METHADONE/ΙΦΕΤ ORAL.SOL 10MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - METHADONE/ 10MG/ML
Η θεραπεία του εθισμού στα οπιοειδή ως κατασταλτικό του συνδρόμου στέρησης από τα ναρκωτικά.
Για χορήγηση από του στόματος .Αραιώνεται με νερό πριν από τη χορήγηση.
Ενήλικες
Αρχική δόση 10-20 mg/ημέρα, αυξανόμενη κατά 10-20 mg/ημέρα μέ- χρι να μην υπάρχουν σημεία στέρησης ή τοξικότητας.
Η συνήθης δόση είναι 40-60 mg/ημέρα. Η δόση ρυθμίζεται ανάλογα με τον βαθμό εξάρτησης, με σκοπό την σταδιακή μείωση της .
Ηλικιωμένοι
Στην περίπτωση ηλικιωμένων ή πασχόντων, πρέπει να χορηγούνται επανειλημμένες δόσεις με μεγάλη προσοχή.
Παιδιά
Δεν συνιστάται.
Υπερευαισθησία στην υδροχλωρική μεθαδόνη ή στα συστατικά του προϊόντος.
Αναπνευστική καταστολή, αποφρακτική νόσος αεραγωγών, ταυτόχρονη χορήγηση ΜΑΟΙ ή διακοπή θεραπείας με ΜΑΟΙ λιγότερο από 2 εβδομάδες. Δεν συνιστάται η χρήση κατά την διάρκεια οξείας κρίσης άσθματος.
Η χρήση κατά την διάρκεια του τοκετού δεν συνιστάται, η παρατεταμένη διάρκεια της δράσης αυξάνει τον κίνδυνο νεογνικής καταστολής.
Η μεθαδόνη δεν πρέπει να χορηγείται στα παιδιά .
Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις & ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η Μεθαδόνη είναι φάρμακο που προκαλεί εθισμό. Στην περίπτωση ηλικιωμένων ή λοιπών ασθενών μπορούν να χορηγούνται επανειλημμένες δόσεις με μεγάλη προσοχή.
Περιπτώσεις παράτασης του διαστήματος QT και καρδιακής αρρυθμίας τύπου torsade de pointes έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθαδόνη, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (>100 mg/ημέρα). Η μεθαδόνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν παράταση του διαστήματος QT, π.χ. στις περιπτώσεις:
-
ιστορικό διαταραχών καρδιακής αγωγιμότητας,
-
βαριά καρδιακή νόσος ή ισχαιμική καρδιοπάθεια,
-
ηπατική νόσος,
-
οικογενειακό ιστορικό αιφνίδιου θανάτου,
-
ηλεκτρολυτικές διαταραχές π.χ υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία,
-
ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μπορεί να παρατείνουν το QT διάστημα,
-
ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές,
-
ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 CYP 3A4 (βλ.
λήμμα 4.5 <<αλληλεπιδράσεις>>).
Σε ασθενείς που έχουν αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT διαστήματος, ή σε περίπτωση ταυτόχρονης θεραπείας με φάρμακα που μπορούν να παρατείνουν το QT διάστημα, συνιστάται ηλεκτροκαρδιογραφική (ECG) παρακολούθηση πριν από τη χορήγηση μεθαδόνης με επανάληψη του ηλεκτροκαρδιογραφήματος κατά τη σταθεροποίηση της δόσης. Ηλεκτροκαρδιογραφική (ECG) παρακολούθηση συνιστάται σε ασθενείς, που δεν έχουν αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT διαστήματος, πριν από την τιτλοποίηση της δόσης πάνω από 100 mg/ημέρα και επτά ημέρες μετά την τιτλοποίηση.
Κίνδυνος από ταυτόχρονη χρήση ηρεμιστικών φαρμάκων όπως βενζοδιαζεπίνες ή σχετικά φάρμακα: Η ταυτόχρονη χρήση μεθαδόνης και ηρεμιστικών φαρμάκων όπως βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Λόγω αυτών των κινδύνων, η ταυτόχρονη συνταγογράφηση με αυτά τα ηρεμιστικά φάρμακα θα πρέπει να προορίζεται για ασθενείς για τους οποίους δεν είναι δυνατές εναλλακτικές επιλογές θεραπείας. Εάν ληφθεί απόφαση για συνταγογράφηση μεθαδόνης ταυτόχρονα με ηρεμιστικά φάρμακα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και νάρκωσης. Από αυτήν την άποψη, συνιστάται ιδιαίτερα να ενημερώνετε τους ασθενείς και τους φροντιστές τους ώστε να γνωρίζουν αυτά τα συμπτώματα (βλ. Παράγραφο 4.5).
Εθισμός/Ανοχή/Εξάρτηση
Διαταραχή χρήσης οπιοειδών (κατάχρηση και εξάρτηση)
Η μεθαδόνη είναι ένα οπιοειδές ναρκωτικό αναλγητικό και είναι ιδιαίτερα εθιστικό από μόνο του. Έχει μεγάλη διάρκεια ημίσειας ζωής και μπορεί επομένως να συσσωρευτεί. Μια εφάπαξ δόση που θα προσφέρει ανακούφιση από τα συμπτώματα μπορεί, εφόσον επαναλαμβάνεται σε καθημερινή βάση, να οδηγήσει
σε συσσώρευση και πιθανό θάνατο.
Ανοχή και εξάρτηση ενδέχεται να αναπτυχθούν όπως συμβαίνει με τη μορφίνη.
Όπως συμβαίνει με άλλα οπιοειδή, ενδέχεται να αναπτυχθεί ανοχή, σωματική ή/και ψυ- χολογική εξάρτηση μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μεθαδόνης.
Η κατάχρηση ή η σκόπιμη εσφαλμένη χρήση του METHADONE/ΙΦΕΤ μπορεί να οδηγήσει σε υπερδοσολογία ή/και θάνατο.
Ο κίνδυνος εμφάνισης διαταραχής χρήσης οπιοειδών είναι αυξημένος σε ασθενείς με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό (γονείς ή αδέρφια) διαταραχών χρήσης ουσιών (συμπεριλαμβανομένης της διαταραχής χρήσης αλκοόλ), σε τρέχοντες καπνιστές ή σε ασθενείς με ατομικό ιστορικό άλλων ψυχικών διαταραχών (π.χ. μείζων κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές και διαταραχές της προσωπικότητας).
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις συμπεριφοράς αναζήτησης ναρκωτικών (π.χ. υπερβολικά πρόωρα αιτήματα συνταγογράφησης). Αυτό περιλαμβάνει τον έλεγχο για ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών και ψυχοδραστικών φαρμάκων (όπως βενζοδιαζεπίνες). Για ασθενείς με σημεία και συμπτώματα διαταραχής χρήσης οπιοειδών θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση συμβουλευτικής με ειδικό σε θέματα εξαρτήσεων.
Σχετιζόμενες με τον ύπνο αναπνευστικές διαταραχές
Τα οπιοειδή μπορούν να προκαλέσουν σχετιζόμενες με τον ύπνο αναπνευστικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων της κεντρικής υπνικής άπνοιας (ΚΥΑ) και της σχετιζόμενης με τον ύπνο υποξαιμίας. Η χρήση οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης ΚΥΑ με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε ασθενείς που παρουσιάζονται με ΚΥΑ, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δοσολογίας οπιοειδών.
Επινεφριδική ανεπάρκεια
Τα οπιοειδή αναλγητικά ενδέχεται να προκαλούν αναστρέψιμη επινεφριδική ανεπάρκεια που απαιτεί παρακολούθηση και θεραπεία υποκατάστασης με γλυκοκορτικοειδή. Τα συμπτώματα της επινεφριδικής ανεπάρκειας μπορεί να περιλαμβάνουν ναυτία, εμετό, απώλεια όρεξης, κόπωση, αδυναμία, ζάλη, ή χαμηλή πίεση αίματος.
Μειωμένα επίπεδα γεννητικών ορμονών και αυξημένα επίπεδα προλακτίνης
Η μακροχρόνια χρήση οπιοειδών αναλγητικών ενδέχεται να σχετίζεται με μειωμένα επίπεδα γεννητικών ορμονών και αυξημένα επίπεδα προλακτίνης. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μειωμένη λίμπιντο, ανικανότητα ή αμηνόρροια.
Υπογλυκαιμία
Υπογλυκαιμία έχει παρατηρηθεί στο πλαίσιο υπερδοσολογίας ή κλιμάκωσης της δοσολογίας της μεθαδόνης. Ο τακτικός έλεγχος των επιπέδων σακχάρου στο αίμα συνιστάται κατά την κλιμάκωση της δοσολογίας (βλέπε παράγραφο 4.8 και παράγραφο 4.9)
εκδόχων:
Αυτό το προϊόν περιέχει:
Προπυλενογλυκόλη:
Αυτό το φάρμακο περιέχει Προπυλενογλυκόλη 0.05ml/5 ml.
Εάν είστε έγκυος ή θηλάζετε, μην πάρετε αυτό το φάρμακο εκτός εάν συστήνετε από τον γιατρός σας. Ο γιατρός σας μπορεί να διεξάγει περαιτέρω ελέγχους ενώ παίρνετε το φάρμακο. Ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι η προπυλενογλυκόλη προκαλεί τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα ή στην ανάπτυξη, σε ζώα ή ανθρώπους, μπορεί να περάσει στο έμβρυο και έχει βρεθεί στο γάλα. Συνεπώς η χορήγηση προπυλενογλυκόλης σε έγκυες ή σε ασθενείς που θηλάζουν, πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση.
Εάν πάσχετε από ηπατική ή νεφρική νόσο, μην πάρετε αυτό το φάρμακο, εκτός εάν σας το συστήσει ο γιατρός σας. Ο γιατρός σας μπορεί να διενεργήσει περαιτέρω ελέγχους ενώ παίρνετε αυτό το φάρμακο. Ιατρική παρακολούθηση απαιτείται στους ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία διότι διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες, που αποδίδονται στην προπυλενογλυκόλη έχουν αναφερθεί, όπως η νεφρική δυσλειτουργία (οξεία σωληναριακή νέκρωση), οξεία νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική δυσλειτουργία.
Η προπυλενογλυκόλη σε αυτό το φάρμακο μπορεί να έχει τις ίδιες επιδράσεις όπως η κατανάλωση αλκοόλ και να αυξήσει την πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.
Ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως υπεροσμωτικότητα, λακτική οξέωση; νεφρική δυσλειτουργία (οξεία σωληνάριά νέκρωση), οξεία νεφρική ανεπάρκεια; καρδιοτοξικότητα (αρρυθμία, υπόταση); Διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος (κατάθλιψη, κώμα, επιληπτικές κρίσεις), αναπνευστική καταστολή, δύσπνοια; Ηπατική δυσλειτουργία; αιμολυτική αντίδραση (ενδοαγγειακή αιμόλυση) και αιμοσφαιρινουρία; Ή πολυσυστημική δυσλειτουργία οργάνων, έχουν αναφερθεί με υψηλές δόσεις ή με παρατεταμένη χρήση προπυλενογλυκόλης. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως αναστρέφονται μετά την απομάκρυνση της προπυλενογλυκόλης και σε περισσότερο σοβαρές περιπτώσεις μετά την αιμοδιύλυση. Η ιατρική παρακολούθηση είναι απαραίτητη.
Βενζοϊκό Νάτριο:
Αυτό το φάρμακο περιέχει Βενζοϊκό Νάτριο 6mg/5 ml.
Το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αναπνευστική καταστολή και υπόταση. Η σιμετιδίνη και η φαινυτοϊνη ενισχύουν τη δράση των οπιοειδών λόγω της εκτόπισης της μεθαδόνης από τις θέσεις δέσμευσής της από τις πρωτεϊνες του ορού. Η ριφαμπικίνη και άλλες ριφαμυκίνες ελαττώνουν τη δράση των οπιοειδών, λόγω του ότι επάγουν τον μεταβολισμό τους. Με Αναστολείς της Μονοαμινοξειδάσης
πιθανότητα για διέγερση ή καταστολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (Κ.Ν.Σ.). Τα φάρμακα, που χορηγούνται για οξινοποίηση ούρων, αυξάνουν το ρυθμό απέκκρισης του φαρμάκου ελαττώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις του στο πλάσμα.
Τα κατασταλτικά του Κ.Ν.Σ., τα μείζονα και ελάσσονα ηρεμιστικά, τα καταπραϋντικά και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένη καταστολή του Κ.Ν.Σ. , αναπνευστική καταστολή και υπόταση.
Τα αναλγητικά, που είναι αγωνιστές οπιοειδών οδηγούν σε επιπρόσθετη καταστολή του Κ.Ν.Σ. , αναπνευστική καταστολή και υπόταση.
Η ναλοξόνη ανταγωνίζεται το αναλγητικό αποτέλεσμα της μεθαδόνης καθώς και την καταστολή του Κ.Ν.Σ. και την αναπνευστική καταστολή που προκαλεί η μεθαδόνη. Χορήγηση ναλτρεξόνης σε ασθενή εθισμένο στη μεθαδόνη μπορεί γρήγορα να επιφέρει συμπτώματα στέρησης. Η χορήγηση βουπρενορφίνης ή Πενταζοκίνης σε ασθενή εθισμένο στη μεθαδόνη μπορεί γρήγορα να επιφέρει συμπτώματα στέρησης. Βασισμένη στο γνωστό μεταβολισμό της υδροχλωρικής μεθαδόνης, η νεβιραπίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της μεθαδόνης στο πλάσμα αυξάνοντας τον μεταβολισμό της από το ήπαρ. Σύνδρομο στέρησης ναρκωτικών έχει αναφερθεί σε ασθενείς που θεραπεύονται από νεβιραπίνη και μεθαδόνη ταυτόχρονα .Οι ασθενείς που βρίσκονται σε συντήρηση με μεθαδόνη ,όταν ξεκινούν θεραπεία με νεβιραπίνη, πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις συνδρόμου στέρησης και η δόση της μεθαδόνης πρέπει να προσαρμοσθεί αναλόγως.
Η σιπροφλοξασίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της μεθαδόνης αναστέλλοντας τον μεταβολισμό της.
Αναστολείς του κυτοχρώματος P450344: η κάθαρση της μεθαδόνης μειώνεται όταν συγχορηγούνται με φάρμακα , τα οποία αναστέλλουν τη δράση του κυτοχρώματος CΥP3A4 & CYP2D6, όπως κάποιοι αντι-HIV παράγοντες ,αντιβιοτικά της ομάδας των μακρολιδών, σιμετιδίνη και αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών (γιατί ο μεταβολισμός της μεθαδόνης γίνεται με την μεσολάβηση του ισοενζύμου CΥP3A4 & CYP2D6).
Σε ασθενείς, που λαμβάνουν φάρμακα που επηρεάζουν την καρδιακή αγωγιμότητα ή φάρμακα που επηρεάζουν την ηλεκτρολυτική ισορροπία, υπάρχει ο κίνδυνος καρδιακών συμβαμάτων, με την ταυτόχρονη χορήγηση της μεθαδόνης.
Αλληλεπιδράσεις με ηρεμιστικά φάρμακα όπως βενζοδιαζεπίνες ή συναφή φάρμακα: Η ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών με ηρεμιστικά φάρμακα όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή τα σχετικά φάρμακα αυξάνει τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου λόγω της πρόσθετης κατασταλτικής δράσης του ΚΝΣ. Η δόση και η διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να είναι περιορισμένα (βλ. Παράγραφο 4.4).
Αλληλεπιδράσεις με σεροτονινεργικά φάρμακα: Σεροτονινεργικό σύνδρομο μπορεί να εμφανιστεί με την ταυτόχρονη χορήγηση μεθαδόνης με πεθιδίνη, με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) και με παράγοντες σεροτονίνης, όπως είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης / νορεπινεφρίνης (SNRI) και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs). Τα συμπτώματα του συνδρόμου σεροτονίνης ενδέχεται να περιλαμβάνουν μεταβολές της νοητικής κατάστασης, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, νευρομυϊκές ανωμαλίες, ή/και γαστρεντερικά συμπτώματα.
Η ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών και γκαμπαπεντινοειδών
(γκαμπαπεντίνη και πρεγκαμπαλίνη) αυξάνει τον κίνδυνο υπερδοσολογίας οπιοειδών, αναπνευστικής καταστολής και θανάτου.
Κανναβιδιόλη
Η ταυτόχρονη χορήγηση κανναβιδιόλης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις μεθαδόνης στο πλάσμα.
Δεν υπάρχει ένδειξη ασφάλειας στην ανθρώπινη κύηση, αλλά το φάρμακο έχει ευρέως χρησιμοποιηθεί για πολλά χρόνια χωρίς φανερή επίπτωση και μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει κανένα κίνδυνο. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του τοκετού
Η μεθαδόνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλά επίπεδα. Η απόφαση να ενδείκνυται ο θηλασμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κλινικές εξειδικευμένες συμβουλές και θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσον η γυναίκα λαμβάνει σταθερή δόση συντήρησης μεθαδόνης και κατά πόσον συνεχίζει οποιουδήποτε είδους χρήση παράνομων ουσιών. Εάν ο θηλασμός κριθεί σκόπιμος, η δόση της μεθαδόνης θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερη. Οι συνταγογράφοι θα πρέπει να συμβουλεύουν τις θηλάζουσες γυναίκες να παρακολουθούν το παιδί για καταστολή και αναπνευστικά προβλήματα και να αναζητήσουν άμεσα ιατρική βοήθεια εάν κάτι τέτοιο συμβεί. Μολονότι το ποσοστό μεθαδόνης που απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα δεν επαρκεί για την πλήρη καταστολή των συμπτωμάτων απόσυρσης στα θηλάζοντα βρέφη, μπορεί να μετριάσει τη σοβαρότητα του νεογνικού συνδρόμου αποχής. Εάν είναι απαραίτητο να διακοπεί ο θηλασμός, αυτό θα πρέπει να γίνει σταδιακά, εφόσον ο απότομος απογαλακτισμός ενδέχεται να αυξήσει τα συμπτώματα απόσυρσης στο βρέφος.
Η ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να επηρεασθεί σοβαρά κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με μεθαδόνη. Ο χρόνος, μετά τον οποίο τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να ξαναρχίσουν με ασφάλεια, εξαρτάται κατά πολύ από τον ασθενή και πρέπει να αποφασισθεί από τον γιατρό.
Η μεθαδόνη έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την ενδοκρανιακή πίεση, ειδικά όταν αυτή είναι ήδη αυξημένη, δυνατόν να προκαλέσει ανέπαρκεια των επινεφριδίων και χοριακές κινήσεις μετά από παρατεταμένη χορήγηση.
Περιπτώσεις επιμήκυνσης του διαστήματος QT και καρδιακής αρρυθμίας τύπου torsade de pointes έχουν σπάνια αναφερθεί. Μεταβολισμός και διατροφικές διαταραχές SOC : Υπογλυκαιμία (συχνότητα μη γνωστή).
«Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου»:
Σύνδρομο κεντρικής υπνικής άπνοιας (συχνότητα «μη γνωστή»).
«Ψυχιατρικές διαταραχές»:
Εξάρτηση (συχνότητα «μη γνωστή»)
Συμπτώματα
Υπογλυκαιμία έχει αναφερθεί. Σοβαρή υπερδοσολογία χαρακτηρίζεται από αναπνευστική καταστολή, υπερβολική υπνηλία που προχωρά σε λήθαργο ή κώμα, μεγάλη μύση των κορών, ατονία των σκελετικών μυών, ψυχρό και ιδρωμένο δέρμα και μερικές φορές βραδυκαρδία και υπόταση. Σε βαριά υπερδοσολογία, ιδίως δια της ενδοφλέβιας οδού, μπορεί να επέλθουν άπνοια, κυκλοφορική καταπληξία, καρδιακή ανακοπή και θάνατος.
Αντιμετώπιση
Βατός αεραγωγός και υποβοηθούμενος ή ελεγχόμενος αερισμός πρέπει να εξασφαλισθεί. Μπορεί να απαιτηθεί η χορήγηση ανταγωνιστών των ναρκωτικών, αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι, η μεθαδόνη είναι ένα κατασταλτικό μακράς διάρκειας δράσης (36-48 ώρες), ενώ οι ανταγωνιστές έχουν διάρκεια δράσης 1-3 ωρών, έτσι ώστε η θεραπεία με αυτούς πρέπει να επαναλαμβάνεται σύμφωνα με τις ανάγκες.
Ανταγωνιστής εντούτοις θα πρέπει να χορηγείται απουσία κλινικώς σημαντικής αναπνευστικής ή καρδιαγγειακής καταστολής.
Η ναλορφίνη (0.1mg/kg) ή η λεβαλορφάνη (0.02 mg/κιλό) πρέπει να χορηγούνται ενδοφλεβίως όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να επαναλαμβάνονται, εάν είναι απαραίτητο, κάθε 15 λεπτά. Οξυγόνο, υγρά ενδοφλεβίως, αγγειοσυσπαστικά και άλλα υποστηρικτικά μέτρα πρέπει να χορηγούνται σύμφωνα με τις ανάγκες. Σε άτομα εξαρτημένα από ναρκωτικά, χορήγηση της συνήθους δόσης ενός ανταγωνιστή ναρκωτικών θα οδηγήσει σε οξύ σύνδρομο στέρησης. Η χρήση ανταγωνιστών σε τέτοια άτομα πρέπει να αποφεύγεται κατά το δυνατό, αλλά εάν πρέπει να χορηγηθούν για τη θεραπεία σοβαρής αναπνευστικής καταστολής, πρέπει να χορηγηθούν με μεγάλη προσοχή.
Τοξική λευκοεγκεφαλοπάθεια έχει παρατηρηθεί με υπερδοσολογία μεθαδόνης.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - METHADONE/ 10MG/ML
Η μεθαδόνη είναι ένα ναρκωτικό αναλγητικό και έχει δράση κεντρικώς δρώντος διεγέρτη. Έχει λιγότερη κατασταλτική δράση από τη μορφίνη. Καταστέλλει το κέντρο του βήχα και το αναπνευστικό κέντρο.
Η μεθαδόνη απορροφάται γρήγορα μετά τη χορήγησή της από το στόμα. Έχει χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα 15-25 ώρες. Κατανέμεται ευρέως σε όλους τους ιστούς, αλλά ευρίσκεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ, νεφρά και πνεύμονες. Περίπου 70% της συνολικής δόσης απεκκρίνεται μη συζευγμένη. Οι μικρές δόσεις αποβάλλονται κυρίως με τα κόπρανα, ενώ οι μεγαλύτερες με τα ούρα. Η απέκκριση αυξάνεται, όταν τα ούρα είναι όξινα.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - METHADONE/ 10MG/ML
24 μήνες. Μετά το πρώτο άνοιγμα του περιέκτη 12 μήνες στο ψυγείο (4-6 0C) ή κάτω από 25 0C.
Ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη του προϊόντος Φυλάσσεται σε θερμοκρασία κάτω από 25οC. Προφυλάσσεται από το φως