METALYSE PS.INJ.SOL 10000 IU (50MG)/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - METALYSE 10000 IU
Το Metalyse ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες για τη θρομβολυτική θεραπεία πιθανού εμφράγματος του μυοκαρδίου με επίμονη ανάσπαση του ST διαστήματος ή προσφάτου αποκλεισμού του αριστερού σκέλους εντός 6 ωρών μετά την έναρξη των συμπτωμάτων του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΟΕΜ).
Δοσολογία
Το Metalyse θα πρέπει να χρησιμοποιείται από ιατρούς με εμπειρία στη χορήγηση θρομβολυτικής θεραπείας, που διαθέτουν τα κατάλληλα μηχανήματα παρακολούθησης της χορήγησης αυτής.
Η θεραπεία με Metalyse θα πρέπει να αρχίζει όσο γίνεται νωρίτερα μετά την έναρξη των συμπτωμάτων.
Η κατάλληλη περιεκτικότητα του προϊόντος τενεκτεπλάσης πρέπει να επιλέγεται προσεκτικά και σύμφωνα με την ένδειξη. Οι περιεκτικότητες των 40 mg και 50 mg προορίζονται μόνο για χρήση σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Το Metalyse πρέπει να χορηγείται με βάση το σωματικό βάρος μέχρι μια μέγιστη δόση των
10.000 μονάδων (50 mg τενεκτεπλάσης). Ο απαιτούμενος όγκος για χορήγηση της σωστής δόσης μπορεί να υπολογισθεί από το ακόλουθο σχήμα:
| Κατηγορία σωματικού βάρους του ασθενούς (kg) | Τενεκτεπλάση (U) | Τενεκτεπλάση (mg) | Αντίστοιχος όγκος ανασυσταμένου διαλύματος(ml) |
| < 60 | 6.000 | 30 | 6 |
| ≥ 60 έως < 70 | 7.000 | 35 | 7 |
| ≥ 70 έως < 80 | 8.000 | 40 | 8 |
| ≥ 80 έως < 90 | 9.000 | 45 | 9 |
| ≥ 90 | 10.000 | 50 | 10 |
| Για λεπτομέρειες, βλ. παράγραφο 6.6: Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός | |||
Ηλικιωμένοι (≥ 75 ετών)
Το Metalyse θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ηλικιωμένους (≥ 75 ετών) λόγω υψηλότερου κινδύνου αιμορραγίας (βλ. πληροφορίες για την αιμορραγία στην παράγραφο 4.4 και για την μελέτη STREAM στην παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Metalyse σε παιδιά ηλικίας (κάτω των 18 ετών) δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Επικουρική αγωγή
Αντιθρομβωτική επικουρική αγωγή με αναστολείς αιμοπεταλίων και αντιπηκτικά θα πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τις τρέχουσες σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες για την αγωγή ασθενών με έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του διαστήματος ST.
Για επέμβαση στα στεφανιαία αγγεία βλ. παράγραφο 4.4.
Μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη και ενοξαπαρίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ως αντιθρομβωτική επικουρική αγωγή σε κλινικές μελέτες με Metalyse.
Έναρξη αγωγής με ακετυλοσαλικυλικό οξύ θα πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την έναρξη των συμπτωμάτων και η αγωγή να συνεχιστεί εφ’ όρου ζωής εκτός αν αντενδείκνυται.
Τρόπος χορήγησης
Το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια και προορίζεται για άμεση χρήση. Το ανασυσταμένο διάλυμα είναι ένα διαυγές και άχρωμο έως υποκίτρινο διάλυμα.
Η απαιτούμενη δόση πρέπει να χορηγείται ως μία εφάπαξ ενδοφλέβια bolus ένεση σε περίπου 10 δευτερόλεπτα.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή στη γενταμυκίνη (ένα ίχνος υπολείμματος από τη διαδικασία παρασκευής). Εάν η θεραπεία με Metalyse παρόλ’ αυτά θεωρείται απαραίτητη, μέσα για ανάνηψη θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα σε περίπτωση ανάγκης.
Επιπρόσθετα, το Metalyse αντενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις επειδή η θρομβολυτική θεραπεία σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας:
-
Σημαντική διαταραχή της πηκτικότητας του αίματος επί του παρόντος ή κατά τους τελευταίους 6 μήνες.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν αποτελεσματική αντιπηκτική θεραπεία από του στόματος (π.χ. ανταγωνιστές της βιταμίνης K με INR > 1,3) (βλ. παράγραφο 4.4, υποπαράγραφος
«Αιμορραγία»)
-
Ιστορικό βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος (δηλ. νεόπλασμα, ανεύρυσμα, ενδοεγκεφαλική ή νωτιαία χειρουργική επέμβαση)
-
Γνωστή αιμορραγική διάθεση
-
Βαρεία μη ελεγχόμενη υπέρταση (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Μεγάλη χειρουργική επέμβαση, βιοψία παρεγχυματικού οργάνου ή σημαντικό τραύμα εντός των 2 τελευταίων μηνών (αυτό περιλαμβάνει και τραύμα που σχετίζεται με το παρόν ΟΕΜ)
-
Πρόσφατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση
-
Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα
-
Οξεία παγκρεατίτιδα
-
Βαρεία ηπατική δυσλειτουργία, περιλαμβανομένων της ηπατικής ανεπάρκειας, της κίρρωσης, της πυλαίας υπέρτασης (οισοφαγικοί κιρσοί) και της ενεργού ηπατίτιδας
-
Ενεργός ελκώδης γαστρεντερική νόσος
-
Γνωστά αρτηριακά ανευρύσματα και/ή αρτηριακές/φλεβικές δυσπλασίες
-
Σε νεόπλασμα με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας
-
Οποιοδήποτε γνωστό ιστορικό αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου άγνωστης αιτιολογίας
-
Γνωστό ιστορικό ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου τους προηγούμενους 6 μήνες
-
Άνοια
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, η εμπορική ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Επέμβαση στα στεφανιαία αγγεία
Εάν έχει προγραμματιστεί πρωτογενής διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (PCI) σύμφωνα με τις τρέχουσες σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας, δε θα πρέπει να χορηγηθεί τενεκτεπλάση (βλ. παράγραφο 5.1 μελέτη ASSENT-4).
Οι ασθενείς που δε μπορούν να υποβληθούν σε πρωτογενή PCI εντός μίας ώρας όπως συνιστάται από τις κατευθυντήριες οδηγίες και λαμβάνουν τενεκτεπλάση ως κύρια μέθοδο στεφανιαίας επαναγγείωσης θα πρέπει να μεταφέρονται χωρίς καθυστέρηση σε μία μονάδα με δυνατότητα επέμβασης στα στεφανιαία αγγεία για αγγειογραφία και έγκαιρη επικουρική στεφανιαία επέμβαση εντός 6-24 ωρών ή νωρίτερα εάν αυτό ενδείκνυται ιατρικά (βλ. παράγραφο 5.1 μελέτη STREAM).
Αιμορραγία
Η πιο συχνή επιπλοκή που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με τενεκτεπλάση είναι η αιμορραγία. Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιπηκτικής θεραπείας με ηπαρίνη μπορεί να συμβάλλει στην πρόκληση αιμορραγίας. Καθώς το ινώδες λύεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με τενεκτεπλάση, μπορεί να εμφανισθεί αιμορραγία σε σημεία πρόσφατης παρακέντησης. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια θρομβολυτικής θεραπείας όλα τα πιθανά σημεία αιμορραγίας (περιλαμβανομένων των σημείων εισόδου καθετήρων, σημείων αρτηριακών και φλεβικών παρακεντήσεων, περιοχών λύσεως συνέχειας του δέρματος καθώς και σημείων ενέσεων) θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Η χρήση άκαμπτων καθετήρων, οι ενδομυικές ενέσεις και οι μη απαραίτητοι χειρισμοί του ασθενούς θα πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τενεκτεπλάση.
Συχνότερα, έχει παρατηρηθεί αιμορραγία στο σημείο της ένεσης και μερικές φορές αιμορραγία του ουροποιογεννητικού και των ούλων.
Σε περίπτωση που συμβεί σοβαρή αιμορραγία, ιδιαίτερα εγκεφαλική αιμορραγία, η συγχορηγούμενη ηπαρίνη πρέπει να διακοπεί αμέσως. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης πρωταμίνης εάν εντός 4 ωρών πριν την αιμορραγία έχει χορηγηθεί ηπαρίνη. Στους λίγους ασθενείς, που δεν απαντούν σε αυτά τα συντηρητικά μέτρα, μπορεί να ενδείκνυται προσεκτική χρήση προϊόντων μετάγγισης.
Μετάγγιση κρυοϊζήματος, φρέσκου κατεψυγμένου πλάσματος και αιμοπεταλίων πρέπει να εξετάζεται και να ακολουθείται από κλινική και εργαστηριακή επαναξιολόγηση μετά από κάθε χορήγηση. Τα επιθυμητά επίπεδα ινωδογόνου μετά από έγχυση κρυοϊζήματος είναι 1 g/l. Αντιινωδολυτικοί παράγοντες είναι διαθέσιμοι ως τελευταία εναλλακτική θεραπεία. Στις ακόλουθες καταστάσεις, οι κίνδυνοι της θεραπείας με τενεκτεπλάση μπορεί να είναι αυξημένοι και πρέπει να σταθμίζονται έναντι των αναμενόμενων οφελών:
-
Συστολική πίεση αίματος > 160 mm Hg, βλ. παράγραφο 4.3
-
Πρόσφατη αιμορραγία (εντός των 10 τελευταίων ημερών) του γαστρεντερικού ή ουροποιογεννητικού συστήματος
-
Πρόσφατη ενδομυική ένεση ή μικρά πρόσφατα τραύματα, παρακέντηση μεγάλων αγγείων
-
Προχωρημένη ηλικία, δηλαδή ασθενείς 75 ετών και άνω
-
Σωματικό βάρος < 50 kg
-
Ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιπηκτικό: Η χρήση του Metalyse μπορεί να εξεταστεί όταν η δοσολογία ή ο χρόνος από την τελευταία λήψη της αντιπηκτικής θεραπείας καθιστά την υπολειπόμενη αποτελεσματικότητα όχι πιθανή και εάν κατάλληλος(οι) έλεγχος(οι) της αντιπηκτικής δραστικότητας για το(α) αντίστοιχο(α) προϊόν(τα) δεν δείχνει κλινικά σημαντική δραστικότητα στο σύστημα πήξης (π.χ. INR ≤ 1,3 για ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ ή εάν άλλος(οι) σχετικός(οί) έλεγχος(οι) για άλλα από του στόματος αντιπηκτικά είναι εντός του αντιστοίχου ανώτερου φυσιολογικού ορίου).
-
Παρατεταμένη (> 2 λεπτά) ή τραυματική καρδιοπνευμονική ανάνηψη ή καρδιακή μάλαξη. Αρρυθμίες
Η θρομβόλυση στα στεφανιαία αγγεία μπορεί να προκαλέσει αρρυθμίες που σχετίζονται με την επαναιμάτωση. Οι αρρυθμίες επαναιμάτωσης ενδέχεται να οδηγήσουν σε καρδιακή ανακοπή, μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή και μπορεί να απαιτούν τη χορήγηση των συμβατικών αντιαρρυθμικών θεραπειών. Όταν χορηγείται τενεκτεπλάση, συνιστάται να είναι διαθέσιμη αντιαρρυθμική θεραπεία για βραδυκαρδία και/ή κοιλιακές ταχυαρρυθμίες (βηματοδότης, απινιδωτής).
GPIIb/IIIa ανταγωνιστές
Η σύγχρονη χορήγηση GPIIb/IIIa ανταγωνιστών αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Θρομβοεμβολή
Η χρήση του Metalyse μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρομβοεμβολικών συμβάντων σε ασθενείς με υπάρχοντες θρόμβους, π.χ. θρόμβο στην αριστερή καρδιά (στένωση μιτροειδούς ή κολπική
μαρμαρυγή κλπ). Υπερευαισθησία/ Επαναχορήγηση
Δεν έχει παρατηρηθεί παρατεταμένος σχηματισμός αντισωμάτων έναντι του μορίου της τενεκτεπλάσης μετά τη θεραπεία. Παρόλ’ αυτά, δεν υπάρχει συστηματική εμπειρία στην επαναχορήγηση της τενεκτεπλάσης. Χρειάζεται προσοχή όταν η τενεκτεπλάση χορηγείται σε άτομα με γνωστή υπερευαισθησία (άλλη εκτός της αναφυλακτοειδούς αντίδρασης) στη δραστική ουσία, σε οποιαδήποτε από τα έκδοχα, ή στη γενταμυκίνη (ένα ίχνος υπολείμματος από τη διαδικασία παρασκευής). Εάν εμφανιστεί αναφυλακτοειδής αντίδραση, η ένεση θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και να γίνει έναρξη κατάλληλης θεραπείας. Σε κάθε περίπτωση, η τενεκτεπλάση δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται πριν από εκτίμηση των αιμοστατικών παραγόντων όπως ινωδογόνο, πλασμινογόνο και άλφα-2-αντιπλασμίνη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Metalyse δε συνιστάται για χρήση σε παιδιά (κάτω των 18 ετών) εξαιτίας της έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
Το Metalyse περιέχει πολυσορβικό 20
Το φάρμακο αυτό περιέχει 3,2 mg ή 4,0 mg πολυσορβικού 20 σε κάθε φιαλίδιο των 40 mg ή 50 mg, αντίστοιχα. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων με την τενεκτεπλάση και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που χορηγούνται συχνά σε ασθενείς με ΟΕΜ. Εντούτοις, η ανάλυση των στοιχείων από περισσότερους των 12.000 ασθενών που έλαβαν θεραπεία κατά τη διάρκεια των φάσεων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ δεν έδειξε κάποιες κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα, που χρησιμοποιούνται συχνά σε ασθενείς με ΟΕΜ και συγχορηγούνται με την τενεκτεπλάση.
Φάρμακα που επηρεάζουν την πήξη/λειτουργία των αιμοπεταλίων
Ο κίνδυνος αιμορραγίας πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με τενεκτεπλάση μπορεί να αυξηθεί με τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν την πήξη ή αυτών που τροποποιούν τις λειτουργίες των αιμοπεταλίων (π.χ. τικλοπιδίνη, κλοπιδογρέλη, LMWH).
Η σύγχρονη χορήγηση GPIIb/IIIa ανταγωνιστών αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Κύηση
Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Metalyse σε εγκύους.
Τα μη κλινικά δεδομένα με την τενεκτεπλάση έχουν δείξει αιμορραγία με δευτερογενή θνησιμότητα για τις μητέρες των πειραματόζωων εξαιτίας της γνωστής φαρμακολογικής δραστικότητας της δραστικής ουσίας και σε λίγες περιπτώσεις έλαβε χώρα αποβολή και παλινδρόμηση του εμβρύου (επιδράσεις που έχουν παρατηρηθεί μόνο με χορήγηση επαναλαμβανόμενης δόσης). Η τενεκτεπλάση δεν θεωρείται τερατογόνος (βλ. παράγραφο 5.3).
Το όφελος της θεραπείας πρέπει να εκτιμάται έναντι των πιθανών κινδύνων κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η τενεκτεπλάση απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Απαιτείται προσοχή όταν το Metalyse χορηγείται σε θηλάζουσα γυναίκα και πρέπει να αποφασιστεί εάν ο θηλασμός θα πρέπει να διακοπεί τις πρώτες 24 ώρες μετά τη χορήγηση του Metalyse.
Γονιμότητα
Κλινικά δεδομένα καθώς και μη κλινικές μελέτες για τη γονιμότητα δεν είναι διαθέσιμα για την τενεκτεπλάση (Metalyse).
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Η αιμορραγία είναι μία πολύ συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη χρήση της τενεκτεπλάσης. Το είδος της αιμορραγίας είναι επί το πλείστον επιφανειακό στο σημείο της ένεσης. Εκχύμωση παρατηρείται συχνά, αλλά συνήθως δεν απαιτείται καμία ιδιαίτερη αγωγή. Θάνατος και μόνιμη αναπηρία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που εμφάνισαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (περιλαμβανομένης της ενδοκρανιακής αιμορραγίας) και άλλα σοβαρά αιμορραγικά επεισόδια.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατίθενται παρακάτω κατατάσσονται με βάση τη συχνότητα και την κατηγορία/οργανικό σύστημα. Κατηγορίες συχνότητας καθορίζονται με βάση την ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες
(≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ο πίνακας 1 παρουσιάζει τη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Σπάνιες | Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (περιλαμβανομένωνεξανθήματος, κνίδωσης, βρογχόσπασμου, οιδήματος του λάρυγγα) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Όχι συχνές | Ενδοκρανιακή αιμορραγία (όπως εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό αιμάτωμα, αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, αιμορραγική εξέλιξη εγκεφαλικού επεισοδίου, ενδοκρανιακό αιμάτωμα, υπαραχνοειδής αιμορραγία) περιλαμβανομένωντων σχετιζόμενων συμπτωμάτων όπως υπνηλία, αφασία, ημιπάρεση, σπασμοί |
| Διαταραχές του οφθαλμού | |
| Όχι συχνές | Αιμορραγία του οφθαλμού |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Όχι συχνές | Αρρυθμίες επαναιμάτωσης (όπως ασυστολία, επιταχυνόμενη ιδιοκοιλιακή αρρυθμία, αρρυθμία, έκτακτες συστολές, κολπική μαρμαρυγή, κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού έως κολποκοιλιακός αποκλεισμός πλήρης, βραδυκαρδία, ταχυκαρδία, κοιλιακή αρρυθμία, κοιλιακή μαρμαρυγή, κοιλιακή ταχυκαρδία) συμβαίνουν σε κοντινήχρονική σχέση με την αγωγή με τενεκτεπλάση. |
| Σπάνιες | Αιμορραγία του περικαρδίου |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές | Αιμορραγία |
| Σπάνιες | Εμβολή (θρομβωτικός εμβολισμός) |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | |
| Συχνές | Επίσταξη |
| Σπάνιες | Πνευμονική αιμορραγία |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| Συχνές | Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα (όπωςγαστρορραγία, αιμορραγία γαστρικού έλκους, αιμορραγία του ορθού, αιματέμεση, μέλαινα, αιμορραγία του στόματος) |
| Όχι συχνές | Οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία (όπως οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα) |
| Μη γνωστής συχνότητας | Ναυτία, έμετος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Συχνές | Εκχύμωση |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Συχνές | Αιμορραγία της ουροποιογεννητικής οδού (όπως αιματουρία, αιμορραγία των ουροφόρων οδών) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | |
| Συχνές | Αιμορραγία του σημείου της ένεσης, αιμορραγία του σημείου παρακέντησης |
| Διερευνήσεις | |
| Σπάνιες | Αρτηριακή πίεση μειωμένη |
| Μη γνωστής συχνότητας | Θερμοκρασία του σώματος αυξημένη |
| Κακώσεις,δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | |
| Μη γνωστής συχνότητας | Εμβολή από λίπος, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε αντίστοιχες συνέπειες στα σχετιζόμενα όργανα |
Όπως και με άλλους θρομβολυτικούς παράγοντες, τα ακόλουθα συμβάντα έχουν αναφερθεί ως συνέπεια του εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή χορήγησης θρομβολυτικών:
-
πολύ συχνά: υπόταση, διαταραχές της καρδιακής συχνότητας και του καρδιακού ρυθμού, στηθάγχη
-
συχνά: υποτροπή ισχαιμίας, καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιογενής καταπληξία, περικαρδίτιδα, πνευμονικό οίδημα
-
όχι συχνά: καρδιακή ασυστολία, ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας, περικαρδιακή συλλογή, φλεβική θρόμβωση, καρδιακός επιπωματισμός, ρήξη μυοκαρδίου
-
σπάνια: πνευμονική εμβολή
Αυτά τα καρδιαγγειακά συμβάντα μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή και μπορεί να οδηγήσουν στον θάνατο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Συμπτώματα
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας μπορεί να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. Θεραπεία
Σε περίπτωση σοβαρής, παρατεταμένης αιμορραγίας μπορεί να απαιτηθεί θεραπεία υποκατάστασης (πλάσμα, αιμοπετάλια), βλ. επίσης παράγραφο 4.4.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - METALYSE 10000 IU
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, ένζυμα, κωδικός ATC: B01A D11 Μηχανισμός δράσης
H τενεκτεπλάση είναι ανασυνδυασμένος ενεργοποιητής του πλασμινογόνου εκλεκτικός για το ινώδες που προέρχεται από το φυσικό t-PA μέσω τροποποίησης τριών σημείων της πρωτεϊνικής δομής.
Συνδέεται στο ινώδες μέρος του θρόμβου (θρόμβος αίματος) και μετατρέπει επιλεκτικά το πλασμινογόνο που είναι συνδεδεμένο με τον θρόμβο σε πλασμίνη, η οποία προκαλεί αποδόμηση του ινώδους πλέγματος του θρόμβου. Συγκρινόμενη με το φυσικό t-PA, η τενεκτεπλάση έχει υψηλότερη συγγένεια με το ινώδες και μεγαλύτερη αντίσταση στην απενεργοποίησή του από τον ενδογενή αναστολέα (PAI-1).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μετά τη χορήγηση τενεκτεπλάσης, έχει παρατηρηθεί δοσοεξαρτώμενη κατανάλωση της
α2-αντιπλασμίνης (αναστολέας της πλασμίνης στην υγρή φάση), με συνέπεια την αύξηση του επιπέδου παραγωγής συστηματικής πλασμίνης. Αυτό το εύρημα είναι συμβατό της επιθυμητής δράσης ενεργοποίησης του πλασμινογόνου. Σε συγκριτικές μελέτες με ασθενείς που έλαβαν τη μέγιστη δόση τενεκτεπλάσης (10.000 U, που αντιστοιχούν σε 50 mg), έχει παρατηρηθεί λιγότερο από 15% μείωση του ινωδογόνου και λιγότερο από 25% μείωση του πλασμινογόνου, ενώ η αλτεπλάση
προκάλεσε μείωση κατά 50% περίπου των επιπέδων ινωδογόνου και πλασμινογόνου. Δεν βρέθηκε κλινικά σημαντικός σχηματισμός αντισωμάτων στις 30 ημέρες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Δεδομένα που αφορούν στη βατότητα, από αγγειογραφικές μελέτες των φάσεων Ι και ΙΙ, σε ασθενείς που εκδήλωσαν ΟΕΜ υποδεικνύουν ότι η τενεκτεπλάση χορηγούμενη ως εφάπαξ ενδοφλέβια bolus ένεση είναι αποτελεσματική στη διάλυση θρόμβων αίματος της αποφραγμένης αρτηρίας, με δοσοεξαρτώμενο τρόπο.
ASSENT-2
Μία ευρείας κλίμακας μελέτη θνησιμότητας (ASSENT-2), σε περίπου 17.000 ασθενείς έδειξε ότι η τενεκτεπλάση είναι θεραπευτικά ισοδύναμη με την αλτεπλάση στη μείωση της θνησιμότητας (6,2% και για τις δύο θεραπείες, στις 30 ημέρες, άνω όριο του 95% διαστήματος εμπιστοσύνης για την αναλογία σχετικού κινδύνου 1,124) και ότι η χρήση της τενεκτεπλάσης σχετίζεται με σημαντικά μειωμένη εμφάνιση μη ενδοκρανιακών αιμορραγιών (26,4% έναντι 28,9%, p = 0,0003). Αυτό μεταφράζεται σε σημαντική μείωση της ανάγκης μεταγγίσεων (4,3% έναντι 5,5%, p = 0,0002).
Ενδοκρανιακή αιμορραγία εμφανίσθηκε σε ποσοστό 0,93% έναντι 0,94% για την τενεκτεπλάση και την αλτεπλάση, αντίστοιχα.
Η βατότητα των στεφανιαίων και περιορισμένα στοιχεία κλινικής έκβασης δείχνουν ότι ασθενείς με ΟΕΜ έχουν επιτυχώς θεραπευθεί και μετέπειτα από 6 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.
ASSENT-4
Η μελέτη ASSENT-4 PCI σχεδιάστηκε για να δείξει εάν σε 4.000 ασθενείς με εκτεταμένα μυοκαρδιακά εμφράγματα, η προθεραπευτική αγωγή με τενεκτεπλάση πλήρους δόσεως και ταυτόχρονη εφάπαξ χορήγηση έως 4.000 IU μη κλασματοποιημένης ηπαρίνης χορηγούμενη πριν την πρωτογενή PCI, λαμβάνουσα χώρα εντός 60 έως 180 λεπτών, οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα από ό,τι η PCI μεμονωμένα. Η μελέτη περατώθηκε πρόωρα με 1.667 τυχαιοποιημένους ασθενείς εξαιτίας μιας αριθμητικά υψηλότερης θνησιμότητας στην ομάδα που ελάμβανε τενεκτεπλάση επιπρόσθετα της PCI. Η συχνότητα του κύριου τελικού σημείου, συνιστώμενου από θάνατο ή καρδιογενή καταπληξία ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια εντός 90 ημερών, ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα που ελάμβανε την ερευνητική αγωγή της τενεκτεπλάσης ακολουθούμενη από άμεση PCI ρουτίνας: 18,6% (151/810) σε σύγκριση με 13,4% (110/819) στην ομάδα με μόνο PCI, p = 0,0045. Αυτή η σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων για το κύριο τελικό σημείο στις 90 ημέρες ήταν ήδη παρούσα κατά τη νοσηλεία και στις 30 ημέρες.
Αριθμητικά όλες οι συνιστώσες, του κλινικού σύνθετου τελικού σημείου ήταν υπέρ της θεραπείας με PCI μόνο: θάνατος 6,7% έναντι 4,9% p = 0,14, καρδιογενής καταπληξία: 6,3% έναντι 4,8% p = 0,19, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια: 12,0% έναντι 9,2% p = 0,06 αντίστοιχα. Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία νέο έμφραγμα και επανάληψη της επαναγγείωσης των αγγείων στόχων ήταν σημαντικά αυξημένα στην ομάδα στην οποία είχε χορηγηθεί προθεραπευτικά τενεκτεπλάση: νέο έμφραγμα: 6,1% έναντι 3,7% p = 0,0279, επανάληψη της επαναγγείωσης των αγγείων στόχων: 6,6% έναντι 3,4%
p = 0,0041.
Τα παρακάτω ανεπιθύμητα συμβάντα έλαβαν χώρα συχνότερα με τενεκτεπλάση προ της PCI: ενδοκρανιακή αιμορραγία: 1% έναντι 0% p = 0,0037, εγκεφαλικό επεισόδιο: 1,8% έναντι 0%
p < 0,0001, μείζονες αιμορραγίες: 5,6% έναντι 4,4% p = 0,3118, ελάσσονες αιμορραγίες: 25,3%
έναντι 19,0% p = 0,0021, μεταγγίσεις αίματος: 6,2% έναντι 4,2% p = 0,0873, αιφνίδια απόφραξη
αγγείου: 1,9% έναντι 0,1% p = 0,0001.
Μελέτη STREAM
Η μελέτη STREAM σχεδιάστηκε ώστε να εκτιμηθούν η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια μίας φαρμακο-επεμβατικής στρατηγικής έναντι μίας καθιερωμένης στρατηγικής πρωτογενούς PCI σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, με ανάσπαση του διαστήματος ST, εντός 3 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων, χωρίς δυνατότητα να υποβληθούν σε πρωτογενή PCI εντός μίας ώρας από την πρώτη ιατρική επαφή. Η φαρμακο-επεμβατική στρατηγική αποτελούνταν από πρώιμη ινοδωλυτική αγωγή με δόση εφόδου τενεκτεπλάσης και επιπρόσθετη αντιαιμοπεταλιακή και αντιπηκτική θεραπεία ακολουθούμενη από αγγειογραφία εντός 6-24 ωρών ή στεφανιαία επέμβαση διάσωσης.
Ο πληθυσμός της μελέτης αποτελούνταν από 1.892 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν μέσω ενός διαδραστικού συστήματος φωνητικής απόκρισης. Το κύριο τελικό σημείο, το σύνθετο σημείο του θανάτου ή της καρδιογενούς καταπληξίας ή της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ή της επανέμφραξης εντός 30 ημερών, παρατηρήθηκε σε 12,4% (116/939) του φαρμακο-επεμβατικού σκέλους έναντι 14,3% (135/943) του σκέλους της πρωτογενούς PCI (σχετικός κίνδυνος 0,86 (0,68-1,09)).
Οι μεμονωμένες συνιστώσες του κύριου σύνθετου τελικού σημείου για τη φαρμακο-επεμβατική στρατηγική έναντι της πρωτογενούς PCI αντίστοιχα παρατηρήθηκαν με τις ακόλουθες συχνότητες:
| Φάρμακο-επέμβαση (n = 944) | Πρωτογενής PCI (n = 948) | p | |
| Σύνθετο σημείο θανάτου, καταπληξίας, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας,επανέμφραξης | 116/939 (12,4%) | 135/943 (14,3%) | 0,21 |
| Θνησιμότητα οποιασδήποτε αιτιολογίας | 43/939 (4,6%) | 42/946 (4,4%) | 0,88 |
| Καρδιογενής καταπληξία | 41/939 (4,4%) | 56/944 (5,9%) | 0,13 |
| Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια | 57/939 (6,1%) | 72/943 (7,6%) | 0,18 |
| Επανέμφραξη | 23/938 (2,5%) | 21/944 (2,2%) | 0,74 |
| Καρδιακή θνησιμότητα | 31/939 (3,3%) | 32/946 (3,4%) | 0,92 |
Οι παρατηρηθείσες επιπτώσεις των μειζόνων και ελασσόνων αιμορραγιών εκτός των ενδοκρανιακών (μη ICH) αιμορραγιών ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες:
| Φάρμακο-επέμβαση (n = 944) | Πρωτογενής PCI (n = 948) | p | |
| Μείζονες μη ICH αιμορραγίες | 61/939 (6,5%) | 45/944 (4,8%) | 0,11 |
| Ελάσσονες μη ICH αιμορραγίες | 205/939 (21,8%) | 191/944 (20,2%) | 0,40 |
Επίπτωση των συνολικών εγκεφαλικών επεισοδίων και της ενδοκρανιακής αιμορραγίας
| Φάρμακο-επέμβαση (n = 944) | Πρωτογενής PCI (n = 948) | p | |
| Συνολικά εγκεφαλικά επεισόδια (όλοι οι τύποι) | 15/939 (1,6%) | 5/946 (0,5%) | 0,03* |
| Ενδοκρανιακή αιμορραγία Ενδοκρανιακή αιμορραγία μετά από τροποποίηση πρωτοκόλλου ώστε να μειωθεί στο ήμισυ η δόση σε ασθενείς≥ 75 ετών: | 9/939 (0,96%)4/747 (0,5%) | 2/946 (0,21%)2/758 (0,3%) | 0,04**0,45 |
* οι επιπτώσεις και στις δύο ομάδες είναι αυτές που αναμένονταν στους ασθενείς STEMI που έλαβαν αγωγή με ινοδωλυτικά ή με πρωτογενή PCI (όπως παρατηρήθηκε σε προηγούμενες μελέτες).
** η επίπτωση στη φαρμακο-επεμβατική ομάδα είναι όπως αναμένεται για την ινοδώλυση με τενεκτεπλάση (όπως παρατηρήθηκε σε προηγούμενες μελέτες).
Μετά από μείωση δόσης της τενεκτεπλάσης κατά το ήμισυ σε ασθενείς ≥ 75 ετών δεν παρατηρήθηκε
περαιτέρω ενδοκρανιακή αιμορραγία (0 έως 97 ασθενείς) (95% CI: 0,0-3,7) έναντι 8,1% (3 έως
37 ασθενείς) (95% CI: 1,7-21,9) πριν τη μείωση της δόσης. Τα όρια του διαστήματος εμπιστοσύνης των παρατηρούμενων επιπτώσεων πριν και μετά τη μείωση της δόσης επικαλύπτονται.
Σε ασθενείς ≥ 75 ετών οι παρατηρηθείσες επιπτώσεις του κύριου σύνθετου τελικού σημείου αποτελεσματικότητας για τη φαρμακο-επεμβατική στρατηγική και την πρωτογενή PCI ήταν ως εξής: πριν τη μείωση της δόσης 11/37 (29,7%) (95% CI: 15,9-47,0) έναντι 10/32 (31,3%) (95% CI:
16,1-50,0), μετά τη μείωση της δόσης: 25/97 (25,8%) (95% CI: 17,4-35,7) έναντι 25/88 (24,8%) (95% CI: 19,3-39,0). Και στις δύο ομάδες τα όρια του διαστήματος εμπιστοσύνης των παρατηρούμενων επιπτώσεων πριν και μετά τη μείωση της δόσης επικαλύπτονται.
Απορρόφηση και κατανομή
Η τενεκτεπλάση είναι μια ενδοφλέβια χορηγούμενη, ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη που ενεργοποιεί το πλασμινογόνο.
Μετά από ενδοφλέβια εφάπαξ χορήγηση 30 mg τενεκτεπλάσης σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η αρχικώς εκτιμούμενη συγκέντρωση πλάσματος της τενεκτεπλάσης ήταν
6,45 ± 3,60 µg/ml (μέσος ± SD). Η φάση κατανομής αντιπροσωπεύει 31% ± 22% έως 69% ± 15% (μέσος ± SD) της συνολικής AUC μετά από χορήγηση δόσεων που κυμαίνονται από 5 έως 50 mg.
Τα στοιχεία για την ιστική κατανομή συγκεντρώθηκαν από μελέτες με ραδιοσεσημασμένη τενεκτεπλάση σε επίμυες. Το ήπαρ ήταν το κύριο όργανο όπου υπήρξε κατανομή της τενεκτεπλάσης. Δεν είναι γνωστό εάν και σε ποιο βαθμό η τενεκτεπλάση δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος στους ανθρώπους. Ο μέσος χρόνος παραμονής (MRT) στο σώμα είναι περίπου 1 ώρα και ο μέσος
(± SD) όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss) κυμαίνεται από 6,3 ± 2 l έως 15 ± 7 l.
Βιομετασχηματισμός
Η τενεκτεπλάση απομακρύνεται από την κυκλοφορία μέσω σύνδεσης σε ειδικούς υποδοχείς στο ήπαρ, όπου καταβολίζεται σε μικρότερα πεπτίδια. Εντούτοις, η σύνδεση στους ηπατικούς υποδοχείς είναι μειωμένη σε σχέση με το φυσικό t-PA οδηγώντας σε παρατεταμένο χρόνο ημιζωής.
Αποβολή
Μετά από μια εφάπαξ ενδοφλέβια bolus ένεση της τενεκτεπλάσης σε ασθενείς με ΟΕΜ, το αντιγόνο της τενεκτεπλάσης παρουσιάζει μια διφασική αποβολή από το πλάσμα. Η κάθαρση της τενεκτεπλάσης σε επίπεδα θεραπευτικών δόσεων δεν είναι δοσοεξαρτώμενη. Ο αρχικός, επικρατών χρόνος ημιζωής είναι 24 ± 5,5 λεπτά (μέσος ± SD) και είναι 5 φορές μεγαλύτερος από του φυσικού t-PA. Ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι 129 ± 87 λεπτά και η κάθαρση από το πλάσμα είναι
119 ± 49 ml/λεπτό.
Η αύξηση του σωματικού βάρους είχε ως αποτέλεσμα μέτρια αύξηση της κάθαρσης της τενεκτεπλάσης, και η αύξηση της ηλικίας έδειξε μια μικρή μείωση της κάθαρσης. Οι γυναίκες παρουσιάζουν γενικά χαμηλότερη κάθαρση από τους άνδρες, αλλά αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το ότι οι γυναίκες είναι γενικώς ελαφρύτερες από τους άνδρες.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η ανάλυση γραμμικότητας της δόσης με βάση την AUC έδειξε ότι η τενεκτεπλάση εμφανίζει
μη γραμμική φαρμακοκινητική στο εύρος των δόσεων που μελετήθηκαν, δηλαδή από 5 έως 50 mg. Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
Εξαιτίας του ότι η αποβολή της τενεκτεπλάσης γίνεται μέσω του ήπατος, δεν αναμένεται η νεφρική
δυσλειτουργία να επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της. Αυτό υποστηρίζεται επίσης από δεδομένα σε πειραματόζωα. Ωστόσο, η επίδραση της νεφρικής και ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της τενεκτεπλάσης στους ανθρώπους δεν έχει διερευνηθεί εξειδικευμένα. Συνεπώς, δεν υπάρχει οδηγία για προσαρμογή της δόσης της τενεκτεπλάσης σε ασθενείς με ηπατική και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - METALYSE 10000 IU
Κόνις
Αργινίνη
Συμπυκνωμένο φωσφορικό οξύ (E 338) Πολυσορβικό 20 (E 432)
Ίχνος υπολείμματος προερχόμενο από τη διαδικασία παρασκευής: Γενταμυκίνη Διαλύτης
Ενέσιμο ύδωρ
Διάρκεια ζωής όπως είναι συσκευασμένο προς πώληση
3 χρόνια Ανασυσταμένο διάλυμα
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει αποδειχθεί για 24 ώρες στους 2-8 °C και για 8 ώρες στους 30 °C.
Από μικροβιολογικής απόψεως, το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος φύλαξης και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και συνήθως δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2-8 °C.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 °C. Φυλάσσετε τον περιέκτη στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης του ανασυσταμένου φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Metalyse 8.000 μονάδες (40 mg) κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα
Γυάλινο φιαλίδιο τύπου Ι των 20 ml με επικαλυμμένο με σιλικόνη γκρίζο πώμα εισχώρησης από καουτσούκ με αποσπώμενο πώμα γεμισμένο με κόνι για ενέσιμο διάλυμα. Κάθε φιαλίδιο περιέχει 40 mg τενεκτεπλάσης.
Πλαστική προγεμισμένη σύριγγα των 10 ml με 8 ml διαλύτη. Αποστειρωμένος προσαρμογέας φιαλιδίου.
Metalyse 10.000 μονάδες (50 mg) κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα
Γυάλινο φιαλίδιο τύπου Ι των 20 ml με επικαλυμμένο με σιλικόνη γκρίζο πώμα εισχώρησης από καουτσούκ με αποσπώμενο πώμα γεμισμένο με κόνι για ενέσιμο διάλυμα. Κάθε φιαλίδιο περιέχει 50 mg τενεκτεπλάσης.
Πλαστική προγεμισμένη σύριγγα των 10 ml με 10 ml διαλύτη. Αποστειρωμένος προσαρμογέας φιαλιδίου.
και άλλος χειρισμός
Η ανασύσταση του Metalyse πρέπει να γίνεται με την προσθήκη όλου του όγκου του διαλύτη από την προγεμισμένη σύριγγα στο φιαλίδιο που περιέχει την κόνι για ενέσιμο διάλυμα.
-
Βεβαιωθείτε ότι το κατάλληλο μέγεθος φιαλιδίου έχει επιλεχθεί ανάλογα με το σωματικό βάρος του ασθενούς.
Κατηγορία σωματικού βάρους του ασθενούς(kg) Όγκος ανασυσταμένου διαλύματος(ml) Τενεκτεπλάση (U) Τενεκτεπλάση (mg) < 60 6 6.000 30 ≥ 60 έως < 70 7 7.000 35 ≥ 70 έως < 80 8 8.000 40 ≥ 80 έως < 90 9 9.000 45 ≥ 90 10 10.000 50 -
Ελέγξτε πως το πώμα του φιαλιδίου είναι ακέραιο.
-
Αφαιρέστε το αποσπώμενο πώμα από το φιαλίδιο.
-
Ανοίξτε το επάνω μέρος του προσαρμογέα φιαλιδίου. Αφαιρέστε το πώμα από το στόμιο της προγεμισμένης σύριγγας με τον διαλύτη. Ακολούθως βιδώστε αμέσως την προγεμισμένη σύριγγα στον προσαρμογέα φιαλιδίου σφιχτά και τρυπήστε το πώμα εισχώρησης του φιαλιδίου στο κέντρο με τη μύτη του προσαρμογέα φιαλιδίου.
-
Προσθέστε τον διαλύτη στο φιαλίδιο πιέζοντας το έμβολο της σύριγγας αργά προς τα κάτω για αποφυγή σχηματισμού αφρού.
-
Διατηρήστε τη σύριγγα προσαρτημένη στον προσαρμογέα φιαλιδίου και κάνετε την ανασύσταση περιστρέφοντας ήρεμα το φιαλίδιο.
-
Το ανασυσταμένο ενέσιμο διάλυμα είναι ένα άχρωμο έως υποκίτρινο διαυγές διάλυμα. Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο διάλυμα το οποίο είναι διαυγές και χωρίς σωματίδια.
-
Ακριβώς πριν τη χορήγηση του διαλύματος, αντιστρέψτε το φιαλίδιο με τη σύριγγα που είναι ακόμη συνδεδεμένη, ώστε η σύριγγα να βρίσκεται κάτω από το φιαλίδιο.
-
Μεταφέρετε τον κατάλληλο όγκο του ανασυσταμένου διαλύματος Metalyse στη σύριγγα, ανάλογα με το βάρος του ασθενούς.
-
Ξεβιδώστε τη σύριγγα από τον προσαρμογέα φιαλιδίου.
-
Μια προϋπάρχουσα ενδοφλέβια γραμμή, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί μόνο για τη χορήγηση διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0,9%, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση του Metalyse. Δεν πρέπει να γίνεται προσθήκη άλλου φαρμακευτικού προϊόντος στο ενέσιμο διάλυμα.
-
Το Metalyse πρέπει να χορηγείται στον ασθενή ενδοφλέβια σε περίπου 10 δευτερόλεπτα. Δεν πρέπει να χορηγείται σε γραμμή που περιέχει γλυκόζη καθώς το Metalyse είναι ασύμβατο με διάλυμα γλυκόζης.
-
Η γραμμή πρέπει να εκπλυθεί μετά την ένεση του Metalyse για σωστή χορήγηση.
-
Οποιαδήποτε αχρησιμοποίητη ανασυσταμένη ποσότητα πρέπει να απορρίπτεται.
Εναλλακτικά, η ανασύσταση μπορεί να γίνει με μια βελόνα αντί του περιεχόμενου προσαρμογέα του φιαλιδίου.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.