MEDOLONE® PD.SOL.INF 250MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - MEDOLONE 250MG/VIAL
Το Medolone ενδείκνυται για:
-
θεραπεία των λοιμώξεων από απλό έρπητα (Herpes Simplex Virus - HSV) σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς και τη σοβαρή πρωτολοίμωξη από έρπητα των γεννητικών οργάνων σε μη ανοσοκατασταλμένους ασθενείς
-
προφύλαξη από λοιμώξεις από απλό έρπητα (HSV) σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς
-
θεραπεία επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων από Varicella zoster σε μη ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς
-
θεραπεία των πρωτοπαθών και επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων από τον ιό ανεμευλογιάς – έρπητα ζωστήρα (Varicella zoster) σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς
-
θεραπεία της ερπητικής εγκεφαλίτιδας από έρπητα σε ανοσοκατεσταλμένους και μη ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς
Δοσολογία
Ενήλικες και έφηβοι
Σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HSV (εκτός από τις περιπτώσεις ερπητικής εγκεφαλίτιδας) ή με λοίμωξη από τον ιό Varicella zoster η ασικλοβίρη για ενδοφλέβια έγχυση πρέπει να χορηγείται σε δόσεις 5 mg/kg σωματικού βάρους ανά 8ωρο εφόσον δεν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία.
Σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό Varicella zoster ή σε ασθενείς με ερπητική εγκεφαλίτιδα θα πρέπει να χορηγείται η ακικλοβίρη για ενδοφλέβια έγχυση σε δόσεις 10 mg/kg σωματικού βάρους ανά 8ωρο εφόσον δεν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία και νεφρική δυσλειτουργία).
Σε παχύσαρκους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ενδοφλέβια ακικλοβίρη με βάση το πραγματικό σωματικό τους βάρος, μπορεί να επιτευχθούν υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλέπε παράγραφο 5.2). Θα πρέπει συνεπώς να εξεταστεί η μείωση της δοσολογίας σε παχύσαρκους ασθενείς και ιδιαίτερα σε αυτούς με νεφρική δυσλειτουργία ή στους ηλικιωμένους
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η δόση της ακικλοβίρης για βρέφη και παιδιά ηλικίας μεταξύ 3 μηνών και 12 ετών υπολογίζεται με βάση την επιφάνεια του σώματος.
Σε βρέφη και παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω με λοίμωξη από τον ιό HSV (εκτός από τις περιπτώσεις ερπητικής εγκεφαλίτιδας) ή σε λοιμώξεις από τον ιό Varicella zoster θα πρέπει να χορηγείται ακικλοβίρη σε δόσεις 250 mg ανά τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας σώματος κάθε 8 ώρες, εάν η νεφρική λειτουργία δεν επηρεάζεται.
Σε ανοσοκατεσταλμένα βρέφη και παιδιά με λοιμώξεις από τον ιό Varicella zoster ή βρέφη και παιδιά με ερπητική εγκεφαλίτιδα, η ακικλοβίρη πρέπει να χορηγείται σε δόσεις των 500 mg ανά τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας σώματος κάθε 8 ώρες, εάν η νεφρική λειτουργία δεν επηρεάζεται.
Η δοσολογία της ακικλοβίρης σε νεογνά και βρέφη ηλικίας έως 3 μηνών υπολογίζεται με βάση το σωματικό βάρος.
Η συνιστώμενη αγωγή για θεραπεία γνωστού ή υποπτευόμενου νεογνικού έρπητα είναι ενδοφλέβια ακικλοβίρη 20 mg/kg βάρους σώματος κάθε 8 ώρες για 21 ημέρες και αφορά τόσο τη διάχυτη νόσο όσο και τη νόσο του ΚΝΣ, ή για 14 ημέρες για τη νόσο που περιορίζεται στο δέρμα και στους βλεννογόνους.
Οι ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας χρειάζονται κατάλληλα τροποποιημένη δόση, ανάλογα με το βαθμό εξασθένησης (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία).
Ηλικιωμένοι
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο νεφρικής δυσλειτουργίας σε ηλικιωμένους και η δοσολογία να αναπροσαρμόζεται αναλόγως (βλέπε Νεφρική δυσλειτουργία πιο κάτω).
Πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η ενδοφλέβια ακικλοβίρη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
Πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση.
Η αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης, σε μονάδες ml/min για τους ενήλικες και εφήβους και σε μονάδες ml/min/1.73m2 για βρέφη και παιδιά κάτω των 13 ετών.
Προτείνονται οι ακόλουθες προσαρμογές στη δοσολογία:
| Αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ενδοφλέβια ακικλοβίρη, σε ενήλικες και εφήβους με νεφρική ανεπάρκεια για τη θεραπεία των λοιμώξεων από τον ιό του απλού έρπητα. | |
| Κάθαρση κρεατινίνης | Δοσολογία |
| 25 έως 50 ml/min | Η παραπάνω συνιστώμενη δόση (5 ή 10 mg / kg σωματικού βάρους) πρέπει να χορηγείται κάθε 12 ώρες. |
| 10 έως 25 ml/min | Η παραπάνω συνιστώμενη δόση (5 ή 10 mg / kg σωματικού βάρους) πρέπει να χορηγείται κάθε 24 ώρες. |
| 0 (ανουρία) έως10 ml/min | Σε ασθενείς που λαμβάνουν συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή αιμοδιύλιση (CAPD) η παραπάνω συνιστώμενη δόση (5 ή 10 mg/kg σωματικού βάρους) πρέπει να υποδιπλασιάζεται και να χορηγείται κάθε24 ώρες. |
| Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση | Για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση η παραπάνω συνιστώμενη δόση (5 ή 10 mg/kg σωματικού βάρους) πρέπει να υποδιπλασιάζεται και να χορηγείται κάθε 24 ώρες και μετά από τηναιμοκάθαρση. |
| Αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ενδοφλέβια ακικλοβίρη, σε νεογνά βρέφη και παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια για τη θεραπεία των λοιμώξεων από τον ιό του απλού έρπητα. | |
| Κάθαρση κρεατινίνης | Δοσολογία |
| 25 έως50 ml/min/1.73m2 | Η παραπάνω συνιστώμενη δόση (250 ή 500 mg/m2 επιφάνειας σώματος ή 20 mg/kg σωματικού βάρους) πρέπει να χορηγείται κάθε 12 ώρες. |
| 10 έως25 ml/min/1.73m2 | Η παραπάνω συνιστώμενη δόση (250 ή 500 mg/m2 επιφάνειας σώματος ή 20 mg/kg σωματικού βάρους) πρέπει να χορηγείται κάθε 24 ώρες. |
| 0 (ανουρία) έως10 ml/min/1.73m2 | Σε ασθενείς που λαμβάνουν συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή αιμοδιύλιση (CAPD) η παραπάνω συνιστώμενη δόση (250 ή 500 mg/m2 επιφάνειας σώματος ή 20 mg/kg σωματικού βάρους) πρέπει ναυποδιπλασιάζεται και να χορηγείται κάθε 24 ώρες. |
| Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση | Για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση η παραπάνω συνιστώμενη δόση (250 ή 500 mg/m2 επιφάνειας σώματος ή 20 mg/kg σωματικού βάρους) πρέπει να υποδιπλασιάζεται και να χορηγείται κάθε24 ώρες και μετά από την αιμοκάθαρση. |
Τρόπος χορήγησης
Η απαιτούμενη δόση ακικλοβίρης θα πρέπει να χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση για 1 ώρα.
Η συνήθης διάρκεια θεραπείας με aciclovir i.v. είναι 5 ημέρες, αλλά αυτό μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς και την ανταπόκριση στη θεραπεία. Η θεραπεία για την ερπητική εγκεφαλίτιδα διαρκεί συνήθως 10 ημέρες. Η θεραπεία για τον νεογνικό έρπητα διαρκεί συνήθως 14 ημέρες για λοιμώξεις του βλεννογόνου (δέρμα-μάτι-στόμα) και 21 ημέρες για διάχυτη νόσο ή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Η διάρκεια της προφυλακτικής αγωγής με ενδοφλέβιο aciclovir καθορίζεται από τη διάρκεια της περιόδου κινδύνου.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. Παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (ακικλοβίρη), βαλακικλοβίρη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Χρήση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και σε ηλικιωμένους ασθενείς
Η ακικλοβίρη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής κάθαρσης, επομένως η δόση πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία και επομένως πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη για μείωση της δόσης σε αυτή την ομάδα ασθενών. Τόσο οι ηλικιωμένοι ασθενείς όσο και οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία είναι σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις τέτοιων καταστάσεων. Στις αναφερθείσες περιπτώσεις αυτές οι αντιδράσεις ήταν γενικά αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).
Ιδιαίτερη προσοχή αναφορικά με τη νεφρική λειτουργία, πρέπει να δίδεται στους ασθενείς εκείνους που λαμβάνουν acyclovir I.V. για ενδοφλέβια έγχυση σε υψηλότερες δόσεις (π.χ. για ερπητική εγκεφαλίτιδα), ειδικά όταν είναι αφυδατωμένοι ή εμφανίζουν οποιαδήποτε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας τους.
Το ανασυσταθέν διάλυμα acyclovir I.V. για ενδοφλέβια έγχυση έχει pH περίπου 11,0 και δεν πρέπει να χορηγείται από του στόματος.
Σε σοβαρά ανοσοκατασταλμένους ασθενείς η παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με ακικλοβίρη είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάδυση ανθεκτικών ιών με μειωμένη ευαισθησία που να μην ανταποκρίνονται σε συνεχή θεραπεία με ακικλοβίρη (βλέπε παράγραφο 5.1.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου, είναι ουσιαστικά
«ελεύθερο νατρίου».
Καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση δεν έχει αναγνωρισθεί.
Η ακικλοβίρη απεκκρίνεται ως επί το πλείστον αμετάβλητη με τα ούρα μέσω ενεργητικής νεφρικής έκκρισης. Συγχορηγούμενα φάρμακα που ανταγωνίζονται αυτόν το μηχανισμό μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις ακικλοβίρης στο πλάσμα. Η προβενεσίδη και η σιμετιδίνη αυξάνουν την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων στο πλάσμα της ακικλοβίρης μέσω αυτού του μηχανισμού και μειώνουν την νεφρική απέκκριση της ακικλοβίρης. Ωστόσο, δεν χρειάζεται ρύθμιση της δοσολογίας, καθώς η ακικλοβίρη έχει μεγάλο θεραπευτικό δείκτη.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια ακικλοβίρη χρειάζεται προσοχή, κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με φάρμακα που ανταγωνίζονται την απέκκριση της ακικλοβίρης, λόγω του δυνητικού κινδύνου αύξησης των επιπέδων στο πλάσμα του ενός ή και των δύο φαρμάκων ή των μεταβολιτών τους. Έχουν φανεί αυξήσεις της καμπύλης συγκεντρώσεως στο πλάσμα της ακικλοβίρης και του αδρανούς μεταβολίτη του mecophenolate mofetil, ενός ανοσοκατασταλτικού παράγοντα που χρησιμοποιείται σε ασθενείς που έχουν υποστεί μεταμόσχευση, όταν τα δύο φάρμακα συγχορηγούνται.
Προσοχή επίσης χρειάζεται (έλεγχος των μεταβολών στη νεφρική λειτουργία) όταν χορηγείται ενδοφλέβια ακικλοβίρη με φάρμακα που επηρεάζουν άλλες φάσεις της νεφρικής φυσιολογίας (π.χ. κυκλοσπορίνη, tacrolimus).
Εγκυμοσύνη
Η χρήση ενδοφλέβιας ακικλοβίρης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα δυνητικά οφέλη αντισταθμίζουν την πιθανότητα αγνώστων κινδύνων.
Η καταγραφή περιστατικών χρήσης του φαρμάκου σε εγκύους μετά την κυκλοφορία της ακικλοβίρης προσέφερε στοιχεία για την έκθεση εγκύων γυναικών σε όλες τις φαρμακοτεχνικές μορφές. Τα ευρήματα αυτά δεν δείχνουν αύξηση στον αριθμό ελαττωματικών γεννήσεων μεταξύ ασθενών που έλαβαν ακικλοβίρη συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό και οποιεσδήποτε ελαττωματικές γεννήσεις δεν χαρακτηρίζονται από κάποια μοναδικότητα ή συγκεκριμένη μορφή που να υποδεικνύει μία κοινή αιτία.
Θηλασμός
Μετά τη χορήγηση από του στόματος 200 mg ακικλοβίρης πέντε φορές την ημέρα ανιχνεύτηκε ακικλοβίρη στο μητρικό γάλα, σε συγκεντρώσεις από 0,6 έως 4,1 φορές των αντίστοιχων επιπέδων στο πλάσμα. Τα επίπεδα αυτά δυνητικά θα εκθέσουν τα θηλάζοντα βρέφη σε δόσεις ακικλοβίρης έως 0,3 mg/kg/ημερησίως. Επομένως συνιστάται προσοχή εάν η ακικλοβίρη χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την επίδραση των σκευασμάτων ακικλοβίρης είτε των από του στόματος χορηγούμενων, είτε των με ενδοφλέβια έγχυση στη γονιμότητα των γυναικών. Σε μία μελέτη 20 αρρένων ασθενών με φυσιολογικό αριθμό σπερματοζωαρίων η χορήγηση ακικλοβίρης από το στόμα σε δόσεις έως 1g ημερησίως για διάστημα μέχρι και έξι μήνες δεν έδειξε να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στον αριθμό των σπερματοζωαρίων, την κινητικότητα ή τη μορφολογία τους.
ν
H ακικλοβίρη I.V. για έγχυση χρησιμοποιείται γενικά σε πληθυσμό ασθενών που βρίσκεται στο νοσοκομείο και η πληροφορία για την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών συνήθως δεν έχει σχέση. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για να ερευνήσουν τη δράση της ακικλοβίρης στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών.
Οι κατηγορίες συχνοτήτων σχετικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες παρακάτω είναι κατά προσέγγιση. Για τις περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, δεν ήταν διαθέσιμα επαρκή στοιχεία για τον υπολογισμό της συχνότητας. Επί πλέον οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ποικίλουν ως προς την συχνότητα ανάλογα με την ένδειξη.
Η ακόλουθη συνθήκη έχει χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη των ανεπιθύμητων ενεργειών ως προς την συχνότητα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000), πολύ σπάνιες (<1/10,000), μη γνωστές (δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βάσει τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Όχι συχνές: μειώσεις των αιματολογικών δεικτών (αναιμία, θρομβοκυτταροπενία, λευκοπενία).
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: αναφυλαξία.
Ψυχιατρικές διαταραχές και διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: κεφαλαλγία, ζάλη, ανησυχία, σύγχυση, τρόμος, αταξία, δυσαρθρία, ψευδαισθήσεις, ψυχωσικά συμπτώματα, σπασμοί, υπνηλία, εγκεφαλοπάθεια, κώμα.
Οι ανωτέρω ενέργειες είναι γενικά αναστρέψιμες και συνήθως αναφέρονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αγγειακές διαταραχές
Συχνές: φλεβίτιδα.
Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές
Πολύ σπάνιες: δύσπνοια.
Γαστρεντερικές διαταραχές
Συχνές: ναυτία, έμετος.
Πολύ σπάνιες: διάρροια, κοιλιακά άλγη.
Ηπατοχολικές διαταραχές
Συχνές: Αναστρέψιμες αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων.
Πολύ σπάνιες: Αναστρέψιμες αυξήσεις της χολερυθρίνης, ίκτερος, ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές: κνησμός, κνίδωση εξανθήματα (συμπεριλαμβανομένης της φωτοευαισθησίας).
Πολύ σπάνιες: αγγειοοίδημα.
Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος
Συχνές: αυξήσεις της ουρίας και της κρεατινίνης του αίματος.
Οι απότομες αυξήσεις της ουρίας και της κρεατινίνης του αίματος πιστεύεται ότι έχουν σχέση με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση φαρμάκου στο πλάσμα και την κατάσταση ενυδάτωσης του ασθενή. Για την αποφυγή αυτής της δράσης, όταν χορηγείται ενδοφλέβια, το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται κατευθείαν σαν ενδοφλέβια ένεση (bolus), αλλά με έγχυση διάρκειας 1 ώρας.
Πολύ σπάνιες: νεφρική δυσλειτουργία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια και άλγος νεφρού.
Ο ασθενής πρέπει να διατηρείται σε κατάσταση επαρκούς ενυδάτωσης. Η νεφρική δυσλειτουργία, συνήθως επανέρχεται άμεσα στο φυσιολογικό με ενυδάτωση του ασθενή και/ή μείωση της δοσολογίας ή διακοπή του φαρμάκου. Εξέλιξη σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια πάντως μπορεί να εμφανισθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Το άλγος νεφρού μπορεί να σχετίζεται με νεφρική ανεπάρκεια.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ σπάνιες: κόπωση, πυρετός, τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις
Σοβαρές τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις που μερικές φορές οδηγούν σε εξέλκωση του δέρματος έχουν εμφανισθεί όταν χορηγείται από λάθος aciclovir I.V. για έγχυση σε εξωαγγειακούς ιστούς.
Severe local inflammatory reactions sometimes leading to breakdown of the skin have occurred when aciclovir i.v. has been inadvertently infused into extracellular tissues.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
Συμπτώματα
Υπερδοσολογία με ενδοφλέβια χορηγούμενη ακικλοβίρη είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της κρεατινίνης ορού, της ουρίας αίματος και επακόλουθη νεφρική ανεπάρκεια.
Νευρολογικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν σύγχυση, ψευδαισθήσεις, διέγερση, κρίσεις σπασμών και κώμα, έχουν συσχετισθεί με ενδοφλέβια υπερδοσολογία.
Αντιμετώπιση
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας. Η αιμοκάθαρση αυξάνει σημαντικά την απομάκρυνση της ακικλοβίρης από το αίμα και επομένως μπορεί να θεωρηθεί σαν λύση σε περίπτωση συμπτωματικής υπερδοσολογίας με αυτό το φάρμακο.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - MEDOLONE 250MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντι-ιικά για συστηματική χρήση, απευθείας δρώντα αντι-ιικά, νουκλεοσίδια και νουκλεοτίδια με εξαίρεση αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης,
κωδικός ATC: J05AB01.
Μηχανισμός δράσης
Η ακικλοβίρη είναι αντι-ιικός παράγοντας εξαιρετικά δραστικός in vitro κατά του ιού του απλού έρπητα (HSV) των τύπων Ι και ΙΙ και του ιού ανεμευλογιάς-ζωστήρα. Η τοξικότητα για τα κύτταρα ξενιστές των θηλαστικών είναι χαμηλή.
Η ακικλοβίρη φωσφορυλιώνεται μετά την είσοδό της σε μολυσμένα από έρπητα κύτταρα προς την ενεργό ένωση τριφωσφορική ακικλοβίρη. Το πρώτο στάδιο σ' αυτή τη διαδικασία εξαρτάται από την παρουσία της κωδικοποιούμενης από τον ιό κινάσης της θυμιδίνης.
Η τριφωσφορική ακικλοβίρη δρα ως αναστολέας ή υποκατάταστο της ειδικής για τον έρπητα DNA πολυμεράσης προλαβαίνοντας την περαιτέρω σύνθεση DNA από τον ιό, χωρίς να επηρεάζει τις φυσιολογικές κυτταρικές λειτουργίες.
Απορρόφηση
Σε ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση (Cssmax) μετά από έγχυση μίας ώρας 2,5 mg/kg, 5 mg/kg και 10 mg/kg ήταν 22,7 μικρογραμμομόρια (5,1 μg/ml), 43,6 μικρογραμμομόρια (9,8 μg/ml) ) και 92 μικρογραμμομόρια (20,7 μg/ml) αντίστοιχα. Τα αντίστοιχα κατώτατα επίπεδα (Cssmax) 7 ώρες αργότερα ήταν 2,2 μικρογραμμομόρια (0,5 μg/ml), 3,1
μικρογραμμομόρια (0,7 μg/ml) και 10,2 μικρογραμμομόρια (2,3 μg/ml) αντίστοιχα.
Σε παιδιά ηλικίας άνω του ενός έτους που τους χορηγήθηκε δόση 250 mg/m2 αντί για 5 mg/kg και δόση 500mg/m2 αντί για 10mg/kg φαρμάκου, παρατηρήθηκαν παρόμοια μέσα μέγιστα (Cssmax) και μέσα ελάχιστα (Cssmin) επίπεδα. Σε νεογνά (ηλικίας 0-3 μηνών) που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά με δόση 10 mg/kg ανά 8ωρο υπό μορφή ωριαίας έγχυσης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση (Cssmax) ήταν 61.2 μικρογραμμομόρια (13,8 μg/ml), ενώ η αντίστοιχη ελάχιστη (Cssmin) ήταν 10.1 μικρογραμμομόρια (2,3 μg/ml). Μια ξεχωριστή ομάδα νεογνών που υποβλήθηκαν σε αγωγή με 15 mg/kg κάθε 8 ώρες εμφάνισαν κατά προσέγγιση αναλογικές αυξήσεις της δόσης, με Cmax 83,5 μικρογραμμομόρια (18,8 μg/ml) και Cmin 14,1 μικρογραμμομόρια (3,2 μg/ml).
H τελική ημιπερίοδος ζωής του φαρμάκου στο πλάσμα στους ασθενείς αυτούς ήταν 3,8 ώρες. Στους ηλικιωμένους η ολική κάθαρση σώματος μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας και συνοδεύεται από μειώσεις στην κάθαρση της κρεατινίνης αν και υπάρχει μικρή μεταβολή στον τελικό χρόνο ημιζωής στο πλάσμα.
Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η μέση τελική ημιπερίοδος ζωής βρέθηκε να είναι 19,5 ώρες. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ακικλοβίρης κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης ήταν 5,7 ώρες. Τα επίπεδα της ακικλοβίρης στο πλάσμα μειώθηκαν περίπου 60% κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης.
Σε μια κλινική μελέτη στην οποία συμμετείχαν παχύσαρκες γυναίκες ασθενείς (n = 7) με νοσογόνο παχυσαρκία, χορηγήθηκε ενδοβλεβίως ακικλοβίρη με βάση το πραγματικό σωματικό τους βάρος και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα βρέθηκαν να είναι περίπου διπλάσιες από αυτές των ασθενών με φυσιολογικό βάρος (n = 5), σύμφωνα με τη διαφορά στο σωματικό βάρος μεταξύ των δύο ομάδων.
Κατανομή
Τα επίπεδα του φαρμάκου στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κυμαίνονται περίπου στο 50% των αντιστοίχων επιπέδων στο πλάσμα. Η πρωτεϊνική σύνδεση της ακικλοβίρης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι σχετικά χαμηλή (9-33%) και γι αυτό το λόγο δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, που να οφείλονται σε παρεκτόπιση της ακικλοβίρης από τις θέσεις πρωτεϊνικής σύνδεσής της.
Αποβολή
Στους ενήλικες, ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα προσδιορίσθηκε σε περίπου 2,9 ώρες.
Το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου αποβάλλεται αμετάβλητο από τους νεφρούς. Η νεφρική κάθαρση της ακικλοβίρης είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης δείχνοντας ότι η σωληναριακή έκκριση, εκτός από τη σπειραματική διήθηση, συντελεί στην απομάκρυνση του φαρμάκου από τους νεφρούς. Η 9-καρβοξυμεθοξυμεθυλγουανίνη είναι ο μοναδικός σημαντικός μεταβολίτης της ακικλοβίρης και αντιστοιχεί στο 10-15% της δόσης που αποβάλλεται στα ούρα.
Όταν η ακικλοβίρη χορηγείται μία ώρα μετά από τη χορήγηση 1 γραμμαρίου προβενεσίδης, η τελική ημιπερίοδος ζωής και η περιοχή κάτω από την καμπύλη στο διάγραμμα χρόνου σε σχέση με τη συγκέντρωσης στο πλάσμα, επεκτείνονται κατά 18% και 40% αντίστοιχα.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - MEDOLONE 250MG/VIAL
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Σφραγισμένη συσκευασία: 4 χρόνια. Μετά την ανασύσταση και/ή τη διάλυση
Για τα ανασυσταθέντα διαλύματα, έχει αποδειχθεί η χημική και φυσική σταθερότητά τους κατά τη χρήση για 12 ώρες στους 25°C ή στο ψυγείο (2-8ºC).
Από μικροβιολογική σκοπιά, μόλις ανοιχθεί το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι αποθήκευσης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 12 ώρες στους 2-8 ° C, εκτός εάν η ανασύσταση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες ασηπτικές συνθήκες.
Μετά την αραίωση χρησιμοποιώντας τα υγρά που περιγράφονται στην ενότητα 6.6, έχει αποδειχθεί η κατά τη χρήση χημική και φυσική σταθερότητα για:
| Υγρά έγχυσης | Θερμοκρασία δωματίου(15-25ºC) | Ψυγείο(2-8ºC) |
| Χλωριούχο Νάτριο για ενδοφλέβια έγχυση (0,9% w/v) | 24 ώρες | 24 ώρες |
| Χλωριούχο Νάτριο (0,18% w/v) και Γλυκόζη (4% w/v) Ενδοφλέβια Έγχυση | 12 ώρες | Να μην ψύχετε ή καταψύχετε |
| Χλωριούχο νάτριο (0,45% w/v) και Γλυκόζη (2,5% w/v) Ενδοφλέβια Έγχυση | 24 ώρες | 8 ώρες |
| Σύνθετο διάλυμα γαλακτικού νατρίου για ενδοφλέβιαέγχυση (Διάλυμα Hartmann's) – μετά την ανασύσταση με κεκαθαρμένο ύδωρ | Δεν συνιστάται νααποθηκεύεται στους 25ºC | 12 ώρες |
| Σύνθετο διάλυμα γαλακτικού νατρίου για ενδοφλέβια έγχυση (Διάλυμα Hartmann's) – μετά την ανασύσταση μεΧλωριούχο Νάτριο (0.9% w/v) | Δεν συνιστάται να αποθηκεύεταιστους 25ºC | 8 ώρες |
Από μικροβιολογική σκοπιά, το αραιωμένο διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως οι χρόνοι και οι συνθήκες αποθήκευσης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Το προϊόν δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες θερμοκρασίας φύλαξης. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για προστασία από το φως.
Για τις συνθήκες αποθήκευσης μετά την ανασύσταση και/ή την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Άχρωμο γυάλινο φιαλίδιο τύπου Ι, σφραγισμένο με ελαστικό πώμα από βρωμοβουτύλιο και καπάκι flip-off από αλουμίνιο με κόκκινο πλαστικό καπάκι από πολυπροπυλένιο.
Συσκευασίες του 1 φιαλιδίου, 5 φιαλιδίων και 10 φιαλιδίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Μόνο για μία χρήση.
Προετοιμάστε αμέσως πριν από τη χορήγηση.
Ανασύσταση
Το Medolone I.V. θα πρέπει να ανασυσταθεί χρησιμοποιώντας τους ακόλουθους όγκους, είτε Ενέσιμο ύδωρ ή διάλυμα Χλωριούχου Νατρίου (0.9% w/v) για ενδοφλέβια ένεση για την παροχή διαλύματος που περιέχει 25 mg aciclovir ανά ml:
- Για φιαλίδιο των 250 mg, ο όγκος του υγρού για ανασύσταση είναι 10 ml. Όγκος μετά την ανασύσταση: 10,1-10,2 ml.
Από την υπολογισμένη δόση, προσδιορίστε τον κατάλληλο αριθμό και περιεκτικότητα των φιαλιδίων που θα χρησιμοποιηθούν. Για την ανασύσταση κάθε φιαλιδίου προσθέστε τον συνιστώμενο όγκο υγρού έγχυσης και ανακινήστε απαλά μέχρι να διαλυθεί πλήρως το περιεχόμενο του φιαλιδίου.
Η ανασύσταση του διαλύματος γίνεται με Ενέσιμο Ύδωρ ή διάλυμα Χλωριούχου Νατρίου (0.9% w/v) για ενδοφλέβια ένεση. Το διάλυμα παραμένει σταθερό για περίοδο 12 ωρών σε θερμοκρασία κάτω των 25ºC ή στο ψυγείο (2-8ºC).
Χορήγηση
Η απαιτούμενη δόση ακικλοβίρης πρέπει να χορηγείται με βραδεία ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας μίας ώρας.
Μετά την ανασύσταση το Medolone μπορεί να χορηγηθεί από αντλία έγχυσης ελεγχόμενου ρυθμού.
Εναλλακτικά, το ανασυσταθέν διάλυμα μπορεί να αραιωθεί περαιτέρω για να δώσει συγκέντρωση ακικλοβίρης όχι μεγαλύτερη από 5 mg/ml (0,5% w/v) για χορήγηση με έγχυση.
Προσθέστε τον απαιτούμενο όγκο ανασυσταμένου διαλύματος στο επιλεγμένο διάλυμα έγχυσης, όπως συνιστάται παρακάτω, και ανακινήστε καλά για να εξασφαλίσετε επαρκή ανάμιξη.
-
Για παιδιά και νεογνά, όπου συνιστάται να διατηρείται ο όγκος του υγρού έγχυσης στο ελάχιστο, συνιστάται η αραίωση με βάση 4 ml ανασυσταμένου διαλύματος (100 mg ακικλοβίρης) να προστίθενται σε 20 ml υγρού έγχυσης.
-
Για ενήλικες, συνιστάται η χρήση σάκων έγχυσης που περιέχουν 100 ml υγρού έγχυσης, ακόμη και όταν αυτό θα έδινε συγκέντρωση aciclovir σημαντικά κάτω από 0,5% w/v. Έτσι, ένας σάκος έγχυσης 100 ml μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιαδήποτε δόση μεταξύ 250 mg και 500 mg aciclovir (10 και 20 ml ανασυσταμένου διαλύματος), αλλά ένας δεύτερος σάκος πρέπει να χρησιμοποιείται για δόσεις μεταξύ 500 mg και 1000 mg.
Όταν αραιώνεται σύμφωνα με τα συνιστώμενα σχήματα, το aciclovir είναι γνωστό ότι είναι συμβατό με τα ακόλουθα υγρά έγχυσης και είναι σταθερό για έως και 12 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (15°C έως 25°C):
-
Διάλυμα χλωριούχου νατρίου (0,9% w/v) για ενδοφλέβια έγχυση.
-
Διάλυμα χλωριούχου νατρίου (0,18% w/v) και γλυκόζης (4% w/v) για ενδοφλέβια έγχυση.
-
Διάλυμα χλωριούχου νατρίου (0,45% w/v) και γλυκόζης (2,5% w/v) για ενδοφλέβια έγχυση.
-
Σύνθετο διάλυμα γαλακτικού νατρίου (διάλυμα Hartmann's) για ενδοφλέβια έγχυση.
Το Medolone όταν αραιωθεί σύμφωνα με το παραπάνω σχήμα θα δώσει συγκέντρωση aciclovir όχι μεγαλύτερη από 0,5% w/v.
Επειδή δεν περιλαμβάνεται αντιμικροβιακό συντηρητικό, η ανασύσταση και η αραίωση πρέπει να πραγματοποιούνται σε συνθήκες πλήρους ασηψίας, αμέσως πριν από τη χρήση και να απορριφθεί οποιοδήποτε αχρησιμοποίητο διάλυμα.
Εάν εμφανιστεί ορατή θολότητα ή κρυστάλλωση στο διάλυμα πριν ή κατά τη διάρκεια της έγχυσης, το παρασκεύασμα πρέπει να απορριφθεί.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.