Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - INOSAMIN 50MG/TAB
Η επλερενόνη ενδείκνυται:
-
επιπλέον της καθιερωμένης θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των β-αποκλειστών, για τη μείωση του κινδύνου της καρδιαγγειακής (ΚΑ) θνητότητας και νοσηρότητας, σε σταθεροποιημένους ασθενείς, με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (LVEF ≤ 40 %) και κλινικά αποδεδειγμένη καρδιακή ανεπάρκεια, μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΕΜ).
-
επιπλέον της καθιερωμένης βέλτιστης θεραπείας, για τη μείωση του κινδύνου της ΚΑ θνητότητας και νοσηρότητας, σε ενήλικες ασθενείς με (χρόνια) καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας II κατά τη New York Heart Association (NYHA) και συστολική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (LVEF≤30%) (βλέπε παράγραφο 5.1).
Δοσολογία
Για την εξατομικευμένη ρύθμιση της δόσης, είναι διαθέσιμες οι περιεκτικότητες των 25 mg και 50 mg. Η μέγιστη δοσολογία είναι 50 mg ημερησίως.
Για ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μετά από ΕΜ:
Η συνιστώμενη δόση συντήρησης της επλερενόνης είναι 50 mg μία φορά ημερησίως (OD). Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει με 25 mg μία φορά ημερησίως και είναι προτιμότερο να τιτλοποιείται, εντός διαστήματος 4 εβδομάδων, έως τη δόση-στόχο των 50 mg, χορηγούμενη μια φορά ημερησίως, λαμβάνοντας υπόψιν τα επίπεδα καλίου του ορού (βλέπε Πίνακα 1). Η θεραπεία με επλερενόνη πρέπει να ξεκινάει συνήθως μέσα σε 3-14 ημέρες, μετά από οξύ ΕΜ.
Για ασθενείς με (χρόνια) καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας II κατά NYHA:
Για ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας II κατά NYHA, η θεραπεία πρέπει να αρχίζει με μια δόση των 25 mg μία φορά ημερησίως και να τιτλοποιείται, εντός διαστήματος 4 εβδομάδων κατά προτίμηση, έως τη δόση-στόχο των 50 mg, λαμβάνοντας υπόψιν τα επίπεδα καλίου του ορού (βλέπε Πίνακα 1 και παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με επίπεδα καλίου ορού > 5,0 mmol/L δεν πρέπει να ξεκινούν θεραπεία με επλερενόνη (βλέπε παράγραφο 4.3).
Το κάλιο του ορού πρέπει να μετράται πριν την έναρξη της θεραπείας με επλερενόνη, κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας και ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας ή την ρύθμιση της δοσολογίας. Τα επίπεδα καλίου του ορού πρέπει, από εκεί και πέρα, να αξιολογούνται περιοδικά ανάλογα με τις ανάγκες.
Μετά την έναρξη, η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τα επίπεδα καλίου του ορού, όπως φαίνεται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1: Πίνακας ρύθμισης της δοσολογίας, μετά την έναρξη της θεραπείας
| Κάλιο ορού (mmol/L) | Δράση | Ρύθμιση δοσολογίας |
| <5,0 | Αύξηση | 25 mg EOD* έως 25 mg OD 25 mg OD έως 50mg OD |
| 5,0-5,4 | Σταθεροποίηση | Δεν χρειάζεται ρύθμιση της δοσολογίας |
| 5,5-5,9 | Μείωση | 50 mg OD έως 25 mg OD 25 mg OD έως 25 mg EOD 25 mg EOD έως διακοπή της θεραπείας |
| >6,0 | Διακοπή | Δεν εφαρμόζεται |
* EOD: κάθε δεύτερη ημέρα
Μετά τη διακοπή της επλερενόνης, λόγω επιπέδων καλίου ορού > 6 mmol/L, η επλερενόνη μπορεί να επαναχορηγηθεί σε δόση 25 mg, κάθε δεύτερη ημέρα, όταν τα επίπεδα του καλίου του ορού πέσουν κάτω από 5,0 mmol/L.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της επλερενόνης σε παιδιά και εφήβους δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 5.1 και 5.2.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται αρχική ρύθμιση της δοσολογίας στους ηλικιωμένους. Λόγω έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται με την ηλικία, ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς. Αυτός ο κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί επιπλέον, όταν συν-νοσηρότητα, που έχει συσχετιστεί με αυξημένη συστηματική έκθεση είναι επίσης παρούσα και συγκεκριμένα ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου του ορού (βλέπε παράγραφο 4.4).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται αρχική ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου του ορού με ρύθμιση της δοσολογίας σύμφωνα με τον Πίνακα 1.
Οι ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 ml/min) πρέπει να ξεκινούν με 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα και η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με τα επίπεδα καλίου (βλέπε Πίνακα 1). Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου του ορού (βλέπε παράγραφο 4.4).
Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <50 ml / min με καρδιακή ανεπάρκεια μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η επλερενόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Δόσεις άνω των 25 mg ημερησίως δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <50 ml / min.
Δεν ενδείκνυται η χρήση σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml / min) (βλέπε παράγραφο 4.3).
Η επλερενόνη δεν απομακρύνεται με αιμοδιύλιση.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται αρχική ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Λόγω αυξημένης συστηματικής έκθεσης στην επλερενόνη, στους ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται συχνός και περιοδικός έλεγχος των επίπεδων του καλίου του ορού σε αυτούς τους ασθενείς, ειδικά εάν είναι ηλικιωμένοι (βλέπε παράγραφο 4.4).
Συγχορηγούμενη θεραπεία
Σε περίπτωση συγχορηγούμενης θεραπείας με ήπιους έως μέτριους αναστολείς του CYP3A4, όπως π.χ. αμιωδαρόνη, διλτιαζέμη και βεραπαμίλη, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει με αρχική δόση τα 25 mg OD. Η δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mg OD (βλέπε παράγραφο 4.5).
Τρόπος χορήγησης
Η επλερενόνη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή (βλέπε παράγραφο 5.2).
-
Υπερευαισθησία στη(ις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο παράγραφο 6.1
-
Ασθενείς με επίπεδα καλίου ορού > 5,0 mmol/L κατά την έναρξη της θεραπείας
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (eGFR <30 mL ανά λεπτό ανά 1,73 m2)
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh Κατηγορία C)
-
Ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά προστατευτικά της απώλειας καλίου ή ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη και νεφαζοδόνη) (βλέπε παράγραφο 4.5)
-
Συγχορήγηση ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) και ενός αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης (ΑΥΑ) με επλερενόνη.
Υπερκαλιαιμία
Μπορεί να παρουσιαστεί υπερκαλιαμία με την επλερενόνη, ως συνέπεια του μηχανισμού δράσης της. Τα επίπεδα καλίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται σε όλους τους ασθενείς με την έναρξη της θεραπείας και κατά την τροποποίηση της δόσης. Κατόπιν, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση κυρίως των ασθενών που έχουν κίνδυνο να αναπτύξουν υπερκαλιαιμία, όπως σε ηλικιωμένους ασθενείς, σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2) και σε ασθενείς με διαβήτη. Η χρήση συμπληρωμάτων καλίου, μετά την έναρξη της θεραπείας με επλερενόνη, δεν συνιστάται, λόγω του αυξημένου κινδύνου υπερκαλιαιμίας. Η μείωση της δόσης της επλερενόνης, έδειξε να προκαλεί μείωση των επιπέδων του καλίου του ορού. Σε μία μελέτη, η προσθήκη υδροχλωροθειαζίδης στην αγωγή με επλερενόνη έδειξε ότι αντιστάθμιζε την αύξηση των επιπέδων του καλίου του ορού.
Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας μπορεί να αυξηθεί όταν η επλερενόνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με έναν αναστολέα ΜΕΑ και/ή με έναν ΑΥΑ. Ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ και ενός ΑΥΑ με επλερενόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας
Τα επίπεδα του καλίου πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης και της διαβητικής μικροαλβουμινουρίας. Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας αυξάνει, όσο εκπίπτει η νεφρική λειτουργία. Παρόλο που τα δεδομένα από την μελέτη Eplerenone Post-acute Myocardial Infarction Heart Failure Efficacy and Survival Study (EPHESUS) σε ασθενείς με διαβήτη Τύπου 2 και μικροαλβουμινουρία είναι περιορισμένα, μια αυξημένη εμφάνιση υπερκαλιαιμίας παρατηρήθηκε σε αυτό το μικρό αριθμό ασθενών. Επομένως, αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Η επλερενόνη δεν απομακρύνεται με αιμοδιύλιση.
Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
Δεν παρουσιάστηκε αύξηση του καλίου του ορού άνω των 5,5 mmol/L, σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Κατηγορία A και B). Τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών πρέπει να παρακολουθούνται σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η χρήση της επλερενόνης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, δεν έχει αξιολογηθεί και για αυτό το λόγο αντενδείκνυται (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.3).
Επαγωγείς του CYP3A4
Συγχορήγηση επλερενόνης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5).
Λίθιο, κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια θεραπείας με επλερενόνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Λακτόζη
Τα δισκία περιέχουν λακτόζη και δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, σε έλλειψη λακτάσης Lapp ή σε δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Διουρητικά προστατευτικά της απώλειας καλίου και συμπληρώματα καλίου
Λόγω αυξημένου κινδύνου υπερκαλιαιμίας, η επλερενόνη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά προστατευτικά της απώλειας καλίου και συμπληρώματα καλίου (βλέπε παράγραφο 4.3). Τα διουρητικά προστατευτικά της απώλειας καλίου μπορεί επίσης να ενισχύσουν την δράση των αντιυπερτασικών παραγόντων και άλλων διουρητικών.
Αναστολείς ΜΕΑ, ΑΥΑ
Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας μπορεί να αυξηθεί όταν η επλερενόνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με έναν αναστολέα ΜΕΑ και/ή με έναν ΑΥΑ. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου του ορού και της νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με κίνδυνο για διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, π.χ.τους ηλικιωμένους. Ο τριπλός συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ και ενός ΑΥΑ με επλερενόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Λίθιο
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με επλερενόνη και λίθιο. Ωστόσο, έχει αναφερθεί τοξικότητα λιθίου σε ασθενείς που ελάμβαναν λίθιο, συγχορηγούμενο με διουρητικά και αναστολείς ΜΕΑ (βλέπε παράγραφο 4.4). Η συγχορήγηση επλερενόνης και λιθίου πρέπει να αποφεύγεται. Αν αυτός ο συνδυασμός κρίνεται απαραίτητος, θα πρέπει να παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις του λιθίου στο πλάσμα (βλέπε παράγραφο 4.4).
Κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους
Η κυκλοσπορίνη και το τακρόλιμους μπορεί να οδηγήσουν σε νεφρική δυσλειτουργία και να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας. Η συγχορήγηση επλερενόνης και κυκλοσπορίνης ή τακρόλιμους πρέπει να αποφεύγεται. Αν απαιτείται, συνιστάται στενή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στον ορό και της νεφρικής λειτουργίας, όταν κυκλοσπορίνη και τακρόλιμους πρόκειται να χορηγηθούν κατά τη διάρκεια θεραπείας με επλερενόνη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
Θεραπεία με ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, δρώντας απευθείας στην σπειραματική διήθηση, κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (ηλικιωμένους και/ή αφυδατωμένους ασθενείς). Οι ασθενείς που λαμβάνουν επλερενόνη και ΜΣΑΦ πρέπει να εφυδατώνονται επαρκώς και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία τους, πριν την έναρξη της θεραπείας.
Τριμεθοπρίμη
Η συγχορήγηση τριμεθοπρίμης με επλερενόνη αυξάνει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας. Πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του καλίου στον ορό και η νεφρική λειτουργία, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και σε ηλικιωμένους.
Alpha 1 αποκλειστές (π.χ. πραζοσίνη, αλφουζοσίνη)
Όταν οι α-1-αποκλειστές συνδυάζονται με επλερενόνη, υπάρχει πιθανότητα αυξημένης υποτασικής δράσης και/ή ορθοστατικής υπότασης. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση για ορθοστατική υπόταση, κατά την συγχορήγηση α-1-αποκλειστών.
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αμιφοστίνη, βακλοφαίνη
Η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων με επλερενόνη δυνητικά μπορεί να αυξήσει την αντιυπερτασική δράση και τον κίνδυνο ορθοστατικής υπότασης.
Γλυκοκορτικοειδή, τετρακοσακτίδη
Η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων με επλερενόνη δυνητικά μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση (κατακράτηση νατρίου και υγρών).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η επλερενόνη δεν είναι αναστολέας των ισοενζύμων CYP1A2, CYP2C19, CYP2C9, CYP2D6 ή CYP3A4. Η επλερενόνη δεν είναι υπόστρωμα ή αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης.
Διγοξίνη
Η συστηματική έκθεση (AUC) στην διγοξίνη αυξάνεται κατά 16% (90% CI: 4% - 30%) όταν συγχορηγείται με επλερενόνη. Απαιτείται προσοχή όταν η διγοξίνη χορηγείται σε δόσεις που βρίσκονται κοντά στο ανώτατο όριο του εύρους των θεραπευτικών δόσεων.
Βαρφαρίνη
Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με την βαρφαρίνη. Απαιτείται προσοχή όταν η βαρφαρίνη χορηγείται σε δόσεις που βρίσκονται κοντά στο ανώτατο όριο του εύρους των θεραπευτικών δόσεων.
Υποστρώματα CYP3A4
Αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών με CYP3A4 υποστρώματα, όπως π.χ. μιδαζολάμη και σισαπρίδη, δεν έδειξαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις, όταν αυτά τα φάρμακα συγχορηγήθηκαν με την επλερενόνη.
Αναστολείς του CYP3A4
- Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4: Μπορεί να συμβούν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις όταν η επλερενόνη συγχορηγείται με φάρμακα που αναστέλλουν το CYP3A4 ένζυμο. Ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 (κετοκοναζόλη 200 mg BID) οδήγησε σε 441 % αύξηση στην AUC της επλερενόνης (βλέπε παράγραφο 4.3). Η ταυτόχρονη χρήση της επλερενόνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, όπως κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη και νεφαζοδόνη αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).
- Ήπιοι έως μέτριοι αναστολείς του CYP3A4: Συγχορήγηση με ερυθρομυκίνη, σακουιναβίρη, αμιωδαρόνη, διλτιαζέμη, βεραπαμίλη ή φλουκοναζόλη έχει οδηγήσει σε σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με κλιμακούμενες αυξήσεις της AUC, που κυμαίνονται από 98 % έως 187 %. Συνεπώς, η δοσολογία της επλερενόνης δεν πρέπει να ξεπερνά τα 25 mg, όταν ήπιοι έως μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 συγχορηγούνται με την επλερενόνη (βλέπε παράγραφο 4.2).
Επαγωγείς του CYP3A4
Συγχορήγηση του υπερικού του διάτρητου (St John’s wort - ένας ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4) με επλερενόνη προκάλεσε 30 % μείωση στην AUC της επλερενόνης. Μπορεί να συμβεί μια πιο έντονη μείωση στην AUC της επλερενόνης με έναν ισχυρότερο επαγωγέα του CYP3A4, όπως η ριφαμπικίνη. Λόγω του κινδύνου μειωμένης αποτελεσματικότητας της επλερενόνης, η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, υπερικό το διάτρητο- St John’s wort-) με επλερενόνη δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αντιόξινα
Βάσει των αποτελεσμάτων μιας φαρμακοκινητικής κλινικής μελέτης, δεν αναμένεται σημαντική κλινική αλληλεπίδραση, όταν τα αντιόξινα συγχορηγούνται με επλερενόνη.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της επλερενόνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες ανεπιθύμητες ενέργειες στην κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό και την ανάπτυξη μετά τη γέννηση (βλέπε παράγραφο 5.3). Προσοχή συνιστάται κατά τη συνταγογράφηση της επλερενόνης σε έγκυες γυναίκες.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό αν η επλερενόνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα, μετά από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, προκλινικά δεδομένα δείχνουν ότι η επλερενόνη και/ή οι μεταβολίτες της ανευρίσκονται στο μητρικό γάλα των επιμύων και ότι τα νεογνά των επιμύων, που εκτέθηκαν με αυτό τον τρόπο, αναπτύχθηκαν κανονικά. Εξαιτίας της άγνωστης δυνατότητας πρόκλησης ανεπιθυμήτων ενεργειών στο βρέφος που θηλάζει, πρέπει να αποφασίζεται αν θα διακόπτεται ο θηλασμός ή το φάρμακο, λαμβάνοντας υπόψιν τη σημασία του φαρμάκου για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που σχετίζονται με τη γονιμότητα σε ανθρώπους.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις της επλερενόνης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Η επλερενόνη δεν προκαλεί υπνηλία ή έκπτωση της νοητικής λειτουργίας. Εντούτοις, πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν κατά την οδήγηση οχημάτων ή το χειρισμό μηχανών ότι μπορεί να εμφανιστεί ζάλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε δύο μελέτες EPHESUS και Eplerenone in Mild Patients Hospitalization and Survival Study in Heart Failure [EMPHASIS-HF]), η συνολική συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν για την επλερενόνη ήταν παρόμοια με αυτήν του placebo.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στη συνέχεια είναι εκείνες για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι σχετίζονται με τη θεραπεία και εμφανίζονται σε μεγαλύτερη αναλογία συγκριτικά με το placebo, ή είναι σοβαρές και σημαντικά περισσότερες από εκείνες που εμφανίζονται με το placebo, ή έχουν παρατηρηθεί κατά την διάρκεια της παρακολούθησης του προϊόντος μετά την κυκλοφορία του στην αγορά. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται κατά οργανικό σύστημα και κατά απόλυτη συχνότητα. Η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων αντιδράσεων ορίζεται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000 έως < 1/100), σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2: Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε ελεγχόμενες μελέτες επλερενόνης με εικονικό φάρμακο
| Κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDra | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ||
| Όχι συχνές | Πυελονεφρίτιδα, λοίμωξη φαρυγγίτιδας | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Όχι συχνές | Ηωσινοφιλία |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Όχι συχνές | Υποθυροειδισμός |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Υπερκαλιαιμία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4), υπερχοληστερολαιμία |
| Όχι συχνές | Υπονατριαιμία, αφυδάτωση, υπερτριγλυκεριδαιμία | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Αϋπνία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Ζάλη, συγκοπή, κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Υπαισθησία | |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας, κολπική μαρμαρυγή |
| Όχι συχνές | Ταχυκαρδία | |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Υπόταση |
| Όχι συχνές | Θρόμβωση αρτηρίας κάτω άκρου, ορθοστατική υπόταση | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Συχνές | Βήχας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Συχνές | Διάρροια, ναυτία, δυσκοιλιότητα, έμετος |
| Όχι συχνές | Μετεωρισμός | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Εξάνθημα, κνησμός |
| Όχι συχνές | Αυξημένη εφίδρωση, αγγειοοίδημα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού Ιστού | Συχνές | Μυϊκοί σπασμοί, οσφυαλγία |
| Όχι συχνές | Μυοσκελετικός πόνος | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές | Νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφοτα 4.3 και 4.4) |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Όχι συχνές | Χολοκυστίτιδα |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Όχι συχνές | Γυναικομαστία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Εξασθένιση |
| Όχι συχνές | Αίσθημα κακουχίας | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Συχνές | Ουρία αίματος αυξημένη, κρεατινίνη αίματος αυξημένη |
| Όχι συχνές | Υποδοχέας του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα μειωμένος, γλυκόζη αίματος αυξημένη |
Στην μελέτη EPHESUS, υπήρξαν αριθμητικά περισσότερες περιπτώσεις εγκεφαλικών επεισοδίων στην ομάδα των πολύ ηλικιωμένων (ηλικίας > 75 χρόνων). Ωστόσο, δεν υπήρχε σημαντική στατιστική διαφορά μεταξύ της εμφάνισης εγκεφαλικών επεισοδίων στην ομάδα που ελάμβανε επλερενόνη (30), έναντι της ομάδας που ελάμβανε placebo (22). Στη μελέτη EMPHASIS-HF, ο αριθμός των περιπτώσεων εγκεφαλικού επεισοδίου σε πολύ ηλικιωμένους ασθενείς (≥ 75 ετών) ήταν 9 στην ομάδα της επλερενόνης και 8 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Δεν έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ανεπιθύμητων ενεργειών που να σχετίζονται με υπερδοσολογία επλερενόνης στον άνθρωπο.
Οι πιο πιθανές εκδηλώσεις της υπερδοσολογίας στον άνθρωπο αναμένεται πως θα ήταν υπόταση ή υπερκαλιαιμία.
Η επλερενόνη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύληση. Έχει αποδειχθεί ότι η επλερενόνη δεσμεύεται εκτεταμένα από τον ενεργό άνθρακα. Εάν εμφανιστεί συμπτωματική υπόταση, πρέπει να ξεκινά η παροχή υποστηρικτικής αγωγής. Εάν παρουσιαστεί υπερκαλιαιμία, πρέπει να ξεκινά η καθιερωμένη θεραπεία για την αντιμετώπισή της.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - INOSAMIN 50MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστές της αλδοστερόνης. Κωδικός ATC: C03DA04.
Μηχανισμός δράσης
Η επλερενόνη έχει σχετική εκλεκτικότητα σύνδεσης με τους ανασυνδυασμένους ανθρώπινους υποδοχείς των αλατοκορτικοειδών, σε σύγκριση με τους ανασυνδυασμένους ανθρώπινους υποδοχείς των γλυκοκορτικοειδών, της προγεστερόνης και των ανδρογόνων. Η επλερενόνη παρεμποδίζει τη σύνδεση της αλδοστερόνης, που αποτελεί βασική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης- αλδοστερόνης (RAAS), η οποία εμπλέκεται στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και στην παθοφυσιολογία της ΚΑ νόσου.
Φαρμακοδυναμικές δράσεις
Έχει αποδειχθεί ότι η επλερενόνη προκαλεί παρατεταμένες αυξήσεις της ρενίνης του πλάσματος και της αλδοστερόνης του ορού, που είναι συμβατές με την αναστολή της αρνητικής ρυθμιστικής ανατροφοδότησης της αλδοστερόνης στην έκκριση της ρενίνης. Η επακόλουθη αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης του πλάσματος και των κυκλοφορούντων επιπέδων της αλδοστερόνης δεν υπερκαλύπτουν τις επιδράσεις της επλερενόνης.
Σε μελέτες για τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, με κυμαινόμενη δοσολογία, (ταξινόμηση κατά NYHA-New York Heart Association: II-IV), η προσθήκη της επλερενόνης στην καθιερωμένη θεραπευτική αγωγή, οδήγησε σε αναμενόμενες, δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της αλδοστερόνης. Παρομοίως, σε μια υπομελέτη της EPHESUS για την καρδιονεφρική λειτουργία, η θεραπεία με επλερενόνη είχε ως αποτέλεσμα σημαντική αύξηση της αλδοστερόνης. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τον αποκλεισμό των υποδοχέων των αλατοκορτικοειδών σε αυτούς τους πληθυσμούς.
Η επλερενόνη μελετήθηκε για την αποτελεσματικότητά της και για την επιβίωση στην καρδιακή ανεπάρκεια, μετά από πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου στην μελέτη EPHESUS. Η EPHESUS ήταν μια διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη έναντι placebo μελέτη, διάρκειας 3 ετών, 6632 ατόμων με οξύ ΕΜ, δυσλειτουργία αριστεράς κοιλίας (όπως μετρήθηκε από το κλάσμα εξώθησης αριστεράς κοιλίας [LVEF] < 40 %) και κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας. Μέσα σε χρονικό διάστημα 3 έως 14 ημερών (μέσος όρος 7 ημέρες) μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, τα άτομα έλαβαν επλερενόνη ή placebo επιπλέον των καθιερωμένων θεραπειών, με δόση έναρξης των 25 mg μια φορά ημερησίως, η οποία τιτλοποιήθηκε στη δόση-στόχο των 50 mg μια φορά ημερησίως, μετά από 4 εβδομάδες, εφόσον τα επίπεδα του κάλιου του ορού ήταν < 5,0 mmol/L. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, τα άτομα ελάμβαναν την καθιερωμένη θεραπευτική αγωγή, που περιελάμβανε ακετυλοσαλικυλικό οξύ (92 %), αναστολείς του ΜΕΑ (90%), β-αποκλειστές (83%), νιτρώδη (72%), διουρητικά της αγκύλης (66%), ή αναστολείς της αναγωγάσης HMG CoA (60 %).
Στην μελέτη EPHESUS τα συμπρωτεύοντα τελικά σημεία ήταν θνητότητα από όλες τις αιτίες και το σύνθετο τελικό σημείο ο καρδιαγγειακός θάνατος ή καρδιαγγειακή νοσηλεία. Το 14,4 % των ατόμων που ελάμβαναν επλερενόνη και το 16,7 % των ατόμων που ελάμβαναν placebo απεβίωσαν (θάνατος από όλες τις αιτίες), ενώ το 26,7 % των ατόμων που ελάμβαναν επλερενόνη και το 30,0 % των ασθενών που ελάμβαναν placebo πέτυχαν το σύνθετο τελικό σημείο καρδιαγγειακού θανάτου ή καρδιαγγειακής νοσηλείας. Στην EPHESUS, η επλερενόνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία κατά 15 % (RR 0,85, 95 % CI, 0,75-0,96, p=0,008) συγκριτικά με το placebo, προκαλώντας κατά κύριο λόγο μείωση στην ΚΑ θνητότητα. Ο κίνδυνος καρδιαγγειακού θανάτου ή καρδιαγγειακής νοσηλείας μειώθηκε κατά 13 % με την επλερενόνη (RR 0,87, 95 % CI, 0,79-0,95, p=0,002). Οι απόλυτες μειώσεις κινδύνου των τελικών σημείων, αναφορικά με τη θνητότητα οποιασδήποτε αιτίας και την καρδιαγγειακή θνητότητα/νοσηλεία, ήταν 2,3% και 3,3 %, αντίστοιχα. Κλινική αποτελεσματικότητα αποδείχθηκε κυρίως, όταν η θεραπεία με επλερενόνη άρχιζε σε άτομα ηλικίας < 75 ετών. Τα οφέλη από τη θεραπεία για τα άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 75 ετών δεν ήταν σαφή. Η λειτουργική ταξινόμηση κατά NYHA (New York Heart Association) βελτιώθηκε ή παρέμεινε σταθερή, για μια στατιστικά σημαντική μεγαλύτερη αναλογία ασθενών που ελάμβαναν επλερενόνη, συγκριτικά με το placebo. Η συχνότητα εμφάνισης της υπερκαλιαιμίας ήταν 3,4 % στην ομάδα που ελάμβανε επλερενόνη, έναντι 2,0 % στην ομάδα που ελάμβανε placebo (p < 0,001). Η συχνότητα εμφάνισης της υποκαλιαιμίας ήταν 0,5 % στην ομάδα που ελάμβανε επλερενόνη, έναντι 1,5 % στην ομάδα που ελάμβανε placebo (p < 0,001).
Δεν παρατηρήθηκαν συγκεκριμένες επιδράσεις της επλερενόνης στον καρδιακό ρυθμό, στη διάρκεια του διαστήματος QRS ή στο διάστημα PR ή QT σε 147 υγιή άτομα, που αξιολογήθηκαν για ηλεκτροκαρδιογραφικές ματαβολές, κατά τη διάρκεια των φαρμακοκινητικών μελετών.
Στη μελέτη EMPHASIS-HF, διερευνήθηκε η επίδραση της επλερενόνης στην κλινική έκβαση όταν προστέθηκε στην καθιερωμένη θεραπεία, σε ασθενείς με συστολική καρδιακή ανεπάρκεια και ήπια συμπτώματα (λειτουργική κατηγορία II κατά NYHA).
Τα άτομα εντάσσονταν στη μελέτη εάν ήταν 55 ετών ή άνω, είχαν LVEF≤ 30% ή LVEF ≤ 35% επιπλέον της διάρκειας QRS > 130 msec και είτε είχαν νοσηλευτεί για ΚΑ αίτια 6 μήνες πριν από την ένταξη στη μελέτη είτε είχαν επίπεδα πλάσματος νατριουρητικού πεπτιδίου τύπου-Β (ΒΝΡ) τουλάχιστον 250 pg/ml ή επίπεδα πλάσματος του Ν-τελικού άκρου pro-BNP τουλάχιστον 500 pg/ml για τους άντρες (750 pg/ml για τις γυναίκες). Η αγωγή με επλερενόνη ξεκίνησε με μια δόση 25 mg μία φορά ημερησίως και αυξήθηκε μετά από 4 εβδομάδες έως 50 mg μία φορά ημερησίως, εάν τα επίπεδα καλίου του ορού ήταν < 5,0 mmol/L. Εναλλακτικά, εάν ο εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) ήταν 30-49 ml/min/1.73 m2, η αγωγή ξεκινούσε με μια δόση επλερενόνης 25 mg μέρα παρά μέρα, και αυξανόταν σε 25 mg μία φορά ημερησίως.
Συνολικά, 2.737 άτομα τυχαιοποιήθηκαν (διπλή τυφλή μελέτη) ως προς θεραπεία με επλερενόνη ή εικονικό φάρμακο συμπεριλαμβανομένης της αρχικής θεραπείας με διουρητικά (85%), αναστολείς MEA (78%), αποκλειστές υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II (19%), β-αποκλειστές (87%), αντιθρομβωτικά φάρμακα (88%), παράγοντες που μειώνουν τα επίπεδα λιπιδίων (63%) και γλυκοσίδες δακτυλίτιδας (27%). Η μέση LVEF ήταν ~ 26% και η μέση διάρκεια QRS ήταν ~ 122 msec. Τα περισσότερα από τα άτομα (83,4%) είχαν προηγουμένως νοσηλευτεί για καρδιαγγειακά αίτια εντός 6 μηνών από την τυχαιοποίηση, με περίπου το 50% από αυτούς εξ’αιτίας καρδιακής ανεπάρκειας. Περίπου το 20% των ατόμων είχαν εμφυτεύσιμους απινιδωτές ή θεραπεία καρδιακού επανασυγχρονισμού.
Το πρωτεύον τελικό σημείο, θάνατος από ΚΑ αίτια ή νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια, παρατηρήθηκε σε 249 (18,3%) άτομα στην ομάδα της επλερενόνης και 356 (25,9%) άτομα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (RR 0.63, 95% CI, 0.54-0.74; p<0.001). Η επίδραση της επλερενόνης στα αποτελέσματα του πρωτεύοντος τελικού σημείου ήταν σταθερή σε όλες τις προκαθορισμένες υποομάδες.
Το δευτερεύον τελικό σημείο, η θνητότητα οποιασδήποτε αιτιολογίας παρατηρήθηκε σε 171 (12,5%) άτομα στην ομάδα της επλερενόνης και σε 213 (15,5%) άτομα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (RR 0.76; 95% CI, 0.62-0.93; p = 0.008). Θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια αναφέρθηκε σε 147 (10,8%) άτομα στην ομάδα της επλερενόνης και 185 (13,5%) άτομα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (RR 0.76; 95% CI, 0.61-0.94; p = 0.01).
Κατά τη διάρκεια της μελέτης, υπερκαλιαιμία (επίπεδα καλίου ορού > 5,5 mmol / L) αναφέρθηκε σε 158 (11,8%) άτομα της ομάδας της επλερενόνης και 96 (7,2%) άτομα της ομάδας του εικονικού φαρμάκου (p <0,001). Η υποκαλιαιμία, που καθορίζεται από επίπεδα καλίου ορού < 4,0 mmol / L, ήταν στατιστικά χαμηλότερη με την επλερενόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (38,9% για την επλερενόνη σε σύγκριση με 48,4% για το εικονικό φάρμακο, p <0,0001).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η επλερενόνη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Σε μια μελέτη 10 εβδομάδων σε παιδιατρικούς ασθενείς με υπέρταση (εύρος ηλικίας 4 έως 17 ετών,
n = 304), η επλερενόνη σε δόσεις (από 25 mg έως 100 mg ανά ημέρα) που οδηγούσαν σε έκθεση ανάλογη με αυτή των ενηλίκων, δεν μείωσε αποτελεσματικά την πίεση του αίματος. Σε αυτή τη μελέτη και σε μια ενός έτους παιδιατρική μελέτη ασφάλειας σε 149 ασθενείς, το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με αυτό των ενηλίκων. Η επλερενόνη δεν έχει μελετηθεί σε υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 4 ετών, επειδή η μελέτη σε μεγαλύτερης ηλικίας παιδιατρικούς ασθενείς έδειξε έλλειψη αποτελεσματικότητας (βλέπε παράγραφο 4.2).
Οποιαδήποτε (μακροπρόθεσμη) επίδραση στην ορμονική κατάσταση παιδιατρικών ασθενών δεν έχει μελετηθεί.
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της επλερενόνης είναι 69% μετά την από του στόματος χορήγηση δισκίου 100 mg.. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, επιτυγχάνονται μετά από περίπου 2 ώρες. Τόσο οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax), όσο και η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι αναλογικές για τις δόσεις από 10 mg έως 100 mg και λιγότερο αναλογικές για δόσεις μεγαλύτερες των 100 mg. H σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μέσα σε διάστημα 2 ημερών. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Κατανομή
Η πρωτεϊνική σύνδεση της επλερενόνης στο πλάσμα, είναι περίπου 50 % και συνδέεται κυρίως με τις α1-όξινες γλυκοπρωτεϊνες. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση εκτιμάται ότι είναι 50 (+7) L. Η επλερενόνη δεν συνδέεται κατά προτίμηση με τα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της επλερενόνης γίνεται κυρίως μέσω του CYP3A4. Δεν έχουν ταυτοποιηθεί δραστικοί μεταβολίτες της επλερενόνης στο ανθρώπινο πλάσμα.
Αποβολή
Λιγότερο από το 5 % μιας δόσης της επλερενόνης, επανακτάται ως αναλλοίωτο φάρμακο στα ούρα και στα κόπρανα. Μετά από εφάπαξ χορήγηση από του στόματος μιας ραδιοεπισημασμένης δόσης του φαρμάκου, περίπου το 32 % της δόσης απεκκρίνεται με τα κόπρανα και περίπου το 67 % με τα ούρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης της επλερενόνης είναι περίπου 3 έως 5 ώρες. Η φαινόμενη κάθαρση στο πλάσμα, είναι περίπου 10 L/ώρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικία, Φύλο και Φυλή
Η φαρμακοκινητική της επλερενόνης στη δόση των 100 mg μια φορά ημερησίως μελετήθηκε σε ηλικιωμένους (>65 ετών), σε άντρες και γυναίκες και στη μαύρη φυλή. Η φαρμακοκινητική της επλερενόνης δεν διέφερε σημαντικά ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση, τα ηλικιωμένα άτομα, είχαν αύξησεις στη Cmax (22 %) και στην AUC (45 %), συγκριτικά με νεώτερα άτομα (18 έως 45 ετών). Στη σταθεροποιημένη κατάσταση, η Cmax ήταν κατά 19 % χαμηλότερη και η AUC κατά 26 % χαμηλότερη στη μαύρη φυλή (βλέπε παράγραφο 4.2.).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ένα πληθυσμιακό φαρμακοκινητικό πρότυπο για τις συγκεντρώσεις επλερενόνης από δύο μελέτες σε 51 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 4 έως 16 ετών καταδεικνύει ότι το βάρος του σώματος του ασθενούς είχε στατιστικά σημαντική επίδραση στον όγκο κατανομής της επλερενόνης, αλλά όχι στην κάθαρσή της. Ο όγκος κατανομής και η μέγιστη έκθεση της επλερενόνης σε έναν βαρύτερο παιδιατρικό ασθενή αναμένεται να είναι παρόμοια με εκείνα ενός ενήλικα παρόμοιου βάρους σώματος. Σε έναν ελαφρύτερο ασθενή 45 κιλών, ο όγκος κατανομής είναι περίπου 40% χαμηλότερος και η μέγιστη έκθεση αναμένεται να είναι υψηλότερη από αυτή των τυπικών ενηλίκων. Η θεραπεία με επλερενόνη ξεκίνησε στα 25 mg εφάπαξ ημερησίως σε παιδιατρικούς ασθενείς, στη συνέχεια αυξήθηκε σε 25 mg δύο φορές ημερησίως μετά από 2 εβδομάδες και τελικά χορηγήθηκε 50 mg δύο φορές ημερησίως, αν ενδείκνυται κλινικά. Σε αυτές δόσεις, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις της επλερενόνης που παρατηρήθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν ήταν σημαντικά υψηλότερες από εκείνες των ενηλίκων που ξεκίνησαν με 50 mg εφάπαξ ημερησίως.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η φαρμακοκινητική της επλερενόνης αξιολογήθηκε σε ασθενείς με ποικίλου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια και σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση. Συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, στη σταθεροποιημένη κατάσταση η AUC και η Cmax αυξήθηκαν κατά 38 % και 24 %, αντιστοίχως, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και μειώθηκαν κατά 26 % και 3 %, αντιστοίχως, σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση ανάμεσα στην κάθαρση της επλερενόνης στο πλάσμα και την κάθαρση της κρεατινίνης. Η επλερενόνη δεν απομακρύνεται με αιμοδιύληση (βλέπε παράγραφο 4.4.).
Ηπατική ανεπάρκεια
Η φαρμακοκινητική της επλερενόνης 400 mg μελετήθηκε σε ασθενείς με μετρίου βαθμού (Child-Pugh Κατηγορία Β) ηπατική δυσλειτουργία και συγκρίθηκε με υγιή άτομα. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση, η Cmax και η AUC της επλερενόνης αυξήθηκαν κατά 3,6 % και 42 %, αντιστοίχως (βλέπε παράγραφο 4.2.). Εφόσον η χρήση της επλερενόνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η επλερενόνη αντενδείκνυται σε αυτή την κατηγορία των ασθενών (βλέπε παράγραφο 4.3.).
Καρδιακή ανεπάρκεια
Η φαρμακοκινητική της επλερενόνης 50 mg αξιολογήθηκε σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (ταξινόμηση κατά NYHA: ΙΙ-ΙV). Στη σταθεροποιημένη κατάσταση, η AUC και η Cmax σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν υψηλότερες κατά 38 % και 30 % αντιστοίχως, συγκριτικά με υγιή άτομα, με παρόμοια χαρακτηριστικά όσον αφορά την ηλικία, βάρος και φύλο.
Σύμφωνα με αυτά τα αποτελέσματα, μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση της επλερενόνης, που βασίστηκε σε μια υποομάδα ασθενών από την μελέτη EPHESUS, έδειξε ότι η κάθαρση της επλερενόνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν παρόμοια με αυτή των υγιών ηλικιωμένων ατόμων.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - INOSAMIN 50MG/TAB
Πυρήνας δισκίου:
Μονοϋδρική λακτόζη
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (Ε460)
Νατριούχος καρμελλόζη διασταυρούμενη (E468)
Υπρομελλόζη (Ε464)
Λαουρυλοθειικό νάτριο
Τάλκης (Ε553b)
Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου:
Υπρομελλόζη (Ε464)
Πολυσορβίτης 80 (Ε433)
Πολυαιθυλενογλυκόλη 400
Διοξείδιο τιτανίου (Ε171)
Οξείδιο σιδήρου κίτρινο (Ε172)
Δεν απαιτούνται ειδικές συνθήκες φύλαξης για το προϊόν αυτό.
Blister PVC/αλουμινίου
10, 14, 20, 28, 30, 50, 56, 60, 84, 90, 98 ή 100 δισκίων
Δισκία μονάδων δόσης 10 x 1, 14 x 1, 20 x 1, 28 x 1, 30 x 1, 50 x 1, 56 x 1, 60 x 1, 84 x 1, 90 x 1, 98 x 1, ή 100 x 1
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.