LAMZEDE PD.SOL.INF 10MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - LAMZEDE 10MG/VIAL
Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από γιατρό έμπειρο στη διαχείριση ασθενών με άλφα-μαννοσίδωση ή στη χορήγηση άλλων θεραπειών ενζυμικής υποκατάστασης (enzyme replacement therapies, ERT) για διαταραχή λυσοσωµατικής αποθήκευσης. To Lamzede πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία υγείας με γνώσεις στη διαχείριση της ERT και σε επείγουσες ιατρικές καταστάσεις.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 1 mg/kg σωματικού βάρους χορηγούμενο μία φορά την εβδομάδα μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης - ελεγχόμενης ταχύτητας.
Η ανταπόκριση στη θεραπεία με velmanase alfa θα πρέπει να αξιολογείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας στις περιπτώσεις όπου δεν θα παρατηρούνται σαφή οφέλη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα και δεν περιγράφεται σχετική χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τον παιδιατρικό πληθυσμό. Τρόπος χορήγησης
Για ενδοφλέβια χρήση μόνο.
Οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση
Το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές. Nα μη χρησιμοποιηθεί εάν παρατηρηθούν αδιαφανή σωματίδια ή αποχρωματισμός του διαλύματος (βλ. παράγραφο 6.6).
Το ανασυσταμένο διάλυμα Lamzede πρέπει να χορηγείται χρησιμοποιώντας σετ έγχυσης με αντλία και με εντός της γραμμής φίλτρο χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης 0,22 µm. Η διάρκεια της έγχυσης πρέπει να εξατομικεύεται λαμβάνοντας υπόψη ένα μέγιστο ρυθμό έγχυσης 25 ml/ώρα για τον έλεγχο του πρωτεϊνικού φορτίου. Η διάρκεια της έγχυσης πρέπει να είναι κατ' ελάχιστον 50 λεπτά. Μπορεί να συνταγογραφηθεί βραδύτερος ρυθμός έγχυσης όταν ενδείκνυται κλινικά σύμφωνα με την κρίση του γιατρού, για παράδειγμα κατά την έναρξη της θεραπείας ή σε περίπτωση προηγούμενων αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (infusion-related reactions, IRR).
Για τον υπολογισμό του ρυθμού έγχυσης και του χρόνου έγχυσης με βάση το σωματικό βάρος, βλ. τον πίνακα στην παράγραφο 6.6.
Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για IRR τουλάχιστον για μία ώρα μετά το τέλος της έγχυσης σύμφωνα με τις κλινικές συνθήκες και την κρίση του γιατρού. Για περαιτέρω οδηγίες, βλ. παράγραφο 4.4.
Κατ' οίκον έγχυση
Η χρήση του Lamzede για κατ' οίκον έγχυση μπορεί να εξεταστεί για ασθενείς που ανέχονται καλώς τις εγχύσεις στη κλινική. Η απόφαση εάν ο ασθενής θα λάβει εγχύσεις κατ' οίκον θα πρέπει να ληφθεί έπειτα από αξιολόγηση και σύσταση από τον θεράποντα ιατρό. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση, συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων υπερευαισθησίας ή αναφυλακτικών αντιδράσεων, κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον έγχυσης πρέπει να μειώσουν αμέσως τον ρυθμό έγχυσης ή να διακόψουν τη διαδικασία έγχυσης λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της αντίδρασης και να αναζητήσουν τη βοήθεια ενός επαγγελματία υγείας. Η δόση και ο ρυθμός έγχυσης σε οικιακό περιβάλλον πρέπει να παραμένουν τα ίδια που χρησιμοποιούνται στο νοσοκομειακό περιβάλλον. Αυτά μπορούν να αλλάξουν μόνο υπό την επίβλεψη επαγγελματία υγείας και θεράποντος ιατρού.
Πρέπει να παρέχεται κατάλληλη εκπαίδευση από τον θεράποντα ιατρό ή/και τον νοσοκόμο στον ασθενή ή/και τον φροντιστή πριν από την έναρξη της κατ' οίκον έγχυσης.
Σοβαρή αλλεργική αντίδραση στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Γενικό θέμα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σχετικά με τη θεραπεία
Καθώς η βλάβη εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου στα όργανα στόχους, είναι πιο δύσκολο η θεραπεία να αναστρέψει τη βλάβη ή να εμφανίσει βελτιώσεις. Όπως και με άλλες θεραπείες ενζυμικής υποκατάστασης, η velmanase alfa δε διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τον θεράποντα γιατρό ότι η χορήγηση της velmanase alfa δεν επηρεάζει τις
μη αναστρέψιμες επιπλοκές (δηλ. σκελετικές παραμορφώσεις, πολλαπλή δυσόστωση, νευρολογικές εκδηλώσεις και μειωμένη γνωστική λειτουργία).
Υπερευαισθησία
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς στις κλινικές μελέτες. Θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμη η κατάλληλη ιατρική υποστήριξη όταν χορηγείται velmanase alfa. Εάν εμφανιστούν σοβαρές αλλεργικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις, η χορήγηση της velmanase alfa θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να παρασχεθεί η κατάλληλη ιατρική αγωγή.
Αντίδραση που σχετίζεται με την έγχυση
Η χορήγηση της velmanase alfa μπορεί να οδηγήσει σε IRR, συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.8). Οι IRR που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες της
velmanase alfa χαρακτηρίζονταν από ταχεία έναρξη των συμπτωμάτων και ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας.
Η διαχείριση των IRR θα πρέπει να βασίζεται στη βαρύτητα της αντίδρασης και περιλαμβάνει επιβράδυνση του ρυθμού έγχυσης, αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα όπως αντιισταμινικά, αντιπυρετικά ή/και κορτικοστεροειδή, ή/και διακοπή και επανέναρξη της θεραπείας με αυξημένο χρόνο έγχυσης. Η προκαταρκτική αγωγή με αντιισταμινικά ή/και κορτικοστεροειδή μπορεί να αποτρέψει επακόλουθες αντιδράσεις στις περιπτώσεις όπου η συμπτωματική θεραπεία απαιτείται. Κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών οι περισσότεροι από τους ασθενείς δεν έλαβαν σε καθιερωμένη βάση προκαταρκτική αγωγή πριν την έγχυση της velmanase alfa.
Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων όπως αγγειοοίδημα (οίδημα της γλώσσας και του λάρυγγα), απόφραξη του ανώτερου αναπνευστικού ή υπόταση κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την έγχυση, θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα αναφυλαξίας ή αναφυλακτικής αντίδρασης. Στην περίπτωση αυτή, η κατάλληλη αγωγή θα πρέπει να θεωρείται με αντιισταμινικά και κορτικοστεροειδή. Στις περισσότερες σοβαρές περιπτώσεις, πρέπει να τηρούνται τα τρέχοντα ιατρικά πρότυπα για επείγουσα θεραπεία.
Ο ασθενής θα πρέπει να τίθεται υπό παρακολούθηση για IRR για μία ώρα ή περισσότερο μετά την έγχυση, σύμφωνα με την κρίση του θεράποντα γιατρού.
Ανοσογονικότητα
Τα αντισώματα ενδέχεται να διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στις σχετιζόμενες με τη θεραπεία αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν με τη χρήση της velmanase alfa. Για την περαιτέρω αξιολόγηση της σχέσης, σε περιπτώσεις ανάπτυξης σοβαρών IRR ή έλλειψης ή απώλειας δράσης της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για την παρουσία αντισωμάτων έναντι της velmanase alfa. Σε περίπτωση που η κατάσταση του ασθενούς επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια της ERT, θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα διακοπής της θεραπείας.
Υπάρχει πιθανότητα για ανοσογονικότητα.
Στις διερευνητικές και βασικές κλινικές μελέτες οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, 8 ασθενείς από τους 33 (24%) ανέπτυξαν αντισώματα IgG στη velmanase alfa.
Σε μια παιδιατρική κλινική μελέτη σε ασθενείς κάτω των 6 ετών, 4 ασθενείς από τους 5 (80%) ανέπτυξαν αντισώματα τάξης IgG έναντι της velmanase alfa. Σε αυτήν τη μελέτη, η δοκιμασία ανοσογονικότητας διενεργήθηκε με διαφορετική και πιο ευαίσθητη μέθοδο και, ως εκ τούτου, η
επίπτωση των ασθενών που ανέπτυξαν αντισώματα τάξης IgG έναντι της velmanase alfa ήταν υψηλότερη αλλά όχι συγκρίσιμη με τα δεδομένα των προηγούμενων μελετών.
Δεν βρέθηκε σαφής συσχέτιση μεταξύ του τίτλου των αντισωμάτων (επίπεδο αντισωμάτων IgG στη velmanase alfa) και της μείωσης της αποτελεσματικότητας ή της εμφάνισης αναφυλαξίας ή άλλων αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Η ανάπτυξη αντισωμάτων δεν έχει καταδειχθεί ότι επηρεάζει την κλινική αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια.
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Κύηση
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση velmanase alfa σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου/νεογνού, στον τοκετό ή στην μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Καθώς η velmanase alfa στοχεύει στην κανονικοποίηση της άλφα-μαννοσιδάσης στους ασθενείς με
άλφα-μαννοσίδωση, το Lamzede δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με velmanase alfa.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η velmanase alfa ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, η απορρόφηση από πιθανή κατάποση γάλακτος που περιέχει velmanase alfa από το βρέφος που θηλάζει θεωρείται ότι είναι ελάχιστη και ως εκ τούτου δεν αναμένονται ανεπιθύμητες επιδράσεις. Το Lamzede μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της velmanase alfa στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δε δείχνουν στοιχεία μειωμένης γονιμότητας.
ν
Το Lamzede δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν ήταν αύξηση βάρους (15%), IRR (13%), διάρροια (10%), κεφαλαλγία (7%), αρθραλγία (7%), αυξημένη όρεξη (5%) και πόνος στα άκρα (5%). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν στην πλειονότητά τους μη σοβαρές. Οι IRR συμπεριλαμβάνουν υπερευαισθησία σε 3 ασθενείς και αναφυλακτική αντίδραση σε 1 ασθενή. Αυτές οι αντιδράσεις ήταν ήπιες έως μέτριες σε ένταση.
Παρατηρήθηκαν συνολικά 4 σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (απώλεια συνείδησης σε 1 ασθενή, οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε 1 ασθενή, ρίγη και υπερθερμία σε 1 ασθενή). Σε όλες τις περιπτώσεις οι ασθενείς ανέκαμψαν χωρίς επακόλουθα.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη θεραπεία 38 ασθενών με velmanase alfa σε κλινικές μελέτες παρατίθενται στον πίνακα 1 παρακάτω. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται πιο κάτω, ταξινομημένες ανά κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη συνθήκη συχνότητας MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Η συχνότητα ορίζεται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1 000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10 000 έως <1/1 000), πολύ σπάνιες (<1/10 000) ή μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από κλινικές μελέτες, μετεγκριτικές μελέτες ασφάλειας και από αυθόρμητες αναφορές σε ασθενείς με άλφα-μαννοσίδωση που έλαβαν θεραπεία με velmanase alfa
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Φορέας βακτηριακής νόσου | Μη γνωστές |
| Ενδοκαρδίτιδα | Μη γνωστές | |
| Δοθιήνας (καλόγερος) | Μη γνωστές | |
| Σταφυλοκοκκική λοίμωξη | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία(1) | Συχνές |
| Αναφυλακτική αντίδραση(1) | Συχνές | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αυξημένη όρεξη | Συχνές |
| Μειωμένη όρεξη | Μη γνωστές | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Ψυχωσική διαταραχή | Συχνές |
| Αϋπνία τύπου επελεύσεως | Συχνές | |
| Διέγερση | Μη γνωστές | |
| Εγκόπριση | Μη γνωστές | |
| Ψυχωσική διαταραχή | Μη γνωστές | |
| Νευρικότητα | Μη γνωστές | |
| Απάθεια(1) | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Απώλεια συνείδησης(2) | Συχνές |
| Τρόμος | Συχνές | |
| Συγχυτική κατάσταση | Συχνές | |
| Συγκοπή | Συχνές | |
| Κεφαλαλγία | Συχνές | |
| Ζάλη | Συχνές | |
| Αταξία | Μη γνωστές | |
| Διαταραχή του νευρικού συστήματος | Μη γνωστές | |
| Υπνηλία | Μη γνωστές | |
| Υποτονία(1) | Μη γνωστές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οίδημα του βλεφάρου | Συχνές |
| Ερεθισμός του οφθαλμού | Συχνές | |
| Οφθαλμική υπεραιμία | Συχνές | |
| Αυξημένη δακρύρροια | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Κώφωση | Μη γνωστές |
| Καρδιακές διαταραχές | Κυάνωση(1) | Συχνές |
| Βραδυκαρδία | Συχνές | |
| Ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδας | Μη γνωστές | |
| Αίσθημα παλμών | Μη γνωστές | |
| Ταχυκαρδία | Μη γνωστές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | Μη γνωστές |
| Αγγειακή ευθραυστότητα | Μη γνωστές | |
| Ωχρότητα(1) | Μη γνωστές |
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Επίσταξη | Συχνές |
| Στοματοφαρυγγικό άλγος | Μη γνωστές | |
| Φαρυγγικό οίδημα | Μη γνωστές | |
| Συριγμός | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | Πολύ συχνές |
| Έμετος(1) | Συχνές | |
| Άλγος άνω κοιλιακής χώρας | Συχνές | |
| Ναυτία(1) | Συχνές | |
| Κοιλιακός άλγος | Συχνές | |
| Γαστρίτιδα από παλινδρόμηση | Συχνές | |
| Οδυνοφαγία | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση(1) | Συχνές |
| Υπεριδρωσία(1) | Συχνές | |
| Αγγειοοίδημα | Μη γνωστές | |
| Ερύθημα | Μη γνωστές | |
| Εξάνθημα | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία | Συχνές |
| Πόνος στα άκρα | Συχνές | |
| Δυσκαμψία των αρθρώσεων | Συχνές | |
| Μυαλγία | Συχνές | |
| Οσφυαλγία | Συχνές | |
| Οίδημα των αρθρώσεων | Μη γνωστές | |
| Αίσθημα θερμότητας στις αρθρώσεις | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια(2) | Συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρεξία(1) | Πολύ συχνές |
| Ρίγη(1) | Συχνές | |
| Πόνος στο σημείο του καθετήρα | Συχνές | |
| Αίσθημα καύσου(1) | Συχνές | |
| Κόπωση | Συχνές | |
| Αίσθημα κακουχίας(1) | Συχνές | |
| Εξασθένηση | Μη γνωστές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση βάρους | Πολύ συχνές |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Κεφαλαλγία που εκλύεται από τους θεραπευτικούς χειρισμούς | Συχνές |
| Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση | Μη γνωστές |
(1) Προτιμώμενοι όροι που θεωρούνται ως IRR όπως περιγράφεται στην παράγραφο παρακάτω
(2) Επιλεγμένη ανεπιθύμητη ενέργεια όπως περιγράφεται στην παράγραφο παρακάτω Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αντίδραση που σχετίζεται με την έγχυση
Στις κλινικές μελέτες παρουσιάστηκαν IRR (συμπεριλαμβανομένων υπερευαισθησίας, κυάνωσης, ναυτίας, εμέτου, πυρεξίας, ρίγους, αισθήματος καύσου, κακουχίας, κνίδωσης, αναφυλακτικής αντίδρασης και υπεριδρωσίας) στο 13% των ασθενών (5 από 38 ασθενείς). Όλες ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας και 2 αναφέρθηκαν ως σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια (βλ. παράγραφο 5.1). Όλοι οι ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν IRR ανάρρωσαν. Ένας ασθενής παρουσίασε συμπτώματα απάθειας, ωχρότητας και υποτονίας στο μητρώο της άλφα-μαννοσίδωσης.
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Στις κλινικές μελέτες, ένας ασθενής παρουσίασε οξεία νεφρική ανεπάρκεια που θεωρήθηκε δυνητικά σχετιζόμενη με τη θεραπεία της μελέτης. Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια ήταν μέτριας βαρύτητας οδηγώντας σε προσωρινή διακοπή της θεραπείας της μελέτης η οποία επιλύθηκε πλήρως εντός
3 μηνών. Κατά την εμφάνιση του συμβάντος σημειώθηκε μακροχρόνια συγχορήγηση θεραπείας με υψηλές δόσεις ιβουπροφαίνης.
Απώλεια συνείδησης
Σε έναν ασθενή, αναφέρθηκε ένα συμβάν απώλειας συνείδησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας στις κλινικές δοκιμές. Το συμβάν προέκυψε 8 ημέρες μετά την τελευταία έγχυση και μετά από 14 μήνες θεραπείας. Η συσχέτιση με το φάρμακο δοκιμής δεν δύναται να αποκλειστεί, παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα από την τελευταία έγχυση και μέχρι την εκδήλωση του συμβάντος. Ο ασθενής ανάρρωσε εντός λίγων δευτερολέπτων και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου έλαβε διάλυμα για έγχυση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) και πήρε εξιτήριο μετά από 6ωρη παρακολούθηση. Ο ασθενής συνέχισε τη μελέτη χωρίς καμία αλλαγή στο δοσολογικό σχήμα.
Δεν έχει αναφερθεί κανένα άλλο σχετικό συμβάν απώλειας συνείδησης είτε στο κλινικό είτε στο εμπορικό περιβάλλον.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών
Ένα σύνολο 5 ασθενών με άλφα-μαννοσίδωση κάτω των 6 ετών έλαβαν velmanase alfa σε μια κλινική μελέτη. Το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε στις προηγούμενες μελέτες, με παρόμοια συχνότητα, τύπο και βαρύτητα των ανεπιθύμητων συμβάντων.
Παιδιά στην ηλικιακή ομάδα 6 έως 17 ετών
Το προφίλ ασφάλειας της velmanase alfa στις κλινικές μελέτες που συμμετείχαν παιδιά και έφηβοι ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς. Συνολικά, το 58% των ασθενών (19 στους 33) με άλφα-μαννοσίδωση που έλαβαν velmanase alfa στις κλινικές μελέτες ήταν ηλικίας 6 έως 17 ετών κατά την έναρξη της μελέτης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεν υπάρχει εμπειρία με υπερδοσολογία της velmanase alfa. Η μέγιστη δόση velmanase alfa στις κλινικές μελέτες ήταν μια εφάπαξ χορήγηση 100 μονάδες/kg (που αντιστοιχεί περίπου σε 3,2 mg/kg). Κατά τη διάρκεια της έγχυσης με αυτή ως υψηλότερη δόση, παρατηρήθηκε σε έναν ασθενή πυρετός ήπιας έντασης και σύντομης διάρκειας (5 ώρες). Δεν χορηγήθηκε αγωγή.
Για τη διαχείριση των ανεπιθύμητων ενεργειών, βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - LAMZEDE 10MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα της πεπτικής οδού και του μεταβολισμού, ένζυμα. Κωδικός ATC: A16AB15.
Μηχανισμός δράσης
Η velmanase alfa, η δραστική ουσία του Lamzede, είναι μια ανασυνδυασμένη μορφή της ανθρώπινης άλφα-μαννοσιδάσης. Η αλληλουχία των αμινοξέων της μονομερούς πρωτεΐνης είναι πανομοιότυπη με το φυσικά απαντώμενο ανθρώπινο ένζυμο, άλφα-μαννοσιδάση.
Η velmanase alfa προορίζεται για τη συμπλήρωση ή την υποκατάσταση της φυσικής
άλφα-μαννοσιδάσης, ενός ενζύμου που καταλύει τη διαδοχική διάσπαση των υβριδικών και σύνθετων ολιγοσακχαριτών υψηλής μαννόζης στο λυσόσωμα, μειώνοντας την ποσότητα των συσσωρευμένων πλούσιων σε μαννόζη ολιγοσακχαριτών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ένα σύνολο 33 ασθενών που εντάχθηκαν στις διερευνητικές και βασικές μελέτες (20 άρρενες και 13 θήλεις που κυμαίνονταν σε ηλικία από 6 έως 35 ετών) εκτέθηκαν στη velmanase alfa σε
πέντε κλινικές μελέτες. Οι ασθενείς διαγνώσθηκαν με βάση τη δραστηριότητα της
άλφα-μαννοσιδάσης <10% της φυσιολογικής δραστηριότητας στα λευκοκύτταρα του αίματος. Ασθενείς με τον πιο βαρύ και ταχέως εξελισσόμενο φαινότυπο (με επιδείνωση εντός ενός έτους και εμπλοκή του κεντρικού νευρικού συστήματος) αποκλείστηκαν. Με βάση αυτό το κριτήριο, εντάχθηκαν ασθενείς με ήπια έως μέτρια νόσο, που παρουσίαζαν ετερογένεια στη βαρύτητα με ικανότητα να πραγματοποιήσουν δοκιμασίες αντοχής, μεγάλη διακύμανση των κλινικών εκδηλώσεων και της ηλικίας έναρξης.
Οι συνολικές επιδράσεις της θεραπείας αξιολογήθηκαν στους τομείς της φαρμακοδυναμικής (μείωση των ολιγοσακχαριτών στον ορό), της λειτουργικότητας (δοκιμασία ανάβασης σκαλοπατιών τριών λεπτών (3MSCT), δοκιμασία βάδισης έξι λεπτών (6MWT) και βιαίως εκπνεόμενη ζωτική χωρητικότητα (FVC) % της προβλεπόμενης) και της ποιότητας ζωής (ερωτηματολόγιο αξιολόγησης υγείας του παιδιού (childhood health assessment questionnaire) (CHAQ) δείκτης αναπηρίας (DI) και CHAQ VAS πόνου (visual analogue scale, οπτική αναλογική κλίμακα)).
Στην πιλοτική πολυκεντρική, διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 3 παράλληλων ομάδων rhLAMAN-05, ερευνήθηκαν η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια των επαναλαμβανόμενων χορηγήσεων velmanase alfa επί 52 εβδομάδες σε δόση 1 mg/kg χορηγούμενη εβδομαδιαία με ενδοφλέβια έγχυση. Εντάχθηκαν συνολικά 25 ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων 12 παιδιατρικών ασθενών (ηλικιακό εύρος: 6 έως 17 ετών· μέση τιμή:
10,9 ετών) και 13 ενήλικα άτομα (ηλικιακό εύρος: 18 έως 35 ετών· μέση τιμή: 24,6). Όλοι εκτός από έναν ασθενή ήταν πρωτοθεραπευόμενοι με velmanase alfa. Συνολικά 15 ασθενείς (7 παιδιατρικοί και 8 ενήλικες) έλαβαν δραστική θεραπεία και 10 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο (5 παιδιατρικοί και 5 ενήλικες). Τα αποτελέσματα (συγκέντρωση ολιγοσακχαριτών στον ορό, 3MSCT, 6MWT και FVC%) παρουσιάζονται στον πίνακα 2. Παρατηρήθηκε μια φαρμακοδυναμική επίδραση με στατιστικά σημαντική μείωση των ολιγοσακχαριτών στον ορό σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών έδειξαν βελτίωση. Σε ασθενείς ηλικίας άνω των 18 ετών, έχει καταδειχθεί σταθεροποίηση. Η ποσοτική βελτίωση των περισσότερων κλινικών τελικών σημείων έναντι του εικονικού φαρμάκου (2 έως 8%) που παρατηρήθηκε στο έτος παρακολούθησης θα μπορούσε να είναι ενδεικτική της ικανότητας της velmanase alfa να καθυστερεί την εξέλιξη της υπάρχουσα νόσου.
Πίνακας 2: Αποτελέσματα από την ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη
rhLAMAN-05 (δεδομένα πηγής: rhLAMAN-05)
| Θεραπεία μεvelmanase alfa για 12 μήνες(n=15) | Θεραπεία με εικονικό φάρμακο για12 μήνες(n=10) | Velmanase alfa έναντι εικονικού φαρμάκου | |||
| Ασθενείς | Πραγματική τιμήκατά την έναρξη Μέση τιμή(SD) | Απόλυτη μεταβολή από την έναρξη Μέση τιμή | Πραγματική τιμήκατά την έναρξη Μέση τιμή(SD) | Απόλυτη μεταβολή από την έναρξη Μέση τιμή | Προσαρμοσμένη μέση διαφορά |
| Συγκέντρωση ολιγοσακχαριτών στον ορό (μmol/l) | |||||
| Συνολικά(1) | 6,8 (1,2) | -5,11 | 6,6 (1,9) | -1,61 | -3,50 |
| [95% CI] | [-5,66· - | [-2,28· -0,94] | [-4,37· -2,62] | ||
| Τιμή p | 4,56] | p<0,001 | |||
| <18 ετών(2) | 7,3 (1,1) | -5,2 (1,5) | 6,0 (2,4) | -0,8 (1,7) | - |
| ≥18 ετών(2) | 6,3 (1,1) | -5,1 (1,0) | 7,2 (1,0) | -2,4 (1,4) | |
| 3MSCT (σκαλοπάτια/λεπτό) | |||||
| Συνολικά(1) | 52,9 (11,2) | 0,46 | 55,5 (16,0) | -2,16 | 2,62 |
| [95% CI] | [-3,58· 4,50] | [-7,12· 2,80] | [-3,81· 9,05] | ||
| Τιμή p | p=0,406 | ||||
| <18 ετών(2) | 56,2 (12,5) | 3,5 (10,0) | 57,8 (12,6) | -2,3 (5,4) | - |
| ≥18 ετών(2) | 50,0 (9,8) | -1,9 (6,7) | 53,2 (20,1) | -2,5 (6,2) | |
| 6MWT (μέτρα) | |||||
| Συνολικά(1) | 459,6 (72,26) | 3,74 | 465,7 (140,5) | -3,61 | 7,35 |
| [95% CI] | [-20,32· | [-33,10· | [-30,76· 45,46] | ||
| Τιμή p | 27,80] | 25,87] | p=0,692 | ||
| <18 ετών(2) | 452,4 (63,9) | 12,3 (43,2) | 468,8 (79,5) | 3,6 (43,0) | - |
| ≥18 ετών(2) | 465,9 (82,7) | -2,5 (50,4) | 462,6 (195,1) | -12,8 (41,6) | |
| FVC (% της προβλεπόμενης) | |||||
| Συνολικά(1) | 81,67 (20,66) | 8,20 | 90,44 (10,39) | 2,30 | 5,91 |
| [95% CI] | [1,79· 14,63] | [-6,19· 10,79] | [-4,78· 16,60] | ||
| Τιμή p | p=0,278 | ||||
| <18 ετών(2) | 69,7 (16,8) | 14,2 (8,7) | 88,0 (10,9) | 8,0 (4,2) | - |
| ≥18 ετών(2) | 93,7 (17,7) | 2,2 (7,2) | 92,4 (10,8) | -2,8 (15,5) | |
(1) Συνολικά: παρουσιάζονται η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή και η προσαρμοσμένη μέση διαφορά όπως εκτιμήθηκαν μέσω του μοντέλου ANCOVA
(2) Κατά ηλικία: παρουσιάζονται η μη προσαρμοσμένη μέση τιμή και η SD.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της velmanase alfa διερευνήθηκε στη μη ελεγχόμενη, ανοικτής επισήμανσης κλινική μελέτη φάσης 3 rhLAMAN-10 σε 33 ασθενείς
(19 παιδιατρικοί και 14 ενήλικες, από 6 έως 35 ετών κατά την έναρξη της θεραπείας) οι οποίοι προηγουμένως συμμετείχαν στις μελέτες της velmanase alfa. Δημιουργήθηκε μια ολοκληρωμένη βάση δεδομένων συγκεντρώνοντας αθροιστικά τις βάσεις δεδομένων από όλες τις μελέτες με τη velmanase alfa. Στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις ανιχνεύθηκαν στα επίπεδα ολιγοσακχαριτών στον ορό, στη δοκιμασία 3MSCT, στην πνευμονική λειτουργία, στην IgG ορού και στο EQ-5D-5L (ευρωπαϊκό ερωτηματολόγιο ποιότητας ζωής 5 διαστάσεων) με την πάροδο του χρόνου, μέχρι την τελευταία παρατήρηση (πίνακας 3). Οι επιδράσεις της velmanase alfa ήταν πιο εμφανείς σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Πίνακας 3: Μεταβολή των κλινικών τελικών σημείων από την έναρξη έως την τελευταία παρατήρηση στη μελέτη rhLAMAN-10 (δεδομένα πηγής: rhLAMAN-10)
| Παράμετρος | Ασθενείςn=33 | Πραγματική τιμήκατά την έναρξη Μέση τιμή(SD) | % μεταβολή από την έναρξηέως την τελευταία παρατήρηση(SD) | Τιμή p [95% CI] |
| Συγκέντρωση ολιγοσακχαριτών στον ορό (μmol/l) | Συνολικά | 6,90(2,30) | -62,8(33,61) | <0,001[-74,7· -50,8] |
| 3MSCT(σκαλοπάτια/λεπτό) | Συνολικά | 53,60(12,53) | 13,77(25,83) | 0,004[4,609· 22,92] |
| 6MWT (μέτρα) | Συνολικά | 466,6(90,1) | 7,1(22,0) | 0,071[-0,7· 14,9] |
| FVC (% της προβλεπόμενης) | Συνολικά | 84,9(18,6) | 10,5(20,9) | 0,011[2,6· 18,5] |
Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι ευεργετικές επιδράσεις της θεραπείας με velmanase alfa μειώνονται με την αύξηση του φορτίου της νόσου και των σχετιζόμενων με τη νόσο αναπνευστικών λοιμώξεων.
Μια post-hoc πολυπαραμετρική ανάλυση των ανταποκριθέντων υποστηρίζει το όφελος της θεραπείας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με velmanase alfa στο 87,9% των ανταποκριθέντων σε τουλάχιστον 2 τομείς στην τελευταία παρατήρηση (πίνακας 4).
Πίνακας 4: Πολυπαραμετρική ανάλυση ανταποκριθέντων: Ποσοστά MCID(1) ανταποκριθέντων κατά τελικά σημεία και τομείς (δεδομένα πηγής: rhLAMAN-05, rhLAMAN-10)
| Πεδίο | Κριτήριο | Ποσοστά ανταποκριθέντων | ||
| Μελέτη rhLAMAN-05 n=25 | Μελέτη rhLAMAN-10 n=33 | |||
| Εικονικό φάρμακο12 μήνες | Lamzede 12 μήνες | LamzedeΤελευταία παρατήρηση | ||
| Φαρμακοδυναμική | Ολιγοσακχαρίτες | 20,0% | 100% | 91,0% |
| Ανταπόκριση στον τομέα της φαρμακοδυναμικής | Ολιγοσακχαρίτες | 20,0% | 100% | 91,0% |
| Λειτουργικότητα | 3MSCT | 10,0% | 20,0% | 48,5% |
| 6MWT | 10,0% | 20,0% | 48,5% | |
| FVC (%) | 20,0% | 33,3% | 39,4% | |
| Ανταπόκριση στον τομέα της λειτουργικότητας | Συνδυασμένη | 30,0% | 60,0% | 72,7% |
| Ποιότητα ζωής | CHAQ-DI | 20,0% | 20,0% | 42,2% |
| CHAQ-VAS | 33,3% | 40,0% | 45,5% | |
| Πεδίο ποιότητας ζωής (QoL) | Συνδυασμένη | 40,0% | 40,0% | 66,7% |
| Συνολική ανταπόκριση | Τρία πεδία | 0 | 13,3% | 45,5% |
| Δύο πεδία | 30,0% | 73,3% | 42,4% | |
| Ένα πεδίο | 30,0% | 13,3% | 9,1% | |
| Κανένα πεδίο | 40,0% | 0 | 3,0% | |
(1) MCID: ελάχιστα κλινικά σημαντική διαφορά Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά κάτω των 6 ετών
Η χρήση της velmanase alfa στα παιδιά κάτω των 6 ετών υποστηρίζεται από τα στοιχεία της κλινικής μελέτης rhLAMAN08.
Σε γενικές γραμμές, δεν υπήρξαν θέματα ασφάλειας από τη χρήση της velmanase alfa σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών με άλφα-μαννοσίδωση. Τέσσερις από τους
5 ασθενείς ανέπτυξαν αντισώματα έναντι της velmanase alfa κατά τη διάρκεια της μελέτης, και
3 ασθενείς ανέπτυξαν εξουδετερωτικά/ανασταλτικά αντισώματα. Δύο ασθενείς (και οι δύο θετικοί για αντισώματα έναντι της velmanase alfa) παρουσίασαν συνολικά 12 IRR, όλες διαχειρίσιμες, χωρίς κανένα συμβάν που να οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας της μελέτης. Δύο IRR αξιολογήθηκαν ως σοβαρές και υποχώρησαν την ίδια ημέρα του συμβάντος. Προκαταρκτική αγωγή πριν από την έγχυση χρησιμοποιήθηκε, όταν ήταν απαραίτητο, ως μέτρο για την περαιτέρω μείωση των κινδύνων που σχετίζονται με IRR. Η ανάλυση της αποτελεσματικότητας κατέδειξε μείωση των συγκεντρώσεων των ολιγοσακχαριτών στον ορό, αύξηση των επιπέδων IgG και υπέδειξε βελτιωμένη αντοχή και ακοή. Η έλλειψη συσσώρευσης της velmanase alfa σε σταθεροποιημένη κατάσταση και τα αποτελέσματα ασφάλειας/αποτελεσματικότητας επιβεβαιώνουν ότι η δόση 1 mg/kg είναι κατάλληλη σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας κάτω των 6 ετών). Η μελέτη υποδεικνύει οφέλη από την πρώιμη θεραπεία με velmanase alfa σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών.
Παιδιά στην ηλικιακή ομάδα 6 έως 17 ετών
Η χρήση της velmanase alfa στην ηλικιακή ομάδα 6 έως 17 ετών υποστηρίζεται από στοιχεία από τις κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς (19 από 33 ασθενείς που εντάχθηκαν στις διερευνητικές και βασικές μελέτες) και ενήλικες ασθενείς.
Άδεια κυκλοφορίας υπό εξαιρετικές περιστάσεις
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία των «εξαιρετικών περιστάσεων». Αυτό σημαίνει ότι λόγω της σπανιότητας της ασθένειας δεν έχει καταστεί δυνατόν να ληφθεί πλήρης πληροφόρηση για το φαρμακευτικό προϊόν.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί ετησίως κάθε νέα πληροφορία που θα είναι διαθέσιμη και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.
Δεν υπάρχουν εμφανείς φαρμακοκινητικές διαφορές λόγω του φύλου σε ασθενείς με άλφα-μαννοσίδωση.
Απορρόφηση
Το Lamzede χορηγείται μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά τη χορήγηση εβδομαδιαίας έγχυσης 1 mg/kg velmanase alfa, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν περίπου 8 µg/ml και επετεύχθη σε 1,8 ώρες μετά την έναρξη της χορήγησης, που αντιστοιχεί στον μέσο χρόνο διάρκειας έγχυσης.
Κατανομή
Όπως είναι αναμενόμενο για μια πρωτεΐνη αυτού του μεγέθους, ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν χαμηλός (0,27 l/kg), υποδεικνύοντας ότι η κατανομή περιορίζεται στο πλάσμα. Η κάθαρση της velmanase alfa από το πλάσμα (μέση τιμή 6,7 ml/h/kg) είναι συμβατή με μια ταχεία κυτταρική πρόσληψη της velmanase alfa μέσω των υποδοχέων μαννόζης.
Βιομετασχηματισμός
Η μεταβολική οδός της velmanase alfa προβλέπεται να είναι παρόμοια με εκείνη άλλων φυσικά απαντώμενων πρωτεϊνών οι οποίες διασπώνται σε μικρά πεπτίδια και τελικά σε αμινοξέα.
Αποβολή
Μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης, οι συγκεντρώσεις της velmanase alfa στο πλάσμα μειώθηκαν με διφασικό τρόπο με μέση τελική ημίσεια ζωή αποβολής περίπου 30 ωρών.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η velmanase alfa επέδειξε γραμμικό (δηλ. πρώτης τάξης) φαρμακοκινητικό προφίλ, και οι Cmax και AUC αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση με δόσεις που κυμάνθηκαν από 0,8 έως 3,2 mg/kg (που αντιστοιχεί σε 25 και 100 μονάδες/kg).
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Η velmanase alfa είναι μια πρωτεΐνη και προβλέπεται ότι διασπάται μεταβολικά σε αμινοξέα. Πρωτεΐνες μεγαλύτερες από 50 000 Da, όπως η velmanase alfa, δεν αποβάλλονται δια της νεφρικής οδού. Κατά συνέπεια, η ηπατική και η νεφρική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της velmanase alfa.
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)
Καθώς δεν έχουν εντοπιστεί στην Ευρώπη ασθενείς ηλικίας άνω των 41 ετών, δεν αναμένεται σχετική χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα από παιδιατρικούς ασθενείς συνοψίζουν τα δεδομένα από τον ενήλικο πληθυσμό. Ειδικότερα, η έλλειψη συσσώρευσης της velmanase alfa στη σταθεροποιημένη κατάσταση, καθώς και τα δεδομένα ασφάλειας/αποτελεσματικότητας, επιβεβαιώνουν ότι η δόση του 1 mg/kg είναι κατάλληλη και σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - LAMZEDE 10MG/VIAL
Διυδρικό φωσφορικό δινάτριο Δισόξινο διυδρικό φωσφορικό νάτριο Μαννιτόλη (E 421)
Γλυκίνη
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
3 χρόνια.
Ανασυσταμένο διάλυμα για έγχυση
Επιδεικνύει χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση για 24 ώρες στους 2°C - 8°C. Από μικροβιολογική άποψη, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Σε περίπτωση που δεν θα χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρησιμοποιούμενοι χρόνοι και συνθήκες αποθήκευσης πριν τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν πρέπει κανονικά να είναι περισσότερο από 24 ώρες στους 2°C έως 8°C.
Φυλάσσετε και μεταφέρετε σε ψυγείο (2°C - 8°C). Μην καταψύχετε. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Γυάλινo (τύπου Ι) φιαλίδιo των 10 ml με ελαστικό πώμα εισχώρησης βρωμοβουτυλίου, σφράγιση αλουμινίου και αποσπώμενο (flip-off) πώμα από πολυπροπυλένιο.
Κάθε φιαλίδιο περιέχει 10 mg velmanase alfa.
Συσκευασίες των 1, 5 ή 10 φιαλιδίων ανά κουτί. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Το Lamzede απαιτεί ανασύσταση και προορίζεται για ενδοφλέβια έγχυση μόνο. Κάθε φιαλίδιο προορίζεται για μία χρήση μόνο.
Οδηγίες για ανασύσταση και χορήγηση
Το Lamzede πρέπει να ανασυσταθεί και να χορηγηθεί από επαγγελματία υγείας. Απαιτείται η χρήση άσηπτης τεχνικής κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται βελόνες με φίλτρο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας.
α) Ο αριθμός των φιαλιδίων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν πρέπει να υπολογίζεται με βάση του βάρος του κάθε ασθενούς. Η συνιστώμενη δόση του 1 mg/kg προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο υπολογισμό:
-
Βάρος ασθενούς (kg) × δόση (mg/kg) = Δόση ασθενούς (σε mg).
-
Δόση ασθενούς (σε mg) διαιρούμενη διά 10 mg/φιαλίδιο (περιεχόμενο ενός φιαλιδίου) = αριθμός φιαλιδίων προς ανασύσταση. Εάν ο αριθμός του συνόλου των υπολογιζόμενων απαιτούμενων φιαλιδίων είναι δεκαδικός, θα πρέπει να στρογγυλοποιηθεί στον επόμενο ακέραιο αριθμό.
-
Τα απαιτούμενα φιαλίδια θα πρέπει να αφαιρεθούν από το ψυγείο περίπου 30 λεπτά πριν την ανασύσταση. Θα πρέπει να αφεθούν, ώστε να αποκτήσουν θερμοκρασία δωματίου (μεταξύ 15°C και 25°C) πριν την ανασύσταση.
Η ανασύσταση του κάθε φιαλιδίου γίνεται εγχύοντας αργά 5 ml ενέσιμου ύδατος, με ροή προς το εσωτερικό του τοιχώματός του. Κάθε ml ανασυσταμένου διαλύματος περιέχει 2 mg velmanase alfa. Πρέπει να χορηγηθεί μόνο ο όγκος που αντιστοιχεί στη συνιστώμενη δόση.
Παράδειγμα:
-
Βάρος ασθενούς (44 kg) × δόση (1 mg/kg) = Δόση ασθενούς (44 mg).
-
44 mg διαιρούμενα διά 10 mg/φιαλίδιο = 4,4 φιαλίδια, επομένως, πρέπει να ανασυσταθούν 5 φιαλίδια.
-
Από τον συνολικό ανασυσταμένο όγκο, πρέπει να χορηγηθούν μόνο 22 ml (που αντιστοιχούν σε 44 mg).
β) Η λυοφιλοποιημένη κόνις πρέπει να ανασυσταθεί στο φιαλίδιο προσθέτοντας αργά ενέσιμο ύδωρ σε ρυθμό σταγόνων προς τα κάτω στο εσωτερικό του φιαλιδίου και όχι απευθείας επάνω της. Πρέπει να αποφεύγεται η βίαιη έγχυση του ενέσιμου ύδατος από τη σύριγγα στην κόνι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο σχηματισμός αφρού. Τα ανασυσταμένα φιαλίδια πρέπει να αφεθούν επάνω στο τραπέζι για περίπου 5-10 λεπτά. Στη συνέχεια, κάθε φιαλίδιο πρέπει να τεθεί σε πλάγια θέση και να περιστραφεί με ήπιες κινήσεις για 15-20 δευτερόλεπτα για να βελτιωθεί η διάλυση. Το φιαλίδιο δεν πρέπει να αναστραφεί, να στροβιλιστεί ή να αναδευτεί.
γ) Αμέσως μετά την ανασύσταση πρέπει να πραγματοποιείται οπτικός έλεγχος του διαλύματος για αιωρούμενα σωματίδια και αποχρωματισμό. Το διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές και να μη χρησιμοποιηθεί εάν παρατηρηθούν αδιαφανή σωματίδια ή αποχρωματισμός του διαλύματος. Λόγω της φύσης του φαρμακευτικού προϊόντος, το ανασυσταμένο διάλυμα μπορεί μερικές φορές να περιέχει κάποια πρωτεϊνικά σωματίδια με τη μορφή λευκών λεπτών νημάτων ή ημιδιαφανών ινών, τα οποία θα απομακρυνθούν από το εντός της γραμμής φίλτρο κατά τη διάρκεια της έγχυσης (βλ. σημείο ε).
δ) Το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να αναρροφηθεί αργά από κάθε φιαλίδιο με προσοχή για να αποφευχθεί ο σχηματισμός αφρού μέσα στη σύριγγα. Εάν ο όγκος του διαλύματος υπερβαίνει τη χωρητικότητα μίας σύριγγας, πρέπει να προετοιμαστεί ο απαιτούμενος αριθμός συρίγγων για τη γρήγορη αντικατάσταση της σύριγγας κατά τη διάρκεια της έγχυσης.
ε) Το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να χορηγείται χρησιμοποιώντας σετ έγχυσης με αντλία και με εντός της γραμμής φίλτρο χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης 0,22 μm.
Ο συνολικός όγκος έγχυσης προσδιορίζεται με βάση το βάρος του ασθενούς και πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος τουλάχιστον 50 λεπτών. Συνιστάται να χρησιμοποιείται πάντα η ίδια αραίωση (2 mg/ml). Για ασθενείς που ζυγίζουν λιγότερο από
18 kg, και λαμβάνουν λιγότερο από 9 ml ανασυσταμένου διαλύματος, πρέπει να υπολογίζεται ο ρυθμός έγχυσης έτσι ώστε ο χρόνος έγχυσης να είναι ≥50 λεπτά. Ο μέγιστος ρυθμός έγχυσης είναι 25 ml/ώρα (βλ. παράγραφο 4.2). Ο χρόνος έγχυσης μπορεί να υπολογιστεί από τον ακόλουθο πίνακα:
| Βάρος ασθενούς (kg) | Δόση(ml) | Μέγιστος ρυθμός έγχυσης(ml/h) | Ελάχιστος χρόνος έγχυσης(min) | Βάρος ασθενούς (kg) | Δόση(ml) | Μέγιστος ρυθμός έγχυσης(ml/h) | Ελάχιστος χρόνος έγχυσης(min) | |
| 5 | 2,5 | 3 | 50 | 53 | 26,5 | 25 | 64 | |
| 6 | 3 | 3,6 | 50 | 54 | 27 | 25 | 65 | |
| 7 | 3,5 | 4,2 | 50 | 55 | 27,5 | 25 | 67 | |
| 8 | 4 | 4,8 | 50 | 56 | 28 | 25 | 67 | |
| 9 | 4,5 | 5,4 | 50 | 57 | 28,5 | 25 | 68 | |
| 10 | 5 | 6 | 50 | 58 | 29 | 25 | 70 | |
| 11 | 5,5 | 6,6 | 50 | 59 | 29,5 | 25 | 71 | |
| 12 | 6 | 7,2 | 50 | 60 | 30 | 25 | 72 | |
| 13 | 6,5 | 7,8 | 50 | 61 | 30,5 | 25 | 73 | |
| 14 | 7 | 8,4 | 50 | 62 | 31 | 25 | 74 | |
| 15 | 7,5 | 9 | 50 | 63 | 31,5 | 25 | 76 | |
| 16 | 8 | 9,6 | 50 | 64 | 32 | 25 | 77 | |
| 17 | 8,5 | 10,2 | 50 | 65 | 32,5 | 25 | 78 | |
| 18 | 9 | 10,8 | 50 | 66 | 33 | 25 | 79 | |
| 19 | 9,5 | 11,4 | 50 | 67 | 33,5 | 25 | 80 | |
| 20 | 10 | 12 | 50 | 68 | 34 | 25 | 82 | |
| 21 | 10,5 | 12,6 | 50 | 69 | 34,5 | 25 | 83 | |
| 22 | 11 | 13,2 | 50 | 70 | 35 | 25 | 84 | |
| 23 | 11,5 | 13,8 | 50 | 71 | 35,5 | 25 | 85 | |
| 24 | 12 | 14,4 | 50 | 72 | 36 | 25 | 86 | |
| 25 | 12,5 | 15 | 50 | 73 | 36,5 | 25 | 88 | |
| 26 | 13 | 15,6 | 50 | 74 | 37 | 25 | 89 | |
| 27 | 13,5 | 16,2 | 50 | 75 | 37,5 | 25 | 90 | |
| 28 | 14 | 16,8 | 50 | 76 | 38 | 25 | 91 | |
| 29 | 14,5 | 17,4 | 50 | 77 | 38,5 | 25 | 92 | |
| 30 | 15 | 18 | 50 | 78 | 39 | 25 | 94 | |
| 31 | 15,5 | 18,6 | 50 | 79 | 39,5 | 25 | 95 | |
| 32 | 16 | 19,2 | 50 | 80 | 40 | 25 | 96 | |
| 33 | 16,5 | 19,8 | 50 | 81 | 40,5 | 25 | 97 | |
| 34 | 17 | 20,4 | 50 | 82 | 41 | 25 | 98 | |
| 35 | 17,5 | 21 | 50 | 83 | 41,5 | 25 | 100 | |
| 36 | 18 | 21,6 | 50 | 84 | 42 | 25 | 101 | |
| 37 | 18,5 | 22,2 | 50 | 85 | 42,5 | 25 | 102 | |
| 38 | 19 | 22,8 | 50 | 86 | 43 | 25 | 103 | |
| 39 | 19,5 | 23,4 | 50 | 87 | 43,5 | 25 | 104 | |
| 40 | 20 | 24 | 50 | 88 | 44 | 25 | 106 | |
| 41 | 20,5 | 24,6 | 50 | 89 | 44,5 | 25 | 107 | |
| 42 | 21 | 25 | 50 | 90 | 45 | 25 | 108 |
| Βάρος ασθενούς (kg) | Δόση(ml) | Μέγιστος ρυθμός έγχυσης(ml/h) | Ελάχιστος χρόνος έγχυσης(min) | Βάρος ασθενούς (kg) | Δόση(ml) | Μέγιστος ρυθμός έγχυσης(ml/h) | Ελάχιστος χρόνος έγχυσης(min) | |
| 43 | 21,5 | 25 | 52 | 91 | 45,5 | 25 | 109 | |
| 44 | 22 | 25 | 53 | 92 | 46 | 25 | 110 | |
| 45 | 22,5 | 25 | 54 | 93 | 46,5 | 25 | 112 | |
| 46 | 23 | 25 | 55 | 94 | 47 | 25 | 113 | |
| 47 | 23,5 | 25 | 56 | 95 | 47,5 | 25 | 114 | |
| 48 | 24 | 25 | 58 | 96 | 48 | 25 | 115 | |
| 49 | 24,5 | 25 | 59 | 97 | 48,5 | 25 | 116 | |
| 50 | 25 | 25 | 60 | 98 | 49 | 25 | 118 | |
| 51 | 25,5 | 25 | 61 | 99 | 49,5 | 25 | 119 | |
| 52 | 26 | 25 | 62 | |||||
στ) Όταν η τελευταία σύριγγα αδειάσει, αντικαθίσταται με μια νέα σύριγγα των 20 ml γεμάτη με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Όγκος διαλύματος 10 ml χλωριούχου νατρίου πρέπει να χορηγηθεί μέσω του συστήματος έγχυσης για να χορηγηθεί και η υπολειπόμενη ποσότητα του Lamzede που βρίσκεται μέσα στη γραμμή παροχής του ασθενούς.
Απόρριψη
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.