KINPEYGO MOD.R.CA.H 4MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - KINPEYGO 4MG/CAP
Το Kinpeygo ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων με πρωτοπαθή νεφροπάθεια ανοσοσφαιρίνης Α (IgAN), με έκκριση πρωτεΐνης-κρεατινίνης ούρων≥ 1,0 g/ημέρα (ή λόγο πρωτεΐνης-κρεατινίνης ούρων ≥ 0,8 g/g).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 16 mg μία φορά την ημέρα το πρωί, τουλάχιστον μία ώρα πριν από το γεύμα, για μια αρχική περίοδο 9 μήνες. Όταν η θεραπεία πρόκειται να διακοπεί, η δόση θα πρέπει να μειώνεται στα 8 mg μία φορά την ημέρα για 2 εβδομάδες θεραπείας. Η δόση μπορεί να μειωθεί στα 4 mg μία φορά την ημέρα για επιπλέον 2 εβδομάδες, κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού.
Το ενδεχόμενο επανάληψης της θεραπείας μπορεί να εξετάζεται κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού (βλ. παράγραφο 5.1).
Αν ο ασθενής ξεχάσει να λάβει το Kinpeygo, θα πρέπει να λάβει το Kinpeygo την επόμενη ημέρα, το πρωί όπως συνήθως. Ο ασθενής δεν θα πρέπει να διπλασιάζει την ημερήσια δόση για να αναπληρώσει τη δόση που ξέχασε.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι
Η εμπειρία από τη χρήση του Kinpeygo σε ηλικιωμένους είναι περιορισμένη. Ωστόσο, βάσει των διαθέσιμων κλινικών δεδομένων, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Kinpeygo αναμένεται να είναι παρόμοιες με εκείνες άλλων ηλικιακών ομάδων που μελετήθηκαν.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των καψακίων Kinpeygo σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν μελετηθεί.
Το Kinpeygo αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh). Βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης δεν αναμένεται να μεταβληθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των καψακίων Kinpeygo σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Kinpeygo προορίζεται για από στόματος χρήση. Τα σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό το πρωί, τουλάχιστον 1 ώρα πριν από το γεύμα (βλ. παράγραφο 5.2). Τα καψάκια δεν πρέπει να ανοίγονται, να συνθλίβονται ή να μασώνται, καθώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει το προφίλ της αποδέσμευσης.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία C κατά Child-Pugh).
Υπερκορτικοειδισμός και καταστολή του άξονα των επινεφριδίων
Κατά τη χρόνια χρήση γλυκοκορτικοστεροειδών, ενδέχεται να εμφανιστούν συστημικές επιδράσεις όπως ο υπερκορτικοειδισμός και η καταστολή των επινεφριδίων. Τα γλυκοκορτικοστεροειδή μπορούν να μειώσουν την απόκριση του υποθαλαμο-υποφυσιο-επινεφριδιακού άξονα (ΥΥΕ) στο άγχος. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ασθενείς υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση ή σε άλλες καταστάσεις άγχους, συνιστάται συμπληρωματική χορήγηση κάποιου συστημικού γλυκοκορτικοστεροειδούς.
Δεδομένου ότι το Kinpeygo περιέχει ένα γλυκοκορτικοστεροειδές, θα πρέπει να τηρούνται οι γενικές προειδοποιήσεις σχετικά με τα γλυκοκορτικοστεροειδή, όπως παρατίθενται στη συνέχεια.
Ηπατική δυσλειτουργία
Οι ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β ή C κατά Child-Pugh αντίστοιχα) θα μπορούσαν να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υπερκορτικοειδισμού και καταστολής του άξονα των επινεφριδίων λόγω αυξημένης συστημικής έκθεσης στη βουδεσονίδη που λαμβάνεται από το στόμα. Οι ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β κατά Child-Pugh) θα πρέπει να παρακολουθούνται για αυξημένες σημεία και/ή συμπτώματα υπερκορτικοειδισμού.
Συμπτώματα απόσυρσης στεροειδών σε ασθενείς που μεταβαίνουν από θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή σε άλλη θεραπεία
Οι ασθενείς που μεταβαίνουν από θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή με υψηλή συστημική διαθεσιμότητα σε γλυκοκορτικοστεροειδή με χαμηλότερη συστημική διαθεσιμότητα, όπως η βουδεσονίδη, θα πρέπει να παρακολουθούνται, καθώς ενδέχεται να εμφανιστούν συμπτώματα που
αποδίδονται στην απόσυρση της θεραπείας με στεροειδή, μεταξύ των οποίων οξεία καταστολή του άξονα των επινεφριδίων ή καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση. Γι’ αυτούς τους ασθενείς ενδέχεται να απαιτείται παρακολούθηση της φλοιοεπινεφριδιακής λειτουργίας, ενώ η δόση της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή με υψηλές συστημικές επιδράσεις θα πρέπει να μειώνεται με προσοχή.
Η αντικατάσταση των συστηματικών γλυκοκορτικοειδών με βουδεσονίδη ενδέχεται να προκαλέσει την εκδήλωση αλλεργιών (π.χ. ρινίτιδας και εκζέματος), οι οποίες προηγουμένως ελέγχονταν από το συστημικό φαρμακευτικό προϊόν.
Λοιμώξεις
Οι ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι πιο ευάλωτοι σε λοιμώξεις από ό,τι τα υγιή άτομα. Για παράδειγμα, η ανεμευλογιά και η ιλαρά μπορούν να έχουν σοβαρότερη ή ακόμη και θανατηφόρα εξέλιξη σε ευάλωτους ασθενείς ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις γλυκοκορτικοστεροειδών. Όσον αφορά ασθενείς που δεν έχουν προσβληθεί από αυτές τις ασθένειες, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή της έκθεσης.
Ο τρόπος με τον οποίο η δόση, η οδός και η διάρκεια χορήγησης των γλυκοκορτικοστεροειδών επηρεάζουν τον κίνδυνο ανάπτυξης μιας διάχυτης λοίμωξης δεν είναι γνωστός. Η συμβολή της υποκείμενης νόσου και/ή της προηγούμενης θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή στον κίνδυνο δεν είναι ομοίως γνωστές. Σε περίπτωση έκθεσης στην ανεμευλογιά, ενδέχεται να ενδείκνυται θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη έναντι του ιού της ανεμευλογιάς-έρπητα ζωστήρα (VZIG) ή ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG) από δεξαμενή πλάσματος, κατά περίπτωση. Σε περίπτωση έκθεσης στην ιλαρά, ενδέχεται να ενδείκνυται προληπτική θεραπεία με ενδομυϊκή ανοσοσφαιρίνη (IG) από δεξαμενή πλάσματος. (Βλ. περιλήψεις των χαρακτηριστικών του προϊόντος για τη VZIG και την IG.) Αν εκδηλωθεί ανεμευλογιά, είναι δυνατόν να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιιικούς παράγοντες.
Τα γλυκοκορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, αν πρόκειται να χορηγηθούν, σε ασθενείς με ενεργό ή λανθάνουσα λοίμωξη από φυματίωση, με μυκητιασικές, βακτηριακές, συστημικές ιογενείς ή παρασιτικές λοιμώξεις που δεν έχουν υποβληθεί σε θεραπεία ή με απλό έρπητα των οφθαλμών.
Προσοχή με ειδικές νόσους
Οι ασθενείς με λοιμώξεις, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωση, πεπτικό έλκος, γλαύκωμα ή καταρράκτη ή με οικογενειακό ιστορικό διαβήτη ή γλαυκώματος ή με οποιαδήποτε άλλη πάθηση στην οποία η χρήση γλυκοκορτικοστεροειδών ενδέχεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών θα πρέπει να παρακολουθούνται.
Οπτική διαταραχή
Με τη χρήση συστημικών και τοπικών γλυκοκορτικοστεροειδών ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή. Αν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες νόσους, όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ), οι οποίες αναφέρθηκαν μετά τη χρήση συστημικών και τοπικών γλυκοκορτικοστεροειδών.
Ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4
Η ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4, μεταξύ των οποίων η κετοκοναζόλη και τα προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστημικών ανεπιθύμητων ενεργειών που μπορούν να αποδοθούν στη βουδεσονίδη. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστημικών ανεπιθύμητων ενεργειών των γλυκοκορτικοστεροειδών. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, το διάστημα μεταξύ θεραπειών θα
πρέπει να διαρκεί όσο το δυνατόν περισσότερο και θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης βουδεσονίδης σε 8 mg βουδεσονίδης την ημέρα (βλ. παράγραφο 4.5).
Μετά από εκτεταμένη πρόσληψη χυμού γκρέιπφρουτ (ο οποίος αναστέλλει τη δράση του CYP3A4 κυρίως στον εντερικό βλεννογόνο), η συστημική έκθεση στη βουδεσονίδη μετά τη χορήγηση από το στόμα αυξήθηκε περίπου στο διπλάσιο. Όπως και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως μέσω του CYP3A4, η τακτική κατανάλωση γκρέιπφρουτ ή του χυμού του θα πρέπει να αποφεύγεται μαζί με τη χορήγηση του Kinpeygo (άλλοι χυμοί, όπως ο χυμός πορτοκαλιού ή ο χυμός μήλου, δεν αναστέλλουν το CYP3A4). Βλ. επίσης παράγραφο 4.5.
Δοκιμή διέγερσης της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης (ACTH)
Η δοκιμή διέγερσης ACTH για τη διάγνωση της υποφυσιακής ανεπάρκειας θα μπορούσε να οδηγήσει σε ψευδή αποτελέσματα (χαμηλές τιμές), λόγω του ενδεχομένου καταστολής της λειτουργίας των επινεφριδίων.
Σακχαρόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαρόζης-ισομαλτάσης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Φαρμακευτικά προϊόντα/ουσίες που αναστέλλουν το CYP3A4
Η βουδεσονίδη μεταβολίζεται μέσω του CYP3A4. Οι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα βουδεσονίδης στο πλάσμα. Η συγχορήγηση κετοκοναζόλης, η οποία είναι ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, ή η κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ είχαν ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 6,5 και 2 φορές, αντίστοιχα, της βιοδιαθεσιμότητας της βουδεσονίδης, σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία βουδεσονίδης.
Συνεπώς, πρέπει να αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A, όπως η κετοκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη, η ριτοναβίρη, η ινδιναβίρη, η σακιναβίρη, η ερυθρομυκίνη, η κυκλοσπορίνη και ο χυμός γκρέιπφρουτ, και ενδέχεται να αυξηθούν οι συστημικές συγκεντρώσεις βουδεσονίδης (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Φαρμακευτικά προϊόντα/ουσίες που επάγουν το CYP3A4
Η ταυτόχρονη θεραπεία με επαγωγείς του CYP3A4, όπως η καρβαμαζεπίνη, μπορεί να μειώσει τη συστημική έκθεση στη βουδεσονίδη.
Φαρμακευτικά προϊόντα/ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP3A4
Δεδομένης της χαμηλής του συγγένειας προς το CYP3A4 και την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp), καθώς και της σύνθεσης, των φαρμακοκινητικών χαρακτηριστικών και της χαμηλής συστημικής έκθεσης, το Kinpeygo δεν είναι πιθανό να επηρεάσει τη συστημική έκθεση σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Αντισυλληπτικά χορηγούμενα από το στόμα
Τα χορηγούμενα από το στόμα αντισυλληπτικά που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη, τα οποία μεταβολίζονται επίσης από το CYP3A4, δεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης.
Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων
Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης δεν έχει αξιολογηθεί σε συνδυασμό με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (ΑΑΠ). Σε μια μελέτη που αξιολόγησε το ενδογαστρικό και το δωδεκαδακτυλικό pH σε υγιείς εθελοντές μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης 40 mg του ΑΑΠ ομεπραζόλη μία
φορά την ημέρα, το ενδογαστρικό και το δωδεκαδακτυλικό pH δεν υπερέβησαν την τιμή που απαιτείται για τη διάλυση του Kinpeygo. Εκτός του δωδεκαδάκτυλου, οι ΑΑΠ, όπως η ομεπραζόλη, δεν είναι πιθανό να επηρεάσουν το pH.
Άλλες αλληλεπιδράσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη
Η θεραπεία με βουδεσονίδη μπορεί να μειώσει το κάλιο του ορού, κάτι που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν το Kinpeygo χορηγείται σε συνδυασμό με φαρμακευτικό προϊόν του οποίου οι φαρμακολογικές επιδράσεις είναι δυνατόν να ενισχυθούν λόγω χαμηλών επιπέδων καλίου στον ορό, όπως οι καρδιακές γλυκοσίδες, ή όταν χορηγείται σε συνδυασμό με διουρητικά που μειώνουν το κάλιο του ορού.
Κύηση
Η χορήγηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τη θεραπεία με Kinpeygo. Υπάρχουν λιγοστά μόνο δεδομένα σχετικά με την έκβαση της εγκυμοσύνης μετά τη χορήγηση βουδεσονίδης από το στόμα σε ανθρώπους. Παρότι τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της εισπνεόμενης βουδεσονίδης σε μεγάλο αριθμό κυήσεων κατά τις οποίες υπήρξε έκθεση δεν υποδεικνύουν καμία ανεπιθύμητη ενέργεια, η μέγιστη συγκέντρωση βουδεσονίδης στο πλάσμα αναμένεται να είναι υψηλότερη με τη θεραπεία με το Kinpeygo σε σύγκριση με την εισπνεόμενη βουδεσονίδη. Σε κυοφορούντα ζώα, η βουδεσονίδη, όπως και άλλα γλυκοκορτικοστεροειδή, έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου (βλ. παράγραφο 5.3). Η σημασία αυτής της παραμέτρου για τον άνθρωπο δεν έχει τεκμηριωθεί.
Ως εκ τούτου, το Kinpeygo δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με βουδεσονίδη. Τα αναμενόμενα οφέλη για την έγκυο γυναίκα πρέπει να σταθμίζονται έναντι του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο.
Η βουδεσονίδη διαπιστώθηκε ότι διαπερνά τον πλακούντιο φραγμό. Η σημασία αυτής της διαπίστωσης για τους ανθρώπους δεν έχει τεκμηριωθεί.
Σε νεογνά που εκτέθηκαν σε γλυκοκορτικοστεροειδή εντός της μήτρας ενδέχεται να εμφανιστεί υποεπινεφριδισμός. Τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία και συμπτώματα υποεπινεφριδισμού.
Θηλασμός
Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες γαλουχίας με τη βουδεσονίδη που λαμβάνεται από το στόμα, συμπεριλαμβανομένου του Kinpeygo, και δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις του φαρμακευτικού προϊόντος στο θηλάζον βρέφος ή τις επιδράσεις του φαρμακευτικού προϊόντος στην παραγωγή γάλακτος. Ο κίνδυνος για το θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Σε περίπτωση που το Kinpeygo χορηγείται σε μητέρα που θηλάζει, πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ αποφευχθεί η θεραπεία με βουδεσονίδη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της βουδεσονίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα των αρουραίων μετά τη θεραπεία με βουδεσονίδη.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις του Kinpeygo στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Αναμένεται ότι το Kinpeygo δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Σύνοψη της εικόνας ασφάλειας
Στην κλινική μελέτη φάσης 3 του Kinpeygo, οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ήταν ακμή, η οποία αναφέρθηκε στο 10 % περίπου των ασθενών, περιφερικό οίδημα, οίδημα προσώπου, αύξηση σωματικού βάρους και αύξηση του αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων, καθεμία εκ των οποίων εμφανίστηκε στο 5 % περίπου των ασθενών. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κυρίως ήπιας ή μέτριας σοβαρότητας και αναστρέψιμες, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη χαμηλή συστημική έκθεση στη βουδεσονίδη μετά από του στόματος χορήγηση.
Τα δεδομένα για την επανάληψη της θεραπείας των ασθενών που επανέλαβαν τη θεραπεία στο πλαίσιο μιας μελέτης ανοιχτής επέκτασης της προηγούμενης μελέτης φάσης 3 υπέδειξαν προφίλ ασφάλειας για την επανάληψη της θεραπείας, το οποίο συνάδει με εκείνο που παρατηρήθηκε στην κλινική μελέτη φάσης 3.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρθηκαν στη βασική κλινική μελέτη φάσης 3 και από δεδομένα μετά από την κυκλοφορία με το Kinpeygo παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν παρατίθενται σύμφωνα με την ακόλουθη συχνότητα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες
(≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000).
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ανά συχνότητα και κατηγορία/οργανικό σύστημα| Κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Συχνότητα | Αντίδραση |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Συχνές Συχνές | Αύξηση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίωνΑύξηση αριθμού ουδετερόφιλων |
| Ενδοκρινικές διαταραχές | Συχνές | Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Πολύ συχνές Συχνές | Υποκαλιαιμία Σακχαρώδης διαβήτης* |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Σπάνιες | Όραση, θαμπή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Υπέρταση |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Συχνές | Δυσπεψία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Δερματικές αντιδράσεις (ακμή, δερματίτιδα) |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικούιστού | Συχνές | Μυϊκοί σπασμοί |
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις στη θέση χορήγησης | ΣυχνέςΣυχνές Συχνές | Περιφερικό οίδημαΟίδημα προσώπου Σωματικό βάρος αυξημένο |
*Όλοι οι ασθενείς με νέα εμφάνιση διαβήτη που διαγνώστηκε κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με Kinpeygo είχαν επίπεδα γλυκόζης αίματος σε νηστεία (FBG) και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) πριν από την έναρξη της θεραπείας τα οποία ήταν ενδεικτικά προδιαβήτη (HbA1c ≥ 5,7 % ή FBG≥100 mg/dL).
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Πιθανές επιδράσεις κατηγορίας
Ενδέχεται να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που είναι χαρακτηριστικές των συστημικών γλυκοκορτικοστεροειδών (π.χ. χαρακτηριστικά που μοιάζουν με το σύνδρομο Cushing, αυξημένη αρτηριακή πίεση, αυξημένος κίνδυνος λοίμωξης, καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων, μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, κατακράτηση νατρίου με σχηματισμό οιδήματος, μυϊκή αδυναμία, οστεοπόρωση, γλαύκωμα, ψυχικές διαταραχές, πεπτικό έλκος, αυξημένος κίνδυνος θρόμβωσης). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου εξαρτώνται από τη δόση, τον χρόνο θεραπείας, την ταυτόχρονη και προηγούμενη λήψη γλυκοκορτικοστεροειδών, καθώς και την ατομική ευαισθησία. Δεν παρατηρήθηκαν όλες αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες στο πρόγραμμα κλινικής μελέτης του Kinpeygo.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Οι αναφορές οξείας τοξικότητας ή θανάτου μετά από υπερδοσολογία γλυκοκορτικοστεροειδών είναι σπάνιες. Η οξεία υπερδοσολογία, ακόμη και σε υπερβολικές δόσεις, δεν αναμένεται να έχει κλινικά σημαντικές συνέπειες. Σε περίπτωση οξείας υπερδοσολογίας, δεν διατίθεται ειδικό αντίδοτο. Η θεραπεία συνίσταται σε υποστηρικτική και συμπτωματική θεραπεία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - KINPEYGO 4MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιδιαρροϊκά, εντερικοί αντιφλεγμονώδεις/αντιμολυσματικοί παράγοντες, κορτικοστεροειδή τοπικής δράσης, κωδικός ATC: A07EA06
Μηχανισμός δράσης
Η προβλεπόμενη δράση του Kinpeygo είναι η καταστολή των βλεννογονικών Β κυττάρων, τα οποία βρίσκονται στις πλάκες του Peyer στον ειλεό, όπου παράγεται η πλειονότητα των ελλιπώς γαλοκτοζυλιωμένων αντισωμάτων IgA1 (Gd-IgA1). Η αναστολή του πολλαπλασιασμού τους αναμένεται να μειώσει τη συχνότητα εμφάνισης αντισωμάτων Gd-IgA1, άρα και τον σχηματισμό ανοσοσυμπλόκων στη συστημική κυκλοφορία, κάτι το οποίο προλαμβάνει τις μεταγενέστερες επιδράσεις της σπειραματικής μεσαγγειακής εναπόθεσης ανοσοσυμπλόκων που περιέχουν Gd-IgA1, οι οποίες εκδηλώνονται ως σπειραματονεφρίτιδα και απώλεια νεφρικής λειτουργίας.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Kinpeygo είναι χορηγούμενο από το στόμα σκεύασμα βουδεσονίδης υπό μορφή σκληρού καψακίου ελεγχόμενης αποδέσμευσης, το οποίο συνδυάζει καθυστερημένη αποσύνθεση του καψακίου με παρατεταμένη αποδέσμευση της δραστικής ουσίας βουδεσονίδη στον ειλεό. Με την κατευθυνόμενη αποδέσμευση της βουδεσονίδης στον ειλεό, όπου βρίσκονται οι πλάκες του Peyer σε υψηλή πυκνότητα, αναμένεται τοπική φαρμακολογική επίδραση.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Πρωτοπαθής νεφροπάθεια IgA
Η αποτελεσματικότητα του Kinpeygo αξιολογήθηκε σε 2 τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ασθενείς με πρωτοπαθή IgAN, οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία με βελτιστοποιημένη δόση (μέγιστη επιτρεπόμενη δόση ή μέγιστη ανεκτή δόση) αναστολέα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS) ως πρότυπο φροντίδας. Η επίδραση του Kinpeygo στην υποβάθμιση της νεφρικής λειτουργίας, με βάση τον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR), καθώς και στη μείωση της πρωτεϊνουρίας, με βάση τον λόγο πρωτεΐνης-κρεατινίνης ούρων (UPCR) αξιολογήθηκε μέσα από μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης 3 σε ασθενείς με IgAN αποδεδειγμένο μέσω βιοψίας. Τυχαιοποιήθηκαν 364 ασθενείς στο σκέλος πλήρους ανάλυσης, σε αναλογία 1:1, με 16 mg Kinpeygo άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο, και έλαβαν θεραπεία για μια περίοδο 9 μηνών, ακολουθούμενη από μια φάση σταδιακής μείωσης 2 εβδομάδων με δόση των 8 mg και μια περίοδο επακόλουθης παρακολούθησης διάρκειας 15 μηνών.
Η τελική ανάλυση της μελέτης κατέδειξε ότι στην περίοδο των δύο ετών, η εννεάμηνη θεραπεία με 16 mg/ημέρα Kinpeygo (Nefecon) μείωσε την απώλεια νεφρικής λειτουργίας, κατά την περίοδο των δύο ετών σε ασθενείς με πρωτοπαθή IgAN, με στατιστικά σημαντικό τρόπο. Το όφελος στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) που είχε επιτευχθεί έως το τέλος της εννεάμηνης θεραπείας διατηρήθηκε κατά την περίοδο επακόλουθης παρακολούθησης των 15 μηνών (Εικόνα 1).
Εικόνα 1: Μέση απόλυτη μεταβολή στον eGFR από την αρχική τιμή στη φάση 3 της μελέτης NefIgArdΗ επίδραση της θεραπείας στη διαφορά του eGFR στην περίοδο των δύο ετών ήταν 6,00 mL/λεπτό/1,73 m2, χρησιμοποιώντας την ανάλυση MMRM, χωρίς σαφείς υποθέσεις για έλλειψη δεδομένων (MAR assumption), και ήταν στατιστικά σημαντική. Η μεταβολή από την αρχική τιμή του eGFR στους 24 μήνες ήταν -7,50 mL/λεπτό/1,73 m2 στην ομάδα θεραπείας με Kinpeygo, σε σύγκριση με -13,50 mL/λεπτό/1,73 m2 στην ομάδα θεραπείας με εικονικό φάρμακο. Υπήρξε ένα θεραπευτικό όφελος της τάξης των 6,00 mL/λεπτό/1,73 m2 (95% ΔΕ: 2,76 έως 10,08) με το Kinpeygo, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Πίνακας 2).
Μια συμπληρωματική ανάλυση της συνολικής κλίσης του eGFR κατά την περίοδο των δύο ετών, χρησιμοποιώντας μια γραμμική συνάρτηση spline, σε συνδυασμό με μια μέθοδο ανάλυσης επιδράσεων που λάμβανε υπόψη τις οξείες (αρχική τιμή έως 3 μήνες) και χρόνιες (από 3 μήνες και μετά) φάσεις, εκτίμησε ένα συνολικό θεραπευτικό όφελος της τάξης των 2,62 mL/λεπτό/1,73 m2 ανά έτος (95% ΔΕ 1,23 έως 4,00) υπέρ του Kinpeygo (Πίνακας 2).
Πίνακας 2: Ανάλυση του eGFR στους 24 μήνες στη φάση 3 της μελέτης NefIgArd
| eGFR (CKD-EPI) (mL/λεπτό/1,73 m2)α | Kinpeygo 16 mg (N=182) | Εικονικό φάρμακο(N=182) |
| Μέση μεταβολή από την αρχική τιμή (mL/λεπτό/1,73 m2) στους 24 μήνες (15 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας με Kinpeygo)β | -7,50 | -13,50 |
| 16 mg Kinpeygo έναντι εικονικού φαρμάκου: (95% ΔΕ)Μεταβολή από την αρχική τιμή στον eGFR στους 24 μήνες (mL/λεπτό/1,73 m2) bΣυνολική κλίση του eGFR στην περίοδο των δύο ετών (mL/λεπτό/1,73 m2 ανά)γ | 6,00 (2,76 έως 10.08)2,62 (1,23 έως 4,00) | |
α Συμπεριλαμβάνονται όλα τα παρατηρούμενα δεδομένα σχετικά με τον eGFR που καταγράφηκαν μετά από χρήση απαγορευμένων φαρμάκων.
β Η ανάλυση του προσαρμοσμένου μέσου λόγου γεωμετρικών ελάχιστων τετραγώνων του eGFR, σε σχέση με την αρχική τιμή, πραγματοποιήθηκε με χρήση ενός συνδυαστικού μοντέλου ανάλυσης επαναλαμβανόμενων μετρήσεων. Οι μέσες μεταβολές προέκυψαν απευθείας από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε μια λογαριθμική κλίμακα.
γ Το συνδυαστικό μοντέλο επιδράσεων με γραμμική συνάρτηση spline, βάσει του οποίου μοντελοποιήθηκε ταυτόχρονα και ξεχωριστά ο eGFR, σύμφωνα με τις οξείες (αρχική τιμή έως 3 μήνες) και χρόνιες (από 3 μήνες και μετά) φάσεις, το οποίο στη συνέχεια συνδυάστηκε για να εκτιμηθεί η συνολική κλίση. Δεδομένα χωρίς λογαριθμικό μετασχηματισμό, συμπεριλαμβανομένων όλων των δεδομένων eGFR, ανεξαρτήτως χρήσης απαγορευμένων φαρμάκων, έναρξης αιμοκάθαρσης ή μεταμόσχευσης νεφρού.
ΔΕ: Διάστημα Εμπιστοσύνης, eGFR (CKD-EPI): εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τη Συνεργασία Επιδημιολογίας Χρόνιας Νεφρικής Ανεπάρκειας (Chronic Kidney Disease Epidemiology Collaboration)
Η επίδραση της διετούς θεραπείας στον eGFR ήταν συνεπής σε όλες τις κύριες υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων των κύριων δημογραφικών στοιχείων (όπως ηλικία, φύλο, φυλή) και των χαρακτηριστικών της νόσου κατά την έναρξή της (όπως οι αρχικές τιμές πρωτεϊνουρίας).
Ο χρόνος έως την επιβεβαιωμένη μείωση του eGFR κατά 30% ή έως νεφρική νόσο τελικού σταδίου (η οποία ορίζεται ως νόσος που οδηγεί σε θάνατο που σχετίζεται με τα νεφρά, μεταμόσχευση νεφρού, αιμοκάθαρση ή παρατεταμένο eGFR <15 mL/λεπτό/1,73 m2) ήταν μεγαλύτερος στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Kinpeygo, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (HR 0,45, 95% ΔΕ 0,26 έως 0,75). Το ποσοστό των ασθενών με επιβεβαιωμένο συμβάν κατά τη διετή περίοδο της μελέτης ήταν 11,5% στην ομάδα θεραπείας με Kinpeygo, σε σύγκριση με 21,4% στην ομάδα θεραπείας με εικονικό φάρμακο.
Η τελική ανάλυση της επίδρασης της θεραπείας στην πρωτεϊνουρία, κατά την περίοδο των δύο ετών, ήταν συνεπής με αυτή που παρατηρήθηκε στο τέλος της εννεάμηνης θεραπείας με Kinpeygo Ωστόσο, στο σκέλος της θεραπείας με Kinpeygo η πρωτεϊνουρία αυξήθηκε μετά από μια κορύφωση της μείωσής της στους 12 μήνες (Πίνακας 3). Η επίδραση της θεραπείας στον λόγο πρωτεΐνης-κρεατινίνης ούρων (UPCR) στους εννέα μήνες ήταν σε μεγάλο βαθμό συνεπής σε όλες τις κύριες υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων των κύριων δημογραφικών στοιχείων (όπως ηλικία, φύλο, φυλή) και των χαρακτηριστικών της νόσου κατά την έναρξή της (όπως οι αρχικές τιμές πρωτεϊνουρίας). Ένα παρομοίως συνεπές μοτίβο στον UPCR σε όλες τις υποομάδες παρατηρήθηκε στην περίοδο των δύο ετών .
Πίνακας 3: Μείωση της πρωτεϊνουρίας στους 9, 12 και 24 μήνες και μέσος όρος στους 12 έως 24 μήνες στη φάση 3 της μελέτης 3 NefIgArd| Μείωση του ποσοστού από την αρχική τιμή στονUPCR g/g α, β | Kinpeygo 16 mg (N=182) | Εικονικό(N=182) |
| Στους 9 months γ | 34% | 5% |
| Στους 12 μήνες (3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας μεKinpeygo) | 51% | 3% |
| Στους 24 μήνες (15 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας μεKinpeygo) | 31% | 1% |
| 16 mg Kinpeygo έναντι εικονικού φαρμάκου: Μέσος όρος μείωσης ποσοστού UPCR στους 12 έως 24 μήνες, σε σύγκριση με την αρχική τιμή δ (95% ΔΕ) | 41% (32% έως 49%) | |
α Εξαιρουμένων των δεδομένων για τον UPCR που καταγράφηκαν μετά από χρήση απαγορευμένων φαρμάκων.
β Ο προσαρμοσμένος μέσος λόγος γεωμετριών ελάχιστων τετραγώνων του UPCR, σε σύγκριση με την αρχική τιμή, βασίστηκε σε ένα μοντέλο διαμήκους μελέτης επαναλαμβανόμενων μετρήσεων.
γ Η μείωση του ποσοστού του UPCR είχε προηγουμένως αξιολογηθεί στους πρώτους 199 τυχαιοποιημένους ασθενείς (p = 0,0003). Η τελική ανάλυση και στους 364 ασθενείς επιβεβαίωσε μια μείωση κατά 30% στον UPCR κατά την εννεάμηνη θεραπεία με Kinpeygo, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (95% ΔΕ 20% έως 39%).
δ Ο μέσος όρος μείωσης ποσοστού του UPCR κατά την περίοδο επακόλουθης παρακολούθησης (από 12 έως 24 μήνες) βασίστηκε σε ένα μοντέλο διαμήκους μελέτης επαναλαμβανόμενων μετρήσεων.
ΔΕ: Διάστημα Εμπιστοσύνης, UPCR: λόγος πρωτεΐνης-κρεατινίνης ούρων.
Πραγματοποιήθηκε υποστηρικτική μελέτη φάσης 2β με παρόμοιο σχεδιασμό μελέτης σε συνολικά 153 τυχαιοποιημένους ασθενείς που έλαβαν Kinpeygo 16 mg, Kinpeygo 8 mg ή εικονικό φάρμακο, μία φορά την ημέρα για 9 μήνες, ακολουθούμενη από μια φάση σταδιακής μείωσης της δόσης 2 εβδομάδων και μια περίοδο επακόλουθης παρακολούθησης διάρκειας 3 μηνών, ενώ συνέχισαν να λαμβάνουν θεραπεία με αναστολέα RAS.
Ο βασικός στόχος επιτεύχθηκε στο πλαίσιο ενδιάμεσης ανάλυσης η οποία συνέκρινε το Kinpeygo με εικονικό φάρμακο και έδειξε στατιστικά σημαντική μείωση του UPCR στους 9 μήνες για τις ομάδες συνδυασμένης δόσης Kinpeygo 16 mg/ημέρα και 8 mg/ημέρα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p=0,0066).
Με χρήση της ίδιας στατιστικής μεθοδολογίας όπως και στη μελέτη φάσης 3, διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική μείωση της τάξης του 26% στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο UPCR στους 9 μήνες για τη δόση των 16 mg Kinpeygo έναντι του εικονικού φαρμάκου (p=0,0100) και μείωση της τάξης 29% στους 12 μήνες (p=0,0027).
Η διαφορά στον eGFR βάσει του τύπου CKD-EPI (κρεατινίνη ορού) για τη δόση των 16 mg Kinpeygo έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 3,57 mL/min/1,73m2 στους 9 μήνες (p=0,0271) και 4,46 mL/min/1,73 m2 στους 12 μήνες (p=0,0256). Εκτιμήθηκε ότι η βελτίωση στην κλίση του eGFR στο 1 έτος ήταν 5,69 mL/min/1,73 m2 ανά έτος με το Kinpeygo 16 mg μία φορά την ημέρα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p=0,0007).
Κλινική αποτελεσματικότητα της επανάληψης της θεραπείας (Nef-301 OLE)
Πρωτοπαθής νεφροπάθεια IgA
Η αποτελεσματικότητα της επανάληψης της θεραπείας με Kinpeygo αξιολογήθηκε σε μια μελέτη ανοιχτής επέκτασης (OLE) για ασθενείς που είχαν ολοκληρώσει τη βασική μελέτη φάσης 3, είτε με Kinpeygo είτε με εικονικό φάρμακο, και οι οποίοι συνέχισαν να λαμβάνουν θεραπεία με σταθερή δόση θεραπείας με αναστολέα RAS (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης και/ή αποκλειστές του υποδοχέα τύπου I της αγγειοτενσίνης ΙΙ). Οι ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως Kinpeygo στη μελέτη φάσης 3 έλαβαν επανάληψη της θεραπείας, ενώ οι ασθενείς που έλαβαν
προηγουμένως εικονικό φάρμακο έλαβαν Kinpeygo ως πρώτο κύκλο. Εντάχθηκαν συνολικά 119 ασθενείς (62,2% εκ των οποίων είχαν λάβει προηγουμένως εικονικό φάρμακο και λάμβαναν
θεραπεία με Kinpeygo για πρώτη φορά) και έλαβαν Kinpeygo 16 mg/ημέρα για διάστημα 9 μηνών, με πιθανότητα μείωσης στα 8 mg/ημέρα εάν εμφανίζονταν κλινικά σημαντικά και αιτιολογικά σχετιζόμενα ανεπιθύμητα συμβάντα.
Προκειμένου να ενταχθούν στη Nef-301 OLE, οι ασθενείς έπρεπε να έχουν πρωτεϊνουρία βάσει δύο διαδοχικών μετρήσεων με χρονική απόσταση τουλάχιστον 2 εβδομάδων, οι οποίες έδειχναν είτε
≥1 g/ημέρα (≥1.000 mg/ημέρα) είτε UPCR ≥0,8 g/gram (≥90 mg/mmol). Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν, επίσης, eGFR ≥30 mL/λεπτό ανά 1,73 m2 χρησιμοποιώντας τον τύπο CKD-EPI (Συνεργασία Επιδημιολογίας Χρόνιας Νεφρικής Νόσου).
Η τελική ανάλυση της μελέτης ανοιχτής επέκτασης επέδειξε παρόμοιο θεραπευτικό όφελος σε αμφότερα τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία (eGFR και UPCR) μετά από 9 μήνες θεραπείας με Kinpeygo ανεξάρτητα από το εάν οι ασθενείς έλαβαν Kinpeygo ή εικονικό φάρμακο στην προηγούμενη μελέτη Φάσης 3. Στους 9 μήνες, η απόλυτη μεταβολή από την αρχική τιμή του eGFR ήταν -1,28 mL/min/1,73 m2 (95% ΔΕ -3,20 έως 0,72) για ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με Kinpeygo 16 mg και -1,53 mL/min/1,73 m2 (95% ΔΕ -3,07 έως 0,05) για ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως εικονικό φάρμακο. Μετά από 9 μήνες θεραπείας με Kinpeygo
16 mg/ημέρα, ο UPCR μειώθηκε από την αρχική τιμή κατά 33,3% (95% ΔΕ -44,4 έως -19,9) σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με Kinpeygo 16 mg και κατά 31,0% (95% ΔΕ -40,2 έως -20,2) σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Kinpeygo δεν έχει μελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Απορρόφηση
Το σκεύασμα Kinpeygo είναι σχεδιασμένο για τη χορήγηση βουδεσονίδης τοπικά στον ειλεό. Η απορρόφηση της βουδεσονίδης από το στόμα φαίνεται να είναι πλήρης και ταχεία, ενώ η συστημική βιοδιαθεσιμότητα λόγω του υψηλού μεταβολισμού πρώτης διόδου είναι χαμηλή (περίπου 10%).
Μετά από εφάπαξ χορήγηση του Kinpeygo 16 mg από το στόμα σε υγιή άτομα, η γεωμετρική μέση Cmax κυμάνθηκε μεταξύ 3,2 και 4,4 ng/mL και η AUC(0-24) κυμάνθηκε μεταξύ 24,1 και 24,8 ng/mL×h.
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση της τροφής στη συνολική συστημική έκθεση στη βουδεσονίδη κατά την κατανάλωση γεύματος μέτριας ή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά 1 ώρα μετά τη χορήγηση της δόσης.
Κατανομή
Η βουδεσονίδη κατανέμεται ταχέως και εκτεταμένα σε ιστούς και όργανα. Περίπου το 85 έως 90% της βουδεσονίδης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος στο αίμα σε εύρος συγκέντρωσης από 1 έως 100 nmol/L. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι 3 έως 4 L/kg.
Βιομετασχηματισμός
Η βουδεσονίδη μεταβολίζεται ταχέως από το ήπαρ (και σε μικρότερο βαθμό από το έντερο), κυρίως μέσω οξειδωτικών διεργασιών μέσω του CYP3A4 σε δύο κύριους μεταβολίτες, την
16α-υδροξυπρεδνιζολόνη και την 6β-υδροξυβουδεσονίδη, οι οποίοι έχουν λιγότερο από το 1 % της συγγένειας με τον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών και της αντιφλεγμονώδους δράσης της βουδεσονίδης.
Ο μεταβολισμός της βουδεσονίδης είναι 2 έως 5 φορές ταχύτερος από αυτόν της υδροκορτιζόνης και 8 έως 15φορές ταχύτερος από αυτόν της πρεδνιζολόνης.
Αποβολή
Η βουδεσονίδη έχει υψηλό ρυθμό κάθαρσης της τάξης των 72 έως 80 L/h περίπου, ο οποίος προσεγγίζει την εκτιμώμενη αιματική ροή στο ήπαρ και, κατά συνέπεια, υποδηλώνει ότι η βουδεσονίδη είναι φαρμακευτικό προϊόν υψηλής ηπατικής κάθαρσης.
Η ημιζωή αποβολής (T½) της βουδεσονίδης μετά τη χορήγηση δόσης του Kinpeygo κυμάνθηκε από 5 έως 6,8 ώρες σε μελέτες σε υγιείς εθελοντές.
Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στα ούρα και τα κόπρανα με τη μορφή μεταβολιτών. Οι κύριοι μεταβολίτες, μεταξύ των οποίων η 16α-υδροξυπρεδνιζολόνη και η 6β-υδροξυβουδεσονίδη, απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών, ακέραιοι ή σε συζευγμένες μορφές. Δεν ανιχνεύθηκε αμετάβλητη βουδεσονίδη στα ούρα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η βουδεσονίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του ηπατικού βιομετασχηματισμού.
Σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β κατά Child-Pugh), η συστημική διαθεσιμότητα της βουδεσονίδης που χορηγείται από το στόμα ήταν 3,5 φορές υψηλότερη (27%) σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές (συστημική διαθεσιμότητα 7,4%). Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αύξηση της συστημικής διαθεσιμότητας σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α κατά Child-Pugh).
Δεν έχουν μελετηθεί ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Νεφρική δυσλειτουργία
Η ακέραιη βουδεσονίδη δεν απεκκρίνεται μέσω των νεφρών. Οι κύριοι μεταβολίτες της βουδεσονίδης, οι οποίοι έχουν αμελητέα γλυκοκορτικοστεροειδική δραστικότητα, απεκκρίνονται σε μεγάλο βαθμό (60%) στα ούρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Kinpeygo δεν μελετήθηκε στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - KINPEYGO 4MG/CAP
Περιεχόμενο καψακίου
Σφαιρίδια σακχάρων (σακχαρόζη και άμυλο αραβοσίτου) Υπρομελλόζη
Πολυαιθυλενογλυκόλη Κιτρικό οξύ μονοϋδρικό Αιθυλοκυτταρίνη Τριγλυκερίδια μέσης αλύσου Ελαϊκό οξύ
Κέλυφος καψακίου
Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη Τιτανίου διοξείδιο (Ε171)
Συμπολυμερή μεθακρυλικού οξέος – μεθακρυλικού μεθυλεστέρα Τάλκης
Σεβακικός διβουτυλεστέρας Μελάνι εκτύπωσης
Κόμμεα λάκκας
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 °C.
Λευκή φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE) με λευκό πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυπροπυλένιο (PP) με επαγωγική σφραγίδα.
Μέγεθος συσκευασίας: 1 φιάλη περιέχει 28 ή 120 σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης και πολυσυσκευασίες που περιέχουν 360 (3 συσκευασίες των 120) σκληρά καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.