KOLELANG® PD.I.S.INF 2 MIU/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - KOLELANG 2 MIU/VIAL
Το KOLELANG ενδείκνυται σε ενήλικες και παιδιά συμπεριλαμβανομένων των νεογνών για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, οι οποίες οφείλονται σε επιλεγμένα Gram-αρνητικά παθογόνα, σε ασθενείς με περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.4, 4.8 και 5.1).
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
Δοσολογία
Η χορηγούμενη δόση και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να συνυπολογίζουν τη σοβαρότητα της λοίμωξης, καθώς και την κλινική ανταπόκριση. Θα πρέπει να ακολουθούνται οι θεραπευτικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Η δόση εκφράζεται σε διεθνής μονάδες (IU) νατριούχου κολιστιμεθάτης (CMS). Ένας πίνακας μετατροπής από δόση CMS εκφρασμένη σε IU σε δόση εκφρασμένη σε mg CMS, καθώς και σε mg δραστικότητας βάσης κολιστίνης (CBA) περιλαμβάνεται στο τέλος αυτής της παραγράφου.
Οι ακόλουθες συστάσεις δοσολογίας γίνονται με βάση περιορισμένα πληθυσμιακά φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση (βλέπε παράγραφο 4.4):
Ενήλικες και έφηβοι
Δόση συντήρησης 9 εκατομμύρια IU/ημέρα σε 2-3 διαιρεμένες δόσεις
Σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση, θα πρέπει να χορηγείται μια δόση φόρτισης 9 εκατομμύρια IU. Δεν έχει καθιερωθεί το καταλληλότερο χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη δόση συντήρησης.
Η μοντελοποίηση υποδεικνύει ότι σε ασθενείς με καλή νεφρική λειτουργία ενδέχεται σε μερικές περιπτώσεις να απαιτούνται δόσεις φόρτισης και συντήρησης έως και 12 εκατομμυρίων IU. Ωστόσο, η κλινική εμπειρία με τέτοιες δόσεις είναι εξαιρετικά περιορισμένη και η ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η δόση φόρτισης εφαρμόζεται σε ασθενείς με φυσιολογική ή μειωμένη νεφρική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται σε θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν θεωρούνται απαραίτητες προσαρμογές της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε περίπτωση νεφρικής δυσλειτουργίας είναι απαραίτητες προσαρμογές της δόσης, αλλά τα διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία είναι πολύ περιορισμένα.
Οι ακόλουθες προσαρμογές της δόσης προτείνονται ως καθοδήγηση.
Μειώσεις της δόσης συνιστώνται για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min: Συνιστάται χορήγηση δύο φορές ημερησίως.
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Ημερήσια δόση |
| < 50-30 | 5,5 – 7,5εκατομμύρια IU |
| < 30-10 | 4,5 – 5,5εκατομμύρια IU |
| < 10 | 3,5 εκατομμύρια IU |
Αιμοδιύλιση και συνεχής αιμο(δια)διήθηση
Η κολιστίνη φαίνεται να απομακρύνεται με συμβατική αιμοδιάλυση και συνεχή φλεβοφλεβική αιμο(δια)διήθηση (CVVHF, CVVHDF). Υπάρχουν εξαιρετικά περιορισμένα δεδομένα από πληθυσμιακές μελέτες φαρμακοκινητικής σε πολύ μικρούς αριθμούς ασθενών υπό θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης. Δε μπορούν να γίνουν σταθερές συστάσεις δοσολογίας. Μπορούν να εξεταστούν τα ακόλουθα σχήματα.
Αιμοδιύλιση
Ημέρες χωρίς ΑΔ: 2,25 εκατομμύρια IU/ημέρα (2,2-2,3 εκατομμύρια IU/ημέρα).
Ημέρες με ΑΔ: 3 εκατομμύρια IU/ημέρα σε ημέρες αιμοδιύλισης, χορηγούμενες μετά από συνεδρία ΑΔ. Συνιστάται χορήγηση δύο φορές ημερησίως.
CVVHF/ CVVHDF
Όπως σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Συνιστάται χορήγηση τρεις φορές ημερησίως.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή, όταν χορηγείται νατριούχος κολιστιμεθάτη σε αυτούς τους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα δεδομένα που υποστηρίζουν το δοσολογικό σχήμα σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι πολύ περιορισμένα. Κατά την επιλογή της δόσης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νεφρική ωριμότητα. Η δόση θα πρέπει να βασίζεται στο βάρος σώματος χωρίς το λίπος.
Παιδιά ≤ 40kg
75.000-150.000 IU/kg/ημέρα διαιρεμένες σε 3 δόσεις.
Για παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 40 kg, θα πρέπει να θεωρείται το ενδεχόμενο χρήσης της δοσολογικής σύστασης για ενήλικες.
Σε παιδιά με κυστική ίνωση έχει αναφερθεί χρήση δόσεων > 150.000 IU/kg/ημέρα.
Δεν υπάρχουν δεδομένα αναφορικά με τη χρήση ή το μέγεθος της δόσης φόρτισης σε παιδιά σε κρίσιμη κατάσταση.
Δεν έχουν καθιερωθεί δοσολογικές συστάσεις σε παιδιά με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Ενδορραχιαία και ενδοεγκεφαλοκοιλιακή χορήγηση
Με βάση περιορισμένα δεδομένα συστήνεται σε ενήλικες η ακόλουθη δόση:
Ενδοεγκεφαλοκοιλιακή οδός
125.000 IU/day
Οι ενδορραχιαία χορηγούμενες δόσεις δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις συνιστώμενες για ενδοεγκεφαλοκοιλιακή χρήση.
Δεν μπορεί να γίνει συγκεκριμένη δοσολογική σύσταση για την ενδορραχιαία και την ενδοεγκεφαλοκοιλιακή οδό χορήγησης σε παιδιά.
Τρόπος χορήγησης
Ενδοφλέβια, ενδορραχιαία ή ενδοεγκεφαλοκοιλιακή χρήση.
Το KOLELANG χορηγείται ενδοφλεβίως μέσω αργής έγχυσης σε διάστημα 30 – 60 λεπτών.
Οι ασθενείς που φέρουν ολικά εμφυτεύσιμη φλεβική συσκευή πρόσβασης (TIVAD) μπορούν να ανεχθούν bolus ένεση μέχρι 2 εκατομμύρια μονάδες σε 10 ml ελάχιστης διάρκειας 5 λεπτών (βλέπε παράγραφο 6.6).
Σε υδατικό διάλυμα, η νατριούχος κολιστιμεθάτη υδρολύεται προς τη δραστική ουσία κολιστίνη. Για την προετοιμασία της δόσης, ειδικά όταν απαιτείται συνδυασμός περισσότερων φιαλιδίων, πρέπει να γίνει ανασύσταση της απαιτούμενης δόσης με χρήση άσηπτης τεχνικής.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Πίνακας μετατροπής δόσης:
Στην ΕΕ, η δόση νατριούχου κολιστιμεθάτης (CMS) πρέπει να συνταγογραφείται και να χορηγείται μόνο εκφρασμένη σε IU. Η επισήμανση του φιαλιδίου αναφέρει τον αριθμό IU ανά φιαλίδιο.
Έχει παρατηρηθεί σύγχυση και φαρμακευτικά σφάλματα λόγω των διαφορετικών εκφράσεων της δόσης σε όρους ισχύος. Στις ΗΠΑ και σε άλλα μέρη του κόσμου, η δόση εκφράζεται ως χιλιοστόγραμμα δραστικότητας βάσης κολιστίνης (mg CBA).
Ο ακόλουθος πίνακας μετατροπής έχει σκοπό την πληροφόρηση και οι τιμές πρέπει να θεωρούνται ονομαστικές και προσεγγιστικές μόνο.
Πίνακας μετατροπής CMS
| Ισχύς | ≈ μάζα CMS (mg) * | |
| IU | ≈ mg CBA | |
| 12.500 | 0,4 | 1 |
| 150.000 | 5 | 12 |
| 1.000.000 | 34 | 80 |
| 4.500.000 | 150 | 360 |
| 9.000.000 | 300 | 720 |
* Ονομαστική ισχύς της δραστικής ουσίας = 12.500 IU/mg
Θα πρέπει να θεωρείται το ενδεχόμενο συγχορήγησης ενδοφλέβιας νατριούχου κολιστιμεθάτης με έναν άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα, όποτε αυτό είναι δυνατό, λαμβάνοντας υπόψη τις παραμένουσες ευαισθησίες του παθογόνου (ή των παθογόνων) υπό θεραπεία. Καθώς η ανάπτυξη αντοχής στην ενδοφλέβια κολιστίνη έχει αναφερθεί συγκεκριμένα όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία, θα πρέπει να θεωρείται το ενδεχόμενο συγχορήγησης με άλλο αντιβακτηριακό, προκειμένου να αποτραπεί η εμφάνιση αντοχής.
Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ενδοφλέβιας νατριούχου κολιστιμεθάτης. Οι συνιστώμενες δόσεις σε όλους τους υποπληθυσμούς βασίζονται σε περιορισμένα δεδομένα (κλινικά και φαρμακοκινητικά / φαρμακοδυναμικά δεδομένα). Συγκεκριμένα, υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την ασφάλεια της χρήσης υψηλών δόσεων
(> 6 εκατομμύρια IU/ημέρα) και της χρήσης δόσης φόρτισης, καθώς και για ειδικούς πληθυσμούς (ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ο παιδιατρικός πληθυσμός). Η νατριούχος κολιστιμεθάτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν άλλα, συχνότερα συνταγογραφούμενα, αντιβιοτικά δεν είναι αποτελεσματικά ή κατάλληλα.
Ελάχιστα είναι τα περιστατικά συνδρόμου ψευδο-Bartter που έχουν αναφερθεί σε παιδιά και ενήλικες κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης νατριούχου κολιστιμεθάτης. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων περιστατικών, θα πρέπει να ξεκινά η παρακολούθηση των ηλεκτρολυτών του ορού και να εφαρμόζεται κατάλληλη διαχείριση. Ωστόσο, η ομαλοποίηση της ανισορροπίας των ηλεκτρολυτών ενδέχεται να μην επιτευχθεί χωρίς διακοπή της χρήσης της νατριούχου κολιστιμεθάτης.
Θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε όλους τους ασθενείς. Η δόση νατριούχου κολιστιμεθάτης θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (βλέπε παράγραφο 4.2). Ασθενείς που είναι υπογκαιμικοί ή όσοι λαμβάνουν άλλα δυνητικά νεφροτοξικά φάρμακα αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για νεφροτοξικότητα από την κολιστίνη (βλέπε παραγράφους 4.5 και 4.8). Σε ορισμένες μελέτες έχει αναφερθεί ότι η νεφροτοξικότητα συσχετίζεται με την αθροιστική δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Το όφελος μιας παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι της δυνητικά αυξημένης επικινδυνότητας για νεφρική τοξικότητα.
Συνιστάται προσοχή, όταν χορηγείται νατριούχος κολιστιμεθάτη σε βρέφη ηλικίας < 1 έτους, καθώς η νεφρική λειτουργία δεν είναι πλήρως ώριμη σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Επιπλέον, δεν είναι γνωστή η επίδραση της ανώριμης νεφρικής και μεταβολικής λειτουργίας στην μετατροπή της νατριούχου κολιστιμεθάτης σε κολιστίνη.
Σε περίπτωση αλλεργικής αντίδρασης, πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με νατριούχο κολιστιμεθάτη και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.
Έχει αναφερθεί ότι υψηλές συγκεντρώσεις νατριούχου κολιστιμεθάτης στον ορό, οι οποίες ενδέχεται να συσχετίζονται με υπερδοσολογία ή παράλειψη μείωσης της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οδήγησαν σε νευροτοξικές δράσεις, όπως παραισθησία στο πρόσωπο, μυϊκή αδυναμία, ίλιγγο, μη καθαρή εκφορά λόγου, αγγειοκινητική αστάθεια, διαταραχές της όρασης, σύγχυση, ψύχωση και άπνοια. Θα πρέπει
να διενεργείται παρακολούθηση για περιστοματική παραισθησία και παραισθησία στα άκρα, καθώς αποτελούν σημεία υπερδοσολογίας (βλέπε παράγραφο 4.9).
Είναι γνωστό ότι η νατριούχος κολιστιμεθάτη μειώνει την προσυναπτική απελευθέρωση ακετυλοχολίνης στη νευρομυϊκή σύναψη, και, σε ασθενείς με βαρεία μυασθένεια, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με τη μέγιστη προσοχή και μόνο εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση νατριούχου κολιστιμεθάτης έχει αναφερθεί αναπνευστική ανακοπή. Η μειωμένη νεφρική λειτουργία αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης άπνοιας και νευροµυϊκού αποκλεισµού μετά από χορήγηση νατριούχου κολιστιμεθάτης.
Η νατριούχος κολιστιμεθάτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με πορφυρία.
Κολίτιδα που συσχετίζεται με αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχουν αναφερθεί σχεδόν με όλους τους αντιβακτηριακούς παράγοντες και ενδέχεται να παρουσιαστούν με τη νατριούχο κολιστιμεθάτη. Η σοβαρότητα τους μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Είναι σημαντικό να θεωρηθεί το ενδεχόμενο αυτής της διάγνωσης σε ασθενείς που αναπτύσσουν διάρροια κατά ή μετά τη χρήση νατριούχου κολιστιμεθάτης (βλέπε παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας και χορήγησης ειδικής θεραπείας για το Clostridium difficile. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περίσταλση.
Η ενδοφλέβια χορηγούμενη νατριούχος κολιστιμεθάτη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Η χρήση ενδορραχιαίας ή ενδοεγκεφαλοκοιλιακής χορήγησης νατριούχου κολιστιμεθάτης στη θεραπεία της μηνιγγίτιδας δεν έχει ερευνηθεί συστηματικά σε κλινικές δοκιμές και υποστηρίζεται μόνο από αναφορές περιστατικών. Τα δεδομένα που υποστηρίζουν τη δοσολογία είναι πολύ περιορισμένα. Η πιο συχνά εμφανιζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια της χορήγησης CMS ήταν η ασηπτική μηνιγγίτιδα (βλέπε παράγραφο 4.8).
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, δηλαδή ουσιαστικά είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Η ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση νατριούχου κολιστιμεθάτης με άλλα δυνητικά νεφροτοξικά ή νευροτοξικά φάρμακα θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή.
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν γίνεται ταυτόχρονη χρήση με άλλα σκευάσματα νατριούχου κολιστιμεθάτης, καθώς υπάρχει μικρή εμπειρία και υπάρχει πιθανότητα αθροιστικής τοξικότητας.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων in vivo. Ο μηχανισμός της μετατροπής της νατριούχου κολιστιμεθάτης στη δραστική ουσία, κολιστίνη, δεν έχει χαρακτηριστεί. Ο μηχανισμός της κάθαρσης της κολιστίνης συμπεριλαμβανομένου του χειρισμού της από τους νεφρούς είναι εξίσου άγνωστος. Η νατριούχος κολιστιμεθάτη και η κολιστίνη δεν επήγαγαν τη δραστηριότητα κανενός από τα P 450 (CYP) ένζυμα που δοκιμάστηκαν (CYP1A2, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19 και 3A4/5) σε in vitro μελέτες σε ανθρώπινα ηπατικά κύτταρα.
Η δυνατότητα αλληλεπιδράσεων φαρμάκων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν η κολιστιμεθάτη συγχορηγείται με φάρμακα για τα οποία είναι γνωστό ότι επάγουν ή αναστέλλουν ένζυμα που μεταβολίζουν φάρμακα ή φάρμακα για τα οποία είναι γνωστό ότι αποτελούν υποστρώματα για μηχανισμούς νεφρικής μεταφοράς.
Λόγω των επιδράσεων της κολιστίνης στην απελευθέρωση ακετυλοχολίνης, μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν νατριούχο κολιστιμεθάτη, καθώς οι δράσεις τους ενδέχεται να είναι παρατεταμένες (βλέπε παράγραφο 4.4).
Η ταυτόχρονη θεραπεία με νατριούχο κολιστιμεθάτη και μακρολίδες, όπως η αζιθρομυκίνη και η κλαριθρομυκίνη, ή φθοριοκινιλόνες, όπως η νορφλοκασίνη και η σιπροφλοξασίνη, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς με βαρεία μυασθένεια (βλέπε παράγραφο 4.4).
Η συγχορήγηση της νατριούχου κολιστιμεθάτης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα νευροτοξικού ή/και νεφροτοξικού δυναμικού πρέπει να αποφεύγεται. Συμπεριλαμβανομένων των αντιβιοτικών της ομάδας των αμινογλυκοσίδων όπως γενταμικίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη και τομπραμυκίνη. Μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας εάν συγχορηγείται με αντιβιοτικά της ομάδας των κεφαλοσπορινών.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση νατριούχου κολιστιμεθάτης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες εφάπαξ δόσεως σε έγκυες γυναίκες δείχνουν ότι η νατριούχος κολιστιμεθάτη διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να υπάρξει κίνδυνος εμβρυοτοξικότητας, αν χορηγούνται επαναλαμβανόμενες δόσεις, σε έγκυες ασθενείς. Μελέτες σε πειραματόζωα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την επίδραση της νατριούχου κολιστιμεθάτης στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3, Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια). Η νατριούχος κολιστιμεθάτη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο όταν το όφελος για τη μητέρα αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Γαλουχία
Η νατριούχος κολιστιμεθάτη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ως εκ τούτου ο θηλασμός δε συνίσταται.
Γονιμότητα
Στοιχεία σχετικά με την πιθανή επίδραση της νατριούχου κολιστιμεθάτης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν είναι διαθέσιμα.
Επιδράσεις στην ικανότητα οδηγήσεως και χειρισμού μηχανημάτων
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με παρεντερική χορήγηση νατριούχου κολιστιμεθάτης μπορεί να προκληθεί νευροτοξικότητα με πιθανότητα εμφάνισης ζάλης, σύγχυσης ή οπτικών διαταραχών. Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται ώστε να μην οδηγούν ή να μη χειρίζονται μηχανήματα εάν εμφανιστούν αυτές οι επιδράσεις.
Η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να σχετίζεται με την ηλικία, τη νεφρική λειτουργία και την γενική κατάσταση του ασθενή.
Σε ασθενείς με κυστική ίνωση έχουν αναφερθεί νευρολογικές επιδράσεις σε ποσοστό μέχρι 27% των ασθενών. Αυτές είναι γενικώς ήπιες και υποχωρούν κατά τη διάρκεια ή σύντομα μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Η νευροτοξικότητα μπορεί να σχετίζεται με υπερδοσολογία, με αστοχία μείωσης της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και με τη συγχορήγηση είτε νευρομυοχαλαρωτικών φαρμάκων είτε άλλων φαρμάκων με παρόμοιες νευρολογικές επιδράσεις. Η μείωση της δόσης μπορεί να αναστείλει τα συμπτώματα. Στα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνονται άπνοια, παροδικές αισθητηριακές διαταραχές (όπως παραισθησία προσώπου και ίλιγγος), και σπάνια αγγειοκινητική αστάθεια, διαταραχή στην ομιλία, διαταραχές στην όραση, σύγχυση, ή ψύχωση.
Το σύνδρομο ψευδο-Bartter έχει αναφερθεί μετά την ενδοφλέβια χορήγηση νατριούχου κολιστιμεθάτης με μη γνωστή συχνότητα (βλ. παράγραφο 4.4).
Ανεπιθύμητες ενέργειες στη νεφρική λειτουργία έχουν αναφερθεί, συνήθως μετά από χρήση δόσεων υψηλότερων των συνιστώμενων σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ή λόγω αστοχίας μείωσης
της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια είτε μετά από συγχορήγηση με άλλα νεφροτοξικά φάρμακα. Τα συμπτώματα είναι συνήθως αναστρέψιμα με τη διακοπή της θεραπείας.
Σε ασθενείς με κυστική ίνωση που τους χορηγούνται δόσεις μέσα στα συνιστώμενα όρια, η νεφροτοξικότητα φαίνεται να είναι σπάνια (λιγότερο από 1%). Σε σοβαρά περιστατικά, σε ασθενείς χωρίς κυστική ίνωση, έχουν αναφερθεί ενδείξεις νεφροτοξικότητας σε ποσοστό περίπου 20% των ασθενών.
Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένων των δερματικών αναφυλαξιών και του φαρμακογενούς πυρετού. Εάν αυτά εμφανιστούν πρέπει να διακοπεί η θεραπεία.
Μπορεί να εμφανιστεί τοπική ενόχληση στην περιοχή της έγχυσης. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του
φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους - κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284,
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
Η υπερδοσολογία μπορεί να έχει επιπτώσεις στη νευρομυϊκή αναστολή η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μυϊκή αδυναμία, άπνοια, και πιθανή αναπνευστική προσβολή. Η υπερδοσολογία μπορεί επίσης να προκαλέσει οξεία νεφρική ανεπάρκεια που χαρακτηρίζεται από μειωμένη παραγωγή ούρων και αυξανόμενες συγκεντρώσεις αζώτου ουρίας αίματος (BUN) και κρεατινίνης στον ορό.
Δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο αντίδοτο, αντιμετωπίζεται με υποστηρικτική αγωγή. Μέτρα για να αυξηθεί το ποσοστό αποβολής της κολιστίνης π.χ. η επαγωγή διούρησης με μαννιτόλη, η παρατεταμένη αιμοδιάλυση ή η περιτοναϊκή διάλυση μπορούν να δοκιμαστούν, αλλά η αποτελεσματικότητα δεν είναι γνωστή.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - KOLELANG 2 MIU/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: αντιβιοτικά για συστηματική χορήγηση, άλλα αντιβακτηριακά, πολυμυξίνες. ATC Code: J01XB01
Μηχανισμός δράσης
Η κολιστίνη είναι ένας κυκλικός πολυπεπτιδικός αντιβακτηριακός παράγοντας που ανήκει στην ομάδα των πολυμυξινών. Οι πολυμυξίνες δρουν καταστρέφοντας την κυτταρική μεμβράνη και οι προκύπτουσες φυσιολογικές επιδράσεις είναι θανατηφόρες για το βακτήριο. Οι πολυμυξίνες είναι επιλεκτικές για αερόβια αρνητικά κατά Gram βακτήρια που έχουν υδρόφοβη εξωτερική μεμβράνη.
Αντοχή
Τα ανθεκτικά βακτήρια χαρακτηρίζονται από τροποποιημένες φωσφορικές ομάδες λιποπολυσακχαριτών, τα οποία υποκαθίστανται από αιθανολαμίνη ή αμινοαραβινόζη. Τα εκ φύσεως ανθεκτικά αρνητικά κατά Gram βακτήρια, όπως τα Proteus mirabilis και Burkholderia cepacia, παρουσιάζουν πλήρη υποκατάσταση των φωσφορικών λιπιδίων τους από αιθανολαμίνη ή αμινοαραβινόζη.
Αναμένεται διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της κολιστίνης (πολυμυξίνη E) και της πολυμυξίνης Β. Καθώς ο μηχανισμός δράσης των πολυμυξινών είναι διαφορετικός από αυτόν των άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων, η αντοχή στην κολιστίνη και στην πολυμυξίνη, μόνο μέσω του παραπάνω μηχανισμού, δεν αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα αντοχή σε άλλες κατηγορίες φαρμακευτικών προϊόντων.
Σχέση ΦΚ/ΦΔ
Έχει αναφερθεί ότι η βακτηριοκτόνος δράση των πολυμυξινών επί των ευαίσθητων βακτηρίων εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Ο λόγος fAUC/MIC θεωρείται ότι συσχετίζεται με την κλινική αποτελεσματικότητα.
| Όρια ευαισθησίας EUCAST | ||
| Ευαίσθητο (Ε) | Ανθεκτικό (Α)α | |
| Acinetobacter spp. β | (≤2 mg/L) | (>2 mg/L) |
| Enterobacterales β | (≤2 mg/L) | (>2 mg/L) |
| Pseudomonas spp. β | (≤4 mg/L) | (>4 mg/L) |
α Τα όρια ευαισθησίας ισχύουν για δοσολογία 4.5 εκατομμύρια IU x 2. Ενδέχεται να απαιτείται δόση φόρτισης
(9 εκατομμύρια IU).
β Ο προσδιορισμός του MIC της κολιστίνης θα πρέπει να πραγματοποιείται με μικροδιάλυση σε υγρό θρεπτικό υλικό. Ο ποιοτικός έλεγχος πρέπει να εκτελείται και με ένα ευαίσθητο στέλεχος QC (E. coli ATCC 25922 ή P. aeruginosa ATCC 27853) και με το ανθεκτικό στην κολιστίνη E. coli NCTC 13846 (mcr-1 θετικό).
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για τη θεραπεία βαριών λοιμώξεων. Εφόσον απαιτείται, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή ειδικών, όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων να είναι αμφίβολη.
| Συνήθως ευαίσθητα είδη |
| Acinetobacter baumannii |
| Haemophilus influenzae |
| Pseudomonas aeruginosa |
| Klebsiella spp. |
| Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή ενδέχεται να αποτελέσει πρόβλημα |
| Stenotrophomonas maltophilia |
| Achromobacter xylosoxidans (πρώην Alcaligenes xylosoxidans) |
| Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί |
| Burkholderia cepacia και συγγενικά είδη. |
| Proteus spp. |
| Providencia spp. |
| Serratia spp. |
Απορρόφηση
Οι πληροφορίες για τη φαρμακοκινητική της νατριούχου κολιστιμεθάτης (CMS) και της κολιστίνης είναι περιορισμένες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η φαρμακοκινητική σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση διαφέρει από αυτή σε ασθενείς με λιγότερο βαριά φυσιολογική διαταραχή και από αυτή σε υγιείς εθελοντές. Τα ακόλουθα δεδομένα βασίζονται σε μελέτες που χρησιμοποίησαν HPLC για να προσδιορίσουν τις συγκεντρώσεις CMS/κολιστίνης στο πλάσμα.
Μετά από έγχυση νατριούχου κολιστιμεθάτης, το μη δραστικό προφάρμακο μετατρέπεται στη δραστική κολιστίνη. Έχει δειχθεί ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις της κολιστίνης στο πλάσμα παρουσιάζονται με καθυστέρηση έως και 7 ωρών μετά τη χορήγηση νατριούχου κολιστιμεθάτης σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση.
Η απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα δεν λαμβάνει χώρα σε αξιόλογη έκταση σε φυσιολογικό άτομο.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της κολιστίνης σε υγιή άτομα είναι μικρός και αντιστοιχεί προσεγγιστικά στο εξωκυττάριο υγρό (ECF). Ο όγκος κατανομής σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση είναι σχετικά αυξημένος. Η πρόσδεση σε πρωτεΐνες είναι μέτρια και μειώνεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις. Απουσία μηνιγγικής φλεγμονής, η διείσδυση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF) είναι ελάχιστη, αλλά αυξάνει παρουσία μηνιγγικής φλεγμονής.
Τόσο το CMS όσο και η κολιστίνη επιδεικνύουν γραμμική ΦΚ σε κλινικά σχετικό εύρος δόσεων. Αποβολή
Εκτιμάται ότι κατά προσέγγιση 30% της νατριούχου κολιστιμεθάτης μετατρέπεται σε κολιστίνη σε υγιή
άτομα, η κάθαρσή της εξαρτάται από την κάθαρση κρεατινίνης και με μειούμενη νεφρική λειτουργία, μετατρέπεται σε κολιστίνη μεγαλύτερο ποσοστό Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min, η έκταση της μετατροπής μπορεί να φτάσει το 60 έως 70%. Η CMS αποβάλλεται κατά κύριο λόγο από τα νεφρά μέσω σπειραματικής διήθησης. Σε υγιή άτομα, το 60% έως 70% της CMS απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός 24 ωρών.
Η αποβολή της δραστικής κολιστίνης είναι ατελώς χαρακτηρισμένη. Η κολιστίνη υφίσταται εκτενή νεφρική σωληναρική επαναπορρόφηση και μπορεί είτε να καθαρθεί μη νεφρικά είτε να υποστεί νεφρικό μεταβολισμό με δυνατότητα νεφρικής συσσώρευσης. Η κάθαρση της κολιστίνης μειώνεται σε περίπτωση νεφρικής δυσλειτουργίας, πιθανώς λόγω αυξημένης μετατροπής του CMS.
Ο χρόνος ημιζωής της κολιστίνης σε υγιή άτομα και σε άτομα με κυστική ίνωση αναφέρεται ότι είναι 3 ώρες και 4 ώρες αντίστοιχα, με συνολική κάθαρση περίπου 3 l/ώρα. Σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση, ο χρόνος ημιζωής αναφέρθηκε ότι είναι παρατεταμένος σε περίπου 9-18 ώρες.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - KOLELANG 2 MIU/VIAL
Μικτά διαλύματα προς έγχυση και ενέσιμα διαλύματα, τα οποία εμπεριέχουν νατριούχο κολιστιμεθάτη πρέπει να αποφεύγονται.
3 χρόνια.
Ανασυσταμένο / αραιωμένο διάλυμα:
Η υδρόλυση της κολιστιμεθάτης αυξάνεται σημαντικά όταν ανασύσταται και αραιώνεται κάτω από την κρίσιμη μικκυλιακή συγκέντρωση των περίπου 80.000 IU ανά ml.
Τα διαλύματα κάτω από αυτήν τη συγκέντρωση θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αμέσως.
Για τα διαλύματα για bolus ένεση, η χημική και η φυσική εν χρήσει σταθερότητα του ανασυσταμένου διαλύματος στο αρχικό φιαλίδιο, σε συγκέντρωση ≥80,000 IU/ml, έχει αποδειχθεί για:
-
1 εκατομμύριο IU για 3 ώρες στους 2-8°C όταν διαλύεται σε 10 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %) ή ενέσιμου ύδατος.
-
2 εκατομμύρια IU για 3 ώρες στους 2-8°C όταν διαλύονται σε 10 ml ενέσιμου διαλύματος 9 mg/ml (0,9
%) χλωριούχου νατρίου ή ενέσιμου ύδατος.
Από μικροβιολογική άποψη, εκτός αν η μέθοδος ανοίγματος/ ανασύστασης/ αραίωσης αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής επιμόλυνσης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως.
Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως ο εν χρήσει χρόνος φύλαξης και οι συνθήκες είναι υπό την ευθύνη του χρήστη.
Τα διαλύματα προς έγχυση, τα οποία έχουν αραιωθεί πέρα από τον αρχικό όγκο του φιαλιδίου και/ ή με συγκέντρωση < 80,000 IU/ml θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αμέσως.
Τα διαλύματα για ενδορραχιαία και ενδοεγκεφαλοκοιλιακή χορήγηση, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αμέσως μετά την ανασύσταση του προϊόντος.
Ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.
Για 1 εκατομμύριο IU: διαυγή γυάλινα φιαλίδια τύπου Ι χωρητικότητας >10 ml κλεισμένα με τύπου Ι ελαστικά πώματα βρωμοβουτυλίου 20 mm και σφραγισμένα με γκρι αποσπώμενα πλαστικά καπάκια 20 mm και δίσκους αλουμινίου.
Για 2 εκατομμύρια IU: διαυγή γυάλινα φιαλίδια τύπου Ι χωρητικότητας >10 ml κλεισμένα με τύπου Ι ελαστικά πώματα βρωμοβουτυλίου 20 mm και σφραγισμένα με λιλά αποσπώμενα πλαστικά καπάκια 20 mm και δίσκους αλουμινίου.
Συσκευασίες: 1, 10 και 30 φιαλίδια.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Οδηγίες για την παρασκευή ενέσιμου διαλύματος / διαλύματος προς έγχυση
Για ένεση bolus:
Ανασυστήστε το περιεχόμενο του φιαλιδίου με όχι περισσότερο από 10 ml ενέσιμου ύδατος ή ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %).
Για έγχυση:
Το περιεχόμενο του ανασυσταμένου φιαλιδίου μπορεί να αραιωθεί, συνήθως με 50 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %).
Όταν χρησιμοποιείται η ενδορραχιαία και η ενδοεγκεφαλοκοιλιακή οδός χορήγησης, ο χορηγούμενος όγκος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 ml (συγκέντρωση ανασυστάσεως 125.000 IU/ml).
Μετά την ανασύσταση, το διάλυμα είναι διαυγές και άχρωμο ή όχι πιο έντονα χρωματισμένο από το διάλυμα Υ6 απαλλαγμένο από ορατά σωματίδια.
Τα διαλύματα είναι μόνο για μια χρήση και κάθε τυχόν αχρησιμοποίητη ποσότητα διαλύματος πρέπει να απορρίπτεται.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χρήση (επίσης μετά την αραίωση). Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή διαλύματα πρακτικά απαλλαγμένα από ελεύθερα σωματίδια.