Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

LEVEMIR IN.SO.PF.P 100 U/ml INNOLET

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
6
12
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

LEVEMIR IN.SO.PF.P 100 U/ml INNOLET

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΣΕ ΠΡΟΓΕΜΙΣΜΕΝΗ ΣΥΣΚΕΥΗ ΤΥΠΟΥ ΠΕΝΑΣ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

NOVO NORDISK A/S, BAGSVAERD, DENMARK

Τελευταία ενημέρωση SmPC

13/7/2021
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - LEVEMIR 100 U/ml

Ενδείξεις

Το Levemir ενδείκνυται για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω.

Δοσολογία

Δοσολογία

Η δραστικότητα των αναλόγων ινσουλίνης, συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης detemir, εκφράζεται σε μονάδες, ενώ η δραστικότητα της ανθρώπινης ινσουλίνης εκφράζεται σε διεθνείς μονάδες. 1 μονάδα ινσουλίνης detemir αντιστοιχεί σε 1 διεθνή μονάδα ανθρώπινης ινσουλίνης.

Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ως βασική ινσουλίνη ή σε συνδυασμό με γευματική ινσουλίνη. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα ή/και αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1.

Όταν το Levemir χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα ή όταν προστίθεται σε αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 συνιστάται η χορήγηση του Levemir άπαξ ημερησίως, αρχικά σε δόση 0,1–0,2 μονάδες/kg ή 10 μονάδες σε ενήλικες ασθενείς. Η δόση του Levemir θα πρέπει να τιτλοποιείται με βάση τις ατομικές ανάγκες του ασθενή.

Όταν ένας αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1 προστίθεται στο Levemir, συνιστάται η μείωση της δόσης του Levemir κατά 20% για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Ακολούθως, η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα.

Για εξατομικευμένες προσαρμογές δόσης, συνιστώνται οι ακόλουθες οδηγίες τιτλοποίησης για τους ενήλικες:

Οδηγία τιτλοποίησης για ενήλικες με διαβήτη τύπου 2:

Μέση SMPG πριν το πρωινό γεύμα* Προσαρμογή δόσης Levemir
> 10,0 mmol/l (180 mg/dl) +8 μονάδες
9,1-10,0 mmol/l (163–180 mg/dl) +6 μονάδες
8,1-9,0 mmol/l (145–162 mg/dl) +4 μονάδες
7,1-8,0 mmol/l (127–144 mg/dl) +2 μονάδες
6,1-7,0 mmol/l (109–126 mg/dl) +2 μονάδες
4,1-6,0 mmol/l (73–108 mg/dl) Καμία μεταβολή στη δόση (στόχος)
Eάν διεξαχθεί μία μέτρηση SMPG
3,1-4,0 mmol/l (56–72 mg/dl) -2 μονάδες
<3,1 mmol/l (<56 mg/dl) -4 μονάδες

* Αυτοπαρακολούθηση Γλυκόζης Πλάσματος

Απλοποιημένη οδηγία ατομικής τιτλοποίησης για ενήλικες με διαβήτη τύπου 2:

Μέση SMPG πριν το πρωινό γεύμα* Προσαρμογή δόσης Levemir
> 6,1 mmol/l (> 110 mg/dl) +3 μονάδες
4,4-6,1 mmol/l (80-110 mg/dl) Καμία μεταβολή στη δόση (στόχος)
< 4,4 mmol/l (< 80 mg/dl) -3 μονάδες

*Αυτοπαρακολούθηση Γλυκόζης Πλάσματος

Όταν το Levemir χρησιμοποιείται στο θεραπευτικό σχήμα basal bolus ως βασική ινσουλίνη, θα πρέπει να χορηγείται μία ή δύο φορές ημερησίως, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενή. Η δόση του Levemir θα πρέπει να εξατομικεύεται.

Η προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη εάν οι ασθενείς έχουν αυξημένη σωματική δραστηριότητα, αλλάξουν τη συνηθισμένη τους δίαιτα ή κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης ασθένειας.

Όταν ρυθμίζεται η δόση έτσι ώστε να βελτιώνεται ο γλυκαιμικός έλεγχος, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για να αναγνωρίζουν τα σημεία της υπογλυκαιμίας.

Ειδικές κατηγορίες πληθυσμού

Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)

Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς. Στους ηλικιωμένους ασθενείς, η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να ρυθμίζεται σε εξατομικευμένη βάση.

Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία

Η νεφρική ή η ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να ελαττώσει τις απαιτήσεις του ασθενή σε ινσουλίνη. Στους ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να προσαρμόζεται σε εξατομικευμένη βάση.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εφήβους και παιδιά από την ηλικία του 1 έτους (βλ. παράγραφο 5.1). Κατά τη μετάταξη από βασική ινσουλίνη σε Levemir, η μείωση της δόσης της

βασικής ινσουλίνης και της γευματικής ινσουλίνης πρέπει να εξετάζεται σε εξατομικευμένη βάση, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Στα παιδιά και τους εφήβους, η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να προσαρμόζεται σε εξατομικευμένη βάση.

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Levemir σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Μετάταξη από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ινσουλίνης

Κατά τη μετάταξη από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ινσουλίνης μέσης ή μακράς διάρκειας δράσης ενδέχεται να είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης και της χρονικής στιγμής χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.4).

Συνιστάται στενή παρακολούθηση της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της μετάταξης και κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά από αυτήν (βλέπε παράγραφο 4.4).

Η συγχορηγούμενη αντιδιαβητική θεραπεία ενδέχεται να χρειαστεί αναπροσαρμογή (η δόση ή/και η χρονική στιγμή λήψης των από του στόματος χορηγούμενων αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων ή των παράλληλα χορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων ινσουλίνης βραχείας/ταχείας δράσης).

Τρόπος χορήγησης

Το Levemir είναι ένα μακράς δράσης ανάλογο ινσουλίνης που χρησιμοποιείται ως βασική ινσουλίνη. Το Levemir χορηγείται μόνο υποδορίως. Το Levemir δε θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως, αφού μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία. Η ενδομυική χορήγηση θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται. Το Levemir δεν προορίζεται για χρήση σε αντλίες έγχυσης ινσουλίνης.

Το Levemir χορηγείται με υποδόρια ένεση στο κοιλιακό τοίχωμα, στον μηρό, στο άνω τμήμα του βραχίονα, στη δελτοειδή περιοχή ή στη γλουτιαία περιοχή. Τα σημεία χορήγησης της ένεσης θα πρέπει να εναλλάσσονται συνεχώς εντός της ίδιας περιοχής για τον περιορισμό του κινδύνου λιποδυστροφίας και δερματικής αμυλοείδωσης (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.8). Η διάρκεια δράσης ενδέχεται να ποικίλει ανάλογα με τη δόση, το σημείο της ένεσης, την αιματική ροή, τη θερμοκρασία και το επίπεδο σωματικής δραστηριότητας. Η ένεση μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Στους ασθενείς στους οποίους απαιτείται δόση δύο φορές την ημέρα για τη βελτιστοποίηση του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος, η βραδινή δόση μπορεί να χορηγηθεί είτε το βράδυ είτε κατά την κατάκλιση.

Για λεπτομερείς οδηγίες χρήσης, ανατρέξτε στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Levemir Penfill

Χορήγηση με σύστημα χορήγησης ινσουλίνης

Το Levemir Penfill είναι σχεδιασμένο για χρήση με τα συστήματα χορήγησης ινσουλίνης της Novo Nordisk και τις βελόνες NovoFine ή NovoTwist. Το Levemir Penfill είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση με επαναχρησιμοποιούμενη συσκευή τύπου πένας. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.

Levemir FlexPen

Χορήγηση με FlexPen

Το Levemir FlexPen είναι μία προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας (με χρωματικό κώδικα) σχεδιασμένη για χρήση με αναλώσιμες βελόνες NovoFine ή NovoTwist με μήκος όχι μεγαλύτερο από 8 mm. Το FlexPen χορηγεί 1-60 μονάδες σε διαβαθμίσεις της 1 μονάδας. Το Levemir FlexPen είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.

Levemir InnoLet

Χορήγηση με Innolet

Το Levemir Innolet είναι μία προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας σχεδιασμένη για χρήση με αναλώσιμες βελόνες NovoFine ή NovoTwist με μήκος όχι μεγαλύτερο από 8 mm. Το Innolet χορηγεί 1-50 μονάδες σε διαβαθμίσεις της 1 μονάδας. Το Levemir InnoLet είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.

Levemir FlexTouch

Χορήγηση με FlexTouch

Το Levemir FlexTouch είναι μία προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας (με χρωματικό κώδικα) σχεδιασμένη για χρήση με αναλώσιμες βελόνες NovoFine ή NovoTwist με μήκος όχι μεγαλύτερο από 8 mm. Το FlexTouch χορηγεί 1-80 μονάδες σε διαβαθμίσεις της 1 μονάδας. Το Levemir FlexTouch είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλέπε παράγραφο 6.1).

Προειδοποιήσεις

Ο ασθενής θα πρέπει να ζητά τη συμβουλή του ιατρού προτού ταξιδέψει σε χώρες με διαφορετική τοπική ώρα, αφού αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στη χορήγηση ινσουλίνης και τη λήψη γευμάτων σε διαφορετικές ώρες.

Υπεργλυκαιμία

Η ανεπαρκής δόση ή η διακοπή της θεραπείας, ειδικά στον διαβήτη τύπου 1, μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωση. Τα πρώτα συμπτώματα της υπεργλυκαιμίας συνήθως εμφανίζονται σταδιακά, εντός ωρών ή ημερών. Περιλαμβάνουν δίψα, αυξημένη συχνότητα ούρησης, ναυτία, έμετο, υπνηλία, ερυθηματώδη ξηροδερμία, ξηροστομία, απώλεια όρεξης καθώς και αναπνοή με οσμή ακετόνης. Στον διαβήτη τύπου 1, τα υπεργλυκαιμικά συμβάματα που δεν αντιμετωπίζονται θεραπευτικά, οδηγούν τελικά σε διαβητική κετοξέωση, η οποία είναι δυνητικά θανατηφόρα.

Υπογλυκαιμία

Η παράλειψη κάποιου γεύματος ή η μη προγραμματισμένη εντατική φυσική άσκηση μπορεί να οδηγήσουν σε υπογλυκαιμία.

Στα παιδιά, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην αντιστοίχιση των δόσεων της ινσουλίνης [ειδικά στα εντατικοποιημένα σχήματα ινσουλίνης (basal-bolus)] με την πρόσληψη τροφής και τις φυσικές δραστηριότητες έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας.

Υπογλυκαιμία μπορεί να συμβεί εάν η δόση της ινσουλίνης είναι πολύ υψηλή σε σχέση με την ανάγκη σε ινσουλίνη. Σε περίπτωση υπογλυκαιμίας ή υποψίας υπογλυκαιμίας, το Levemir δεν πρέπει να ενίεται. Μετά τη σταθεροποίηση της γλυκόζης του αίματος του ασθενή, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης (βλ. παραγράφους 4.8 και 4.9).

Οι ασθενείς των οποίων ο έλεγχος των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα βελτιώνεται σημαντικά, π.χ. μέσω εντατικοποιημένης θεραπείας με ινσουλίνη, μπορεί να εμφανίσουν μεταβολή των συνήθων προειδοποιητικών συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας και θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά. Τα συνήθη προειδοποιητικά συμπτώματα μπορεί να εξαφανιστούν σε ασθενείς με μακροχρόνιο διαβήτη.

Η ταυτόχρονη παρουσία άλλων νόσων, ιδίως λοιμώξεων και εμπύρετων καταστάσεων, συνήθως αυξάνει τις ανάγκες του ασθενή σε ινσουλίνη. Σε παρουσία συνοδών νόσων στα νεφρά, το ήπαρ ή που επηρεάζουν τα επινεφρίδια, την υπόφυση ή τον θυρεοειδή αδένα μπορεί να απαιτηθούν αλλαγές στη δόση της ινσουλίνης.

Όταν οι ασθενείς μετατάσσονται μεταξύ διαφορετικών τύπων φαρμακευτικών προϊόντων ινσουλίνης,

μπορεί να αλλάξουν τα πρώιμα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας ή να γίνουν λιγότερα έντονα από εκείνα που βίωσαν με την προηγούμενη ινσουλίνη τους.

Μετάταξη από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ινσουλίνης

Η μετάταξη ενός ασθενή σε άλλο τύπο ή εμπορική ονομασία ινσουλίνης πρέπει να γίνεται υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση. Αλλαγές στην περιεκτικότητα, την εμπορική ονομασία (παρασκευαστής), τον τύπο, την προέλευση (ζωική ινσουλίνη, ανθρώπινη ινσουλίνη ή ανάλογο ινσουλίνης) ή/και τη μέθοδο παρασκευής (ινσουλίνη ανασυνδυασμένου DNA έναντι ινσουλίνης ζωικής προέλευσης) μπορεί να οδηγήσουν στην ανάγκη αλλαγής της δόσης. Οι ασθενείς που μετατάσσονται από άλλο τύπο ινσουλίνης σε Levemir μπορεί να χρειαστούν αλλαγή της δόσης που λάμβαναν με τα συνηθισμένα τους φαρμακευτικά προϊόντα ινσουλίνης. Εάν χρειάζεται κάποια αναπροσαρμογή, αυτό μπορεί να συμβεί από την πρώτη δόση ή κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων ή μηνών.

Αντιδράσεις στη θέση της ένεσης

Όπως σε κάθε θεραπεία με ινσουλίνη, μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και να περιλαμβάνουν άλγος, ερυθρότητα, κνίδωση, φλεγμονή, μώλωπες, οίδημα και κνησμό. Συνεχής κυκλική εναλλαγή του σημείου ένεσης μέσα σε μία δεδομένη περιοχή μπορεί να βοηθήσει στη μείωση ή την αποτροπή αυτών των αντιδράσεων. Οι αντιδράσεις συνήθως αποκαθίστανται μέσα σε λίγες μέρες μέχρι λίγες εβδομάδες. Σε σπάνιες περιπτώσεις, οι αντιδράσεις στις περιοχές της ένεσης μπορεί να απαιτήσουν διακοπή χορήγησης του Levemir.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες σχετικά με τη διαρκή εναλλαγή των σημείων χορήγησης της ένεσης για τον περιορισμό του κινδύνου λιποδυστροφίας και δερματικής αμυλοείδωσης. Σε περίπτωση χορήγησης της ινσουλίνης σε σημεία που εμφανίζουν τις εν λόγω αντιδράσεις υπάρχει κίνδυνος καθυστερημένης απορρόφησης ινσουλίνης και επιδείνωσης του γλυκαιμικού ελέγχου.

Σύμφωνα με αναφορές, η αιφνίδια αλλαγή του σημείου χορήγησης της ένεσης και η χορήγηση σε σημείο που δεν έχει επηρεαστεί είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση υπογλυκαιμίας. Μετά την αλλαγή του σημείου χορήγησης της ένεσης από σημείο που έχει επηρεαστεί σε σημείο που δεν έχει επηρεαστεί, συνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ενώ μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης της δόσης της αντιδιαβητικής αγωγής.

Υπολευκωματιναιμία

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή υπολευκωματιναιμία. Συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση αυτών των ασθενών.

Συνδυασμός του Levemir με πιογλιταζόνη

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας, όταν η πιογλιταζόνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρδιακής ανεπάρκειας. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χορήγηση θεραπείας πιογλιταζόνης σε συνδυασμό με Levemir. Εάν χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αύξησης βάρους και οιδήματος. Η πιογλιταζόνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί επιδείνωση των καρδιακών συμπτωμάτων.

Αποφυγή τυχαίων αναμείξεων/σφαλμάτων κατά τη φαρμακευτική αγωγή

Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες για να ελέγχουν πάντοτε την επισήμανση της ινσουλίνης πριν από κάθε ένεση ώστε να αποφευχθούν τυχαίες αναμείξεις μεταξύ του Levemir και άλλων προϊόντων ινσουλίνης.

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
6
12
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Είναι γνωστό ότι ένας αριθμός φαρμακευτικών προϊόντων αλληλεπιδρά με τον μεταβολισμό της γλυκόζης.

Οι ακόλουθες ουσίες μπορεί να μειώσουν τις ανάγκες του ασθενή σε ινσουλίνη:

Από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα, αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς MAO), β-αναστολείς, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ), σαλικυλικά, αναβολικά στεροειδή και σουλφοναμίδες.

Οι ακόλουθες ουσίες μπορεί να αυξήσουν τις ανάγκες του ασθενή σε ινσουλίνη:

Από του στόματος αντισυλληπτικά, θειαζιδικά διουρητικά, γλυκοκορτικοειδή, θυρεοειδικές ορμόνες, συμπαθομιμητικά, αυξητική ορμόνη και δαναζόλη.

Οι β-αναστολείς ενδέχεται να συγκαλύψουν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας.

Η οκτρεοτίδη/λανρεοτίδη μπορεί είτε να αυξήσει ή να μειώσει τις ανάγκες σε ινσουλίνη.

Τα οινοπνευματώδη ενδέχεται να ενισχύσουν ή να μειώσουν την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης.

Κύηση

Εγκυμοσύνη

Η χρήση του Levemir σε έγκυες γυναίκες με διαβήτη διερευνήθηκε σε μια κλινική δοκιμή και σε μια προοπτική μη παρεμβατική μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας (βλ. παράγραφο 5.1). Μετεγκριτικά δεδομένα σε έγκυες γυναίκες που χρησιμοποιούν Levemir, με περισσότερες από 4.500 εκβάσεις κύησης, δεν καταδεικνύουν οποιονδήποτε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δυσμορφιών ή εμβρυικής/νεογνικής τοξικότητας. Το ενδεχόμενο θεραπείας με Levemir μπορεί να εξετάζεται κατά την εγκυμοσύνη, εφόσον απαιτείται κλινικώς.

Γενικά, συνιστάται εντατικός έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος και παρακολούθηση των εγκύων γυναικών με διαβήτη καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και κατά το διάστημα προγραμματισμού μιας εγκυμοσύνης. Οι ανάγκες σε ινσουλίνη συνήθως μειώνονται κατά το πρώτο τρίμηνο και αυξάνονται εν συνεχεία, κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Μετά τον τοκετό, οι ανάγκες σε ινσουλίνη φυσιολογικά επανέρχονται ταχέως στα επίπεδα πριν την εγκυμοσύνη.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ινσουλίνη detemir εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν αναμένονται μεταβολικές επιδράσεις της ινσουλίνης detemir που καταπίνεται στο θηλάζον νεγνό/βρέφος, καθώς η ινσουλίνη detemir, ως πεπτίδιο, διασπάται σε αμινοξέα στον ανθρώπινο γαστρεντερικό σωλήνα.

Οι θηλάζουσες µητέρες ενδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογή στη δόση της ινσουλίνης και το διαιτολόγιό τους.

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με τη γονιμότητα.

Οδήγηση

ν

Η ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης του ασθενή ενδέχεται να επηρεαστεί ως αποτέλεσμα της υπογλυκαιμίας. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποβεί επικίνδυνο σε καταστάσεις όπου οι ικανότητες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία (π.χ. οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμός μηχανήματος).

Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ώστε να λαμβάνουν τα μέτρα τους προς αποφυγή των υπογλυκαιμικών επεισοδίων κατά την οδήγηση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για ασθενείς που έχουν μειωμένη ή καθόλου επίγνωση των προειδοποιητικών σημείων της υπογλυκαιμίας ή βιώνουν συχνά υπογλυκαιμικά επεισόδια. Θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο συνιστάται η οδήγηση σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατηρούνται σε ασθενείς που χρησιμοποιούν Levemir οφείλονται κυρίως στη φαρμακολογική επίδραση της ινσουλίνης. Το συνολικό ποσοστό ασθενών που αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις υπολογίζεται στο 12%.

Η υπογλυκαιμία είναι η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας, παρακαλείστε να δείτε την παράγραφο 4.8, Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Από τις κλινικές έρευνες, είναι γνωστό ότι η σοβαρή υπογλυκαιμία, που ορίζεται ως ανάγκη για επέμβαση τρίτων, συμβαίνει στο 6% περίπου των ασθενών που λαμβάνουν αγωγή με Levemir.

Οι αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης εμφανίζονται συχνότερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Levemir από ότι με προϊόντα ανθρώπινης ινσουλίνης. Οι αντιδράσεις αυτές περιλαμβάνουν άλγος, ερυθρότητα, κνίδωση, φλεγμονή, μώλωπες, οίδημα και κνησμό στο σημείο της ένεσης. Οι περισσότερες αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης είναι ήσσονος σοβαρότητας και παροδικής φύσης, δηλαδή φυσιολογικά υποχωρούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας μέσα σε λίγες μέρες μέχρι λίγες εβδομάδες.

Κατά την έναρξη της θεραπείας με ινσουλίνη, ενδέχεται να εμφανιστούν διαθλαστικές διαταραχές και οίδημα, οι αντιδράσεις αυτές είναι συνήθως παροδικές. Η γρήγορη βελτίωση του ελέγχου των επιπέδων γλυκόζης του αίματος μπορεί να σχετίζεται με την κατάσταση που ονομάζεται οξεία επώδυνη νευροπάθεια, η οποία συνήθως είναι αναστρέψιμη. Η εντατικοποίηση της θεραπείας με ινσουλίνη με απότομη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μπορεί να σχετίζεται με προσωρινή επιδείνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας, ενώ η μακροπρόθεσμη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μειώνει τον κίνδυνο εξέλιξης της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω βασίζονται σε δεδομένα κλινικών δοκιμών και ταξινομούνται σύμφωνα με τη συχνότητα MedDRA και κατά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα (System Organ Class). Οι κατηγορίες συχνότητας καθορίζονται σύμφωνα με την παρακάτω σύμβαση: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές – Αλλεργικές αντιδράσεις, ενδεχομένως αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματα*
Πολύ σπάνιες – Αναφυλακτικές αντιδράσεις*
Διαταραχές τουμεταβολισμού και της Πολύ συχνές – Υπογλυκαιμία*
θρέψης
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Σπάνιες – Περιφερική νευροπάθεια (επώδυνη νευροπάθεια)
Οφθαλμικές διαταραχές Όχι συχνές – Διαθλαστικές διαταραχές
Όχι συχνές – Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές – Λιποδυστροφία*
Μη γνωστές – Δερματική αμυλοείδωση*†
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές – Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης
Όχι συχνές – Οίδημα

* βλέπε παράγραφο 4.8, Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών.

† Ανεπιθύμητες ενέργειες από πηγές μετά την κυκλοφορία.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Αλλεργικές αντιδράσεις, δυνητικά αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματα

Όταν το Levemir χρησιμοποιείται σε θεραπευτικό σχήμα basal-bolus, αλλεργικές αντιδράσεις, δυνητικά αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματα είναι όχι συχνά. Παρόλα αυτά, τρεις κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η συχνότητα είναι συχνή, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα (παρατηρήθηκαν αλλεργικές αντιδράσεις και δυνητικά αλλεργικές αντιδράσεις σε συχνότητα 2,2%).

Αναφυλακτικές αντιδράσεις

Γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων γενικευμένου δερματικού εξανθήματος, κνησμού, εφίδρωσης, γαστρεντερικών ενοχλήσεων, αγγειονευρωτικού οιδήματος, δυσκολιών στην αναπνοή, αισθήματος παλμών και πτώσης της αρτηριακής πίεσης) εμφανίζονται πολύ σπάνια, αλλά μπορεί να είναι δυνητικά απειλητικές για τη ζωή.

Υπογλυκαιμία

Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη αντίδραση είναι η υπογλυκαιμία. Μπορεί να συμβεί εάν η δόση της ινσουλίνης είναι πολύ υψηλή σε σχέση με την ανάγκη για ινσουλίνη. Η σοβαρή υπογλυκαιμία μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια των αισθήσεων ή/και σπασμούς και ενδέχεται να προκαλέσει παροδική ή μόνιμη βλάβη της εγκεφαλικής λειτουργίας ή ακόμη και θάνατο. Τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας συνήθως εμφανίζονται αιφνιδίως. Μπορεί να περιλαμβάνουν κρύο ιδρώτα, κρύο και ωχρό δέρμα, κόπωση, νευρικότητα ή τρόμο, αίσθημα άγχους, ασυνήθη κούραση ή αδυναμία, σύγχυση, δυσκολία στη συγκέντρωση, υπνηλία, αίσθημα μεγάλης πείνας, διαταραχές της όρασης, κεφαλαλγία, αίσθημα ναυτίας και αίσθημα παλμών.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Η λιποδυστροφία (συμπεριλαμβανομένης της λιποϋπερτροφίας, λιποατροφίας) και η δερματική αμυλοείδωση ενδέχεται να εμφανιστούν στο σημείο χορήγησης της ένεσης και να καθυστερήσουν την τοπική απορρόφηση της ινσουλίνης. Η διαρκής εναλλαγή των σημείων χορήγησης της ένεσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή ενδέχεται να συμβάλλει στη μείωση ή πρόληψη των εν λόγω αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.4.).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Με βάση τις πηγές μετά την κυκλοφορία και τις κλινικές δοκιμές, η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρούνται στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν

παρουσιάζουν διαφορές με την ευρύτερη εμπειρία στον γενικό πληθυσμό ασθενών με διαβήτη.

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί

Με βάση τις πηγές μετά την κυκλοφορία και τις κλινικές δοκιμές, η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία δεν υποδεικνύουν διαφορές με την ευρύτερη εμπειρία στο γενικό πληθυσμό.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μία συγκεκριμένη υπερδοσολογία ινσουλίνης, ενδέχεται όμως, να αναπτυχθεί υπογλυκαιμία σε διαδοχικά στάδια εάν χορηγηθούν δόσεις πολύ υψηλές σε σχέση με τις ανάγκες του ασθενή:

  • Τα ήπια υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορούν να αντιμετωπιστούν με χορήγηση γλυκόζης ή προϊόντων που περιέχουν ζάχαρη από το στόμα. Συνεπώς, συνιστάται ο διαβητικός ασθενής να έχει πάντα μαζί του προϊόντα που περιέχουν ζάχαρη.

  • Τα σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια, κατά τα οποία ο ασθενής έχει απωλέσει τις αισθήσεις του, μπορούν να αντιμετωπιστούν με γλυκαγόνη (0,5 έως 1 mg) χορηγούμενη ενδομυϊκά ή υποδόρια από ένα εκπαιδευμένο άτομο ή με γλυκόζη χορηγούμενη ενδοφλέβια από έναν επαγγελματία υγείας. Εάν ο ασθενής δεν ανταποκριθεί στη χορήγηση γλυκαγόνης εντός 10 έως 15 λεπτών, πρέπει να του χορηγηθεί γλυκόζη ενδοφλέβια. Με την ανάκτηση των αισθήσεων, συνιστάται η χορήγηση υδατανθράκων από το στόμα, ώστε να αποφευχθεί η υποτροπή.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - LEVEMIR 100 U/ml

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη. Ινσουλίνες και ενέσιμα ανάλογα μακράς δράσης. Κωδικός ATC: A10AE05.

Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Το Levemir είναι ένα διαλυτό ανάλογο ινσουλίνης μακράς δράσης με παρατεταμένη διάρκεια δράσης που χρησιμοποιείται ως βασική ινσουλίνη.

Η υπογλυκαιμική δράση του Levemir οφείλεται στη διευκόλυνση της πρόσληψης της γλυκόζης μετά τη δέσμευση της ινσουλίνης στους υποδοχείς που βρίσκονται στα μυϊκά και τα λιπώδη κύτταρα και στην ταυτόχρονη αναστολή της απελευθέρωσης γλυκόζης από το ήπαρ.

Το προφίλ του χρόνου δράσης του Levemir είναι στατιστικά σημαντικά λιγότερο μεταβλητό και συνεπώς περισσότερο προβλέψιμο από ότι εκείνο της ινσουλίνης NPH (Neutral Protamine Hagedorn), όπως φαίνεται από τους Συντελεστές Μεταβλητότητας (CV) στο ίδιο άτομο, για τη συνολική και για τη μέγιστη φαρμακοδυναμική επίδραση στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1. Ενδοατομική μεταβλητότητα του προφίλ του χρόνου δράσης του Levemir και της ινσουλίνης NPH

Φαρμακοδυναμικό τελικό σημείο Levemir CV (%) Ινσουλίνη NPH CV (%)
AUCGIR,0-24h* 27 68
GIRmax** 23 46

*Περιοχή κάτω από την καμπύλη **Ρυθμός Έγχυσης Γλυκόζης τιμή p <0,001 για όλες τις συγκρίσεις με το Levemir

Η παρατεταμένη δράση του Levemir επιτυγχάνεται με την ισχυρή ένωση μεταξύ των μορίων της ινσουλίνης detemir στο σημείο της ένεσης και τη δέσμευση της λευκωματίνης μέσω της πλευρικής αλυσίδας του λιπαρού οξέος. Η ινσουλίνη detemir κατανέμεται βραδύτερα στους περιφερικούς ιστούς-στόχους σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH. Αυτοί οι συνδυασμένοι μηχανισμοί παράτασης παρέχουν ένα πιο αναπαραγώγιμο προφίλ απορρόφησης και δράσης της ινσουλίνης detemir σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH.

Εικόνα 1 Προφίλ δράσης του Levemir σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1

Η διάρκεια δράσης είναι έως 24 ώρες, ανάλογα με τη δόση, επιτρέποντας τη χορήγηση μία ή δύο φορές ημερησίως. Εάν χορηγηθεί δύο φορές ημερησίως, η σταθερή κατάσταση θα λάβει χώρα έπειτα από χορήγηση 2–3 δόσεων. Για δόσεις εντός του εύρους από 0,2–0,4 μονάδες/kg (U/kg), το Levemir ασκεί περισσότερο από το 50% της μέγιστης δράσης του από 3–4 ώρες και άνω έως περίπου 14 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης.

Μετά από υποδόρια χορήγηση, παρατηρείται δοσοεξαρτώμενη φαρμακοδυναμική απάντηση (μέγιστη δράση, διάρκεια δράσης, συνολική επίδραση).

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Levemir παρατηρήθηκε μικρότερη διακύμανση της γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG) από ημέρα σε ημέρα, σε σύγκριση με την NPH, σε κλινικές δοκιμές μεγάλης διάρκειας.

Μελέτες σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 υπό αγωγή με βασική ινσουλίνη σε συνδυασμό με από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα έδειξαν ότι ο γλυκαιμικός έλεγχος (HbA1c) με Levemir είναι συγκρίσιμος με την ινσουλίνη NPH και την ινσουλίνη glargine και σχετίζεται με μικρότερη αύξηση βάρους, βλέπε τον Πίνακα 2 παρακάτω. Στη μελέτη σύγκρισης με την ινσουλίνη glargine, επιτρεπόταν η χορήγηση Levemir μία ή δύο φορές ημερησίως ενώ η ινσουλίνη glargine έπρεπε να χορηγείται μία φορά την ημέρα, το 55% των ασθενών στους οποίους χορηγούνταν Levemir ολοκλήρωσαν την θεραπεία των 52 εβδομάδων με το σχήμα δύο χορηγήσεων την ημέρα.

Πίνακας 2. Μεταβολή του σωματικού βάρους μετά από θεραπεία με ινσουλίνη

Διάρκεια μελέτης Levemir μία φορά ημερησίως Levemir δύο φορές ημερησίως Ινσουλίνη NPH Ινσουλίνη glargine
20 εβδομάδες +0,7 kg +1,6 kg
26 εβδομάδες +1,2 kg +2,8 kg
52 εβδομάδες +2,3 kg +3,7 kg +4,0 kg

Σε δοκιμές όπου διερευνήθηκε η χρήση από του στόματος χορηγούμενων αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων, ο συνδυασμός της θεραπείας με Levemir οδήγησε σε μείωση του κινδύνου εμφάνισης ήπιας νυκτερινής υπογλυκαιμίας κατά 61-65% σε σχέση με την ινσουλίνη NPH.

Πραγματοποιήθηκε μία ανοιχτής επισήμανσης τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν πέτυχαν τον στόχο με από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η μελέτη ξεκίνησε με μια εισαγωγική περίοδο (run-in) 12 εβδομάδων με λιραγλουτίδη+μετφορμίνη, όπου το 61% πέτυχε HbA1c <7%. Το 39% των ασθενών που δεν πέτυχαν τον στόχο τυχαιοποιήθηκαν σε προσθήκη Levemir μία φορά ημερησίως ή τη συνέχιση με λιραγλουτίδη+μετφορμίνη για 52 εβδομάδες. Η προσθήκη Levemir παρείχε μία επιπλέον μείωση της HbA1c από 7,6% σε 7,1% μετά τις 52 εβδομάδες. Δεν υπήρξαν σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια. Ως σοβαρό υπογλυκαιμικό επεισόδιο ορίζεται αυτό στο οποίο το άτομο δεν ήταν ικανό να φροντίσει τον εαυτό του και χρειάστηκε γλυκαγόνη ή ενδοφλέβια γλυκόζη. Βλ. Πίνακα 3.

Πίνακας 3. Δεδομένα κλινικής δοκιμής – Προσθήκη Levemir σε λιραγλουτίδη+μετφορμίνη

Εβδομάδα μελέτης Τυχαιοποιημένη Levemir + λιραγλουτίδη + μετφορμίνηn = 160 Τυχαιοποιημένη λιραγλουτίδη + μετφορμίνηn = 149 Τιμή-P
Μέση μεταβολή από την αρχική τιμή στην HbA1c (%) 0–26 εβδομάδες -0,51 +0,02 <0,0001
0–52 εβδομάδες -0,50 0,01 <0,0001
Ποσοστά ασθενών που πέτυχαν στόχο HbA1c <7% (%) 0–26 εβδομάδες 43,1 16,8 <0,0001
0–52 εβδομάδες 51,9 21,5 <0,0001
Μεταβολή του σωματικού βάρους από την αρχική τιμή (kg) 0–26 εβδομάδες -0,16 -0,95 0,0283
0–52 εβδομάδες -0,05 -1,02 0,0416
Ήπια υπογλυκαιμικά επεισόδια (ανά έτoς ασθενή) 0–26 εβδομάδες 0,286 0,029 0,0037
0–52 εβδομάδες 0,228 0,034 0,0011

Μία διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή διάρκειας 26 εβδομάδων διεξήχθη για να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της προσθήκης λιραγλουτίδης (1,8 mg) έναντι εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που ρυθμίζονται ανεπαρκώς με βασική ινσουλίνη με ή χωρίς μετφορμίνη. Η δόση της ινσουλίνης μειώθηκε κατά 20% για ασθενείς με αρχική τιμή HbA1c ≤8.0%, έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Ακολούθως, οι ασθενείς είχαν τη δυνατότητα να τιτλοδοποιήσουν υψηλότερα τη δόση της ινσουλίνης τους σε τιμή όχι μεγαλύτερη από τη δόση πριν από την τυχαιοποίηση. Το Levemir ήταν το βασικό προϊόν ινσουλίνης για 33% (n=147) των ασθενών (97,3% χρησιμοποιούσε μετφορμίνη). Σε αυτούς τους ασθενείς, η προσθήκη της λιραγλουτίδης οδήγησε σε μεγαλύτερη μείωση της HbA1c σε σύγκριση με

την προσθήκη εικονικού φαρμάκου (στο 6,93% έναντι 8,24%), μεγαλύτερη μείωση στη γλυκόζη νηστείας του πλάσματος (7,20 mmol/l έναντι 8,13 σε mmol/l) και μεγαλύτερη μείωση του σωματικού βάρους (-3,47 kg έναντι -0,43 kg). Οι αρχικές τιμές για αυτές τις παραμέτρους ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες. Τα παρατηρούμενα ποσοστά ήσσονος σημασίας υπογλυκαιμικών επεισοδίων ήταν παρόμοια και δεν παρατηρήθηκαν σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια και στις δύο ομάδες.

Σε μεγάλης διάρκειας μελέτες σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, οι οποίοι έλαβαν ινσουλινοθεραπεία σε σχήμα basal-bolus, η γλυκόζη πλάσματος νηστείας ήταν βελτιωμένη με το Levemir σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH. Ο γλυκαιμικός έλεγχος (HbA1c) με το Levemir ήταν συγκρίσιμος με εκείνον που επιτυγχάνεται με την ινσουλίνη NPH, με χαμηλότερο κίνδυνο νυκτερινής υπογλυκαιμίας και χωρίς σχετιζόμενη αύξηση βάρους.

Σε κλινικές μελέτες όπου χορηγείτο θεραπεία με ινσουλίνη σε θεραπευτικό σχήμα basal-bolus, τα συνολικά ποσοστά υπογλυκαιμίας με το Levemir και την ινσουλίνη NPH ήταν παρόμοια. Οι αναλύσεις για τη νυκτερινή υπογλυκαιμία σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 έδειξαν ένα σημαντικά μικρότερο κίνδυνο ήπιας νυκτερινής υπογλυκαιμίας (που ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί από τον ίδιο τον ασθενή και επιβεβαιωμένης με τιμή γλυκόζης τριχοειδικού αίματος κάτω από 2,8 mmol/l ή

3,1 mmol/l εάν εκφράζεται ως γλυκόζη πλάσματος) σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH, ενώ δεν παρατηρήθηκε διαφορά στον διαβήτη τύπου 2.

Παρατηρήθηκε η ανάπτυξη αντισωμάτων με τη χρήση του Levemir. Ωστόσο, αυτό δε φαίνεται να έχει κάποια επίπτωση στον γλυκαιμικό έλεγχο.

Εγκυμοσύνη

Σε μια προοπτική μη παρεμβατική μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας, έγκυες γυναίκες με διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2 οι οποίες εκτέθηκαν σε Levemir (n=727, 680 βρέφη γεννήθηκαν ζωντανά) ή σε άλλες βασικές ινσουλίνες (n=730, 688 βρέφη γεννήθηκαν ζωντανά) παρακολουθήθηκαν για τις εκβάσεις κύησης.

Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικώς σημαντική διαφορά μεταξύ του Levemir και άλλων βασικών ινσουλινών όσον αφορά τα συστατικά του καταληκτικού σημείου που σχετίζεται με δυσπλασίες (προκαλούμενη έκτρωση λόγω μείζονων συγγενών δυσπλασιών, μείζονες συγγενείς δυσπλασίες ή ήσσονες συγγενείς δυσπλασίες). Τα αποτελέσματα της μελέτης κατέδειξαν ότι το Levemir δε σχετίζεται με υπερβολικό κίνδυνο ανεπιθύμητων εκβάσεων κύησης, όταν συγκρίνεται με άλλες βασικές ινσουλίνες, σε γυναίκες με προϋπάρχοντα διαβήτη.

Το Levemir έχει μελετηθεί σε μια ανοικτής επισήμανσης τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική δοκιμή, στην οποία έγκυες γυναίκες με διαβήτη τύπου1 (n=310) έλαβαν θεραπεία με θεραπευτικό σχήμα basal-bolus με Levemir (n=152) ή με ινσουλίνη NPH (n=158) ως βασική ινσουλίνη, και οι δύο σε συνδυασμό με NovoRapid.

Το Levemir δεν ήταν κατώτερο της ινσουλίνης NPH όπως μετρήθηκε από την HbA1c την 36η εβδομάδα της κύησης (GW) και η ελάττωση της μέσης HbA1c κατά τη διάρκεια της κύησης ήταν παρόμοια.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Levemir μελετήθηκε για χρονικό διάστημα έως 12 μηνών, σε τρεις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές σε εφήβους και παιδιά (n=1.045 συνολικά). Οι δοκιμές περιελάμβαναν συνολικά 167 παιδιά ηλικίας 1–5 ετών. Οι δοκιμές έδειξαν ότι ο γλυκαιμικός έλεγχος (HbA1c) με το Levemir είναι συγκρίσιμος με της NPH ινσουλίνης και της ινσουλίνης degludec όταν χορηγείται σε εντατικοποιημένη θεραπεία ινσουλίνης basal-bolus, χρησιμοποιώντας ένα περιθώριο μη-ανωτερώτητας 0,4%. Στη δοκιμή σύγκρισης του Levemir έναντι της ινσουλίνης degludec, ο λόγος των επεισοδίων υπογλυκαιμίας με κέτωση ήταν σημαντικά υψηλότερος για το Levemir, 1,09 και 0,68 επεισόδια ανά έτος έκθεσης ασθενή, αντίστοιχα. Μικρότερη αύξηση βάρους (σκορ SD, βάρος διορθωμένο ως προς το φύλο και ηλικία) παρατηρήθηκε με το Levemir σε σχέση με την NPH ινσουλίνη.

Έγινε επέκταση της δοκιμής που περιελάμβανε παιδιά ηλικίας άνω των 2 ετών για 12 επιπλέον μήνες (συνολικά δεδομένα θεραπείας 24 μηνών) προκειμένου να εκτιμηθεί ο σχηματισμός αντισωμάτων μετά από μακροχρόνια θεραπεία με Levemir. Ύστερα από αύξηση των αντισωμάτων ινσουλίνης κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, τα αντισώματα ινσουλίνης μειώθηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους σε ένα επίπεδο ελαφρώς υψηλότερο σε σχέση με τον τίτλο τους προ της μελέτης. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι ο σχηματισμός αντισωμάτων δεν είχε αρνητική επίδραση στον γλυκαιμικό έλεγχο και στη δόση του Levemir.

Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας για τους εφήβους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν παρεκταθεί από δεδομένα για παιδιά, εφήβους και ενήλικες ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και ενήλικες ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Τα αποτελέσματα υποστηρίζουν τη χρήση του Levemir στους εφήβους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό επιτυγχάνεται εντός 6 έως 8 ωρών μετά τη χορήγηση. Όταν χορηγείται δύο φορές ημερησίως, οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στον ορό επιτυγχάνονται έπειτα από χορήγηση 2–3 δόσεων. Η ενδοατομική μεταβλητότητα στην απορρόφηση είναι μικρότερη για το Levemir σε σύγκριση με άλλα σκευάσματα βασικής ινσουλίνης.

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ινσουλίνης detemir όταν χορηγείται υποδορίως είναι περίπου 60%.

Κατανομή

Ένας εμφανής όγκος κατανομής για το Levemir (περίπου 0,1 l/kg) υποδεικνύει ότι ένα υψηλό κλάσμα της ινσουλίνης detemir κυκλοφορεί στο αίμα.

Τα αποτελέσματα των in vitro και in vivo μελετών δέσμευσης πρωτεϊνών δείχνουν ότι δεν υπάρχει καμία κλινικώς σχετιζόμενη αλληλεπίδραση μεταξύ της ινσουλίνης detemir και των λιπαρών οξέων ή άλλων δεσμευμένων σε πρωτεΐνες φαρμακευτικών προϊόντων.

Βιομετατροπή

Η αποδόμηση της ινσουλίνης detemir είναι παρόμοια με εκείνη της ανθρώπινης ινσουλίνης: Όλοι οι μεταβολίτες που σχηματίζονται είναι ανενεργοί.

Αποβολή

Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής μετά από υποδόρια χορήγηση καθορίζεται από τον ρυθμό απορρόφησης από τους υποδόριους ιστούς. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 ωρών ανάλογα με τη δόση.

Γραμμικότητα

Αναλογικότητα στις συγκεντρώσεις ορού που παράγει μία δόση (μέγιστη συγκέντρωση, βαθμός απορρόφησης) παρατηρείται μετά από υποδόρια χορήγηση στο εύρος των θεραπευτικών δόσεων.

Δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές ή φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στη λιραγλουτίδη και το Levemir, όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ δόση Levemir 0,5 μονάδες/kg με λιραγλουτίδη 1,8 mg σε σταθερή κατάσταση σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)

Δεν υπήρχε καμία κλινικώς σχετιζόμενη διαφορά στη φαρμακοκινητική του Levemir μεταξύ ηλικιωμένων και νεαρών ασθενών.

Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπήρχε καμία κλινικώς σχετιζόμενη διαφορά στη φαρμακοκινητική του Levemir μεταξύ ασθενών με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία και υγιών ατόμων. Επειδή η φαρμακοκινητική του Levemir δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά σε αυτούς τους πληθυσμούς, συνιστάται να παρακολουθείται στενά η γλυκόζη πλάσματος σε αυτούς τους πληθυσμούς.

Φύλο

Δεν υπήρχε καμία κλινικώς σχετιζόμενη διαφορά στη φαρμακοκινητική του Levemir μεταξύ ατόμων διαφορετικού φύλου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Levemir διερευνήθηκαν σε νέα παιδιά (1–5 ετών), παιδιά (6– 12 ετών) και εφήβους (13–17 ετών) και συγκρίθηκαν με ενήλικες με διαβήτη τύπου 1. Δεν υπήρξαν κλινικώς σχετιζόμενη διαφορές στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες μεταξύ των νέων παιδιών, των παιδιών, των εφήβων και των ενηλίκων.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - LEVEMIR 100 U/ml

Κατάλογος εκδόχων

Γλυκερόλη Φαινόλη Μετακρεσόλη

Οξικός ψευδάργυρος Φωσφορικό δινάτριο διϋδρικό Χλωριούχο νάτριο

Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH) Υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Ουσίες οι οποίες προστίθενται στο Levemir ενδέχεται να προκαλέσουν αποδόμηση της ινσουλίνης detemir, π.χ. εάν το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει θειόλες ή θειώδη. Το Levemir δεν πρέπει να προστίθεται σε υγρά έγχυσης.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Διάρκεια ζωής

Πριν από το άνοιγμα: 30 μήνες.

Κατά τη χρήση ή ότσν φέρεται ως εφεδρικό: Το προϊόν μπορεί να φυλάσσεται για 6 εβδομάδες το πολύ.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Για τις συνθήκες φύλαξης του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Πριν από το άνοιγμα: Φυλάσσεται σε ψυγείο (2°C–8°C). Κρατήστε το μακριά από το στοιχείο ψύξης. Μην το καταψύχετε.

Levemir Penfill

Κατά τη χρήση ή όταν φέρεται ως εφεδρικό: Φυλάσσεται κάτω από τους 30°C. Μην το ψύχετε. Μην το καταψύχετε.

Να διατηρείτε το φυσίγγιο στο κουτί για να το προστατέψετε από το φως.

Levemir FlexPen/Levemir FlexTouch

Κατά τη χρήση ή όταν φέρεται ως εφεδρικό: Φυλάσσεται κάτω από τους 30°C. Μπορεί να φυλάσσεται στο ψυγείο (2°C–8°C). Μην το καταψύχετε.

Να διατηρείτε το κάλυμμα στη συσκευή τύπου πένας για να την προστατέψετε από το φως.

Levemir InnoLet

Κατά τη χρήση ή όταν φέρεται ως εφεδρικό: Φυλάσσεται κάτω από τους 30°C. Μην το ψύχετε. Μην το καταψύχετε.

Να διατηρείτε το κάλυμμα στη συσκευή τύπου πένας για να την προστατέψετε από το φως.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Levemir Penfill

3 ml διαλύματος σε φυσίγγιο (γυαλί τύπου 1) με ένα έμβολο (βρωμοβουτύλιο) και με ένα ελαστικό πώμα (βρωμοβουτύλιο/πολυισοπρένιο).

Μεγέθη συσκευασίας των 1, 5 και 10 φυσίγγιων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλα τα μεγέθη συσκευασίας.

Levemir FlexPen

3 ml διαλύματος σε φυσίγγιο (γυαλί Τύπου 1) με ένα έμβολο (βρωμοβουτύλιο) και ένα ελαστικό πώμα (βρωμοβουτύλιο /πολυισοπρένιο) που περιέχονται σε μία προγεμισμένη πολλαπλών δόσεων αναλώσιμη συσκευή τύπου πένας κατασκευασμένη από πολυπροπυλένιο.

Μεγέθη συσκευασίας της 1 (με ή χωρίς βελόνες), των 5 (χωρίς βελόνες) και των 10 (χωρίς

βελόνες) προγεμισμένων συσκευών τύπου πένας. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Levemir InnoLet

3 ml διαλύματος σε φυσίγγιο (γυαλί τύπου 1) με ένα έμβολο (βρωμοβουτύλιο) και ένα ελαστικό πώμα (βρωμοβουτύλιο/πολυισοπρένιο) που περιέχονται σε μία προγεμισμένη πολλαπλών δόσεων αναλώσιμη συσκευή τύπου πένας κατασκευασμένη από πολυπροπυλένιο.

Μεγέθη συσκευασίας της 1, των 5 και των 10 προγεμισμένων συσκευών τύπου πένας. Ενδέχεται να μην κυκλοφορούν όλα τα μεγέθη συσκευασίας.

Levemir FlexTouch

3 ml διαλύματος σε φυσίγγιο (γυαλί Τύπου 1) με ένα έμβολο (βρωμοβουτύλιο) και ένα ελαστικό πώμα (βρωμοβουτύλιο /πολυισοπρένιο) που περιέχονται σε μία προγεμισμένη πολλαπλών δόσεων αναλώσιμη συσκευή τύπου πένας κατασκευασμένη από πολυπροπυλένιο.

Μεγέθη συσκευασίας της 1 (με ή χωρίς βελόνες), των 5 (χωρίς βελόνες) ή πολυσυσκευασία των 2 x 5 (χωρίς βελόνες) προγεμισμένων συσκευών τύπου πένας των 3 ml. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Μη χρησιμοποιείτε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν εάν παρατηρήσετε ότι το διάλυμα δεν είναι διαυγές, άχρωμο και υδατικό.

Το Levemir που έχει καταψυχθεί δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.

Θα πρέπει να συνιστάται στον ασθενή να απορρίπτει τη βελόνα μετά από κάθε ένεση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Οι βελόνες, τα φυσίγγια και οι προγεμισμένες συσκευές τύπου πένας δεν πρέπει να μοιράζονται. Το φυσίγγιο δεν πρέπει να επαναπληρώνεται.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

1 PF.PEN X 3 ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
10 PF.PEN X 3 ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
5 PF.PEN X 3 ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.