JEVTANA C.SO.S.INF 60MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - JEVTANA 60MG/VIAL
Το JEVTANA σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ένα θεραπευτικό σχήμα που περιείχε ντοσεταξέλη (βλ. παράγραφο 5.1).
Η χρήση του JEVTANA θα πρέπει να γίνεται μόνο σε μονάδες που εξειδικεύονται στη χορήγηση κυτταροτοξικών παραγόντων και θα πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ενός γιατρού με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας. Θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες εγκαταστάσεις και εξοπλισμός για την αντιμετώπιση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας όπως η υπόταση και ο βρογχόσπασμος (βλ. παράγραφο 4.4).
Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή
Το συνιστώμενο σχήμα προκαταρκτικής φαρμακευτικής αγωγής θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από κάθε χορήγηση του JEVTANA με το ακόλουθο ενδοφλεβίως χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης και της σοβαρότητας της υπερευαισθησίας:
-
αντιισταμινικό (δεξτροχλωροφαινυραμίνη 5 mg ή διφαινυδραμίνη 25 mg ή ισοδύναμο),
-
κορτικοστεροειδές (δεξαμεθαζόνη 8 mg ή ισοδύναμο) και
-
ανταγωνιστή H2 (βλ. παράγραφο 4.4).
Συνιστάται η χορήγηση προφυλακτικής αντιεμετικής αγωγής, η οποία μπορεί να γίνει από του στόματος ή ενδοφλεβίως, ως απαιτείται.
Σε ολόκληρη τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να διασφαλίζεται η επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς, προκειμένου να προλαμβάνονται επιπλοκές όπως η νεφρική ανεπάρκεια.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του JEVTANA είναι 25 mg/m2, χορηγούμενη με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδομάδες, σε συνδυασμό με από του στόματος πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg, χορηγούμενη ημερησίως καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Δοσολογικές ρυθμίσεις
Τροποποιήσεις της δόσης θα πρέπει να γίνονται εάν οι ασθενείς εμφανίσουν τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες (οι Βαθμοί αναφέρονται στα Κοινά Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες [CTCAE 4.0]):
Πίνακας 1 – Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης για ανεπιθύμητη αντίδραση σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη
Ανεπιθύμητες ενέργειες Τροποποίηση της δόσης Παρατεταμένη ουδετεροπενία βαθμού ≥3 (για περισσότερο από 1 εβδομάδα) παρά τη χορήγηση κατάλληλης θεραπείας, συμπεριλαμβανομένουG-CSF Καθυστέρηση της θεραπείας έως ότου ο αριθμός ουδετεροφίλων είναι > 1.500 κύτταρα/mm3 και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m2 σε 20 mg/m2. Εμπύρετη ουδετεροπενία ή ουδετεροπενική λοίμωξη Καθυστέρηση της θεραπείας έως την εμφάνιση βελτίωσης ή την υποχώρηση και έως ότου ο αριθμός ουδετεροφίλων είναι>1.500 κύτταρα/mm3, και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m2 σε 20 mg/m2. Διάρροια βαθμού ≥3 ή εμμένουσα διάρροια παρά την κατάλληλη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της αναπλήρωσης υγρών και ηλεκτρολυτών Καθυστέρηση της θεραπείας έως την εμφάνιση βελτίωσης ή την υποχώρηση και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από25 mg/m2 σε 20 mg/m2. Περιφερική νευροπάθεια βαθμού > 2 Καθυστέρηση της θεραπείας έως την εμφάνισηβελτίωσης και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m2 σε 20 mg/m2. Εάν οι ασθενείς εξακολουθούν να εμφανίζουν οποιαδήποτε από αυτές τις αντιδράσεις στη δόση των 20 mg/m2 μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο περαιτέρω μείωσης της δόσης στα 15 mg/m2 ή διακοπής του JEVTANA. Τα δεδομένα σε ασθενείς που λαμβάνουν δόση κάτω των 20 mg/m2 είναι περιορισμένα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η καμπαζιταξέλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >1 έως ≤1,5 φορά το ανώτατο όριο του φυσιολογικού (ULN) ή Aσπαρτική Aμινοτρανσφεράση (AST) >1,5 x ULN), η δόση καμπαζιταξέλης θα πρέπει να μειώνεται σε
20 mg/m2. Η χορήγηση καμπαζιταξέλης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να γίνεται με προσοχή και στενή παρακολούθηση της ασφάλειας.
Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >1,5 έως ≤3,0 x ULN), η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD) ήταν 15 mg/m2. Εάν η θεραπεία προβλέπεται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία η δόση της καμπαζιταξέλης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 15 mg/m2. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας σε αυτή τη δόση. Η καμπαζιταξέλη δεν θα
πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >3 x ULN) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται ελάχιστα μέσω των νεφρών. Δεν απαιτείται οποιαδήποτε ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, που δεν χρειάζονται αιμοκάθαρση. Ασθενείς που παρουσιάζουν νεφρική νόσο τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης (CLCR < 15 mL/min/1,73 m2), από την κατάστασή τους και την περιορισμένη ποσότητα διαθέσιμων δεδομένων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηλικιωμένοι
Δεν συνιστάται ειδική δοσολογική ρύθμιση για τη χρήση καμπαζιταξέλης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. επίσης παραγράφους 4.4, 4.8 και 5.2).
Χρήση συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων
Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι ισχυροί επαγωγείς ή ισχυροί αναστολείς του CYP3A θα πρέπει να αποφεύγονται. Ωστόσο, εάν απαιτείται στους ασθενείς η συγχορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A, θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης κατά 25% (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Jevtana στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του JEVTANA σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. παράγραφο 5.1).
Τρόπος χορήγησης
Το JEVTANA προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση.
Για οδηγίες σχετικά με την παρασκευή και τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.6.
Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σάκκοι έγχυσης από PVC και σετ έγχυσης από πολυουρεθάνη. Το JEVTANA δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται με κανένα άλλο φαρμακευτικό προϊόν εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
-
Υπερευαισθησία στην καμπαζιταξέλη, σε άλλες ταξάνες, στο πολυσορβικό 80 ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Αριθμός ουδετεροφίλων κάτω από 1.500/mm3.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >3 x ULN).
-
Συγχορηγούμενος εμβολιασμός με εμβόλιο κατά του κίτρινου πυρετού (βλ. παράγραφο 4.5).
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή πριν από την έναρξη της έγχυσης της καμπαζιταξέλης (βλ. παράγραφο 4.2).
Οι ασθενείς θα πρέπει να τίθενται υπό στενή παρακολούθηση για την εμφάνιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώτης και της δεύτερης έγχυσης. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί να εμφανιστούν εντός λίγων λεπτών μετά την έναρξη της έγχυσης της καμπαζιταξέλης, οπότε θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες εγκαταστάσεις και εξοπλισμός για την αντιμετώπιση της υπότασης και του βρογχόσπασμου. Μπορεί να παρατηρηθούν σοβαρές αντιδράσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν γενικευμένο εξάνθημα/ερύθημα, υπόταση και βρογχόσπασμο. Οι σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας απαιτούν άμεση διακοπή της έγχυσης της καμπαζιταξέλης και κατάλληλη θεραπεία. Οι ασθενείς που παρουσίασαν αντίδραση υπερευαισθησίας θα πρέπει να σταματήσουν την θεραπεία με JEVTANA (βλ. παράγραφο 4.3).
Καταστολή του μυελού των οστών
Καταστολή του μυελού των οστών που εκδηλώνεται ως ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία ή πανκυτταροπενία μπορεί να παρουσιαστεί (βλέπε «Κίνδυνος ουδετεροπενίας» και «Αναιμία» στην παράγραφο 4.4 κατωτέρω).
Κίνδυνος ουδετεροπενίας
Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη μπορεί να λάβουν G-CSF προφυλακτικά, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) ή/και τις τρέχουσες κατευθυντήριες γραμμές του νοσοκομείου, για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης ή την αντιμετώπιση των επιπλοκών της ουδετεροπενίας (εμπύρετη ουδετεροπενία, παρατεταμένη ουδετεροπενία ή ουδετεροπενική λοίμωξη). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης πρωτογενούς προφύλαξης με G-CSF σε ασθενείς με κλινικά χαρακτηριστικά υψηλού κινδύνου (ηλικία >65 ετών, κακή κατάσταση υγείας, προηγούμενα επεισόδια εμπύρετης ουδετεροπενίας, σε ευρύ πεδίο προηγούμενη ακτινοβόληση, κακή διατροφική κατάσταση ή άλλες σοβαρές συννοσηρότητες) που τους προδιαθέτουν για αυξημένες επιπλοκές λόγω παρατεταμένης ουδετεροπενίας. Η χρήση G-CSF έχει καταδειχθεί ότι περιορίζει την επίπτωση και τη σοβαρότητα της ουδετεροπενίας.
Η ουδετεροπενία είναι η πλέον συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση της καμπαζιταξέλης (βλ.
παράγραφο 4.8). Η παρακολούθηση του πλήρους αιμοδιαγράμματος είναι απαραίτητη σε εβδομαδιαία βάση κατά τη διάρκεια του κύκλου 1 και πριν από κάθε κύκλο θεραπείας στη συνέχεια, προκειμένου να μπορεί να πραγματοποιηθεί ρύθμιση της δόσης, εάν απαιτείται.
Θα πρέπει να μειώνεται η δόση σε περίπτωση εμφάνισης εμπύρετης ουδετεροπενίας ή παρατεταμένης ουδετεροπενίας παρά τη χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2).
Η θεραπεία θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μόνο όταν ο αριθμός των ουδετεροφίλων επανέλθει σε επίπεδα ≥1.500/mm3 (βλ. παράγραφο 4.3).
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Συμπτώματα όπως κοιλιακό άλγος και ευαισθησία, πυρετός, εμμένουσα δυσκοιλιότητα, διάρροια με ή χωρίς ουδετεροπενία, μπορεί να αποτελούν πρώιμες εκδηλώσεις σοβαρής γαστρεντερικής τοξικότητας και θα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται άμεσα. Μπορεί να είναι απαραίτητη η διακοπή ή καθυστέρηση της αγωγής με καμπαζιταξέλη.
Κίνδυνος ναυτίας, εμέτου, διάρροιας και αφυδάτωσης
Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν διάρροια μετά τη χορήγηση της καμπαζιταξέλης, μπορεί να αντιμετωπιστούν με τα συνήθως χορηγούμενα αντιδιαρροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα. Θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την επανενυδάτωση των ασθενών. Διάρροια μπορεί να εμφανιστεί πιο συχνά σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη ακτινοβολία στην κοιλιακή χώρα ή την πύελο. Η αφυδάτωση είναι πιο συχνή σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω. Θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την επανενυδάτωση των ασθενών και για την παρακολούθηση και διόρθωση των επιπέδων των ηλεκτρολυτών στον ορό, ιδιαιτέρως του καλίου. Μπορεί να είναι απαραίτητη η καθυστέρηση της θεραπείας ή η μείωση της δόσης σε περίπτωση εμφάνισης διάρροιας βαθμού ≥3 (βλ. παράγραφο 4.2). Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν ναυτία ή έμετο, μπορεί να αντιμετωπιστούν με τα συνήθως χορηγούμενα αντιεμετικά.
Κίνδυνος σοβαρών γαστρεντερικών αντιδράσεων
Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα και διάτρηση, ειλεός, κολίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρου έκβασης, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν καμπαζιταξέλη (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται προσοχή στη θεραπεία των ασθενών που διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης γαστρεντερικών επιπλοκών: άτομα με ουδετεροπενία, οι ηλικωμένοι, η ταυτόχρονη χρήση με ΜΣΑΦ, αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία ή αντιπηκτικά και ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό ακτινοθεραπείας της πυέλου ή γαστρεντερικής νόσου, όπως το έλκος και η αιμορραγία του γαστρεντερικού.
Περιφερική νευροπάθεια
Περιστατικά περιφερικής νευροπάθειας, περιφερικής αισθητικής νευροπάθειας (π.χ. παραισθησίες, δυσαισθησίες) και περιφερική κινητική νευροπάθεια έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάμβαναν καμπαζιταξέλη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη θα πρέπει να καθοδηγούνται να ενημερώνουν τον γιατρό τους πριν συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτύξουν συμπτώματα νευροπάθειας όπως ο πόνος, το αίσθημα καύσου, η μυρμηκίαση, η αιμωδία ή η αδυναμία. Οι γιατροί θα πρέπει να αξιολογούν τους ασθενείς για την παρουσία ή την επιδείνωση της νευροπάθειας πριν από κάθε θεραπεία. Η θεραπεία θα πρέπει να καθυστερεί έως τη βελτίωση των συμπτωμάτων. Η δόση της καμπαζιταξέλης θα πρέπει να μειώνεται από 25 mg/m2 σε 20 mg/m2 σε περίπτωση εμφάνισης εμμένουσας περιφερικής νευροπάθειας βαθμού >2 (βλ παράγραφο 4.2).
Αναιμία
Αναιμία έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν καμπαζιταξέλη (βλ. παράγραφο 4.8). Η αιμοσφαιρίνη και ο αιματοκρίτης πρέπει να ελέγχονται πριν από τη θεραπεία με καμπαζιταξέλη και αν οι ασθενείς εμφανίζουν σημεία ή συμπτώματα αναιμίας ή απώλειας αίματος. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με τιμές αιμοσφαιρίνης <10 g/dl και θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, όπως ενδείκνυται κλινικώς.
Κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας
Νεφρικές διαταραχές έχουν αναφερθεί σε σχέση με σηψαιμία, σοβαρή αφυδάτωση οφειλόμενη σε διάρροια, έμετο και αποφρακτική ουροπάθεια. Έχει παρατηρηθεί νεφρική ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένων και περιστατικών με θανατηφόρο έκβαση. Σε περίπτωση εμφάνισης νεφρικής ανεπάρκειας, θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την αναγνώριση της αιτίας και την εντατική θεραπεία των ασθενών.
Επαρκής ενυδάτωση θα πρέπει να διασφαλίζεται σε ολόκληρη τη διάρκεια της θεραπείας με καμπαζιταξέλη. Ο ασθενής θα πρέπει να καθοδηγείται να αναφέρει αμέσως οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στον καθημερινό όγκο των παραγόμενων ούρων. Τα επίπεδα κρεατινίνης ορού θα πρέπει να μετρούνται κατά την έναρξη της θεραπείας, με κάθε αιματολογική εξέταση, καθώς και κάθε φορά που ο ασθενής θα αναφέρει μία μεταβολή στον όγκο των παραγόμενων ούρων. Η θεραπεία με καμπαζιταξέλη θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση οποιασδήποτε υποβάθμισης της νεφρικής λειτουργίας έως νεφρική ανεπάρκεια βαθμού ≥3 σύμφωνα με τα CTCAE 4.0.
Διαταραχές του αναπνευστικού
Διάμεση πνευμονία / πνευμονίτιδα και διάμεση πνευμονοπάθεια έχουν αναφερθεί και μπορεί να σχετίζονται με μοιραία έκβαση (βλέπε παράγραφο 4.8).
Εάν αναπτυχθούν νέα ή επιδεινούμενα πνευμονικά συμπτώματα, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, να γίνεται άμεση διερεύνηση και να τους χορηγείται η κατάλληλη αγωγή. Διακοπή της θεραπείας με καμπαζιταξέλη συνιστάται έως ότου η διάγνωση είναι διαθέσιμη. Πρόωρη χρήση των μέτρων υποστηρικτικής φροντίδας μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της κατάστασης. Το όφελος από την επανέναρξη της θεραπείας με καμπαζιταξέλη θα πρέπει να αξιολογηθεί προσεκτικά.
Κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών
Καρδιακές αρρυθμίες έχουν αναφερθεί, με συχνότερες την ταχυκαρδία και την κολπική μαρμαρυγή (βλ. παράγραφο 4.8).
Ηλικιωμένοι
Οι ηλικιωμένοι (ηλικίας ≥65 ετών) μπορεί να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας και της εμπύρετης ουδετεροπενίας (βλ. παράγραφο 4.8).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η θεραπεία με το JEVTANA αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη > 3 x ULN) (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).
Η δόση θα πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με ήπια (ολική χολερυθρίνη >1 έως ≤1,5 x ULN ή AST
>1,5 x ULN), ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Αλληλεπιδράσεις
Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5). Εάν η συγχορήγηση με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A δεν μπορεί να αποφευχθεί, η συχνή παρακολούθηση για τοξικότητα και η μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης θα πρέπει να εξεταστούν (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).
Συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να ελαττωθούν οι συγκεντρώσεις της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).
Έκδοχα
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει 573 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε φιαλίδιο διαλύτη. Η ποσότητα στη δόση αυτού του φαρμάκου ισοδυναμεί με λιγότερο από 11 ml μπύρας ή 5 ml κρασιού. Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης στο φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν θα έχει καμία εμφανή επίδραση. Ωστόσο, πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερες προφυλάξεις για ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως οι ασθενείς με ηπατική νόσο, επιληψία και οι ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού.
Πολυσορβικό 80 (E 433)
Το φάρμακο αυτό περιέχει 1,56 g πολυσορβικού 80 σε κάθε φιαλίδιο πυκνού διαλύματος 60 mg, που ισοδυναμεί με 1,04 g/mL. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις. Τα πολυσορβικά μπορεί να έχουν καρδιαγγειακή επίδραση (υπόταση/καρδιακή καταστολή). Για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επιδράσεων, να εξετάζεται η μείωση του ρυθμού έγχυσης.
Η πιθανότητα πρόκλησης παράτασης του διαστήματος QT και πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (torsades de pointes) από το πολυσορβικό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT/QTc ή σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο.
Μέτρο αντισύλληψης
Οι άνδρες θα πρέπει να χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με καμπαζιταξέλη (βλ. παράγραφο 4.6).
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η καμπαζιταξέλη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο μέσω του CYP3A (80% έως 90%) (βλ. παράγραφο 5.2).
Αναστολείς του CYP3A
Επαναλαμβανόμενη χορήγηση κετοκοναζόλης (400 mg μία φορά ημερησίως), ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A, οδήγησε σε μείωση κατά 20% της κάθαρσης της καμπαζιταξέλης που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 25% της AUC. Κατά συνέπεια, η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη) θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μία αύξηση των συγκεντρώσεων της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα μπορεί να παρουσιαστεί. (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Συγχορήγηση απρεπιτάντης, ενός μέτριου αναστολέα του CYP3A, δεν είχε καμία επίδραση στην κάθαρση της καμπαζιταξέλης.
Επαγωγείς του CYP3A
Επαναλαμβανόμενη χορήγηση ριφαμπίνης (600 mg μία φορά ημερησίως), ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A, οδήγησε σε αύξηση κατά 21% της κάθαρσης της καμπαζιταξέλης που αντιστοιχεί σε μείωση κατά 17% της AUC. Κατά συνέπεια, η συγχορήγηση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπίνη, ριφαμπουτίνη, ριφαπεντίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μία μείωση των συγκεντρώσεων της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα μπορεί να παρουσιαστεί (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4). Επιπροσθέτως, οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν επίσης να λαμβάνουν το βότανο St. John's Wort.
OATP1B1
In vitro, η καμπαζιταξέλη έχει δείξει ότι αναστέλλει τις πρωτεΐνες μεταφορείς των Πολυπεπτίδιων Μεταφοράς Οργανικών Ανιόντων (Organic Anion Transport Polypeptides) OATP1B1. Ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης με υποστρώματα OATP1B1 (π.χ. στατίνες, βαλσαρτάνη, ρεπαγλινίδη) είναι πιθανός, κυρίως κατά τη διάρκεια της έγχυσης (1 ώρα) και μέχρι 20 λεπτά μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης. Συστήνεται ένα χρονικό διάστημα 12 ωρών πριν την έγχυση και τουλάχιστον 3 ωρών μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης πριν τη χορήγηση των υποστρωμάτων OATP1B1.
Εμβολιασμοί
Χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων εξασθενημένων ιών σε ασθενείς που είναι ήδη ανοσοκατεσταλμένοι από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Εμβολιασμός με εμβόλιο ζώντων εξασθενημένων ιών θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν καμπαζιταξέλη. Εμβόλια μη ζώντων ή απενεργοποιημένων ιών μπορούν να χορηγηθούν, ωστόσο η απόκριση σε αυτά τα εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.
Μέτρο αντισύλληψης
Λόγω του γονοτοξικού κινδύνου της καμπαζιταξέλης (βλ. παράγραφο 5.3), οι άνδρες θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με καμπαζιταξέλη.
Κύηση
Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της καμπαζιταξέλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε δόσεις τοξικές για τη μητέρα (βλ. παράγραφο 5.3), καθώς και ότι η καμπαζιταξέλη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα (βλ. παράγραφο 5.3). Όπως ισχύει με όλα τα κυτταροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, η καμπαζιταξέλη μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη σε έγκυες γυναίκες που εκτίθενται σε αυτό.
Η καμπαζιταξέλη δεν ενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες.
Θηλασμός
Διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της καμπαζιταξέλης και των μεταβολιτών της στο μητρικό γάλα (βλ. παράγραφο 5.3).
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η καμπαζιταξέλη επηρέασε το αναπαραγωγικό σύστημα σε αρσενικούς αρουραίους και σκύλους χωρίς οποιαδήποτε λειτουργική επίδραση στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ωστόσο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη φαρμακολογική δράση των ταξανών, το γονοτοξικό τους δυναμικό μέσω ενός ανευγονικού μηχανισμού και την επίδραση διάφορων ουσιών αυτής της κατηγορίας στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα, δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση στην ανδρική γονιμότητα στον άνθρωπο.
Στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη συνιστάται να ζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία.
ν
Η καμπαζιταξέλη έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, καθώς μπορεί να προκαλέσει κόπωση και ζάλη. Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να μην οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα εάν εμφανίσουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Η ασφάλεια του JEVTANA σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη αξιολογήθηκε σε
3 τυχαιοποιημένες, ανοικτές, ελεγχόμενες μελέτες (TROPIC, PROSELICA και CARD), στις οποίες
συμπεριλήφθηκαν συνολικά 1.092 ασθενείς με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη που λάμβαναν θεραπεία με 25 mg/m2 καμπαζιταξέλη μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Οι ασθενείς έλαβαν έναν διάμεσο αριθμό 6 έως 7 κύκλων καμπαζιταξέλης.
Οι συχνότητες εμφάνισης από τη συγκεντρωτική ανάλυση αυτών των 3 μελετών παρουσιάζονται παρακάτω καθώς και στον κατάλογο σε μορφή πίνακα.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των βαθμών ήταν αναιμία (99,0%), λευκοπενία (93,0%), ουδετεροπενία (87,9%), θρομβοπενία (41,1%), διάρροια (42,1%), κόπωση (25,0%) και εξασθένιση (15,4%). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού ≥ 3 που εμφανίστηκαν σε τουλάχιστον 5% των ασθενών ήταν ουδετεροπενία (73,1%), λευκοπενία (59,5%), αναιμία (12,0%), εμπύρετη ουδετεροπενία (8,0%) και διάρροια (4,7%).
Διακοπή της θεραπείας λόγω της εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών συνέβη με παρόμοιες συχνότητες και στις 3 μελέτες (18,3% στην TROPIC, 19,5% στην PROSELICA και 19,8% στην CARD) σε ασθενείς που λάμβαναν καμπαζιταξέλη. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (> 1,0%) που οδήγησαν σε διακοπή της χορήγησης της καμπαζιταξέλης ήταν αιματουρία, κόπωση και ουδετεροπενία.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται στον πίνακα 2 σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος του MedDRA και τη συχνότητα εμφάνισης. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Η ένταση των ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμολογείται σύμφωνα με τα CTCAE 4.0 (βαθμού ≥3 = Β≥3). Οι συχνότητες βασίζονται σε όλους τους βαθμούς και ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2: Αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες και αιματολογικές ανωμαλίες με την καμπαζιταξέλη σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη από τη συγκεντρωτική ανάλυση (n=1.092)
| Κατηγορία/ οργανικό σύστημα κατάMedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Όλοι οι βαθμοίn (%) | Βαθμού≥3n (%) | ||
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | |||
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ουδετεροπενική λοίμωξη/σηψαιμία* | 48 (4,4) | 42 (3,8) | ||
| Σηπτική καταπληξία | 10 (0,9) | 10 (0,9) | |||
| Σηψαιμία | 13 (1,2) | 13 (1,2) | |||
| Κυτταρίτιδα | 8 (0,7) | 3 (0,3) | |||
| Ουρολοίμωξη | 103 (9,4) | 19 (1,7) | |||
| Γρίπη | 22 (2,0) | 0 | |||
| Κυστίτιδα | 22 (2,0) | 2 (0,2) | |||
| Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος | 23 (2,1) | 0 | |||
| Έρπης ζωστήρας | 14 (1,3) | 0 | |||
| Καντιντίαση | 11 (1,0) | 1 (<0,1) | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενίαα* | 950 (87,9) | 790 (73,1) | ||
| Αναιμίαα | 1.073(99,0) | 130 (12,0) | |||
| Λευκοπενίαα | 1.008(93,0) | 645 (59,5) | |||
| Θρομβοπενίαα | 478 (44,1) | 44 (4,1) | |||
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 87 (8,0) | 87 (8,0) | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | 7 (0,6) | 0 | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μειωμένη όρεξη | 192 (17,6) | 11 (1,0) | ||
| Αφυδάτωση | 27 (2,5) | 11 (1,0) | |||
| Υπεργλυκαιμία | 11 (1,0) | 7 (0,6) | |||
| Υποκαλιαιμία | 8 (0,7) | 2 (0,2) | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία | 45 (4,1) | 0 | ||
| Άγχος | 13 (1,2) | 0 | |||
| Συγχυτική κατάσταση | 12 (1,1) | 2 (0,2) | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Δυσγευσία | 64 (5,9) | 0 | ||
| Διαταραχή της γεύσης | 56 (5,1) | 0 | |||
| Περιφερική νευροπάθεια | 40 (3,7) | 2 (0,2) | |||
| Περιφερική αισθητική νευροπάθεια | 89 (8,2) | 6 (0,5) | |||
| Πολυνευροπάθεια | 9 (0,8) | 2 (0,2) | |||
| Παραισθησία | 46 (4,2) | 0 | |||
| Υπαισθησία | 18 (1,6) | 1 (<0,1) | |||
| Κατηγορία/ οργανικό σύστημα κατάMedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Όλοι οι βαθμοίn (%) | Βαθμού≥3n (%) | ||
| Ζάλη | 63 (5,8) | 0 | |||
| Κεφαλαλγία | 56 (5,1) | 1 (<0,1) | |||
| Λήθαργος | 15 (1,4) | 1 (<0,1) | |||
| Ισχιαλγία | 9 (0,8) | 1 (<0,1) | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Επιπεφυκίτιδα | 11 (1,0) | 0 | ||
| Αυξημένη δακρύρροια | 22 (2,0) | 0 | |||
| Διαταραχές του ωτός και τουλαβυρίνθου | Εμβοές | 7 (0,6) | 0 | ||
| Ίλιγγος | 15 (1,4) | 1 (<0,1) | |||
| Καρδιακές διαταραχές* | Κολπική μαρμαρυγή | 14 (1,3) | 5 (0,5) | ||
| Ταχυκαρδία | 11 (1,0) | 1 (<0,1) | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | 38 (3,5) | 5 (0,5) | ||
| Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση | 12 (1,1) | 9 (0,8) | |||
| Υπέρταση | 29 (2,7) | 12 (1,1) | |||
| Ορθοστατική υπόταση | 6 (0,5) | 1 (<0,1) | |||
| Εξάψεις | 23 (2,1) | 1 (<0,1) | |||
| Ερυθρότητα | 9 (0,8) | 0 | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωρακίου | Δύσπνοια | 97 (8,9) | 9 (0,8) | ||
| Βήχας | 79 (7,2) | 0 | |||
| Στοματοφαρυγγικός πόνος | 26 (2,4) | 1 (< 0,1) | |||
| Πνευμονία | 26 (2,4) | 16 (1,5) | |||
| Πνευμονική εμβολή | 30 (2,7) | 23 (2,1) | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικο ύ | Διάρροια | 460 (42,1) | 51 (4,7) | ||
| Ναυτία | 347 (31,8) | 14 (1,3) | |||
| Έμετος | 207 (19,0) | 14 (1,3) | |||
| Δυσκοιλιότητα | 202 (18,5) | 8 (0,7) | |||
| Κοιλιακό άλγος | 105 (9,6) | 15 (1,4) | |||
| Δυσπεψία | 53 (4,9) | 0 | |||
| Άλγος άνω κοιλιακής χώρας | 46 (4,2) | 1 (< 0,1) | |||
| Αιμορροΐδες | 22 (2,0) | 0 | |||
| Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση | 26 (2,4) | 1 (< 0,1) | |||
| Αιμορραγία από το ορθό | 14 (1,3) | 4 (0,4) | |||
| Ξηροστομία | 19 (1,7) | 2 (0,2) | |||
| Διάταση της κοιλίας | 14 (1,3) | 1 (< 0,1) | |||
| Στοματίτιδα | 46 (4,2) | 2 (0,2) | |||
| Ειλεός* | 7 (0,6) | 5 (0,5) | |||
| Γαστρίτιδα | 10 (0,9) | 0 | |||
| Κολίτιδα* | 10 (0,9) | 5 (0,5) | |||
| Διάτρηση του γαστρεντερικούσωλήνα | 3 (0,3) | 1 (<0,1) | |||
| Κατηγορία/ οργανικό σύστημα κατάMedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Όλοι οι βαθμοίn (%) | Βαθμού≥3n (%) | ||
| Αιμορραγία τουγαστρεντερικού σωλήνα | 2 (0,2) | 1 (<0,1) | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριουιστού | Αλωπεκία | 80 (7,3) | 0 | ||
| Ξηροδερμία | 23 (2,1) | 0 | |||
| Ερύθημα | 8 (0,7) | 0 | |||
| Διαταραχή των ονύχων | 18 (1,6) | 0 | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Οσφυαλγία | 166 (15,2) | 24 (2,2) | ||
| Αρθραλγία | 88 (8,1) | 9 (0,8) | |||
| Πόνος στα άκρα | 76 (7,0) | 9 (0,8) | |||
| Μυϊκοί σπασμοί | 51 (4,7) | 0 | |||
| Μυαλγία | 40 (3,7) | 2 (0,2) | |||
| Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα | 34 (3,1) | 3 (0,3) | |||
| Μυϊκή αδυναμία | 31 (2,8) | 1 (0,2) | |||
| Πόνος στις πλευρές | 17 (1,6) | 5 (0,5) | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια | 21 (1,9) | 14 (1,3) | ||
| Νεφρική ανεπάρκεια | 8 (0,7) | 6 (0,5) | |||
| Δυσουρία | 52 (4,8) | 0 | |||
| Κωλικός νεφρού | 14 (1,3) | 2 (0,2) | |||
| Αιματουρία | 205 (18,8) | 33 (3,0) | |||
| Πολλακιουρία | 26 (2,4) | 2 (0,2) | |||
| Υδρονέφρωση | 25 (2,3) | 13 (1,2) | |||
| Κατακράτηση ούρων | 36 (3,3) | 4 (0,4) | |||
| Ακράτεια ούρων | 22 (2,0) | 0 | |||
| Απόφραξη ουρητήρα | 8 (0,7) | 6 (0,5) | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικ ού συστήματοςκαι του μαστού | Άλγος πυέλου | 20 (1,8) | 5 (0,5) | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση | 333 (30,5) | 42 (3,8) | ||
| Εξασθένιση | 227 (20,8) | 32 (2,9) | |||
| Πυρεξία | 90 (8,2) | 5 (0,5) | |||
| Περιφερικό οίδημα | 96 (8,8) | 2 (0,2 ) | |||
| Φλεγμονή βλεννογόνου | 23 (2,1) | 1 (<0,1) | |||
| Πόνος | 36 (3,3) | 7 (0,6) | |||
| Θωρακικό άλγος | 11 (1,0) | 2 (0,2) | |||
| Οίδημα | 8 (0,7) | 1 (<0,1) | |||
| Ρίγη | 12 (1,1) | 0 | |||
| Αίσθημα κακουχίας | 21 (1,9) | 0 | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένο σωματικό βάρος | 81 (7,4) | 0 | ||
| Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση | 13 (1,2) | 1 (<0,1) | |||
| Αυξημένεςτρανσαμινάσες | 7 (0,6) | 1 (<0,1) | |||
α με βάση τις εργαστηριακές τιμές
* βλ. αναλυτική παράγραφο πιο κάτω
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ουδετεροπενία και σχετιζόμενα κλινικά συμβάματα
Η χρήση G-CSF έχει καταδειχθεί ότι περιορίζει την επίπτωση και τη σοβαρότητα της ουδετεροπενίας (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Η επίπτωση ουδετεροπενίας βαθμού ≥3 με βάση τα εργαστηριακά δεδομένα κυμαινόταν, ανάλογα με τη χρήση G-CSF, από 44,7% έως 76,7%. Η χαμηλότερη επίπτωση παρατηρήθηκε κατά τη χρήση προφυλακτικής θεραπείας με G-CSF. Ομοίως, η επίπτωση εμπύρετης ουδετεροπενίας βαθμού ≥ 3 κυμαινόταν από 3,2% έως 8,6%.
Ουδετεροπενικές επιπλοκές (συμπεριλαμβανομένης εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής λοίμωξης/σηψαιμίας και ουδετεροπενικής κολίτιδας), οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν θανατηφόρο έκβαση, αναφέρθηκαν στο 4,0% των ασθενών όταν χρησιμοποιήθηκε προκαταρκτική προφυλακτική θεραπεία με G-CSF και στο 12,8% των ασθενών όταν δεν χρησιμοποιήθηκε.
Καρδιακές διαταραχές και αρρυθμίες
Στη συγκεντρωτική ανάλυση, καρδιακά συμβάματα αναφέρθηκαν στο 5,5% των ασθενών, εκ των οποίων το 1,1% είχαν καρδιακές αρρυθμίες βαθμού ≥3. Η επίπτωση της ταχυκαρδίας με την καμπαζιταξέλη ήταν 1,0% και λιγότερο από 0,1% των περιπτώσεων ήταν βαθμού ≥3. Η επίπτωση της κολπικής μαρμαρυγής ήταν 1,3%. Συμβάματα καρδιακής ανεπάρκειας αναφέρθηκαν σε 2 ασθενείς (0,2%), εκ των οποίων ένα συμβάν είχε θανατηφόρο έκβαση. Θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή αναφέρθηκε σε 1 ασθενή (0,3%) και καρδιακή ανακοπή αναφέρθηκε σε 3 ασθενείς (0,5%). Κανένα από αυτά τα συμβάματα δεν θεωρήθηκε σχετιζόμενο με την καμπαζιταξέλη από τον ερευνητή.
Αιματουρία
Στη συγκεντρωτική ανάλυση, αιματουρία όλων των βαθμών παρατηρήθηκε στο 18,8% στα 25 mg/m2 (βλ. παράγραφο 5.1). Κατά την τεκμηρίωση, σχεδόν στις μισές περιπτώσεις εντοπίστηκαν συγχυτικοί παράγοντες, όπως εξέλιξη της νόσου, χρήση ιατρικών οργάνων, λοιμώξεις ή θεραπεία με αντιπηκτικά/ΜΣΑΦ/ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Άλλες εργαστηριακές παθολογικές τιμές
Στη συγκεντρωτική ανάλυση, η επίπτωση αναιμίας βαθμού ≥3, αυξημένων AST, ALT και χολερυθρίνης με βάση παθολογικές εργαστηριακές τιμές ήταν 12,0%, 1,3%, 1,0%, και 0,5%, αντίστοιχα.
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Έχουν παρατηρηθεί κολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της εντεροκολίτιδας και της ουδετεροπενικής εντεροκολίτιδας) και γαστρίτιδα. Έχουν επίσης αναφερθεί αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα και ειλεός (εντερική απόφραξη) (βλ. παράγραφο 4.4).
Διαταραχές του αναπνευστικού
Περιπτώσεις διάμεσης πνευμονίας/πνευμονίτιδας και διάμεσης πνευμονοπάθειας, μερικές φορές θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) (βλέπε παράγραφο 4.4).
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Μετακτινική κυστίτιδα λόγω προηγηθείσας ακτινοθεραπείας στην ουροδόχο κύστη, συμπεριλαμβανομένης της αιμορραγικής κυστίτιδας, έχει αναφερθεί όχι συχνά.
Παιδιατρικός πληθυσμός βλ. παράγραφο 4.2
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Από τους 1.092 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καμπαζιταξέλη 25 mg/m2 στις μελέτες του καρκίνου του προστάτη, 755 ασθενείς ήταν 65 ετών και άνω, συμπεριλαμβανομένων 238 ασθενών ηλικίας άνω των 75 ετών.
Οι ακόλουθες μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε ποσοστά κατά ≥5% υψηλότερα σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς: κόπωση (33,5% έναντι 23,7%), εξασθένιση (23,7 έναντι 14,2%), δυσκοιλιότητα (20,4% έναντι 14,2%) και
δύσπνοια (10,3% έναντι 5,6%), αντίστοιχα. Οι επιπτώσεις της ουδετεροπενίας (90,9% έναντι 81,2%) και της θρομβοπενίας (48,8% έναντι 36,1%) ήταν επίσης κατά 5% υψηλότερες σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς. Βαθμού ≥3 ουδετεροπενία και εμπύρετη ουδετεροπενία αναφέρθηκαν με τα υψηλότερα ποσοστά διαφοράς μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων
(αντίστοιχα, 14% και 4% υψηλότερη επίπτωση στους ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών σε σύγκριση με τους ασθενείς ηλικίας < 65 ετών) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο στην καμπαζιταξέλη. Οι αναμενόμενες επιπλοκές της υπερδοσολογίας θα είχαν να κάνουν με επιδείνωση των ανεπιθύμητων ενεργειών όπως η καταστολή του μυελού των οστών και οι γαστρεντερικές διαταραχές.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παραμένει σε μία εξειδικευμένη μονάδα και να παρακολουθείται στενά. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με G-CSF το συντομότερο δυνατόν μετά τη διαπίστωση της υπερδοσολογίας. Θα πρέπει να λαμβάνονται και άλλα κατάλληλα συμπτωματικά μέτρα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - JEVTANA 60MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, ταξάνες, κωδικός ATC: L01CD04
Μηχανισμός δράσης
Η καμπαζιταξέλη είναι ένας αντινεοπλασματικός παράγοντας που δρα παρεμβαίνοντας στο δίκτυο των μικροσωληνίσκων στα κύτταρα. Η καμπαζιταξέλη δεσμεύεται στην τουμπουλίνη και προάγει τη σύνθεση της τουμπουλίνης σε μικροσωληνίσκους, ενώ παράλληλα αναστέλλει την αποικοδόμησή τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση των μικροσωληνίσκων, η οποία προκαλεί την αναστολή των κυτταρικών λειτουργιών της μίτωσης και της μεσόφασης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η καμπαζιταξέλη επέδειξε ένα ευρύ φάσμα αντικαρκινικής δραστικότητας έναντι προχωρημένων ανθρώπινων καρκίνων που είχαν μεταμοσχευθεί σε ποντίκια. Η καμπαζιταξέλη είναι δραστική σε όγκους ευαίσθητους στην ντοσεταξέλη. Επιπροσθέτως, η καμπαζιταξέλη επέδειξε δραστικότητα σε μοντέλα όγκων χωρίς ευαισθησία στη χημειοθεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της ντοσεταξέλης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του JEVTANA σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη αξιολογήθηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, ανοικτή, διεθνή, πολυκεντρική μελέτη φάσης ΙΙΙ (μελέτη EFC6193) σε ασθενείς με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη που είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με ένα σχήμα που περιείχε ντοσεταξέλη.
Η συνολική επιβίωση (OS) ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης. Στα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλαμβάνονταν η επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης της νόσου [PFS (ορίζεται ως ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την εξέλιξη του όγκου, την αύξηση των επιπέδων του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA), την εξέλιξη του πόνου ή τον θάνατο κάθε αιτιολογίας, όποιο συνέβη πρώτο], το ποσοστό ανταπόκρισης του όγκου με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης της
ανταπόκρισης επί συμπαγών όγκων (RECIST), η αύξηση των επιπέδων του PSA (ορίζεται ως αύξηση κατά ≥25% ή >50% σε μη ανταποκριθέντες ή ανταποκριθέντες ως προς το PSA, αντίστοιχα), η ανταπόκριση ως προς το PSA (μειώσεις στα επίπεδα PSA ορού κατά τουλάχιστον 50%), η εξέλιξη του πόνου [αξιολογούμενη με τη χρήση της κλίμακας παρούσας έντασης άλγους (PPI) από το ερωτηματολόγιο των McGill-Melzack και μίας βαθμολογίας χρήσης αναλγητικών (AS)] και η ανταπόκριση του πόνου (ορίζεται ως μείωση μεγαλύτερη των 2 βαθμών από τη διάμεση PPI αναφοράς χωρίς ταυτόχρονη αύξηση της AS ή μείωση κατά ≥50% στη χρήση αναλγητικών από τη μέση AS αναφοράς χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του πόνου).
Συνολικά 755 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε JEVTANA 25 mg/m2 ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για ένα μέγιστο διάστημα 10 κύκλων με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg ημερησίως από του στόματος (n=378) είτε μιτοξαντρόνη 12 mg/m2 ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για ένα μέγιστο διάστημα 10 κύκλων με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg ημερησίως από του στόματος (n=377).
Στη μελέτη αυτή εντάχθηκαν ασθενείς ηλικίας άνω των 18 ετών με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη είτε μετρήσιμο μέσω των κριτηρίων RECIST είτε μη μετρήσιμο με αυξανόμενα επίπεδα PSA ή εμφάνιση νέων βλαβών, και με λειτουργική ικανότητα 0 έως 2 με βάση τη Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα των Ανατολικών Πολιτειών (ECOG) των ΗΠΑ. Οι ασθενείς θα έπρεπε να έχουν επίπεδα ουδετεροφίλων >1.500/mm3, αιμοπεταλίων >100.000/mm3, αιμοσφαιρίνης
>10 g/dl, κρεατινίνης <1,5 x ULN, ολικής χολερυθρίνης <1 x ULN, AST και ALT <1,5 x ULN.
Ασθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ή εμφράγματος του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 6 μηνών ή ασθενείς με μη ελεγχόμενη καρδιακή αρρυθμία, στηθάγχη ή/και υπέρταση δεν εντάχθηκαν στη μελέτη.
Τα δημογραφικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων της ηλικίας, της φυλής και της λειτουργικής ικανότητας κατά ECOG (0 έως 2), ήταν ισορροπημένα μεταξύ των θεραπευτικών σκελών. Στην ομάδα του JEVTANA, η μέση ηλικία ήταν τα 68 έτη, εύρος (46-92) και η φυλετική κατανομή ήταν 83,9% Καυκάσιοι, 6,9% Ασιάτες/Ανατολίτες, 5,3% Μαύροι και 4% Άλλες φυλές.
Ο διάμεσος αριθμός κύκλων ήταν 6 στην ομάδα του JEVTANA και 4 στην ομάδα της μιτοξαντρόνης. Ο αριθμός των ασθενών που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της μελέτης (10 κύκλοι) ήταν αντίστοιχα 29,4% και 13,5% στην ομάδα του JEVTANA και στην ομάδα του συγκριτικού παράγοντα.
Η συνολική επιβίωση ήταν σημαντικά μεγαλύτερη με το JEVTANA σε σύγκριση με τη μιτοξαντρόνη (15,1 μήνες έναντι 12,7 μηνών, αντίστοιχα), με μία μείωση κατά 30% ως προς τον κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με τη μιτοξαντρόνη (βλ. πίνακα 3 και εικόνα 1).
Μία υποκατηγορία 59 ασθενών έλαβαν προηγουμένως αθροιστική δόση ντοσεταξέλης <225 mg/m2 (29 ασθενείς στο σκέλος του JEVTANA, 30 ασθενείς στο σκέλος της μιτοξαντρόνης). Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στη συνολική επιβίωση σε αυτή την ομάδα ασθενών (HR (95%CI) 0,96 (0,49- 1,86)).
Πίνακας 3 – Αποτελεσματικότητα του JEVTANA στη μελέτη EFC6193 για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη
Συνολική επιβίωση
JEVTANA + πρεδνιζόνη
n=378
μιτοξαντρόνη + πρεδνιζόνη
n=377
Αριθμός ασθενών που κατέληξαν (%) 234 (61,9%) 279 (74%)
Διάμεση επιβίωση (μήνες) (95% CI) 15,1 (14,1-16,3) 12,7 (11,6-13,7)
Αναλογία Κινδύνου (HR)1 (95% CI) 0,70 (0,59-0,83) τιμή p (p-value) <0,0001
μιτοξαντρόνη
+ πρεδνιζόνη καμπαζιταξέλη
+ πρεδνιζόνη
Ασθενείς σε Κίνδυνομιτοξαντρόνη
+ πρεδνιζόνη καμπαζιταξέλη
+ πρεδνιζόνη
Χρόνος (Μήνες) Ποσοστό Συνολικής Επιβίωσης1 Εκτίμηση του HR με τη χρήση του μοντέλου Cox, αναλογία κινδύνου κάτω του 1 ευνοεί το JEVTANA Εικόνα 1: Καμπύλες συνολικής επιβίωσης κατά Kaplan Meier (EFC6193)
Υπήρξε μία βελτίωση στην PFS στο σκέλος του JEVTANA σε σύγκριση με το σκέλος της μιτοξαντρόνης, 2,8 (2,4-3,0) μήνες έναντι 1,4 (1,4-1,7) μηνών, αντίστοιχα, HR (95%CI): 0,74 (0,64-
0,86), p<0,0001.
Υπήρξε ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης του όγκου 14,4% (95%CI: 9,6-19,3) στους ασθενείς στο σκέλος του JEVTANA σε σύγκριση με 4,4% (95%CI: 1,6-7,2) για τους ασθενείς στο σκέλος της μιτοξαντρόνης, p=0,0005.
Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία σε σχέση με το PSA ήταν θετικά στο σκέλος του JEVTANA. Υπήρξε μία διάμεση αύξηση του PSA 6,4 μηνών (95%CI: 5,1-7,3) για τους ασθενείς στο σκέλος του JEVTANA σε σύγκριση με 3,1 μήνες (95%CI: 2,2-4,4) στο σκέλος της μιτοξαντρόνης, HR 0,75 μήνες (95%CI: 0,63-0,90), p=0,0010. Η ανταπόκριση του PSA ήταν 39,2% στους ασθενείς στο σκέλος του
JEVTANA (95%CI: 33,9-44,5) έναντι 17,8% των ασθενών που λάμβαναν μιτοξαντρόνη (95%CI: 13,7-22,0), p=0,0002.
Δεν υπήρξε οποιαδήποτε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο θεραπευτικών σκελών ως προς την εξέλιξη του πόνου και την ανταπόκριση του πόνου.
Σε μία πολυκεντρική, πολυεθνική, τυχαιοποιημένη, ανοικτής σήμανσης, φάσης ΙΙΙ μελέτη μη κατωτερότητας (μελέτη EFC11785), 1.200 ασθενείς με μεταστατικό, ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη, οι οποίοι είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με σχήμα που περιείχε δοσεταξέλη, τυχαιοποιήθηκαν σε καμπαζιταξέλη είτε στη δόση των 25 mg/m2 (n=602) ή των
20 mg/m2 (n=598). Η συνολική επιβίωση (OS) ήταν το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας.
Η μελέτη πέτυχε τον κύριο στόχο της που ήταν να καταδείξει τη μη κατωτερότητα της καμπαζιταξέλης στα 20 mg/m2 σε σύγκριση με τα 25 mg/m2 (βλ. πίνακα 4). Ένα στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό (p<0,001) ασθενών εμφάνισαν ανταπόκριση του PSA στην ομάδα των 25 mg/m2 (42,9%) σε σύγκριση με την ομάδα των 20 mg/m2 (29,5%). Παρατηρήθηκε ένας στατιστικά σημαντικά υψηλότερος κίνδυνος εξέλιξης του PSA σε ασθενείς με τη δόση των 20 mg/m2 σε σύγκριση με τη δόση των 25 mg/m2 (HR 1,195, 95%CI: 1,025 έως 1,393). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά στα άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία (PFS, ανταπόκριση του όγκου και του άλγους, εξέλιξη του όγκου και του άλγους και τέσσερις υποκατηγορίες της FACT-P).
Πίνακας 4 Συνολική επιβίωση στη μελέτη EFC11785 στο σκέλος της καμπαζιταξέλης στη δόση των 25 mg/m2 έναντι του σκέλους της καμπαζιταξέλης στη δόση των 20 mg/m2 (Ανάλυση του πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας) – Κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας
| CBZ20+PRED | CBZ25+PRED | |
| n=598 | n=602 | |
| Συνολική Επιβίωση | ||
| Αριθμός θανάτων, n (%) | 497 (83,1 %) | 501 (83,2%) |
| Διάμεση επιβίωση (95% CI) (μήνες)Αναλογία κινδύνου a | 13,4 (12,19 έως 14,88) | 14,5 (13,47 έως 15,28) |
| έναντι CBZ25+PRED | 1,024 | - |
| 1-sided 98,89% UCI | 1,184 | - |
| 1-sided 95% LCI | 0,922 | - |
CBZ20=Καμπαζιταξέλη 20 mg/m2, CBZ25=Καμπαζιταξέλη 25 mg/m2,
PRED=Πρεδνιζόνη/Πρεδνιζολόνη
CI=διάστημα εμπιστοσύνης, LCI=κατώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης, UCI=ανώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης
-
Η αναλογία κινδύνου εκτιμάται με χρήση τη χρήση μοντέλου παλινδρόμησης αναλογικών κινδύνων Cox. Αναλογία κινδύνου < 1 υποδηλώνει χαμηλότερο κίνδυνο για την καμπαζιταξέλη στα 20 mg/m2 σε σύγκριση με τα 25 mg/m2.
Το προφίλ ασφάλειας της καμπαζιταξέλης 25 mg/m2 που παρατηρήθηκε στη μελέτη EFC11785 ήταν ποιοτικά και ποσοτικά παρόμοιο με το προφίλ που παρατηρήθηκε στη μελέτη EFC6193. Η μελέτη EFC11785 κατέδειξε καλύτερο προφίλ ασφάλειας για την καμπαζιταξέλη στη δόση των 20 mg/m2.
Πίνακας 5 Σύνοψη των δεδομένων ασφάλειας για το σκέλος της καμπαζιταξέλης 25 mg/m2 σε σύγκριση με το σκέλος της καμπαζιταξέλης 20 mg/m2 στη μελέτη EFC11785
| CBZ20+PRED | CBZ25+PRED | |
| n=580 | n=595 | |
| Διάμεσος αριθμός κύκλων/ διάμεση διάρκεια της θεραπείας | 6/ 18 εβδομάδες | 7/ 21 εβδομάδες |
Αριθμός ασθενών με μείωση
της δόσης, n (%) Από 20 σε 15 mg/m2: 58 (10,0%)
Από 15 σε 12 mg/m2: 9 (1,6%)
Ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των βαθμών a (%)
Από 25 σε 20 mg/m2: 128 (21,5%)
Από 20 σε 15 mg/m2: 19 (3,2%)
Από 15 σε 12 mg/m2: 1 (0,2%)
| Διάρροια | 30,7 | 39,8 |
| Ναυτία | 24,5 | 32,1 |
| Κόπωση | 24,7 | 27,1 |
| Αιματουρία | 14,1 | 20,8 |
| Εξασθένιση | 15,3 | 19,7 |
| Μειωμένη όρεξη | 13,1 | 18,5 |
| Έμετος | 14,5 | 18,2 |
| Δυσκοιλιότητα | 17,6 | 18,0 |
| Οσφυαλγία | 11,0 | 13,9 |
| Κλινική ουδετεροπενία | 3,1 | 10,9 |
| Ουρολοίμωξη | 6,9 | 10,8 |
| Περιφερική αισθητική νευροπάθεια | 6,6 | 10,6 |
| Δυσγευσία | 7,1 | 10,6 |
| Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού≥3 (%) b | ||
| Κλινική ουδετεροπενία | 2,4 | 9,6 |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 2,1 | 9,2 |
| Αιματολογικές διαταραχές c (%) | ||
| Ουδετεροπενία βαθμού ≥ 3 | 41,8 | 73,3 |
| Αναιμία βαθμού ≥ 3 | 9,9 | 13,7 |
| Θρομβοπενία βαθμού ≥ 3 | 2,6 | 4,2 |
CBZ20=Καμπαζιταξέλη 20 mg/m2, CBZ25=Καμπαζιταξέλη 25 mg/m2,
PRED=Πρεδνιζόνη/Πρεδνιζολόνη
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των βαθμών με επίπτωση >10%
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού ≥ 3 με επίπτωση >5%
-
Βάσει εργαστηριακών τιμών
Σε μία προοπτική, πολυεθνική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο και ανοιχτή, φάσης IV μελέτη (μελέτη LPS14201/CARD) 255 ασθενείς με μεταστατικό, ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη (mCRPC), που είχαν λάβει προηγουμένως, με οποιαδήποτε σειρά, θεραπεία με σχήμα που περιέχει ντοσεταξέλη και παράγοντα που στοχεύει στους AR (αμπιρατερόνη ή ενζαλουταμίδη, με εξέλιξη της νόσου εντός 12 μηνών από την έναρξη της θεραπείας), τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν JEVTANA 25 mg/m2 κάθε 3 εβδομάδες συν πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη 10 mg ημερησίως (n=129) ή παράγοντες που στοχεύουν στους AR (αμπιρατερόνη 1.000 mg μία φορά την ημέρα συν πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη 5 mg δύο φορές την ημέρα ή ενζαλουταμίδη 160 mg μία φορά την ημέρα) (n=126). Η επιβίωση ελεύθερη ακτινολογικής εξέλιξης της νόσου (rPFS), όπως ορίζεται από την Ομάδα Εργασίας για τον Καρκίνο του Προστάτη 2 (PCWG2), ήταν το κύριο καταληκτικό σημείο. Στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
περιλαμβάνονταν η συνολική επιβίωση, η επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης της νόσου, η ανταπόκριση ως προς το PSA και η ανταπόκριση του όγκου.
Τα δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου ήταν ισορροπημένα μεταξύ των σκελών της θεραπείας. Κατά την έναρξη της μελέτης, η συνολική διάμεση ηλικία ήταν 70 έτη, το 95% των ασθενών είχαν PS κατά ECOG 0 έως 1 και η διάμεση βαθμολογία Gleason ήταν 8. Το 61% των ασθενών είχαν λάβει την προηγούμενη θεραπεία τους με παράγοντα που στοχεύει τους AR μετά από προηγούμενη θεραπεία με ντοσεταξέλη.
Η μελέτη πέτυχε το κύριο καταληκτικό της σημείο: η rPFS ήταν σημαντικά μεγαλύτερη με το JEVTANA σε σύγκριση με τον παράγοντα που στοχεύει τους AR (8,0 μήνες έναντι 3,7 μηνών, αντίστοιχα), με 46% μείωση του κινδύνου εμφάνισης ακτινολογικής εξέλιξης της νόσου σε σύγκριση με τον παράγοντα που στοχεύει τους AR (βλ. πίνακα 6 και εικόνα 2).
Πίνακας 6 Αποτελεσματικότητα του JEVTANA στη μελέτη CARD για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό, ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη (Ανάλυση του πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας) - Επιβίωση ελεύθερη ακτινολογικής εξέλιξης της νόσου (rPFS)
JEVTANA
+ πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη
+ G-CSF
n=129
Παράγοντας που στοχεύει στους AR:
Αμπιρατερόνη + πρεδνιζόνη/πρεδνιζολόνη ή
Ενζαλουταμίδη
n=126
Αριθμός συμβάντων στην ημερομηνία περικοπής (%)
95 (73,6%) 101 (80,2%)
Διάμεση rPFS (μήνες) (95% CI) 8,0 (5,7 έως 9,2) 3,7 (2,8 έως 5,1)
Αναλογία κινδύνου (HR) (95% CI) 0,54 (0,40 έως 0,73)
τιμή-p1 < 0,0001
1 στρωματοποιημένη δοκιμασία log-rank, όριο σημαντικότητας =0,05
Εικόνα 2 - Κύριο καταληκτικό σημείο: Διάγραμμα Kaplan-Meier της ακτινολογικής PFS (Πληθυσμός ITT)
Τα σημεία επιλογής υποδεικνύουν τα περικομμένα δεδομένα.
Οι προγραμματισμένες αναλύσεις υποομάδων για την rPFS με βάση τους παράγοντες διαστρωμάτωσης κατά την τυχαιοποίηση απέφεραν αναλογία κινδύνου 0,61 (95% CI: 0,39 έως 0,96) σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με παράγοντα που στοχεύει τους AR πριν από θεραπεία με ντοσεταξέλη και αναλογία κινδύνου 0,48 (95% CI: 0,32 έως 0,70) σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με παράγοντα που στοχεύει τους AR μετά από θεραπεία με ντοσεταξέλη.
Το JEVTANA ήταν στατιστικά ανώτερο των παραγόντων σύγκρισης που στοχεύουν τους AR για κάθε ένα από τα βασικά άλφα-προστατευμένα, δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής επιβίωσης (13,6 μήνες για το σκέλος του JEVTANA έναντι 11,0 μηνών για το σκέλος του παράγοντα που στοχεύει τους AR, HR 0,64, 95% CI: 0,46 έως 0,89, p=0,008), της επιβίωσης ελεύθερης εξέλιξης της νόσου (4,4 μήνες για το σκέλος του JEVTANA έναντι 2,7 μηνών για το σκέλος του παράγοντα που στοχεύει τους AR, HR 0,52, 95% CI: 0,40 έως 0,68), της επιβεβαιωμένης ανταπόκρισης ως προς το PSA (36,3% για το σκέλος του JEVTANA έναντι 14,3% για το σκέλος του παράγοντα που στοχεύει τους AR, p=0,0003) και της βέλτιστης ανταπόκρισης του όγκου (36,5% για το σκέλος του JEVTANA έναντι 11,5% για το σκέλος του παράγοντα που στοχεύει τους AR, p=0,004).
Το προφίλ ασφάλειας του JEVTANA 25 mg/m2 που παρατηρήθηκε στη μελέτη CARD ήταν συνολικά σε συμφωνία με εκείνο που παρατηρήθηκε στις μελέτες TROPIC και PROSELICA (βλ. παράγραφο 4.8). Η επίπτωση ανεπιθύμητων συμβαμάτων βαθμού ≥ 3 ήταν 53,2% στο σκέλος του JEVTANA έναντι 46,0% στο σκέλος του παράγοντα που στοχεύει στους AR. Η επίπτωση σοβαρών ανεπιθύμητων συμβαμάτων βαθμού ≥ 3 ήταν 31,7% στο σκέλος του JEVTANA έναντι 37,1% στο σκέλος του παράγοντα που στοχεύει στους AR. Η επίπτωση ασθενών που διέκοψαν οριστικά τη θεραπεία της μελέτης ήταν 19,8% στο σκέλος του JEVTANA έναντι 8,1% στο σκέλος του παράγοντα που στοχεύει στους AR. Η επίπτωση ασθενών που εμφάνισαν ανεπιθύμητο συμβάν που οδήγησε στον θάνατο ήταν 5,6% στο σκέλος του JEVTANA έναντι 10,5% στο σκέλος του παράγοντα που στοχεύει στους AR.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το JEVTANA σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ένδειξη του καρκίνου του προστάτη (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Το JEVTANA αξιολογήθηκε σε μία ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη φάσης 1/2 που διεξήχθη σε συνολικά 39 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας μεταξύ 4 έως 18 ετών για το μέρος φάσης 1 της μελέτης, και μεταξύ 3-16 ετών για το μέρος φάσης 2 της μελέτης). Το μέρος φάσης 2 δεν επέδειξε αποτελεσματικότητα της καμπαζιταξέλης ως μονοθεραπεία σε παιδιατρικό πληθυσμό με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό διάχυτο ενδογενές γλοίωμα γέφυρας (DIPG) και υψηλού βαθμού γλοίωμα (HGG) που έλαβαν αγωγή 30 mg/m².
Μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού διεξήχθη σε 170 ασθενείς, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους (n=69), μεταστατικό καρκίνο του μαστού (n=34) και μεταστατικό καρκίνο του προστάτη (n=67). Αυτοί οι ασθενείς λάμβαναν καμπαζιταξέλη σε δόσεις από 10 έως 30 mg/m2 κάθε εβδομάδα ή κάθε 3 εβδομάδες.
Απορρόφηση
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση καμπαζιταξέλης, διάρκειας 1 ώρας, σε δόση 25 mg/m2 σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη (n=67), η Cmax ήταν 226 ng/ml (Συντελεστής Διακύμανσης (CV): 107%) και επιτεύχθηκε κατά την ολοκλήρωση της 1 ώρας της έγχυσης (Tmax). Η μέση AUC ήταν 991 ng.h/ml (CV: 34%).
Δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε μείζονα απόκλιση ως προς την αναλογικότητα της δόσης από τα
10 έως τα 30 mg/m² σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους (n=126).
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής (Vss) ήταν 4870 l (2640 l/m² για έναν ασθενή με διάμεση BSA 1,84 m²) σε σταθερή κατάσταση.
In vitro, η σύνδεση της καμπαζιταξέλης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού ήταν 89% - 92% και δεν παρουσίασε κορεσμό έως και τα 50.000 ng/ml, που καλύπτει τη μέγιστη συγκέντρωση που έχει παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες. Η καμπαζιταξέλη συνδέεται κατά κύριο λόγο με τη λευκωματίνη του ανθρώπινου ορού (82,0%) και τις λιποπρωτεΐνες (87,9% για την HDL, 69,8% για την LDL και 55,8% για τη VLDL). Οι in vitro αναλογίες συγκέντρωσης αίματος προς πλάσμα στο ανθρώπινο αίμα κυμαίνονταν από 0,90 έως 0,99, υποδεικνύοντας ότι η καμπαζιταξέλη ήταν ισοκατανεμημένη μεταξύ του αίματος και του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η καμπαζιταξέλη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ (>95%), κατά κύριο λόγο από το ισοένζυμο CYP3A (80% έως 90%). Η καμπαζιταξέλη είναι το κύριο κυκλοφορούν σύμπλοκο στο ανθρώπινο πλάσμα. Επτά μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα (συμπεριλαμβανομένων 3 δραστικών μεταβολιτών που προέρχονται από Ο-απομεθυλιώσεις), με τον κύριο μεταβολίτη να αναλογεί στο 5% της έκθεσης της καμπαζιταξέλης. Περίπου 20 μεταβολίτες της καμπαζιταξέλης απεκκρίνονται στα ανθρώπινα ούρα και τα κόπρανα.
Με βάση μελέτες in vitro, υπάρχει πιθανός κίνδυνος αναστολής από την καμπαζιταξέλη σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις έναντι φαρμακευτικών προϊόντων που αποτελούν κυρίως υποστρώματα του CYP3A. Ωστόσο, μία κλινική μελέτη έδειξε ότι η καμπαζιταξέλη (25 mg/m2 χορηγούμενη ως εφάπαξ έγχυση μίας ώρας) δεν τροποποίησε τα επίπεδα μιδαζολάμης στο πλάσμα, ενός επισημασμένου υποστρώματος του CYP3A. Επομένως, σε θεραπευτικές δόσεις, η συγχορήγηση των υποστρωμάτων CYP3A με καμπαζιταξέλη σε ασθενείς δεν αναμένεται να έχει οποιαδήποτε κλινική επίπτωση.
Δεν υπάρχει δυνητικός κίνδυνος αναστολής των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα άλλων ενζύμων CYP (1A2, 2B6, 2C9, 2C8, 2C19, 2E1 και 2D6) ούτε δυνητικός κίνδυνος επαγωγής από την καμπαζιταξέλη φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα του CYP1A, του CYP2C9 και του CYP3A. Η καμπαζιταξέλη δεν προκάλεσε αναστολή in vitro της μείζονος οδού βιομετασχηματισμού της βαρφαρίνης σε 7-υδροξυβαρφαρίνη, η οποία μεσολαβείται από το CYP2C9. Συνεπώς, δεν αναμένεται in vivo καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση της καμπαζιταξέλης με τη βαρφαρίνη.
Η καμπαζιταξέλη in vitro δεν προκάλεσε αναστολή των Πρωτεϊνών Πολυφαρμακευτικής Αντοχής (MRP): MRP1 και MRP2 ή του Μεταφορέα Οργανικού Κατιόντος (Organic Cation Transporter, OCT1). Η καμπαζιταξέλη προκάλεσε αναστολή της μεταφοράς της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) (διγοξίνη, βινβλαστίνη), των Πρωτεϊνών Αντοχής στον Καρκίνο του Μαστού (BCRP) (μεθοτρεξάτη) και του Πολυπεπτίδιου Μεταφοράς Οργανικού Ανιόντος (Organic Anion Transporting Polypeptide) OATP1B3 (CCK8) σε συγκεντρώσεις τουλάχιστον 15 φορές υψηλότερες εκείνων που παρατηρούνται σε κλινικό πλαίσιο ενώ ανέστειλε τη μεταφορά του OATP1B1 (estradiol-17β-glucuronide) σε συγκεντρώσεις μόνο 5 φορές υψηλότερες εκείνων που παρατηρούνται σε κλινικό πλαίσιο. Συνεπώς, ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης με τα υποστρώματα των MRP, OCT1, PgP, BCRP και OATP1B3 δεν είναι πιθανός in vivo σε δόση 25 mg/m2. Ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης με τον μεταφορέα OATP1B1 είναι πιθανός, κυρίως κατά τη διάρκεια της έγχυσης (1 ώρα) και μέχρι 20 λεπτά μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης (βλ. παράγραφο 4.5).
Απέκκριση
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας [14C]-καμπαζιταξέλης 25 mg/m2 σε ασθενείς, περίπου 80% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίθηκε εντός 2 εβδομάδων. Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο στα κόπρανα με τη μορφή πολυάριθμων μεταβολιτών (76% της δόσης), ενώ η νεφρική απέκκριση της καμπαζιταξέλης και των μεταβολιτών αναλογεί σε λιγότερο από το 4% της δόσης (2,3% ως αμετάβλητο φαρμακευτικό προϊόν στα ούρα).
Η καμπαζιταξέλη έχει υψηλή κάθαρση στο πλάσμα 48,5 l/h (26,4 l/h/m² για έναν ασθενή με διάμεσο BSA 1,84 m²) και μεγάλο χρόνο τελικής ημίσειας ζωής 95 ωρών.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Στη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 70 ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (57 ασθενείς από 65 έως 75 ετών και 13 ασθενείς άνω των 75 ετών), δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε επίδραση της ηλικίας στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του JEVTANA δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο μέσω του ηπατικού μεταβολισμού.
Μια ειδική μελέτη σε 43 ασθενείς με καρκίνο με ηπατική δυσλειτουργία δεν έδειξαν επίδραση της ήπιας (ολική χολερυθρίνη>1 έως ≤1,5 x ULN ή AST>1,5 x ULN) ή μέτριας (ολική χολερυθρίνη>1,5 έως ≤3,0 x ULN) ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης. Η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD) της καμπαζιταξέλης ήταν 20 και 15 mg/m2, αντίστοιχα.
Σε 3 ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη>3 ULN), παρατηρήθηκε μια μείωση κατά 39% στην κάθαρση σε σύγκριση με τους ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, υποδεικνύοντας κάποια επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης. Η MTD της καμπαζιταξέλης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν καθορίστηκε.
Με βάση τα δεδομένα για την ασφάλεια και την ανοχή, η δόση της καμπαζιταξέλης θα πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.4). Το Jevtana αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.3).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται ελάχιστα μέσω των νεφρών (2,3% της δόσης). Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού η οποία διεξήχθη σε 170 ασθενείς που συμπεριλάμβανε 14 ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης στο εύρος από 30 έως 50 ml/min) και 59 ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης στο εύρος από 50 έως 80 ml/min) κατέδειξε ότι η ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν είχε ουσιαστικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης. Αυτό επιβεβαιώθηκε από μια ειδική συγκριτική φαρμακοκινητική μελέτη σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (8 ασθενείς), μέτρια (8 ασθενείς) και σοβαρή (9 ασθενείς) νεφρική δυσλειτουργία, οι οποίοι έλαβαν αρκετούς κύκλους της καμπαζιταξέλης σε εφάπαξ IV έγχυση έως και 25 mg/m2.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - JEVTANA 60MG/VIAL
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σάκκοι έγχυσης από PVC ή σετ έγχυσης από πολυουρεθάνη για την παρασκευή και τη χορήγηση του διαλύματος προς έγχυση.
Μη ανοιγμένο φιαλίδιο
3 χρόνια
Μετά το άνοιγμα
Τα φιαλίδια του πυκνού διαλύματος και του διαλύτη θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθούν αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση τους αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Μετά την αρχική αραίωση του πυκνού διαλύματος με το διαλύτη
Χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 1 ώρα σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (15°C-30°C). Από μικροβιολογικής άποψης, το μίγμα πυκνού διαλύματος και διαλύτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση του αποτελούν ευθύνη του χρήστη και φυσιολογικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες σε θερμοκρασία 2°C-8°C, εκτός εάν η αραίωση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Μετά την τελική αραίωση στον σάκο/στη φιάλη έγχυσης
Χημική και φυσική σταθερότητα του διαλύματος προς έγχυση έχει καταδειχθεί για 8 ώρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (συμπεριλαμβανομένου του χρόνου έγχυσης της 1 ώρας), καθώς και για 48 ώρες σε συνθήκες ψύξης (συμπεριλαμβανομένου του χρόνου έγχυσης της 1 ώρας).
Από μικροβιολογικής άποψης, το διάλυμα προς έγχυση θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση του αποτελούν ευθύνη του χρήστη και φυσιολογικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες σε θερμοκρασία 2°C-8°C, εκτός εάν η αραίωση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C. Μην ψύχετε.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά το άνοιγμα και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Μία συσκευασία περιέχει ένα φιαλίδιο πυκνού διαλύματος και ένα φιαλίδιο διαλύτη:
-
Πυκνό διάλυμα: 1,5 ml πυκνού διαλύματος σε ένα διαυγές γυάλινο φιαλίδιο (τύπου Ι) 15 ml που κλείνει με γκρι ελαστικό πώμα από χλωροβουτύλιο και σφραγίζεται με αλουμινένιο κάλυμμα με ανοιχτό πράσινο πλαστικό καπάκι για εύκολο άνοιγμα. Κάθε φιαλίδιο περιέχει 60 mg καμπαζιταξέλη ανά 1,5 ml ονομαστικό όγκο (όγκος πλήρωσης: 73,2 mg της καμπαζιταξέλης/1,83 ml). Αυτός ο όγκος πλήρωσης έχει αποδειχτεί κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του JEVTANA ότι αντισταθμίζει την απώλεια υγρών κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του προμίγματος. Αυτή η υπερπλήρωση διασφαλίζει ότι μετά την αραίωση με ολόκληρο το περιεχόμενο του συνοδευτικού διαλύτη του JEVTANA, υπάρχει ένας ελάχιστος εξαγώγιμος όγκος προμίγματος των 6 ml που περιέχει 10 mg/ml JEVTANA ο οποίος αντιστοιχεί στην ποσότητα της επισήμανσης των 60 mg ανά φιαλίδιο.
-
Διαλύτης: 4,5 ml διαλύτη σε ένα διαυγές γυάλινο φιαλίδιο (τύπου Ι) 15 ml που κλείνει με γκρι ελαστικό πώμα από χλωροβουτύλιο και σφραγίζεται με αλουμινένιο κάλυμμα χρυσού χρώματος με άχρωμο πλαστικό καπάκι για εύκολο άνοιγμα. Κάθε φιαλίδιο περιέχει 4,5 ml ονομαστικό όγκο (όγκος πλήρωσης: 5,67 ml). Αυτός ο όγκος πλήρωσης έχει αποδειχτεί κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης και η υπερπλήρωση διασφαλίζει ότι μετά την προσθήκη ολόκληρου του περιεχομένου του φιαλιδίου του διαλύτη στο περιεχόμενο του φιαλιδίου του πυκνού διαλύματος του JEVTANA 60 mg, η συγκέντρωση του διαλύματος προμίγματος θα είναι
10 mg/ml JEVTANA.
και άλλος χειρισμός
Το JEVTANA θα πρέπει να παρασκευάζεται και να χορηγείται μόνο από προσωπικό εκπαιδευμένο στον χειρισμό κυτταροτοξικών παραγόντων. Προσωπικό σε κατάσταση εγκυμοσύνης δεν θα πρέπει να χειρίζεται το φαρμακευτικό προϊόν. Όπως και με οποιονδήποτε άλλον αντινεοπλασματικό παράγοντα, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τον χειρισμό και την παρασκευή των διαλυμάτων του JEVTANA, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη χρήση συσκευών περιορισμού, εξοπλισμού προσωπικής προστασίας (π.χ. γάντια) και διαδικασιών παρασκευής. Εάν το JEVTANA, σε οποιοδήποτε βήμα του χειρισμού του, έλθει σε επαφή με το δέρμα, θα πρέπει να πλύνετε αμέσως και επιμελώς την περιοχή
επαφής με σαπούνι και νερό. Εάν έλθει σε επαφή με βλεννογόνους, θα πρέπει να πλύνετε αμέσως και επιμελώς με νερό.
Αραιώνετε πάντοτε το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση με ολόκληρη την ποσότητα του παρεχόμενου διαλύτη πριν το προσθέσετε στο διάλυμα προς έγχυση.
Διαβάστε προσεκτικά ΟΛΟΚΛΗΡΗ την παράγραφο αυτή πριν προβείτε σε ανάμιξη και αραίωση. Πριν τη χορήγηση, απαιτούνται ΔΥΟ αραιώσεις του JEVTANA. Ακολουθήστε τις οδηγίες παρασκευής που παρέχονται παρακάτω.
Σημείωση: Τόσο το φιαλίδιο του πυκνού διαλύματος JEVTANA 60 mg/1,5 ml (όγκος πλήρωσης: 73,2 mg καμπαζιταξέλης/1,83 ml) όσο και το φιαλίδιο του διαλύτη (όγκος πλήρωσης: 5,67 ml) περιέχουν όγκο υπερπλήρωσης που αντισταθμίζει την απώλεια υγρών κατά τη διάρκεια της παρασκευής. Αυτή η υπερπλήρωση διασφαλίζει ότι μετά την αραίωση με ΟΛΟΚΛΗΡΟ το περιεχόμενο του συνοδευτικού διαλύτη, προκύπτει διάλυμα που περιέχει 10 mg/ml καμπαζιταξέλης.
Η ακόλουθη διαδικασία αραίωσης δύο βημάτων θα πρέπει να διεξάγεται σε άσηπτες συνθήκες για την παρασκευή του διαλύματος προς έγχυση.
Βήμα 1: Αρχική αραίωση του πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση με τον παρεχόμενο διαλύτη
Βήμα 1.1
Επιθεωρήστε το φιαλίδιο πυκνού διαλύματος και τον παρεχόμενο διαλύτη. Το πυκνό διάλυμα και ο διαλύτης θα πρέπει να είναι διαυγή.
Φιαλίδιο διαλύτη
Φιαλίδιο πυκνού διαλύματος (60 mg-1,5 ml)
Βήμα 1.2
Χρησιμοποιώντας σύριγγα με προσαρμοσμένη βελόνα, αναρροφήστε σε άσηπτες συνθήκες ολόκληρο το περιεχόμενο του παρεχόμενου διαλύτη αναστρέφοντας μερικώς το φιαλίδιο.
Φιαλίδιο διαλύτη
Μίγμα πυκνού διαλύματος και διαλύτη 10 mg/ml
Φιαλίδιο διαλύτη
Βήμα 1.3
Εισάγετε ολόκληρο το περιεχόμενο στο αντίστοιχο φιαλίδιο πυκνού διαλύματος.
Για να περιορίσετε κατά το δυνατόν τη δημιουργία αφρού κατά την εισαγωγή του διαλύτη, κατευθύνετε τη βελόνα στο εσωτερικό τοίχωμα του φιαλιδίου που περιέχει το πυκνό διάλυμα και εγχύστε με αργό ρυθμό.
25
Αφού ανασυσταθεί, το διάλυμα που προκύπτει περιέχει 10 mg/ml καμπαζιταξέλης.
Μίγμα πυκνού διαλύματος και διαλύτη 10 mg/ml
Βήμα 1.4
Απομακρύνετε τη σύριγγα και τη βελόνα και αναμίξτε κουνώντας το φιαλίδιο απαλά με το χέρι σας, αναποδογυρίζοντάς το επανειλημμένα έως την επίτευξη ενός διαυγούς και ομοιογενούς διαλύματος. Αυτό θα μπορούσε να διαρκέσει περίπου 45 δευτερόλεπτα.
Μίγμα πυκνού διαλύματος και διαλύτη 10 mg/ml
Βήμα 1.5
Αφήστε αυτό το διάλυμα να ηρεμήσει για περίπου 5 λεπτά και στη συνέχεια ελέγξτε ότι το διάλυμα είναι ομοιογενές και διαυγές.
Είναι φυσιολογικό να έχει παραμείνει αφρός μετά από αυτή τη χρονική περίοδο.
Το μίγμα πυκνού διαλύματος και διαλύτη που έχει προκύψει περιέχει 10 mg/ml καμπαζιταξέλης (εγχύσιμος όγκος τουλάχιστον 6 ml). Η δεύτερη αραίωση πρέπει να ακολουθήσει αμέσως (εντός 1 ώρας) όπως περιγράφεται αναλυτικά στο Βήμα 2.
Για τη χορήγηση της συνταγογραφημένης δόσης ενδέχεται να απαιτούνται περισσότερα από ένα φιαλίδια με το μίγμα πυκνού διαλύματος και διαλύτη.
Μίγμα πυκνού διαλύματος και διαλύτη 10 mg/ml
Βήμα 2: Δεύτερη (τελική) αραίωση για έγχυση Βήμα 2.1
Αναρροφήστε υπό άσηπτες συνθήκες την απαιτούμενη ποσότητα μίγματος πυκνού διαλύματος και διαλύτη (10 mg/ml καμπαζιταξέλης) με μια βαθμονομημένη σύριγγα με προσαρμοσμένη βελόνα. Για παράδειγμα, μία δόση JEVTANA 45 mg θα απαιτούσε 4,5 ml του μίγματος πυκνού διαλύματος και διαλύτη που παρασκευάστηκε σύμφωνα με το Βήμα 1.
Καθώς μπορεί να παραμένει αφρός στο τοίχωμα του φιαλιδίου αυτού του διαλύματος, μετά την παρασκευή του που περιγράφεται στο Βήμα 1, είναι προτιμότερο η βελόνα της σύριγγας να τοποθετείται στο μέσο κατά την εξαγωγή του υγρού.
Διάλυμα γλυκόζης 5% ή διάλυμα προς έγχυση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml
(0,9%)
Βήμα 2.2
Απαιτούμενη ποσότητα μίγματος πυκνού διαλύματος και διαλύτη
Εγχύστε σε στείρο σάκο χωρίς PVC που να περιέχει είτε διάλυμα γλυκόζης 5% είτε διάλυμα προς έγχυση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Η συγκέντρωση του διαλύματος προς έγχυση θα πρέπει να είναι μεταξύ 0,10 mg/ml και 0,26 mg/ml.
Βήμα 2.3
Απομακρύνετε τη σύριγγα και αναμίξτε το περιεχόμενο του σάκου ή της φιάλης έγχυσης, ανακινώντας απαλά με το χέρι σας με μια παλινδρομική κίνηση.
Βήμα 2.4
Όπως με όλα τα παρεντερικώς χορηγούμενα προϊόντα, το διάλυμα προς έγχυση που προκύπτει θα πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χρήση. Καθώς το διάλυμα προς έγχυση είναι υπέρκορο, μπορεί να κρυσταλλοποιηθεί με την πάροδο του χρόνου. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, το διάλυμα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται και θα πρέπει να απορρίπτεται.
Το διάλυμα προς έγχυση θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Ωστόσο, ο χρόνος φύλαξης κατά τη χρήση μπορεί να είναι μεγαλύτερος κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που αναφέρονται στην παράγραφο 6.3.
Συνιστάται η χρήση ενός φίλτρου φλεβικής γραμμής με ονομαστικό μέγεθος πόρων 0,22 μικρόμετρα (αναφέρεται και ως 0,2 μικρόμετρα) κατά τη διάρκεια της χορήγησης.
Μη χρησιμοποιείτε περιέκτες έγχυσης από PVC ή σετ έγχυσης από πολυουρεθάνη για την παρασκευή και τη χορήγηση του JEVTANA.
Το JEVTANA δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται με κανένα άλλο φαρμακευτικό προϊόν εκτός των αναφερόμενων.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
-
ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Sanofi Winthrop Industrie 82 avenue Raspail
94250 Gentilly Γαλλία