Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
2
61
11
5
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

LOSALET F.C.TAB 100MG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

PHARMAPATH ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Δ.Τ. PHARMAPATH ABEE
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - LOSALET 100MG/TAB

Ενδείξεις

  • Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης σε ενήλικες και σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6-18 ετών.

  • Θεραπεία της νεφρικής νόσου σε ενήλικες ασθενείς με υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 με πρωτεϊνουρία ≥ 0.5 g/ημερησίως ως σκέλος της αντιϋπερτασικής θεραπείας.

  • Θεραπεία της χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας σε ενήλικες ασθενείς, όταν η θεραπεία με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) δεν θεωρείται κατάλληλη λόγω ασυμβατότητας, ιδιαίτερα λόγω βήχα ή αντένδειξης. Στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που έχουν σταθεροποιηθεί με έναν αναστολέα ΜΕΑ δεν πρέπει να γίνει αλλαγή σε θεραπεία με λοσαρτάνη.

Οι ασθενείς πρέπει να έχουν κλάσμα εξώθησης της αριστεράς κοιλίας ≤ 40 %, και πρέπει να

είναι κλινικά σταθεροί και να λαμβάνουν ένα καθιερωμένο δοσολογικό σχήμα θεραπείας για

χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια.

  • Μείωση του κινδύνου εγκεφαλικού επεισοδίου σε ενήλικες υπερτασικούς ασθενείς με υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας που έχει διαγνωσθεί μέσω ΗΚΓ (βλέπε παράγραφο 5.1 1μελέτη LIFE, Φυλή).

Δοσολογία

Τα δισκία λοσαρτάνης θα πρέπει να καταπίνονται με ένα ποτήρι νερό.

Το Losalet μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.

Υπέρταση

Η συνήθης δόση έναρξης και συντήρησης είναι 50 mg άπαξ ημερησίως για τους περισσότερους ασθενείς. Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση επιτυγχάνεται 3-6 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας. Ορισμένοι ασθενείς μπορούν να αποκομίσουν κάποιο επιπρόσθετο όφελος από την αύξηση της δόσης στα 100 mg άπαξ ημερησίως (το πρωί).

Η λοσαρτάνη μπορεί να χορηγηθεί μαζί με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες, ιδιαίτερα με διουρητικά (π.χ. υδροχλωροθειαζίδη) (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4, 4.5 και 5.1)

Παιδιατρικός πληθυσμός

6 μηνών – κάτω των 6 ετών

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως κάτω των 6 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 5.1 και 5.2 αλλά δεν μπορεί να γίνει καμία σύσταση σχετικά με την δοσολογία.

6 ετών έως 18 ετών

Για ασθενείς που μπορούν να καταπιούν δισκία, η συνιστώμενη δόση είναι 25 mg μία φορά ημερησίως σε ασθενείς >20 έως <50 kg. (Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η δόση μπορεί να αυξηθεί έως το μέγιστο των 50 mg μία φορά ημερησίως). Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.

Σε ασθενείς >50 κιλών, η συνήθης δόση είναι 50 mg άπαξ ημερησίως. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η δόση μπορεί να ρυθμιστεί σε μία μέγιστη δόση 100 mg άπαξ ημερησίως. Δόσεις άνω του 1,4 mg/kg (ή άνω των 100 mg) ημερησίως δεν έχουν μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Η λοσαρτάνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, καθώς περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για αυτές τις ομάδες ασθενών.

Δεν συνιστάται σε παιδιά με ρυθμό σπειραματικής διήθησης < 30 ml/ min / 1,73 m2, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4).

Η λοσαρτάνη δεν συνιστάται επίσης σε παιδιά με ηπατική βλάβη (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4).

ΥπερτασικοίασθενείςμεδιαβήτητύπουΙΙμεπρωτεϊνουρία≥0.5g/ημέρα

H συνήθης αρχική δόση είναι 50mg μία φορά ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 100 mg μία

φορά ημερησίως βάσει της ανταπόκρισης της αρτηριακής πίεσης από τον πρώτο μήνα και εφεξής

έναρξης της θεραπείας. Η λοσαρτάνη μπορεί να χορηγηθεί με άλλους αντιϋπερτασικούς παράγοντες

(π.χ. διουρητικά, αναστολείς των διαύλων ασβεστίου, αλφα- ή βήτα- αναστολείς και παράγοντες που

δρουν κεντρικά) (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4, 4.5 και 5.1) καθώς επίσης με ινσουλίνη και άλλους συνήθεις χορηγούμενους υπογλυκαιμικούςπαράγοντες (π.χ. σουλφονυλουρίες, γλιταζόνες και αναστολείς της γλυκοσιδάσης)

Καρδιακήανεπάρκεια

Η συνήθης αρχική δόση της λοσαρτάνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια είναι 12.5 mg μία φορά

την ημέρα. Η δόση γενικά πρέπει να τιτλοποιείται σε εβδομαδιαία διαστήματα (π.χ. 12.5 mg ημερησίως,

25 mg ημερησίως, 50 mg ημερησίως, 100mg ημερησίως) μέχρι τη μέγιστη δόση των 150mg μία φορά την ημέρα,

ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς.

Μείωσητουκινδύνουεγκεφαλικούεπεισοδίουσευπερτασικούςασθενείςμευπερτροφίατης

αριστεράςκοιλίαςπουέχειδιαγνωσθείμεΗΚΓ.

Η συνήθης αρχική δόση είναι 50 mg της λοσαρτάνης, μία φορά ημερησίως. Μία μικρή δόση

υδροχλωροθειαζίδης θα πρέπει να προστεθεί και/ή η δόση της λοσαρτάνης θα πρέπει να αυξηθεί σε

100mg μία φορά ημερησίως, βάσει της ανταπόκρισης της αρτηριακής πίεσης.

Ειδικοί πληθυσμοί

Χρήση σε ασθενείς με ενδαγγειακή υπογκαιμία:

Για ασθενείς με ενδαγγειακή υπογκαιμία (π.χ. εκείνοι που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών), θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσης έναρξης 25 mg άπαξ ημερησίως (βλέπε παράγραφο 4.4).

Χρήση σε ασθενείς με νεφρική βλάβη και ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση:

Δεν είναι απαραίτητη η οποιαδήποτε αρχική ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με νεφρική βλάβη και ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.

Χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία:

Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής βλάβης. Δεν υπάρχει θεραπευτική πείρα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη. Συνεπώς, η λοσαρτάνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη ( βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).

Χρήση σε ηλικιωμένους

Αν και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο έναρξης της θεραπείας με 25 mg σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών, δεν είναι συνήθως απαραίτητη οποιαδήποτε ρύθμιση της δοσολογίας για τους ηλικιωμένους.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.(βλέπε παραγράφους 4.4 και 6.1).

  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.6).

  • Σοβαρή ηπατική βλάβη

  • Η ταυτόχρονη χρήση του Losalet με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2) (βλέπε παραγράφους 4.5 και 5.1).

Προειδοποιήσεις

Υπερευαισθησία:

Αγγειοοίδημα Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος (οίδημα προσώπου, χειλέων, λάρυγγα ή/και γλώσσας) θα πρέπει να παρακολουθούνται (βλέπε παράγραφο 4.8).

Υπόταση και Ανισορροπία Ηλεκτρολυτών/Υγρών

Σε ασθενείς με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο και/ή μειωμένο νάτριο, σ' εκείνους που λαμβάνουν θεραπεία

με μεγάλες δόσεις διουρητικών, που είναι σε δίαιτα με περιορισμό αλατιού, έχουν διάρροια ή εμετό,

μπορεί να εμφανισθεί συμπτωματική υπόταση, ειδικά μετά την πρώτη δόση και κατά την αύξηση της

δόσης. Οι καταστάσεις αυτές θα πρέπει να διορθώνονται πριν από τη χορήγηση της λοσαρτάνης ή θα

πρέπει να χορηγείται μία χαμηλότερη αρχική δόση του φαρμάκου (βλέπε παράγραφο 4.2) Αυτό επίσης

εφαρμόζεται στα παιδιά ηλικίας 6 έως 18 ετών

Διαταραχήισοζυγίουηλεκτρολυτών

Διαταραχές του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών είναι συνήθεις σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία,

με ή χωρίς διαβήτη και θα πρέπει να ρυθμίζονται. Σε μία κλινική μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με

διαβήτη τύπου 2 με νεφροπάθεια, η συχνότητα υπερκαλιαιμίας ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα που έλαβε θεραπεία με λοσαρτάνη, όπως συγκρίθηκε με την ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο (βλέπε

παράγραφο 4.8). Για το λόγο αυτό, οι συγκεντρώσεις του καλίου και οι τιμές κάθαρσης κρεατινίνης

θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Ιδιαίτερα οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κάθαρση

κρεατινίνης μεταξύ 30-50 ml/min θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Η ταυτόχρονη χορήγηση καλιο-συντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου και υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο μαζί με λοσαρτάνη δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5).

Ηπατικήδυσλειτουργία

Βάσει στοιχείων φαρμακοκινητικής τα οποία υποδεικνύουν σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων της

λοσαρτάνης στο πλάσμα σε ασθενείς με κίρρωση ήπατος, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο χορήγησης

χαμηλότερης δόσης για τους ασθενείς με ιστορικό ηπατικής δυσλειτουργίας. Δεν υπάρχει εμπειρία

θεραπείας με λοσαρτάνη σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Γι αυτό η λοσαρτάνη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε

παραγράφους 4.2, 4.3 και 5.2).

Η λοσαρτάνη δεν συνιστάται σε παιδιά με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).

Νεφρικήδυσλειτουργία

Ως συνέπεια της αναστολής του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης, έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στη

νεφρική λειτουργία συμπεριλαμβανομένης και της νεφρικής ανεπάρκειας (ιδιαιτέρως, σε ασθενείς στους

οποίους η νεφρική λειτουργία εξαρτάται από το σύστημα ρενίνης αγγειοτενσίνης αλδοστερόνης, όπως

σ΄αυτούς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίας).

Όπως και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης -αγγειοτενσίνης

-αλδοστερόνης, έχουν αναφερθεί επίσης αυξήσεις της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού

σε ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας επί μονήρους

νεφρού. Οι αλλαγές αυτές στη νεφρική λειτουργία μπορεί να είναι αναστρέψιμες με τη διακοπή της

θεραπείας.

Η λοσαρτάνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της

νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας επί μονήρους νεφρού.

Χορήγηση σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Η λοσαρτάνη δεν συνιστάται σε παιδιά με ρυθμό σπειραματικής διήθησης < 30ml/ min / 1,73 m2, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα (βλέπε παράγραφο 4.2).

Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λοσαρτάνη, καθώς μπορεί να επιδεινωθεί.

Αυτό ισχύει κυρίως για περιπτώσεις όπου η λοσαρτάνη χορηγείται παρουσία άλλων καταστάσεων (πυρετός, αφυδάτωση) που είναι πιθανό να επηρεάσουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία.

Η ταυτόχρονη χρήση λοσαρτάνης και αναστολέων ΜΕΑ έχει καταδείξει βλάβη της νεφρικής λειτουργίας. Γι αυτό, δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση (βλέπε παράγραφο 4.5).

Μεταμόσχευση Νεφρού

Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού.

Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός

Οι ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό γενικά δεν θα ανταποκριθούν σε αντιϋπερτασικά

φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν μέσω αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Για το

λόγο αυτό, η χορήγηση της λοσαρτάνης δε συνιστάται

Στεφανιαία καρδιακή νόσος και αγγειοεγκεφαλική νόσος

Όπως με κάθε αντιϋπερτασικό παράγοντα, εκσεσημασμένη πτώση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς

με ισχαιμική καρδιαγγειακή και αγγειοεγκεφαλική νόσο μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα έμφραγμα

μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Καρδιακή ανεπάρκεια

Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς νεφρική βλάβη, υπάρχει –όπως με άλλα

φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν στο σύστημα ρενίνης αγγειοτενσίνης - κίνδυνος σοβαρής αρτηριακής

υπότασης και (συχνά οξείας) νεφρικής βλάβης.

Δεν υπάρχει επαρκής θεραπευτική εμπειρία με λοσαρτάνη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και

ταυτόχρονη σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA

κατηγορίας IV) καθώς και σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και συμπτωματικές, απειλητικές για

τη ζωή καρδιακές αρρυθμίες. Γι αυτό, η λοσαρτάνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους

ασθενείς αυτής της κατηγορίας. Ο συνδυασμός λοσαρτάνης με ένα βήτα αναστολέα πρέπει να

χρησιμοποιείται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 5.1).

Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας, αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια

Όπως με άλλα αγγειοδιασταλτικά, ειδική προσοχή ενδείκνυται σε ασθενείς που πάσχουν από στένωση

αορτικής ή μιτροειδούς βαλβίδας ή αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης, δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Κύηση

Η λοσαρτάνη δεν πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ασθενείς που

προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να περνούν σε εναλλακτικές αντιϋπερτασικές θεραπείες με

αποδεδειγμένο προφίλ ασφάλειας κατά την εγκυμοσύνη, εκτός και αν η θεραπεία με λοσαρτάνη

θεωρηθεί απαραίτητη. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με λοσαρτάνη πρέπει να σταματήσει

αμέσως, και, αν είναι κατάλληλο, να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και

4.6).

Άλλεςπροειδοποιήσειςκαιπροφυλάξεις

Όπως έχει παρατηρηθεί και για τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, η

λοσαρτάνη και άλλοι ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης φαίνεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη

μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς της μαύρης φυλήςαπ' ότι σε μη-μαύρους, πιθανώς λόγω της υψηλότερης επίπτωσης χαμηλών επιπέδων ρενίνης σε υπερτασικό πληθυσμό της μαύρης φυλής.

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης – αγγειοτενσίνης – αλδοστερόνης (RASS)

Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.

Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
2
61
11
5
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλλοι αντιϋπερτασικοί παράγοντες μπορεί να αυξήσουν την υποτασική δράση της λοσαρτάνης.

Η ταυτόχρονη χρήση με άλλες ουσίες που μπορεί να προκαλέσουν υπόταση όπως μία ανεπιθύμητη

ενέργεια (όπως τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωτικά, βακλοφένη και αμιφοστίνη), μπορεί να

αυξήσουν τον κίνδυνο υπότασης.

Η λοσαρτάνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 (CYP2C9) στον ενεργό

μεταβολίτη καρβοξυκού-οξέος. Σε μία κλινική μελέτη βρέθηκε ότι η φλουκοναζόλη (αναστολέας του (CYP2C9) μειώνει την έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη περίπου κατά 50 %. Βρέθηκε ότι η ταυτόχρονη θεραπεία με λοσαρτάνη και ριφαμπικίνη (επαγωγέας των ενζύμων του μεταβολισμού) έδειξε 40% μείωση του ενεργού μεταβολίτη στο πλάσμα. Η κλινική σημασία αυτού του αποτελέσματος είναι άγνωστη. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά στην έκθεση κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με φλουβαστατίνη (ασθενής αναστολέας του CYP 2C9).

Όπως και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αναστέλλουν την αγγειοτενσίνη II ή τις επιδράσεις

της, η συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που κατακρατούν κάλιο (π.χ. καλιοσυντηρητικών

διουρητικών: αμιλορίδη, τριαμτερένη, σπιρονολακτόνη) ή που αυξάνουν τα επίπεδα του καλίου (π.χ.

ηπαρίνη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο, μπορεί να οδηγήσει σε

αυξήσεις του καλίου στο ορό. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται.

Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητας έχουν αναφερθεί κατά

τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης του λιθίου με αναστολείς ΜΕΑ. Έχουν αναφερθεί επίσης πολύ

σπάνιες περιπτώσεις με αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η συγχορήγηση του λιθίου

και της λοσαρτάνης πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν αυτή η συγχορήγηση κριθεί αναγκαία,

συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό κατά την ταυτόχρονη χορήγηση.

Όταν χορηγούνται αναστολείς αγγειοτενσίνης ΙΙ ταυτόχρονα με ΜΣΑΦ (π.χ. εκλεκτικοί αναστολείς

της COX-2, ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε αντιφλεγμονώδεις δόσεις και μη εκλεκτικά μη-στεροειδή

αντιφλεγμονώδη φάρμακα), μπορεί να παρουσιασθεί εξασθένιση του αντιϋπερτασικού

αποτελέσματος. Η ταυτόχρονη χορήγηση ανταγωνιστών αγγειοτενσίνης ΙΙ ή διουρητικών και ΜΣΑΦ

μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και αύξησης του καλίου του ορού, ιδιαίτερα σε ασθενείς με μειωμένη προϋπάρχουσα νεφρική λειτουργία. Ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και κατόπιν περιοδικά

Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).

Κύηση

Kύηση

Η χρήση της λοσαρτάνης δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλέπε

παράγραφο 4.4). Η χρήση της λοσαρτάνης αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου

της κύησης (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).

Επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς του

μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν

έχουν ολοκληρωθεί. Όμως μια μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Αν και δεν

υπάρχουν ελεγχόμενα επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο από τους αναστολείς των

υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (AIIRAs), παρόμοιοι κίνδυνοι μπορεί να υπάρχουν με αυτή την

κατηγορία των φαρμακευτικών προϊόντων. Ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να

λάβουν εναλλακτικές αντιϋπερτασικές θεραπείες που έχουν αποδεδειγμένο προφίλ ασφάλειας για

χρήση κατά την κύηση, εκτός και αν η θεραπεία με AIIRA θεωρείται απαραίτητη. Όταν διαγνωσθεί

κύηση, η λοσαρτάνη πρέπει να διακοπεί αμέσως και αν είναι κατάλληλο, να ξεκινήσει εναλλακτική

θεραπεία.

Η έκθεση σε θεραπεία με AIIR κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου είναι γνωστό

ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο,

καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση,

υπερκαλιαιμία) (βλέπε επίσης 5.3). Σε περίπτωση που η έκθεση στη λοσαρτάνη γίνει μετά το δεύτερο

τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.

Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει λοσαρτάνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για

υπόταση (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3 και 4.4)

Γαλουχία

Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της λοσαρτάνης κατά τη

γαλουχία, η λοσαρτάνη δεν συνιστάται και προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα

τεκμηριωμένα προφίλ ασφάλειας κατά τη γαλουχία, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό ενός νεογέννητου ή

πρόωρου βρέφους.

Οδήγηση

ν

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και τον χειρισμό μηχανών. Ωστόσο, κατά την οδήγηση κάποιου οχήματος ή κατά τον χειρισμό μηχανών, θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι μπορεί να εμφανιστεί περιστασιακά ζάλη ή νωθρότητα με τη λήψη αντιυπερτασικής θεραπείας, ιδιαιτέρως κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά την αύξηση της δόσης.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η λοσαρτάνη έχει αξιολογηθεί στις κλινικές μελέτες ως εξής:

  • Σε μία ελεγχόμενη κλινική μελέτη για ιδιοπαθή υπέρταση σε >3.000 ενήλικες ασθενείς ηλικίας 18 ετών και μεγαλύτερων

  • Σε μία ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε 177 υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών

  • Σε μία ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε >9.000 υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 55 έως 80 ετών με υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας (βλέπε παράγραφο 5.1)

  • Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε > 7.700 ενήλικες ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 5.1)

  • Σε μία ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε > 1.500 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 ηλικίας 31 ετών και μεγαλύτερων, με πρωτεϊνουρία (βλέπε παράγραφο 5.1)

Σ' αυτές τις κλινικές μελέτες, η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν ζάλη.

Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρονται πιο κάτω ορίζεται με τη χρήση της ακόλουθης σύμβασης:

πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστης συχνότητας (δεν μπορούν να υπολογιστούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες για την ιδιοπαθή υπέρταση, οι υπερτασικοί ασθενείς με υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια καθώς επίσης για την υπέρταση και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 με νεφρική νόσο, η πλέον συνήθης ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η ζάλη.

Πίνακας1.Συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που ταυτοποιήθηκαν από κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο και την εμπερία μετά την κυκλοφορία

Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα ανεπιθύμητης ενέργειας ανά ένδειξη Άλλη πληροφορία
Υπέρταση Υπερτασικοί ασθενείς με υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας Χρόνια Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπέρταση και διαβήτης τύπου 2 με νεφρική νόσο Εμπειρία μετά την κυκλοφορία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
αναιμία συχνές μη γνωστές
θρομβοκυτοπενία μη γνωστές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αντιδράσεις αναφυλαξίας, αγγειοοίδημακαι αγγειίτιδα σπάνιες
Ψυχιατρικές διαταραχές
κατάθλιψη μη γνωστές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
ζάλη συχνές συχνές συχνές συχνές
υπνηλία όχι συχνές
κεφαλαλγία όχι συχνές όχι συχνές
διαταραχές ύπνου όχι συχνές
παραισθησία σπάνιες
ημικρανία μη γνωστές
δυσγευσία μη γνωστές
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
ίλιγγος συχνές συχνές
εμβοές μη γνωστές
Καρδιακές διαταραχές
αίσθημα παλμών όχι συχνές
στηθάγχη όχι συχνές
συγκοπή σπάνιες
κολπική μαρμαρυγή σπάνιες
αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο σπάνιες
Αγγειακές διαταραχές
(ορθοστατική) υπόταση (συμπεριλαμβανομένων των δοσοεξαρτώμενων ορθοστατικών επιδράσεων) ║ όχι συχνές συχνές συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
δύσπνοια όχι συχνές
βήχας όχι συχνές μη γνωστές
Διαταραχές του γαστρεντερικού
κοιλιακό άλγος όχι συχνές
δυσκοιλιότητα όχι συχνές
διάρροια όχι συχνές μη γνωστές
ναυτία όχι συχνές
έμετος όχι συχνές
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
παγκρεατίτιδα μη γνωστές
ηπατίτιδα σπάνιες
διαταραχές ηπατικής λειτουργίας μη γνωστές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
κνίδωση όχι συχνές μη γνωστές
κνησμός όχι συχνές μη γνωστές
εξάνθημα όχι συχνές όχι συχνές μη γνωστές
φωτοευαισθησία μη γνωστές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
μυαλγία μη γνωστές
αρθραλγία μη γνωστές
ραβδομυόλυση μη γνωστές
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
νεφρική δυσλειτουργία συχνές
νεφρική ανεπάρκεια συχνές
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
στυτική δυσλειτουργία / ανικανότητα μη γνωστές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
εξασθένηση όχι συχνές συχνές όχι συχνές συχνές
κόπωση όχι συχνές συχνές όχι συχνές συχνές
οίδημα όχι συχνές
αίσθημα κακουχίας μη γνωστές
Παρακλινικές εξετάσεις
υπερκαλιαιμία συχνές όχι συχνές † συχνές ‡
αυξημένη αμινοτρασφεράση αλανίνης (ALT)§ σπάνιες
αύξηση της ουρίας του αίματος, της κρεατινίνης του ορού και καλίου του ορού συχνές
υπονατριαιμία μη γνωστές
υπογλυκαιμία συχνές

Συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος του λάρυγγα, της γλωττίδας, του προσώπου, των χειλέων, του φάρυγγα, και/ ή της γλώσσας (που προκαλεί απόφραξη του αεραγωγού). Σε ορισμένους από αυτούς τους ασθενείς είχε αναφερθεί αγγειοοίδημα στο παρελθόν σχετιζόμενο με τη χορήγηση άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ·

συμπεριλαμβανομένης της πορφύρας Henoch-Schoenlein

║Ιδιαίτερα σε ασθενείς με έντονη μείωση ενδοαγγειακού όγκου, π.χ. ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή που λαμβάνουν θεραπεία με μεγάλες δόσεις διουρητικών

†Συχνή σε ασθενείς που έλαβαν 150mg λοσαρτάνης αντί των 50mg .

‡Σε μία κλινική μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με νεφροπάθεια, 9,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με δισκία λοσαρτάνης παρουσίασαν υπερκαλαιμία >5,5mmol/l και 3,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο.

§Συνήθως υποχωρεί μετά την διακοπή

Οι ακόλουθες επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν συχνότερα σε ασθενείς που έλαβαν λοσαρτάνη από ό,τι εικονικό φάρμακο (μη γνωστής συχνότητας): οσφυαλγία, λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, συμπτώματα όπως αυτά της γρίπης

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:

Ως συνέπεια της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης έχουν αναφερθεί μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας συμπεριλαμβανομένης της νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο. Αυτές οι μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να είναι αναστρέψιμες με την διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για τους παιδιατρικούς ασθενείς φαίνεται να είναι παρόμοιο

με αυτό των ενηλίκων ασθενών. Τα στοιχεία στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι περιορισμένα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, Τηλ.: 213-2040200/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr ).

Υπερβολική δόση

Συμπτώματα τοξικότητας

Δεν έχουν υπάρξει έως σήμερα περιστατικά υπερδοσολογίας σε ανθρώπους. Τα πιο πιθανά συμπτώματα, ανάλογα με την έκταση της υπερδοσολογίας, είναι υπόταση, ταχυκαρδία, πιθανή βραδυκαρδία.

Θεραπεία της τοξικότητας

Τα θεραπευτικά μέτρα εξαρτώνται από το χρονικό σημείο πρόσληψης του φαρμάκου και από το είδος και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στη σταθεροποίηση του κυκλοφορικού συστήματος. Μετά από την από του στόματος πρόσληψη, ενδείκνυται η χορήγηση επαρκούς δόσης ενεργού άνθρακα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να διεξάγεται στενή παρακολούθηση των ζωτικών παραμέτρων. Οι ζωτικές παράμετροι θα πρέπει να διορθώνονται, εάν κρίνεται απαραίτητο.

Ούτε η λοσαρτάνη ούτε ο δραστικός μεταβολίτης μπορούν να απομακρυνθούν μέσω αιμοκάθαρσης.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - LOSALET 100MG/TAB

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Η λοσαρτάνη είναι ένας συνθετικά παραγόμενος από του στόματος χορηγούμενος ανταγωνιστής των

υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΤ1). Η αγγειοτενσίνη ΙΙ, ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός

παράγων, είναι η πρωταρχική ενεργός ορμόνη του συστήματος ρενίνη / αγγειοτενσίνη και ένας

σημαντικός καθοριστικός παράγοντας στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ

συνδέεται με τον ΑΤ1 υποδοχέα που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ. λείες μυϊκές ίνες των αγγείων,

επινεφρίδια, νεφρούς και καρδιά) και ενεργοποιεί πολλές σημαντικές βιολογικές δράσεις

συμπεριλαμβανομένης της αγγειοσύσπασης και της έκκρισης αλδοστερόνης. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ

επίσης διεγείρει την υπερτροφία των λείων μυϊκών κυττάρων.

Η λοσαρτάνη αναστέλλει εκλεκτικά τον ΑΤ1 υποδοχέα. In vitro αλλά και in vivo τόσο η λοσαρτάνη

όσο και ο φαρμακολογικά ενεργός καρβοξυλικός μεταβολίτης του Ε-3174 αναστέλλουν όλες τις

φυσιολογικές δράσεις που σχετίζονται με την αγγειοτενσίνη ΙΙ, ανεξάρτητα από την πηγή ή τον τρόπο

σύνθεσής της.

Η λοσαρτάνη δεν έχει αγωνιστική επίδραση ούτε αναστέλλει άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή διαύλους ιόντων σημαντικούς στην καρδιαγγειακή ρύθμιση. Επιπλέον η λοσαρτάνη δεν αναστέλλει το ΜΕΑ (κινινάση ΙΙ), το ένζυμο που διασπά τη βραδυκινίνη. Επομένως, δεν υπάρχει ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών που εμφανίζονται με τη μεσολάβηση της βραδυκινίνης.

Κατά τη διάρκεια χορήγησης λοσαρτάνης η απώλεια της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης της

αγγειοτενσίνης ΙΙ στην έκκριση ρενίνης, οδηγεί σε αυξημένη δραστηριότητα της ρενίνης στο πλάσμα (PRA). Αυξήσεις της PRA οδηγούν σε αυξήσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα. Παρά αυτές τις αυξήσεις, η αντιϋπερτασική δραστικότητα και η καταστολή των συγκεντρώσεων της αλδοστερόνης

πλάσματος, διατηρούνται, υποδεικνύοντας αποτελεσματικό αποκλεισμό των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Με τη διακοπή της λοσαρτάνης, οι τιμές της PRA και της αγγειοτενσίνης ΙΙ επιστρέφουν εντός τριών ημερών στις αρχικές τιμές.

Τόσο η λοσαρτάνη όσο και ο βασικός της μεταβολίτης έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια προς τον

υποδοχέα ΑΤ1 από ότι προς τον υποδοχέα ΑΤ2.. Ο ενεργός μεταβολίτης είναι 10- έως 40-φορές

περισσότερο ενεργός από ότι η λοσαρτάνη στη σχέση βάρους προς βάρος.

Μελέτες υπέρτασης

Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, η χορήγηση λοσαρτάνης μία φορά ημερησίως σε ασθενείς με ήπιου

έως μέτριου βαθμού ιδιοπαθή υπέρταση προκάλεσε στατιστικώς σημαντικές μειώσεις στη συστολική

και διαστολική αρτηριακή πίεση. Η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης 24 ώρες μετά τη χορήγηση σε

σύγκριση με εκείνη κατά τη διάρκεια 5-6 ωρών μετά τη χορήγηση, απέδειξαν μείωση της αρτηριακής

πίεσης καθ’όλο το 24ωρο. Ο φυσιολογικός ημερήσιος ρυθμός διατηρήθηκε. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης στο τέλος του 24ώρου ήταν περίπου το 70-80% του αποτελέσματος που εμφανίστηκε 5-6 ώρες μετά τη χορήγηση.

Η διακοπή της λοσαρτάνης σε υπερτασικούς ασθενείς δεν επιφέρει απότομη αύξηση (φαινόμενο rebound) της αρτηριακής πίεσης. Παρά τη σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης, η λοσαρτάνη δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην καρδιακή συχνότητα.

Η λοσαρτάνη είναι εξίσου αποτελεσματική σε άνδρες και γυναίκες, όσο και σε νεότερους (ηλικίας <

65 ετών) και ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς

ΜελέτηLIFE

H μελέτη παρέμβασης της λοσαρτάνης με τελικό στόχο τη μείωση της υπέρτασης (LIFE) ήταν μία

τυχαιοποιημένη, τριπλά τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα μελέτη, που διεξήχθη σε 9193

υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 55 ως 80 ετών με υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας αποδεδειγμένης

μέσω ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ).

Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λαμβάνουν είτε μια φορά ημερησίως 50 mg λοσαρτάνη ή ατενολόλη

50 mg μια φορά ημερησίως.

Όταν ο στόχος της μείωσης της αρτηριακής πίεσης (<140/90mmHg) δεν επιτυγχανόταν, προστέθηκε

κατ’αρχήν υδροχλωροθειαζίδη (12.5 mg) και όταν απαιτήθηκε, η δόση της λοσαρτάνης ή της

ατενολόλης αυξήθηκε σε 100 mg μία φορά ημερησίως.

Άλλα αντιϋπερτασικά, με εξαίρεση τους αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή

βήτα-αναστολείς, προστέθηκαν όπου ήταν απαραίτητο, για να επιτευχθεί ο στόχος της αρτηριακής

πίεσης.

Η μέση διάρκεια της παρακολούθησης ήταν 4,8 χρόνια.

Ο πρωταρχικός τελικός στόχος ήταν ο συνδυασμός καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας,

όπως μετρήθηκε με τη μείωση της συνδυασμένης συχνότητας καρδιαγγειακού θανάτου, εγκεφαλικού

επεισοδίου και εμφράγματος μυοκαρδίου. Η αρτηριακή πίεση μειώθηκε σημαντικά σε παρόμοια

επίπεδα και στις δύο ομάδες. Η θεραπεία με λοσαρτάνη οδήγησε σε μείωση του κινδύνου κατά 13 %

(p=0,021, 95 % διάστημα εμπιστοσύνης 0.77-0.98) σε σύγκριση με ατενολόλη για ασθενείς που

επέτυχαν τον πρωταρχικό συνδυασμένο τελικό στόχο.

Αυτό αποδόθηκε κυρίως στη μείωση της συχνότητας εγκεφαλικού επεισοδίου. Η θεραπεία με

λοσαρτάνη μείωσε τον κίνδυνο του εγκεφαλικού επεισοδίου κατά 25 % σε σύγκριση με την

ατενολόλη (p=0,001, 95 % διάστημα εμπιστοσύνης 0.63-0.89). Η συχνότητα των θανάτων από

καρδιαγγειακό και εγκεφαλικό επεισόδιο δεν ήταν σημαντικά διαφορετική μεταξύ των δύο ομάδων

θεραπείας.

Φυλή

Στη μελέτη LIFE, οι μαύροι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λοσαρτάνη βρίσκονταν σε μεγαλύτερο

κίνδυνο να υποστούν τον πρωταρχικό συνδυασμένο τελικό στόχο, δηλαδή ένα καρδιαγγειακό

επεισόδιο (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου, καρδιαγγειακό θάνατο και ιδιαίτερα εγκεφαλικό επεισόδιο)

από τους μαύρους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ατενολόλη. Γι αυτό, τα αποτελέσματα που

παρατηρήθηκαν με λοσαρτάνη σε σύγκριση με ατενολόλη στη μελέτη LIFE σχετικά με την

καρδιαγγειακή νοσηρότητα / θνησιμότητα δεν ισχύουν για τους μαύρους ασθενείς με υπέρταση και

υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας.

ΜελέτηRENAAL

Η μελέτη RENAAL για τη μείωση των τελικών στόχων σε μη ινσουλινοεξαρτώμενους διαβητικούς

ασθενείς (ΝΙDDM) με τον ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ λοσαρτάνη, ήταν μία

ελεγχόμενη κλινική μελέτη που διεξήχθη διεθνώς σε 1513 διαβητικούς ασθενείς τύπου 2 με

πρωτεϊνουρία με ή χωρίς υπέρταση. Από αυτούς 751 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με λοσαρτάνη.

Ο στόχος της μελέτης ήταν να δείξει την προστατευτική δράση της καλιούχου λοσαρτάνης στους

νεφρούς πέραν και επιπλέον του οφέλους από τη μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Οι ασθενείς με πρωτεϊνουρία και κρεατινίνη ορού 1.3 – 3.0 mg/dl τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν

λοσαρτάνη 50 mg μία φορά ημερησίως, τιτλοποιήθηκαν εάν ήταν αναγκαίο, για να επιτευχθεί

ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης ή εικονικό φάρμακο, επί ειδικής χορηγούμενης συμβατικής

αντιϋπερτασικής θεραπείας, εξαιρουμένων των αναστολέων ΜΕΑ και των ανταγωνιστών της

αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Εδόθησαν οδηγίες στους ερευνητές να τιτλοποιούν το φάρμακο της μελέτης σε 100 mg μία φορά

ημερησίως όπως απαιτήθηκε. Το 72 % των ασθενών έλαβε τη δόση των 100mg ημερησίως κατά τον

περισσότερο χρόνο που ελάμβαναν το φάρμακο της μελέτης. Άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα

(διουρητικά, ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου, άλφα- και βήτα-αναστολείς και αντιϋπερτασικά που

δρουν κεντρικά), επιτρέπονταν ως συμπληρωματική θεραπεία, αναλόγως των αναγκών και στις δύο

ομάδες. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν έως και 4.6 χρόνια (μέσος όρος 3.4 χρόνια).

Ο πρωταρχικός τελικός στόχος της μελέτης ήταν ο συνδυασμένος τελικός στόχος του διπλασιασμού

της κρεατινίνης του ορού, της νεφρικής νόσου τελικού σταδίου (ανάγκη για αιμοδιύλιση ή

μεταμόσχευση) ή θανάτου.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η θεραπεία με λοσαρτάνη (327 περιστατικά), όπως συγκρίθηκε με το

εικονικό φάρμακο (359 περιστατικά) οδήγησε σε μείωση του κινδύνου κατά 16.1% (p=0.022) σε

ασθενείς που επιτυγχάνουν τον πρωταρχικό συνδυασμένο τελικό στόχο. Για τα ακόλουθα

μεμονωμένα και συνδυασμένα τμήματα του πρωταρχικού τελικού σημείου, τα αποτελέσματα έδειξαν

σημαντική μείωση κινδύνου στην ομάδα που έλαβε λοσαρτάνη: 25.3 % μείωση κινδύνου του

διπλασιασμού της κρεατινίνης ορού (p=0.006), 28.6 % μείωση κινδύνου νεφρικής ανεπάρκειας

τελικού σταδίου (p=0.002), 19.9% μείωση κινδύνου νεφρικήςνόσου τελικού σταδίου ή θανάτου

(p=0.009), 21 % μείωση κινδύνου διπλασιασμού της κρεατινίνης του ορού ή νεφρικής ανεπάρκειας

τελικού σταδίου (p=0.01). Η συχνότητα της θνησιμότητας από όλα τα αίτια δεν ήταν σημαντικά

διαφορετική μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας.

Σ’ αυτή τη μελέτη η λοσαρτάνη ήταν γενικά καλά ανεκτή, όπως αποδείχθηκε από τη συχνότητα

διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών, η οποία ήταν συγκρίσιμη με αυτή του

εικονικού φαρμάκου.

MελέτηHEAAL

Η μελέτη Αξιολόγησης Τελικού Σημείου Καρδιακής Ανεπάρκειας με τον Ανταγωνιστή Αγγειοτασίνης ΙΙ Λοσαρτάνη ήταν μία ελεγχόμενη κλινική μελέτη που διεξήχθη διεθνώς σε 3.834 ασθενείς ηλικίας 18 έως 98 ετών με καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA Class II-IV) οι οποίοι δεν ήταν ανεκτικοί στη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν λοσαρτάνη 50mg μία φορά ημερησίως ή λοσαρτάνη 150 mg, επί εδάφους συμβατικής θεραπείας αποκλείοντας τους αναστολείς ΜΕΑ.

Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για πάνω από 4 χρόνια (μέσος χρόνος 4,7 χρόνια)

Το πρωταρχικό τελικό σημείο της μελέτης ήταν το συνδυασμένο τελικό σημείο για θάνατο από κάθε αιτία ή εισαγωγή στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η θεραπεία με λοσαρτάνη 150 mg (828 περιστατικά) όπως συγκρίθηκε με λοσαρτάνη 50 mg (889 περιστατικά) οδήγησε σε 10,1% μείωση του κινδύνου (p=0,027 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,82-0,99) στον αριθμό των ασθενών που πέτυχαν το πρωταρχικό συνδυασμένο τελικό σημείο. Αυτό αποδόθηκε κυρίως σε μείωση της συχνότητας εισαγωγής στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.

Η θεραπεία με λοσαρτάνη 150 mg μείωσε τον κίνδυνο εισαγωγής στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας κατά 13,5% σε σύγκριση με λοσαρτάνη 50 mg (p=0,025 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,76-0,98). Το ποσοστό θανάτων από κάθε αιτία δεν ήταν σημαντικά διαφορετικό μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Νεφρική δυσλειτουργία, υπόταση, και υπερκαλιαιμία ήταν πολύ συχνότερα στην ομάδα με 150 mg από ότι στην ομάδα με 50 mg, αλλά αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες δεν οδήγησαν σε σημαντικά περισσότερες περιπτώσεις διακοπής της θεραπείας στην ομάδα με 150 mg.

MελέτηELITE IκαιELITE II

Στη μελέτη ELITE διάρκειας 48 εβδομάδων σε 722 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA

κατηγορία II-IV), δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά ως προς τον πρωταρχικό τελικό στόχο στη

μακροχρόνια αλλαγή της νεφρικής λειτουργίας, μεταξύ των ασθενών που έλαβαν λοσαρτάνη και

αυτών που έλαβαν captopril. Η παρατήρηση της μελέτης ELITE, σε σύγκριση με το captopril, ότι η

λοσαρτάνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτου, δεν επιβεβαιώθηκε στη μελέτη ELITE II, που ακολούθως

περιγράφεται παρακάτω.

Στη μελέτη ELITE II η λοσαρτάνη 50mg μια φορά ημερησίως (αρχική δόση 12.5 mg που αυξήθηκε

σε 25 mg και κατόπιν σε 50 mg μια φορά ημερησίως), συγκρίθηκε με καπτοπρίλη 50 mg τρεις φορές

ημερησίως (αρχική δόση 12.5 mg που αυξήθηκε σε 25 mg και κατόπιν σε 50 mg τρεις φορές ημερησίως). Ο πρωταρχικός τελικός στόχος αυτής της προοπτικής μελέτης ήταν η θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας.

Σ’ αυτή τη μελέτη 3152 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA κατηγορία II - IV) παρακολουθήθηκαν σχεδόν για δύο χρόνια (μέσος χρόνος παρακολούθησης: 1.5 χρόνια) για να προσδιορισθεί εάν η λοσαρτάνη ήταν ανώτερη της καπτοπρίλης στη μείωση της θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας. Ο πρωταρχικός τελικός στόχος δεν έδειξε κάποια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της λοσαρτάνης και της καπτοπρίλης στη μείωση της θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας.

Και στις δύο ελεγχόμενες με συγκριτικό παράγοντα (όχι ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο) κλινικές

μελέτες σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η ανεκτικότητα της λοσαρτάνης ήταν ανώτερη αυτής

της καπτοπρίλης, που μετρήθηκε βάσει της σημαντικά μικρότερης συχνότητας διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών και της σημαντικά μικρότερης συχνότητας εμφάνισης βήχα.

Αυξημένη θνησιμότητα παρατηρήθηκε στη μελέτη ELITE II σε μία μικρή υποομάδα (22% όλων των

ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια) που έλαβαν βήτα-αναστολείς κατά την έναρξη.

Διπλός αποκλεισμόςτου συστήματος ρενίνης – αγγειοτενσίνης – αλδοστερόνης (RAAS)

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II.

Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου.

Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια

Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παιδιατρική Υπέρταση

Το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα της λοσαρτάνης τεκμηριώθηκε σε μία κλινική μελέτη όπου συμπεριελήφθησαν 177 υπερτασικοί παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ως 16 ετών, με βάρος σώματος >

20kg και ρυθμό σπειραματικής διήθησης >30ml/min/1.73m2. Ασθενείς που είχαν βάρος >20 kg ως <50kg

έλαβαν είτε 2.5 ή 25 ή 50 mg λοσαρτάνη ημερησίως και ασθενείς που ζύγιζαν > 50 kg έλαβαν είτε 5 ή

50 ή 100mg λοσαρτάνη ημερησίως. Στο τέλος των τριών εβδομάδων, η χορήγηση της λοσαρτάνης μία

φορά ημερησίως μείωσε την ελάχιστη αρτηριακή πίεση κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο.

Συνολικά, υπήρξε ανταπόκριση στη δόση. Η σχέση ανταπόκρισης στη δόση έγινε εμφανής στην ομάδα

που έλαβε τη χαμηλότερη δόση σε σύγκριση με την ομάδα που έλαβε μέτρια δόση (περίοδος I : -6.2

mmHg έναντι -11.65 mmHg), αλλά περιορίστηκε όταν συγκρίθηκε η ομάδα με τη μέση δόση με την

ομάδα με την υψηλή δόση (περίοδος I : -11.65 mmHg έναντι -12.21 mmHg). Οι μικρότερες δόσεις που

μελετήθηκαν, 2.5 mg και 5 mg, που αντιστοιχούν κατά μέσο όρο σε ημερήσια δοσολογία 0.07 mg/kg,

δεν φάνηκε να προσφέρουν σταθερό αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα.

Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν κατά την περίοδο ΙΙ της μελέτης όπου οι ασθενείς

τυχαιοποιήθηκαν να συνεχίσουν με λοσαρτάνη ή εικονικό φάρμακο, μετά από θεραπεία τριών

εβδομάδων. Η διαφορά στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης, όπως συγκρίθηκε με το εικονικό φάρμακο ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα με τη μέση δόση (6.70 mmHg με τη μέση δόση έναντι 5.38 mmHg με την

μεγάλη δόση). Η αύξηση της ελάχιστης διαστολικής αρτηριακής πίεσης ήταν η ίδια σε ασθενείς που

έλαβαν εικονικό φάρμακο και σ΄αυτούς που συνέχισαν με λοσαρτάνη με τη μικρότερη δόση σε κάθε

ομάδα, γεγονός που υποδηλώνει και πάλι ότι η μικρότερη δόση σε κάθε ομάδα δεν είχε σημαντικό

αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα.

Μακροχρόνιες επιδράσεις της λοσαρτάνης στη σωματική ανάπτυξη, την εφηβεία και στη γενικότερη

ανάπτυξη δεν έχουν μελετηθεί. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της αντιϋπερτασικής θεραπείας με

λοσαρτάνη στην παιδική ηλικία στη μείωση καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας δεν έχει

επίσης τεκμηριωθεί.

Η επίδραση της λοσαρτάνης στην πρωτεϊνουρία αξιολογήθηκε σε μία κλινική μελέτη 12-εβδομάδων

ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και με ενεργό παράγοντα ελέγχου (αμλοδιπίνη) σε υπερτασικά

(Ν=60) και σε παιδιά (Ν=246) με φυσιολογική πίεση με πρωτεϊνουρία. Η πρωτεϊνουρία ορίσθηκε ως η αναλογία πρωτεϊνης στα ούρα/κρεατινίνη ≥ 0.3. Οι υπερτασικοί ασθενείς (ηλικίας 6 μέχρι 18 ετών)

τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε λοσαρτάνη (n=30) ή αμλοδιπίνη (n=30). Οι έχοντες φυσιολογική

αρτηριακή πίεση (ηλικίας 1 μέχρι 18 ετών) τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε λοσαρτάνη (n=122) ή

εικονικό φάρμακο (n=124). Η λοσαρτάνη χορηγήθηκε σε δόσεις των 0.7 mg/kg έως 1.4 mg/kg (έως τη

μέγιστη δόση των 100 mg ημερησίως). Η αμλοδιπίνη χορηγήθηκε σε δόσεις των 0.05 mg/kg έως

0.2 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση των 5 mg ημερησίως).

Συνολικά, μετά από θεραπεία 12 εβδομάδων, οι ασθενείς που έλαβαν λοσαρτάνη παρουσίασαν μία

στατιστικά σημαντική μείωση της πρωτεϊνουρίας από την αρχική τιμή, του 36% έναντι 1% αύξησης

της ομάδας εικονικού φαρμάκου/αμλοδιπίνης ( p≤0.001). Οι υπερτασικοί ασθενείς που έλαβαν

λοσαρτάνη, εμφάνισαν μείωση της πρωτεϊνουρίας από την αρχική τιμή, του -41.5% (95% CI -29.9;

-51.1) έναντι +2.4% (95% CI -22.2; 14.1) της ομάδας αμλοδιπίνης. Η μείωση και των δύο, της

συστολικής αρτηριακής πίεσης και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης, ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα

της λοσαρτάνης (-5.5/-3.8 mmHg) έναντι της ομάδας της αμλοδιπίνης (-0.1/+0.8 mmHg). Σε παιδιά

με φυσιολογική πίεση παρατηρήθηκε μικρή μείωση της αρτηριακής πίεσης στην ομάδα της

λοσαρτάνης ( - 3.7/-3.4 mmHg), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική

συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της πρωτεϊνουρίας και της αρτηριακής πίεσης, παρόλα αυτά είναι

πιθανό η μείωση της αρτηριακής πίεσης να ευθύνεται εν μέρει για τη μείωση της πρωτεϊνουρίας στην

ομάδα της λοσαρτάνης.

Επιδράσεις μακράς διάρκειας της λοσαρτάνης σε παιδιά με πρωτεϊνουρία έχουν μελετηθεί έως τα 3 χρόνια κατά την φάση ανοιχτής επέκτασης μελέτης ασφάλειας της ίδιας μελέτης, στην οποία όλοι οι ασθενείς που είχαν ολοκληρώσει την 12η εβδομάδα είχαν προσκληθεί να συμμετέχουν. Ένας αριθμός 268 ασθενών εντάχθηκε στη φάση ανοιχτής μελέτης επέκτασης ασφάλειας και επανατυχαιοποιήθηκε στη λοσαρτάνη (Ν=134) ή την εναλαπρίλη (Ν=134) και 109 ασθενείς είχαν >3 χρόνια παρακολούθησης (προ-επιλεγμένο σημείο περάτωσης οι >100 ασθενείς που ολοκλήρωσαν 3 χρόνια παρακολούθησης κατά την περίοδο της επέκτασης). Το δοσολογικό εύρος της λοσαρτάνης και εναλαπρίλης, σύμφωνα με την κρίση του ερευνητή, ήταν 0,30 έως 4,42 mg/kg/ημερησίως και 0,02 to 1,13 mg/kg/ ημερησίως, αντιστοίχως. Δεν έγινε υπέρβαση του μέγιστου των ημερησίων δόσεων των 50mg για σωματικό βάρος <50 kg και 100mg για >50kg για τους περισσότερους ασθενείς κατά τη φάση επέκτασης της μελέτης.

Συνολικά, τα αποτελέσματα από την επέκταση ασφάλειας έδειξαν ότι η λοσαρτάνη ήταν καλά ανεκτή και οδήγησε σε σημαντικές μειώσεις της πρωτεϊνουρίας χωρίς αξιοσημείωτη μεταβολή του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) στη διάρκεια των 3 ετών. Σε ασθενείς με φυσιολογική αρτηριακή πίεση (n=205) η εναλαπρίλη είχε αριθμητικά μεγαλύτερη επίδραση σε σύγκριση με λοσαρτάνη στην πρωτεϊνουρία (-33,0% (95% CI-47,2, -15,0)) έναντι -16,6%(95% CI -34,9, 6,8)) και στο GFR(9,4(95% CI 0,4, 18,4) έναντι -4,0 (95% CI -13,1, 5,0)ml/min/1,73m2)). Για τους υπερτασικούς ασθενείς (n=49), η λοσαρτάνη είχε αριθμητικά μεγαλύτερη επίδραση στην πρωτεϊνουρία (-44,5% (95% CI-64,8, -12,4)) έναντι -39,5%(95% CI -62,5, -2,2)) και στο GFR(18,9(95% CI 5,2, 32,5) έναντι -13,4 (95% CI -27,3, 0,6))ml/min/1,73m2)).

Έχει διεξαχθεί μία ανοιχτή, με κυμαινόμενη δοσολογία κλινική μελέτη προκειμένου να μελετηθεί η ασφάλεια και αποτελέσματικότητα της λοσαρτάνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 6 μηνών έως 6 ετών με υπέρταση. Ένας συνολικός αριθμός 101 ασθενών τυχαιποιήθηκαν σε μία από τρεις διαφορετικές δόσεις έναρξης μιας ανοιχτής μελέτης με λοσαρτάνη: μία χαμηλή δόση των 0,1 mg/kg/ημερησίως (N=33), μία μέτρια δόση των 0,3 mg/kg/ημερησίως (N=34), ή μία υψηλή δόση των 0,7 mg/kg/ημερησίως (N=34). Από τους ασθενείς αυτούς, οι 27 ήταν βρέφη τα οποία είχαν ορισθεί ως παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως 23 μηνών. Το φάρμακο της μελέτης τιτλοποιήθηκε στο επόμενο δοσολογικό επίπεδο κατά τις Εβδομάδες -3, -6, και 9 για τους ασθενείς που δεν ήταν στο στόχο της αρτηριακής πίεσης και δεν βρίσκονταν ήδη στη μέγιστη δόση λοσαρτάνης ( 1,4 mg/kg/ημερησίως, χωρίς να υπερβαίνουν τα 100 mg/ημερησίως).

Από τους 99 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φάρμακο της μελέτης, 90 (90%) ασθενείς συνέχισαν στην επέκταση της μελέτης με επισκέψεις παρακολούθησης κάθε 3 μήνες. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 264 ημέρες.

Συνοπτικά, η μέση μείωση της αρτηριακής πίεσης από την αρχική τιμή ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας (μεταβολή από την αρχική τιμή έως την Εβδομάδα 3 ση συστολική αρτηριακή πίεση (ΣΑΠ) ήταν -7,3, -7,6, και -6,7 mmHg για τις ομάδες χαμηλής -, μέτριας-, και υψηλής –δοσολογίας, αντιστοίχως. Η μείωση από την αρχική τιμή έως την Εβδομάδα 3 στην διαστολική αρτηριακή πίεση (ΔΑΠ) ήταν -8,2, -5,1, και -6,7 mmHg για τις ομάδες χαμηλής -, μέτριας-, και υψηλής –δοσολογίας). Ωστόσο, δεν υπήρξε στατιστικά σημαντικό δοσοεξαρτώμενο αποτέλεσμα ανταπόκρισης στη ΣΑΠ και τη ΔΑΠ.

Η λοσαρτάνη σε δόσεις υψηλότερες των 1,4 mg/kg ήταν γενικά καλά ανεκτή σε υπερτασικά παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως 6 ετών μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας. Το συνολικό προφίλ ασφάλειας φάνηκε συγκρίσιμο μεταξύ των ομάδων θεραπείας.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η λοσαρτάνη απορροφάται καλά και υφίσταται μεταβολισμό

πρώτης διόδου, δημιουργώντας ένα καρβοξυλικό οξύ ως ενεργό μεταβολίτη και άλλους ανενεργούς

μεταβολίτες. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων λοσαρτάνη είναι περίπου 33%. Η μέση

μέγιστη συγκέντρωση της λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη επιτυγχάνεται σε 1 ώρα και σε 3-4

ώρες αντιστοίχως.

Κατανομή

Τόσο η λοσαρτάνη όσο και ο ενεργός μεταβολίτης της συνδέονται κατά ≥ 99 % με τις πρωτεΐνες του

πλάσματος, κυρίως με την αλβουμίνη. Ο όγκος κατανομής της λοσαρτάνης είναι 34 λίτρα.

Βιομετατροπή

Περίπου το 14% της ενδοφλέβιας ή της από του στόματος χορηγούμενης δόσης της λοσαρτάνης

μετατρέπεται στον ενεργό της μεταβολίτη. Μετά από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση της

σεσημασμένης με 14C καλιούχου λοσαρτάνης, η ραδιενέργεια στο πλάσμα αποδόθηκε κατά κύριο λόγο

στη λοσαρτάνη και στον ενεργό της μεταβολίτη. Ελάχιστη μετατροπή της λοσαρτάνης στον ενεργό

μεταβολίτη της παρατηρήθηκε περίπου στο ένα τοις εκατό των ατόμων που μελετήθηκαν.

Επιπλέον, πέραν του ενεργού μεταβολίτη, δημιουργούνται και ανενεργοί μεταβολίτες.

Απέκκριση

H κάθαρση της λοσαρτάνης από το πλάσμα και του ενεργού μεταβολίτη της είναι περίπου 600 ml/min

και 50 ml/min αντιστοίχως. Η νεφρική κάθαρση της λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη της

είναι περίπου 74 ml/min και 26 ml/min αντιστοίχως. Όταν η λοσαρτάνη χορηγείται από το στόμα,

περίπου το 4% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητο με τα ούρα και το 6% αποβάλλεται με τα ούρα ως

ενεργός μεταβολίτης. Η φαρμακοκινητική της λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη της είναι

γραμμική με δόσεις χορηγούμενες από το στόμα έως 200 mg.

Μετά την από του στόματος χορήγηση, οι συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης και του ενεργού

μεταβολίτη της στο πλάσμα μειώνονται πολυεκθετικά με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες

και 6-9 ώρες, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια της δοσολογίας μία φορά ημερησίως με 100mg, ούτε η

λοσαρτάνη ούτε ο ενεργός μεταβολίτης της συσσωρεύονται σημαντικά στο πλάσμα.

Η αποβολή τόσο μέσω της χολής όσο και μέσω των ούρων συμβάλλουν στην αποβολή της

λοσαρτάνης και των μεταβολιτών της.

Μετά από του στόματος / ενδοφλέβια χορήγηση της σεσημασμένης με 14C λοσαρτάνη στον άνθρωπο,

περίπου 35 % /43 % της ραδιενέργειας ανευρίσκεται στα ούρα και 58%/50% στα κόπρανα.

Χαρακτηριστικάσεασθενείς

Σε ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς οι συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης και του ενεργού

μεταβολίτη της στο πλάσμα δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτές που παρατηρήθηκαν σε νέους

υπερτασικούς ασθενείς.

Σε υπερτασικές γυναίκες ασθενείς οι συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης στο πλάσμα ήταν έως δύο φορές

μεγαλύτερες από αυτές των ανδρών υπερτασικών ασθενών, ενώ οι συγκεντρώσεις του ενεργού

μεταβολίτη στο πλάσμα δεν είχαν διαφορά μεταξύ των ανδρών και των γυναικών.

Έπειτα από χορήγηση από το στόμα σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού αλκοολικής

αιτιολογίας κίρρωση του ήπατος, οι συγκεντρώσεις πλάσματος της λοσαρτάνης και του ενεργού

μεταβολίτη της ήταν αντίστοιχα 5 φορές και 1,7 φορές μεγαλύτερες από εκείνες που εμφανίζονται σε

νέους άνδρες εθελοντές (βλέπε παράγραφο 4.2 και 4.4).

Οι συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης δεν τροποποιούνται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης άνω των

10ml/min. Συγκριτικά με ασθενείς που έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία, το ΑUC για τη

λοσαρτάνη σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση είναι περίπου 2 φορές μεγαλύτερο.

Οι συγκεντρώσεις του δραστικού μεταβολίτη στο πλάσμα δεν μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική

δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση.

Ούτε η λοσαρτάνη ούτε ο δραστικός της μεταβολίτης μπορούν να απομακρυνθούν με αιμοδιύλιση.

Φαρμακοκινητικήσεπαιδιατρικούςασθενείς

Η φαρμακοκινητική της λοσαρτάνης έχει μελετηθεί σε 50 υπερτασικούς παιδιατρικούς ασθενείς

ηλικίας > από 1 μηνός ως < από 16 ετών μετά από του στόματος χορήγηση μία φορά την ημέρα

περίπου 0.54 ως 0.77 mg/kg λοσαρτάνη (κατά μέσο όρο δόσεις).

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο ενεργός μεταβολίτης παράγεται από τη λοσαρτάνη σε όλες τις

ηλικιακές ομάδες.

Τα αποτελέσματα έδειξαν κατά προσέγγιση παρόμοιες φαρμακοκινητικές παραμέτρους της

λοσαρτάνης μετά από του στόματος χορήγηση σε βρέφη και νήπια, σε παιδιά προσχολικής και

σχολικής ηλικίας και σε εφήβους. Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής για το μεταβολίτη διέφερε σε

μεγαλύτερο βαθμό μεταξύ των ηλικιακών ομάδων. Όταν συγκρίθηκαν παιδιά προσχολικής ηλικίας με

εφήβους αυτές οι διαφορές έγιναν στατιστικά σημαντικές. Η έκθεση των βρεφών/νηπίων ήταν

συγκριτικά μεγάλη.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - LOSALET 100MG/TAB

Κατάλογος εκδόχων

Cellulose microcrystalline, lactose monohydrate, maize starch pregelatinised, sodium starch glycolate, magnesium stearate, hydroxypropylcellulose, hypromellose, titanium dioxide

Ασυμβατότητες

Δεν έχει εφαρμογή.

Διάρκεια ζωής

3 έτη

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Ταινίες τύπου blister (PVC/PE/PVDC)

Μεγέθη συσκευασιών: 10,20,28 ή 30 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Alet Pharmaceuticals ABEE

Λεωφόρος Αθηνών 31-33,

104 47,

Αθήνα - Ελλάδα

Τηλ.: +30 210 56 98 610

email: info@aletpharmaceuticals.gr

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx30 (BLIST 3x10)
Τιμή
5,57 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx10 (BLIST 1x10)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx20 (BLIST 2x10)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx28 (BLIST 4x7)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.