Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
65
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

LIBTAYO C/S.SOL.IN 350MG/VIAL

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΠΥΚΝΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

REGENERON IRELAND DESIGNATED ACTIVITY COMPANY (DAC), IRELAND

Τελευταία ενημέρωση SmPC

20/1/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - LIBTAYO 350MG/VIAL

Ενδείξεις

Πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος

Το LIBTAYO ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του μεταστατικού ή τοπικά προχωρημένου πλακώδους καρκινώματος του δέρματος (mCSCC ή laCSCC) σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι δεν είναι υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία, που έχουν στόχο την ίαση.

Το LIBTAYO ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για την επικουρική θεραπεία ενηλίκων ασθενών με CSCC που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής μετά από χειρουργική επέμβαση και ακτινοβολία (βλ. παράγραφο 5.1 για τα κριτήρια επιλογής).

Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα

Το LIBTAYO ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού βασικοκυτταρικού καρκινώματος (laBCC ή mBCC) σε ενήλικες ασθενείς οι οποίοι έχουν εμφανίσει εξέλιξη της νόσου ή έχουν δυσανοχή σε αναστολείς του μονοπατιού Hedgehog (HHI).

Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα

Το LIBTAYO ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση πρώτης γραμμής του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (NSCLC) σε ενήλικες ασθενείς που εκφράζουν PD-L1 (σε ≥ 50% των νεοπλασματικών κυττάρων), χωρίς ανωμαλίες EGFR, ALK ή ROS1, οι οποίοι έχουν:

  • τοπικά προχωρημένο NSCLC, οι οποίοι δεν είναι υποψήφιοι για οριστική χημειοακτινοθεραπεία ή

  • μεταστατικό NSCLC.

    Το LIBTAYO σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση πρώτης γραμμής του NSCLC σε ενήλικες ασθενείς που εκφράζουν PD-L1 (σε ≥ 1% των νεοπλασματικών κυττάρων), χωρίς ανωμαλίες EGFR, ALK ή ROS1, οι οποίοι έχουν:

  • τοπικά προχωρημένο NSCLC, οι οποίοι δεν είναι υποψήφιοι για οριστική χημειοακτινοθεραπεία, ή

  • μεταστατικό NSCLC.

Καρκίνος του τραχήλου της μήτρας

Το LIBTAYO ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του υποτροπιάζοντος ή μεταστατικού καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε ενήλικες ασθενείς που παρουσιάζουν εξέλιξη της νόσου κατά τη διάρκεια ή μετά από χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα.

Δοσολογία

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά και να εποπτεύεται από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία του καρκίνου. Έλεγχος PD-L1 για ασθενείς με NSCLC

Οι ασθενείς με NSCLC θα πρέπει να αξιολογούνται για θεραπεία βάσει της έκφρασης του PD-L1 στον όγκο που επιβεβαιώνεται από επικυρωμένη δοκιμασία (βλ. παράγραφο 5.1).

Δοσολογία

Συνιστώμενη δόση

Τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό CSCC, NSCLC, BCC και υποτροπιάζων ή μεταστατικός καρκίνος του τραχήλου της μήτρας

Η συνιστώμενη δόση είναι 350 mg cemiplimab, κάθε 3 εβδομάδες (Q3W) χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση μέσα σε 30 λεπτά.

Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας.

Επικουρική θεραπεία του CSCC υψηλού κινδύνου

Η συνιστώμενη δόση cemiplimab χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση μέσα σε 30 λεπτά είναι:

  • 350 mg κάθε 3 εβδομάδες για 12 εβδομάδες και στη συνέχεια 700 mg κάθε 6 εβδομάδες ή

  • 350 mg κάθε 3 εβδομάδες.

Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί έως την υποτροπή της νόσου, την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως και 48 εβδομάδες συνολικής θεραπείας.

Τροποποιήσεις της δόσης

Δεν συνιστώνται μειώσεις της δόσης. Ενδέχεται να απαιτείται καθυστέρηση ή οριστική διακοπή των δόσεων με βάση την ασφάλεια και την ανοχή κάθε ασθενούς. Οι συνιστώμενες τροποποιήσεις για την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών παρέχονται στον Πίνακα 1.

Λεπτομερείς οδηγίες για τη διαχείριση των ανοσομεσολαβούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών περιγράφονται στον Πίνακα 1 (βλ. επίσης παραγράφους 4.4 και 4.8).

Πίνακας 1: Συνιστώμενες τροποποιήσεις της θεραπείας

Ανεπιθύμητη ενέργειαa Σοβαρότηταb Τροποποίηση της δόσης Πρόσθετη παρέμβαση
Ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες
Αρχική δόση 1 έως
Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία
Βαθμού 2 μείωση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η
πνευμονίτιδα έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό
Πνευμονίτιδα 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση των
κορτικοστεροειδών σε δόση ≤ 10 mg/ημέρα
πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου
Αρχική δόση 2 έως
Βαθμού 3 ή 4 4 mg/kg/ημέρα
ήυποτροπιάζουσα Οριστική διακοπή πρεδνιζόνης ήισοδύναμου και στη
Βαθμού 2 συνέχεια βαθμιαία
μείωση
Αρχική δόση 1 έως
Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία
Βαθμού 2 ή 3 μείωση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η
κολίτιδα ή η διάρροια έχει βελτιωθεί και παραμένει
Κολίτιδα σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση των
κορτικοστεροειδών σε δόση ≤ 10 mg/ημέρα
πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου
Αρχική δόση 1 έως
Βαθμού 4 2 mg/kg/ημέρα
ήυποτροπιάζουσα Οριστική διακοπή πρεδνιζόνης ήισοδύναμου και στη
Βαθμού 3 συνέχεια βαθμιαία
μείωση
Αρχική δόση 1 έως
Ηπατίτιδα Βαθμού 2 με AST ήALT > 3 και ≤ 5×ULNήολική χολερυθρίνη > 1,5 και ≤ 3×ULN Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία μείωση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η ηπατίτιδα έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών σε δόση ≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου ή εάν η AST ή η ALT
έχει επανέλθει στην αρχική τιμή μετά την
ολοκλήρωση της βαθμιαίας μείωσης των
κορτικοστεροειδών
Βαθμού ≥ 3 με AST ή Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία μείωση
ALT > 5×ULN
ή Οριστική διακοπή
ολική
χολερυθρίνη > 3×ULN
Υποθυρεοειδισμός Βαθμού 3 ή 4 Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Ξεκινήστε θεραπεία υποκατάστασης θυρεοειδικών ορμονών όπως κλινικά ενδείκνυται
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO όταν ουποθυρεοειδισμός επανέλθει σε Βαθμό 0 έως 1 ή εάν κατά τα άλλα είναι κλινικά σταθερός
Υπερθυρεοειδισμός Βαθμού 3 ή 4 Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Ξεκινήστε συμπτωματική αντιμετώπιση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO όταν ο υπερθυρεοειδισμός επανέλθει σε Βαθμό 0 έως 1 ή εάν κατά τα άλλα είναι κλινικά σταθερός
Θυρεοειδίτιδα Βαθμού 3 έως 4 Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Ξεκινήστεσυμπτωματική αντιμετώπιση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO όταν η θυρεοειδίτιδα επανέλθει σε Βαθμό 0 έως 1 ή εάν κατά τα άλλα είναι κλινικά σταθερή
Υποφυσίτιδα Βαθμού 2 έως 4 Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στη συνέχεια βαθμιαία μείωση και θεραπεία ορμονικήςυποκατάστασης όπως κλινικά ενδείκνυται
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η υποφυσίτιδα έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών σε δόση ≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου ή εάν κατά τα άλλα είναικλινικά σταθερή
Ανεπάρκεια των επινεφριδίων Βαθμού 2 έως 4 Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στη συνέχεια βαθμιαία μείωση και θεραπεία ορμονικήςυποκατάστασης όπως κλινικά ενδείκνυται
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η ανεπάρκεια των επινεφριδίων έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών σε δόση≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου ή εάν κατά τα άλλα είναι κλινικά σταθερή
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 Βαθμού 3 ή 4 (υπεργλυκαιμία) Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Ξεκινήστε θεραπεία με αντι-υπεργλυκαιμικούς παράγοντες όπως κλινικά ενδείκνυται
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO όταν ο σακχαρώδης διαβήτης επανέλθει σε Βαθμό 0 έως 1 ή εάν κατά τα άλλα είναι κλινικά σταθερός
Δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού 2 με διάρκεια μεγαλύτερη της1 εβδομάδας,Βαθμού 3ή Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία
υποψία για σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) μείωση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η δερματική αντίδραση έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση τωνκορτικοστεροειδών σε δόση ≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου
Βαθμού 4 ή επιβεβαιωμένο SJS ή TEN Οριστική διακοπή Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία μείωση
Ανοσομεσολαβούμενη δερματική αντίδραση ή άλλες ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως θεραπεία με idelalisib Βαθμού 2 Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Ξεκινήστε αμέσως αντιμετώπιση, συμπεριλαμβανομένης αρχικής δόσης 1 έως2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία μείωση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η δερματική αντίδραση ή άλλη ανοσομεσολαβούμενη ανεπιθύμητη ενέργεια έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση τωνκορτικοστεροειδών σε δόση ≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου
Βαθμού 3 ή 4 (εξαιρουμένων των ενδοκρινοπαθειών) ή υποτροπιάζουσα Βαθμού 2 Οριστική διακοπή Ξεκινήστε αμέσως αντιμετώπιση, συμπεριλαμβανομένης αρχικής δόσης 1 έως2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στη συνέχεια βαθμιαίαμείωση
Νεφρίτιδα με νεφρική δυσλειτουργία Βαθμού 2 αύξηση της κρεατινίνης Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία μείωση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η νεφρίτιδα έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση τωνκορτικοστεροειδών σε δόση ≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου
Βαθμού 3 ή 4 αύξηση της κρεατινίνης Οριστική διακοπή Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου και στησυνέχεια βαθμιαία μείωση
Άλλες ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες(συμπεριλαμβάνουν ενδεικτικά, αλλά όχι Βαθμού 2 ή 3 με βάση τον τύπο της ανεπιθύμητης ενέργειας Αναστείλετε προσωρινά τη χορήγηση του LIBTAYO Ξεκινήστε συμπτωματική αντιμετώπιση συμπεριλαμβανομένης αρχικής δόσης 1 έως2 mg/kg/ημέρα
περιοριστικά, παρανεοπλασματική εγκεφαλομυελίτιδα, μηνιγγίτιδα, μυοσίτιδα, απόρριψη μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου, νόσο μοσχεύματος έναντι του ξενιστή, σύνδρομοGuillain-Barré, φλεγμονή κεντρικού νευρικού συστήματος, χρόνια φλεγμονώδη απομυελινωτική πολυριζική νευροπάθεια, εγκεφαλίτιδα, μυασθένεια gravis, περιφερική νευροπάθεια, μυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα, ανοσολογική θρομβοπενία, αγγειίτιδα, αρθραλγία, αρθρίτιδα, μυϊκή αδυναμία, μυαλγία, ρευματική πολυμυαλγία, σύνδρομο Sjögren, κνησμό, κερατίτιδα, ανοσομεσολαβούμενη γαστρίτιδα, στοματίτιδα και αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση) πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου όπως κλινικά ενδείκνυται και στη συνέχεια βαθμιαία μείωση
Ξεκινήστε ξανά τη χορήγηση του LIBTAYO εάν η ανοσομεσολαβούμενη ανεπιθύμητη ενέργεια έχει βελτιωθεί και παραμένει σε Βαθμό 0 έως 1 μετά από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών σε δόση≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου
12 εβδομάδων και άνω (εξαιρουμένων των ενδοκρινοπαθειών)12 εβδομάδων Οριστική διακοπή Αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου όπωςκλινικά ενδείκνυται και στη συνέχεια βαθμιαία μείωση
Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσειςa
Σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση Βαθμού 1 ή 2 Προσωρινή διακοπή ήεπιβράδυνση του ρυθμού έγχυσης Ξεκινήστε συμπτωματική αντιμετώπιση
Βαθμού 3 ή 4 Οριστική διακοπή
  • Βαθμού 3 με βάση τον τύπο της ανεπιθύμητης ενέργειας ή Βαθμού 4 (εξαιρουμένων των ενδοκρινοπαθειών)

  • Βαθμού 3 ή 4 νευρολογική τοξικότητα

  • Βαθμού 3 ή 4 μυοκαρδίτιδα ή περικαρδίτιδα

  • Επιβεβαιωμένη αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση

  • Υποτροπιάζουσα, Βαθμού 3 ανοσομεσολαβούμενη ανεπιθύμητη ενέργεια

  • Εμμένουσες Βαθμού 2 ή 3 ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες διάρκειας

  • Αδυναμία μείωσης της δόσης των κορτικοστεροειδών σε 10 mg ή μικρότερη πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου ημερησίως εντός

ALT: αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, AST: ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, ULN: ανώτατο φυσιολογικό όριο

a. Βλ. επίσης παραγράφους 4.4 και 4.8

b. Η τοξικότητα θα πρέπει να διαβαθμίζεται σύμφωνα με την τρέχουσα έκδοση των Συνήθων Κριτηρίων Ορολογίας για Ανεπιθύμητα Συμβάντα του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο των ΗΠΑ (NCI CTCAE).

Κάρτα ασθενούς

Όλοι οι ιατροί που συνταγογραφούν το LIBTAYO θα πρέπει να είναι εξοικειωμένοι με τα εκπαιδευτικά υλικά και να ενημερώνουν τους ασθενείς σχετικά με την κάρτα ασθενούς, εξηγώντας τι πρέπει να κάνουν εάν εμφανίσουν οποιοδήποτε σύμπτωμα ανοσομεσολαβούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών και οποιαδήποτε αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση. Ο ιατρός θα παράσχει την κάρτα ασθενούς σε κάθε ασθενή.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του LIBTAYO σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.1 και 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Ηλικιωμένοι

Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ηλικιωμένους ασθενείς. Η έκθεση στο cemiplimab είναι παρόμοια σε όλες τις ηλικιακές ομάδες (βλ. παραγράφους 5.1 και 5.2). Τα δεδομένα είναι περιορισμένα σε ασθενείς ≥ 75 ετών υπό μονοθεραπεία με cemiplimab.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης του LIBTAYO για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα για το LIBTAYO σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, CLcr 15 έως 29 ml/min (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το LIBTAYO δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Τα δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είναι ανεπαρκή για να γίνουν δοσολογικές συστάσεις (βλ. παράγραφο 5.2).

Τρόπος χορήγησης

Το LIBTAYO προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση. Χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας

30 λεπτών μέσω μίας ενδοφλέβιας γραμμής που περιέχει στείρο, μη πυρετογόνο, χαμηλής πρωτεϊνικής δέσμευσης φίλτρο, ενσωματωμένο στη γραμμή ή πρόσθετο (μέγεθος πόρων 0,2 micron έως 5 micron).

Δεν πρέπει να συγχορηγούνται άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσω της ίδιας γραμμής έγχυσης.

Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες

Με το cemiplimab έχουν παρατηρηθεί σοβαρές και θανατηφόρες, ανοσομεσολαβούμενες

ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8). Αυτές οι ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να αφορούν οποιοδήποτε οργανικό σύστημα. Οι ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να εκδηλωθούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με cemiplimab. Ωστόσο, ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να εμφανιστούν και μετά τη διακοπή του cemiplimab.

Οι οδηγίες για τις ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ισχύουν για το cemiplimab είτε χορηγείται ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία.

Μπορούν να εμφανιστούν ταυτόχρονα ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που προσβάλλουν περισσότερα του ενός οργανικά συστήματα, όπως μυοσίτιδα και μυοκαρδίτιδα ή μυασθένεια gravis, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με cemiplimab ή άλλους αναστολείς των PD-1/PD-L1.

Απαιτείται παρακολούθηση των ασθενών για σημεία και συμπτώματα ανοσομεσολαβούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (εφόσον ενδείκνυται κλινικά) και κορτικοστεροειδή. Για πιθανολογούμενες ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται ώστε να επιβεβαιωθεί η ανοσομεσολαβούμενη ανεπιθύμητη ενέργεια και να αποκλειστούν άλλες πιθανές αιτίες, συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας, η χορήγηση του cemiplimab θα πρέπει να ανασταλεί προσωρινά ή να διακοπεί οριστικά (βλ. παράγραφο 4.2).

Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα αυτοάνοση νόσο (AID), τα δεδομένα από μελέτες παρατήρησης υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος ανοσο-μεσολαβούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από θεραπεία με αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού μπορεί να είναι αυξημένος σε σύγκριση με τον κίνδυνο σε ασθενείς χωρίς προϋπάρχουσα AID. Επιπλέον, οι εξάρσεις της υποκείμενης AID ήταν συχνές, αλλά στην πλειονότητα ήταν ήπιες και διαχειρίσιμες.

Ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα, που ορίζεται ως πνευμονίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα πνευμονίτιδας και θα πρέπει να αποκλείονται λοιπές αιτίες εκτός της ανοσομεσολαβούμενης πνευμονίτιδας. Οι ασθενείς με πιθανολογούμενη πνευμονίτιδα θα πρέπει να αξιολογούνται με ακτινογραφική απεικόνιση, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. παράγραφο 4.2).

Ανοσομεσολαβούμενη κολίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη διάρροια ή κολίτιδα, που ορίζεται ως διάρροια ή κολίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα διάρροιας ή κολίτιδας και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, αντι-διαρροϊκούς παράγοντες και κορτικοστεροειδή (βλ. παράγραφο 4.2).

Ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα, που ορίζεται ως ηπατίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για μη φυσιολογικές ηπατικές εξετάσεις πριν από την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. παράγραφο 4.2).

Ανοσομεσολαβούμενες ενδοκρινοπάθειες

Ανοσομεσολαβούμενες ενδοκρινοπάθειες, που ορίζονται ως ενδοκρινοπάθειες που εμφανίζονται κατά τη θεραπεία, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8).

Διαταραχές του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός/υπερθυρεοειδισμός/θυρεοειδίτιδα)

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, έχουν παρατηρηθεί ανοσομεσολαβούμενες διαταραχές του θυρεοειδούς. Η θυρεοειδίτιδα μπορεί να παρουσιαστεί με ή χωρίς μεταβολές στις εξετάσεις της θυρεοειδικής λειτουργίας. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να ακολουθήσει τον υπερθυρεοειδισμό. Οι διαταραχές του θυρεοειδούς μπορεί να εμφανιστούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για μεταβολές στη θυρεοειδική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (εφόσον ενδείκνυται) και τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab. Ο υπερθυρεοειδισμός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τη συνήθη ιατρική πρακτική (βλ. παράγραφο 4.2).

Υποφυσίτιδα

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχει παρατηρηθεί ανοσομεσολαβούμενη υποφυσίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υποφυσίτιδας και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, κορτικοστεροειδή και ορμονική υποκατάσταση, όπως κλινικά ενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.2).

Ανεπάρκεια των επινεφριδίων

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχει παρατηρηθεί ανεπάρκεια των επινεφριδίων (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα ανεπάρκειας των επινεφριδίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά από αυτή και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, κορτικοστεροειδή και ορμονική υποκατάσταση, όπως κλινικά ενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.2).

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχει παρατηρηθεί ανοσομεσολαβούμενος σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, συμπεριλαμβανομένης διαβητικής κετοξέωσης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για υπεργλυκαιμία και για σημεία και συμπτώματα διαβήτη, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με από στόματος χορηγούμενους αντι-υπεργλυκαιμικούς παράγοντες ή ινσουλίνη και τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.2).

Ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες

Ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, που ορίζονται ως δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες για τις οποίες απαιτείται χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών (SCAR), όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) (ορισμένες περιπτώσεις με θανατηφόρα έκβαση) και άλλων δερματικών αντιδράσεων, όπως εξάνθημα, πολύμορφο ερύθημα και πεμφιγοειδές, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις πιθανολογούμενων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και θα πρέπει να αποκλείονται άλλες αιτίες. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή (βλ. παράγραφο 4.2). Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων ή σημείων SJS ή TEN, παραπέμψτε τον ασθενή για εξειδικευμένη φροντίδα για αξιολόγηση και θεραπεία και αντιμετωπίστε τον ασθενή με τροποποιήσεις της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2).

Περιπτώσεις SJS, θανατηφόρου TEN και στοματίτιδας συνέβησαν μετά από 1 δόση cemiplimab σε ασθενείς που είχαν εκτεθεί προηγουμένως σε idelalisib, οι οποίοι συμμετείχαν σε μία κλινική δοκιμή που αξιολογούσε το cemiplimab στο μη-Hodgkins λέμφωμα (NHL) και είχαν εκτεθεί πρόσφατα σε

αντιβιοτικά που περιέχουν σουλφοναμίδη (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή όπως περιγράφεται παραπάνω (βλ. παράγραφο 4.2).

Ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα, που ορίζεται ως νεφρίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένης μίας θανατηφόρου περίπτωσης, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8).

Παρακολουθήστε τους ασθενείς για μεταβολές στη νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή (βλ. παράγραφο 4.2).

Άλλες ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχουν παρατηρηθεί και άλλες θανατηφόρες και απειλητικές για τη ζωή ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της παρανεοπλασματικής εγκεφαλομυελίτιδας, της μηνιγγίτιδας, της μυοσίτιδας, της μυοκαρδίτιδας και της παγκρεατίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8 για άλλες ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες).

Μη λοιμώδης κυστίτιδα έχει αναφερθεί με άλλους αναστολείς των PD-1/PD-L1.

Αξιολογήστε τις πιθανολογούμενες ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες για τον αποκλεισμό άλλων αιτιών. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα ανοσομεσολαβούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή όπως κλινικά ενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.2 και παράγραφο 4.8).

Μετά την κυκλοφορία, έχει αναφερθεί απόρριψη μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς PD-1. Η θεραπεία με το cemiplimab ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης σε λήπτες μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται το όφελος από τη θεραπεία με το cemiplimab έναντι του κινδύνου πιθανής απόρριψης του οργάνου. Περιπτώσεις νόσου μοσχεύματος έναντι του ξενιστή έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία, σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με άλλους αναστολείς των PD-1/PD-L1 σε σχέση με αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.

Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH) έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα HLH. Εάν επιβεβαιωθεί η HLH, η χορήγηση του cemiplimab θα πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η θεραπεία για HLH (βλ. παράγραφο 4.2).

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση

Το cemiplimab μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή. Για ήπιες ή μέτριες σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις, η χορήγηση cemiplimab θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή να ελαττώνεται ο ρυθμός έγχυσης. Σε περίπτωση σοβαρών (Βαθμού 3) ή απειλητικών για τη ζωή (Βαθμού 4) σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων, η έγχυση θα πρέπει να σταματά και το cemiplimab να διακόπτεται οριστικά (βλ. παράγραφο 4.2).

Ασθενείς που αποκλείσθηκαν από κλινικές μελέτες

Ασθενείς που είχαν ενεργή λοίμωξη, ήταν ανοσοκατεσταλμένοι, είχαν ιστορικό αυτοάνοσων νοσημάτων, ECOG PS ≥ 2 ή ιστορικό διάμεσης πνευμονοπάθειας δεν συμπεριλήφθηκαν. Για τον πλήρη κατάλογο ασθενών που αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες βλ. παράγραφο 5.1.

Εάν υπάρχει έλλειψη δεδομένων, το cemiplimab πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς, κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της σχέσης οφέλους-κινδύνων για τον ασθενή.

Έκδοχα

Κάθε φιαλίδιο των 7 ml περιέχει 105 mg L-προλίνης και 14 mg πολυσορβικού 80.

Η L-προλίνη μπορεί να είναι επιβλαβής για ασθενείς με υπερπρολιναιμία τύπου I ή τύπου II.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει πολυσορβικό 80, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
65
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης (PK) μεταξύ φαρμάκων με το cemiplimab.

Η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών ή ανοσοκατασταλτικών πριν από την έναρξη του cemiplimab, εκτός από φυσιολογικές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών (≤ 10 mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου), θα πρέπει να αποφεύγεται λόγω της πιθανής επίδρασής τους στη φαρμακοδυναμική δραστικότητα και αποτελεσματικότητα του cemiplimab. Ωστόσο, μετά την έναρξη του cemiplimab μπορούν να χρησιμοποιηθούν συστηματικά κορτικοστεροειδή ή άλλα ανοσοκατασταλτικά για την αντιμετώπιση ανοσομεσολαβούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.2).

Κύηση

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το cemiplimab και για διάστημα τουλάχιστον 4 μηνών μετά την τελευταία δόση του cemiplimab.

Κύηση

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με το cemiplimab. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του cemiplimab σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η αναστολή της οδού PD-1/PD-L1 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ανοσομεσολαβούμενης απόρριψης του αναπτυσσόμενου εμβρύου με αποτέλεσμα τον εμβρυϊκό θάνατο (βλ. παράγραφο 5.3).

Είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη IgG4 διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και το cemiplimab είναι μια IgG4. Επομένως, το cemiplimab έχει τη δυνατότητα να περάσει από τη μητέρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Δεν συνιστάται η χρήση του cemiplimab κατά τη διάρκεια της κύησης καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, εκτός εάν το κλινικό όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το cemiplimab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Είναι γνωστό ότι τα αντισώματα (συμπεριλαμβανομένης της IgG4) απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στο νεογέννητο/βρέφος που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Εάν μία γυναίκα επιλέξει να λάβει θεραπεία με cemiplimab, θα πρέπει να της δοθεί η οδηγία να μη θηλάσει ενόσω λαμβάνει θεραπεία με cemiplimab και για διάστημα τουλάχιστον 4 μηνών μετά την τελευταία δόση.

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τις πιθανές επιδράσεις του cemiplimab στη γονιμότητα. Σε μία μελέτη διάρκειας 3 μηνών για την αξιολόγηση της γονιμότητας με επαναλαμβανόμενες δόσεις σε σεξουαλικά ώριμους κυνομολόγους πιθήκους, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στις παραμέτρους αξιολόγησης της γονιμότητας ή στα αναπαραγωγικά όργανα των αρσενικών και θηλυκών ζώων.

Οδήγηση

ν

Το cemiplimab δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Έχει αναφερθεί κόπωση μετά τη θεραπεία με cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.8).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Μπορεί να εμφανιστούν ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το cemiplimab. Οι περισσότερες από αυτές, συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, υποχώρησαν μετά από την έναρξη κατάλληλης ιατρικής θεραπείας ή τη διακοπή του cemiplimab (βλ. «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω).

Cemiplimab ως μονοθεραπεία

Η ασφάλεια του cemiplimab ως μονοθεραπεία έχει αξιολογηθεί σε 1.281 ασθενείς με προχωρημένες συμπαγείς κακοήθειες που έλαβαν μονοθεραπεία με cemiplimab σε 5 κλινικές μελέτες. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης στο cemiplimab ήταν 28 εβδομάδες (εύρος: 2 ημέρες έως 144 εβδομάδες).

Ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν στο 21% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με cemiplimab στις κλινικές δοκιμές, συμπεριλαμβανομένων ανεπιθύμητων ενεργειών Βαθμού 5 (0,3%), Βαθμού 4 (0,6%), Βαθμού 3 (5,7%) και Βαθμού 2 (11,2%). Οι ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab στο 4,6% των ασθενών. Οι πιο συχνές ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν υποθυρεοειδισμός (6,8%), υπερθυρεοειδισμός (3,0%), ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα (2,6%), ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα (2,4%), ανοσομεσολαβούμενη κολίτιδα (2,0%) και ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (1,9%) (βλ. «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω, Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση στην παράγραφο 4.4 και Συνιστώμενες τροποποιήσεις της θεραπείας στην παράγραφο 4.2).

Τα ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν σοβαρά στο 32,4% των ασθενών.

Τα ανεπιθύμητα συμβάντα οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab στο 9,4% των ασθενών.

Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), σε συνδυασμό με τη θεραπεία με το cemiplimab (βλ. παράγραφο 4.4).

Cemiplimab στο πλαίσιο επικουρικής θεραπείας για το CSCC

Η ασφάλεια του cemiplimab ως μονοθεραπεία στην επικουρική θεραπεία ασθενών με CSCC που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής αξιολογήθηκε σε 205 ασθενείς στη μελέτη C-POST. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης ήταν 47,9 εβδομάδες (εύρος: 3 εβδομάδες έως 52 εβδομάδες) στην ομάδα του cemiplimab.

Το προφίλ ασφάλειας του cemiplimab στο πλαίσιο επικουρικής θεραπείας στη μελέτη C-POST συνάδει με το γνωστό προφίλ ασφάλειας για τη μονοθεραπεία με cemiplimab σε προχωρημένους καρκίνους. Η επίπτωση των ανοσομεσολαβούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών του cemiplimab ως μονοθεραπείας στη μελέτη C-POST ήταν 22,9% σε σύγκριση με 20,8% στον πληθυσμό μονοθεραπείας με προχωρημένες συμπαγείς κακοήθειες.

Τα ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν σοβαρά στο 17,6% των ασθενών.

Τα ανεπιθύμητα συμβάντα οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab στο 9,8% των ασθενών.

Cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα

Η ασφάλεια του cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα έχει αξιολογηθεί σε μία κλινική μελέτη με 465 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό NSCLC. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης ήταν 38,5 εβδομάδες (10 ημέρες έως 102,6 εβδομάδες) στην ομάδα του

cemiplimab με χημειοθεραπεία και 21,3 εβδομάδες (4 ημέρες έως 95 εβδομάδες) στην ομάδα της χημειοθεραπείας.

Ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε 18,9% των ασθενών, συμπεριλαμβανομένων ανεπιθύμητων ενεργειών Βαθμού 5 (0,3%), Βαθμού 3 (2,6%) και Βαθμού 2 (7,4%). Οι ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab στο 1,0% των ασθενών. Οι πιο συχνές ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν υποθυρεοειδισμός (7,7%), υπερθυρεοειδισμός (5,1%), αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος (4,2%), ανοσομεσολαβούμενη δερματική αντίδραση (1,9%), ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα (1,9%) και μειωμένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος (1,6%) (βλ. «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω, Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση στην παράγραφο 4.4 και Συνιστώμενες τροποποιήσεις της θεραπείας στην παράγραφο 4.2).

Τα ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν σοβαρά στο 25,3% των ασθενών.

Τα ανεπιθύμητα συμβάντα οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab στο 5,1% των ασθενών.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Στον Πίνακα 2 παρουσιάζεται η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών στο σύνολο δεδομένων ασφαλείας της μονοθεραπείας και σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και κατά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως

< 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες

(< 1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γνωστό ότι εμφανίζονται με το cemiplimab ή με συστατικά θεραπείας συνδυασμού που χορηγούνται μόνα τους μπορεί να εμφανιστούν κατά τη θεραπεία με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα σε συνδυασμό.

Πίνακας 2: Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς που έλαβαν cemiplimab ως μονοθεραπεία και cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, σε μορφή πίνακα

Cemiplimab ως Μονοθεραπεία Cemiplimab σε Συνδυασμό με Χημειοθεραπεία
Κατηγορία/οργανικό σύστημα Προτιμώμενος όρος Οποιοσδήποτε Βαθμός% Βαθμός3-5 (%) Οποιοσδήποτε Βαθμός % Βαθμός3-5 (%)
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςa Πολύ συχνές 10,9 0,4
Λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματοςb Συχνές 8,4 2,3
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Αναιμία Πολύ συχνές 15,0 5,2 Πολύ συχνές 43,6 9,9
Ουδετεροπενία Πολύ συχνές 15,4 5,8
Θρομβοπενία Πολύ συχνές 13,1 2,6
Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωσηd Μη γνωστής συχνότητας -- --
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση Συχνές 3,3 < 0,1 Όχι συχνές 0,3 0
Θρομβοπενίαc Όχι συχνές 0,9 0
Σύνδρομο Sjögren Όχι συχνές 0,2 0
Απόρριψη μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνουd Μη γνωστής συχνότητας -- --
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
Υποθυρεοειδισμόςe Συχνές 6,8 < 0,1 Συχνές 7,7 0,3
Υπερθυρεοειδισμός Συχνές 3,0 < 0,1 Συχνές 5,1 0
Θυρεοειδίτιδαf Όχι συχνές 0,6 0 Όχι συχνές 0,6 0
Υποφυσίτιδαg Όχι συχνές 0,5 0,2
Ανεπάρκεια των επινεφριδίων Όχι συχνές 0,5 0,5
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1h Σπάνιες < 0,1 < 0,1 Όχι συχνές 0,3 0
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Κεφαλαλγία Συχνές 8,0 0,3
Περιφερική νευροπάθειαi Συχνές 1,3 < 0,1 Πολύ συχνές 21,2 0
Μηνιγγίτιδαj Σπάνιες < 0,1 < 0,1
Εγκεφαλίτιδα Σπάνιες < 0,1 < 0,1
Μυασθένεια Gravis Σπάνιες < 0,1 0
Παρανεοπλασματική εγκεφαλομυελίτιδα Σπάνιες < 0,1 < 0,1
Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια Σπάνιες < 0,1 0
Διαταραχές του οφθαλμού
Κερατίτιδα Σπάνιες < 0,1 0
Ραγοειδίτιδα Σπάνιες < 0,1 < 0,1
Καρδιακές διαταραχές
Μυοκαρδίτιδαk Όχι συχνές 0,5 0,3
Περικαρδίτιδαl Όχι συχνές 0,3 0,2
Αγγειακές διαταραχές
Υπέρτασηm Συχνές 5,7 2,6
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Μειωμένη όρεξη Πολύ συχνές 13,0 0,6 Πολύ συχνές 17,0 1,0
Υπεργλυκαιμία Πολύ συχνές 17,6 1,9
Υπολευκωματιναιμία Πολύ συχνές 10,3 0,6
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου
Βήχαςn Πολύ συχνές 10,8 0,2
Δύσπνοιαo Συχνές 9,7 1,2 Πολύ συχνές 12,8 2,2
Πνευμονίτιδαp Συχνές 3,3 1,1 Συχνές 4,2 0,6
Γαστρεντερικές διαταραχές
Ναυτία Πολύ συχνές 14,7 0,2 Πολύ συχνές 25,0 0
Διάρροια Πολύ συχνές 16,3 0,7 Πολύ συχνές 10,6 1,3
Δυσκοιλιότητα Πολύ συχνές 12,3 0,2 Πολύ συχνές 13,8 0,3
Κοιλιακό άλγοςq Πολύ συχνές 11,5 0,7
Έμετος Συχνές 9,9 0,2 Πολύ συχνές 12,2 0
Κολίτιδαr Συχνές 2,0 0,8 Συχνές 1,0 0,3
Στοματίτιδα Συχνές 1,8 < 0,1
Γαστρίτιδαs Όχι συχνές 0,2 0
Παγκρεατίτιδαt Όχι συχνές 0,2 0,2
Ηπατοχολικές διαταραχές
Ηπατίτιδαu Συχνές 2,7 1,8
Ψυχιατρικές διαταραχές
Αϋπνία Πολύ συχνές 10,9 0
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Εξάνθημαv Πολύ συχνές 21,4 1,6 Πολύ συχνές 12,5 1,3
Κνησμόςw Πολύ συχνές 12,7 0,2 Συχνές 3,5 0
Ακτινική κεράτωση Συχνές 3,7 0
Αλωπεκία Πολύ συχνές 36,9 0
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Μυοσκελετικός πόνοςx Πολύ συχνές 28,3 1,8 Πολύ συχνές 26,9 1,3
Αρθρίτιδαy Όχι συχνές 0,9 0,2 Συχνές 1,0 0
Μυοσίτιδαz Όχι συχνές 0,3 < 0,1
Μυϊκή αδυναμία Όχι συχνές 0,2 0
Ρευματική πολυμυαλγία Όχι συχνές 0,2 0
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Νεφρίτιδαaa Συχνές 1,2 0,2 Συχνές 2,6 0
Μη λοιμώδης κυστίτιδα Μη γνωστής συχνότητας -- --
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
Κόπωσηbb Πολύ συχνές 29,9 2,6 Πολύ συχνές 23,4 3,8
Πυρεξίαcc Συχνές 8,7 0,2
Οίδημαdd Συχνές 7,9 0,4
Παρακλινικές εξετάσεις
Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης Συχνές 4,6 0,5 Πολύ συχνές 16,3 2,2
Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση Συχνές 4,4 0,7 Πολύ συχνές 14,7 0,3
Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος Συχνές 1,9 0,2 Συχνές 4,5 0
Αυξημένη κρεατινίνη αίματος Συχνές 1,6 0 Συχνές 8,7 0
Αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος Όχι συχνές 0,8 0 Συχνές 4,2 0
Αυξημένες τρανσαμινάσες Όχι συχνές 0,4 < 0,1
Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος Όχι συχνές 0,4 < 0,1 Συχνές 1,6 0,3
Μειωμένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος Σπάνιες < 0,1 0 Συχνές 1,6 0
Μειωμένο σωματικό βάρος Πολύ συχνές 11,2 1,3
Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση Όχι συχνές 0,6 0,3

Για τη διαβάθμιση της τοξικότητας χρησιμοποιήθηκε η έκδοση 4.03 των NCI CTCAE.

  1. Η λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος περιλαμβάνει τη λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, τη ρινοφαρυγγίτιδα, την ιγμορίτιδα, τη λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, τη ρινίτιδα, την ιογενή λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, την ιογενή λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, τη φαρυγγίτιδα, τη λαρυγγίτιδα, την ιογενή ρινίτιδα, την οξεία ιγμορίτιδα, την αμυγδαλίτιδα και την τραχειίτιδα.

  2. Η λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος περιλαμβάνει τη λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, την κυστίτιδα, την πυελονεφρίτιδα, τη νεφρική λοίμωξη, την οξεία πυελονεφρίτιδα, την ουροσηψία, τη βακτηριακή κυστίτιδα, τη λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος από escherichia, την πυελοκυστίτιδα, τη βακτηριακή λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος και τη λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος από ψευδομονάδα.

  3. Η θρομβοπενία περιλαμβάνει τη θρομβοπενία και την ανοσολογική θρομβοπενία.

  4. Μετεγκριτικό συμβάν.

  5. Ο υποθυρεοειδισμός περιλαμβάνει τον υποθυρεοειδισμό και τον ανοσομεσολαβούμενο υποθυρεοειδισμό.

  6. Η θυρεοειδίτιδα περιλαμβάνει τη θυρεοειδίτιδα, την αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα και την ανοσομεσολαβούμενη θυρεοειδίτιδα.

  7. Η υποφυσίτιδα περιλαμβάνει την υποφυσίτιδα και τη λεμφοκυτταρική υποφυσίτιδα.

  8. Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 περιλαμβάνει τη διαβητική κετοξέωση και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

  9. Η περιφερική νευροπάθεια περιλαμβάνει την περιφερική αισθητική νευροπάθεια, την περιφερική νευροπάθεια, την παραισθησία, την πολυνευροπάθεια, τη νευρίτιδα και την περιφερική κινητική νευροπάθεια.

  10. Η μηνιγγίτιδα περιλαμβάνει την άσηπτη μηνιγγίτιδα.

  11. Η μυοκαρδίτιδα περιλαμβάνει τη μυοκαρδίτιδα, την αυτοάνοση μυοκαρδίτιδα και την ανοσομεσολαβούμενη μυοκαρδίτιδα.

  12. Η περικαρδίτιδα περιλαμβάνει την αυτοάνοση περικαρδίτιδα και την περικαρδίτιδα.

  13. Η υπέρταση περιλαμβάνει την υπέρταση και την υπερτασική κρίση.

  14. Ο βήχας περιλαμβάνει τον βήχα, τον παραγωγικό βήχα και το σύνδρομο βήχα των ανώτερων αεραγωγών.

  15. Η δύσπνοια περιλαμβάνει τη δύσπνοια και τη δύσπνοια μετά από κόπωση.

  16. Η πνευμονίτιδα περιλαμβάνει την πνευμονίτιδα, την ανοσομεσολαβούμενη πνευμονοπάθεια, τη διάμεση πνευμονοπάθεια και την πνευμονική ίνωση.

  17. Το κοιλιακό άλγος περιλαμβάνει το κοιλιακό άλγος, το άνω κοιλιακό άλγος, την κοιλιακή διάταση, το κάτω κοιλιακό άλγος, την κοιλιακή δυσφορία και το γαστρεντερικό άλγος.

  18. Η κολίτιδα περιλαμβάνει την κολίτιδα, την αυτοάνοση κολίτιδα, την εντεροκολίτιδα και την ανοσομεσολαβούμενη εντεροκολίτιδα.

  19. Η γαστρίτιδα περιλαμβάνει τη γαστρίτιδα και την ανοσομεσολαβούμενη γαστρίτιδα.

  20. Η παγκρεατίτιδα (οξεία παγκρεατίτιδα και ανοσομεσολαβούμενη παγκρεατίτιδα) δεν παρατηρήθηκε στις μελέτες που περιλαμβάνονται στη συγκεντρωτική ομάδα μονοθεραπείας (n=1.281) και η συχνότητα βασίζεται στην έκθεση ασθενών που έλαβαν θεραπεία σε σχετικές μελέτες με cemiplimab ως μονοθεραπεία.

  21. Η ηπατίτιδα περιλαμβάνει την αυτοάνοση ηπατίτιδα, την ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα, την ηπατίτιδα, την ηπατοτοξικότητα, την υπερχολερυθριναιμία, την ηπατοκυτταρική βλάβη, την ηπατική ανεπάρκεια και τη μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

  22. Το εξάνθημα περιλαμβάνει το εξάνθημα, το κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, τη δερματίτιδα, το ερύθημα, το κνησμώδες εξάνθημα, την κνίδωση, το ερυθηματώδες εξάνθημα, τη φυσαλιδώδη δερματίτιδα, τη

    δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή, το κηλιδώδες εξάνθημα, την ψωρίαση, το βλατιδώδες εξάνθημα, το δυσιδρωσικό έκζεμα, το πεμφιγοειδές, την αυτοάνοση δερματίτιδα, την αλλεργική δερματίτιδα, την ατοπική δερματίτιδα, το φαρμακευτικό εξάνθημα, το οζώδες ερύθημα, τη δερματική αντίδραση, τη δερματική τοξικότητα, την αποφολιδωτική δερματίτιδα, τη γενικευμένη αποφολιδωτική δερματίτιδα, την ψωριασιόμορφη δερματίτιδα, το πολύμορφο ερύθημα, το αποφολιδωτικό εξάνθημα, την ανοσομεσολαβούμενη δερματίτιδα, τον ομαλό λειχήνα και την παραψωρίαση.

  23. Ο κνησμός περιλαμβάνει τον κνησμό και τον αλλεργικό κνησμό.

  24. Ο μυοσκελετικός πόνος περιλαμβάνει την αρθραλγία, την οσφυαλγία, τον πόνο στα άκρα, τη μυαλγία, την αυχεναλγία, τον μυοσκελετικό πόνο του θώρακα, τον οστικό πόνο, τον μυοσκελετικό πόνο, τον πόνο στη σπονδυλική στήλη, τη μυοσκελετική δυσκαμψία και τη μυοσκελετική δυσφορία.

  25. Η αρθρίτιδα περιλαμβάνει την αρθρίτιδα, την πολυαρθρίτιδα, την αυτοάνοση αρθρίτιδα και την ανοσομεσολαβούμενη αρθρίτιδα.

  26. Η μυοσίτιδα περιλαμβάνει τη μυοσίτιδα και τη δερματομυοσίτιδα.

  27. Η νεφρίτιδα περιλαμβάνει την οξεία νεφρική βλάβη, τη νεφρική δυσλειτουργία, την ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα, τη νεφρίτιδα, τη νεφρική ανεπάρκεια, τη διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα και την τοξική νεφροπάθεια.

  28. Η κόπωση περιλαμβάνει την κόπωση, την εξασθένιση και την κακουχία.

  29. Η πυρεξία περιλαμβάνει την πυρεξία, την υπερθερμία και την υπερπυρεξία.

  30. Το οίδημα περιλαμβάνει το περιφερικό οίδημα, το οίδημα προσώπου, την περιφερική διόγκωση, τη διόγκωση στο πρόσωπο, το τοπικό οίδημα, το γενικευμένο οίδημα και τη διόγκωση.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι επιλεγμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που περιγράφονται παρακάτω βασίζονται στην ασφάλεια του cemiplimab σε 1.281 ασθενείς υπό μονοθεραπεία σε κλινικές μελέτες.

Αυτές οι επιλεγμένες ανεπιθύμητες ενέργειες συνάδουν όταν το cemiplimab χορηγήθηκε ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με προχωρημένες συμπαγείς κακοήθειες, ως μονοθεραπεία στο πλαίσιο επικουρικής θεραπείας ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία.

Ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. παράγραφο 4.2 και παράγραφο 4.4)

Ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα εμφανίστηκε σε 33 (2,6%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 4 (0,3%) ασθενών με Βαθμού 4 και 8 (0,6%) ασθενών με Βαθμού 3 ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα. Η ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 17 (1,3%) από τους 1.281 ασθενείς. Στους

33 ασθενείς με ανοσομεσολαβούμενη πνευμονίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν

2,7 μήνες (εύρος: 7 ημέρες έως 22,2 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της πνευμονίτιδας ήταν 1,1 μήνες (εύρος: 5 ημέρες έως 16,9 μήνες). Είκοσι επτά από τους 33 (81,8%) ασθενείς έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 15 ημερών (εύρος: 1 ημέρα έως 5,9 μήνες). Αποδρομή της πνευμονίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 20 (60,6%) από τους 33 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Ανοσομεσολαβούμενη κολίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη διάρροια ή κολίτιδα εμφανίστηκε σε 25 (2,0%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 10 (0,8%) ασθενών με Βαθμού 3 ανοσομεσολαβούμενη διάρροια ή κολίτιδα. Η ανοσομεσολαβούμενη διάρροια ή κολίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 5 (0,4%) από τους 1.281 ασθενείς. Στους 25 ασθενείς με ανοσομεσολαβούμενη διάρροια ή κολίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 3,8 μήνες (εύρος: 1 ημέρα έως 16,6 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της ανοσομεσολαβούμενης διάρροιας ή κολίτιδας ήταν 2,1 μήνες (εύρος: 4 ημέρες έως 26,8 μήνες). Δεκαεννέα από τους 25 ασθενείς (76,0%) με ανοσομεσολαβούμενη διάρροια ή κολίτιδα έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 22 ημερών (εύρος: 2 ημέρες έως 5,2 μήνες). Αποδρομή της ανοσομεσολαβούμενης διάρροιας ή κολίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 14 (56,0%) από τους 25 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα εμφανίστηκε σε 31 (2,4%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένου 1 (< 0,1%) ασθενούς με Βαθμού 5, 4 (0,3%) ασθενών με

Βαθμού 4 και 21 (1,6%) ασθενών με Βαθμού 3 ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα. Η ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 18 (1,4%) από τους

1.281 ασθενείς. Στους 31 ασθενείς με ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 2,8 μήνες (εύρος: 7 ημέρες έως 22,5 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της ηπατίτιδας ήταν 2,3 μήνες (εύρος: 5 ημέρες έως 8,7 μήνες). Είκοσι επτά από τους 31 ασθενείς (87,1%) με ανοσομεσολαβούμενη ηπατίτιδα έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα

24 ημερών (εύρος: 2 ημέρες έως 3,8 μήνες). Αποδρομή της ηπατίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 12 (38,7%) από τους 31 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Ανοσομεσολαβούμενες ενδοκρινοπάθειες

Υποθυρεοειδισμός εμφανίστηκε σε 87 (6,8%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένου 1 (< 0,1%) ασθενή με Βαθμού 3 υποθυρεοειδισμό. Τρεις (0,2%) από τους

1.281 ασθενείς διέκοψαν το cemiplimab λόγω υποθυρεοειδισμού. Στους 87 ασθενείς με υποθυρεοειδισμό, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 4,0 μήνες (εύρος: 15 ημέρες έως 18,9 μήνες) με διάμεση διάρκεια 9,2 μήνες (εύρος: 1 ημέρα έως 37,1 μήνες). Αποδρομή του υποθυρεοειδισμού είχε παρατηρηθεί σε 5 (5,7%) από τους 87 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Υπερθυρεοειδισμός εμφανίστηκε σε 39 (3,0%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 1 (< 0,1%) ασθενούς με Βαθμού 3 και 11 (0,9%) ασθενών με Βαθμού 2 υπερθυρεοειδισμό. Κανένας ασθενής δεν διέκοψε το cemiplimab λόγω υπερθυρεοειδισμού. Στους 39 ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 1,9 μήνες (εύρος:

20 ημέρες έως 23,8 μήνες) και η διάμεση διάρκεια ήταν 1,9 μήνες (εύρος: 9 ημέρες έως 32,7 μήνες). Αποδρομή του υπερθυρεοειδισμού είχε παρατηρηθεί σε 22 (56,4%) από τους 39 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Θυρεοειδίτιδα εμφανίστηκε σε 8 (0,6%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 4 (0,3%) ασθενών με Βαθμού 2 θυρεοειδίτιδα. Κανένας ασθενής δεν διέκοψε το cemiplimab λόγω θυρεοειδίτιδας. Αποδρομή της θυρεοειδίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 1 (12,5%) από τους 8 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Ανεπάρκεια των επινεφριδίων εμφανίστηκε σε 6 (0,5%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 6 (0,5%) ασθενών με Βαθμού 3 ανεπάρκεια των επινεφριδίων. Ένας (< 0,1%) από τους 1.281 ασθενείς διέκοψε το cemiplimab λόγω ανεπάρκειας των επινεφριδίων. Στους 6 ασθενείς με ανεπάρκεια των επινεφριδίων, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 7,5 μήνες (εύρος: 4,2 μήνες έως 18,3 μήνες) και η διάμεση διάρκεια ήταν 2,9 μήνες (εύρος: 22 ημέρες έως

6,1 μήνες). Δύο από τους 6 ασθενείς (33,3%) έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών. Αποδρομή της ανεπάρκειας των επινεφριδίων είχε παρατηρηθεί σε 1 (16,7%) από τους 6 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Ανοσομεσολαβούμενη υποφυσίτιδα εμφανίστηκε σε 7 (0,5%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 3 (0,2%) ασθενών με ανοσομεσολαβούμενη υποφυσίτιδα Βαθμού 3. Ένας (< 0,1%) από τους 1.281 ασθενείς διέκοψε το cemiplimab λόγω υποφυσίτιδας. Στους 7 ασθενείς με υποφυσίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 7,4 μήνες (εύρος: 2,5 μήνες έως 10,4 μήνες) με διάμεση διάρκεια 2,7 μήνες (εύρος: 9 ημέρες έως 34,9 μήνες). Τρεις από τους 7 ασθενείς (42,9%) έλαβε υψηλή δόση κορτικοστεροειδών. Αποδρομή της υποφυσίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 1 (14,3%) από τους 7 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 χωρίς εναλλακτική αιτιολογία εμφανίστηκε σε 1 (< 0,1%) από τους

1.281 ασθενείς (Βαθμού 4).

Ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες

Ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε 24 (1,9%) από τους

1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 11 (0,9%) ασθενών με Βαθμού 3 ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 3 (0,2%) από τους

1.281 ασθενείς. Στους 24 ασθενείς με ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 2,0 μήνες (εύρος: 2 ημέρες έως 17,0 μήνες) και η διάμεση διάρκεια ήταν 2,9 μήνες (εύρος: 8 ημέρες έως 38,8 μήνες). Δεκαεπτά από τους 24 ασθενείς (70,8%) με ανοσομεσολαβούμενες δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 10 ημερών (εύρος: 1 ημέρα έως 2,9 μήνες). Αποδρομή των δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών είχε παρατηρηθεί σε 17 (70,8%) από τους 24 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα

Ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα εμφανίστηκε σε 9 (0,7%) από τους 1.281 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένου 1 (< 0,1%) ασθενούς με Βαθμού 5 και 1 (< 0,1%) ασθενούς με Βαθμού 3 ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα. Η ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 2 (0,2%) από τους 1.281 ασθενείς. Στους 9 ασθενείς με ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 2,1 μήνες (εύρος: 14 ημέρες έως 12,5 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της νεφρίτιδας ήταν 1,5 μήνες (εύρος: 9 ημέρες έως

5,5 μήνες). Έξι από τους 9 ασθενείς (66,7%) με ανοσομεσολαβούμενη νεφρίτιδα έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 18 ημερών (εύρος: 3 ημέρες έως 1,3 μήνες). Αποδρομή της νεφρίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 7 (77,8%) από τους 9 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

Άλλες ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι παρακάτω κλινικά σημαντικές, ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με επίπτωση μικρότερη από 1% (εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά) στους 1.281 ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με cemiplimab. Τα συμβάντα ήταν Βαθμού 3 ή χαμηλότερου, εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά:

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Άσηπτη μηνιγγίτιδα, παρανεοπλασματική εγκεφαλομυελίτιδα (Βαθμού 5), χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζική νευροπάθεια, εγκεφαλίτιδα, μυασθένεια gravis, περιφερική νευροπάθειαa

Καρδιακές διαταραχές: Μυοκαρδίτιδαb (Βαθμού 5), περικαρδίτιδαc

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Ανοσολογική θρομβοπενία

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Αρθραλγία (1,2%), αρθρίτιδαd, μυϊκή αδυναμία, μυαλγία, μυοσίτιδαe (Βαθμού 4), ρευματική πολυμυαλγία, σύνδρομο Sjögren

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Κνησμός

Διαταραχές του οφθαλμού: Κερατίτιδα, ραγοειδίτιδαf (Βαθμού 4)

Γαστρεντερικές διαταραχές: Στοματίτιδα, ανοσομεσολαβούμενη γαστρίτιδα, παγκρεατίτιδα (Βαθμού 4)

a. περιλαμβάνεται η νευρίτιδα, η περιφερική νευροπάθεια, η περιφερική αισθητική νευροπάθεια και η πολυνευροπάθεια

b. περιλαμβάνεται η αυτοάνοση μυοκαρδίτιδα, η ανοσομεσολαβούμενη μυοκαρδίτιδα και η μυοκαρδίτιδα

c. περιλαμβάνεται η αυτοάνοση περικαρδίτιδα και η περικαρδίτιδα

d. περιλαμβάνεται η αρθρίτιδα, η ανοσομεσολαβούμενη αρθρίτιδα και η πολυαρθρίτιδα

e. περιλαμβάνεται η μυοσίτιδα και η δερματομυοσίτιδα

f. αναφέρθηκε σε κλινικές μελέτες εκτός του συγκεντρωτικού συνόλου δεδομένων

Οι παρακάτω πρόσθετες, ανοσομεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού σε κλινικές δοκιμές: αγγειίτιδα, σύνδρομο Guillain-Barré, φλεγμονή κεντρικού νευρικού συστήματος και μηνιγγίτιδα (Βαθμού 4), έκαστη με «σπάνια» συχνότητα.

Επιδράσεις χαρακτηριστικές της κατηγορίας των αναστολέων των σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλλους αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες ενδέχεται να εμφανιστούν επίσης κατά τη θεραπεία με cemiplimab: κοιλιοκάκη, εξωκρινής παγκρεατική ανεπάρκεια.

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση

Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις εμφανίστηκαν σε 94 (7,3%) από τους 1.281 ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 2 (0,2%) ασθενών με Βαθμού 3 ή 4 σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις. Οι σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 1 (< 0,1%) ασθενή. Συχνά συμπτώματα αντίδρασης σχετιζόμενης με την έγχυση περιλαμβάνουν ναυτία, πυρεξία, και έμετο. Ενενήντα τρεις από τους 94 (98,9%) ασθενείς ανέκαμψαν από τη σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση τη στιγμή της περικοπής των δεδομένων.

Ανοσογονικότητα

Όπως συμβαίνει με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει πιθανότητα ανοσογονικότητας με το cemiplimab. Σε κλινικές μελέτες με 1.029 ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με cemiplimab, το 2,1% των ασθενών ανέπτυξαν αντισώματα εμφανιζόμενα κατά τη θεραπεία με περίπου 0,3% των ασθενών να εμφανίζουν εμμένουσες αποκρίσεις αντισωμάτων. Δεν έχουν παρατηρηθεί αντισώματα ουδετεροποίησης. Δεν υπάρχει ένδειξη μεταβολής του προφίλ φαρμακοκινητικής ή του προφίλ ασφάλειας λόγω της ανάπτυξης αντισωμάτων έναντι του cemiplimab.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών και να ξεκινήσει κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - LIBTAYO 350MG/VIAL

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς PD-1/PD-L1 (πρωτεΐνη προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου 1/συνδέτης της πρωτεΐνης προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου 1). Κωδικός ATC: L01FF06

Μηχανισμός δράσης

Το cemiplimab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G4 (IgG4) το οποίο προσδένεται στον υποδοχέα της πρωτεΐνης προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου-1 (PD-1) και αναστέλλει την αλληλεπίδρασή της με τους συνδέτες PD-L1 και PD-L2. Η πρόσδεση της PD-1 στους συνδέτες PD-L1 και PD-L2, οι οποίοι εκφράζονται από αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα και ενδέχεται να εκφράζονται από κύτταρα του όγκου και/ή άλλα κύτταρα στο μικροπεριβάλλον του όγκου, οδηγεί σε αναστολή της λειτουργίας των Τ κυττάρων όπως είναι ο πολλαπλασιασμός, η έκκριση κυτταροκινών και η κυτταροτοξική δραστηριότητα. Το cemiplimab ενισχύει τις αποκρίσεις των T-κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των αποκρίσεων κατά του όγκου, μέσω αναστολής της πρόσδεσης της PD-1 στους συνδέτες PD-L1 και PD-L2.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

CSCC

Προχωρημένο CSCC

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε ασθενείς με mCSCC (λεμφαδενικές ή απομακρυσμένες μεταστάσεις) ή laCSCC οι οποίοι δεν ήταν υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία, που έχουν στόχο την ίαση μελετήθηκαν στην κλινική δοκιμή R2810-ONC-1540 (Μελέτη 1540). Η μελέτη 1540 ήταν μία φάσης 2, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη στην οποία εντάχθηκαν 193 ασθενείς με mCSCC ή laCSCC στις Ομάδες 1 έως 3 με συνδυασμένο διάμεσο διάστημα παρακολούθησης 15,7 μηνών συνολικά. Η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης ήταν 18,5 μήνες για την ομάδα ασθενών με mCSCC που έλαβαν 3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες (Q2W) (Ομάδα 1), 15,5 μήνες για την ομάδα ασθενών με laCSCC που έλαβαν 3 mg/kg Q2W (Ομάδα 2),

17,3 μήνες για την ομάδα ασθενών με mCSCC που έλαβαν 350 mg Q3W (Ομάδα 3). Σε μία πρόσθετη κοόρτη 165 ασθενών με προχωρημένο CSCC (mCSCC και laCSCC) στους οποίους χορηγήθηκε δόση 350 mg Q3W, η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης ήταν 8,7 μήνες (Ομάδα 6).

Ασθενείς με οποιοδήποτε από τα παρακάτω εξαιρέθηκαν: αυτοάνοσο νόσημα που απαιτούσε συστηματική θεραπεία με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες εντός 5 ετών, ιστορικό μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου, ιστορικό πνευμονίτιδας εντός των τελευταίων 5 ετών, προηγούμενη θεραπεία με αντι-PD-1/PD-L1 ή άλλη θεραπεία με αναστολέα ανοσολογικών σημείων ελέγχου, ενεργή λοίμωξη που απαιτεί θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης γνωστής λοίμωξης από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) ή ενεργής λοίμωξης με ιό ηπατίτιδας B ή ηπατίτιδας C, χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (CLL), εγκεφαλικές μεταστάσεις ή λειτουργική ικανότητα (PS) ≥ 2 σύμφωνα με την Ανατολική Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα (ECOG).

Στη μελέτη 1540, οι ασθενείς έλαβαν cemiplimab ενδοφλεβίως έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως την ολοκλήρωση της προγραμματισμένης θεραπείας [3 mg/kg Q2W για 96 εβδομάδες (Ομάδες 1 και 2) ή 350 mg Q3W για 54 εβδομάδες (Ομάδα 3)]. Εάν οι ασθενείς με τοπικά προχωρημένη νόσο είχαν ικανοποιητική ανταπόκριση στη θεραπεία, επιτρεπόταν η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης με στόχο την ίαση. Αξιολογήσεις της ανταπόκρισης του όγκου πραγματοποιήθηκαν κάθε 8 ή 9 εβδομάδες (για ασθενείς που λαμβάνουν 3 mg/kg Q2W ή 350 mg Q3W, αντίστοιχα). Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης 1540 ήταν το επιβεβαιωμένο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR), όπως εκτιμήθηκε με ανεξάρτητη κεντρική εκτίμηση (ICR). Για τους ασθενείς με mCSCC χωρίς εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες, το ORR προσδιορίστηκε βάσει των Κριτηρίων Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους (RECIST 1.1). Για τους ασθενείς που είχαν εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες (laCSCC και mCSCC), το ORR προσδιορίστηκε από ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο το οποίο περιλάμβανε τις εκτιμήσεις ICR των ακτινολογικών δεδομένων (RECIST 1.1) και των ψηφιακών ιατρικών φωτογραφιών (κριτήρια Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας). Το βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η διάρκεια της ανταπόκρισης (DOR) βάσει ICR. Άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν το ORR και την DOR βάσει αξιολόγησης του ερευνητή (IA), την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) βάσει ICR και IA, τη συνολική επιβίωση (OS), το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR) βάσει ICR και τη μεταβολή στις βαθμολογίες για τις αναφερόμενες από τον ασθενή εκβάσεις στο Ερωτηματολόγιο για την Ποιότητα Ζωής 30 βασικών στοιχείων (EORTC

QLQ-C30) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Έρευνα και τη Θεραπεία του Καρκίνου (EORTC).

Στην ανάλυση αποτελεσματικότητας 193 ασθενών με προχωρημένο CSCC από τις Ομάδες 1 έως 3 της Μελέτης 1540, 115 είχαν mCSCC και 78 είχαν laCSCC. Η διάμεση ηλικία ήταν 72 έτη (εύρος: 38 έως 96): Εβδομήντα οκτώ (40,4%) ασθενείς ήταν 75 ετών και άνω, 66 (34,2%) ασθενείς ήταν

65 έως κάτω των 75 ετών και 49 (25,4%) ασθενείς ήταν κάτω των 65 ετών. Συνολικά 161 (83,4%) ασθενείς ήταν άνδρες και 187 (96,9%) ασθενείς ήταν λευκοί. Η βαθμολογία PS κατά ECOG ήταν 0 (44,6%) και 1 (55,4%). Τριάντα τρία και 7/10 τοις εκατό (33,7%) των ασθενών είχαν λάβει τουλάχιστον 1 αντικαρκινική συστηματική θεραπεία στο παρελθόν, 81,3% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη χειρουργική επέμβαση σχετιζόμενη με τον καρκίνο και 67,9% των

ασθενών είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη ακτινοθεραπεία. Στους ασθενείς με mCSCC, 76,5% είχαν

απομακρυσμένες μεταστάσεις και 22,6% είχαν μόνο λεμφαδενικές μεταστάσεις.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα που βασίζονται στην τελική ανάλυση των Ομάδων 1 έως 3 της Μελέτης 1540 παρουσιάζονται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα – Μελέτη 1540 – μεταστατικό CSCC ανά ομάδα δοσολογίας, τοπικά προχωρημένο CSCC

Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας mCSCC laCSCC mCSCC
cemiplimab: cemiplimab: cemiplimab:
3 mg/kg κάθε2 εβδομάδες 3 mg/kg κάθε2 εβδομάδες 350 mg κάθε3 εβδομάδες
(Ομάδα 1) (Ομάδα 2) (Ομάδα 3)
(N=59)ICR (N=78)ICR (N=56)ICR
Επιβεβαιωμένο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR)a
ORR 50,8% 44,9% 46,4%
95% CI για το ORR (37,5, 64,1) (33,6, 56,6) (33,0, 60,3)
Πλήρης ανταπόκριση (CR)b 20,3% 12,8% 19,6%
Μερική ανταπόκριση (PR) 30,5% 32,1% 26,8%
Σταθερή νόσος (SD) 15,3% 34,6% 14,3%
Εξέλιξη της νόσου (PD) 16,9% 12,8% 25,0%
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR)
Διάμεσοςc (μήνες) (95% CI) NR (20,7, NE) 41,9(20,5, 54,6) 41,3(40,8, 46,3)
Εύρος (μήνες) 2,8-38,9 1,9-54,6 4,2-46,3
Ασθενείς με DOR ≥ 6 μήνες, % 93,3% 88,6% 96,2%
Χρόνος έως την ανταπόκριση (TTR)
Διάμεσος (μήνες), εύρος (ελάχιστο:μέγιστο) 1,9(1,7: 21,8) 2,1(1,8: 8,8) 2,1(2,0: 22,8)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου(PFS)a,c
6 μήνες(95% CI) 66,4%(52,5, 77,1) 72,4%(60,1, 81,5) 60,7%(46,7, 72,1)
12 μήνες(95% CI) 53.8%(40,0, 65,8) 60,8%(47,8, 71,5) 53,4%(39,5, 65,4)
Συνολική επιβίωση (OS)a,c
12 μήνες(95% CI) 81,3%(68,7, 89,2) 91,8%(82,6, 96,2) 72,5%(58,6, 82,5)

CI: Διάστημα εμπιστοσύνης, ICR: Ανεξάρτητη Κεντρική Εκτίμηση, NR: Δεν έχει επιτευχθεί, NE: Μη αξιολογήσιμο

a. Στις Ομάδες 1, 2 και 3, η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 18,5, 15,5 και 17,3 μήνες, αντίστοιχα.

b. Περιλαμβάνονται μόνο ασθενείς με πλήρη επούλωση προηγούμενης δερματικής συμμετοχής. Στους ασθενείς με laCSCC στη μελέτη 1540 χρειαζόταν η διενέργεια βιοψίας για την επιβεβαίωση της CR.

c. Βάσει εκτιμήσεων Kaplan-Meier.

Αποτελεσματικότητα και κατάσταση PD-L1

Η κλινική δραστικότητα παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από την κατάσταση έκφρασης του PD-L1 του όγκου.

Επικουρική θεραπεία του CSCC υψηλού κινδύνου

Η αποτελεσματικότητα του cemiplimab αξιολογήθηκε για την επικουρική θεραπεία ασθενών με CSCC που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής μετά από χειρουργική επέμβαση ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία στη μελέτη C-POST, μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 3. Οι συμμετέχοντες στη μελέτη διέτρεχαν υψηλό κίνδυνο υποτροπής λόγω λεμφαδενικών χαρακτηριστικών (εξωκαψική επέκταση ή ≥ 3 εμπλεκόμενοι

λεμφαδένες) ή/και μη λεμφαδενικών χαρακτηριστικών (ενδιάμεσες μεταστάσεις, βλάβη T4, περινευρική διήθηση ή τοπικά υποτροπιάζων όγκος με ≥ 1 πρόσθετο δυσμενές χαρακτηριστικό) και ολοκλήρωσαν την επικουρική ακτινοθεραπεία εντός 2 έως 10 εβδομάδων από την τυχαιοποίηση.

Η μελέτη απέκλειε ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που απαιτούσε συστηματική θεραπεία με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες εντός 5 ετών, ιστορικό μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου, προηγούμενη αλλογενή ή αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων, μη ελεγχόμενη λοίμωξη από HIV, ηπατίτιδα B ή ηπατίτιδα C ή λειτουργική ικανότητα (PS) ≥ 2 κατά ECOG. Οι ασθενείς με CLL ήταν κατάλληλοι εάν δεν είχαν χρειαστεί συστηματική θεραπεία για τη CLL εντός 6 μηνών.

Στη μελέτη C-POST, 415 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 στο cemiplimab (N=209) ή στο εικονικό φάρμακο (N=206). Στο Μέρος 1, 334 ασθενείς εκχωρήθηκαν για να λάβουν 350 mg cemiplimab (N=171) ή εικονικό φάρμακο (N=163) ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για 12 εβδομάδες και στη συνέχεια 700 mg cemiplimab ή εικονικό φάρμακο ενδοφλεβίως κάθε 6 εβδομάδες για επιπλέον

36 εβδομάδες και 81 ασθενείς εκχωρήθηκαν για να λάβουν 350 mg cemiplimab (N=38) ή εικονικό φάρμακο (N=43) ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για έως και 48 εβδομάδες. Η θεραπεία συνεχίστηκε έως την υποτροπή της νόσου, την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως και 48 εβδομάδες.

Στο Μέρος 2 της μελέτης, το οποίο ήταν ανοικτής επισήμανσης και προαιρετικό, οι ασθενείς που παρουσίασαν υποτροπή της νόσου οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της μελέτης και ήταν στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου είχαν την επιλογή να λάβουν επακόλουθη θεραπεία με cemiplimab στα 350 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες. Οι ασθενείς που παρουσίασαν υποτροπή της νόσου

≥ 3 μήνες μετά την ολοκλήρωση 48 εβδομάδων προγραμματισμένης θεραπείας με cemiplimab και ήταν στο σκέλος του cemiplimab είχαν την επιλογή να λάβουν cemiplimab στα 350 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες. Οι ασθενείς μπορούν να λάβουν θεραπεία για έως και 96 εβδομάδες στο Μέρος 2.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η επιβίωση χωρίς νόσο (DFS), που ορίζεται ως ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την πρώτη τεκμηριωμένη υποτροπή της νόσου βάσει αξιολόγησης του ερευνητή ή τον θάνατο από οποιαδήποτε αιτία. Οι απεικονιστικές αξιολογήσεις πραγματοποιήθηκαν στο τέλος κάθε κύκλου 12 εβδομάδων κατά τη διάρκεια των 48 εβδομάδων.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης, η απεικόνιση πραγματοποιήθηκε κάθε 4 μήνες κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 ετών της προγραμματισμένης παρακολούθησης και κάθε 6 μήνες στη συνέχεια μέχρι την υποτροπή.

Τα χαρακτηριστικά του πληθυσμού της μελέτης ήταν: διάμεση ηλικία 71 ετών (εύρος: 33 έως 95), 83,9% άνδρες, 91,1% Λευκοί, 3,1% Ασιάτες, 63,6% είχαν PS 0 κατά ECOG και 36,4% είχαν PS 1 κατά ECOG. Η θέση του όγκου ήταν η κεφαλή και ο τράχηλος (HN) στο 82,7% και εκτός HN στο 17,3% των ασθενών. Το χαρακτηριστικό υψηλού κινδύνου ήταν λεμφαδενικό στο 58,3% των ασθενών και αποκλειστικά μη λεμφαδενικό στο 41,7% των ασθενών.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της μελέτης C-POST παρουσιάζονται στον Πίνακα 4 και στην Εικόνα 1.

Πίνακας 4: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της μελέτης C-POST στο CSCC υψηλού κινδύνου στο πλαίσιο επικουρικής θεραπείας-κύρια ανάλυση

Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότηταςa Cemiplimab Εικονικό φάρμακο
N = 209 N = 206
Επιβίωση χωρίς νόσο (DFS)
Αριθμός συμβάντων, n (%) 24 (11,5%) 65 (31,6%)
Υποτροπές της νόσου, n (%) 18 (8,6%) 61 (29,6%)
Θάνατοι, n (%)b 6 (2,9%) 4 (1,9%)
Διάμεσος (95% CI) σε μήνεςc NR (NE, NE) 49,4 (48,5, NE)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)d 0,32 (0,20, 0,51)
Τιμή pe < 0,0001

CI: Διάστημα εμπιστοσύνης, NE: Μη αξιολογήσιμο, NR: Δεν έχει επιτευχθεί (Ημερομηνία περικοπής δεδομένων – 4 Οκτωβρίου 2024)

a. Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης: cemiplimab: 24,5 μήνες, εικονικό φάρμακο: 23,8 μήνες

b. Θάνατοι που καταμετρήθηκαν ως συμβάντα DFS, όπως αξιολογήθηκαν από τον ερευνητή. Δεν περιλαμβάνει θανάτους ασθενών που είχαν παρουσιάσει προηγουμένως υποτροπή

c. Βάσει μεθόδου Kaplan-Meier

d. Βάσει διαστρωματωμένου μοντέλου αναλογικού κινδύνου

e. Βάσει αμφίπλευρης τιμής p

Κατά τον χρόνο της επικαιροποιημένης ανάλυσης (ημερομηνία περικοπής δεδομένων 07 Απριλίου 2025), αναφέρθηκαν 29 (13,9%) συμβάντα DFS στην ομάδα του cemiplimab και 68 (33,0%) συμβάντα DFS στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου σε διάμεση παρακολούθηση 31 μηνών στην ομάδα του cemiplimab και 30 μηνών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR 0,35, 95% CI 0,23, 0,55). Τα αποτελέσματα OS δεν ήταν ώριμα κατά τον χρόνο της προκαθορισμένης κύριας ανάλυσης.

Εικόνα 1: DFS στη μελέτη C-POST για το CSCC υψηλού κινδύνου στο πλαίσιο επικουρικής θεραπείας-επικαιροποιημένη ανάλυσηa

a. Βάσει της επικαιροποιημένης ανάλυσης (Ημερομηνία περικοπής δεδομένων 07 Απριλίου 2025)

Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (BCC)

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε ασθενείς με laBCC ή mBCC, οι οποίοι είχαν εμφανίσει εξέλιξη της νόσου υπό θεραπεία με HHI, είχαν δυσανοχή σε προηγούμενη θεραπεία με HHI ή δεν είχαν εμφανίσει βελτίωση καλύτερη από SD μετά από 9 μήνες θεραπείας με HHI (μη περιλαμβανομένων των διακοπών της θεραπείας) αξιολογήθηκαν στη μελέτη 1620, μια ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική, μη τυχαιοποιημένη μελέτη. Η μελέτη απέκλειε ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που απαιτούσε συστηματική θεραπεία με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες εντός 5 ετών, ιστορικό μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου, προηγούμενη θεραπεία με αντι-PD-1/PD-L1 ή άλλη θεραπεία με αναστολέα ανοσολογικών σημείων ελέγχου, λοίμωξη από HIV, ηπατίτιδα B ή ηπατίτιδα C ή λειτουργική ικανότητα (PS) ≥ 2 κατά ECOG.

Οι ασθενείς έλαβαν cemiplimab 350 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για 5 κύκλους των

9 εβδομάδων, ακολουθούμενους από 4 κύκλους των 12 εβδομάδων για έως και 93 εβδομάδες θεραπείας. Η θεραπεία συνεχίστηκε έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου, μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως την ολοκλήρωση της προγραμματισμένης θεραπείας. Αξιολογήσεις του όγκου πραγματοποιήθηκαν κάθε 9 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των κύκλων 1 έως 5 και κάθε 12 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των κύκλων 6 έως 9. Τα κύρια καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν το επιβεβαιωμένο ORR και η DOR, όπως εκτιμήθηκε μέσω ICR. Οι δευτερεύουσες εκβάσεις αποτελεσματικότητας περιλάμβαναν το ORR και την DOR μέσω IA, την PFS, την OS, τη CR μέσω ICR και τον χρόνο έως την ανταπόκριση. Για τους ασθενείς με mBCC χωρίς εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες, το ORR προσδιορίστηκε βάσει των RECIST 1.1. Για τους ασθενείς που είχαν εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες (laBCC και mBCC), το ORR προσδιορίστηκε από ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, το οποίο περιλάμβανε τις εκτιμήσεις ICR των ακτινολογικών δεδομένων (RECIST 1.1) και των ψηφιακών ιατρικών φωτογραφιών (κριτήρια Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας).

Συνολικά 138 ασθενείς με προχωρημένο BCC συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση αποτελεσματικότητας της μελέτης 1620, 84 ασθενείς με laBCC και 54 ασθενείς με mBCC.

Στην ομάδα laBCC, η διάμεση ηλικία ήταν 70,0 έτη (εύρος: 42 έως 89): 31 (37%) ασθενείς ήταν

< 65 ετών και 53 (63%) ήταν 65 ετών και άνω. Συνολικά 56 (67%) ήταν άνδρες και 57 (68%) ήταν λευκοί. Η βαθμολογία PS κατά ECOG ήταν 0 (61%) και 1 (39%). Ογδόντα τρία τοις εκατό (83%) των ασθενών είχε υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 σχετιζόμενη με τον καρκίνο χειρουργική επέμβαση στο παρελθόν και 35% των ασθενών είχε υποβληθεί σε > 3 σχετιζόμενες με τον καρκίνο χειρουργικές επεμβάσεις στο παρελθόν (διάμεσος: 3,0 χειρουργικές επεμβάσεις, εύρος: 1 έως 43). Το 50% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 αντικαρκινική ακτινοθεραπεία (RT) στο παρελθόν (διάμεσος: 1,0 RT, εύρος: 1 έως 6).

Στην ομάδα mBCC, η διάμεση ηλικία ήταν 63,5 έτη (εύρος: 38 έως 90): 27 (50%) ασθενείς ήταν

< 65 ετών και 27 (50%) ήταν 65 ετών και άνω. Συνολικά 38 (70%) ήταν άνδρες και 47 (87%) ήταν λευκοί. Η βαθμολογία PS κατά ECOG ήταν 0 (67%) και 1 (33%). Ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των ασθενών είχε υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 σχετιζόμενη με τον καρκίνο χειρουργική επέμβαση στο παρελθόν και 28% των ασθενών είχε υποβληθεί σε > 3 σχετιζόμενες με τον καρκίνο χειρουργικές επεμβάσεις στο παρελθόν (διάμεσος: 2,0 χειρουργικές επεμβάσεις, εύρος: 1 έως 8). Το 59% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 αντικαρκινική ακτινοθεραπεία (RT) στο παρελθόν (διάμεσος: 1,0 RT, εύρος: 1 έως 4).

Και οι 138 ασθενείς είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με HHI και 12% (16/138) των ασθενών είχε λάβει στο παρελθόν θεραπεία με vismodegib και sonidegib (ως χωριστές γραμμές θεραπείας). Από τους 84 ασθενείς με laBCC, 71% (60/84) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω εξέλιξης της νόσου, 38% (32/84) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω δυσανοχής και 2% (2/84) διέκοψε τη θεραπεία αποκλειστικά λόγω έλλειψης ανταπόκρισης. Από τους 54 ασθενείς με mBCC, 76% (41/54) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω εξέλιξης της νόσου, 33% (18/54) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω δυσανοχής και 6% (3/54) διέκοψε τη θεραπεία αποκλειστικά λόγω έλλειψης ανταπόκρισης. Οι ερευνητές μπορούσαν να επιλέξουν περισσότερους από έναν λόγους για τη διακοπή προηγούμενης θεραπείας με HHI για έναν μεμονωμένο ασθενή.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα παρουσιάζονται στον Πίνακα 5.

Πίνακας 5: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της Μελέτης 1620 στο τοπικά προχωρημένο και μεταστατικό βασικοκυτταρικό καρκίνωμα

Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας laBCCcemiplimab 350 mg κάθε3 εβδομάδες mBCCcemiplimab 350 mg κάθε3 εβδομάδες
N=84 N=54
ICR ICR
Βέλτιστη συνολική ανταπόκριση (BOR)a,b,c
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 27 (32,1%) 12 (22,2%)
(ORR: CR+ PR) (95% CI) (22,4, 43,2) (12,0, 35,6)
Ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR)d 6 (7,1%) 1 (1,9%)
(95% CI) (2,7, 14,9) (0,0, 9,9)
Ποσοστό μερικής ανταπόκρισης (PR) 21 (25,0%) 11 (20,4%)
Ποσοστό εξέλιξης της νόσου (PD) 9 (10,7%) 16 (29,6%)
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR) N=27 ανταποκριθέντες N=12 ανταποκριθέντες
Διάμεσοςe (μήνες) NR 16,7
(95% CI) (15,5, NE) (9,8, NE)
Εύρος (παρατήρησης) (μήνες) 2,1 - 36,8+ 9,0 - 25,8+
Ασθενείς με DOR ≥ 6 μήνες, %e 88,5% 100,0%
(95% CI) (68,4, 96,1) (100, 100)
Χρόνος έως την ανταπόκριση (TTR) N=27 ανταποκριθέντες N=12 ανταποκριθέντες
Διάμεσος (μήνες) 4,3 3,1
(Εύρος) (2,1 - 21,4) (2,0 - 10,5)

CI: Διάστημα εμπιστοσύνης, +: Υποδηλώνει ότι συνεχίζεται κατά την τελευταία αξιολόγηση, ICR: Ανεξάρτητη Κεντρική Εκτίμηση, NR: Δεν έχει επιτευχθεί, NE: Μη αξιολογήσιμο

a. Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης: laBCC: 15,9 μήνες, mBCC: 8,4 μήνες

b. Περιλαμβάνει 2 ασθενείς με laBCC που πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης μόνο για «βελτίωση όχι καλύτερη από σταθερή νόσο (SD) μετά από 9 μήνες υπό θεραπεία με HHI». Τα αποτελέσματα BOR βάσει ICR ήταν SD για 1 ασθενή και NE για 1 ασθενή.

c. Περιλαμβάνει 3 ασθενείς με mBCC που πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης μόνο για «βελτίωση όχι καλύτερη από SD μετά από 9 μήνες υπό θεραπεία με HHI». Τα αποτελέσματα BOR βάσει ICR ήταν PR για 1 ασθενή και SD για 2 ασθενείς.

d. Στους ασθενείς με τοπικά προχωρημένο BCC στη μελέτη 1620 χρειαζόταν η διενέργεια βιοψίας για την επιβεβαίωση της πλήρους ανταπόκρισης.

e. Βάσει εκτιμήσεων Kaplan-Meier.

Αποτελεσματικότητα και κατάσταση PD-L1

Η κλινική δραστικότητα παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από την κατάσταση έκφρασης του PD-L1 του όγκου.

NSCLC

Πρώτης γραμμής θεραπεία του NSCLC με cemiplimab ως μονοθεραπεία

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε σύγκριση με χημειοθεραπεία δύο παραγόντων με βάση την πλατίνα σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο NSCLC, οι οποίοι δεν ήταν υποψήφιοι για οριστική χημειοακτινοθεραπεία, ή με μεταστατικό NSCLC, οι οποίοι είχαν έκφραση PD-L1 στον όγκο ≥ 50% βάσει της δοκιμασίας PD-L1 IHC 22C3 pharmDx, αξιολογήθηκαν στη μελέτη 1624, μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη.

Εντάχθηκαν συνολικά 710 ασθενείς.

Η μελέτη απέκλειε ασθενείς με γενετικές ανωμαλίες EGFR, ALK ή ROS1 στον όγκο, λειτουργική ικανότητα (PS) ≥ 2 κατά ECOG, ιατρικές παθήσεις που απαιτούσαν συστηματική ανοσοκαταστολή, μη ελεγχόμενη λοίμωξη από ηπατίτιδα B ή ηπατίτιδα C ή HIV, ιστορικό διάμεσης πνευμονοπάθειας, οι οποίοι δεν ήταν ποτέ καπνιστές ή που είχαν αυτοάνοσο νόσημα το οποίο απαιτούσε συστηματική θεραπεία εντός 2 ετών από την αγωγή. Η θεραπεία των εγκεφαλικών μεταστάσεων επιτρεπόταν και οι ασθενείς μπορούσαν να ενταχθούν εάν είχαν υποβληθεί σε επαρκή θεραπεία και είχαν επανέλθει από νευρολογικής άποψης στην αρχική κατάσταση για τουλάχιστον 2 εβδομάδες πριν από την τυχαιοποίηση. Δεν ήταν απαραίτητη η ακτινολογική επιβεβαίωση της σταθερότητας ή της ανταπόκρισης.

Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε κατά ιστολογία (μη πλακώδης έναντι πλακώδους) και γεωγραφική περιοχή (Ευρώπη, Ασία ή Υπόλοιπος κόσμος). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1:1) στη λήψη cemiplimab 350 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για έως και 108 εβδομάδες ή θεραπεία της επιλογής του ερευνητή από τα ακόλουθα σχήματα χημειοθεραπείας δύο παραγόντων με βάση την πλατίνα για 4 έως 6 κύκλους: πακλιταξέλη + σισπλατίνη ή καρβοπλατίνη, γεμσιταβίνη + σισπλατίνη ή καρβοπλατίνη ή πεμετρεξίδη + σισπλατίνη ή καρβοπλατίνη ακολουθούμενη από προαιρετική συντήρηση με πεμετρεξίδη (το συγκεκριμένο σχήμα δεν συνιστάται για ασθενείς με πλακώδες NSCLC).

Η θεραπεία με cemiplimab συνεχίστηκε έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου κατά RECIST 1.1, μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως τις 108 εβδομάδες. Στους ασθενείς που εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου κατά τη θεραπεία με cemiplimab, σύμφωνα με την αξιολόγηση ανεξάρτητης επιτροπής εκτίμησης (IRC) κατά RECIST 1.1, επιτράπηκε να συνεχίσουν τη θεραπεία με cemiplimab, με την προσθήκη

4 κύκλων ειδικής για τον ιστολογικό τύπο χημειοθεραπείας έως την παρατήρηση περαιτέρω εξέλιξης. Στους ασθενείς που εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου κατά τη χημειοθεραπεία, σύμφωνα με την αξιολόγηση IRC κατά RECIST 1.1, επιτράπηκε να λάβουν θεραπεία με cemiplimab έως την εμφάνιση περαιτέρω εξέλιξης, μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως τις 108 εβδομάδες. Από τους 203 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη χημειοθεραπείας και εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την αξιολόγηση IRC κατά RECIST 1.1, 150 (73,9%) ασθενείς μεταπήδησαν σε θεραπεία με cemiplimab. Η κατάσταση του όγκου αξιολογούταν κάθε 9 εβδομάδες. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική επιβίωση (OS) και η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), σύμφωνα με αξιολόγηση από τυφλοποιημένη IRC με χρήση των κριτηρίων RECIST 1.1. Ένα βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR).

Στους 710 ασθενείς, τα αρχικά χαρακτηριστικά ήταν: διάμεση ηλικία 63 ετών (45% ήταν 65 και άνω), 85% άνδρες, 86% Λευκοί, λειτουργική ικανότητα κατά ECOG 0 και 1 σε 27% και 73% αντίστοιχα, και 12% με ιστορικό εγκεφαλικών μεταστάσεων. Τα χαρακτηριστικά της νόσου ήταν τοπικά προχωρημένη (16%), μεταστατική (84%), πλακώδης (44%) και μη πλακώδης (56%).

Η μελέτη κατέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην OS για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο cemiplimab, σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα παρουσιάζονται στον Πίνακα 6, στην Εικόνα 2 και στην Εικόνα 3.

Πίνακας 6: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της μελέτης 1624 στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα

Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότηταςa Cemiplimab350 mg κάθε 3 εβδομάδες N=356 Χημειοθεραπεία N=354
Συνολική επιβίωση (OS)
Θάνατοι n (%) 108 (30,3) 141 (39,8)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 22,1 (17,7, NE) 14,3 (11,7, 19,2)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,68 (0,53, 0,87)
Τιμή pd 0,0022
Ποσοστό OS στους 12 μήνες (95% CI)b 70% (64, 75) 56% (49, 62)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)
Συμβάντα n (%) 201 (56,5) 262 (74,0)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 6,2 (4,5, 8,3) 5,6 (4,5, 6,1)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,59 (0,49, 0,72)
Ποσοστό PFS στους 12 μήνες (95% CI)b 38% (32, 44) 7% (4, 11)
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (%)e
ORR (95% CI) 36,5 (31,5, 41,8) 20,6 (16,5, 25,2)
Ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR) 3,1 0,8
Ποσοστό μερικής ανταπόκρισης (PR) 33,4 19,8
Διάρκεια ανταπόκρισης N=130 ανταποκριθέντες N=73 ανταποκριθέντες
Διάμεσος (μήνες)b 21,0 6,0
Εύρος (μήνες) (1,9+, 23,3+) (1,3+, 16,5+)
Ασθενείς με παρατηρηθείσα DOR ≥ 6 μήνες, % 69% 41%

CI: Διάστημα εμπιστοσύνης, NE: Μη αξιολογήσιμο, +: Συνεχιζόμενη ανταπόκριση

a. Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης: cemiplimab: 13,1 μήνες, χημειοθεραπεία: 13,1 μήνες

b. Βάσει εκτιμήσεων Kaplan-Meier

c. Βάσει διαστρωματωμένου μοντέλου αναλογικού κινδύνου

d. Βάσει αμφίπλευρης τιμής p

e. Βάσει ακριβούς διαστήματος εμπιστοσύνης Clopper-Pearson

Εικόνα 2: OS στη Μελέτη 1624 στον NSCLC

Εικόνα 3: PFS στη Μελέτη 1624 στον NSCLC

Πρώτης γραμμής θεραπεία του NSCLC με cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα αξιολογήθηκαν στη Μελέτη 16113, μία τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη σε 466 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο NSCLC που δεν ήταν υποψήφιοι για οριστική χημειοακτινοθεραπεία, ή με μεταστατικό NSCLC, ανεξάρτητα από την κατάσταση έκφρασης του PD-L1 στον όγκο και οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως συστηματική θεραπεία για μεταστατικό NSCLC. Ο έλεγχος για γονιδιακές ανωμαλίες όγκου εκτός των EGFR, ALK ή ROS1 δεν ήταν υποχρεωτικός για την ένταξη στη Μελέτη 16113.

Μη κατάλληλοι για συμμετοχή ήταν οι ασθενείς με όγκους που έφεραν γονιδιακές ανωμαλίες των EGFR, ALK ή ROS1, ιατρική πάθηση που έχρηζε συστηματικής ανοσοκαταστολής, ενεργή λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή της ηπατίτιδας C, μη ελεγχόμενο HIV ή όσοι είχαν συνεχιζόμενη ή πρόσφατη αυτοάνοση νόσο που έχρηζε συστηματικής θεραπείας. Οι ασθενείς με ιστορικό εγκεφαλικών μεταστάσεων ήταν κατάλληλοι για συμμετοχή εφόσον είχαν υποβληθεί σε επαρκή θεραπεία και είχαν επανέλθει στην αρχική κατάσταση από νευρολογικής άποψης για τουλάχιστον

2 εβδομάδες πριν από την τυχαιοποίηση. Δεν ήταν απαραίτητη η ακτινολογική επιβεβαίωση της σταθερότητας ή της ανταπόκρισης.

Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε με βάση την ιστολογία (μη πλακώδης έναντι πλακώδους) και την έκφραση του PD-L1 (< 1% έναντι 1% έως 49% έναντι ≥ 50%) σύμφωνα με τη δοκιμασία VENTANA PD-L1 (SP263). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (2:1) να λάβουν είτε cemiplimab 350 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για 108 εβδομάδες συν χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα κάθε 3 εβδομάδες για 4 κύκλους ή εικονικό φάρμακο ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για 108 εβδομάδες συν χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα κάθε 3 εβδομάδες για 4 κύκλους.

Η θεραπεία με cemiplimab ή εικονικό φάρμακο συνεχίστηκε έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου κατά RECIST 1.1, μη αποδεκτής τοξικότητας ή για έως 108 εβδομάδες. Η θεραπεία με χημειοθεραπεία χορηγήθηκε για 4 κύκλους και ακολούθησε θεραπεία συντήρησης με πεμετρεξίδη όπως ενδείκνυται κλινικά ή έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου κατά RECIST 1.1 ή μη αποδεκτής τοξικότητας. Η χημειοθεραπεία στη Μελέτη 16113 αποτελείτο από καρβοπλατίνη ή σισπλατίνη σε συνδυασμό με πακλιταξέλη ή πεμετρεξίδη με υποχρεωτική θεραπεία συντήρησης για τα σχήματα της πεμετρεξίδης. Αξιολόγηση της κατάστασης του όγκου πραγματοποιείτο κάθε 9 εβδομάδες ξεκινώντας από την εβδομάδα 9 κατά τη διάρκεια του έτους 1 και κάθε 12 εβδομάδες ξεκινώντας την

εβδομάδα 55 κατά τη διάρκεια του έτους 2. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική επιβίωση (OS). Βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία βάσει αξιολόγησης από τυφλοποιημένη IRC χρησιμοποιώντας τα κριτήρια RECIST 1.1, ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) και το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR).

Στους 466 ασθενείς, 327 (70%) είχαν όγκους που εκφράζουν PD-L1 (σε ≥ 1% των καρκινικών κυττάρων). Από αυτούς, 217 ασθενείς ήταν στην ομάδα του cemiplimab και της χημειοθεραπείας και 110 ασθενείς ήταν στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και της χημειοθεραπείας. Τα αρχικά χαρακτηριστικά των 327 ασθενών με όγκους που εκφράζουν PD-L1 σε ≥ 1% των καρκινικών κυττάρων ήταν: διάμεση ηλικία 62 ετών (38% ήταν 65 και άνω), 83% άνδρες, 87% Λευκοί,

βαθμολογία λειτουργικής ικανότητας κατά ECOG 0 και 1 σε 16% και 83% αντίστοιχα, και 6% με ιστορικό εγκεφαλικών μεταστάσεων. Το 51% των ασθενών ήταν νυν καπνιστές, το 34% ήταν πρώην καπνιστές και το 15% δεν είχαν καπνίσει ποτέ (λιγότερα από 100 τσιγάρα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής). Τα χαρακτηριστικά της νόσου ήταν τοπικά προχωρημένη (14%), μεταστατική (86%), πλακώδης ιστολογία (45%) και μη πλακώδης ιστολογία (55%).

Στην κύρια ανάλυση στον συνολικό πληθυσμό με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 16,4 μήνες, η μελέτη κατέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην OS για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα σε ασθενείς των οποίων οι όγκοι εκφράζουν PD-L1 ≥ 1% παρουσιάζονται στον Πίνακα 7, την Εικόνα 4 και την Εικόνα 5.

Πίνακας 7: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της Μελέτης 16113 στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ασθενείς με έκφραση PD-L1 ≥ 1%)a

Καταληκτικά σημείαa cemiplimab και χημειοθεραπείαN=217 εικονικό φάρμακο καιχημειοθεραπεία N=110
Συνολική επιβίωση (OS)
Θάνατοι, n (%) 78 (35,9) 55 (50,0)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 21,9 (17,3, NE) 12,6 (10,3, 16,4)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,55 (0,39, 0,78)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)
Συμβάντα, n (%) 134 (61,8) 86 (78,2)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 8,5 (6,7, 10,7) 5,5 (4,3, 6,2)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,48 (0,36, 0,63)
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) (%)
ORR (95% CI)d 47,9 (41,1, 54,8) 22,7 (15,3, 31,7)
Ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR) 2,8 0
Ποσοστό μερικής ανταπόκρισης (PR) 45,2 22,7
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR)
Διάμεσος σε μήνεςb (εύρος) 15,6 (1,7, 18,7+) 4,9 (1,9, 18,8+)

CI: διάστημα εμπιστοσύνης, NE: Μη αξιολογήσιμο, +: Συνεχιζόμενη ανταπόκριση (Ημερομηνία περικοπής δεδομένων 14 Ιουνίου 2021)

a. Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης: cemiplimab και χημειοθεραπεία: 15,9 μήνες, εικονικό φάρμακο και χημειοθεραπεία: 16,1 μήνες

b. Βάσει μεθόδου Kaplan-Meier

c. Βάσει διαστρωματωμένου μοντέλου αναλογικού κινδύνου

d. Βάσει ακριβούς διαστήματος εμπιστοσύνης Clopper-Pearson

Κατά τη στιγμή της προκαθορισμένης τελικής ανάλυσης, οι ασθενείς των οποίων οι όγκοι εξέφρασαν PD-L1 ≥ 1% και τυχαιοποιήθηκαν στο cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 27,9 μήνες, συνέχισαν να παρουσιάζουν όφελος όσον αφορά την κλινικά σημαντική επιβίωση και την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία μόνο.

Εικόνα 4: OS στη Μελέτη 16113 στον NSCLC (ασθενείς με έκφραση PD-L1 ≥ 1%) – (Τελική ανάλυση)a

a. Βάσει της τελικής ανάλυσης της OS (Ημερομηνία περικοπής δεδομένων 14 Ιουνίου 2022)

Εικόνα 5: PFS στη Μελέτη 16113 στον NSCLC (ασθενείς με έκφραση PD-L1 ≥ 1%) – (Τελική ανάλυση)a

a. Βάσει της τελικής ανάλυσης της PFS (Ημερομηνία περικοπής δεδομένων 14 Ιουνίου 2022)

Καρκίνος του τραχήλου της μήτρας

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή μεταστατικό καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, οι οποίες είχαν παρουσιάσει εξέλιξη των όγκων κατά τη διάρκεια ή μετά από χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα, με ή χωρίς bevacizumab στη Μελέτη 1676, μία τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη. Οι ασθενείς εντάχθηκαν ανεξάρτητα από την κατάσταση έκφρασης του PD-L1 στον όγκο. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν οι ασθενείς με αυτοάνοση νόσο που χρειάζονταν συστηματική θεραπεία με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες εντός 5 ετών και οι ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αντι-PD-1/PD-L1.

Οι παράγοντες διαστρωμάτωσης για την ανάλυση της αποτελεσματικότητας ήταν η γεωγραφική περιοχή (Βόρεια Αμερική, Ασία, Υπόλοιπος Κόσμος) και η ιστολογία [πλακώδης ιστολογία (SCC), αδενοκαρκίνωμα / αδενοπλακώδεις ιστολογίες (AC)]. Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε επίσης με βάση το εάν οι ασθενείς είχαν λάβει ή όχι προηγουμένως θεραπεία με bevacizumab και τη λειτουργική ικανότητά τους κατά ECOG. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1:1) στη λήψη cemiplimab 350 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες ή ενδοφλέβιας χημειοθεραπείας της επιλογής του ερευνητή μεταξύ πεμετρεξίδης, τοποτεκάνης, ιρινοτεκάνης, γεμσιταβίνης ή βινορελβίνης, για έως και

96 εβδομάδες.

Η θεραπεία συνεχίστηκε έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου, μη αποδεκτής τοξικότητας ή την ολοκλήρωση της προγραμματισμένης θεραπείας. Αξιολογήσεις του όγκου πραγματοποιούνταν κάθε 6 εβδομάδες για τις πρώτες 24 εβδομάδες και στη συνέχεια κάθε 12 εβδομάδες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η OS στο SCC και ακολούθως στον συνολικό πληθυσμό. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν την PFS, το ORR, σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST 1.1 και την DOR σύμφωνα με την αξιολόγηση του ερευνητή.

Η διάμεση ηλικία ήταν τα 51 έτη (22 έως 87 ετών), το 63% ήταν Λευκοί, το 29% Ασιάτες, το

3,5% Μαύροι, το 49% είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με bevacizumab, το 47% είχαν PS 0 κατά ECOG και το 53% είχαν PS 1 κατά ECOG, το 78% είχαν SCC και το 22% είχαν AC, το 94% είχαν μεταστατική νόσο, το 57% είχαν λάβει 1 προηγούμενη γραμμή θεραπείας στο πλαίσιο υποτροπιάζουσας ή μεταστατικής νόσου και το 43% είχαν λάβει > 1 προηγούμενη γραμμή θεραπείας στο πλαίσιο υποτροπιάζουσας ή μεταστατικής νόσου. Η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης για την κύρια ανάλυση στον συνολικό πληθυσμό ήταν 18,2 μήνες.

Το cemiplimab επέφερε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην OS τόσο στο SCC όσο και στον συνολικό πληθυσμό σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα παρουσιάζονται στον Πίνακα 8, στην Εικόνα 6 και στην Εικόνα 7.

Πίνακας 8: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της μελέτης 1676 στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας

Πλακώδης ιστολογία (SCC) (N=477) Συνολικός πληθυσμός (N=608)
Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας cemiplimab 350 mg κάθε3 εβδομάδες (n=239) χημειοθεραπεία (n=238) cemiplimab 350 mg κάθε3 εβδομάδες (n=304) χημειοθεραπεία (n=304)
Συνολική επιβίωση (OS)a
Θάνατοι, n (%) 143 (59,8%) 161 (67,6%) 184 (60,5%) 211 (69,4%)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 11,1(9,2, 13,4) 8,8(7,6, 9,8) 12,0(10,3, 13,5) 8,5(7,5, 9,6)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,73(0,58, 0,91) 0,69(0,56, 0,84)
Τιμή pd 0,00306 0,00011
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)a
Συμβάντα, n (%) 197 (82,4%) 214 (89,9%) 253 (83,2%) 269 (88,5%)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 2,8(2,6, 4,0) 2,9(2,7, 3,9) 2,8(2,6, 3,9) 2,9(2,7, 3,4)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,71 (0,58, 0,86) 0,75 (0,62, 0,89)
Τιμή pd 0,00026 0,00048
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (%)a
ORR (95% CI)e 17,6(13,0, 23,0) 6,7(3,9, 10,7) 16,4(12,5, 21,1) 6,3(3,8, 9,6)
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR)a N=42 N=16 N=50 N=19
Διάμεσος (μήνες)b (95% CI) 16,4(12,4, NE) 6,9(4,2, 7,7) 16,4(12,4, NE) 6,9(5,1, 7,7)

a. Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης: 18,2 μήνες. (Ημερομηνία περικοπής δεδομένων –

4 Ιανουαρίου 2021)

b. Βάσει εκτιμήσεων Kaplan-Meier.

c. Βάσει διαστρωματωμένου μοντέλου αναλογικού κινδύνου, με διαστρωμάτωση βάσει ιστολογίας και γεωγραφικής περιοχής.

d. Μονόπλευρη τιμή p βάσει διαστρωματωμένου μοντέλου αναλογικού κινδύνου (cemiplimab έναντι χημειοθεραπείας).

e. Βάσει ακριβούς διαστήματος εμπιστοσύνης Clopper-Pearson.

Σε μια επικαιροποιημένη ανάλυση της OS (ημερομηνία περικοπής δεδομένων 4 Ιανουαρίου 2022), με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 30,2 μηνών, το cemiplimab έδειξε συνεχές όφελος επιβίωσης σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία (Αναλογία Κινδύνου (HR): 0,66, 95% CI [0,55, 0,79]) (βλ. Εικόνα 6).

Εικόνα 6: OS στη Μελέτη 1676 στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας – Συνολικός πληθυσμός (Επικαιροποιημένη ανάλυση)a

a. Βάσει αποτελεσμάτων μίας επικαιροποιημένης ανάλυσης της OS που διεξήχθη έναν χρόνο μετά την κύρια ανάλυση.

Εικόνα 7: PFS στη Μελέτη 1676 στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας – Συνολικός πληθυσμός (Κύρια ανάλυση)

Αναλύσεις υποομάδων:

Σε μία ανάλυση υποομάδων συνολικής επιβίωσης κατά ιστολογία, βάσει της επικαιροποιημένης διερευνητικής ανάλυσης της OS, το HR για την ομάδα SCC ήταν 0,69 (95% CI: 0,56, 0,85) και το HR για την ομάδα AC ήταν 0,55 (95% CI: 0,36, 0,81).

Διεξήχθη μία διερευνητική ανάλυση υποομάδων σχετικά με την επιβίωση βάσει της κατάστασης έκφρασης του PD-L1 στα κύτταρα του όγκου (TC) χρησιμοποιώντας μία δοκιμασία κλινικής δοκιμής (Δοκιμασία VENTANA PD-L1 SP263). Από τους 608 ασθενείς που εντάχθηκαν, το 42% των ασθενών είχαν δείγματα τα οποία ελέγχθηκαν ως προς το PD-L1. Από αυτά τα δείγματα το 64% ήταν PD-L1 ≥ 1% και το 36% ήταν PD-L1 < 1%. Στην επικαιροποιημένη διερευνητική ανάλυση της OS, με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 30,2 μήνες, το HR για την ομάδα PD-L1 ≥ 1% ήταν 0,70 (95% CI: 0,48, 1,01) και το HR για την ομάδα PD-L1 < 1% ήταν 0,85 (95% CI: 0,53, 1,36).

Πληθυσμός ηλικιωμένων

Μονοθεραπεία

Από τους 1.281 ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με cemiplimab σε κλινικές μελέτες, 52,2% (669/1.281) ήταν κάτω των 65 ετών, 25,9% (332/1.281) ήταν 65 έως κάτω των 75 ετών και 21,9% (280/1.281) ήταν 75 ετών και άνω.

Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα μεταξύ των ηλικιωμένων ασθενών και των νεότερων ασθενών. Υπήρχε μια τάση για μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων και διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων στους ασθενείς 65 ετών και άνω σε σύγκριση με τους ασθενείς κάτω των 65 ετών που έλαβαν μονοθεραπεία με cemiplimab.

Θεραπεία συνδυασμού

Από τους 312 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, 59% (184/312) ήταν κάτω των 65 ετών, 35,3% (110/312) ήταν 65 έως κάτω των 75 ετών και 5,8% (18/312) ήταν 75 ετών και άνω.

Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα μεταξύ των ηλικιωμένων ασθενών και των νεότερων ασθενών που έλαβαν θεραπεία με cemiplimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η αποτελεσματικότητα, η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική του cemiplimab αξιολογήθηκαν σε

57 παιδιατρικούς και νεαρούς ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζοντες ή ανθεκτικούς συμπαγείς όγκους και όγκους του ΚΝΣ, νεοδιαγνωσθέν διάχυτο διηθητικό γλοίωμα γέφυρας (ΔΔΓΓ), νεοδιαγνωσθέν γλοίωμα υψηλού βαθμού (HGG) ή υποτροπιάζον HGG στη Μελέτη 1690. Η μελέτη, μια ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη, αποτελείτο από δύο φάσεις, τη Φάση 1 και τη Φάση αποτελεσματικότητας, που πραγματοποιήθηκαν παράλληλα.

Στη Φάση 1, η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική του cemiplimab ως μονοθεραπείας αξιολογήθηκαν σε 25 ασθενείς (0 έως κάτω των 18 ετών): 8 ασθενείς με υποτροπιάζοντες ή ανθεκτικούς συμπαγείς όγκους και 17 ασθενείς με υποτροπιάζοντες ή ανθεκτικούς όγκους του ΚΝΣ. Δεκαέξι ασθενείς με συμπαγείς όγκους ή όγκους του ΚΝΣ έλαβαν μια δόση cemiplimab των 3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες και 9 ασθενείς με όγκους του ΚΝΣ έλαβαν μια δόση cemiplimab των 4,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες. Στη Φάση αποτελεσματικότητας, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία αξιολογήθηκαν σε 32 ασθενείς (3 έως 25 ετών) με όγκους του ΚΝΣ: 11 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέν ΔΔΓΓ, 12 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέν HGG και 9 ασθενείς με υποτροπιάζον HGG. Όλοι οι ασθενείς 12 ετών και άνω έλαβαν μια δόση cemiplimab των 3 mg/kg και οι ασθενείς ηλικίας 3 έως κάτω των 12 ετών έλαβαν μια δόση cemiplimab των 4,5 mg/kg κάθε

2 εβδομάδες. Το cemiplimab χορηγήθηκε μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών.

Η αποτελεσματικότητα του cemiplimab σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία δεν έχει τεκμηριωθεί στους πληθυσμούς της μελέτης καθώς δεν έχει καταδειχθεί βελτίωση στην OS ή την PFS έναντι των

ιστορικών δεδομένων.

Δεν εντοπίστηκαν νέοι κίνδυνοι ή σήματα ασφαλείας.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Τα δεδομένα συγκέντρωσης από 1.063 ασθενείς με διάφορους συμπαγείς όγκους, οι οποίοι έλαβαν ενδοφλέβια cemiplimab συνδυάστηκαν σε μια PK ανάλυση πληθυσμού.

Στα 350 mg Q3W, η μέση συγκέντρωση του cemiplimab σε σταθεροποιημένη κατάσταση κυμαινόταν μεταξύ Ctrough 59 mg/l και συγκέντρωσης στο τέλος της έγχυσης (Cmax) 171 mg/l. Η έκθεση σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται έπειτα από περίπου 4 μήνες θεραπείας.

Η έκθεση στο cemiplimab σε σταθεροποιημένη κατάσταση σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους είναι παρόμοια στη δόση των 350 mg Q3W και στη δόση των 3 mg/kg Q2W.

Σε ασθενείς με CSCC υψηλού κινδύνου, οι μέσες προσομοιωμένες συγκεντρώσεις δημιουργήθηκαν χρησιμοποιώντας ένα επικαιροποιημένο μοντέλο ΦΚ πληθυσμού και 1.000 εικονικούς ασθενείς ανά σχήμα. Σε αυτούς τους ασθενείς, στα 350 mg Q3W για 12 εβδομάδες και στη συνέχεια 700 mg Q6W για 36 επιπλέον εβδομάδες, οι μέσες συγκεντρώσεις του cemiplimab σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονταν μεταξύ Ctrough 52,5 mg/l και συγκέντρωσης στο τέλος της έγχυσης (Cmax) 233 mg/l, ενώ στα 350 mg Q3W για 48 εβδομάδες, οι μέσες συγκεντρώσεις του cemiplimab σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονταν μεταξύ Ctrough 66,3 mg/l και συγκέντρωσης στο τέλος της έγχυσης (Cmax) 154 mg/l.

Απορρόφηση

Το cemiplimab χορηγείται μέσω της ενδοφλέβιας οδού και, ως εκ τούτου, είναι πλήρως βιοδιαθέσιμο.

Κατανομή

Το cemiplimab κατανέμεται κυρίως στο αγγειακό σύστημα με όγκο κατανομής 5,9 l σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss). Ο διάμεσος Tmax επιτυγχάνεται στο τέλος της 30λεπτης έγχυσης.

Βιομετασχηματισμός

Δεν πραγματοποιήθηκαν ειδικές μελέτες μεταβολισμού, δεδομένου ότι το cemiplimab είναι μία πρωτεΐνη. Το cemiplimab αναμένεται να αποδομείται σε μικρά πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα.

Αποβολή

Η κάθαρση του cemiplimab είναι γραμμική σε δόσεις 1 mg/kg έως 10 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες. Η κάθαρση του cemiplimab μετά την πρώτη δόση είναι περίπου 0,25 l/ημέρα. Η συνολική κάθαρση φαίνεται ότι μειώνεται κατά 11% περίπου με την πάροδο του χρόνου, οδηγώντας σε τιμή κάθαρσης σε σταθεροποιημένη κατάσταση (CLss) 0,22 l/ημέρα. Η μείωση της CL δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Η ημίσεια ζωή σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο μεσοδιάστημα δόσεων είναι

22 ημέρες.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Στα δοσολογικά σχήματα 1 mg/kg έως 10 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες, η φαρμακοκινητική του cemiplimab είναι γραμμική και ανάλογη προς τη δόση, υποδηλώνοντας κορεσμό του συστηματικού μεσολαβούμενου από τον στόχο μονοπατιού.

Ειδικοί πληθυσμοί

Η PK ανάλυση πληθυσμού έδειξε ότι οι ακόλουθοι παράγοντες δεν έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στο cemiplimab: ηλικία, φύλο, σωματικό βάρος, φυλή, τύπος καρκίνου, επίπεδο λευκωματίνης, νεφρική δυσλειτουργία και ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική σε παιδιατρικούς ασθενείς εκτιμήθηκε βάσει ενός επικαιροποιημένου μοντέλου ΦΚ πληθυσμού που περιλαμβάνει δεδομένα ΦΚ από 1.227 ενήλικες με διάφορους συμπαγείς όγκους, οι οποίοι έλαβαν ενδοφλέβια cemiplimab ως μονοθεραπεία μαζί με δεδομένα ΦΚ από

55 παιδιατρικούς έως νεαρούς ενήλικες ασθενείς ηλικίας 1 έως 24 ετών, οι οποίοι έλαβαν 3 mg/kg ή 4,5 mg/kg cemiplimab ενδοφλεβίως κάθε 2 εβδομάδες, με ή χωρίς ακτινοθεραπεία. Η έκθεση στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν συγκρίσιμη με εκείνη στους ενήλικες που έλαβαν 350 mg cemiplimab ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες, με ελαφρώς υψηλότερη έκθεση να παρατηρείται για τους παιδιατρικούς ασθενείς 0 έως κάτω των 12 ετών που έλαβαν 4,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες. Συνολικά, η χαμηλότερη προβλεπόμενη διάμεση Ctrough,ss και η υψηλότερη Cmax,ss για όλους τους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν εντός του παρατηρούμενου εύρους για ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν 350 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στο cemiplimab αξιολογήθηκε με PK ανάλυση πληθυσμού σε ασθενείς με ήπια (CLcr 60 έως 89 ml/min, n= 396), μέτρια (CLcr 30 έως 59 ml/min, n= 166) ή σοβαρή (CLcr 15 έως 29 ml/min, n= 7) νεφρική δυσλειτουργία. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην έκθεση στο cemiplimab μεταξύ των ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία και των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Το cemiplimab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με CLcr < 21 ml/min (βλ. παράγραφο 4.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στο cemiplimab αξιολογήθηκε με PK ανάλυση πληθυσμού σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (n= 22) (ολική χολερυθρίνη [TB] πάνω από 1,0 έως 1,5 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN] και οποιαδήποτε τιμή ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης [AST]) και ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (n=3) (ολική

χολερυθρίνη > 1,5 φορές το ULN έως και 3,0 φορές το ULN) και οποιαδήποτε τιμή AST. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην έκθεση στο cemiplimab έναντι των ασθενών που είχαν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το cemiplimab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Τα δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είναι ανεπαρκή για δοσολογικές συστάσεις (βλ. παράγραφο 4.2).

Φαρμακευτικές πληροφορίες - LIBTAYO 350MG/VIAL

Κατάλογος εκδόχων

L-ιστιδίνη

L-ιστιδίνη μονοϋδροχλωρική μονοϋδρική Σακχαρόζη

L-προλίνη Πολυσορβικό 80 Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένο φιαλίδιο 4 χρόνια

Μετά από το άνοιγμα

Μετά το άνοιγμα, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να αραιώνεται και να εγχέεται αμέσως (Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6).

Μετά από την προετοιμασία της έγχυσης

Από μικροβιολογικής άποψης, το προετοιμασμένο διάλυμα για έγχυση πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν το αραιωμένο διάλυμα δεν χορηγηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχουν καταδειχθεί ως εξής:

  • σε θερμοκρασία δωματίου έως 25 °C για όχι περισσότερο από 8 ώρες από τη στιγμή της προετοιμασίας της έγχυσης έως το τέλος της έγχυσης.

    Ή

  • σε ψυγείο στους 2 °C έως 8 °C για όχι περισσότερο από 10 μέρες από τη στιγμή της προετοιμασίας της έγχυσης έως το τέλος της έγχυσης. Αφήνετε το αραιωμένο διάλυμα να επανέλθει σε θερμοκρασία δωματίου πριν από τη χορήγηση.

Μην καταψύχετε.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη ανοιγμένο φιαλίδιο Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C).

Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε στο αρχικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα ή την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το LIBTAYO παρέχεται σε διαφανές γυάλινο φιαλίδιο Τύπου 1 των 10 ml, με γκρίζο πώμα εισχώρησης χλωροβουτυλίου με επίστρωση FluroTec και πώμα με σφράγιση και αποσπώμενο κουμπί.

Κάθε κουτί περιέχει 1 φιαλίδιο.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Προετοιμασία και χορήγηση

  • Επιθεωρείτε οπτικά το φαρμακευτικό προϊόν για την παρουσία σωματιδιακής ύλης και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Το LIBTAYO είναι ένα διαυγές έως ελαφρώς ιριδίζον, άχρωμο έως υποκίτρινο διάλυμα, το οποίο μπορεί να περιέχει ίχνη διάφανων έως λευκών σωματιδίων.

  • Απορρίψτε το φιαλίδιο εάν το διάλυμα είναι θολό, αποχρωματισμένο ή περιέχει εξωγενή σωματιδιακή ύλη εκτός των ελάχιστων διαφανών προς λευκών σωματιδίων.

  • Μην ανακινείτε το φιαλίδιο.

  • Αντλήστε 7 ml (350 mg) από το φιαλίδιο του LIBTAYO και μεταφέρετε σε σάκκο ενδοφλέβιας έγχυσης που περιέχει ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) ή ενέσιμο διάλυμα

    γλυκόζης 50 mg/ml (5%). Αναμείξτε το αραιωμένο διάλυμα με απαλή αναστροφή. Μην ανακινείτε το διάλυμα. Η τελική συγκέντρωση του αραιωμένου διαλύματος θα πρέπει να είναι μεταξύ 1 mg/ml και 20 mg/ml. Χρησιμοποιήστε 2 φιαλίδια για δόσεις των 700 mg.

  • Το LIBTAYO χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών μέσω μίας ενδοφλέβιας γραμμής που περιέχει στείρο, μη πυρετογόνο, χαμηλής πρωτεϊνικής δέσμευσης φίλτρο, ενσωματωμένο στη γραμμή ή πρόσθετο (μέγεθος πόρων 0,2 micron έως 5 micron).

  • Μη συγχορηγείτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσω της ίδιας γραμμής έγχυσης.

    Το LIBTAYO προορίζεται για μία χρήση μόνο. Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx1 vial x7 ml
Τιμή
4.474,75 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.