LEVITRA OR.DISP.TA 10MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - LEVITRA 10MG/TAB
Θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας σε ενήλικες άνδρες. Η στυτική δυσλειτουργία είναι η ανικανότητα να επιτευχθεί ή να διατηρηθεί επαρκής στύση στο πέος για ικανοποιητική σεξουαλική δραστηριότητα.
Για να είναι αποτελεσματικό το Levitra πρέπει να υπάρχει σεξουαλική διέγερση.
Δοσολογία
Τα Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα δεν είναι βιοϊσοδύναμα με τα Levitra 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (βλ. παράγραφο 5.1). Η μέγιστη δόση για το Levitra δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα είναι 10 mg/ημέρα.
Χρήση από τους ενήλικες άνδρες
Τα Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα λαμβάνονται κατά την ανάγκη, περίπου 25 με 60 λεπτά πριν από τη σεξουαλική δραστηριότητα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (ηλικίας ≥65 ετών)
Δεν απαιτείται προσαρμογή των δόσεων σε ηλικιωμένους ασθενείς. Ωστόσο, μια αύξηση σε μέγιστη δόση Levitra 20 mg επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ανάλογα με την ανεκτικότητα ατομικά (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Ηπατική δυσλειτουργία
Τα Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα δεν ενδείκνυνται ως δόση έναρξης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A).
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να αρχίζουν τη θεραπεία με Levitra 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Με βάση την ανεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα η δόση μπορεί να αυξηθεί σε Levitra 10 mg και 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα.
Η μέγιστη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B) είναι Levitra 10 mg ως επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (βλ. παράγραφο 5.2).
Τα Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα δεν προορίζονται για χρήση σε ασθενείς με μέτρια (Child-Pugh B) και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C, βλ. παράγραφο 4.3).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) θα πρέπει να εξετασθεί ως αρχική δόση αυτή των Levitra 5 mg επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων. Ανάλογα με την ανεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα, η δόση θα μπορεί να αυξηθεί σε Levitra 10 mg και 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα.
Το Levitra δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα δεν προορίζεται για χρήση σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια σε τελικό στάδιο (βλ. παράγραφο 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα Levitra δισκία διασπειρόμενα στο στόμα δεν ενδείκνυνται σε άτομα με ηλικία κάτω των
18 χρόνων. Δεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση των Levitra δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα από παιδιά και εφήβους.
Xρήση σε ασθενείς που χρησιμοποιούν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Ταυτόχρονη χρήση με μέτριους ή ισχυρούς αναστολείς του CYP 3A4.
Απαιτείται προσαρμογή της δόσης του vardenafil σε περίπτωση συγχορήγησης μέτριων ή ισχυρών αναστολέων του CYP 3A4 (βλ. παράγραφο 4.5).
Τρόπος χορήγησης
Για από στόματος χρήση.
Το δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα πρέπει να τοποθετείται στο στόμα επάνω στη γλώσσα, όπου θα διαλυθεί γρήγορα, και στη συνέχεια θα καταποθεί. Τα Levitra δισκία διασπειρόμενα στο στόμα πρέπει να λαμβάνονται χωρίς υγρό και αμέσως μετά την αφαίρεσή τους από τη συσκευασία τύπου κυψέλης.
Τα Levitra δισκία διασπειρόμενα στο στόμα μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Αντενδείκνυται η συγχορήγηση του vardenafil με νιτρικά ή δότες μονοξειδίου του αζώτου (όπως το νιτρώδες αμύλιο) με οποιαδήποτε μορφή (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
Tο Levitra αντενδείκνυται σε ασθενείς με απώλεια της όρασης στον ένα οφθαλμό λόγω μη αρτηριτιδικής ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας (ΝΑΙΟΝ), ανεξάρτητα από το αν το συμβάν αυτό έχει συσχετιθεί ή όχι με προηγούμενη χορήγηση ενός αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης 5 (PDE5) (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας δεν θα πρέπει γενικά να χρησιμοποιούνται από άνδρες στους οποίους δεν συνίσταται η σεξουαλική δραστηριότητα (π.χ. ασθενείς με σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές όπως η ασταθής στηθάγχη ή η σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια [New York Heart Association III or IV]).
H ασφάλεια του vardenafil δεν έχει μελετηθεί στις ακόλουθες υποκατηγορίες ασθενών και επομένως η χρήση του αντενδείκνυται μέχρις ότου νέες πληροφορίες είναι διαθέσιμες:
-
σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C),
-
νεφρική νόσος τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιάλυση,
-
υπόταση (αρτηριακή πίεση < 90/50 mmHg),
-
πρόσφατο ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή έμφραγμα του μυοκαρδίου (κατά τους τελευταίους 6 μήνες),
-
ασταθής στηθάγχη, και γνωστές κληρονομικές εκφυλιστικές διαταραχές του αμφιβληστροειδούς, όπως η μελαχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια.
Η ταυτόχρονη χρήση του vardenafil με τους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ketoconazole και itraconazole (από του στόματος) αντενδείκνυται σε άνδρες μεγαλύτερους από 75 ετών.
Η ταυτόχρονη χορήγηση του vardenafil με τους αναστολείς της HIV πρωτεάσης, όπως το ritonavir και το indinavir αντενδείκνυται, μιας και είναι πολύ ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (βλ.
παράγραφο 4.5).
Η συγχορήγηση με τον αναστολέα φωσφοδιεστεράσης 5 (PDE5), συμπεριλαμβανομένου του vardenafil,
μαζί με διεγέρτες γουανυλικής κυκλάσης, όπως η ριοσιγουάτη, αντενδείκνυται καθώς μπορεί πιθανώς να
οδηγήσει σε συμπτωματική υπόταση (δείτε παράγραφο 4.5).
Πριν εξετασθεί η χορήγηση φαρμακολογικής θεραπείας, πρέπει να ληφθεί το ιατρικό ιστορικό και να γίνει φυσική εξέταση για τη διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας και να εντοπιστούν πιθανά υποκείμενα αίτια.
Πριν αρχίσει οποιαδήποτε θεραπεία για τη στυτική δυσλειτουργία, οι γιατροί πρέπει να λάβουν υπόψη την καρδιαγγειακή κατάσταση των ασθενών τους, λόγω του ότι υπάρχει ένας βαθμός καρδιακού κινδύνου, που σχετίζεται με τη σεξουαλική δραστηριότητα (βλ. παράγραφο 4.3). Το vardenafil έχει αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες, που έχει σαν αποτέλεσμα ήπιες και παροδικές μειώσεις στην αρτηριακή πίεση (βλ. παράγραφο 5.1). Ασθενείς με απόφραξη του χώρου εξώθησης αριστερής κοιλίας π.χ. αορτική στένωση και ιδιοπαθή υπερτροφική υποβαλβιδική στένωση, μπορεί να είναι ευαίσθητοι στη δράση των αγγειοδιασταλτικών συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5.
Σοβαρά καρδιοαγγειακά συμβάματα όπως αιφνίδιος θάνατος, ταχυκαρδία, έμφραγμα του μυοκαρδίου, κοιλιακή ταχυ-αρρυθμία, στηθάγχη και εγκεφαλοαγγειακές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης της παροδικής ισχαιμικής προσβολής και εγκεφαλικής αιμορραγίας) έχουν αναφερθεί σε χρονική συσχέτιση με το vardenafil. Οι περισσότεροι από τους ασθενείς στους οποίους έχουν αναφερθεί αυτά τα συμβάματα είχαν προϋπάρχοντες παράγοντες καρδιοαγγειακού κινδύνου. Παρόλα αυτά, δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί εάν αυτά τα συμβάματα σχετίζονται άμεσα με αυτούς τους παράγοντες κινδύνου, το vardenafil, τη σεξουαλική δραστηριότητα ή σε συνδυασμό αυτών ή άλλων παραγόντων.
Φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ανατομικές αλλοιώσεις του πέους (όπως γωνίωση, ίνωση των σηραγγωδών σωμάτων του πέους ή νόσο του Peyronie) ή σε ασθενείς που η κατάστασή τους μπορεί να προδιαθέτει για πριαπισμό (όπως η δρεπανοκυτταρική αναιμία, πολλαπλούν μυέλωμα ή λευχαιμία).
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των Levitra δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα σε συνδυασμό με Levitra επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή άλλες θεραπείες στυτικής δυσλειτουργίας, δεν έχει μελετηθεί. Επομένως η εφαρμογή τέτοιων συνδυασμών δε συνιστάται.
Η ανεκτικότητα της μέγιστης δόσης των Levitra 20 mg επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων μπορεί να είναι χαμηλότερη σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Ταυτόχρονη χρήση α-αναστολέων
Η ταυτόχρονη χρήση των α-αναστολέων και του vardenafil μπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματική υπόταση σε ορισμένους ασθενείς επειδή και τα δύο είναι αγγειοδιασταλτικά. Ταυτόχρονη θεραπεία με
vardenafil θα πρέπει να ξεκινάει μόνο εάν ο ασθενής έχει σταθεροποιηθεί στη θεραπεία με α- αναστολείς. Σε αυτούς τους ασθενείς που έχουν σταθεροποιηθεί με θεραπεία με α-αναστολείς, το vardenafil θα πρέπει να ξεκινάει με τη χαμηλότερη συνιστώμενη δόση των 5 mg επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με α-αναστολείς δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τα Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα ως δόση έναρξης. Το vardenafil μπορεί να χορηγηθεί οποιαδήποτε χρονική στιγμή με το tamsulosin ή με το alfuzosin. Με άλλους α- αναστολείς, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα χρονικό μεσοδιάστημα όταν το vardenafil συνταγογραφείται ταυτόχρονα (βλ. παράγραφο 4.5). Σε αυτούς τους ασθενείς που λαμβάνουν ήδη την κατάλληλη δόση vardenafil, η θεραπεία με α-αναστολείς θα πρέπει να ξεκινάει με τη χαμηλότερη δόση. Σταδιακή αύξηση στη δόση των α- αναστολέων μπορεί να συνοδεύεται με περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς που λαμβάνουν vardenafil.
Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του CYP 3A4
Η ταυτόχρονη χρήση του vardenafil με τους ισχυρούς αναστολείς του CYP 3A4 όπως η itraconazole και ketoconazole (από του στόματος) πρέπει να αποφεύγεται δεδομένου ότι επιτυγχάνονται πολύ υψηλές συγκεντρώσεις vardenafil στο πλάσμα όταν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα συνδυασθούν (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.3).
Προσαρμογή δοσολογίας του vardenafil μπορεί να είναι απαραίτητη όταν χορηγούνται ταυτόχρονα μέτριοι αναστολείς του CYP 3A4, όπως η ερυθρομυκίνη και η κλαριθομυκίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).
Ταυτόχρονη χρήση με grapefruit ή με το χυμό grapefruit, αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του vardenafil στο πλάσμα. Η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Επίδραση στο διάστημα QTc
Εφάπαξ από του στόματος δόσεις 10 mg και 80 mg vardenafil, έχουν δείξει επιμήκυνση του διαστήματος QΤc κατά ένα μέσο όρο 8 msec και 10 msec αντίστοιχα. Εφάπαξ δόσεις των 10 mg vardenafil συγχορηγούμενες ταυτόχρονα με 400 mg gatifloxacin, μια δραστική ουσία με συγκρίσιμη επίδραση QT, έδειξαν μία πρόσθετη επίδραση του QTc των 4 msec όταν συγκρίθηκαν και με την κάθε μία δραστική ουσία ξεχωριστά. Το κλινικό αντίκτυπο αυτών των αλλαγών του QT δεν είναι γνωστό (βλ. παράγραφο 5.1).
Η κλινική συσχέτιση αυτού του ευρύματος είναι άγνωστη και δεν μπορεί να γενικευθεί για όλους τους ασθενείς σε όλες τις περιπτώσεις, καθώς εξαρτάται από τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου και ευαισθησίες που μπορεί να υπάρχουν οποιαδήποτε στιγμή σε οποιοδήποτε ασθενή. Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να επιμηκύνουν το διάστημα QTc, συμπεριλαμβανομένου του vardenafil, είναι καλύτερο να αποφεύγονται σε ασθενείς με σχετικούς παράγοντες κινδύνου, για παράδειγμα, υποκαλιαιμία, συγγενή επιμήκυνση του QT, ταυτόχρονη χορήγηση αντιαρρυθμικών φαρμακευτικών προϊόντων της τάξης ΙA (π.χ. quinidine, procainamide) ή της Τάξης ΙΙΙ (π.χ. amiodarone, sotalol).
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS)/τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), τα οποία μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή ή θανατηφόρα, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με vardenafil (βλ. παράγραφο 4.8).
Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, το vardenafil πρέπει να αποσυρθεί αμέσως και δεν πρέπει ποτέ ξανά να δοθεί σε αυτόν τον ασθενή.
Επίδραση στην όραση
Έχουν αναφερθεί διαταραχές της όρασης, συμπεριλαμβανομένης της Κεντρικής Ορώδους Χοριοαμφιβληστροειδοπάθειας (CSCR), και περιπτώσεις μη αρτηριτιδικής ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας με τη χορήγηση του Levitra και των άλλων αναστολέων της PDE5. Οι αναλύσεις των δεδομένων παρατήρησης υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο οξείας μη αρτηριτιδικης ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας (ΝΑΙΟΝ) σε άνδρες με στυτική δυσλειτουργία μετά από έκθεση σε αναστολείς PDE5, όπως τα vardenafil, tadalafil και sildenafil (βλ. παράγραφο 4.8). Καθώς αυτό μπορεί να είναι σχετικό για όλους τους ασθενείς που εκτίθενται σε vardenafil, o ασθενής πρέπει να ενημερώνεται ότι σε περίπτωση αιφνίδιας διαταραχής της όρασης, πρέπει να σταματήσει τη λήψη των Levitra δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα και να συμβουλευτεί άμεσα ιατρό (βλ. παράγραφο 4.3).
Επίδραση στην αιμορραγία
Μελέτες in-vitro, με ανθρώπινα αιμοπετάλια, υποδεικνύουν, ότι το vardenafil δεν έχει δράση κατά της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων από μόνο του αλλά σε υψηλές (υπέρ-θεραπευτικές) συγκεντρώσεις το vardenafil ενισχύει τη δράση κατά της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων του νιτροπρωσσικού νατρίου, δότη μονοξειδίου του αζώτου. Στους ανθρώπους, το vardenafil δεν έχει επίδραση στο χρόνο αιμορραγίας από μόνο του ή σε συνδυασμό με το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. παράγραφο 4.5). Δεν διατίθενται στοιχεία για την ασφάλεια στη χορήγηση του vardenafil σε ασθενείς με διαταραχές αιμορραγίας ή ενεργό πεπτικό έλκος. Επομένως το vardenafil πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της ωφέλειας - κινδύνου.
Ασπαρτάμη
Αυτό το φάρμακο περιέχει 1.80 mg ασπαρτάμης σε κάθε 10 mg δισκίου διασπειρόμενου στο στόμα. Η ασπαρτάμη είναι πηγή φαινυλαλανίνης. Αυτό μπορεί να είναι επιβλαβές για άτομα με φαινυλκετονουρία (PKU), μια σπάνια γενετική διαταραχή στην οποία συσσωρεύεται φαινυλαλανίνη, επειδή το σώμα δεν μπορεί να την αποβάλλει κατάλληλα.
Σορβιτόλη
Αυτό το φάρμακο περιέχει 7.96 mg σορβιτόλη σε κάθε 10 mg δισκίου διασπειρόμενου στο στόμα.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο vardenafil
Mελέτες in- vitro
To vardenafil μεταβολίζεται κυρίως από τα ηπατικά ένζυμα, μέσω του ισόμορφου 3Α4 του κυτοχρώματος Ρ450 (CYP) με κάποια συμβολή από τα ισόμορφα CYP3A5 και CYPP2C. Επομένως, οι αναστολείς αυτών των ισοενζύμων μειώνουν την κάθαρση του vardenafil.
Mελέτες in-vivo
Συγχορήγηση του αναστολέα της πρωτεάσης του HIV indinavir (800 mg τρείς φορές ημερησίως), ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, με vardenafil (10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία), είχε ως αποτέλεσμα μια κατά 16 φορές αύξηση στην AUC του vardenafil και μια κατά 7 φορές αύξηση στη Cmax του vardenafil. Σε 24 ώρες, τα επίπεδα πλάσματος του vardenafil είχαν μειωθεί περίπου στο 4 % των μέγιστων επιπέδων πλάσματος του vardenafil (Cmax).
Συγχορήγηση vardenafil με ritonavir (600 mg δυο φορές ημερησίως), είχε ως αποτέλεσμα μια κατά 13 φορές αύξηση στη Cmax του vardenafil και μία κατά 49 φορές αύξηση στην ΑUC0-24 του vardenafil όταν συγχορηγήθηκε με vardenafil 5 mg. Η αλληλεπίδραση είναι συνέπεια της αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού του vardenafil από το ritonavir, έναν πολύ ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, ο οποίος επίσης αναστέλει το CYP2C9. To ritonavir επιμηκύνει σημαντικά το χρόνο ημιζωής του Levitra σε 25,7 ώρες (βλ. παράγραφο 4.3).
Συγχορήγηση με ketoconazole (200 mg), ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, με vardenafil (5 mg) είχε ως αποτέλεσμα την κατά 10 φορές αύξηση της AUC του vardenafil και την κατά 4 φορές αύξηση της Cmax του vardenafil (βλ. παράγραφο 4.4).
Αν και ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης δεν έχουν διενεργηθεί, η ταυτόχρονη χρήση άλλων ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (όπως η itraconazole), είναι αναμενόμενο να προκαλέσουν επίπεδα πλάσματος vardenafil συγκρίσιμα με αυτά που παρήχθησαν από την ketoconazole. Η ταυτόχρονη χρήση του vardenafil με τους ισχυρούς αναστολείς του CYP 3A4 όπως η itraconazole και ketoconazole (από στόματος χρήση) θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Σε άνδρες μεγαλύτερους των 75 ετών η ταυτόχρονη χρήση του vardenafil με την itraconazole ή ketoconazole αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Η συγχορήγηση με ερυθρομυκίνη (500 mg τρείς φορές ημερησίως), ενός αναστολέα του CYP3A4, με vardenafil (5 mg) είχε ως αποτέλεσμα την κατά 4 φορές αύξηση στην AUC του vardenafil και κατά
3 φορές αύξηση στη Cmax. Παρόλο που μια ειδική μελέτη αλληλεπίδρασης δεν έχει διεξαχθεί, η
συγχορήγηση της κλαριθομυκίνης αναμένεται να επιφέρει αντίστοιχες επιδράσεις στην AUC του vardenafil και στην Cmax. Μπορεί να είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας του vardenafil όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με έναν μέτριο αναστολέα του CYP 3A4 όπως η ερυθρομυκίνη ή η κλαριθομυκίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Η σιμετιδίνη (400 mg δυο φορές ημερησίως), ένας μη ειδικός αναστολέας του κυτοχρώματος Ρ450, δεν είχε καμία επίδραση στην AUC και Cmax του vardenafil, όταν συγχορηγήθηκε με το vardenafil (20 mg) σε υγιείς εθελοντές.
Ο χυμός grapefruit, ένας ασθενής αναστολέας του μεταβολισμού του CYP3A4 στο εντερικό τοίχωμα, μπορεί να οδηγήσει σε μέτριες αυξήσεις των επιπέδων του vardenafil στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).
Η φαρμακοκινητική του vardenafil (20 mg) δεν επηρεάστηκε από τη συγχορήγηση με τον ανταγωνιστή Η-2, το ranitidine (150 mg δυο φορές ημερησίως), το digoxin, το warfarin, το glibenclamide, την αλκοόλη (μέσο μέγιστο επίπεδο αλκοόλης στο αίμα 73 mg/dl) ή από εφάπαξ δόσεις αντιόξινων (magnesium hydroxide/aluminium hydroxide).
Aν και δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα, η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση δεν έδειξε κάποια επίδραση στη φαρμακοκινητική του vardenafil, όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με τα παρακάτω φάρμακα: ακετυλοσαλικυλικό οξύ, αναστολείς του ΜΕΑ, β-αναστολείς, ασθενείς αναστολείς του CYP 3A4, διουρητικά και φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία του διαβήτη (sulfonylureas και metformin).
Επιδράσεις του vardenafil σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Δεν υπάρχουν στοιχεία για την αλληλεπίδραση του vardenafil με μη ειδικούς αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης όπως η θεοφυλλίνη ή η διπυριδαμόλη.
Μελέτες in-vivo
Kαμία ενίσχυση της υποτασικής ενέργειας της υπογλώσσιας νιτρογλυκερίνης (0,4 mg) δεν παρατηρήθηκε όταν το vardenafil (10 mg) δόθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα (1 h έως 24 h) πριν τη δόση της νιτρογλυκερίνης σε μια μελέτη με 18 υγιείς άνδρες. Δόση vardenafil 20 mg επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίο ενίσχυσε την υποτασική δράση της υπογλώσσιας νιτρογλυκερίνης (0,4 mg) που λήφθηκε 1 και 4 ώρες μετά τη χορήγηση vardenafil σε υγιείς μέσης ηλικίας ασθενείς. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην αρτηριακή πίεση όταν η νιτρογλυκερινή λήφθηκε 24 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης vardenafil 20 mg επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου. Παρ’όλα αυτά, δεν υπάρχουν πληροφορίες για την πιθανή ενίσχυση της υποτασικής δράσης των νιτρικών από το vardenafil σε ασθενείς, επομένως η ταυτόχρονη χρήση Levitra δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Το nicorandil είναι υβριδικός συνδυασμός ενεργοποιητή των διαύλων καλίου και νιτρώδους. Εξαιτίας της νιτρώδους ομάδας που περιέχει, έχει πιθανότητα σοβαρής αλληλεπίδρασης με το vardenafil.
Καθώς μονοθεραπεία με α-αναστολείς μπορεί να προκαλέσει σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα ορθοστατική υπόταση και συγκοπή, έχουν διενεργηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με το vardenafil. Σε δύο μελέτες αλληλεπίδρασης με υγιείς νορμοτασικούς εθελοντές κατόπιν ταχείας τιτλοποίησης των α-αναστολέων tamsulosin ή terazosin σε υψηλές δόσεις, αναφέρθηκε υπόταση (σε κάποιες περιπτώσεις συμπτωματική) σε ένα σημαντικό αριθμό ατόμων μετά από συγχορήγηση με vardenafil. Ανάμεσα στα άτομα που θεραπεύθηκαν με terazosin, παρατηρήθηκε πιο συχνά υπόταση όταν το vardenafil και το terazosin χορηγήθηκαν ταυτόχρονα παρά όταν στη δόση μεσολαβούσε ένα χρονικό διάστημα 6 ωρών.
Με βάση τα αποτελέσματα των μελετών αλληλεπίδρασης που διεξήχθησαν με το vardenafil σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (KYΠ) σε σταθερή θεραπεία με tamsulosin, terazosin ή alfuzosin:
-
Όταν το vardenafil (επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία) χορηγήθηκε σε δόσεις των 5, 10 ή
20 mg σε ασθενείς που ήταν ρυθμισμένοι με tamsulosin, δεν υπήρξε συμπτωματική μείωση στην αρτηριακή πίεση αν και 3/ 21 ασθενείς που θεραπεύθηκαν με tamsulosin παρουσίασαν μία παροδική συστολική αρτηριακή πίεση σε όρθια θέση, μικρότερη από 85 mmHg.
-
Όταν το vardenafil 5 mg (επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία) χορηγήθηκε ταυτόχρονα με terazosin 5 ή 10 mg, 1 από τους 21 ασθενείς εμφάνισαν συμπτωματική ορθοστατική υπόταση. Δεν παρατηρήθηκε υπόταση όταν στη χορήγηση 5 mg vardenafil και terazosin μεσολαβούσε χρονικό διάστημα 6 ωρών.
-
Όταν το vardenafil (επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία) χορηγήθηκε σε δόσεις των 5 ή 10 mg σε ασθενείς που ήταν ρυθμισμένοι με alfuzosin, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, δεν υπήρξε συμπτωματική μείωση στην αρτηριακή πίεση.
Επομένως, η ταυτόχρονη θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει μόνον εάν ο ασθενής έχει σταθεροποιηθεί στη θεραπεία με τους α-αναστολείς. Σε αυτούς τους ασθενείς που έχουν σταθεροποιηθεί στη θεραπεία με α-αναστολείς, το vardenafil θα πρέπει να ξεκινάει με τη χαμηλότερη συνιστώμενη δόση των 5 mg. Το Levitra μπορεί να χορηγείται οποιαδήποτε χρονική στιγμη με tamsulosin ή με alfuzosin. Με άλλους α-αναστολείς, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα χρονικό διάστημα της δόσης, όταν το vardenafil συνταγογραφείται ταυτόχρονα (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα δεν πρέπει να λαμβάνονται ως δόση έναρξης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με α-αναστολείς (βλ. παράγραφο 4.4).
Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλληλεπιδράσεις όταν η βαρφαρίνη (25 mg), η οποία μεταβολίζεται από το CYP2C9, ή η διγοξίνη (0,375 mg) συγχορηγήθηκαν με το vardenafil (20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία). Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της γλιβενκλαμίδης (3,5 mg) δεν επηρεάστηκε όταν συγχορηγήθηκε με το vardenafil (20 mg). Σε μια ειδική μελέτη, όταν το vardenafil (20 mg) συγχορηγήθηκε με βραδείας αποδέσμευσης νιφεδιπίνη (30 mg ή 60 mg) σε υπερτασικούς ασθενείς, υπήρξε μια επιπρόσθετη μείωση στη συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση ίση με 6 mmHg και στη διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση ίση με 5 mmHg, που συνοδεύτηκαν με αύξηση στην καρδιακή συχνότητα ίση με 4 bpm.
Όταν το vardenafil (20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία) και η αλκοόλη (μέσο μέγιστο επίπεδο αλκοόλης στο αίμα 73 mg/dl) ληφθούν μαζί, το vardenafil δεν ενίσχυσε την επίδραση της αλκοόλης στην αρτηριακή πίεση και την καρδιακή συχνότητα και η φαρμακοκινητική του vardenafil δεν μεταβλήθηκε.
Το vardenafil (10 mg) δεν ενίσχυσε την αύξηση του χρόνου αιμορραγίας που οφείλετο σε ακετυλοσαλικυλικό οξύ (2x81 mg).
Ριοσιγουάτη
Προκλινικές μελέτες έδειξαν επιπρόσθετη συστηματική μείωση της αρτηριακής πίεσης όταν συνδυάστηκαν αναστολείς φωσφοδιεστεράσης 5 (PDE5) μαζί με ριοσιγουάτη. Σε κλινικές μελέτες, η ριοσιγουάτη έδειξε μια αύξηση στην υποτασική δράση των αναστολών φωσφοδιεστεράσης 5 (PDE5). Δεν υπήρξε καμία ένδειξη για ευνοϊκή κλινική δράση για αυτόν τον συνδυασμό στους πληθυσμούς που μελετήθηκε. Η ταυτόχρονη χρήση της ριοσιγουάτης με αναστολείς φωσφοδιεστεράσης 5 (PDE5), συμπεριλαμβανομένου του vardenafil, αντενδείκνυται (δείτε παράγραφο 4.3).
Το Levitra δεν ενδείκνυται για χρήση από τις γυναίκες. Δεν υπάρχουν μελέτες με το vardenafil σε έγκυες γυναίκες.
Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα.
ν
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Καθώς έχει αναφερθεί ζάλη και ανωμαλίες στην όραση σε κλινικές δοκιμές με το vardenafil, οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν την αντίδρασή τους στα Levitra δισκία διασπειρόμενα στο στόμα πριν οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με τα Levitra επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή με τα 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα στις κλινικές δοκιμές ήταν γενικά παροδικές και ήπιες έως μέτριες στη φύση τους. Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που συμβαίνει σε ποσοστό
≥10 % των ασθενών είναι πονοκέφαλος.
Πίνακας των ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται σύμφωνα με τη συνθήκη συχνότητας MedDRA: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως
<1/1.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί:
| Κατηγορία / | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη Γνωστές |
| Οργανικό Σύστημα | (≥1/10) | (≥1/100 έως<1/10) | (≥1/1.000 έως<1/100) | (≥1/10.000 έως<1/1.000) | (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με |
| βάση τα διαθέσιμα | |||||
| δεδομένα) | |||||
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Επεφυκίτιδα | ||||
| Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος | Αλλεργικόοίδημα και αγγειοοίδημα | Αλλεργική αντίδραση | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Διαταραχή του ύπνου | Άγχος | |||
| Διαταραχές του | Κεφαλαλγία | Ζάλη | Υπνηλία | Συγκοπή | Εγκεφαλική |
| νευρικού | Παραισθησία | Σπασμοί | αιμορραγία | ||
| συστήματος | και δυσαισθησία | Αμνησία | |||
| Παροδικό | |||||
| ισχαιμικό | |||||
| επεισόδιο | |||||
| Οφθαλμικές | Οπτική | Αύξηση στην | Μη αρτηριτιδική | ||
| διαταραχές | διαταραχή | ενδοφθάλμια | πρόσθια ισχαιμική | ||
| Οφθαλμική | πίεση | οπτική νευροπάθεια | |||
| υπεραιμία | Αυξημένη | Οπτικές διαταραχές | |||
| Οπτικές | δακρύρροια | Κεντρική Ορώδης | |||
| χρωματικές | Χοριοαμφιβληστρο | ||||
| παραμορφώσεις | ειδοπάθεια (CSCR) | ||||
| Οφθαλμικός | (βλ. παράγραφο | ||||
| πόνος και | 4.4) | ||||
| ενόχληση | |||||
| Φωτοφοβία |
| Κατηγορία / | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη Γνωστές |
| Οργανικό Σύστημα | (≥1/10) | (≥1/100 έως<1/10) | (≥1/1.000 έως<1/100) | (≥1/10.000 έως<1/1.000) | (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με |
| βάση τα διαθέσιμα | |||||
| δεδομένα) | |||||
| Διαταραχές τουωτός και του λαβυρίνθου | Εμβοές Ίλιγγος | Αιφνίδια κώφωση | |||
| Καρδιακές | Αίσθημα | Έμφραγμα του | Αιφνίδιος θάνατος | ||
| διαταραχές | παλμών | μυοκαρδίου | |||
| Ταχυκαρδία | Κοιλιακές | ||||
| ταχυαρρυθμίες | |||||
| Στηθάγχη | |||||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | Υπόταση Υπέρταση | |||
| Διαταραχές του | Ρινική | Δύσπνοια | Επίσταξη | ||
| αναπνευστικού | συμφόρηση | Συμφόρηση των | |||
| συστήματος, | παραρρίνιων | ||||
| του θώρακα και | κόλπων | ||||
| του | |||||
| μεσοθωράκιου | |||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Δυσπεψία | Γαστροοισοφαγι κή παλινδρόμηση Γαστρίτιδα Γαστρεντερικός και κοιλιακός πόνοςΔιάρροια Έμετος ΝαυτίαΞηροστομία | |||
| Διαταραχές τουήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση στις τρανσαμινάσες | Αύξηση στη γ-γλουταμυλοτρανσ φεράση | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ερύθημα Εξάνθημα | Αντίδραση φωτοευαισθησίας | Σύνδρομο Stevens- Johnson (SJS)/τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) (βλ. παράγραφο4.4) | ||
| Διαταραχές του | Πόνος στην | ||||
| μυοσκελετικού | πλάτη | ||||
| συστήματος και | Αύξηση στην | ||||
| του συνδετικού | κρεατινική | ||||
| ιστού | φωσφοκινάση | ||||
| Μυαλγία | |||||
| Αυξημένος | |||||
| μυϊκός τόνος και | |||||
| κράμπες | |||||
| Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών | Αιματουρία |
| Κατηγορία / | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη Γνωστές |
| Οργανικό Σύστημα | (≥1/10) | (≥1/100 έως<1/10) | (≥1/1.000 έως<1/100) | (≥1/10.000 έως<1/1.000) | (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με |
| βάση τα διαθέσιμα | |||||
| δεδομένα) | |||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικο ύ συστήματοςκαι του μαστού | Αύξηση της στύσης | Πριαπισμός | Αιμορραγία του πέους Αιματοσπερμία | ||
| Γενικές | Αίσθημα | Θωρακικός πόνος | |||
| διαταραχές και | αδιαθεσίας | ||||
| καταστάσεις | |||||
| της οδού | |||||
| χορήγησης |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Έχουν αναφερθεί αιμορραγία του πέους, αιματοσπερμία και αιματουρία σε κλινικές μελέτες και σε δεδομένα από αυθόρμητες μετεγκριτικές αναφορές με τη χρήση των αναστολέων της PDE5, συμπεριλαμβανομένης της vardenafil.
Στη δόση των 20 mg Levitra επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων, οι ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) είχαν υψηλότερες συχνότητες σε κεφαλαλγίες (16,2% κατά 11,8%) και ζάλη (3,7% κατά 0,7%) από ότι οι νεότεροι ασθενείς (<65 ετών). Γενικά, η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών (ειδικά "ζάλη") έχει καταδειχθεί ότι είναι ελαφρώς υψηλότερη σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Σε μελέτες εθελοντών, με εφάπαξ δόση, δόσεις έως και 80 mg vardenafil (επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία) την ημέρα, ήταν ανεκτές χωρίς να παρουσιαστούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες..
Όταν το vardenafil χορηγήθηκε σε υψηλότερες δόσεις και πιο συχνά από το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα (επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 40 mg δυο φορές ημερησίως), αναφέρθηκαν περιπτώσεις σοβαρού πόνου στην πλάτη. Αυτό δεν συσχετίζεται με οποιαδήποτε μυϊκή ή νευρολογική τοξικότητα.
Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, θα πρέπει να εφαρμόζονται τα συνήθη υποστηρικτικά μέτρα, εφόσον απαιτείται. Η νεφρική αιμοκάθαρση δεν αναμένεται να επιταχύνει την κάθαρση με δεδομένο ότι το vardenafil δεσμεύεται σε υψηλό ποσοστό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και δεν αποβάλλεται σε σημαντικό ποσοστό από τα ούρα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - LEVITRA 10MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ουρολογικά, φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη δυσλειτουργία στύσης, κωδικός ATC: G04BE09.
Το vardenafil είναι μία από του στόματος θεραπεία για τη βελτίωση της λειτουργίας της στύσης σε άνδρες με στυτική δυσλειτουργία. Σε φυσιολογικές συνθήκες, δηλαδή με σεξουαλική διέγερση,
αποκαθιστά την ανεπαρκή στύση αυξάνοντας τη ροή του αίματος στο πέος.
Η διέγερση του πέους είναι μια αιμοδυναμική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής διέγερσης, απελευθερώνεται οξείδιο του αζώτου. Αυτό ενεργοποιεί το ένζυμο guanylate cyclase, έχοντας ως αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα της κυκλικής μονοφωσφορικής γουανοσίνης (cGMP) στο συραγγώδες σώμα. Αυτό στη συνέχεια έχει ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση του λείου μυϊκού ιστού, επιτρέποντας την αυξημένη εισροή του αίματος στο πέος. Τα επίπεδα της cGMP ρυθμίζονται από το ρυθμό σύνθεσης μέσω της guanylate cyclase και από το ρυθμό αποικοδόμησης μέσω των υδρολυτικών φωσφοδιεστερασών (PDEs) της cGMP.
Το vardenafil είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός αναστολέας της ειδικής φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5) της cGMP, της επικρατέστερης φωσφοδιεστεράσης των συραγγωδών σωμάτων του ανθρώπου. Το vardenafil ενισχύει έντονα την επίδραση του ενδογενούς οξειδίου του αζώτου στο συραγγώδες σώμα, αναστέλλοντας την PDE5. Όταν απελευθερώνεται το οξείδιο του αζώτου σε απάντηση στη σεξουαλική διέγερση, η αναστολή της PDE5 από το vardenafil έχει ως αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα της cGMP στο συραγγώδες σώμα. Επομένως, η σεξουαλική διέγερση είναι απαραίτητη για το vardenafil, ώστε να παράγει τα ευεργετικά, θεραπευτικά αποτελέσματα.
Μελέτες in vitro έχουν δείξει, ότι το vardenafil είναι πιο ισχυρό στην PDE5 από ότι σε άλλες γνωστές φωσφοδιεστεράσες (>15 φορές σε σχέση με τις PDE6, >130 φορές σε σχέση με τις PDE1, >300 φορές σε σχέση με τις PDE11, και >1000 φορές σε σχέση με τις PDE2, PDE3, PDE4, PDE7, PDE8, PDE9 και PDE10).
Σε μια μελέτη πληθυσμογραφίας του πέους (RigiScan), το vardenafil 20 mg προκαλούσε στύσεις, που θεωρήθηκαν ικανοποιητικές για διείσδυση (60 % σκληρότητα με το RigiScan) σε ορισμένους άνδρες μόλις σε 15 λεπτά μετά τη δόση. Η συνολική ανταπόκριση αυτών των ασθενών στο vardenafil έγινε στατιστικά σημαντική σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, 25 λεπτά μετά τη δόση.
Το vardenafil προκαλεί ήπιες και παροδικές μειώσεις στην αρτηριακή πίεση, οι οποίες στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν μετατρέπονται σε κλινικές ενέργειες. Η μέση μέγιστη μείωση στη συστολική αρτηριακή πίεση (σε ύπτια θέση) μετά από χορήγηση vardenafil 20 mg και 40 mg ήταν – 6,9 mmHg για τα 20 mg και - 4,3 mmHg για τα 40 mg vardenafil, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Αυτές οι επιδράσεις είναι σε συμφωνία με τις αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις των αναστολέων της PDE5 και οφείλονται πιθανώς σε αυξημένα επίπεδα της cGMP στα λεία μυϊκά κύτταρα των αγγείων. Εφάπαξ και πολλαπλές από του στόματος δόσεις του vardenafil έως και 40 mg δεν προκάλεσαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημα υγιών ανδρών εθελοντών.
Μία εφάπαξ δόσης, διπλή-τυφλή, διασταυρούμενη, τυχαιοποιημένη μελέτη σε 59 υγιείς άνδρες, συνέκρινε τις επιδράσεις στο διάστημα QT του vardenafil (10 mg και 80 mg), sildenafil (50 mg και 400 mg) και placebo. Η moxifloxacin (400 mg) συμπεριλήφθηκε ως ένα δραστικό εσωτερικού ελέγχου. Οι επιδράσεις στο διάστημα QT μετρήθηκαν μία ώρα μετά τη δόση (μέση tmax για το vardenafil). Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της μελέτης ήταν να αποκλείσει μία επίδραση μεγαλύτερη των 10 msec (δηλ. να δείξει έλλειψη επίδρασης) σε εφάπαξ από του στόματος δόση 80 mg vardenafil, στο διάστημα QTc σε σύγκριση με το placebo, όπως μετρήθηκε από τη μεταβολή του διορθωμένου Fridericia τύπου (QTcF=QT/RR1/3) από τις αρχικές τιμές εως το σημείο μίας ώρας μετά τη δόση. Τα αποτελέσματα του vardenafil έδειξαν μια αύξηση στο διάστημα QTc (Fridericia) των 8 msec
(90% CI: 6-9) και 10 msec (90% CI: 8-11) σε δόσεις 10 mg και 80 mg σε σύγκριση με το placebo και
μια αύξηση στο QTci των 4 msec (90% CI: 3-6) και 6 msec (90% CI: 4-7) σε δόσεις 10 και 80 mg σε σύγκριση με το placebo, μία ώρα μετά τη δόση. Στο tmax, μόνο η μέση μεταβολή στο QTcF για το vardenafil 80 mg ήταν εκτός του καθορισμένου για τη μελέτη ορίου (μέσος χρόνος 10 msec,
90% CI 8-11). Όταν χρησιμοποιήθηκε ο ατομικός τύπος, καμία από τις τιμές δεν ήταν εκτός ορίων. Σε μία ξεχωριστή μετεγκριτική μελέτη 44 υγειών εθελοντών, εφάπαξ δόσεις των 10 mg vardenafil ή 50 mg sildenafil συγχορηγήθηκαν ταυτόχρονα με 400 mg gatifloxacin, ένα φάρμακο με συγκρίσιμη επίδραση QT. Και οι δύο vardenafil και sildenafil έδειξαν αύξηση στην επίδραση της Fredericia QTc των 4 msec (vardenafil) και 5 msec (sildenafil) όταν συγκρίθηκαν και με το κάθε ένα φάρμακο ξεχωριστά. Το ακριβές κλινικό αντίκτυπο αυτών των αλλαγών του QT δεν είναι γνωστό.
Επιπρόσθετες πληροφορίες για κλινικές δοκιμές με τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των vardenafil 10 mg δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα καταδείχθηκε ξεχωριστά σε έναν ευρύ πληθυσμό σε δύο μελέτες που συμπεριέλαβαν
701 τυχαιοποιημένους ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία οι οποίοι υποβλήθηκαν στη θεραπεία για έως 12 εβδομάδες. Η κατανομή των ασθενών στις προκαθορισμένες υποομάδες κάλυπτε ηλικιωμένους ασθενείς (51%), ασθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη (29%), δυσλιπιδαιμία (39%) και υπέρταση (40%).
Στα συγκεντρωτικά δεδομένα από τις δύο δοκιμές με τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα, οι βαθμολογίες πεδίου στυτικής λειτουργίας του Διεθνούς Δείκτη Στυτικής Λειτουργίας (IIEF-EF domain score) ήταν σημαντικά υψηλότερες με τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα από ό,τι με το placebo.
Ένα ποσοστό 71% όλων των σεξουαλικών προσπαθειών που αναφέρθηκαν στις κλινικές δοκιμές είχαν επιτυχή διείσδυση σε σύγκριση με 44% όλων των προσπαθειών στην ομάδα placebo. Αυτά τα αποτελέσματα επίσης αντικατοπτρίστηκαν στις υποομάδες, στους ηλικιωμένους ασθενείς (65%), στους ασθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη (63%), στους ασθενείς με ιστορικό δυσλιπιδαιμίας (66%) και υπέρτασης (70%) όλων των σεξουαλικών προσπαθειών που αναφέρθηκαν είχαν επιτυχή διείσδυση.
Περίπου 63% όλων των σεξουαλικών προσπαθειών που αναφέρθηκαν με τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα ήταν επιτυχείς όσον αφορά τη διατήρηση της στύσης σε σύγκριση με περίπου 26% όλων των ελεγχόμενων με placebo σεξουαλικών προσπαθειών. Στις προκαθορισμένες υποομάδες, 57% (ηλικιωμένοι ασθενείς), 56% (ασθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη), 59% (ασθενείς με ιστορικό δυσλιπιδαιμίας) και 60% (ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης) όλων των προσπαθειών που αναφέρθηκαν με τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα ήταν επιτυχείς όσον αφορά τη διατήρηση της στύσης.
Επιπρόσθετες πληροφορίες για κλινικές δοκιμές
Σε κλινικές μελέτες το vardenafil χορηγήθηκε σε περισσότερους από 17.000 άνδρες, με στυτική δυσλειτουργία (ΣΔ) μεταξύ 18 - 89 χρονών, πολλοί από τους οποίους είχαν πολλαπλές συνοδές παθολογικές καταστάσεις. Πάνω από 2.500 ασθενείς υποβλήθηκαν σε αγωγή με vardenafil για 6 μήνες ή περισσότερο. Από αυτούς, 900 ασθενείς έχουν υποβληθεί σε αγωγή για ένα χρόνο ή περισσότερο.
Οι παρακάτω ομάδες ασθενών αντιπροσωπεύθηκαν: ηλικιωμένοι (22 %), ασθενείς με υπέρταση (35 %), με σακχαρώδη διαβήτη (29 %), με ισχαιμική καρδιοπάθεια και άλλες καρδιαγγειακές παθήσεις (7 %), με χρόνιες πνευμονικές παθήσεις (5 %), με υπερλιπιδαιμία (22 %), με κατάθλιψη (5 %), με ριζική προστατεκτομή (9 %). Οι παρακάτω ομάδες δεν αντιπροσωπεύθηκαν καλά στις κλινικές μελέτες: ηλικιωμένοι (ηλικία >75 ετών, 2,4 %), και ασθενείς με συγκεκριμένες
καρδιαγγειακές παθήσεις (βλ. παράγραφο 4.3). Δεν διενεργήθηκαν κλινικές μελέτες σε παθήσεις του ΚΝΣ (εκτός από τραυματισμούς στη σπονδυλική στήλη), σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, εγχείρηση πυελικής χώρας (εκτός από ριζική προστατεκτομή με διατήρηση αγγειονευρωδών δεματίων) ή τραύμα ή σε ακτινοθεραπεία και μειωμένη σεξουαλική επιθυμία ή ανατομικές αλλοιώσεις του πέους.
Κατά τις κύριες κλινικές δοκιμές, η αγωγή με vardenafil (επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία) είχε ως αποτέλεσμα μια βελτίωση στη στυτική λειτουργία συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Σε μικρό αριθμό ασθενών που επιχείρησαν συνουσία για μέχρι και 4 με 5 ώρες μετά τη δόση το ποσοστό επιτυχίας της διείσδυσης και η διατήρηση της στύσης ήταν σταθερά μεγαλύτερος από αυτόν με το εικονικό φάρμακο.
Σε μελέτες σταθερής δόσης (επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία), σε ένα ευρύ πληθυσμό ανδρών με στυτική δυσλειτουργία, το 68 % (5 mg), το 76 % (10 mg) και το 80 % (20 mg) των ασθενών είχαν επιτυχείς διεισδύσεις (SEP2) σε σύγκριση με το 49 % από εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο σε περίοδο μελέτης 3 μηνών. Η ικανότητα να διατηρηθεί η στύση (SEP 3) σε αυτόν τον ευρύ πληθυσμό με ΣΔ δόθηκε σαν 53 % (5 mg), 63 % (10 mg) και 65 % (20 mg) σε σύγκριση με το 29 % για το εικονικό φάρμακο.
Σε συγκεντρωτικά δεδομένα από δοκιμές αποτελεσματικότητας το ποσοστό των ασθενών που είχαν επιτυχημένη διείσδυση με το vardenafil ήταν όπως ακολούθως: ψυχογενής στυτική δυσλειτουργία (77-87 %), μικτή στυτική δυσλειτουργία (69-83 %), οργανική στυτική δυσλειτουργία (64-75 %), ηλικιωμένοι (52-75 %), ισχαιμική καρδιοπάθεια (70-73 %), υπερλιπιδαιμία (62-73 %), χρόνια πνευμονική νόσος (74-78 %), κατάθλιψη (59-69 %), και ασθενείς που ακολουθούσαν ταυτόχρονα αγωγή με αντιυπερτασικά φάρμακα (62-73 %).
Σε κλινική μελέτη με ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, το vardenafil βελτίωσε σημαντικά τη βαθμολογία της κλίμακας της στυτικής λειτουργίας, την ικανότητα να επιτυγχάνεται και να διατηρείται η στύση αρκετό χρόνο για επιτυχημένη σεξουαλική επαφή και τη σκληρότητα του πέους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε δόσεις vardenafil 10 mg και 20 mg. Τα ποσοστά ανταπόκρισης για την ικανότητα να επιτυγχάνεται και να διατηρείται μια στύση ήταν 61 % και 49 % για τα 10 mg και 64 % και 54 % για τα 20 mg vardenafil, σε σύγκριση με το 36 % και το 23 % της ομάδας του εικονικού φαρμάκου, σε ασθενείς που ολοκλήρωσαν τρίμηνη θεραπεία.
Σε κλινική δοκιμή με ασθενείς μετά από προστατεκτομή, το vardenafil βελτίωσε σημαντικά τη βαθμολογία της κλίμακας της στυτικής λειτουργίας, την ικανότητα να επιτυγχάνεται και να διατηρείται η στύση αρκετό χρόνο για επιτυχημένη σεξουαλική επαφή και τη σκληρότητα του πέους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε δόσεις vardenafil 10 mg και 20 mg. Τα ποσοστά ανταπόκρισης για την ικανότητα να επιτυγχάνεται και να διατηρείται μια στύση ήταν 47 % και 37 % για τα 10 mg και 48 % και 34 % για τα 20 mg vardenafil σε σύγκριση με το 22 % και το 10 % του εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς που ολοκλήρωσαν τρίμηνη θεραπεία.
Σε μια κλινική μελέτη ευέλικτης δοσολογίας, σε ασθενείς με τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη, το vardenafil βελτίωσε σημαντικά τη βαθμολογία της κλίμακας της στυτικής λειτουργίας, την ικανότητα να επιτυγχάνεται και να διατηρείται η στύση αρκετό χρόνο για επιτυχημένη σεξουαλική επαφή και τη σκληρότητα του πέους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ο αριθμός των ασθενών που επανήλθε στη φυσιολογική βαθμολογία της κλίμακας της στυτικής λειτουργίας κατά ΙΙΕF (>26) ήταν 53% για το vardenafil σε σύγκριση με το 9% για το placebo. Τα ποσοστά ανταπόκρισης για την ικανότητα να επιτυγχάνεται και να διατηρείται μια στύση, ήταν 76% και 59% για το vardenafil σε σύγκριση με το 41% και το 22% για το εικονικό φάρμακο για τους ασθενείς που ολοκλήρωσαν τρίμηνη θεραπεία και οι οποίοι ήταν κλινικά και στατιστικά σημαντικοί (p < 0,001).
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του vardenafil διατηρήθηκε σε μακράς διάρκειας μελέτες. Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των
αποτελεσμάτων των μελετών για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Μελέτες βιοϊσοδυναμίας κατέδειξαν ότι το vardenafil 10 mg δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα δεν είναι βιοϊσοδύναμο με τα vardenafil 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Συνεπώς, η διασπειρόμενη στο στόμα μορφή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο των vardenafil 10 mg επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
Απορρόφηση
Στα vardenafil επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, το vardenafil απορροφάται ταχύτατα και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που επιτυγχάνονται σε ορισμένους άνδρες παρατηρούνται πολύ νωρίς, μόλις σε 15 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγηση. Εντούτοις σε ποσοστό 90 % του χρόνου οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 30 με 120 λεπτά (μέσος όρος 60 λεπτά) μετά από χορήγηση από το στόμα, σε κατάσταση νηστείας. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση από το στόμα είναι 15%. Μετά από χορήγηση vardenafil από το στόμα, η AUC και η Cmax αυξάνονται σχεδόν αναλογικά με τη δόση σε όλο το συνιστώμενο εύρος
δόσεων (5 – 20 mg).
Όταν τα vardenafil επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία λαμβάνονται με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη (το οποίο περιέχει 57 % λίπος), ο βαθμός απορρόφησης μειώνεται, με αύξηση του μέσου tmax κατά μία ώρα και μέση μείωση της Cmax κατά 20 %. Η AUC του vardenafil δεν επηρεάζεται. Μετά από ένα γεύμα που περιέχει 30 % λίπος το ποσοστό και η έκταση της απορρόφησης του vardenafil (tmax, Cmax και AUC) παραμένουν αμετάβλητα συγκρινόμενα με την χορήγηση σε κατάσταση νηστείας.
Το vardenafil απορροφάται γρήγορα μετά τη χορήγηση των Levitra 10 mg δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα χωρίς νερό. Ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη της Cmax κυμάνθηκε από 45 έως 90 λεπτά και ήταν παρόμοιος ή ελαφρώς καθυστερημένος (κατά 8 έως 45 λεπτά) σε σύγκριση με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. Η μέση AUC του vardenafil αυξήθηκε κατά 21 έως 29% (μεσήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία) ή 44% (νέα υγιή άτομα) με τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα των 10 mg σε σύγκριση με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, ως αποτέλεσμα της τοπικής στοματικής απορρόφησης μικρής ποσότητας του φαρμάκου στη στοματική κοιλότητα. Δεν παρατηρήθηκε σταθερή διαφορά στη μέση Cmax μεταξύ των δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα και των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
Σε ασθενείς που έλαβαν τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα με ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στην AUC του vardenafil και στον tmax, ενώ η Cmax του vardenafil μειώθηκε κατά 35% στην κατάσταση μετά από γεύμα. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα μπορούν να ληφθύν με ή χωρίς τροφή.
Εάν τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα ληφθούν με νερό, η AUC μειώνεται κατά 29%, η Cmax παραμένει αμετάβλητη και ο διάμεσος tmax μειώνεται κατά 60 λεπτά σε σύγκριση με την πρόσληψη χωρίς νερό. Τα vardenafil 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα πρέπει να λαμβάνονται χωρίς υγρό.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής του vardenafil σε σταθερή κατάσταση είναι 208 l, γεγονός που φανερώνει κατανομή στους ιστούς.
Το vardenafil και ο κύριος μεταβολίτης του στην κυκλοφορία (M1) δεσμεύονται σε υψηλό βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου σε ποσοστό 95 % για το vardenafil ή τον M1). Τόσο για το vardenafil όσο και για τον M1, η δέσμευση από τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι ανεξάρτητη από τις συνολικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου.
Με βάση μετρήσεις στο σπέρμα υγιών ατόμων 90 λεπτά μετά τη δόση του vardenafil, ένα ποσοστό, όχι μεγαλύτερο από 0,00012 % της χορηγηθείσας δόσης, μπορεί να εμφανιστεί στο σπέρμα.
Βιομετασχηματισμός
Το vardenafil στα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεταβολίζεται κυρίως με ηπατικό μεταβολισμό μέσω του ισόμορφου 3Α4 του κυτοχρώματος P450 (CYP) με μερική συμβολή από τις CYP3A5 και CYP2C ισομορφές.
Στον άνθρωπο, ο κύριος μεταβολίτης (M1) του vardenafil στην κυκλοφορία προέρχεται από την αποαιθυλίωσή του και μεταβολίζεται περαιτέρω με αποβολή από το πλάσμα με χρόνο ημιζωής περίπου 4 ωρών. Τμήματα του M1, βρίσκονται με τη μορφή του γλυκουρονιδίου, στη συστηματική κυκλοφορία. Ο μεταβολίτης M1 εμφανίζει εκλεκτικότητα προς τις φωσφοδιεστεράσες ανάλογη αυτής του vardenafil και παρουσιάζει περίπου 28 % in- vivo δραστικότητα, για τη φωσφοδιεστεράση τύπου 5, σε σύγκριση με το vardenafil, με αποτέλεσμα να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα σε ποσοστό περίπου 7 %.
Ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής του vardenafil σε ασθενείς που λαμβάνουν Levitra 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα κυμάνθηκε μεταξύ 4-6 ωρών. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής του μεταβολίτη M1 είναι μεταξύ 3 και 5 ωρών, παρόμοια με το μητρικό φάρμακο.
Αποβολή
Η ολική κάθαρση του vardenafil από τον οργανισμό είναι ίση με 56 l/h με επακόλουθο τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 4-5 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση, το vardenafil απεκκρίνεται με τη μορφή μεταβολιτών κυρίως στα κόπρανα (περίπου το 91-95 % της δόσης που χορηγήθηκε) και σε μικρότερο βαθμό στα ούρα (περίπου 2-6 % της δόσης που χορηγήθηκε).
Φαρμακοκινητικά στοιχεία σε ειδικές ομάδες ασθενών
Ηλικιωμένοι
Η ηπατική κάθαρση του vardenafil σε ηλικιωμένους υγιείς εθελοντές (άνω των 65 χρόνων) ήταν μειωμένη σε σύγκριση με νέους υγιείς εθελοντές (18 - 45 χρόνων). Κατά μέσο όρο, ηλικιωμένοι άνδρες που λάμβαναν vardenafil επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, έδειξαν 52 % υψηλότερη AUC και 34 % υψηλότερη Cmax στο vardenafil από ότι νεαρότεροι άνδρες (βλ. παράγραφο 4.2).
Η ΑUC και η Cmax του vardenafil στους ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 65 ετών ή άνω) που λάμβαναν vardenafil διασπειρόμενα στο στόμα δισκία είχε αυξηθεί από 31 εως 39% και 16 εως 21% αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ασθενείς ηλικίας 45 ετών και κάτω, Το vardenafil δεν βρέθηκε να συσσωρεύεται στο πλάσμα σε ασθενείς ηλικίας 45 ετών και κάτω ή 65 ετών ή άνω μετά από εφάπαξ ημερήσια δοσολογία vardenafil 10 mg δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα για 10 ημέρες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε εθελοντές με ήπιου έως μέτριου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 - 80 ml/min), η φαρμακοκινητική του vardenafil ήταν παρόμοια με αυτή της ομάδας ελέγχου με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε εθελοντές με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση
κρεατινίνης <30 ml/min) η μέση AUC αυξήθηκε κατά 21 % και η μέση Cmax ελαττώθηκε κατά 23 %, σε σύγκριση με τους εθελοντές χωρίς νεφρική δυσλειτουργία. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στην κάθαρση κρεατινίνης και στην έκθεση στο vardenafil (AUC και Cmax) (βλ. παράγραφο 4.2). Η φαρμακοκινητική του vardenafil δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 4.3).
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A και B), η κάθαρση του vardenafil μειώθηκε σε αναλογία με το βαθμό ηπατικής δυσλειτουργίας. Σε ασθενείς με ήπιου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A), η μέση AUC και Cmax του vardenafil αυξήθηκαν κατά 17 % και 22 % αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου υγιών ατόμων. Σε ασθενείς με μέτριου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B), η μέση AUC και Cmax του vardenafil αυξήθηκε κατά 160 % και 133 % αντίστοιχα σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου υγιών ατόμων (βλ. παράγραφο 4.2).
Η φαρμακοκινητική του vardenafil, σε ασθενείς με σοβαρά εξασθενημένη ηπατική λειτουργία (Child-Pugh C) δεν έχει μελετηθεί (βλ. παράγραφο 4.3).
Επιπρόσθετες πληροφορίες
Δεδομένα in vitro υποδηλώνουν ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν επιδράσεις της vardenafil σε υποστρώματα P-γλυκοπρωτεΐνης πιο ευαίσθητα από τη διγοξίνη. Η ετεξιλική δαβιγατράνη είναι ένα παράδειγμα για εξαιρετικά ευαίσθητα υποστρώματα εντερικών P-γλυκοπρωτεϊνών.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - LEVITRA 10MG/TAB
Ασπαρτάμη (E951) Άρωμα μέντας.
Στεατικό μαγνήσιο. Κροσποβιδόνη.
Μαννιτόλη (E421)
Κολλοειδές οξείδιο του πυριτίου, ένυδρο. Σορβιτόλη (E420)
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία και το φως.
-
x 1 διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο σε διάτρητη κυψέλη μιας δόσης από αλουμίνιο / αλουμίνιο,
-
x 1 διασπειρόμενα στο στόμα δισκία σε διάτρητες κυψέλες μιας δόσης από αλουμίνιο / αλουμίνιο, 4 x 1 διασπειρόμενα στο στόμα δισκία σε διάτρητες κυψέλες μιας δόσης από αλουμίνιο / αλουμίνιο, 8 x 1 διασπειρόμενα στο στόμα δισκία σε διάτρητες κυψέλες μιας δόσης από αλουμίνιο / αλουμίνιο,
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.