά MedDRA (27.1).

Οι συχνότητες ανά έγχυση έχουν αξιολογηθεί χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως

<1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομαδοποίησης συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες (ADR) επιλέχθηκαν βάσει της εκτίμησης του χορηγού. Στον πίνακα παρουσιάζονται όλα τα περιστατικά ADR (κατά τη διάρκεια της πρώτης δόσης ή μετά τη χορήγησή της), ανεξάρτητα από την εκτίμηση του ερευνητή ως προς την αιτιώδη σχέση. Για σκοπούς ανάλυσης, ορισμένοι προτιμώμενοι όροι έχουν συμπτυχθεί σε έναν ενιαίο, γενικό όρο.

Πίνακας 3: Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (ADR) που αναφέρθηκαν ανά έγχυση σε ασθενείς υπό θεραπεία με HyQvia σε κλινικές μελέτες (160602, 160603, 160902, 161101, 161403 Epoch 1 και 161505) και κατά την εποπτεία μετά την κυκλοφορία στην αγορά, ποσοστό αναφοράς ανά ασθενή ή ανά έγχυση.

Κατηγορία οργανικώνσυστημάτων (ΚΟΣ) κατά MedDRA Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου Συχνότητα ανά ασθενή N=228 Συχνότητα ανά έγχυση N=7.287
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Άσηπτη μηνιγγίτιδα* Μη γνωστής συχνότητας Μη γνωστής συχνότητας
Κατηγορία οργανικών συστημάτων (ΚΟΣ)κατά MedDRA Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου Συχνότητα ανά ασθενή N=228 Συχνότητα ανά έγχυση N=7.287
Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία* Μη γνωστής συχνότητας Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Πολύ συχνές Συχνές
Ζάλη Συχνές Όχι συχνές
Ημικρανία Συχνές Όχι συχνές
Παραισθησία Συχνές Όχι συχνές
Αίσθημα καύσου Συχνές Όχι συχνές
Τρόμος Συχνές Σπάνιες
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο Όχι συχνές Σπάνιες
Καρδιακές διαταραχές Φλεβοκομβική ταχυκαρδία και Ταχυκαρδία Συχνές Όχι συχνές
Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση και Αυξημένη αρτηριακή πίεση του αίματος Πολύ συχνές Όχι συχνές
Υπόταση Συχνές Σπάνιες
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχέςμεσοθωρακίου Δύσπνοια Συχνές Σπάνιες
Γαστρεντερικές διαταραχές Ναυτία Πολύ συχνές Συχνές
Κοιλιακό άλγος, κοιλιακό άλγος κάτωκοιλιακής χώρας, κοιλιακό άλγος άνω κοιλιακής χώρας και κοιλιακή ευαισθησία Πολύ συχνές Όχι συχνές
Διάρροια Πολύ συχνές Όχι συχνές
Έμετος Πολύ συχνές Όχι συχνές
Διάταση της κοιλίας Συχνές Όχι συχνές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Ερύθημα Συχνές Όχι συχνές
Κνησμός
Εξάνθημα, ερυθηματώδες εξάνθημα, κηλιδώδες εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα και βλατιδώδες εξάνθημα Συχνές Όχι συχνές
Κνίδωση Συχνές Όχι συχνές
Υπεριδρωσία Συχνές Σπάνιες
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυαλγία Συχνές Όχι συχνές
Αρθραλγία Πολύ συχνές Όχι συχνές
Δυσφορία άκρου και Άλγος σε άκρο Συχνές Όχι συχνές
Πόνος σε ράχη Συχνές Όχι συχνές
Δυσκαμψία άρθρωσης Όχι συχνές Όχι συχνές
Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα Συχνές Όχι συχνές
Άλγος στη βουβωνική χώρα Συχνές Σπάνιες
Διαταραχές τωννεφρών και των ουροφόρων οδών Αιμοσιδηρινουρία Συχνές Σπάνιες
Κατηγορία οργανικών συστημάτων (ΚΟΣ)κατά MedDRA Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου Συχνότητα ανά ασθενή N=228 Συχνότητα ανά έγχυση N=7.287
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Πολύ συχνές Πολύ συχνές
- Δυσφορία στη θέση έγχυσης, Άλγος στη θέση έγχυσης, Άλγος στη θέση ένεσης, Άλγος στη θέση παρακέντησης καιΕυαισθησία Πολύ συχνές Συχνές
- Ερύθημα στη θέση έγχυσης και Ερύθημα στη θέση ένεσης Πολύ συχνές Συχνές
- Οίδημα στη θέση έγχυσης, Οίδημα στη θέση ένεσης, Διόγκωση στη θέση έγχυσης, Διόγκωση στη θέση ένεσηςκαι Διόγκωση (τοπική) Πολύ συχνές Συχνές
- Κνησμός στη θέση έγχυσης, Κνησμός στη θέση ένεσης, Κνησμός στη θέση παρακέντησης και Αιδιοκολπικόςκνησμός Πολύ συχνές Συχνές
- Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση Συχνές Όχι συχνές
- Μώλωπας στη θέση έγχυσης, Μώλωπας στη θέση ένεσης, Αιμάτωμα στη θέση έγχυσης, Αιμάτωμα στη θέση ένεσης, Αιμορραγία στη θέση έγχυσης και Μώλωπας στη θέση παρακέντησηςαγγείου Συχνές Όχι συχνές
- Αντίδραση στη θέση έγχυσης, Αντίδραση στη θέση ένεσης και Αντίδραση στη θέση παρακέντησης Συχνές Όχι συχνές
- Μάζα στη θέση έγχυσης, Μάζα στη θέση ένεσης και Οζίδιο στη θέσηέγχυσης Συχνές Όχι συχνές
- Αποχρωματισμός στη θέση έγχυσης Συχνές Όχι συχνές
- Εξάνθημα στη θέση έγχυσης και Εξάνθημα στη θέση ένεσης Συχνές Όχι συχνές
- Σκληρία στη θέση έγχυσης και Σκληρία στη θέση ένεσης Συχνές Όχι συχνές
- Αίσθημα θερμού στη θέση έγχυσης Συχνές Σπάνιες
- Παραισθησία στη θέση έγχυσης και Παραισθησία στη θέση ένεσης Συχνές Σπάνιες
- Φλεγμονή στη θέση έγχυσης Συχνές Σπάνιες
- Διαρροή από τη θέση έγχυσης* Μη γνωστής συχνότητας Μη γνωστής συχνότητας
Αίσθημα θερμού και Πυρεξία Πολύ συχνές Συχνές
Γριππώδης συνδρομή* Μη γνωστής συχνότητας Μη γνωστής συχνότητας
Εξασθένιση, Κόπωση, Λήθαργος καιΑίσθημα κακουχίας Πολύ συχνές Συχνές
Ρίγη Συχνές Όχι συχνές
Οίδημα, Περιφερικό οίδημα και Διόγκωση (συστηματική) Συχνές Όχι συχνές
Εντοπισμένο οίδημα, Περιφερική διόγκωση και Οίδημα του δέρματος Συχνές Όχι συχνές
  • Τοπικές αντιδράσεις (συνολικές)

Κατηγορία οργανικών συστημάτων (ΚΟΣ)κατά MedDRA Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου Συχνότητα ανά ασθενή N=228 Συχνότητα ανά έγχυση N=7.287
Οίδημα εκ βαρύτητας, Οίδημα γεννητικώνοργάνων, Διόγκωση οσχέου και Αιδιοκολπική διόγκωση Συχνές Όχι συχνές
Παρακλινικές εξετάσεις Δοκιμασία Coombs άμεση θετική και θετική δοκιμασία Coombs Συχνές Σπάνιες

* Ανεπιθύμητα συμβάντα από την εποπτεία μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι πιο συχνές τοπικές αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των βασικών κλινικών μελετών περιλαμβάνουν άλγος στη θέση έγχυσης, ερύθημα στη θέση έγχυσης και οίδημα στη θέση έγχυσης. Οι περισσότερες από τις τοπικές αντιδράσεις ήταν ήπιες σε σοβαρότητα και αυτοπεριοριζόμενες. Στις μελέτες PID, 2 περιπτώσεις τοπικών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν βαριάς μορφής (άλγος στη θέση έγχυσης και διόγκωση της θέσης έγχυσης) και στις μελέτες CIDP,

4 περιπτώσεις ήταν βαριάς μορφής (εξαγγείωση στη θέση έγχυσης, φλεγμονή στη θέση έγχυσης, κνησμός της θέσης έγχυσης και αντίδραση στη θέση έγχυσης). Στις μελέτες PID, υπήρξαν

2 περιπτώσεις παροδικού οιδήματος γεννητικών οργάνων, η μία εκ των οποίων θεωρήθηκε βαριάς μορφής, που προέκυψαν από τη διάχυση του φαρμακευτικού προϊόντος από τη θέση έγχυσης στην κοιλιακή χώρα. Στις μελέτες CIDP, υπήρχε μια ήπια περίπτωση οιδήματος γεννητικών οργάνων (διόγκωση πέους). Δεν παρατηρήθηκαν δερματικές μεταβολές που να μην υποχώρησαν στη διάρκεια της κλινικής μελέτης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

PID

Στη βασική μελέτη 160603 υπήρχαν 2 από τους 24 παιδιατρικούς ασθενείς με επίπεδα ολικών αντισωμάτων anti-rHuPH20 1:160 ή υψηλότερα. Κανένας δεν είχε αντισώματα εξουδετέρωσης.

Μια προοπτική, Φάσης 4, πολυκεντρική μελέτη στην Ευρώπη αξιολόγησε 42 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2 έως < 18 ετών) οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη

(Μελέτη 161504). Δεν παρατηρήθηκαν νεότερα στοιχεία που σχετιζονται με την ασφάλεια. Κανένας ασθενής δεν ήταν θετικός (τίτλος ≥ 160) για αντισώματα δέσμευσης anti-rHuPH20. Το HyQvia βρέθηκε ότι ήταν ασφαλές και ανεκτό μεταξύ των παιδιατρικών ασθενών (ηλικίας 2 έως < 18 ετών) με πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκειες PIDD.

Τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών έδειξαν παρόμοια προφίλ ασφάλειας στους ενήλικες και στον παιδιατρικό πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων της φύσης, της συχνότητας, της σοβαρότητας και της αναστρεψιμότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών.

CIDP

Το HyQvia δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ή έφηβους ασθενείς (0 έως 18 ετών) με CIDP.

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Πρωτοπαθής ανοσοανεπάρκεια

Σε μετεγκριτικές μελέτες για την ασφάλεια (ΕΕ 161302, ΗΠΑ 161406) συμπεριλήφθηκαν 15 και 77 ηλικιωμένοι ασθενείς, αντίστοιχα. Συνολικά, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές ως προς την ασφάλεια μεταξύ των συμμετεχόντων με PID ηλικίας άνω των 65 ετών και των συμμετεχόντων ηλικίας μεταξύ 18 και 65 ετών.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Οι συνέπειες της υπερδοσολογίας δεν είναι γνωστές.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - HYQVIA 100MG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοοροί και ανοσοσφαιρίνες: ανοσοσφαιρίνες, φυσιολογικές ανθρώπινες, για εξωαγγειακή χορήγηση, κωδικός ATC: J06BA01.

Μηχανισμός δράσης

Το συστατικό IG 10% παρέχει τη θεραπευτική δράση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος. Η rHuPH20 διευκολύνει τη διάχυση και την απορρόφηση της IG 10%.

Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει κυρίως ανοσοσφαιρίνη G (IgG) με ένα ευρύ φάσμα αντισωμάτων οψωνινοποίησης και εξουδετέρωσης λοιμογόνων παραγόντων. Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει τα αντισώματα IgG τα οποία υπάρχουν στο φυσιολογικό πληθυσμό. Συνήθως παρασκευάζεται από μείγμα ανθρώπινου πλάσματος

από τουλάχιστον 1.000 αιμοδοσίες. Εμφανίζει κατανομή υποτάξεων IgG σε αναλογία παραπλήσια με εκείνη που παρατηρείται στο εγγενές ανθρώπινο πλάσμα. Επαρκείς δόσεις ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης μπορούν να επαναφέρουν τα μη φυσιολογικά χαμηλά επίπεδα

της IgG στο φυσιολογικό εύρος τιμών. Ο μηχανισμός δράσης σε άλλες ενδείξεις πλην της θεραπείας υποκατάστασης δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως, αλλά περιλαμβάνει ανοσορρυθμιστικές επιδράσεις.

Η ανασυνδυασμένη ανθρώπινη υαλουρονιδάση είναι μια διαλυτή ανασυνδυασμένη μορφή ανθρώπινης υαλουρονιδάσης που αυξάνει τη διαπερατότητα του υποδόριου ιστού μέσω προσωρινού αποπολυμερισμού της υαλουρονάνης. Η υαλουρονάνη είναι ένας πολυσακχαρίτης που υπάρχει στη μεσοκυττάρια θεμέλια ουσία του συνδετικού ιστού. Αποπολυμερίζεται από το φυσικά παραγόμενο ένζυμο της υαλουρονιδάσης. Αντίθετα με τα σταθερά δομικά συστατικά της διάμεσης θεμέλιας ουσίας, η υαλουρονάνη εμφανίζει πολύ γρήγορο ρυθμό ανανέωσης με χρόνο ημίσειας ζωής ίσο περίπου με 0,5 ημέρες. Η rHuPH20 του HyQvia δρα τοπικά. Οι επιδράσεις της υαλουρονιδάσης είναι αναστρέψιμες και η διαπερατότητα του υποδόριου ιστού αποκαθίσταται εντός 24 έως 48 ωρών.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

PID

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του HyQvia αξιολογήθηκαν σε μια μελέτη φάσης 3 (160603) σε 83 ασθενείς με πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια. Οι ασθενείς το έλαβαν σε μεσοδιάστημα

θεραπείας 3 ή 4 εβδομάδων για 12 μήνες συνολικά (μετά από μια σύντομη περίοδο τιτλοδότησης). Η δόση βασίστηκε στην προηγούμενη θεραπεία με ενδοφλέβια χορήγηση IG 10%

(320 έως 1.000 mg/kg σωματικού βάρους/4 εβδομάδες) και προσαρμόστηκε σε κάθε ασθενή, διασφαλίζοντας επαρκή επίπεδα IgG καθόλη τη διάρκεια της μελέτης.

Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν, ένα ποσοστό επαληθευμένων, οξειών, σοβαρών βακτηριακών λοιμώξεων ανά έτος στη διάρκεια της θεραπείας με HyQvia, της τάξεως των 0,025 (ανώτερο όριο του μονόπλευρου Διαστήματος Εμπιστοσύνης 99%: 0,046). Το συνολικό ποσοστό λοιμώξεων ήταν μικρότερο στη διάρκεια χορήγησης HyQvia σε σχέση με εκείνο των 3 μηνών της ενδοφλέβιας χορήγησης IG 10%: η σημειακή εκτίμηση του ετησιοποιημένου ποσοστού όλων των λοιμώξεων ήταν 2,97 (ΔΕ 95%: 2,51 έως 3,47) για το HyQvia και 4,51 (ΔΕ 95%: 3,50 έως 5,69) για ενδοφλέβιες

εγχύσεις IG 10%.

Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες μπόρεσαν να επιτύχουν με το HyQvia το ίδιο δοσολογικό μεσοδιάστημα που πέτυχαν με την ενδοφλέβια χορήγηση. Εβδομήντα οκτώ (78) από

τους 83 (94%) συμμετέχοντες πέτυχαν το ίδιο δοσολογικό μεσοδιάστημα των 3 ή 4 εβδομάδων, ένας συμμετέχων είχε μείωση από τις 4 στις 3 εβδομάδες, ένας από τις 4 στις 2 εβδομάδες και ένας από τις 3 στις 2 εβδομάδες (2 συμμετέχοντες αποχώρησαν στη διάρκεια της περιόδου τιτλοδότησης).

Ο διάμεσος αριθμός θέσεων έγχυσης ανά μήνα για το HyQvia ήταν 1,09, αριθμός ελαφρώς χαμηλότερος από τον διάμεσο αριθμό θέσεων ενδοφλέβιας έγχυσης IG 10% που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την μελέτη (1,34) και σημαντικά χαμηλότερος από τον διάμεσο αριθμό θέσεων έγχυσης στη μελέτη της υποδόριας χορήγησης IG 10% (21,43).

Εξήντα έξι (66) ασθενείς που ολοκλήρωσαν την πιλοτική μελέτη φάσης 3 συμμετείχαν σε μια μελέτη επέκτασης (160902) για την αξιολόγηση της ασφάλειας, της ανοχής και της αποτελεσματικότητας του HyQvia σε πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια. Η συνολική συνδυασμένη έκθεση των ασθενών με πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια ήταν 187,69 ασθενείς-έτη, ενώ η μεγαλύτερη έκθεση για τους ενήλικες ήταν 3,8 έτη και για τους παιδιατρικούς ασθενείς 3,3 έτη.

Μελέτη 161302 (ΕΕ):

Αυτή η μη παρεμβατική, μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια του HyQvia σε συμμετέχοντες που έλαβαν θεραπεία με HyQvia διεξήχθη για περίπου 6 έτη. Στη μελέτη εγγράφηκαν συνολικά 111 ενήλικες ασθενείς. Η μέση ηλικία του πληθυσμού της μελέτης ήταν

46,2 (τυπική απόκλιση [SD]=14,69) έτη, και 14,2% (n=15) των συμμετεχόντων ήταν 65 ετών ή μεγαλύτεροι. Πάνω από το ήμισυ των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες (n=60, 56,6%), εκ των οποίων 56,7% ήταν σε αναπαραγωγική ηλικία. Αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει το γνωστό προφίλ ασφάλειας του HyQvia.

Μελέτη 161406 (ΗΠΑ):

Αυτή η μη παρεμβατική, μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια του HyQvia διεξήχθη για περίπου 6 έτη. Συνολικά εγγράφηκαν 253 ενήλικες ασθενείς με PID. Η διάμεση ηλικία ήταν 57,0 έτη, 30,4% (n=77) ήταν 65 ετών ή μεγαλύτεροι, και 79,1% (n=200) ήταν γυναίκες, εκ των οποίων 22,5% (n=45) ήταν σε αναπαραγωγική ηλικία. Αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει το γνωστό προφίλ ασφάλειας του HyQvia.

CIDP

Μελέτη 161403 (ADVANCE-1):

Σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 3, 132 ενήλικες ασθενείς με CIDP υποβλήθηκαν σε αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας, της

ασφάλειας και της ανοχής του HyQvia ως θεραπεία συντήρησης για αποτροπή της υποτροπής, η οποία επιτρέπει την αυτο-χορήγηση συνολικής θεραπευτικής δόσης κάθε 2 έως 4 εβδομάδες. Στη μελέτη εγγράφηκαν ασθενείς ηλικίας ≥ 18 ετών (άντρες ή γυναίκες) τη στιγμή της διαλογής, οι οποίοι είχαν τεκμηριωμένη διάγνωση οριστικής ή πιθανής CIDP σύμφωνα με τα κριτήρια της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Νευρολογικών Εταιρειών/της Εταιρείας Περιφερικού Νεύρου (European Federation of Neurological Societies/Peripheral Nerve Society, EFNS/PNS) 2010. Όλοι οι ασθενείς που πληρούσαν τις προϋποθέσεις είχαν ανταποκριθεί στη θεραπεία με IgG στο παρελθόν (μερική ή πλήρης υποχώρηση νευρολογικών συμπτωμάτων) και βρίσκονταν σε σταθερή δόση της θεραπείας με IVIg

εντός του εύρους δόσης που ισοδυναμεί με σωρευτική μηνιαία δόση 0,4 έως 2,4 g/kg σωματικού βάρους χορηγούμενης ενδοφλεβίως για τουλάχιστον 12 εβδομάδες πριν από τη διαλογή. Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν η αναλογία των ασθενών που εμφάνισαν υποτροπή, η οποία ορίζεται ως αύξηση

≥ 1 βαθμό ως προς τη βαθμολογία έναρξης προ της ΥΔ θεραπείας σε 2 διαδοχικές προσαρμοσμένες βαθμολογίες αναπηρίας της κλίμακας αιτίας και θεραπείας φλεγμονώδους νευροπάθειας (INCAT) που ελήφθησαν σε διάστημα μικρότερο των επτά ημερών μεταξύ τους.

Η ανάλυση του πρωτεύοντος τελικού σημείου με χρήση κατάλληλων στρατηγικών εκ των υστέρων (post-hoc) για τον χειρισμό παρεμπίπτοντων συμβάντων και ελλιπών τιμών εκβάσεων με χρήση του πολλαπλού καταλογισμού αποκάλυψε ποσοστό υποτροπής 15,5% ( ΔΕ 95%: 8,36, 26,84) στην ομάδα HyQvia και 31,7% (ΔΕ 95%: 21,96, 43,39) στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Η διαφορά θεραπείας ήταν -16,2 (ΔΕ 95%: -29,92, -1,27), ευνοώντας το HyQvia έναντι του εικονικού φαρμάκου.

Μελέτη 161505 (ADVANCE-3):

Η μελέτη 161505 ήταν μια μακροπρόθεσμη πολυκεντρική μελέτη φάσης 3β της υποδόριας θεραπείας με HyQvia σε ενήλικες ασθενείς με CIDP που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με HyQvia (ή εικονικό φάρμακο) στη μελέτη 161403. Ο πρωτεύων στόχος της μελέτης ήταν η συλλογή μακροπρόθεσμων δεδομένων σχετικά με την ασφάλεια, την ανεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα (αποκλειστικά ως διερευνητικά μέτρα) του HyQvia στον πληθυσμό ασθενών.

Δυνατότητα εγγραφής σε αυτήν τη μελέτη είχαν ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη 161403 Epoch 1 χωρίς επιδείνωση της CIDP. Εγγράφηκαν και έλαβαν θεραπεία συνολικά 85 ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη 161403 και πληρούσαν τα κριτήρια επιλογής για τη μελέτη 161505. Η μέση

διάρκεια έκθεσης στο HyQvia ήταν 31,1 μήνες (εύρος: 0 έως 77,3). Ο συνολικός χρόνος έκθεσης ήταν 219,9 ασθενο-έτη. Οι εκβάσεις ασφάλειας επιβεβαίωσαν το γνωστό προφίλ ασφάλειας του HyQvia και δεν αποκάλυψαν νέα στοιχεία που σχετίζονται με την ασφάλεια. Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν ήπιας ή μέτριας σοβαρότητας, τοπικές ή/και αυτοπεριοριζόμενες.

Συνολικά, 10 εκ των 77 αξιολογηθέντων ασθενών εμφάνισαν υποτροπή της CIDP κατά τη διάρκεια της μελέτης. Τα ποσοστά υποτροπής ανά 6 μήνες και ανά έτος ήταν 0,023 και 0,045, αντίστοιχα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

PID

Στις βασικές μελέτες, το HyQvia αξιολογήθηκε σε 24 παιδιατρικούς ασθενείς εκ των οποίων 13 ήταν μεταξύ 4 και < 12 ετών και 11 μεταξύ 12 και < 18 ετών, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία για έως και

3,3 έτη, με μια συνολική εμπειρία για την ασφάλεια ισοδύναμη με 48,66 ασθενο-έτη (όπως περιγράφεται στην παράγραφο «Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια»). Δεν παρατηρήθηκαν υπολογίσιμες διαφορές στις φαρμακοδυναμικές επιδράσεις ή στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του HyQvia ανάμεσα σε παιδιατρικούς ασθενείς και ενήλικες. Βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8.

Το φαρμακευτικό προϊόν αξιολογήθηκε σε 42 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2 έως <18 ετών) σε μια Φάσης 4, μη ελεγχόμενη, πολυκεντρική μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη. Δεν παρατηρήθηκαν νεότερα στοιχεία που σχετιζονται με την ασφάλεια σε παιδιατρικούς ασθενείς με PID.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το HyQvia σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην θεραπεία της PID ως μοντέλου θεραπείας υποκατάστασης. Bλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.

CIDP

Το HyQvia δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ή έφηβους ασθενείς (0 έως 18 ετών) με CIDP.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά την υποδόρια χορήγηση του HyQvia σε ασθενείς με PID, τα μέγιστα επίπεδα IgG στον ορό επιτυγχάνονται στην κυκλοφορία του αίματος του λήπτη μετά από περίπου 3 έως 5 ημέρες.

Η IgG και τα συμπλέγματα της IgG διασπώνται σε κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος. PID

Η φαρμακοκινητική (ΦΚ) του HyQvia έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες (160601, 160602

και 160603) σε ασθενείς με PID ηλικίας 12 ετών και άνω. Τα δεδομένα από τις κλινικές μελέτες στην PID δείχνουν ότι τα ελάχιστα επίπεδα IgG στον ορό μπορούν να διατηρηθούν με δοσολογικά σχήματα των 320 έως 1.000 mg/kg σωματικού βάρους/4 εβδομάδες, χορηγούμενα σε

μεσοδιάστημα 3 ή 4 εβδομάδων.

Τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα, συγκρινόμενα με τα δεδομένα για την ενδοφλέβια χορήγηση της IG 10% που προήλθαν από την ίδια μελέτη.

Πίνακας 4: Φαρμακοκινητικές παράμετροι του HyQvia σε σύγκριση με την ενδοφλέβια χορήγηση της IG 10%

Παράμετρος HyQvia Διάμεση τιμή(ΔΕ 95%) N=60 ε.φ.IG 10%Διάμεση τιμή(ΔΕ 95%) N=68
Cmax [g/l] 15,5 (14,5; 17,1) 21,9 (20,7; 23,9)
Cmin [g/l] 10,4 (9,4 έως 11,2) 10,1 (9,5 έως 10,9)
AUC ανά εβδομάδα [g*ημέρες/l] 90,52 (83,8 έως 98,4) 93,9 (89,1 έως 102,1)
Tmax [ημέρες] 5,0 (3,3 έως 5,1) 0,1 (0,1 έως 0,1)
Φαινόμενη κάθαρση ή κάθαρση [mL/kg/ημέρα] 1,6 (1,4 έως 1,79) 1,4 (1,2 έως 1,4)
Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής [ημέρες] 45,3 (41,0 έως 60,2) 35,7 (32,4 έως 40,4)

CIDP

Το πλήρες φαρμακοκινητικό προφίλ του HyQvia δεν αξιολογήθηκε στην κλινική μελέτη (161403) σε ασθενείς με CIDP ηλικίας 18 ετών και άνω. Καθόλη τη διάρκεια της μελέτης αξιολογήθηκαν μόνο τα κατώτερα επίπεδα ολικής IgG στον ορό. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας με το HyQvia, τα κατώτερα επίπεδα ολικής IgG στον ορό παρέμειναν σταθερά. Για ασθενείς που εμφάνισαν υποτροπή και άλλαξαν θεραπεία σε IVIg (n=6), τα κατώτερα επίπεδα ολικής IgG στον ορό ήταν επίσης σταθερά καθόλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας με HyQvia ή IVIg.

Τα διάμεσα κατώτερα επίπεδα ολικής IgG στην CIDP ήταν περίπου 40% υψηλότερα απ’ ό,τι στην PID.

Παιδιατρικός πληθυσμός

PID

Στην κλινική μελέτη με το HyQvia, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στα ελάχιστα επίπεδα IgG στο πλάσμα ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς.

CIDP

Το HyQvia δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ή έφηβους ασθενείς (0 έως 18 ετών) με CIDP.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - HYQVIA 100MG/ML

Κατάλογος εκδόχων

Φιαλίδιο ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης (IG 10%)

Γλυκίνη

Ύδωρ για ενέσιμα

Φιαλίδιο ανασυνδυασμένης ανθρώπινης υαλουρονιδάσης (rHuPH20)

Χλωριούχο νάτριο

Διβασικό φωσφορικό νάτριο Ανθρώπινη λευκωματίνη

Δινάτριο αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό οξύ (EDTA) Χλωριούχο ασβέστιο

Υδροξείδιο νατρίου (για ρύθμιση pH) Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση pH) Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C – 8 °C).

Το προϊόν μπορεί να φυλάσσεται σε θερμοκρασία άνω των +8 °C και κάτω των +25 °C για έως και

3 μήνες. Μην ψύχετε μετά τη φύλαξη σε θερμοκρασία δωματίου. Απορρίψτε μετά από 3 μήνες ή μετά το πέρας της ημερομηνίας λήξης, όποιο από τα δύο επέλθει πρώτο.

Η ημερομηνία αφαίρεσης από το ψυγείο πρέπει να καταγράφεται στο εξωτερικό κουτί. Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε τα φιαλίδια στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύονται από το φως.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιαλίδιο ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης (IG 10%)

25, 50, 100, 200 ή 300 mL διαλύματος σε φιαλίδιο (γυαλί τύπου Ι) με πώμα (ελαστικό βρωμοβουτυλίου).

Φιαλίδιο ανασυνδυασμένης ανθρώπινης υαλουρονιδάσης (rHuPH20)

1,25, 2,5, 5, 10 ή 15 mL διαλύματος σε φιαλίδιο (γυαλί τύπου Ι) με πώμα (ελαστικό χλωροβουτυλίου). Μέγεθος συσκευασίας:

Ένα φιαλίδιο IG 10% και ένα φιαλίδιο rHuPH20 σε συσκευασία δύο φιαλιδίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να αποκτά θερμοκρασία δωματίου πριν από τη χρήση. Μη χρησιμοποιείτε συσκευές θέρμανσης, ούτε φούρνο μικροκυμάτων.

Η IG 10% είναι ένα διαυγές ή ελαφρώς ιριδίζων και άχρωμο ή υποκίτρινο διάλυμα. Η rHuPH20 είναι ένα διαυγές, άχρωμο διάλυμα.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν αποτελείται από 2 φιαλίδια. Και τα δύο φιαλίδια θα πρέπει να επιθεωρούνται οπτικά για σωματιδιακή ύλη και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Τα διαλύματα που είναι θολά ή παρουσιάζουν ίζημα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Μην ανακινείτε.

Μην αναμιγνύετε τα συστατικά του HyQvia πριν από τη χορήγηση.

Μη χρησιμοποιείτε συσκευές προσπέλασης φιαλιδίων με αεραγωγό πώμα για την αφαίρεση της rHuPH20 από τα φιαλίδια.

Χρησιμοποιείτε άσηπτη τεχνική κατά την προετοιμασία και τη χορήγηση του HyQvia. Σε περιπτώσεις όπου απαιτούνται περισσότερα του ενός φιαλίδια του φαρμακευτικού προϊόντος IG 10% ή της rHuPH20 ούτως ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη δόση για την έγχυση, η IG 10% ή/και η rHuPH20 θα πρέπει να προετοιμάζεται/όνται ξεχωριστά σε κατάλληλους περιέκτες διαλυμάτων πριν από τη χορήγηση. Απορρίψτε τα μερικώς χρησιμοποιημένα φιαλίδια.

Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx (1 VIAL x50ml+1 VIAL x2,5ml)
Τιμή
378,14 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
BTx (1 VIAL x100ml+1 VIAL x5ml)
Τιμή
735,65 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
BTx (1 VIAL x200ml+1 VIAL x10ml)
Τιμή
1.433,48 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
BTx (1 VIAL x300ml+1 VIAL x15ml)
Τιμή
2.129,60 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
BTx (1 VIAL x25ml+1 VIAL x1,25ml)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.