LECALCIF® CAPS 5600 IU/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - LECALCIF 5600 IU/CAP
Δοσολογία
LECALCIF 5.600IU:
Συνιστώμενη δόση: 2-4 κάψουλες εβδομαδιαία (11.200-22.400 IU), ανάλογα με τα επιθυμητά επίπεδα 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλης (25(OH)D) στον ορό, τη σοβαρότητα της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία.
LECALCIF 12.500IU:
Συνιστώμενη δόση: 1-2 κάψουλες εβδομαδιαία (12.500-25.000 IU), ανάλογα με τα επιθυμητά επίπεδα 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλης (25(OH)D) στον ορό, τη σοβαρότητα της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία.
LECALCIF 25.00IU:
Συνιστώμενη δόση: 1 κάψουλα εβδομαδιαία.
Μετά τον πρώτο μήνα, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης, ανάλογα με τα επιθυμητά επίπεδα 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλης (25(OH)D) στον ορό, τη σοβαρότητα της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία.
Εναλλακτικά, μπορούν να τηρηθούν οι εθνικές συστάσεις δοσολογίας για τη θεραπεία της ανεπάρκειας βιταμίνης D.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Το LECALCIF 5.600IU, 12.500IU και 25.00IU δεν συνιστώνται για παιδιά και εφήβους κάτω των 18
ετών.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία:
Το LECALCIF θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια. Η επίδραση στο μεταβολισμό του ασβεστίου και των φωσφορικών θα πρέπει να παρακολουθείται (βλέπε 4.4).
Το LECALCIF δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (δείτε 4.3).
Δοσολογία σε περίπτωση ηπατικής δυσλειτουργίας
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Τρόπος χορήγησης
Αυτό το φάρμακο χορηγείται από του στόματος.
Το καψάκιο πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο με νερό, κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια του κύριου γεύματος της ημέρας.
-
Υπερευαισθησία στη(ις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Υπερασβεστιαιμία ή/και υπερασβεστιουρία.
-
Νεφρολιθίαση ή/και νεφροασβεστίωση
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
-
Υπερβιταμίνωση D
-
Ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός, καθώς τα απαιτούμενα επίπεδα της βιταμίνης D μπορούν να μειωθούν λόγω φυσιολογικής ευαισθησίας στη βιταμίνη D, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου παρατεταμένης υπερδοσολογίας. Για αυτή την περίπτωση, διατίθενται παράγωγα της βιταμίνης D με μεγαλύτερη δυνατότητα ρύθμισης.
Τα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν υψηλή συγκέντρωση βιταμίνης D3 μπορούν εύκολα να προκαλέσουν δηλητηρίαση από βιταμίνη D σε περίπτωση σφαλμάτων στη δοσολογία.Κατά συνέπεια: έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά υπερασβεστιαιμίας μετά από υψηλή δόση εφόδου βιταμίνης D.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με LECALCIF, τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και στα ούρα πρέπει να παρακολουθούνται και πρέπει να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία με μέτρησης της κρεατινίνης του ορού. Αυτοί οι έλεγχοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί σε ηλικιωμένους ασθενείς και όταν γίνεται ταυτόχρονη χορήγηση καρδιακών γλυκοζιτών ή διουρητικών. Σε περίπτωση υπερασβεστιαιμίας, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται. Εάν εμφανιστούν σημεία διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας, συνιστάται η προσαρμογή της δόσης σύμφωνα με τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό
Σε ασθενείς με ιδιοπαθή βρεφική υπερασβεστιαιμία (μετάλλαξη CYP24A1), το ρίσκο της υπερασβεστιαιμίας και των δευτεροπαθών επιππτώσεων (π.χ. υπερασβεστιουρία, νεφρασβέστωσης, νεφρολιθίασης) αυξάνεται λόγω της συσσώρευσης ενεργής βιατμίνης D. Η ιδιοπαθής βρεφική υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι ασυμπρωματική και να μην διαγνωστεί κατά το ξεκίνημα της θεραπείας με βιταμίνη D και μπορεί να αποκαλυφθεί και να γίνει κλινικά εμφανής μετά την λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D.
Το LECALCIF πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με διαταραγμένη απέκκριση ασβεστίου και φωσφόρου μέσω των ούρων, ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με παράγωγα βενζοθειαδιαζίνης και ακινητοποιημένους ασθενείς (κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας και υπερασβεστιουρίας). Τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και στα ούρα των συγκεκριμένων ασθενών πρέπει να παρακολουθούνται.
Το LECALCIF πρέπει να συνταγογραφείται προσεκτικά σε ασθενείς που πάσχουν από σαρκοείδωση,
διότι υπάρχει κίνδυνος αυξημένης μετατροπής της βιταμίνης D σε ενεργό μεταβολίτη. Τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και στα ούρα των συγκεκριμένων ασθενών πρέπει να παρακολουθούνται.
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με LECALCIF, θα πρέπει να παρακολουθείται η επίδραση στο μεταβολισμό του ασβεστίου και των φωσφορικών.
Το LECALCIF δεν πρέπει να λαμβάνεται από ασθενείς που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στο σχηματισμό λίθων στα νεφρά που περιέχουν ασβέστιο.
Για την αποφυγή υπερδοσολογίας βιταμίνης D, κατά τη συνταγογράφηση του LECALCIF, πρέπει να συνυπολογίζονται όλες οι πιθανές πηγές βιταμίνης D, όπως άλλα φάρμακα που περιέχουν βιταμίνη D, τροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη D, συμπληρώματα διατροφής κ.λπ. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να διασφαλίζεται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου μέσω της διατροφής. Η πρόσθετη χορήγηση βιταμίνης D ή ασβεστίου πρέπει να γίνεται μόνο με ιατρική επιτήρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και στα ούρα πρέπει να παρακολουθούνται (βλέπε παραπάνω).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το LECALCIF 5.600IU, 12.500IU και 25.00IU δεν συνιστώνται για παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών.
Η φαινυτοΐνη ή τα βαρβιτουρικά μπορούν να μειώσουν τη δράση της βιταμίνης D.
Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορούν να οδηγήσουν σε υπερασβεστιαιμία λόγω μειωμένης απέκκρισης ασβεστίου μέσω των νεφρών. Κατά συνέπεια, τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και στα ούρα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία.
Η ταυτόχρονη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να μειώσει τη δράση της βιταμίνης D.
Η τοξικότητα των καρδιακών γλυκοζιτών μπορεί να αυξηθεί κατά τη θεραπεία με βιταμίνη D λόγω των αυξημένων επιπέδων ασβεστίου (κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών). Το ΗΚΓ καθώς και τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και στα ούρα των συγκεκριμένων ασθενών πρέπει να παρακολουθούνται.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με ρητίνες ανταλλαγής ιόντων όπως χολεστυραμίνη, καθαρτικά όπως παραφινέλαιο ή αναστολείς λιπάσης όπως η ορλιστάτη μπορεί να μειώσει τη γαστρεντερική απορρόφηση της βιταμίνης D.
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν βιταμίνη D τουλάχιστον μία ώρα πριν ή 4-6 ώρες μετά για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανή παρέμβαση στην απορρόφησή τους.
Ο κυτταροτοξικός παράγοντας ακτινομυκίνη και οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες της ιμιδαζόλης παρεμποδίζουν τη δράση της βιταμίνης D αναστέλλοντας τη μετατροπή της 25-υδροξυβιταμίνης D σε 1,25-διϋδροξυβιταμίνη D μέσω του νεφρικού ενζύμου, 25-υδροξυβιταμίνη D-1-υδροξυλάση.
Η ριφαμπικίνη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της χοληκαλσιφερόλης λόγω της επαγωγής των ηπατικών ενζύμων.
Η ισονιαζίδη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της χοληκαλσιφερόλης λόγω της αναστολής της μεταβολικής ενεργοποίησης της βιταμίνης D.
Η ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο που χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας. Επομένως, τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και στα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.
Προϊόντα που περιέχουν μαγνήσιο (όπως τα αντιόξινα) δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βιταμίνη D λόγω του κινδύνου υπερμαγνησιαιμίας.
Προϊόντα που περιέχουν φώσφορο που χρησιμοποιούνται σε μεγάλες δόσεις, χορηγούμενα ταυτόχρονα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερφωσφαταιμίας.
Η βιταμίνη D μπορεί να αυξήσει την εντερική απορρόφηση του αλουμινίου και ως εκ τούτου να αυξήσει τα επίπεδα αλουμινίου στον ορό. Θα πρέπει να αποφεύγεται η μακροχρόνια ή υπερβολική χρήση αντιόξινων που περιέχουν αλουμίνιο.
Ο συνδυασμός του LECALCIF με μεταβολίτες ή ανάλογα της βιταμίνης D πρέπει να αποφεύγεται.
Κατά τη διάρκεια της κύησης και του θηλασμού, δεν συνιστάται η λήψη του σκευάσματος υψηλής δόσης. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται σκεύασμα χαμηλής δόσεως.
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού είναι απαραίτητη η επαρκής πρόσληψη βιταμίνης
D. Το συνιστώμενο ημερήσιο επίπεδο πρόσληψης βιταμίνης D κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας ακολουθώντας τις εθνικές οδηγίες και είναι περίπου 600 I.U.
Κύηση
Η υπερδοσολογία βιταμίνης D πρέπει να αποφεύγεται κατά την κύηση, διότι η παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε σωματική ή νοητική υστέρηση, υπερβαλβιδική στένωση αορτής και αμφιβληστροειδοπάθεια στο παιδί (βλ. παράγραφο 4.4).
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 4.000 IU βιταμίνης
D. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα υψηλών δόσεων βιταμίνης D (βλ. παράγραφο 5.3).
Θηλασμός
Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται υψηλή δόση βιταμίνης D κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Η βιταμίνη D και οι μεταβολίτες της περνούν στο μητρικό γάλα. Εάν η θεραπεία με LECALCIF ενδείκνυται κλινικά κατά τη διάρκεια του θηλασμού, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν δίνεται επιπλέον βιταμίνη D στο παιδί.
Γονιμότητα
Εάν τα ενδογενή επίπεδα της βιταμίνης D είναι φυσιολογικά, δεν αναμένεται καμία αρνητική επίδραση στη γονιμότητα. Η επίδραση των υψηλών δόσεων βιταμίνης D στη γονιμότητα είναι άγνωστη.
ν
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις επιδράσεις του LECALCIF στην ικανότητα οδήγησης. Ωστόσο, δεν είναι πιθανό να υπάρξει επίδραση στην εν λόγω ικανότητα.
Η χοληκαλσιφερόλη μπορεί να προκαλέσει τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως όταν χορηγείται σε υπερβολική δόση:
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά συχνότητα και κατηγορία οργάνου συστήματος. Οι κατηγορίες βάσει συχνότητας ορίζονται βάσει της ακόλουθης σύμβασης: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστές, διότι δεν έχουν διεξαχθεί εκτενέστερες κλινικές μελέτες, που θα επέτρεπαν την εκτίμηση των συχνοτήτων. Έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες αντιδράσεις:
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως αγγειοοίδημα ή λαρυγγικό οίδημα.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία
Διαταραχές γαστρεντερικού:
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, ναυτία, κοιλιακό άλγος, στομαχόπονος, διάρροια.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται.
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 357 22608607
Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Μπορεί να εμφανιστεί δηλητηρίαση σε ασθενείς με 25(OH)D ορού πάνω από 150 ng/ml. Ο κίνδυνος ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και εξαρτάται από τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.
Κατά συνέπεια, συνιστάται ιδιαίτερα η αποφυγή λήψης βιταμίνης D χωρίς ιατρική επιτήρηση. Συμπτώματα Υπερδοσολογίας
Η υπερδοσολογία οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα φωσφόρου στον ορό και στα ούρα, καθώς και σε υπερασβεστιαιμικό σύνδρομο και κατά συνέπεια, σε εναπόθεση ασβεστίου στους ιστούς και κυρίως στους νεφρούς (νεφρολιθίαση, νεφροασβέστωση) και στα αγγεία.
Τα συμπτώματα της δηλητηριάσης δεν είναι συγκεκριμένα και εκδηλώνονται ως ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, έλλειψη όρεξης, απώλεια βάρους, κόπωση, πονοκέφαλος, μυϊκή αδυναμία, υπέρταση, υπνηλία, ζάλη, πολυδιψία, πολυουρία, νυκτουρία, αφυδάτωση, εφίδρωση, ανησυχία, ευερεθιστότητα και πυρετό. Η σοβαρή δηλητηρίαση μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή αρρυθμία, ενώ η ακραία υπερασβεστιαιμία μπορεί να προκαλέσει κώμα ή και θάνατο.
Στα τυπικά βιοχημικά ευρήματα, περιλαμβάνονται η υπερασβεστιαιμία, η υπερασβεστιουρία, καθώς και οι αυξημένες συγκεντρώσεις 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλης στον ορό.
Θεραπεία υπερδοσολογίας
Τα συμπτώματα της χρόνιας υπερδοσολογίας βιταμίνης D μπορεί να καταστήσουν απαραίτητη την
αναγκαστική διούρηση καθώς και τη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών ή καλσιτονίνης.
Η υπερδοσολογία απαιτεί μέτρα θεραπείας της συχνά επίμονης και υπό συγκεκριμένες συνθήκες απειλητικής για τη ζωή υπερασβεστιαιμίας.
Το πρώτο μέτρο είναι η διακοπή λήψης του σκευάσματος βιταμίνης B. Χρειάζονται πολλές εβδομάδες για να εξαλειφθεί η υπερασβεστιαιμία που προκαλείται από τη δηλητηρίαση από βιταμίνη D.
Ανάλογα με τον βαθμό υπερασβεστιαιμίας, τα μέτρα περιλαμβάνουν διατροφή χαμηλή σε ασβέστιο ή χωρίς ασβέστιο, άφθονη κατανάλωση υγρών, αύξηση της ουρικής απέκκρισης με τη βοήθεια του φαρμάκου φουροσεμίδη, καθώς και χορήγηση γλυκοκορτικοειδών και καλσιτονίνης.
Εάν η λειτουργία των νεφρών είναι επαρκής, τα επίπεδα ασβεστίου μπορούν να μειωθούν αξιόπιστα μέσω εγχύσεων ισοτονικού διαλύματος χλωριούχου νατρίου (3–6 λίτρα σε 24 ώρες) με προσθήκη φουροσεμίδης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αιθυλενοδιαμινοτετραοξικού νατρίου 15 mg/kg σωματικού βάρους/ώρα με συνεχή παρακολούθηση των επιπέδων ασβεστίου και του ΗΚΓ. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις ολιγουρίας απαιτείται αιμοκάθαρση (υγρό αιμοκάθαρσης χωρίς ασβέστιο).
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.
Συνιστάται να επισημαίνονται τα συμπτώματα πιθανής υπερδοσολογίας σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με υψηλότερες δόσεις βιταμίνης D.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - LECALCIF 5600 IU/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνη D και ανάλογα, χοληκαλσιφερόλη
Κωδικός ATC: A11CC05
Η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) αναπτύσσεται στο δέρμα κατά την έκθεση στην υπεριώδη ακτινολογία και μετατρέπεται στη βιολογικά ενεργή μορφή της, την 1,25-διϋδροξυχοληκαλσιφερόλη, μέσα από δύο στάδια υδροξυλίωσης, εκ των οποίων το πρώτο στο ήπαρ (θέση 25) και το δεύτερο στον νεφρικό ιστό (θέση 1). Μαζί με την παραθορμόνη και την καλσιτονίνη, η 1,25- διϋδροξυχοληκαλσιφερόλη έχει σημαντική επίδραση στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου. Στις περιπτώσεις ανεπάρκειας βιταμίνης D, αποτυχημένης εναπόθεσης ασβεστίου στον σκελετό (με αποτέλεσμα την πρόκληση ραχίτιδας) ή απασβέστωσης των οστών (με αποτέλεσμα την πρόκληση οστεομαλακίας).
Σύμφωνα με την παραγωγή, τη φυσιολογική ρύθμιση και τον μηχανισμό δράσης της, η βιταμίνη D3 θεωρείται πρόδρομος μιας στεροειδούς ορμόνης. Πέραν της φυσιολογικής παραγωγής της στο δέρμα, η χοληκαρσιφερόλη μπορεί να ληφθεί μέσω της διατροφής ή με τη μορφή φαρμάκου. Στην τελευταία περίπτωση, μπορεί να προκύψει υπερδοσολογία και δηλητηρίαση, επειδή η αναστολή της σύνθεσης δερματικής βιταμίνης D από το προϊόν παρακάμπτεται.
Οι δόσεις βιταμίνης D που λαμβάνονται μέσω της τροφής απορροφώνται πλήρως μαζί με τα λιπίδια από διατροφικές πηγές. Οι υψηλότερες δόσεις απορροφώνται σε αναλογία περίπου 2:3. Το δέρμα που εκτίθεται σε υπεριώδη ακτινοβολία συνθέτει βιταμίνη D από 7-δεϋδροχοληστερόλη. Η βιταμίνη D μεταφέρεται στο ήπαρ μέσω μιας ειδικής πρωτεΐνης μεταφοράς. Στο ήπαρ, η βιταμίνη μεταβολίζεται μέσω μιας μικροσωμιακής υδροξυλάσης σε 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλη. Η βιταμίνη D και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω της χοληδόχου και των κοπράνων.
Η βιταμίνη D αποθηκεύεται στον λιπώδη ιστό με αποτέλεσμα να έχει μεγάλο βιολογικό χρόνο ημίσειας ζωής. Μετά τη λήψη υψηλών δόσεων βιταμίνης D, οι συγκεντρώσεις 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό
μπορεί να αυξηθούν για αρκετούς μήνες. Η υπερασβεστιαιμία λόγω υπερδοσολογίας μπορεί να επιμείνει για αρκετές εβδομάδες (βλέπε ενότητα 4.9 «Υπερδοσολογία»).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - LECALCIF 5600 IU/CAP
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.
LECALCIF 5.600 IU:
Συσκευασίες κυψέλης (blister) από PVdC/PE/PVC/αλουμίνιο (precutted ή μη), οι οποίες περιέχουν 1, 2, 3, 4, 8, 12, 24 και 48 (4x12 ή 6x8) (νοσοκομειακή συσκευασία) σκληρά καψάκια.
LECALCIF 12.500 IU:
Συσκευασίες κυψέλης (blister) από PVdC/PE/PVC/αλουμίνιο (precutted ή μη), οι οποίες περιέχουν 1, 2, 3, 4, 8, 12και 48 (4x12 ή 6x8) (νοσοκομειακή συσκευασία) σκληρά καψάκια.
LECALCIF 25.000 IU:
Συσκευασίες κυψέλης (blister) από PVC/aluminium (precutted ή μη) με 1, 2, 3, 4, 12 και 48 (4x12 ή 6x8) (νοσοκομειακή συσκευασία) σκληρά καψάκια
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
RAFARM AEBE
Κορίνθου 12, Νέο Ψυχικό 15451 Αθήνα, Ελλάδα
Τηλ: +30 210 6776550-1
Fax: +30 210 6776552