Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ISCODIL 75MG/TAB
Δευτερογενής πρόληψη αθηρoθροµβωτικών επεισοδίων
Η κλοπιδογρέλη ενδείκνυται σε:
-
Ενήλικες ασθενείς µε έµφραγµα του µυοκαρδίου (από λίγες ηµέρες µέχρι λιγότερο από 35 ηµέρες), ισχαιµικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (από 7 ηµέρες µέχρι λιγότερο από 6 µήνες) ή εγκατεστηµένη περιφερική αρτηριακή νόσο.
-
Ενήλικες ασθενείς µε οξύ στεφανιαίο σύνδροµο:
- Οξύ στεφανιαίο σύνδροµο χωρίς ανάσπαση του διαστήµατος SΤ (ασταθής στηθάγχη ή έµφραγµα του µυοκαρδίου χωρίς κύµα Q), συµπεριλαµβανοµένων των ασθενών που υποβάλλονται σε τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stent) µετά από διαδερµική επέµβαση στεφανιαίων σε συνδυασµό µε ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ΑΣΟ).
Οξύ έµφραγµα του µυοκαρδίου µε ανάσπαση του διαστήµατος SΤ, σε συνδυασµό µε ΑΣΟ, σε ασθενείς που αντιµετωπίζονται συντηρητικά και είναι κατάλληλοι να λάβουν θροµβολυτική αγωγή.
Πρόληψη αθηροθροµβωτικών και θροµβοεµβολικών επεισοδίων σε κολπική µαµαρυγή
Σε ενήλικες ασθενείς µε κολπική µαρµαρυγή που έχουν τουλάχιστον ένα παράγοντα κινδύνου για αγγειακά συµβάµατα, που δεν είναι δυνατό να πάρουν θεραπεία µε ανταγωνιστές βιταµίνης Κ (ΑΒΚ) και οι οποίοι έχουν χαµηλό κίνδυνο αιµορραγίας, η κλοπιδογρέλη ενδείκνυται σε συνδυασµό µε το ΑΣΟ για την πρόληψη αθηροθροµβωτικών επεισοδίων και επεισοδίων θροµβοεµβολής, συµπεριλαµβανοµένου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλείσθε να ανατρέξετε στην παράγραφο 5.1.
Δοσολογία
-
Ενήλικες και ηλικιωµένοι
Iscodil 75 mg επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία
Η κλοπιδογρέλη πρέπει να δίνεται ως εφάπαξ ηµερήσια δόση των 75 mg.
Σε ασθενείς που πάσχουν από οξύ στεφανιαίο σύνδροµο:
-
Οξύ στεφανιαίο σύνδροµο χωρίς ανάσπαση του διαστήµατος ST (ασταθής στηθάγχη ή έµφραγµα του µυοκαρδίου χωρίς κύµα Q): η αγωγή µε κλοπιδογρέλη θα πρέπει να ξεκινά µε µία εφάπαξ δόση φόρτισης των 300 mg και µετά, να συνεχίζεται µε 75 mg µία φορά την ηµέρα (µε ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ΑΣΟ) 75 mg-325 mg ηµερησίως). Καθώς υψηλότερες δόσεις ΑΣΟ συσχετίσθηκαν µε υψηλότερο κίνδυνο αιµορραγίας, συστήνεται η δόση ΑΣΟ να µην είναι µεγαλύτερη από 100 mg. Η βέλτιστη διάρκεια της αγωγής δεν έχει επίσηµα προσδιοριστεί.
Στοιχεία κλινικών δοκιµών υποστηρίζουν τη χρήση µέχρι 12 µήνες, µε το µέγιστο όφελος να παρατηρείται στους 3 µήνες (βλ. παράγραφο 5.1).
-
Οξύ έµφραγµα του µυοκαρδίου µε ανάσπαση του διαστήµατος ST: η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να χορηγείται ως εφάπαξ ηµερήσια δόση των 75 mg ξεκινώντατ; µε µία δόση φόρτισης των 300 mg σε συνδυασµό µε ΑΣΟ, µε ή χωρίς θροµβολυτικά. Για ασθενείς άνω των 75 ετών η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να ξεκινά χωρίς δόση φόρτισης. Η συνδυασµένη θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά το συντοµότερο δυνατό µετά την έναρξη των συµπτωµάτων και να συνεχίζεται το λιγότερο για τέσσερις εβδοµάδες. Το όφελος από το συνδυασµό της κλοπιδογρέλη; µε ΑΣΟ για διάστηµα µεγαλύτερο των τεσσάρων εβδοµάδων δεν έχει µελετηθεί (βλέπε παράγραφο 5.1).
Σε ασθενείς µε κολπική µαρµαρυγή, η κλοπιδογρέλη πρέπει να χορηγείται ως µία ηµερήσια δόση των 75 mg. Το ΑΣΟ (75-100 mg ηµερησίως) πρέπει να αρχίζει και να συνεχίζεται σε συνδυασµό µε την κλοπιδογρέλη (βλ. παράγραφο 5.1).
Εάν ξεχαστεί µια δόση:
-
Εντός λιγότερο των 12 ωρών µετά την κανονική προγραµµατισµένη ώρα: οι ασθενείς πρέπει να πάρουν τη δόση τους αµέσως και µετά να πάρουν την επόµενη δόση στην κανονική προγραµµατισµένη ώρα.
-
Μετά από περισσότερο από 12 ώρες: οι ασθενείς πρέπει να πάρουν την επόµενη δόση στην κανονική προγραµµατισµένη ώρα και να µην διπλασιάσουν τη δόση.
-
Παιδιατρικός πληθυσµός
Η κλοπιδογρέλη δεν πρέπει να χρησιµοποιείται σε παιδιά λόγω αµφιβολιών για την αποτελεσµατικότητα (βλ. παράγραφο 5.1).
-
Νεφρική δυσλειτουργία
Η θεραπευτική εµπειρία είναι περιορισµένη σε ασθενείς µε νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Ηπατική δυσλειτουργία
Η θεραπευτική εµπειρία είναι περιορισµένη σε ασθενείς µε µέτρια ηπατική νόσο, οι οποίοι µπορεί να παρουσιάσουν αιµορραγική προδιάθεση (βλ. παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης Από στόµατος χρήση
Είναι δυνατό να χορηγείται µε ή χωρίς τροφή.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην στην παράγραφο 6.1.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Ενεργός παθολογική αιµορραγία, όπως πεπτικό έλκος ή ενδοκρανιακή αιµορραγία.
Αιµορραγία και αιµατολογικές διαταραχές
Λόγω του κινδύνου αιµορραγίας και αιµατολογικών ανεπιθύµητων ενεργειών, θα πρέπει να διενεργείται εγκαίρως µέτρηση των έµµορφων συστατικών του αίµατος, και/ή άλλες σχετικές εξετάσεις οποτεδήποτε κλινικά συµπτώµατα που υποδηλώνουν αιµορραγία εµφανίζονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8). Όπως µε άλλους αντιαιµοπεταλιακούς παράγοντες, η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να χρησιµοποιείται µε προσοχή σε ασθενείς που µπορεί να είναι σε κίνδυνο αυξηµένης αιµορραγίας από τραύµα, χειρουργική επέµβαση ή άλλες παθολογικές καταστάσεις και σε ασθενείς που λαµβάνουν αγωγή µε ΑΣΟ, ηπαρίνη, αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτεϊνης ΙΙb/IIlΙa ή µη-στεροειδή αντιφλεγµονώδη φάρµακα (ΜΣΑΦ) συµπεριλαµβανοµένων των αναστολέων της καρβοξυλάσης Cox-2 ή των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRls), ή άλλα φαρµακευτικά προϊόντα που σχετίζονται µε κίνδυνο αιµορραγίας όπως η πεντοξιφυλλίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κάθε σηµείο αιµορραγίας συµπεριλαµβανοµένης της λανθάνουσας αιµορραγίας, ειδικά κατά τις πρώτες εβδοµάδες της αγωγής και/ή µετά από επεµβατικές καρδιολογικές διαδικασίες ή χειρουργική επέµβαση. Η ταυτόχρονη χορήγηση της κλοπιδογρέλης µε από του στόµατος αντιπηκτικά δεν συνιστάται επειδή µπορεί να αυξήσει την ένταση της αιµορραγίας (βλ. παράγραφο 4.5).
Εάν ένας ασθενής πρόκειται να υποβληθεί σε προγραµµατισµένη χειρουργική επέµβαση για την οποία προσωρινά δεν είναι επιθυµητή αντιαιµοπεταλιακή δράση, η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να διακόπτεται 7 ηµέρες πριν από τη χειρουργική επέµβαση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενηµερώνουν τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους ότι λαµβάνουν κλοπιδογρέλη, πριν από τον προγραµµατισµό κάθε χειρουργικής επέµβασης και πριν από τη λήψη κάθε νέου φαρµακευτικού προϊόντος. Η κλοπιδογρέλη παρατείνει το χρόνο ροής και θα πρέπει να χρησιµοποιείται µε προσοχή σε ασθενείς, οι οποίοι έχουν βλάβες µε τάση να αιµορραγήσουν (ιδιαίτερα γαστρεντερικές και ενδοφθάλµιες).
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενηµερωθούν ότι όταν λαµβάνουν κλοπιδογρέλη (µόνη ή σε συνδυασµό µε ΑΣΟ) ίσως χρειαστεί περισσότερος χρόνος απ' ότι συνήθως προκειµένου να σταµατήσει η αιµορραγία και ότι θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστη (ως προς την εντόπιση ή τη διάρκεια) αιµορραγία στο γιατρό τους.
Θροµβωτική Θροµβοπενική Πορφύρα (TTΡ)
Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί Θροµβωτική Θροµβοπενική Πορφύρα (Τ'TΡ) µετά από χρήση κλοπιδογρέλης, µερικές φορές µετά από µικρής διάρκεια; έκθεση. Χαρακτηρίζεται από θροµβοπενία και µικροαγγειοπαθητική αιµολυτική αναιµία που συνδέεται είτε µε νευρολογικά ευρήµατα, νεφρική δυσλειτουργία ή µε πυρετό. Η ΤΤΡ είναι µία δυνητικά θανατηφόρος κατάσταση που απαιτεί έγκαιρη αγωγή, συµπεριλαµβανοµένης της πλασµαφαίρεσης.
Επίκτητη αιµοφιλία
Επίκτητη αιµοφιλία έχει αναφερθεί µετά από χρήση της κλοπιδογρέλης. Σε περιπτώσεις επιβεβαιωµένης µεµονωµένης παράτασης του χρόνου ενεργοποιηµένης µερικής θροµβοπλαστίνης (aPTT) µε ή χωρίς αιµορραγία, πρέπει να εξετάζεται η επίκτητη αιµοφιλία. Οι ασθενείς µε επιβεβαιωµένη διάγνωση επίκτητης αιµοφιλίας πρέπει να αντιµετωπίζονται και να θεραπεύονται από ειδικού; και η κλοπιδογρέλη πρέπει να διακόπτεται.
Πρόσφατο ισχαιµικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Λόγω της έλλειψης δεδοµένων δεν µπορεί να υπάρξει σύσταση για λήψη κλοπιδογρέλης κατά τη διάρκεια των πρώτων 7 ηµερών µετά από οξύ ισχαιµικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Κυτόχρωµα Ρ450 2C19 (CYP2C19)
Φαρµακογενετική: Σε ασθενείς µε περιορισµένη µεταβολική ικανότητα του CYP2C19, η κλοπιδογρέλη στις συνιστώµενες δόσεις σχηµατίζει λιγότερη ποσότητα από το δραστικό µεταβολίτη της κλοπιδογρέλης και έχει µικρότερη επίδραση στη λειτουργία των
αιµοπεταλίων. Εξετάσεις είναι διαθέσιµες για την ταυτοποίηση του γονότυπου του CVP2C 19.
Επειδή η κλοπιδογρέλη µεταβολίζεται στο δραστικό µεταβολίτη της εν µέρει από το CYP2C19, η χρήση φαρµακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν τη δράση του ενζύµου αυτού θα αναµένεται να έχει ως αποτέλεσµα µειωµένα επίπεδα του δραστικού µεταβολίτη της κλοπιδογρέλης. Η κλινική συσχέτιση της αλληλεπίδρασης αυτής είναι αβέβαιη. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών ή µέτριων αναστολέων του CYP2C19 πρέπει να αποθαρρύνεται (βλ. παράγραφο 4.5 για µια λίστα αναστολέων του CYP2CI9, βλ. επίσης παράγραφο 5.2).
Υποστρώµατα του CYP2C8
Προσοχή χρειάζεται σε ασθενείς που αντιµετωπίζονται θεραπευτικά ταυτόχρονα µε κλοπιδογρέλη και φαρµακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώµατα του CYP2C8 (βλ. παράγραφο 4.5).
Διασταυρούµενες αντιδράσεις µεταξύ θειενοπυριδινών
Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται για ιστορικό υπερευαισθησίας σε θειενοπυριδίνες (όπως κλοπιδογρέλη, τικλοπιδίνη, πρασουγρέλη), δεδοµένου ότι έχει αναφερθεί διασταυρούµενη αντίδραση ανάµεσα σε θειενοπυριδίνες (βλ. παράγραφο 4.8). Οι θειενοπυριδίνες ενδέχεται να προκαλέσουν ήπιες έως σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις όπως εξάνθηµα, αγγειοοίδηµα ή αιµατολογικές διασταυρούµενες αντιδράσεις όπως θροµβοπενία και ουδετεροπενία. Οι ασθενείς που είχαν αναπτύξει προηγούµενη αλλεργική αντίδραση και/ή αιµατολογική αντίδραση σε µία θειενοπυριδίνη ενδέχεται να έχουν αυξηµένο κίνδυνο ανάπτυξης της ίδιας ή άλλης αντίδρασης σε κάποια άλλη θειενοπυριδίνη.
Συνιστάται παρακολούθηση των ασθενών µε γνωστή αλλεργία στις θειενοπυριδίνες για σηµεία υπερευαισθησίας.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η θεραπευτική εµπειρία µε κλοπιδογρέλη είναι περιορισµένη σε ασθενείς µε νεφρική δυσλειτουργία.
Γι' αυτό η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να χρησιµοποιείται µε προσοχή σ' αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η εµπειρία είναι περιορισµένη σε ασθενείς µε µέτρια ηπατική νόσο που µπορεί να έχουν αιµορραγική προδιάθεση. Η κλοπιδογρέλη, εποµένως, θα πρέπει να χορηγείται µε προσοχή σ' αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).
µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης
Φαρµακευτικά προϊόντα που σχετίζονται µε κίνδυνο αιµορραγίας: Υπάρχει αυξηµένος κίνδυνος αιµορραγίας λόγω της δυνητικής αθροιστικής δράσης. Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρµακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με κίνδυνο αιμορραγίας πρέπει να λαμβάνονται με προσοχή (βλ.παράγραφο 4.4).
Αντιπηκτικά από του στόµατος: η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης και αντιπηκτικών από του στόµατος δεν συνιστάται διότι µπορεί να αυξήσει την ένταση της αιµορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4). Αν και η χορήγηση κλοπιδογρέλη; 75 mg/ηµέρα δεν τροποποίησε τη φαρµακοκινητική της S-βαρφαρίνης ή του INR (διεθνούς οµαλοποιηµένης σχέσης) σε ασθενείς που λαµβάνουν µακροχρόνια θεραπεία µε βαρφαρίνη, η συγχορήγηση κλοπιδογρέλης µε βαρφαρίνη αυξάνει τον κίνδυνο αιµορραγίας λόγω ανεξάρτητων λειτουργιών της αιµόστασης.
Αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτείνης IIb/IIIa: η κλοπιδογρέλη πρέπει να
χρησιµοποιείται µε προσοχή σε ασθενείς που λαµβάνουν ταυτόχρονα αναστολείς των υποδοχέων της γλυκοπρωτεϊνης IIb/lIIa (βλ. παράγραφο 4.4).
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ΑΣΟ): το ΑΣΟ δε µετέβαλε την αναστολή που προκαλεί η κλοπιδογρέλη στην προκαλούµενη από την ΑDΡ συσσώρευση των αιµοπεταλίων, ενώ η κλοπιδογρέλη ενίσχυσε τη δράση του ΑΣΟ στην προκαλούµενη από το κολλαγόνο συσσώρευση των αιµοπεταλίων. Ωστόσο, η ταυτόχρονη χορήγηση 500 mg ΑΣΟ δύο φορές την ηµέρα για µια ηµέρα δεν αύξησε σηµαντικά την παράταση του χρόνου ροής που προκαλείται από τη λήψη της κλοπιδογρέλης. Μία φαρµακοδυναµική αλληλεπίδραση µεταξύ κλοπιδογρέλης και ΑΣΟ είναι πιθανή, µε αποτέλεσµα την αύξηση του κινδύνου αιµορραγίας. Συνεπώς, η συγχορήγησή τους θα πρέπει να γίνεται µε προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4). Πάντως, η κλοπιδογρέλη και το ΑΣΟ χορηγήθηκαν µαζί για διάστηµα µέχρι ένα έτος (βλ. παράγραφο 5.1).
Ηπαρίνη: σε µια κλινική µελέτη που έγινε σε υγιή άτοµα, η κλοπιδογρέλη δεν κατέστησε αναγκαία τη µεταβολή της δόσης της ηπαρίνης, ούτε µετέβαλε τη δράση της ηπαρίνης στην πήξη. Η ταυτόχρονη χορήγηση της ηπαρίνης δεν επηρέασε την αναστολή της συσσώρευσης των αιµοπεταλίων που προκαλείται από την κλοπιδογρέλη. Μία φαρµακοδυναµική αλληλεπίδραση µεταξύ κλοπιδογρέλης και ηπαρίνης είναι πιθανή, µε αποτέλεσµα την αύξηση του κινδύνου αιµορραγίας. Συνεπώς, η συγχορήγησή τους θα πρέπει να γίνεται µε προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4).
Θροµβολυτικά: η ασφάλεια της ταυτόχρονης χορήγησης κλοπιδογρέλης, ειδικών ή µη για το ινώδες θροµβολυτικών παραγόντων και ηπαρινών αξιολογήθηκε σε ασθενείς µε οξύ έµφραγµα του µυοκαρδίου. Η συχνότητα εµφάνισης κλινικά σηµαντική; αιµορραγίας ήταν παρόµοια µε αυτή που παρατηρήθηκε, όταν τα θροµβολυτικά φάρµακα και η ηπαρίνη συγχορηγήθηκαν µε ΑΣΟ (βλέπε παράγραφο 4.8).
ΜΣΑΦ: σε µια κλινική µελέτη που έγινε σε υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση κλοπιδογρέλης και ναπροξένης αύξησε τη λανθάνουσα απώλεια αίµατος από το γαστρεντερικό. Ωστόσο, λόγω της έλλειψης µελετών αλληλεπίδρασης µε άλλα ΜΣΑΦ είναι προς το παρόν αδιευκρίνιστο εάν υπάρχει αυξηµένος κίνδυνοι; αιµορραγίας από το γαστρεντερικό µε όλα τα ΜΣΑΦ. Συνεπώς, τα ΜΣΑΦ συµπεριλαµβανοµένων των αναστολέων της καρβοξυλάσης Cox-2 και η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να συγχορηγούνται µε προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4).
SSRls: εφόσον οι SSRIs επηρεάζουν την ενεργοποίηση των αιµοπεταλίων και αυξάνουν τον κίνδυνο αιµορραγίας, η ταυτόχρονη χορήγηση των SSRIs µε κλοπιδογρέλη πρέπει να γίνεται µε προσοχή.
Άλλες ταυτόχρονες θεραπείες:
Επειδή η κλοπιδογρέλη µεταβολίζεται εν µέρει µέσω του CYP2C19 για να προκύψει ο δραστικός µεταβολίτης της, η χρήση φαρµακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν τη δράση αυτού του ενζύµου αναµένεται ότι θα έχει ως αποτέλεσµα µειωµένα επίπεδα του δραστικού µεταβολίτη της κλοπιδογρέλης. Η κλινική συσχέτιση της αλληλεπίδρασης αυτής είναι αβέβαιη. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών ή µέτριων αναστολέων του CYP2C 19 πρέπει να αποθαρρύνεται (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Φαρµακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί ή µέτριοι αναστολείς του CYP2C19 περιλαµβάνουν, για παράδειγµα, την οµεπραζόλη και την εσοµεπραζόλη, τη φλουβοξαµίνη, τη φλουοξετίνη, τη µοκλοβεµίδη, τη βορικοναζόλη, τη φλουκοναζόλη, την τικλοπιδίνη, την καρβαµαζεπίνη και την εφαβιρένζη.
Αναστολείς της Αντλίας Πρωτονίων (ΑΑΠ): Η χορήγηση 80mg οµεπραζόλης εφάπαξ ηµερησίως, είτε στον ίδιο χρόνο µε την κλοπιδογρέλη, είτε µε 12 ώρες µεταξύ των χορηγήσεων των δύο φαρµάκων, µείωσε την έκθεση του δραστικού µεταβολίτη κατά 45%
(δόση φόρτισης) και 40% (δόση συντήρησης). Η µείωση σχετίστηκε µε 39% (δόση φόρτισης) και 21 % (δόση συντήρησης) µείωση της αναστολής της συσσώρευσης των αιµοπεταλίων. Η εσοµεπραζόλη αναµένεται να έχει παρόµοια αλληλεπίδραση µε την κλοπιδογρέλη.
Αντιφατικά δεδοµένα για τις κλινικές επιπλοκές αυτής της φαρµακοκινητικής (ΦΚ)/φαρµακοδυναµικής (ΦΔ) αλληλεπίδρασης αναφορικά µε µείζονα καρδιαγγειακά συµβάµατα έχουν αναφερθεί από µελέτες παρατήρησης και κλινικέ; µελέτες. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση οµεπραζόλης ή εσοµεπραζόλης πρέπει να αποθαρρύνεται (βλ. παράγραφο 4.4).
Λιγότερο έντονες µειώσεις της έκθεσης του µεταβολίτη έχει παρατηρηθεί µε την παντοπραζόλη ή τη λανσοπραζόλη.
Οι συγκεντρώσει; στο πλάσµα του δραστικού µεταβολίτη µειώθηκε κατά 20% (δόση φόρτισης) και κατά 14% (δόση συντήρησης) κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης αγωγής µε
80 mg παντοπραζόλης εφάπαξ ηµερησίως. Αυτό συσχετίστηκε µε µείωση της µέσης αναστολής της συσσώρευσης των αιµοπεταλίων κατά 15% και11%, αντίστοιχα. Τα αποτελέσµατα αυτά δείχνουν ότι η κλοπιδογρέλη µπορεί να χορηγείται µε την παντοπραζόλη.
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι άλλα φαρµακευτικά προϊόντα που µειώνουν τα γαστρικά οξέα όπως οι Η2 αποκλειστές ή τα αντιόξινα επηρεάζουν την αντιαιµοπεταλιακή δράση της κλοπιδογρέλης.
Άλλα φαρµακευτικά προϊόντα: Ένας αριθµός κλινικών µελετών έχουν γίνει µε την κλοπιδογρέλη και άλλα συγχορηγούµενα φαρµακευτικά προϊόντα, ώστε να ερευνηθεί η δυνατότητα φαρµακοδυναµικών και φαρµακοκινητικών αλληλεπιδράσεων. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σηµαντικές φαρµακοδυναµικές αλληλεπιδράσεις, όταν η κλοπιδογρέλη συγχορηγήθηκε µε ατενολόλη, νιφεδιπίνη, ή µε συνδυασµό ατενολόλης και νιφεδιπίνης. Επιπλέον, η φαρµακοδυναµική δράση της κλοπιδογρέλης δεν επηρεάστηκε σηµαντικά µε τη συγχορήγηση φαινοβαρβιτάλης ή οιστρογόνων.
Η φαρµακοκινητική της διγοξίνης ή της θεοφυλλίνης δε µεταβλήθηκε µε τη συγχορήγηση της κλοπιδογρέλης. Τα αντιόξινα δε µετέβαλαν το βαθµό της απορρόφησης της κλοπιδογρέλης.
Δεδοµένα από την µελέτη CAPRIE υποδεικνύουν ότι η φαινυτοϊνη και η τολβουταµίδη, οι οποίες µεταβολίζονται από το CYP269, µπορούν να συγχορηγηθούν µε ασφάλεια µε την κλοπιδογρέλη.
Φαρµακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώµατα του CYP2C8: Η κλοπιδογρέλη έχει δειχθεί ότι αυξάνει την έκθεση στη ρεπαγλινίδη σε υγιείς εθελοντές. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η αύξηση της έκθεσης στη ρεπαγλινίδη είναι λόγω της αναστολής του CYP2C8 από το γλυκουρονικό µεταβολίτη της κλοπιδογρέλης. Εξαιτίας του κινδύνου αυξηµένων συγκεντρώσεων στο πλάσµα, η ταυτόχρονη χορήγηση κλοπιδογρέλης και φαρµάκων που απομακρύνονται κυρίως µέσω µεταβολισµού από το CYP2C8 (π.χ., ρεπαγλινίδη, πακλιταξέλη) πρέπει να γίνεται µε προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4).
Εκτός από τις πληροφορίες για αλληλεπιδράσεις µε συγκεκριµένα φαρµακευτικά προϊόντα που περιγράφονται παραπάνω, δεν έχουν διεξαχθεί µελέτες αλληλεπίδρασης της κλοπιδογρέλης µε µερικά φαρµακευτικά προϊόντα που χορηγούνται συχνά σε ασθενείς µε αθηροθροµβωτική ασθένεια. Ωστόσο, ασθενείς που συµµετείχαν στις κλινικές δοκιµές µε την κλοπιδογρέλη έλαβαν µια ποικιλία συγχορηγούµενων φαρµακευτικών προϊόντων συµπεριλαµβανοµένων διουρητικών, β- αναστολέων, ανταγωνιστών του µετατρεπτικού ενζύµου της αγγειοτασίνης (αναστολείς ΜΕΑ), ανταγωνιστών διαύλων ασβεστίου, παραγόντων µείωσης των επιπέδων χοληστερόλης, αγγειοδιασταλτικών των στεφανιαίων αγγείων, αντιδιαβητικών παραγόντων (συµπεριλαµβανοµένης της ινσουλίνης), αντιεπιληπτικών παραγόντων και ανταγωνιστών των υποδοχέων της γλυκοπρωτεϊνης IIb/ΙIIa χωρίς ευρήµατα κλινικά σηµαντικών ανεπιθύµητων αλληλεπιδράσεων.
Γονιµότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυµοσύνη
Επειδή δεν υπάρχουν κλινικά δεδοµένα σχετικά µε την έκθεση στην κλοπιδογρέλη κατά την εγκυµοσύνη, είναι προτιµότερο να µη χρησιµοποιείται η κλοπιδογρέλη κατά τη διάρκεια της εγκυµοσύνης ως µέτρο προφύλαξης.
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άµεσες ή έµµεσες επικίνδυνα; επιπτώσεις στην εγκυµοσύνη, στην ανάπτυξη του εµβρύου, στον τοκετό ή στη µεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3).
Θηλασµός
Είναι άγνωστο εάν η κλοπιδογρέλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο µητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση της κλοπιδογρέλης στο µητρικό γάλα. Ως µέτρο προφύλαξης η γαλουχία δεν θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε το Iscodil.
Γονιµότητα
Η κλοπιδογρέλη δεν έχει καταδειχθεί ότι επηρεάζει τη γονιµότητα σε µελέτες µε ζώα.
Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών
Η κλοπιδογρέλη δεν έχει καµιά ή έχει ασήµαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η ασφάλεια της κλοπιδογρέλης αξιολογήθηκε σε περισσότερους από 44.000 ασθενείς που έχουν συµµετάσχει σε κλινικές µελέτες, συµπεριλαµβανοµένων περισσότερων από 12.000 ασθενών που έκαναν θεραπεία για 1 χρόνο ή περισσότερο. Συνολικά, η κλοπιδογρέλη 75 mg ηµερησίως ήταν συγκρίσιµη µε το ΑΣΟ 325mg ηµερησίως στη µελέτη CAPRIE, ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο και τη φυλή. Οι κλινικά συνδεόµενες µε το φάρµακο ανεπιθύµητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις µελέτες CAPRIE, CURE, CLARITY, COMMIT και ACTIVE-A περιγράφονται παρακάτω. Επί πλέον της εµπειρίας από τις κλινικές µελέτες, ανεπιθύµητες ενέργειες έχουν επίσης αναφερθεί αυθορµήτως.
Η αιµορραγία είναι η πιο συχνή αντίδραση που αναφέρθηκε τόσο σε κλινικές µελέτες όσο και µε βάση την εµπειρία µετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, όπου αναφέρθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια του πρώτου µήνα της θεραπείας.
Σε ασθενείς της µελέτης CAPRIE που έλαβαν θεραπεία είτε µε κλοπιδογρέλη είτε µε ΑΣΟ, η συνολική συχνότητα κάθε είδους αιµορραγία; ήταν 9,3 %. Η συχνότητα εµφάνισης σοβαρών περιστατικών ήταν παρόµοια για την κλοπιδογρέλη και το ΑΣO.
Στη µελέτη CURE, δεν παρουσιάστηκαν επιπλέον µείζονες αιµορραγίες µε τον συνδυασµό κλοπιδογρέλης µε ΑΣΟ σε διάστηµα 7 ηµερών µετά την επέµβαση αορτοστεφανιαίας παράκαµψης, σε ασθενείς που σταµάτησαν τη θεραπεία περισσότερες από 5 ηµέρες πριν τη χειρουργική επέµβαση. Σε ασθενείς που συνέχισαν την αγωγή εντός 5 ηµερών από την επέµβαση αορτοστεφανιαίας παράκαµψης, η συχνότητα των επεισοδίων ήταν 9,6% για την κλοπιδογρέλη µε ΑΣΟ και 6,3% για το εικονικό φάρµακο µε ΑΣΟ.
Στη µελέτη CLARITY, υπήρχε συνολική αύξηση των αιµορραγιών στην οµάδα κλοπιδογρέλης µε ΑΣΟ έναντι της οµάδας εικονικού φαρµάκου µε ΑΣO. Η συχνότητα εµφάνισης µείζονος αιµορραγίας ήταν παρόµοια µεταξύ των δύο οµάδων. Τα αποτελέσµατα αυτά ισχύουν και για τις υποοµάδες ασθενών όπως ορίζονται από χαρακτηριστικά αναφοράς και από τον τύπο της θεραπείας µε θροµβολυτικά ή ηπαρίνη.
Στη µελέτη COMMIT, το συνολικό ποσοστό µη εγκεφαλικής µείζονος αιµορραγίας ή
εγκεφαλικής αιµορραγίας ήταν χαµηλό και παρόµοιο εντός των δύο οµάδων.
Στη µελέτη ACTIVE-A, το ποσοστό της µείζονος αιµορραγίας ήταν µεγαλύτερο στην οµάδα της κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ έναντι της οµάδας εικονικού φαρµάκου (6,7% έναντι 4,3%). Η µείζων αιµορραγία ήταν κυρίως εξωκρανιακής προέλευσης και στις δύο οµάδες (5,3% στην οµάδα κλοπιδογρέλης + ΑΣO 3,5% στην οµάδα εικονικού φαρµάκου + ΑΣΟ), κυρίως από το γαστρεντερικό σωλήνα (3,5% έναντι 1,8%). Υπήρξε µια αύξηση της ενδοκρανιακής αιµορραγίας στην οµάδα αγωγής µε κλοπιδογρέλη + ΑΣΟ συγκρινόµενη µε την οµάδα εικονικού φαρµάκου + ΑΣΟ (1,4% έναντι 0,8% αντίστοιχα). Δεν υπήρξε στατιστικά σηµαντική διαφορά στα ποσοστά των θανατηφόρων αιµορραγιών (1,1% στην οµάδα κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ και 0,7% στην οµάδα εικονικού φαρµάκου + ΑΣΟ) και του αιµορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (0,8% και 0,6%, αντίστοιχα) µεταξύ των οµάδων.
Κατάλογος των ανεπιθύµητων ενεργειών σε µορφή πίνακα
Ανεπιθύµητες ενέργειες που είτε εµφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών µελετών είτε αναφέρθηκαν αυθορµήτως παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί. Η συχνότητά τους ορίζεται µε βάση τις ακόλουθες παραδοχές: συχνές ( ≥ 1 /100 έως <1/10) όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)' πολύ σπάνιες (<1/10.000), µη γνωστές (δεν µπορούν να εκτιµηθούν µε βάση τα διαθέσιµα δεδοµένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εµφάνισης, οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες, µη |
| Οργανικό | γνωστές* | |||
| Σύστηµα | ||||
| Διαταραχές | Θροµβοπενία, | Ουδετεροπενία, | Θροµβωτική | |
| αιµοποιητικού | λευκοπενία, | συµπεριλαµβανο- | θροµβοπενική | |
| και του | ηωσινοφιλία | µένης της | πορφύρα (ΤTP) (βλ. | |
| λεµφικού | σοβαρής | παράγραφο 4.4), | ||
| συστήµατος | ουδετεροπενίας | απλαστική αναιµία, | ||
| πανκυτταροπενία, | ||||
| ακοκκιοκυτταραιµία, | ||||
| σοβαρή | ||||
| θροµβοπενία, | ||||
| επίκτητη αιµοφιλία A, | ||||
| κοκκιοκυτταροπενία, | ||||
| αναιµία | ||||
| Καρδιακές | Σύνδροµο Kounis | |||
| διαταραχές | ( αγγειοσυσπαστική | |||
| αλλεργική στηθάγχη/ | ||||
| αλλεργικό έµφραγµα | ||||
| του µυοκαρδίου) στο | ||||
| πλαίσιο αντίδρασης | ||||
| υπερευαισθησίας | ||||
| λόγω της | ||||
| κλοπιδογρέλης* |
| Διαταραχές του | Ορονοσία, | |||
| ανοσοποιητικού | αναφυλακτοειδείς | |||
| συστήµατος | αντιδράσεις, | |||
| φαρµακευτική | ||||
| υπερευαισθησία | ||||
| λόγω | ||||
| διασταυρούµενης | ||||
| αντίδρασης ανάµεσα | ||||
| σε θειενοπυριδίνες | ||||
| (όπως τικλοπιδίνη, | ||||
| πρασουγρέλη) (βλ. | ||||
| παράγραφο 4.4)* | ||||
| Ψυχιατρικές | Ψευδαισθήσεις, | |||
| διαταραχές | σύγχυση | |||
| Διαταραχές του | Ενδοκρανιακή | Διαταραχές της | ||
| νευρικού | αιµορραγία | γεύσης, αγευσία | ||
| συστήµατος | ( αναφέρθηκαν | |||
| ορισµένες | ||||
| περιπτώσεις µε | ||||
| θανατηφόρο | ||||
| έκβαση), | ||||
| κεφαλαλγία, | ||||
| παραισθησία, ζάλη | ||||
| Οφθαλµικές | Αιµορραγίες του | |||
| διαταραχές | οφθαλµού | |||
| ( επιπεφυκότος | ||||
| ενδοφθάλµια, | ||||
| αµφιβληστροειδούς) | ||||
| Διαταραχές του | Ίλιγγος | |||
| ωτός και του | ||||
| λαβυρίνθου | ||||
| Αγγειακές | Αιµάτωµα | Σοβαρή αιµορραγία, | ||
| διαταραχές | αιµορραγία από το | |||
| εγχειρητικό τραύµα, | ||||
| αγγειίτιδα, υπόταση | ||||
| Διαταραχές του | Επίσταξη | Αιµορραγία από την | ||
| αναπνευστικού | αναπνευστική οδό | |||
| συστήµατος, | (αιµόπτυση, | |||
| του θώρακα και | πνευµονική | |||
| του | αιµορραγία), | |||
| µεσοθωρακίου | βρογχόσπασµος, | |||
| διάµεση | ||||
| πνευµονίτιδα, | ||||
| ηωσινοφιλική | ||||
| πνευµονία | ||||
| Διαταραχές του | Αιµορραγία | Γαστρικό έλκος και | Οπισθοπεριτοναϊ- | Γαστρεντερική και |
| γαστρεντερικού | του | δωδεκαδακτυλικό | κή αιµορραγία | οπισθοπεριτοναϊκή |
| γαστρεντερι- | έλκος, γαστρίτιδα, | αιµορραγία µε | ||
| κού σωλήνα, | έµετος, ναυτία, | θανατηφόρο έκβαση, | ||
| διάρροια, | δυσκοιλιότητα, | παγκρεατίτιδα, | ||
| κοιλιακό | µετεωρισµός | κολίτιδα | ||
| άλγος, | ( συµπεριλαµβανο- | |||
| δυσπεψία | µένης της ελκώδους | |||
| ή λεµφοκυτταρικής | ||||
| κολίτιδας), | ||||
| Διαταραχές του | Οξεία ηπατική | |||
| ήπατος και των | ανεπάρκεια, | |||
| χοληφόρων | ηπατίτιδα, µη | |||
| φυσιολογικές | ||||
| δοκιµασίες ηπατικής | ||||
| λειτουργίας | ||||
| Δ ιαταραχές του | Μώλωπας | Εξάνθηµα, κνησµός | Ποµφολυγώδης | |
| δέρµατος και | αιµορραγία από το | δερµατίτιδα (τοξική | ||
| του υποδόριου | δέρµα (πορφύρα) | επιδερµική | ||
| ιστού | νεκρόλυση, | |||
| σύνδροµο Stevens- | ||||
| Jοhnsοn,πολύµορφο | ||||
| ερύθηµα, οξεία | ||||
| γενικευµένη | ||||
| εξανθηµατική | ||||
| φλυκταίνωση | ||||
| (ΟΓΕΦ), | ||||
| αγγειοοίδηµα, | ||||
| σύνδροµο | ||||
| φαρµακοεπαγώµενης | ||||
| υπερευαισθησίας, | ||||
| φαρµακευτικό | ||||
| εξάνθηµα µε | ||||
| ηωσινοφιλία και | ||||
| συστηµατικά | ||||
| συµπτώµατα | ||||
| (DRESS), | ||||
| ερυθηµατώδες ή | ||||
| αποφολιδωτικό | ||||
| εξάνθηµα, κνίδωση, | ||||
| έκζεµα, οµαλός | ||||
| λειχήνας | ||||
| Διαταραχές του | Γυναικοµαστία | |||
| αναπαραγωγι- | ||||
| κού | ||||
| συστήµατος και | ||||
| του µαστού | ||||
| Διαταραχές του | Μυοσκελετική | |||
| µυοσκελετικού | αιµορραγία | |||
| συστήµατος και | (αίµαρθρο), | |||
| του συνδετικού | αρθρίτιδα, | |||
| ιστού | αρθραλγία, µυαλγία | |||
| Διαταραχές των | Αιµατουρία | Σπειραµατονεφρίτι- | ||
| νεφρών και των | δα, αυξηµένη | |||
| ουροφόρων | κρεατινίνη αίµατος | |||
| οδών |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδούχορήγησης | Αιμορραγία στη θέση παρακέντησης | Πυρετός | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Παρατεταμένος χρόνος ροής, μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων |
*Πληροφορίες που σχετίζονται με την κλοπιδογρέλη με μη « γνωστή » συχνότητα. Αναφορά πιθανολογούµενων ανεπιθύµητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: 213 2040380/337, Φαξ: 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Υπερδοσολογία µετά από χορήγηση κλοπιδογρέλης µπορεί να οδηγήσει σε παράταση του χρόνου ροής και επακόλουθες αιµορραγικές επιπλοκές. Εάν παρατηρηθούν αιµορραγίες θα πρέπει να εξεταστεί ποια είναι η κατάλληλη αγωγή. Δεν έχει βρεθεί αντίδοτο της φαρµακολογικής δράσης της κλοπιδογρέλης. Εάν απαιτείται άµεση διόρθωση του παρατεταµένου χρόνου ροής, η µετάγγιση αιµοπεταλίων µπορεί να αναστρέψει τα αποτελέσµατα της κλοπιδογρέλης.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ISCODIL 75MG/TAB
Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολείς συσσώρευσης αιµοπεταλίων εκτός ηπαρίνης, κωδικόςΑΤC: B01AC-04.
Μηχανισµός δράσης
Η κλοπιδογρέλη είναι ένα προφάρµακο, ένας από τους µεταβολίτες του οποίου είναι
αναστολέας της συσσώρευσης των αιµοπεταλίων. Η κλοπιδογρέλη πρέπει να µεταβολιστεί από τα ένζυµα του CYP450 για να παράξει το δραστικό µεταβολίτη που αναστέλλει τη συσσώρευση των αιµοπεταλίων. Ο δραστικός µεταβολίτης της κλοπιδογρέλης εκλεκτικά αναστέλλει τη σύζευξη της διφωσφορικής αδενοσίνης (ΑDΡ) µε τον υποδοχέα Ρ2Υ12 των αιµοπεταλίων και την επακόλουθη ενεργοποίηση, µέσω της ADP, του συµπλέγµατος της γλυκοπρωτεϊνης GPIIb/IIIa, αναστέλλοντας µε τον τρόπο αυτό τη συσσώρευση των αιµοπεταλίων. Λόγω της µη αναστρέψιµης σύζευξης, τα εκτεθειµένα αιµοπετάλια επηρεάζονται για το υπόλοιπο του χρόνου ζωής τους (κατά προσέγγιση 7-10 ηµέρες) και η ανάκτηση της φυσιολογικής λειτουργίας των αιµοπεταλίων συµβαίνει µε ρυθµό ανάλογο µε το ρυθµό ανανέωσης των αιµοπεταλίων. Η συσσώρευση των αιµοπεταλίων, που προκαλείται από αγωνιστές άλλους από την ADP, αναστέλλεται, επίσης, από την παρεµπόδιση της ενίσχυσης της ενεργοποίησης από την απελευθερούµενη ADP.
Επειδή ο δραστικός µεταβολίτη ς προκύπτει από τα ένζυµα του CYP450, ορισµένα από τα οποία παρουσιάζουν πολυµορφισµούς ή υπόκεινται σε αναστολή από άλλα φαρµακευτικά προϊόντα, δεν θα έχουν όλοι οι ασθενείς επαρκή αναστολή των αιµοπεταλίων.
Φαρµακοδυναµικές επιδράσεις
Επαναλαµβανόµενες δόσεις των 75 mg την ηµέρα προκάλεσαν σηµαντική αναστολή της προκαλούµενης από την ΑDΡ συσσώρευσης των αιµοπεταλίων από τη πρώτη ηµέρα. Η αναστολή αυτή αυξήθηκε προοδευτικά και έφτασε σε σταθερά επίπεδα µεταξύ της 3ης και 7ης ηµέρας. Στη σταθερή κατάσταση, η αναστολή της αιµοπεταλιακήι; συσσώρευσης που παρατηρήθηκε µε δόση 75 mg την ηµέρα, ήταν της τάξης του 40 % έως 60 %. Η συσσώρευση των αιµοπεταλίων και ο χρόνος ροής επανήλθαν σταδιακά στα αρχικά επίπεδα, γενικά µέσα σε 5 ηµέρες µετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κλινική αποτελεσµατικότητα και ασφάλεια
Η ασφάλεια και η αποτελεσµατικότητα της κλοπιδογρέλης έχει αξιολογηθεί σε 5 διπλές- τuφλές µελέτες στις οποίες συµµετείχαν πάνω από 88.000 ασθενείς: η CAPRIE, µία µελέτη σύγκρισης της κλοπιδογρέλης έναντι του ΑΣΟ και οι CURE, CLARITY, COMMIT και ACΤΙVE-A, µελέτες σύγκρισης της κλοπιδογρέλης έναντι εικονικού φαρµάκου, όπου και τα δύο φαρµακευτικά προϊόντα χορηγήθηκαν σε συνδυασµό µε ΑΣΟ και άλλη συγκεκριµένη θεραπεία.
Πρόσφατο έµφραγµα του µυοκαρδίου, πρόσφατο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή εγκατεστηµένη περιφερική αρτηριακή νόσος
Η µελέτη CAPRlE συµπεριέλαβε 19.185 ασθενείς µε αθηροθρόµβωση, που είχε εκδηλωθεί µε πρόσφατο έµφραγµα µυοκαρδίου (<35 ηµέρες), πρόσφατο ισχαιµικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (µεταξύ 7 ηµέρες και 6 µήνες) ή εγκατεστηµένη περιφερική αρτηριακή νόσο (ΠΑΝ). Έγινε τυχαιοποίηση των ασθενών σε οµάδες κλοπιδογρέλης 75 mg/ηµέρα ή ΑΣΟ 325 mg/ηµέρα και η παρακολούθηση διήρκεσε για 1 έως 3 χρόνια. Στην υποοµάδα µε έµφραγµα του µυοκαρδίου, οι περισσότεροι από τους ασθενείς έλαβαν ΑΣΟ για τις πρώτες λίγες ηµέρες µετά το οξύ έµφραγµα του µυοκαρδίου.
Η κλοπιδογρέλη µείωσε σηµαντικά τη συχνότητα εµφάνισης νέων ισχαιµικών επεισοδίων (σύνθετο τελικό σηµείο αξιολόγησης εµφράγµατος του µυοκαρδίου, ισχαιµικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιαγγειακού θανάτου) συγκρινόµενη µε ΑΣΟ. Χρησιµοποιώντας το µοντέλο στατιστική; ανάλυσης µε σκοπό την θεραπεία, 939 επεισόδια εξετάστηκαν στην οµάδα της κλοπιδογρέλης, και 1.020 επεισόδια µε ΑΣΟ (µείωση του σχετικού κινδύνου (RRR) 8,7 %, [95 % CI: 0,2 έως 16,4], p=0,045), που αναλογικά σηµαίνει ότι σε κάθε 1.000 ασθενείς που έλαβαν αγωγή επί 2 χρόνια αντιστοιχούν 10 [CI: 0 έως 20] επιπρόσθετοι ασθενείς που προφυλάχθηκαν από νέο ισχαιµικό επεισόδιο. Ανάλυση της συνολικής θνησιµότητας ως δευτερεύον καταληκτικό σηµείο δεν έδειξε κάποια
σηµαντική διαφορά µεταξύ της κλοπιδογρέλης (5,8 %) και του ΑΣΟ (6,0 %).
Σε µια ανάλυση υποοµάδων ανά κατάσταση (έµφραγµα του µυοκαρδίου, ισχαιµικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και ΠΑΝ) το όφελος αποδείχθηκε µέγιστο (επιτυγχάνοντας στατιστική διαφορά p=0,003) σε ασθενείς που είχαν συµπεριληφθεί λόγω ΠΑΝ (ιδίως σε εκείνους που είχαν επίσης ιστορικό εµφράγµατος του µυοκαρδίου) (RRR = 23,7 %, CI: 8,9 έως 36,2) και µικρότερο (όχι σηµαντικά διαφορετικό από ΑΣΟ) σε ασθενείς µε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (RRR = 7,3 %, CI: -5,7 έως 18,7 [p=0,258]). Σε ασθενείς που είχαν συµπεριληφθεί στη δοκιµή µε µόνη αιτιολογία πρόσφατου εµφράγµατος του µυοκαρδίου, η κλοπιδογρέλη ήταν αριθµητικά κατώτερη αλλά χωρίς στατιστικά σηµαντική διαφορά από το ΑΣΟ (RRR = -4,0 %, CI: -22,5 έως 11,7 [p=0,639]). Επιπλέον, η ανάλυση µίας υποοµάδας µε βάση την ηλικία έδειξε ότι το όφελος από την κλοπιδογρέλη σε ασθενείς άνω των 75 ετών ήταν µικρότερο από εκείνο που παρατηρήθηκε σε ασθενείς ≤75 ετών.
Επειδή η δοκιµή CAPRIE δεν ήταν σε θέση να εκτιµήσει την αποτελεσµατικότητα των επί µέρους υποοµάδων, δεν είναι σαφές εάν οι διαφορές στη σχετική ελάττωση του κινδύνου στις υποοµάδες µε κατάσταση είναι πραγµατικές, ή αποτέλεσµα τύχης.
Οξύ στεφανιαίο σύνδροµο
Η µελέτη CURE συµπεριέλαβε 12.562 ασθενείς µε οξύ στεφανιαίο σύνδροµο χωρίς ανάσπαση του διαστήµατος ST (ασταθή στηθάγχη ή έµφραγµα του µυοκαρδίου χωρίς κύµα Q), που προσήλθαν µέσα σε 24 ώρες µετά την εµφάνιση του πιο πρόσφατου επεισοδίου θωρακικού άλγους ή συµπτωµάτων συµβατών µε ισχαιµία. Οι ασθενείς απαιτήθηκε να έχουν είτε ηλεκτροκαρδιογραφικές µεταβολές συµβατές µε νέα ισχαιµία ή αύξηση των καρδιακών ενζύµων ή τροπονίνης Ι ή Τ τουλάχιστον δύο φορές πάνω από το ανώτατο φυσιολογικό όριο. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε κλοπιδογρέλη (300 mg δόση φόρτισης ακολουθούµενη από 75 mg/ηµερησίως, Ν=6.259) ή εικονικό φάρµακο (Ν=6.303), και τα δύο χορηγήθηκαν σε συνδυασµό µε ΑΣΟ (75-325 mg εφάπαξ ηµερησίως) και άλλες καθιερωµένες αγωγές. Οι ασθενείς ήταν υπό αγωγή µέχρι και ένα χρόνο. Στη µελέτη CURE, σε 823 (6,6%) ασθενείς συγχορηγήθηκαν ανταγωνιστές των υποδοχέων γλυκοπρωτεϊνης IIb/IIIa. Ηπαρίνες χορηγήθηκαν σε περισσότερο από το 90% των ασθενών και ο σχετικός ρυθµός αιµορραγίας µεταξύ κλοπιδογρέλης και εικονικού φαρµάκου δεν επηρεάστηκε σηµαντικά από τη συγχορήγηση ηπαρίνης.
Ο αριθµός των ασθενών που αξιολογήθηκαν ως προς το πρωτεύον καταληκτικό σηµείο [θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έµφραγµα του µυοκαρδίου (ΜΙ), ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο] ήταν 582 (9,3%) στην οµάδα της κλοπιδογρέλης και 719 (11,4%) στην οµάδα του εικονικού φαρµάκου, µε 20% µείωση του σχετικού κινδύνου (95% Cl 10%-28%, p=0,00009) για την οµάδα της κλοπιδογρέλης (17% σχετική µείωση του κινδύνου όταν οι ασθενείς ήταν υπό συντηρητική αγωγή, 29% όταν είχαν υποβληθεί σε επέµβαση διαδερµικής διαυλικής αγγειοπλαστικής στεφανιαίων (PTCA) µε ή χωρίς τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stent) στα στεφανιαία και 10% όταν είχαν υποβληθεί σε επέµβαση αορτοστεφανιαίας παράκαµψης (CABG). Προλήφθηκαν νέα καρδιαγγειακά επεισόδια (πρωτεύον τελικό σηµείο αξιολόγησης), µε σχετικές µειώσεις του κινδύνου της τάξεως του 22% (Cl: 8,6, 33,4), 32% (Cl: 12,8, 46,4),4% (Cl: -26,9, 26,7), 6% (Cl: -33,5,
34,3) και 14% (Cl: -31,6, 44,2), κατά τη διάρκεια των διαστηµάτων της µελέτης 0-1, 1-3,3- 6, 6-9 και 9-12 µήνες, αντίστοιχα. Συνεπώς, µετά τους 3 µήνες αγωγής, το όφελος που παρατηρήθηκε στην οµάδα κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ δεν αυξήθηκε περαιτέρω ενώ ο κίνδυνος αιµορραγίας παρέµεινε (βλ. παράγραφο 4.4).
Η χρήση της κλοπιδογρέλης στην CURE συσχετίστηκε µε µείωση της ανάγκης για θροµβολυτική αγωγή (RRR=43,3%, CI:24,3%, 57%) και αναστολείς υποδοχέων γλυκοπρωτείνης IIb/IIIa (RRR=18,2%, CI: 6,5%, 28,3%).
Ο αριθµός των ασθενών που αξιολογήθηκαν ως προς το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σηµείο [θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έµφραγµα του µυοκαρδίου (ΜΙ), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή ανθεκτική ισχαιµία] ήταν 1.035 (16,5%) στην οµάδα της
κλοπιδογρέλης και 1.187 (18,8%) στην οµάδα του εικονικού φαρµάκου, µε 14% µείωση του σχετικού κινδύνου (95% CI 6%- 21 %, p=0,0005) για την οµάδα της κλοπιδογρέλης. Αυτό το όφελος προκύπτει κυρίως από τη στατιστικώς σηµαντική µείωση της συχνότητας εµφάνισης του εµφράγµατος του µυοκαρδίου [287 (4,6%) στην οµάδα της κλοπιδογρέλης και 363 (5,8%) στην οµάδα του εικονικού φαρµάκου]. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη συχνότητα επανεισαγωγής σε νοσοκοµείο για ασταθή στηθάγχη.
Τα αποτελέσµατα όπως εκτιµήθηκαν σε πληθυσµούς µε διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. ασταθή στηθάγχη ή έµφραγµα του µυοκαρδίου χωρίς κύµα Q, χαµηλό έως υψηλό κίνδυνο, ύπαρξη διαβήτη, ανάγκη επέµβασης επαναγγείωσης, ηλικία, φύλο, κ.λπ.) ήταν σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα της πρωταρχικής ανάλυσης. Συγκεκριµένα, σε µία post-hoc ανάλυση
2.172 ασθενών (17% του συνολικού πληθυσµού ασθενών της µελέτης CURE), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stent) (Stent-CURE), τα δεδοµένα έδειξαν ότι, όταν η κλοπιδογρέλη συγκρίνεται µε το εικονικό φάρµακο, καταδεικνύεται σηµαντική µείωση του σχετικού κινδύνου (RRR) κατά 26,2% στους ασθενείς που ελάµβαναν κλοπιδογρέλη ως προς το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σηµείο (θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έµφραγµα του µυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) και επίσης µία σηµαντική µείωση κατά 23,9% του σχετικού κινδύνου ως προς το σύνθετο δευτερεύον καταληκτικό σηµείο (θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, έµφραγµα του µυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή ανθεκτική ισχαιµία ). Επιπλέον, το προφίλ ασφάλειας της κλοπιδογρέλης σε αυτήν την υπο-οµάδα ασθενών δεν δηµιούργησε κάποιο ιδιαίτερο πρόβληµα. Συνεπώς, τα αποτελέσµατα από αυτό το υπο-σύνολο συµφωνούν µε τα συνολικά αποτελέσµατα της δοκιµής.
Τα οφέλη που παρατηρήθηκαν µε την κλοπιδογρέλη ήταν ανεξάρτητα από άλλες θεραπείες που χορηγούνται οξέως ή χρονίως για καρδιαγγειακά νοσήµατα (όπως ηπαρίνη/ηπαρίνες µικρού µοριακού βάρους (ΗΜΜΒ), ανταγωνιστές υποδοχέων της γλυκοπρωτεϊνηξ IIb/IIla, υπολιπιδαιµικά φαρµακευτικά προϊόντα, β-αναστολείς, και αναστολείς του µετατρεπτικού ενζύµου της αγγειοτασίνης). Η αποτελεσµατικότητα της κλοπιδογρέλης παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από τη δόση του ΑΣΟ (75-325 mg µία φορά ηµερησίως).
Σε ασθενείς µε οξύ έµφραγµα του µυοκαρδίου µε ανάσπαση του διαστήµατος ST, η ασφάλεια και η αποτελεσµατικότητα της κλοπιδογρέλης έχουν αξιολογηθεί σε δύο τυχαιοποιηµένες, ελεγχόµενες µε εικονικό φάρµακο, διπλές-τυφλές µελέτες, την CLARITY και την COMMΙΤ.
Η δοκιµή CLARITY συµπεριέλαβε 3.491 ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν εντός 12 ωρών από την έναρξη της ST ανάσπασης έµφραγµα του µυοκαρδίου και προγραµµατίστηκε να ξεκινήσουν θροµβολυτική θεραπεία. Οι ασθενείς έλαβαν κλοπιδογρέλη (300 mg ως δόση φόρτισης και στη συνέχεια 75 mg/ηµέρα, n=1.752) ή εικονικό φάρµακο (n=1.739), και στις δύο περιπτώσεις σε συνδυασµό µε ΑΣΟ (150 έως 325 mg ως δόση φόρτισης και στη συνέχεια 75 έως 162 mg/ηµέρα), µε έναν ινωδολυτικό παράγοντα και, όταν χρειαζόταν, µε ηπαρίνη. Οι ασθενείς ήταν υπό παρακολούθηση για 30 ηµέρες. Το πρωτεύον καταληκτικό σηµείο αξιολόγησης ήταν η παρουσία αποφραγµένης εξαιτίας εµφράκτου στεφανιαίας αρτηρίας στην αγγειογραφία πριν από την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκοµείο, ή θάνατος ή υποτροπιάζον έµφραγµα του µυοκαρδίου πριν τη στεφανιογραφία. Για ασθενείς που δεν υποβλήθηκαν σε στεφανιογραφία, το πρωτεύον καταληκτικό σηµείο αξιολόγησης ήταν ο θάνατος ή το υποτροπιάζον έµφραγµα του µυοκαρδίου την Ηµέρα 8 ή κατά την έξοδο από το νοσοκοµείο. Ο πληθυσµός των ασθενών συµπεριελάµβανε 19,7% γυναίκες και 29,2% ασθενείς ≥ 65 ετών. Ένα σύνολο 99,7% των ασθενών έλαβε ινωδολυτικά (ινωδο- ειδικά: 68,7%, µη ινωδο-ειδικά: 31,1%), 89,5% ηπαρίνη, 78,7% β-αναστολείς, 54,7% αναστολείς του µετατρεπτικού ενζύµου της αγγειοτασίνης και 63% στατίνες.
Ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15,0%) των ασθενών στην οµάδα της κλοπιδογρέλης και 21,7% στην οµάδα του εικονικού φαρµάκου έφτασε στο πρωτεύον καταληκτικό σηµείο αξιολόγησης, αντιπροσωπεύοντας απόλυτη µείωση κατά 6,7% και 36% πιθανή µείωση χάριν της κλοπιδογρέλης (95% CI: 24, 47%, p < 0,001), κυρίως σχετιζόµενες µε µείωση του αποφρακτικού αρτηριακού εµφράκτου. Το όφελος αυτό υπήρχε σε όλες τις
προκαθορισµένε; υποοµάδες συµπεριλαµβανοµένης της ηλικία; και του φύλου του ασθενούς, της εντόπιση; του εµφράκτου και του τύπου του ινωδολυτικού ή της ηπαρίνης που χρησιµοποιήθηκε.
Η δοκιµή COMMIT µε παραγοντικό σχεδιασµό 2x2 συµπεριέλαβε 45.852 ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν εντός 24 ωρών από την έναρξη των συµπτωµάτων υποψία εµφράγµατος του µυοκαρδίου µε ανάλογες ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις (π.χ. ανάσπαση ST, κατάσπαση ST ή αριστερό σκελικό αποκλεισµό). Οι ασθενείς έλαβαν κλοπιδογρέλη (75 mg/ηµέρα, n=22.961) ή εικονικό φάρµακο (n=22.891), σε συνδυασµό µε ΑΣΟ (162 mg/ηµέρα), για 28 ηµέρες ή µέχρι την έξοδο από το νοσοκοµείο. Τα σύνθετα πρωτεύοντα καταληκτικά σηµεία ήταν ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία και η πρώτη εµφάνιση επανέµφραξης, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου. Ο πληθυσµός περιελάµβανε 27,8% γυναίκες, 58,4% ασθενείς ≥ 60 ετών (26% ≥ 70 ετών) και 54,5% ασθενείς που λάµβαναν ινωδολυτικά,
Η κλοπιδογρέλη µείωσε σηµαντικά το σχετικό κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία κατά 7% (p=0,029) και το σχετικό κίνδυνο του συνδυασµού επανέµφραξης, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου κατά 9% (p=0,002), αντιπροσωπεύοντας απόλυτη µείωση κατά 0,5% και 0,9% αντίστοιχα. Το όφελος αυτό ήταν σταθερό για την ηλικία, το φύλο και την χορήγηση ή όχι θροµβολυτικών και παρατηρήθηκε εντός 24 ωρών.
Κολπική µαρµαρυγή
Οι µελέτες ACTIVE-W και ACΤΙVE-A, διαφορετικές δοκιµές του προγράµµατος ACTIVE, συµπεριέλαβαν ασθενείς µε κολπική µαρµαρυγή (ΚΜ), οι οποίοι είχαν τουλάχιστον έναν παράγοντα κινδύνου για αγγειακά συµβάµατα. Βάσει των κριτηρίων εισαγωγής, οι ιατροί ενέταξαν ασθενείς στην ACΤΙVE-W εάν ήταν υποψήφιοι για θεραπεία µε ανταγωνιστές της βιταµίνης Κ (ΑΒΚ) (όπως η βαρφαρίνη). Η µελέτη ACΤΙVE-A περιελάµβανε ασθενείς που δεν µπορούσαν να λάβουν θεραπεία µε ΑΒΚ επειδή δεν µπορούσαν ή δεν επιθυµούσαν να λάβουν την αγωγή.
Η µελέτη ACΤΙVE- W κατέδειξε ότι η αγωγή µε ανταγωνιστές της βιταµίνης Κ ήταν πιο αποτελεσµατική από την κλοπιδογρέλη και το ΑΣΟ.
Η µελέτη ACΤΙVE-A (Ν=7.554) ήταν µια πολυκεντρική, τυχαιοποιηµένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόµενη µε εικονικό φάρµακο µελέτη, η οποία συνέκρινε την κλοπιδογρέλη 75 mg/ηµέρα + ΑΣΟ (Ν=3.772) µε εικονικό φάρµακο + ΑΣΟ (Ν=3.782). Η συνιστώµενη δόση για το ΑΣΟ ήταν 75 έως 100 mg/ηµέρα. Οι ασθενείς ήταν υπό αγωγή έως και 5 χρόνια.
Οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο πρόγραµµα ACTIVE ήταν εκείνοι που παρουσιάστηκαν µε αποδεδειγµένη ΚΜ, δηλ. είτε µε µόνιµη ΚΜ ή µε τουλάχιστον 2 επεισόδια διαλείπουσας ΚΜ στους τελευταίους 6 µήνες, και είχαν τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: ηλικία ≥ 75 ετών, ή ηλικία 55 έως 74 ετών και είτε σακχαρώδη διαβήτη που απαιτούσε θεραπεία µε φάρµακα, είτε αποδεδειγµένο προηγούµενο έµφραγµα µυοκαρδίου (ΕΜ) ή αποδεδειγµένη στεφανιαία νόσο, ήταν σε αγωγή για συστηµατική υπέρταση, προηγούµενο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιµικό επεισόδιο (ΠΙΕ), ή συστηµατικό εµβολισµό εκτός ΚΝΣ· δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας µε κλάσµα εξώθησης της αριστερής κοιλίας <45%' ή αποδεδειγµένη περιφερική αγγειακή νόσο. Η µέση βαθµολογία CHADS2 ήταν 2,0 (εύρος 0-6).
Τα κύρια κριτήρια αποκλεισµού για ασθενείς που καταγράφηκαν ήταν έλκος πεπτικού εντός των τελευταίων 6 µηνών, προηγούµενη ενδοεγκεφαλική αιµορραγία, σοβαρή θροµβοπενία (αριθµός αιµοπεταλίων < 50 x109/l)· απαίτηση για κλοπιδογρέλη ή από του στόµατος αντιπηκτικά (ΑΣΑΠ), ή δυσανεξία σε οποιαδήποτε από τις δύο ουσίες.
Εβδοµήντα τρία τοις εκατό (73%) των ασθενών που εντάχθηκαν στη µελέτη ACΤΙVE-A δεν µπορούσαν να λάβουν ΑΒΚ λόγω της αξιολόγησης του ιατρού, αδυναµίας
συµµόρφωσης για την παρακολούθηση του INR (διεθνής οµαλοποιηµένη σχέση), προδιάθεσης για πτώση ή τραυµατισµό της κεφαλής, ή συγκεκριµένου κινδύνου αιµορραγίας για το 26% των ασθενών, η απόφαση του ιατρού βασίστηκε στη µη επιθυµία του ασθενούς να λάβει ΑΒΚ.
Ο πληθυσµός των ασθενών συµπεριέλαβε γυναίκες κατά το 41,8%. Η µέση ηλικία ήταν 71 έτη, το 41,6% των ασθενών ήταν ≥75 ετών. Ένα σύνολο 23,0% των ασθενών λάµβαναν αντιαρρυθµικά, 52,1% βήτα-αποκλειστές, 54,6% αναστολείς του ΜΕΑ και 25,4% στατίνες.
Ο αριθµός των ασθενών, οι οποίοι έφτασαν σε ένα πρωτεύον καταληκτικό σηµείο (χρόνος µέχρι την πρώτη εµφάνιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ΕΜ, συστηµατικός εµβολισµός εκτός ΚΝΣ ή αγγειακό θάνατο) ήταν 832 (22,1 %) στην οµάδα που αντιµετωπίστηκε µε κλοπιδογρέλη + ΑΣΟ και 924 (24,4%) στην οµάδα του εικονικού φαρµάκου + ΑΣΟ (µείωση του σχετικού κινδύνου 11,1%· 95% CI 2,4% έως 19,1 %. p=0,013), κυρίως λόγω µιας µεγάλης µείωσης της συχνότητας των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια συνέβησαν σε 296 (7,8%) ασθενείς που έλαβαν κλοπιδογρέλη + ΑΣΟ και 408 (10,8%) ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρµακο + ΑΣΟ (µείωση του σχετικού κινδύνου, 28,4%' 95% CI, 16,8% έως 38,3%' p=0,00001).
Παιδιατρικός πληθυσµός
Σε µια µελέτη κλιµακούµενης δοσολογίας 86 νεογνών ή βρεφών έως 24 µηνών σε κίνδυνο θρόµβωσης (PICOLO), η κλοπιδογρέλη αξιολογήθηκε σε διαδοχικές δόσεις των 0,01, 0,1 και 0,2 mg/kg σε νεογνά και βρέφη και 0,15 mg/kg µόνο σε νεογνά. Η δόση των 0,2 mg/kg πέτυχε τη µέση ποσοστιαία αναστολή της τάξης του 49,3% (5µΜ ΑDΡ-επαγώµενη συσσώρευση αιµοπεταλίων), η οποία ήταν συγκρίσιµη µε εκείνη των ενηλίκων που λαµβάνουν κλοπιδογρέλη 75 mg/ηµέρα.
Σε µια τυχαιοποιηµένη, διπλής-τυφλής, παράλληλων οµάδων µελέτη (CLΑRΙΝΕT), 906 παιδιατρικοί ασθενείς (νεογνά και βρέφη) µε κυανωτική συγγενή καρδιακή νόσο που αντιµετωπίζεται παρηγορητικά µε αρτηριακή παράκαµψη από τη συστηµατική προς την πνευµονική κυκλοφορία, τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν κλοπιδογρέλη 0,2 mg/kg (η=467) ή εικονικό φάρµακο (η=439) µαζί µε ταυτόχρονη θεραπεία µέχρι το χρόνο του χειρουργείου σε δεύτερη φάση. Ο µέσος χρόνος µεταξύ της παρηγορητικής αντιµετώπισης µε παράκαµψη και της πρώτης χορήγησης του φαρµακευτικού προϊόντος της µελέτης ήταν 20 ηµέρες. Κατά προσέγγιση 88% των ασθενών έλαβαν ταυτόχρονα ΑΣΟ (εύρος 1 έως 23 mg/kg/ηµέρα). Δεν υπήρξε σηµαντική διαφορά µεταξύ των οµάδων στο πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σηµείο του θανάτου, θρόµβωσης της παράκαµψης ή παρέµβασης σχετιζόµενης µε την καρδιά πριν από την ηλικία των 120 ηµερών µετά από επεισόδιο που θεωρήθηκε θροµβωτικής φύσης [89 (19,1 %) για την οµάδα κλοπιδογρέλης και 90 (20,5%) για την οµάδα εικονικού φαρµάκου] (βλ. παράγραφο 4.2). Η αιµορραγία ήταν η πιο συχνά αναφερόµενη ανεπιθύµητη ενέργεια και στις δύο οµάδες κλοπιδογρέλης και εικονικού φαρµάκου ωστόσο, δεν υπήρξε καµία σηµαντική διαφορά στο ποσοστό αιµορραγίας µεταξύ των οµάδων. Στη µακροχρόνια παρακολούθηση της ασφάλειας αυτής της µελέτης,
26 ασθενείς µε την παράκαµψη ακόµα υφιστάµενη σε ηλικία ενός έτους έλαβαν
κλοπιδογρέλη έως την ηλικία των 18 µηνών. Καµιά καινούρια ανησυχία για την ασφάλεια δεν παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της µακροχρόνια; παρακολούθησης.
Οι δοκιµές CLARlNET και PICOLO διενεργήθηκαν χρησιµοποιώντας ένα συσταθέν διάλυµα κλοπιδογρέλης. Σε µια σχετική µελέτη βιοϊσοδυναµίας σε ενήλικες, το συσταθέν διάλυµα κλοπιδογρέλης έδειξε παρόµοια έκταση και ελάχιστα υψηλότερο ποσοστό απορρόφησης του κύριου κυκλοφορούντος (ανενεργού) µεταβολίτη συγκριτικά µε το εγκεκριµένο δισκίο.
Απορρόφηση
Μετά από εφάπαξ και επαναλαµβανόµενες ηµερήσιες δόσεις 75 mg από του στόµατος, η κλοπιδογρέλη απορροφάται ταχέως. Το µέσο υψηλότερο επίπεδο της αµετάβλητης κλοπιδογρέλης στο πλάσµα (κατά προσέγγιση 2,2-2,5 ng/ml µετά από εφάπαξ δόση 75 mg από του στόµατος) εµφανίστηκε περίπου 45 λεπτά µετά τη χορήγηση της δόσης. Η απορρόφηση είναι τουλάχιστον 50 % µε βάση τη µέτρηση αποβολής των µεταβολιτών της κλοπιδογρέλης στα ούρα.
Κατανοµή
Η κλοπιδογρέλη και ο κύριος κυκλοφορών (ανενεργός) µεταβολίτης της, δεσµεύονται αναστρέψιµα µε πρωτεϊνες του ανθρώπινου πλάσµατος (98 % και 94 % αντίστοιχα) in vitro. Η δέσµευση in vitro δεν φτάνει µέχρι κορεσµού για ένα ευρύ φάσµα συγκέντρωσης.
Βιοµετασχηµατισµός
Η κλοπιδογρέλη µεταβολίζεται εκτεταµένα στο ήπαρ. In vitro και in νίνο, η κλοπιδογρέλη µεταβολίζεται µέσω δύο κύριων µεταβολικών οδών: µία κατά την οποία µε τη µεσολάβηση εστερασών υδρολύεται στο ανενεργό παράγωγο του καρβοξυλικού οξέος (85% των κυκλοφορούντων µεταβολιτών) και µία µε τη µεσολάβηση πολλαπλών κυτοχρωµάτων Ρ450. Η κλοπιδογρέλη µεταβολίζεται αρχικά στον ενδιάµεσο µεταβολίτη 2-oxo-clopidogrel. Επακόλουθος µεταβολισµός του ενδιάµεσου µεταβολίτη 2-oxo-clopidogrel έχει ως αποτέλεσµα τη δηµιουργία του δραστικού µεταβολίτη, ένα παράγωγο θειόλης. Ο δραστικό; µεταβολίτης δηµιουργείται κυρίως από το CYP2C19 µε τη συµβολή από διάφορα άλλα ένζυµα CYP, περιλαµβανοµένων των CYP1A2, CYP2B6 και CYP3A4. Ο ενεργός µεταβολίτης θειόλη, ο οποίος αποµονώθηκε in vitro, συνδέεται γρήγορα και µη αναστρέψιµα µε υποδοχείς αιµοπεταλίων, αναστέλλovτας έτσι τη συσσώρευση των αιµοπεταλίων.
Η Cmax του δραστικού µεταβολίτη είναι διπλάσια µετά από µια εφάπαξ δόση φόρτισης των 300 mg όπως είναι µετά από τέσσερις ηµέρες µε δόση συντήρησης των 75 mg. Η Cmax παρατηρείται κατά προσέγγιση µετά από 30 έως 60 λεπτά µετά τη χορήγηση της δόσης.
Απέκκριση
Στον άνθρωπο, µετά από µία από του στόµατος δόση κλοπιδογρέλης σεσηµασµένης µε 14C, το 50% περίπου αποβάλλεται µε τα ούρα και το 46 % περίπου µε τα κόπρανα σε διάστηµα 120 ωρών µετά από τη λήψη της δόσης. Μετά από εφάπαξ δόση 75 mg από του στόµατος, η κλοπιδογρέλη έχει χρόνο ηµίσειας ζωής περίπου 6 ώρες. Ο χρόνος ηµίσειας απέκκρισης του κύριου κυκλοφορούντος (ανενεργού) µεταβολίτη ήταν 8 ώρες, µετά από την εφάπαξ και επαναλαµβανόµενη χορήγηση.
Φαρµακογενετική
Το CYP2C19 εµπλέκεται στη δηµιουργία και του δραστικού µεταβολίτη και του ενδιάµεσου µεταβολίτη 2-oxo-clopidogrel. Η φαρµακοκινητική και η αντιαιµοπεταλιακή δράση του δραστικού µεταβολίτη της κλοπιδογρέλης, όπως µετρήθηκαν µε ex vivo µετρήσεις της συσσώρευσης αιµοπεταλίων, διαφέρουν ανάλογα µε το γονότυπο του CYP2C19.
Το αλληλόµορφο CYP2C19*1 αντιστοιχεί σε πλήρως λειτουργικό µεταβολισµό, ενώ τα αλληλόµορφα CYP2C19*2 και CYP2C19*3 είναι µη λειτουργικά. Τα αλληλόµορφα CYP2C19*2 και CYP2C19*3 ευθύνονται για την πλειοψηφία των αλληλόµορφων µε µειωµένη λειτουργία στους Καυκάσιους (85%) και στους Ασιάτες (99%) µε µειωµένη µεταβολική λειτουργία. Άλλα αλληλόµορφα που σχετίζονται µε απόντα ή µειωµένο µεταβολισµό είναι λιγότερο συχνά και περιλαµβάνουν τα CYP2C19*4, *5, *6, *7 και *8. Ένας ασθενής µε µειωµένη µεταβολική λειτουργία θα διαθέτει δύο αλληλόµορφα µε έλλειψη λειτουργίας όπως ορίζεται παραπάνω. Δηµοσιευµένες συχνότητες γονοτύπων του CYP2C19 µε µειωµένη µεταβολική λειτουργία είναι κατά προσέγγιση 2% για τους Καυκάσιους, 4% για τους Μαύρους και 14% για τους Κινέζους. Υπάρχουν διαθέσιµες δοκιµασίες για τον ορισµό του γονοτύπου του CYP2C 19 ενός ασθενούς.
Μια µελέτη διασταυρωτού σχεδιασμού σε 40 υγιή άτοµα, από 10 σε κάθε µία από τις τέσσερις κατηγορίες µεταβολικής ικανότητας του CYP2C19 (πολύ υψηλή, εκτεταµένη, ενδιάµεση και µειωµένη), αξιολόγησε τη φαρµακοκινητική και την ανταπόκριση των αιµοπεταλίων χρησιµοποιώντας 300 mg κλοπιδογρέλης που ακολουθείται από 75 mg/ηµέρα και 600 mg που ακολουθείται από 150 mg/ηµέρα, το καθένα για 5 ηµέρες (σταθεροποιηµένη κατάσταση). Δεν παρατηρήθηκαν σηµαντικές διαφορές στην έκθεση στο δραστικό µεταβολίτη και στη µέση αναστολή της συσσώρευσης των αιµοπεταλίων (ΙΡΑ) µεταξύ εκείνων µε πολύ υψηλή, εκτεταµένη και ενδιάµεση µεταβολική ικανότητα. Στα άτοµα µε µειωµένη µεταβολική ικανότητα, η έκθεση στον δραστικό µεταβολίτη µειώθηκε κατά 63-71 % συγκριτικά µε εκείνα µε εκτεταµένη µεταβολική ικανότητα. Μετά το δοσολογικό σχήµα 300 mg/75 mg, οι αντιαιµοπεταλιακές ανταποκρίσεις µειώθηκαν στα άτοµα µε µειωµένη µεταβολική ικανότητα µε µέση ΙΡΑ (5 µΜ ΑDΡ) 24% (24 ώρες) και 37% (Ηµέρα 5) όπως συγκρίθηκε µε την ΙΡΑ 39% (24 ώρες) και 58% (Ηµέρα 5) στα άτοµα µε εκτεταµένη µεταβολική ικανότητα και 37% (24 ώρες) και 60% (Ηµέρα 5) στα άτοµα µε ενδιάµεση µεταβολική ικανότητα. Όταν τα άτοµα µε µειωµένη µεταβολική ικανότητα έλαβαν το δοσολογικό σχήµα των 600 mg/150 mg, η έκθεση στο δραστικό µεταβολίτη ήταν µεγαλύτερη από το δοσολογικό σχήµα των 300 mg/75 mg. Επιπρόσθετα, η ΙΡΑ ήταν 32% (24 ώρες) και 61 % (Ηµέρα 5), που ήταν µεγαλύτερες από ότι στα άτοµα µε µειωµένη µεταβολική ικανότητα που έλαβαν το δοσολογικό σχήµα 300 mg/75 mg και παρόµοιες µε τις άλλες οµάδες µεταβολικής λειτουργίας του CYP2C19 που έλαβαν το δοσολογικό σχήµα των 300 mg/75 mg. Ένα κατάλληλο δοσολογικό σχήµα για αυτό τον πληθυσµό ασθενών δεν έχει καθιερωθεί σε κλινικές δοκιµές.
Σύµφωνα µε τα παραπάνω αποτελέσµατα, σε µια µετα-ανάλυση που περιελάµβανε 6 µελέτες µε 335 άτοµα που αντιµετωπίστηκαν µε κλοπιδογρέλη σε σταθεροποιηµένη κατάσταση, καταδείχθηκε ότι η έκθεση στο δραστικό µεταβολίτη µειώθηκε κατά 28% για τα άτοµα µε ενδιάµεση µεταβολική λειτουργία και 72% για τα άτοµα µε µειωµένη µεταβολική λειτουργία ενώ η αναστολή της συσσώρευσης αιµοπεταλίων (5 µΜ ΑDΡ) µειώθηκε µε διαφορές στην ΙΡΑ του 5,9% και 21,4%, αντίστοιχα, όταν συγκρίθηκε µε τα άτοµα µε εκτεταµένη µεταβολική λειτουργία.
Η επιρροή του γονοτύπου του CYP2C19 στις κλινικές εκβάσεις σε ασθενείς που αντιµετωπίστηκαν µε κλοπιδογρέλη δεν έχει αξιολογηθεί σε προοπτικές, τυχαιοποιηµένες, ελεγχόµενες δοκιµές. Έχει υπάρξει ένας αριθµός αναδροµικών αναλύσεων, ωστόσο, για την αξιολόγηση αυτής της επίδρασης σε ασθενείς που έχουν αντιµετωπιστεί µε κλοπιδογρέλη και για τους οποίους υπάρχουν γονοτυπικά αποτελέσµατα: CURE (n=2721), CHARISMA (n=2428), CLARΙΤY - TΙΜΙ 28 (n=227), ΤRΙΤΟΝ-TΙΜΙ 38 (η=1477) και ACTIVE-A
(n=601), όπως και ένας αριθµός δηµοσιευµένων µελετών κοόρτης.
Στην TRΙΤON-ΤΙMI 38 και σε 3 από τις µελέτες κοόρτης (Collet, Sibbing, Giusti), η συνδυασµένη οµάδα ασθενών µε είτε ενδιάµεση, είτε µειωµένη µεταβολική ικανότητα είχαν υψηλότερη συχνότητα καρδιαγγειακών συµβαµάτων (θάνατος, έµφραγµα του µυοκαρδίου και αγγειακο εγκεφαλικό επεισόδιο) ή θρόµβωσης της ενδοπρόθεσης (stent) συγκριτικά µε τα άτοµα µε εκτεταµένη µεταβολική ικανότητα.
Στην CHARISMA και σε µια µελέτη κοόρτης (Simon), µια αυξηµένη συχνότητα συµβαµάτων παρατηρήθηκε µόνο στα άτοµα µε µειωµένη µεταβολική ικανότητα όταν συγκρίθηκαν µε τα άτοµα µε εκτεταµένη µεταβολική ικανότητα.
Στη CURE, στη CLΑRΙΤΥ, στην ACTIVE-A και σε µια από τις µελέτες κοόρτης (Τrenk), δεν παρατηρήθηκε αυξηµένη συχνότητα συµβαµάτων βάσει της µεταβολικής ικανότητας.
Καµία από αυτές τις αναλύσεις δεν είχε το µέγεθος για να εντοπίσει διαφορές στην έκβαση των ατόµων µε µειωµένη µεταβολική ικανότητα.
Ειδικοί πληθυσµοί
Η φαρµακοκινητική του δραστικού µεταβολίτη της κλοπιδογρέλης δεν είναι γνωστή σε
αυτούς τους ειδικούς πληθυσµούς.
Νεφρική δυσλειτουργία
Μετά από επαναλαµβανόµενες δόσεις 75 mg κλοπιδογρέλης την ηµέρα σε άτοµα µε σοβαρή νεφρική νόσο (κάθαρση κρεατινίνης από 5 µέχρι 15 ml/min), η αναστολή της συσσώρευσης των αιµοπεταλίων που προκαλείται από την ΑDΡ ήταν χαµηλότερη (25 %) από αυτή που παρατηρήθηκε σε υγιή άτοµα, ωστόσο, η παράταση του χρόνου ροής ήταν παρόµοια µε εκείνη που καταγράφηκε σε υγιή άτοµα που ελάµβαναν 75 mg κλοπιδογρέλης την ηµέρα. Επιπροσθέτως, η κλινική ανοχή ήταν καλή σε όλους τους ασθενείς.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μετά από επαναλαµβανόµενες δόσεις 75 mg κλοπιδογρέλης την ηµέρα για 10 ηµέρες σε ασθενείς µε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η αναστολή της συσσώρευσης αιµοπεταλίων διαµέσου της ΑDΡ ήταν παρόµοια µε εκείνη που παρατηρήθηκε σε υγιή άτοµα. Η µέση παράταση του χρόνου ροής ήταν επίσης παρόµοια στις δύο οµάδες.
Φυλή
Ο επιπολασµός των αλληλόµορφων του CYP2C19 που σχετίζονται µε ενδιάµεσο ή περιορισµένο µεταβολισµό διαφέρει ανάλογα µε τη φυλή/εθνικότητα (βλ. Φαρµακογενετική). Από τη βιβλιογραφία, υπάρχουν περιορισµένα δεδοµένα διαθέσιµα για να αξιολογηθεί η κλινική επίπτωση γονότυπων του CYP για την εµφάνιση συµβαµάτων ως κλινική έκβαση.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ISCODIL 75MG/TAB
Πυρήνας:
Ισομαλτιτόλη Υπρολόζη
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη χαµηλής υποκατάστασης Στεατική σακχαρόζη
Επικάλυψη:
Υπροµελλόζη
Τιτανίου διοξείδιο (Ε 171) Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (Ε 172) Μακρογκόλη 400
Σε κυψέλες µόνο από αλουµίνιο, δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.
Iscodil 75 mg επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία
Κυψέλες µόνο από αλουµίνιο, σε χάρτινο κουτί που περιέχει 28 επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία.
BT x 28 σε BLISTERS
.