METHYLTHIONINIUM CHLORIDE PROVEBLUE INJ.SOL 5MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - METHYLTHIONINIUM 5MG/ML
Οξεία συμπτωματική θεραπεία της μεθαιμοσφαιριναιμίας που προκαλείται από φαρμακευτικά και χημικά προϊόντα.
Το Methylthioninium chloride Proveblue ενδείκνυται για ενήλικες, παιδιά και εφήβους (ηλικίας 0 έως
17 ετών).
Το Methylthioninium chloride Proveblue πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία του τομέα υγειονομικής περίθαλψης.
Δοσολογία
Ενήλικες
Η συνήθης δόση είναι 1 έως 2 mg ανά κιλό σωματικού βάρους, δηλαδή 0,2-0,4 ml ανά κιλό σωματικού βάρους, χορηγούμενη σε χρονικό διάστημα 5 λεπτών.
Η επαναλαμβανόμενη δόση (1 έως 2 mg/kg σωματικού βάρους, δηλαδή 0,2-0,4 ml/kg σωματικού βάρους) μπορεί να χορηγηθεί μία ώρα μετά την πρώτη δόση σε περιπτώσεις επίμονων ή
υποτροπιαζόντων συμπτωμάτων, ή εάν τα επίπεδα μεθαιμοσφαιρίνης παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από το φυσιολογικό εύρος των κλινικών τιμών.
Η θεραπεία δεν υπερβαίνει συνήθως τη μία ημέρα.Η μέγιστη συνιστώμενη αθροιστική δόση της θεραπείας είναι 7 mg/kg και δεν πρέπει να υπερβαίνεται, καθώς η χορήγηση Methylthioninium
chloride Proveblue σε δόση μεγαλύτερη από τη μέγιστη μπορεί να προκαλέσει μεθαιμοσφαιριναιμία σε ευάλωτους ασθενείς.
Σε περίπτωση μεθαιμοσφαιριναιμίας προκαλούμενης από ανιλίνη ή δαψόνη, η μέγιστη συνιστώμενη αθροιστική δόση για τη θεραπεία είναι 4 mg/kg (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα διαθέσιμα δεδομένα για τη στήριξη της χορήγησης δόσης με συνεχή έγχυση είναι πολύ περιορισμένα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε βρέφη άνω των 3 μηνών, παιδιά και εφήβους και σε ενήλικες, η συνιστώμενη δοσολογία σε
ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 30-59 ml/min/1,73 m2) είναι 1-2 mg/kg σωματικού βάρους. Εάν χορηγηθεί δόση 1 mg/kg, μπορεί να χορηγηθεί επαναλαμβανόμενη δόση 1 mg/kg μία ώρα μετά την πρώτη δόση σε περιπτώσεις επίμονων συμπτωμάτων ή συμπτωμάτων που
υποτροπιάζουν ή εάν τα επίπεδα της μεθαιμοσφαιρίνης παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από το φυσιολογικό κλινικό εύρος. Η μέγιστη συνιστώμενη αθροιστική δόση κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι 2 mg/kg (βλ. παράγραφο 5.2).
Σε βρέφη άνω των 3 μηνών, παιδιά και εφήβους και σε ενήλικες, η συνιστώμενη δοσολογία σε
ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 15-29 ml/min/1,73 m2) είναι μία εφάπαξ δόση του
1 mg/kg σωματικού βάρους. Η μέγιστη συνιστώμενη αθροιστική δόση κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι 1 mg/kg.
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε βρέφη ηλικίας 3 μηνών ή νεαρότερα και σε νεογέννητα βρέφη με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 15-59 ml/min/1,73 m2), καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα και το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο
απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Μπορεί να ληφθούν υπόψη χαμηλότερες μέγιστες αθροιστικές δόσεις (<0,5 mg/kg σωματικού βάρους).
Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 60-89 ml/min/1,73 m2).
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του χλωριούχου μεθυλοθειονινίου σε ασθενείς με
νεφροπάθεια τελικού σταδίου με και χωρίς αιμοκάθαρση δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για προσαρμογή της δόσης με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα της μελέτης. Δείτε ενότητα 5,2.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Βρέφη ηλικίας άνω των 3 μηνών, παιδιά και έφηβοι:
Ίδια δοσολογία με τους ενήλικες.
Βρέφη ηλικίας 3 μηνών ή μικρότερα και νεογνά:
Η συνιστώμενη δόση είναι 0,3-0,5 mg/kg σωματικού βάρους, δηλαδή 0,06 έως 0,1 ml/kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη σε χρονικό διάστημα 5 λεπτών.
Η επαναλαμβανόμενη δόση (0,3 έως 0,5 mg/kg σωματικού βάρους, δηλαδή 0,06-0,1 ml/kg σωματικού βάρους) μπορεί να χορηγηθεί μία ώρα μετά την πρώτη δόση σε περιπτώσεις επίμονων ή
υποτροπιαζόντων συμπτωμάτων, ή εάν τα επίπεδα μεθαιμοσφαιρίνης παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από το φυσιολογικό εύρος των κλινικών τιμών (για σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια, βλ. παράγραφο 4.4).
Η θεραπεία δεν υπερβαίνει συνήθως τη μία ημέρα. Τρόπος χορήγησηςΓια ενδοφλέβια χρήση.
Το Methylthioninium chloride Proveblue είναι υποτονικό και μπορεί να αραιωθεί σε ενέσιμο διάλυμα 50 ml γλυκόζης 50 mg/ml (5%) για την αποφυγή του τοπικού πόνου, ιδίως στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Η ένεση πρέπει να χορηγείται με πολύ αργό ρυθμό για χρονικό διάστημα 5 λεπτών. Δεν πρέπει να χορηγείται με υποδόρια ή ενδορραχιαία ένεση.
Για οδηγίες σχετικά με τον χειρισμό και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποια από τις θειαζινικές χρωστικές.
-
Ασθενείς με ανεπάρκεια αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης (G6ΡD) λόγω του κινδύνου αιμολυτικής αναιμίας.
-
Ασθενείς με μεθαιμοσφαιριναιμία προκαλούμενη από νιτρώδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας της δηλητηρίασης με κυανιούχα
-
Ασθενείς με μεθαιμοσφαιριναιμία λόγω δηλητηρίασης από χλωρική ένωση.
-
Ανεπάρκεια ρεδουκτάσης NADPH (φωσφορικό νικοτιναμιδο-αδενινοδινουκλεοτίδιο)
Γενικά
Το Methylthioninium chloride Proveblue πρέπει να χορηγείται αργά, με ένεση διάρκειας 5 λεπτών, προκειμένου να αποφεύγεται η παραγωγή πρόσθετης μεθαιμοσφαιρίνης λόγω των τοπικά υψηλών συγκεντρώσεων των συστατικών του φαρμάκου.
Το Methylthioninium chloride Proveblue προσδίδει ένα μπλε-πράσινο χρώμα στα ούρα και στα κόπρανα και ένα μπλε χρώμα στο δέρμα, γεγονός που μπορεί να εμποδίσει τη διάγνωση της κυάνωσης.
Σε ασθενείς με μεθαιμοσφαιριναιμία προκαλούμενη από ανιλίνη ενδέχεται να απαιτούνται
επαναλαμβανόμενες δόσεις χλωριούχου μεθυλοθειονινίου. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο, καθώς αυτό μπορεί να επιδεινώσει τον σχηματισμό σωματιδίων του Heinz και την αιμολυτική αναιμία. Συνεπώς, πρέπει να εξετάζεται η
χορήγηση χαμηλότερων δόσεων, ενώ η συνολική αθροιστική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα
4 mg/kg.
Το Methylthioninium chloride Proveblue μπορεί να επιδεινώσει την προκαλούμενη από δαψόνη αιμολυτική αναιμία, λόγω του σχηματισμού ενεργών μεταβολιτών υδροξυλαμίνης της δαψόνης που
οξειδώνουν την αιμοσφαιρίνη. Για τους ασθενείς με μεθαιμοσφαιριναιμία προκαλούμενη από δαψόνη συνιστάται να μην υπερβαίνεται η αθροιστική δόση των 4 mg/kg σε κάθε θεραπεία.
Σε περιπτώσεις υπόνοιας μεθαιμοσφαιριναιμίας, συνιστάται έλεγχος κορεσμού οξυγόνου με οξυγονομετρία, όταν αυτό είναι εφικτό, καθώς η σφυγμική οξυγονομετρία ενδέχεται να παρέχει εσφαλμένη εκτίμηση του κορεσμού οξυγόνου κατά τη διάρκεια της χορήγησης χλωριούχου μεθυλοθειονινίου.
Οι αναισθησιολόγοι πρέπει να είναι προσεκτικοί σε ό,τι αφορά τη μεθαιμοσφαιριναιμία σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με δαψόνη, καθώς και την παρεμβολή διφασματικού δείκτη (BIS, Bispectral Index) στη χορήγηση Methylthioninium chloride Proveblue.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Methylthioninium chloride Proveblue, καθώς και μετά την ολοκλήρωση αυτής, οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και
μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, καθώς η υπόταση και η καρδιακή αρρυθμία είναι δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.8).
Η αδυναμία απόκρισης στο χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο υποδεικνύει ανεπάρκεια ρεδουκτάσης κυτοχρώματος β5, ανεπάρκεια αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης ή θειοαιμοσφαιριναιμία. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών.
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρό ή θανατηφόρο σεροτονεργικό σύνδρομο, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με σεροτονεργικά φάρμακα. Αποφεύγετε την
ταυτόχρονη χρήση χλωριούχου μεθυλοθειονινίου με εκλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), σεροτονίνη και αναστολείς της επαναπρόληψης νορεπινεφρίνης (SNRI), αναστολείς της μονοαμινικής οξειδάσης και οπιοειδή (βλ. παράγραφο 4.5).
Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο σε συνδυασμό με σεροτονεργικά φάρμακα θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση συνδρόμου σεροτονίνης. Εάν παρουσιαστούν συμπτώματα συνδρόμου σεροτονίνης, διακόψτε τη χρήση του χλωριούχου
μεθυλοθειονινίου και εκκινήστε υποστηρικτική θεραπεία. Ασθενείς με υπεργλυκαιμία ή σακχαρώδη διαβήτη
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο αραιωμένο σε ενέσιμο διάλυμα γλυκόζης 50 mg/ml (5%) πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με υπεργλυκαιμία ή σακχαρώδη διαβήτη, καθώς οι εν λόγω παθήσεις ενδέχεται να επιδεινωθούν από το διάλυμα γλυκόζης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται κατά τη χορήγηση του φαρμάκου σε νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνών, λόγω της χαμηλότερης συγκέντρωσης ρεδουκτάσης NADPH-μεθαιμοσφαιρίνης που απαιτείται για τη μετατροπή της μεθαιμοσφαιρίνης σε αιμοσφαιρίνη, γεγονός που καθιστά τα εν λόγω βρέφη πιο ευάλωτα σε μεθαιμοσφαιριναιμία προκαλούμενη από υψηλές δόσεις χλωριούχου μεθυλοθειονινίου.
Φωτοευαισθησία
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο ενδέχεται να προκαλέσει δερματική αντίδραση φωτοευαισθησίας, σε περίπτωση έκθεσης σε ισχυρές φωτεινές πηγές, όπως φωτοθεραπεία, αυτές που απαντώνται σε
χειρουργεία ή τοπικά από φωτίζουσες συσκευές, όπως οξύμετρα παλμού.
Συμβουλεύετε τους ασθενείς να λαμβάνουν μέτρα προστασίας έναντι της έκθεσης στο φως, καθώς μετά τη χορήγηση χλωριούχου μεθυλοθειονινίου ενδέχεται να παρουσιαστεί φωτοευαισθησία.
µε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που ενισχύουν τη σεροτενεργική μετάδοση, λόγω της πιθανότητας σοβαρών αντιδράσεων από το ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένου του δυνητικά θανατηφόρου συνδρόμου σεροτονίνης. Αυτά συμπεριλαμβάνουν τους εκλεκτικούς αναστολείς .επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), της βουπροπιόνης, της βουσπιρόνης, της κλομιπραμίνης, της μιρταζαπίνης και της βενλαφαξίνης. Τα
οπιοειδή, όπως για παράδειγμα, η τραμαδόλη, η φαιντανύλη, η πεθιδίνη και η δεξτρομεθοράνη μπορεί επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης του συνδρόμου σεροτονίνης, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με χλωριούχο μεθυλθειονίνιο. Εάν δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί η ενδοφλέβια χρήση χλωριούχου μεθυλοθειονινίου σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με σεροτονεργικά φαρμακευτικά προϊόντα, πρέπει να επιλέγεται η χαμηλότερη δυνατή δόση και ο ασθενής να παρακολουθείται στενά για επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) έως και 4 ώρες μετά από τη χορήγηση (βλ.
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο είναι ένας ισχυρός αναστρέψιμος αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης (βλ. παράγραφο 4. 4).
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο είναι in vitro επαγωγέας του CYP1A2. Αυτή η αλληλεπίδραση δεν θεωρείται κλινικά σημαντική, καθώς η θεραπεία με χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο δεν υπερβαίνει συνήθως τη μία ημέρα.
Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκων, μια εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 2 mg/kg χλωριούχου μεθυλοθειονινίου (μπλε του μεθυλενίου) δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μιδαζολάμης (CYP3A4), της καφεΐνης (CYP1A2), της ομεπραζόλης (CYP2C19), της βαρφαρίνης (CYP2C9) και της δεξτρομεθορφάνης (CYP2D6).
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο είναι ισχυρός αναστολέας των μεταφορέων OCT2, MATE1 και MATE2-K. Οι κλινικές συνέπειες της αναστολής δεν είναι γνωστές. Η χορήγηση methylthioninium chloride Proveblue είναι δυνατόν να αυξήσει ή να μειώσει παροδικά την έκθεση σε φάρμακα που
αποβάλλονται κυρίως μέσω νεφρικής μεταφοράς στην οποία εμπλέκεται η οδός του OCT2/MATE, συμπεριλαμβανομένης της σιμετιδίνης, της μετφορμίνης και της ακυκλοβίρης.
Το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο είναι υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp). Οι κλινικές συνέπειες θεωρείται πιθανό να είναι ελάχιστες, λόγω της παροδικής και εφάπαξ χρήσης, η οποία συμβαίνει συνήθως στα πλαίσια οξείας έκτακτης ανάγκης.
ΚύησηΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση του χλωριούχου μεθυλοθειονινίου σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Methylthioninium chloride Proveblue δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν κρίνεται απολύτως απαραίτητο, π.χ. σε περιπτώσεις απειλητικής για τη ζωή μεθαιμοσφαιριναιμίας.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Η απέκκριση του χλωριούχου μεθυλοθειονινίου στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ζώα. Δεν μπορεί να
αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Σύμφωνα με τα δεδομένα κινητικής, ο θηλασμός
πρέπει να διακόπτεται για χρονικό διάστημα έως και 8 ημερών μετά τη θεραπεία με Methylthioninium chloride Proveblue.
Γονιμότητα
Έχει αποδειχθεί in vitro ότι το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο μειώνει την κινητικότητα του ανθρώπινου σπέρματος με δοσοεξαρτώμενο τρόπο.
ν
Το methylthioninium chloride έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Η οδήγηση μπορεί πράγματι να επηρεαστεί λόγω συγχυτικής κατάστασης, ζάλης και πιθανών διαταραχών στην όραση.
Ωστόσο, ο κίνδυνος είναι περιορισμένος, καθώς το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται για οξεία χορήγηση μόνο σε επείγουσες καταστάσεις σε νοσοκομεία.
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών είναι ζάλη, παραισθησία, δυσγευσία, ναυτία, αποχρωματισμός του δέρματος, χρωματουρία, εφίδρωση, άλγος στη θέση ένεσης και πόνος σε άκρο.
Η ενδοφλέβια ένεση χλωριούχου μεθυλοθειονινίου έχει προκαλέσει περιστασιακά υπόταση και καρδιακές αρρυθμίες, διαταραχές οι οποίες ενδέχεται να αποβούν θανατηφόρες σε σπάνιες περιπτώσεις.
Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στον ακόλουθο πίνακα παρατηρούνται σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (ηλικίας 0 έως 17 ετών) μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (εκτός από
υπερχολερυθριναιμία, που παρατηρείται μόνο σε βρέφη). Οι συχνότητες εμφάνισης είναι μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Όπου αναφέρεται, η συχνότητα βασίζεται σε πολύ μικρό μέγεθος δείγματος.
| Κατηγορία/ οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Μεθαιμοσφαιριναιμία | Μη γνωστής συχνότητας |
| Υπερχολερυθριναιμία1 | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Αιμολυτική αναιμία | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτικές αντιδράσεις | Μη γνωστής συχνότητας |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συγχυτική κατάσταση | Μη γνωστής συχνότητας |
| Διέγερση | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη | Πολύ συχνές |
| Κεφαλαλγία | Συχνές | |
| Άγχος | Συχνές | |
| Τρόμος | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Πυρετός | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Αφασία | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Παραισθησία | Πολύ συχνές | |
| Δυσγευσία | Πολύ συχνές | |
| Σύνδρομο σεροτονίνης με ταυτόχρονη χρήση σεροτονεργικών φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 4.5) | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Μυδρίαση | Μη γνωστής συχνότητας |
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακή αρρυθμία | Μη γνωστής συχνότητας |
| Ταχυκαρδία | Μη γνωστής συχνότητας |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση | Μη γνωστής συχνότητας |
| Υπόταση | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Δύσπνοια | Μη γνωστής συχνότητας |
| Ταχύπνοια | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Υποξία | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία | Πολύ συχνές |
| Έμετος | Συχνές | |
| Κοιλιακός πόνος | Συχνές | |
| Αποχρωματισμός των κοπράνων (μπλε-πράσινα) | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αποχρωματισμός του δέρματος (μπλε) | Πολύ συχνές |
| Εφίδρωση | Πολύ συχνές | |
| Κνίδωση | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Φωτοτοξικότητα / φωτοευαισθησία | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Χρωματουρία (μπλε-πράσινο) | Πολύ συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Θωρακικό άλγος | Συχνές |
| Τοπική νέκρωση των ιστών στη θέση ένεσης | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Άλγος στη θέση της ένεσης | Συχνές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μείωση της αιμοσφαιρίνης | Μη γνωστής συχνότητας |
| Διαταραχές τουμυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πόνος στα άκρα | Πολύ συχνές |
1 Αναφέρθηκε μόνο σε βρέφη. Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ίδιες με αυτές που παρατηρούνται σε ενήλικες (εκτός από την υπερχολερυθριναιμία, που αναφέρθηκε μόνο σε βρέφη).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης
οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Άτομα χωρίς μεθαιμοσφαιριναιμία
Η χορήγηση μεγάλων ενδοφλέβιων δόσεων (≥ 7 mg/kg) Methylthioninium chloride Proveblue σε άτομα χωρίς μεθαιμοσφαιριναιμία προκαλεί ναυτία και έμετο, αίσθημα σύσφιξης του θώρακα, θωρακικό άλγος, ταχυκαρδία, προκαταβολικό φόβο, έντονη εφίδρωση, τρόμο, μυδρίαση, μπλε-
πράσινη χρώση των ούρων, μπλε χρώση του δέρματος και των βλεννογόνων υμένων, κοιλιακό άλγος, ζάλη, παραισθησία, κεφαλαλγία, σύγχυση, υπέρταση, ήπια μεθαιμοσφαιριναιμία (έως 7%) και μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ισοπέδωση ή αναστροφή κυμάτων T). Τα συμπτώματα αυτά υποχωρούν εν γένει εντός 2-12 ωρών μετά την ένεση.
Άτομα με μεθαιμοσφαιριναιμία
Οι αθροιστικές δόσεις χλωριούχου μεθυλοθειονινίου ενδέχεται να προκαλέσουν δύσπνοια και ταχύπνοια, που σχετίζονται ενδεχομένως με τη μειωμένη ύπαρξη οξυγόνου που προκαλείται από τη μεθαιμοσφαιριναιμία, καθώς επίσης και θωρακικό άλγος, τρόμο, κυάνωση και αιμολυτική αναιμία.
Αιμολυτική αναιμία έχει επίσης παρατηρηθεί σε περιπτώσεις σοβαρής υπερδοσολογίας (20-30 mg/kg)
σε βρέφη και ενήλικες με μεθαιμοσφαιριναιμία προκαλούμενη από ανιλίνη ή χλωρική ένωση. Σε ασθενείς με σοβαρή αιμόλυση μπορεί να πραγματοποιηθεί αιμοδιύλιση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η υπερχολερυθριναιμία έχει παρατηρηθεί σε βρέφη μετά από τη χορήγηση 20 mg/kg χλωριούχου μεθυλοθειονινίου.
Μετά τη χορήγηση δόσης 20 mg/kg χλωριούχου μεθυλοθειονινίου επήλθαν 2 θάνατοι βρεφών.
Αμφότερα τα βρέφη είχαν πολύπλοκο ιατρικό ιστορικό και το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο ευθυνόταν μόνο εν μέρει για τον θάνατό τους.
Οι ασθενείς πρέπει να παραμένουν υπό επιτήρηση, τα επίπεδα μεθαιμοσφαιρίνης πρέπει να
παρακολουθούνται και να λαμβάνονται τα κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα, εάν κρίνεται απαραίτητο.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - METHYLTHIONINIUM 5MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: όλα τα άλλα θεραπευτικά προϊόντα, αντίδοτα, κωδικός ATC: V03AB17.
Σε χαμηλές συγκεντρώσεις in vivo το χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο επιταχύνει τη μετατροπή της μεθαιμοσφαιρίνης σε αιμοσφαιρίνη.Έχει παρατηρηθεί ότι το Methylthioninium chloride Proveblue προκαλεί επιλεκτικά χρώση των ιστών. Η χρήση του σε επεμβάσεις παραθυρεοειδών (δεν ενδείκνυται) έχει προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στο ΚΝΣ, στις περιπτώσεις που χορηγήθηκε ταυτόχρονα με σεροτονεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποτελεσματικότητα του χλωριούχου μεθυλοθειονινίου στη θεραπεία της μεθαιμοσφαιριναιμίας στον παιδιατρικό πληθυσμό καταδείχθηκε σε δύο αναδρομικές μελέτες και σε μία ανοιχτή
τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή. Στη βιβλιογραφία αναφέρονται επίσης και μεμονωμένα περιστατικά αποτελεσματικότητας.
Για σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια, βλ. παράγραφο 4.4.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, το Methylthioninium chloride Proveblue απορροφάται ταχέως από τους ιστούς. Επίσης, απορροφάται καλώς μέσω της στοματικής οδού. Το μεγαλύτερο μέρος της δόσης αποβάλλεται με τα ούρα, συνήθως με τη μορφή χλωριούχου λευκομεθυλοθειονινίου.
Ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής (SD) του χλωριούχου μεθυλοθειονινίου μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 24,7 (7,2) ώρες.
Το methylthioninium chloride Proveblue είναι in vitro αναστολέας του P-gp.
Το methylthioninium chloride Proveblue δεν είναι in vitro υπόστρωμα για την BCRP ή τον OCT2 και δεν είναι in vitro αναστολέας των BCRP, OAT1 ή OAT3.
Φαρμοκοκινητική σε άτομα με νεφρική νόσο
Μετά από εφάπαξ δόση χλωριούχου μεθυλοθειονινίου 1 mg/kg, η AUC0-96h αυξήθηκε κατά 52%, 116% και 192% σε άτομα με ήπια (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) 60 – 89 mL/min/1,73 m2), μέτρια (eGFR 30-59 mL/min/1,73m2) και σοβαρή (eGFR 15-29 mL/min/1,73m2) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η Cmax αυξήθηκε κατά 42%, 34% και 15% σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντίστοιχα. Ο χρόνος ημιζωής παρέμεινε αμετάβλητος σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Ένας μεγαλύτερος μέσος χρόνος ημιζωής 33 ωρών αναφέρθηκε σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Η AUC0-96h του Azure B αυξήθηκε κατά 29%, 94% και 339% μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 1 mg/kg σε άτομα με ήπια (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) 60 – 89 mL/min/1,73 m2), μέτρια (eGFR 30-59 mL/min/1,73m2) και σοβαρή (eGFR 15-29 mL/min/1,73m2) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η Cmax αυξήθηκε κατά 23%, 13% και 65% σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντίστοιχα.
Φαρμακοκινητική σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία
Μετά από εφάπαξ δόση 1 mg/kg χλωριούχου μεθυλοθειονινίου, η AUC0-96h αυξήθηκε σε +81%, +35% και +35% σε άτομα με ήπια (βαθμολογία Child-Pugh 5-6), μέτρια (βαθμολογία Child Pugh 7-9) και σοβαρή (βαθμολογία Child Pugh 10-15) ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η Cmax αυξήθηκε κατά +24% και +22% σε άτομα με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα και μειώθηκε κατά -13% σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα. Οι χρόνοι ημιζωής ήταν παρόμοιοι σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και
σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Η AUC0-96h του Azure B αυξήθηκε σε +71% σε άτομα με ήπια (βαθμολογία Child-Pugh 5-6) ηπατική δυσλειτουργία και μειώθηκε κατά -21% και -41% σε άτομα με μέτρια (βαθμολογία Child Pugh 7-9) και σοβαρή (βαθμολογία Child Pugh 10-15) ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η Cmax παρέμεινε αμετάβλητη σε άτομα με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και μειώθηκε κατά - 28% και -48% σε άτομα με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία αντίστοιχα σε σύγκριση με
υγιή άτομα.
Το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων δεν υποστηρίζει μια σαφή και συνεπή επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στην φαρμακοκινητική του χλωριούχου μεθυλοθειονινίου και του Azure Β.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - METHYLTHIONINIUM 5MG/ML
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται ειδικά με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), καθώς έχει αποδειχθεί ότι τα χλωριούχα άλατα μειώνουν τη διαλυτότητα του χλωριούχου μεθυλοθειονινίου.
4 χρόνια
Μετά το άνοιγμα ή την αραίωσης: Από μικροβιολογικής απόψεως, εκτός εάν η μέθοδος ανοίγματος/ αραίωσης αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής επιμόλυνσης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση
αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Μην ψύχετε ή καταψύχετε.
Φυλάσσετε τη φύσιγγα στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.Για τις συνθήκες φύλαξης του αραιωμένου φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Φύσιγγα τύπου I.
Κάθε κουτί περιέχει μία θήκη με 5 φύσιγγες των 10 ml.
Κάθε κουτί περιέχει μία θήκη με 5 ή 20 φύσιγγες των 2 ml.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Μόνο για εφάπαξ χρήση.
Το Methylthioninium chloride Proveblue μπορεί να αραιωθεί σε ενέσιμο διάλυμα 50 ml γλυκόζης
50 mg/ml (5%) για την αποφυγή του τοπικού πόνου, ιδίως στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Πριν από τη χορήγηση, συνιστάται ο έλεγχος των παρεντερικών διαλυμάτων, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν περιέχουν σωματίδια. Μην χρησιμοποιείτε το Methylthioninium chloride
Proveblue εάν το διάλυμα έχει αποχρωματιστεί, είναι θαμπό, θολό ή περιέχει ιζήματα ή σωματίδια. Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.