MIFLONIDE® BREΕZHALER INHPD.CAP 400MCG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - MIFLONIDE 400MCG/CAP
Το Miflonide Breezhaler ενδείκνυται σε ασθματικούς ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω για μακροχρόνιο αντιφλεγμονώδη έλεγχο του επίμονου άσθματος συμπεριλαμβανομένης της προφύλαξης των οξέων εξάρσεων του άσθματος.
Δοσολογία
Η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται προσεκτικά για κάθε ασθενή στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων του άσθματος. Η χαμηλότερη δόση σε ένα καψάκιο είναι 200 μικρογραμμάρια. Εάν απαιτείται δόση μικρότερη των 200 μικρογραμμαρίων, το προϊόν αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Το Miflonide Breezhaler αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών (βλ. παράγραφο 4.3).
Ενήλικες:
Η θεραπεία σε ενήλικες με ήπιο άσθμα μπορεί να ξεκινήσει με τη μικρότερη αποτελεσματική δόση των 200 μικρογραμμαρίων μία φορά την ημέρα.
Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 – 1.600 μικρογραμμάρια διαιρεμένη σε δύο δόσεις. Η δόση συντήρησης πρέπει να ρυθμίζεται στη χαμηλότερη δόση για τη διατήρηση αποτελεσματικού ελέγχου του άσθματος.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6 ετών και άνω):
Λόγω της απουσίας κλινικής εμπειρίας σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, το Miflonide Breezhaler δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτή την ηλικιακή ομάδα ασθενών.
Η θεραπεία σε παιδιά ηλικίας 6 ετών και άνω με ήπιο άσθμα μπορεί να ξεκινήσει με μία δόση 200 μικρογραμμαρίων μία φορά την ημέρα. Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200-400 μικρογραμμάρια διηρημένη σε 2 δόσεις ημερησίως. Σε σοβαρές περιπτώσεις άσθματος μπορεί να χρειαστούν δόσεις μέχρι 800 μικρογραμμάρια την ημέρα, σε διηρημένες δόσεις.
Η δόση συντήρησης θα πρέπει να ρυθμίζεται στην χαμηλότερη δόση κατά την οποία ο έλεγχος του άσθματος παραμένει αποτελεσματικός.
Ασθενείς που λαμβάνουν από στόματος γλυκοκορτικοστεροειδή
Το Miflonide Breezhaler μπορεί να επιτρέψει την αντικατάσταση ή τη σημαντική μείωση στη δοσολογία των από στόματος λαμβανόμενων γλυκοκορτικοστεροειδών, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο του άσθματος. Κατά την αλλαγή της θεραπείας από στεροειδή που λαμβάνονται από στόματος σε Miflonide Breezhaler, ο ασθενής θα πρέπει να βρίσκεται σε σχετικά σταθερή φάση. Μία υψηλή δόση βουδεσονίδης θα πρέπει να δοθεί σε συνδυασμό με το προηγούμενο από στόματος χορηγούμενο στεροειδές για περίπου 10 ημέρες. Μετά από αυτό, η από στόματος δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά (για παράδειγμα κατά 2,5 mg πρεδνιζολόνης ή το ισοδύναμο κάθε μήνα) στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι δυνατόν να υποκατασταθεί πλήρως το από στόματος στεροειδές με Miflonide Breezhaler. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την απόσυρση των κορτικοστεροειδών, βλ. παράγραφο 4.4.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση τα φαρμακοκινητικά δεδομένα με από στόματος βουδεσονίδη είναι μάλλον απίθανο η συστηματική έκθεση στο φάρμακο να μεταβληθεί σε κλινικά σημαντικό επίπεδο σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, δεδομένου ότι η βουδεσονίδη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού χρειάζεται προσοχή κατά τη χρήση του Miflonide Breezhaler σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είναι απίθανο να έχουν κλινικά σημαντική μεταβολή στην έκθεση στο φάρμακο με βάση τα φαρμακοκινητικά δεδομένα με από στόματος βουδεσονίδη (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηλικιωμένοι(ηλικίας άνω των 65 ετών)
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών απαιτούν διαφορετική δοσολογία από αυτή που χρησιμοποιείται σε νεότερους ενήλικες ασθενείς.
Χορήγηση
Κατά την αλλαγή από μία συσκευή εισπνοής σε άλλη, η δοσολογία θα πρέπει να επαναρρυθμίζεται εξατομικευμένα. Συνιστάται να πλένεται καλά με άφθονο νερό το στόμα και ακολούθως να αποπτύεται το νερό της έκπλυσης, μετά από κάθε χορήγηση δόσης, προκειμένου να προληφθεί το βράγχος της φωνής, ο ερεθισμός του φάρυγγα και η λοίμωξη του στόματος και του φάρυγγα από κάντιντα και ίσως να μειωθεί ο κίνδυνος των συστηματικών επιδράσεων. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι τα καψάκια είναι μόνο για χρήση δια εισπνοής και δεν θα πρέπει να καταπίνονται (βλ. παράγραφο 4.4). Το περιεχόμενο του καψακίου λαμβάνεται με εισπνοή μέσω μιας συσκευής εισπνοής που ονομάζεται Μiflonide Breezhaler.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την ορθή χρήση του Miflonide Breezhaler σύμφωνα με τις οδηγίες για τον χρήστη ώστε να διασφαλιστεί ότι το φάρμακο φθάνει στις στοχευόμενες περιοχές των πνευμόνων.
Για οδηγίες σχετικά με την χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ενεργός πνευμονική φυματίωση.
Προφυλακτική φύση της θεραπείας
Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ενημερωθεί για την προφυλακτική φύση της θεραπείας με την εισπνεόμενη βουδεσονίδη, η οποία πρέπει να λαμβάνεται τακτικά καθημερινά για τον αποτελεσματικό έλεγχο του άσθματος ακόμη και όταν οι ασθενείς δεν έχουν συμπτώματα. Η βουδεσονίδη δεν ανακουφίζει από οξύ βρογχόσπασμο, ούτε είναι κατάλληλη για την κύρια αγωγή κατά της ασθματικής κατάστασης (status asthmaticus) ή άλλων oξέων ασθματικών επεισοδίων.
Συνυπάρχουσες νοσηρότητες
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με συνυπάρχουσες διαταραχές όπως λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, και σε ασθενείς με μυκητιασικές ή ιογενείς λοιμώξεις των αεραγωγών. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται όταν παίρνουν Miflonide Breezhaler ως θεραπεία συντήρησης του άσθματος.
Απαιτείται προσοχή κατά την αγωγή ασθενών, οι οποίοι πάσχουν από πνευμονικές παθήσεις όπως βρογχεκτασίες και πνευμονοκονίαση λόγω της πιθανότητας λοιμώξεων από μύκητες.
Κρίσεις άσθματος
Οι οξείες κρίσεις άσθματος μπορεί να χρειάζονται αύξηση της δόσης της βουδεσονίδης ή πρόσθετη αγωγή σύντομης διάρκειας με από στόματος κορτικοστεροειδή ή/και ένα αντιβιοτικό εάν υπάρχει λοίμωξη. Η βουδεσονίδη δεν προορίζεται για την ταχεία ανακούφιση των οξέων επεισοδίων άσθματος όπου απαιτείται ένα εισπνεόμενο βραχείας δράσης βρογχοδιασταλτικό.
Παράδοξος βρογχόσπασμος
Όπως και με άλλες εισπνεόμενες θεραπείες σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί παράδοξος βρογχόσπασμος με μια άμεση αύξηση του συριγμού μετά τη δόση. Εάν συμβεί αυτό, η θεραπεία με εισπνεόμενο Μiflonide θα πρέπει να διακοπεί αμέσως, ο ασθενής να αξιολογείται και να ακολουθείται εναλλακτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο.
Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να επικοινωνούν με τον γιατρό τους σε περίπτωση που υπάρξει επιδείνωση του άσθματος (αύξηση της συχνότητας χρήσης του βραχείας δράσης εισπνεόμενου βρογχοδιασταλτικού ή επίμονα αναπνευστικά συμπτώματα). Η κατάσταση του ασθενούς πρέπει να επανεκτιμηθεί και πρέπει να εξετασθεί η ανάγκη για αύξηση της αντιφλεγμονώδους θεραπείας, όπως αύξηση της δόσης του εισπνεόμενου ή του από στόματος χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς.
Συστηματικές επιδράσεις
Συστηματικές επιδράσεις από εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή μπορεί να εμφανισθούν, ειδικά όταν συνταγογραφούνται σε υψηλές δοσολογίες για μακρό χρονικό διάστημα. Αυτές οι επιδράσεις είναι λιγότερο πιθανό να εμφανισθούν με την εισπνεόμενη θεραπεία σε σχέση με τα από στόματος κορτικοστεροειδή. Πιθανές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνουν υπερλειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων/σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης σε παιδιά και εφήβους, μία μείωση της οστικής πυκνότητας, καταρράκτη, γλαύκωμα και πιο σπάνια, μια σειρά από ψυχολογικές διαταραχές ή διαταραχές της συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένων ψυχοκινητικής υπερδραστηριότητας, διαταραχών του ύπνου, άγχους, κατάθλιψης ή επιθετικότητας (κυρίως στα παιδιά). Για αυτό το λόγο, η δοσολογία του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς είναι σημαντικό να ρυθμίζεται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση προκειμένου να ελεγχθεί το άσθμα.
Η μειωμένη ηπατική λειτουργία επηρεάζει την απέκκριση των κορτικοστεροειδών, με αποτέλεσμα χαμηλότερο ποσοστό αποβολής και υψηλότερη συστηματική έκθεση. Να έχετε υπόψη ότι υπάρχει πιθανότητα για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Παρατεταμένη αγωγή με υψηλές δόσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, ειδικά με υψηλότερες από τη συνιστώμενη δόση, μπορεί να επιφέρει κλινικά σημαντική καταστολή των επινεφριδίων. Αυτοί οι ασθενείς όταν εκτεθούν σε σοβαρό άγχος μπορεί να εμφανίσουν σημεία και συμπτώματα ανεπάρκειας επινεφριδίων. Επιπρόσθετη κάλυψη με συστηματικά κορτικοστεροειδή πρέπει να εξετασθεί κατά τις περιόδους άγχους ή χειρουργικής επέμβασης.
Η λειτουργία των επινεφριδίων πρέπει να παρακολουθείται τακτικά, καθώς η δόση του συστηματικού στεροειδούς μειώνεται όταν μεταφέρονται οι ασθενείς από συστηματικά κορτικοστεροειδή σε εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή και σε εκείνους τους ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις για μακρά χρονικά διαστήματα.
Επίδραση στην ανάπτυξη
Συνιστάται να παρακολουθείται τακτικά το ύψος των παιδιών που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστερεοειδή. Εάν σημειωθεί μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης, η θεραπεία πρέπει να επανεξετασθεί με σκοπό τη μείωση της δοσολογίας των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, εάν είναι δυνατόν, στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τον έλεγχο των συμπτωμάτων του άσθματος. Τα οφέλη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή και οι πιθανοί κίνδυνοι καταστολής της ανάπτυξης πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να εξετάζεται εάν θα παραπέμπεται ο ασθενής σε παιδίατρο εξειδικευμένο σε αναπνευστικά νοσήματα. Οι μακροχρόνιες επιδράσεις αυτής της μείωσης στην ταχύτητα ανάπτυξης που σχετίζεται με τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης της επίπτωσης στο τελικό ύψος του ενήλικα, δεν είναι γνωστές. Το δυναμικό της αναπλήρωσης του τελικού ύψους ανάπτυξης μετά τη διακοπή της αγωγής με τα από στόματος εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή δεν έχει πλήρως μελετηθεί.
Ταυτόχρονες θεραπείες
Η ταυτόχρονη θεραπεία με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη ή άλλους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διάφορα αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς της HIV πρωτεάσης και μακρολιδικά αντιβιοτικά) θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή μπορεί να εμφανιστεί καντιντίαση του στόματος. Αυτή η μόλυνση μπορεί να απαιτεί θεραπεία με κατάλληλη αντιμυκητιασική αγωγή και σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας (βλ. επίσης παράγραφο 4.2).
Οπτική διαταραχή
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Έκδοχα
Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Ειδικές προφυλάξεις:
Ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία με στεροειδή
Το θεραπευτικό αποτέλεσμα συνήθως επιτυγχάνεται εντός 10 ημερών. Σε ασθενείς με υπερβολική έκκριση βλέννας στους βρόγχους, μπορεί να χορηγηθεί αρχικώς σύντομη (διάρκειας περίπου 2 εβδομάδων) πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή με κορτικοστεροειδή.
Ασθενείς με εξάρτηση από στεροειδή
Ο ασθενής θα πρέπει να βρίσκεται σε μία σχετικά σταθερή κατάσταση κατά την αλλαγής της θεραπείας από στεροειδή που λαμβάνονται από στόματος σε Miflonide Breezhaler. Υψηλή δόση βουδεσονίδης πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με το προηγουμένως χρησιμοποιούμενο από στόματος στεροειδές για 10 ημέρες περίπου. Μετά από το στάδιο αυτό, η από στόματος χορηγούμενη δόση πρέπει να μειωθεί βαθμιαία (π.χ. κατά 2,5 mg πρεδνιζολόνης ή ισοδύναμου για κάθε μήνα) μέχρι το ελάχιστο δυνατό επίπεδο. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι δυνατή η πλήρης αντικατάσταση των από στόματος χορηγούμενων στεροειδών με το Miflonide Βreezhaler.
Κατά τη μετάβαση από αγωγή με από στόματος στεροειδή σε αγωγή με Miflonide Breezhaler, ένας αριθμός ασθενών θα παρατηρήσει μία γενική μείωση της επίδρασης των στεροειδών. Προγενέστερα αλλεργικά συμπτώματα, όπως ρινίτιδα και έκζεμα μπορεί να επανεμφανιστούν, και οι ασθενείς μπορεί να υποφέρουν από λήθαργο, μυαλγίες ή αρθραλγίες και μερικές φορές ναυτία και έμετο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ίσως είναι απαραίτητη ενεργή ιατρική υποστήριξη που θα ενθαρρύνει τον ασθενή να συνεχίσει τη θεραπεία με Miflonide Βreezhaler και τη διακοπή των από του στόματος στεροειδών, εκτός εάν αυτό δεν είναι ιατρικώς τεκμηριωμένο.
Οι αλλεργίες πρέπει να αντιμετωπίζονται με αντιϊσταμινικά ή/και με τοπική αγωγή, συμπεριλαμβανομένων τοπικών κορτικοστεροειδών. Προσωρινή αύξηση της δοσολογίας των από στόματος στεροειδών ίσως κριθεί απαραίτητη.
Η αγωγή με συμπληρωματικά συστηματικά κορτικοστεροειδή ή με βουδεσονίδη δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους πρώτους λίγους μήνες μετά τη μετάβαση από τα συστηματικά κορτικοστεροειδή στην εισπνεόμενη βουδεσονίδη για να εξασφαλίζεται ότι η λειτουργικότητα του φλοιού των επινεφριδίων του ασθενούς είναι επαρκής για την αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων κρίσης όπως περίπτωση τραύματος, εγχείρησης ή σοβαρών λοιμώξεων.
Λανθασμένος τρόπος χορήγησης φαρμάκου
Έχουν αναφερθεί περιστατικά ασθενών που από λάθος κατάπιναν τα καψάκια Miflonide Breezhaler αντί να τα τοποθετήσουν στη συσκευή εισπνοής. Η πλειονότητα αυτών των περιστατικών δεν σχετίστηκε με ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να συμβουλεύουν τον ασθενή για τη σωστή χρήση του Miflonide Breezhaler (βλ. παράγραφο 4.2). Εάν σε κάποιον ασθενή που έχει συνταγογραφηθεί το Miflonide Breezhaler δεν υπάρχει βελτίωση στην αναπνοή, ο επαγγελματίας υγείας θα πρέπει να ρωτήσει τον ασθενή πως χρησιμοποιεί το Miflonide Breezhaler.
Παράγοντες που έχουν αποτέλεσμα την αναστολή του CYP3A4
Η συγχορήγηση με αναστολείς του CYP3A, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδών, ενώ σε αυτήν την περίπτωση οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή.
Η κύρια οδός μεταβολισμού της βουδεσονίδης και επίσης η αιτία για το σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου καταλύεται μέσω του CYP3A4. Η συγχορήγηση γνωστών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, νελφιναβίρη, αμιωδαρόνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη και ερυθρομυκίνη) μπορεί να αυξήσει σημαντικά την συστηματική έκθεση στη βουδεσονίδη (βλ. παράγραφο 4.4). Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Εάν αυτό δεν είναι δυνατόν το χρονικό διάστημα μεταξύ των χορηγήσεων των αλληλεπιδρώντων φαρμάκων θα πρέπει να είναι όσο μεγαλύτερο γίνεται και να παρακολουθείται η λειτουργία του επινεφριδιακού φλοιού. Θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί η μείωση της δόσης της βουδεσονίδης.
Τα περιορισμένα στοιχεία σχετικά με αυτήν την αλληλεπίδραση για υψηλές δόσεις εισπνεόμενης βουδεσονίδης δείχνουν ότι σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων στο πλάσμα (κατά μέσο όρο τέσσερις φορές), μπορεί να προκύψουν εάν η ιτρακοναζόλη, 200 mg μία φορά την ημέρα, χορηγείται ταυτόχρονα με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (εφάπαξ δόση 1.000 μg).
Παράγοντες που έχουν αποτέλεσμα την επαγωγή του CYP3A4
Η συγχορήγηση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη) αυξάνει το μεταβολισμό της βουδεσονίδης και μειώνει τη συστηματική έκθεση σ’ αυτήν (βλ. παράγραφο 5.2). Δεν είναι γνωστό εάν επηρεάζεται η πνευμονική έκθεση.
Έχουν παρατηρηθεί αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και αυξημένη επίδραση των κορτικοστεροειδών σε γυναίκες υπό θεραπεία με οιστρογόνα και στεροειδή αντισυλληπτικά, αλλά καμία επίδραση δεν έχει παρατηρηθεί με την πρόσληψη βουδεσονίδης και ταυτόχρονη χαμηλή δόση συνδυασμένων αντισυλληπτικών από το στόμα.
Επειδή η λειτουργία των επινεφριδίων μπορεί να κατασταλεί, ένα τεστ διέγερσης με ACTH για τη διάγνωση της ανεπάρκειας της υπόφυσης μπορεί να εμφανίσει ψευδή αποτελέσματα (μειωμένες τιμές).
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για τη χρήση του Miflonide σε έγκυες γυναίκες. Τα περισσότερα αποτελέσματα από προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες και παγκόσμια δεδομένα μετά την κυκλοφορία δεν ήταν σε θέση να ανιχνεύσουν έναν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών για το έμβρυο και το νεογέννητο παιδί από τη χρήση εισπνεόμενης βουδεσονίδης κατά τη διάρκεια της κύησης. Είναι σημαντικό τόσο για το έμβρυο όσο και για τη μητέρα να διατηρήσουν μία επαρκή θεραπεία του άσθματος κατά τη διάρκεια της κύησης. Όπως και με άλλα φάρμακα τα οποία χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης, το όφελος της χορήγησης της βουδεσονίδης για τη μητέρα θα πρέπει να αξιολογείται έναντι των κινδύνων για το έμβρυο.
Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση βουδεσονίδης που απαιτείται για τη διατήρηση επαρκούς ελέγχου του άσθματος.
Δεδομένα σε περίπου 2.000 εγκυμονούσες δεν καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο τερατογένεσης που να σχετίζεται με τη χρήση εισπνεόμενης βουδεσονίδης. Σε μελέτες σε ζώα τα γλυκοκορτικοειδή έχουν δείξει ότι προκαλούν δυσπλασίες (βλ. παράγραφο 5.3). Αυτό δεν είναι πιθανόν να έχει σχέση με τις συνιστώμενες εισπνεόμενες δόσεις στους ανθρώπους.
Μελέτες σε ζώα έχουν επίσης προσδιορίσει μια συσχέτιση μεταξύ υπερβολικών προγεννητικών δόσεων γλυκοκορτικοειδών και αυξημένο κίνδυνο για ενδομητρική επιβράδυνση στην ανάπτυξη, καρδιαγγειακή νόσο σε ενήλικες και μόνιμες αλλαγές στην πυκνότητα των υποδοχέων γλυκοκορτικοειδών, στην ανακύκλωση και στη συμπεριφορά των νευροδιαβιβαστών, σε εκθέσεις κάτω από το όριο της τερατογόνου δόσης.
Θηλασμός
Η βουδεσονίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, δεν αναμένονται επιπτώσεις στο παιδί που θηλάζει σε θεραπευτικές δόσεις της βουδεσονίδης. Η βουδεσονίδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Η θεραπεία συντήρησης με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (200 ή 400 μικρογραμμάρια δύο φορές ημερησίως) σε ασθματικές θηλάζουσες γυναίκες έχει ως αποτέλεσμα αμελητέα συστηματική έκθεση στη βουδεσονίδη στα βρέφη που θηλάζουν. Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής, η εκτιμώμενη ημερήσια δόση στα νεογνά ήταν 0,3% της ημερήσιας δόσης της μητέρας και για τα δύο δοσολογικά επίπεδα και η μέση συγκέντρωση πλάσματος στα βρέφη εκτιμάται ότι ήταν 1/600 των συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στο μητρικό πλάσμα, υποθέτοντας πλήρη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα στα βρέφη. Οι συγκεντρώσεις της βουδεσονίδης σε δείγματα πλάσματος βρεφών ήταν όλες κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης.
Με βάση τα δεδομένα από την εισπνεόμενη βουδεσονίδη και το γεγονός ότι η βουδεσονίδη εμφανίζει γραμμικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες εντός του θεραπευτικού μεσοδιαστήματος δόσεων μετά από ρινική χορήγηση, χορήγηση δια εισπνοής, από στόματος και από το ορθό χορήγηση, σε θεραπευτικές δόσεις της βουδεσονίδης, αναμένεται η έκθεση στο παιδί που θηλάζει να είναι χαμηλή.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση της βουδεσονίδης και την επίδρασή της στη γονιμότητα των ανθρώπων. Σε αρουραίους, υποδορίως χορηγούμενη βουδεσονίδη δεν είχε δυσμενή επίδραση στη γονιμότητα. Δεν υπάρχει ειδική σύσταση για γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Θεωρείται απίθανο να εμφανισθεί τέτοια επίδραση.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ομαδοποιούνται σύμφωνα με τη συχνότητά τους που ορίζεται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ο Πίνακας 1 που ακολουθεί περιέχει ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε ασθενείς σε θεραπεία με βουδεσονίδη σύμφωνα με τις τυποποιημένες κατηγορίες Οργάνου Συστήματος κατά MedDRA.
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Συχνές | Καντιντίαση του στοματοφάρυγγα |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Σπάνιες | Άμεσες και όψιμες αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένου του εξανθήματος, δερματίτιδας εξ επαφής, κνίδωσης, αγγειοοιδήματος, κνησμού και αναφυλακτικής αντίδρασης |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| Σπάνιες | Σημεία και συμπτώματα δράσης των συστηματικών κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένων των: καταστολή επινεφριδίων, μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης*, μειωμένη δραστηριότητα του επινεφριδιακού φλοιού, αυξημένη δραστηριότητα του επινεφριδιακού φλοιού, σύνδρομο Cushing |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Σπάνιες | Ανησυχία, νευρικότητα, διαταραχές συμπεριφοράς (ιδιαίτερα στα παιδιά) |
| Όχι συχνές | Άγχος, κατάθλιψη** |
| Μη γνωστές | Διαταραχές του ύπνου, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, επιθετικότητα |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Όχι συχνές | Καταρράκτης***, Όραση, θολή**** |
| Σπάνιες | Γλαύκωμα |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Συχνές | Δυσφωνία, βήχας, βραχνάδα, ερεθισμός του φάρυγγα |
| Σπάνιες | Βρογχόσπασμος, συμπεριλαμβανομένου του παράδοξου βρογχόσπασμου |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Σπάνιες | Μώλωπες |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Όχι συχνές | Μυϊκός σπασμός, τρόμος |
| Σπάνιες | Μείωση της οστικής πυκνότητας |
*αναφορά στον παιδιατρικό πληθυσμό παρακάτω
**Έχουν ομαδοποιηθεί κλινικές μελέτες με 13.119 ασθενείς στην εισπνεόμενη βουδεσονίδη και 7.278 ασθενείς στο εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα του άγχους ήταν 0,52% με την εισπνεόμενη βουδεσονίδη και 0,63% με το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα της κατάθλιψης ήταν 0,67% με την εισπνεόμενη βουδεσονίδη και 1,15% με το εικονικό φάρμακο.
***Σε μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φαρμακο, ο καταρράκτης παρατηρήθηκε εξίσου με κατηγορία συχνότητας όχι συχνή στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
****βλ. επίσης παράγραφο 4.4.
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος πνευμονίας σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με ΧΑΠ που ξεκινούν θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή. Ωστόσο, μια σταθμισμένη αξιολόγηση 8 συγκεντρωτικών κλινικών δοκιμών στις οποίες συμμετείχαν 4.643 ασθενείς με ΧΑΠ που έλαβαν θεραπεία με βουδεσονίδη και 3.643 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπείες χωρίς κορτικοστεροειδή, δεν έδειξε αυξημένο κίνδυνο για πνευμονία. Τα αποτελέσματα από τις πρώτες 7 από τις 8 αυτές μελέτες έχουν δημοσιευτεί ως μετα-αναλύσεις.
Eίναι πιθανό με τα εισπνεόμενα γλυκοκορτικοστεροειδή να προκληθούν, περιστασιακά, σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών των συστηματικών γλυκοκορτικοστεροειδών, πιθανώς ανάλογα με τη δόση, το χρόνο έκθεσης, την ταυτόχρονη και την προηγούμενη έκθεση σε κορτικοστεροειδή και την ατομική ευαισθησία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Λόγω του κινδύνου καθυστέρησης της ανάπτυξης στον παιδιατρικό πληθυσμό, η ανάπτυξη θα πρέπει να ελέγχεται όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.4.
Το βράγχος φωνής και ο ερεθισμός του φάρυγγα είναι μια ενόχληση αντιστρέψιμη και εξαφανίζεται μετά τη διακοπή της θεραπείας, την ελάττωση της δοσολογίας ή/και με αφωνία.
Εάν εμφανισθεί λοίμωξη του στοματοφάρυγγα από Candida, συνιστάται στους ασθενείς η έκπλυση του στόματός τους με νερό ή το βούρτσισμα των δοντιών μετά από κάθε χορήγηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η κατάσταση αυτή αποκρίνεται σε τοπική αντιμυκητιασική θεραπεία χωρίς να απαιτείται διακοπή της αγωγής με βουδεσονίδη.
Όπως με άλλες θεραπείες με εισπνοή, είναι δυνατόν να εμφανισθεί παράδοξος βρογχόσπασμος. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή με τη βουδεσονίδη πρέπει να διακοπεί άμεσα και να εφαρμοσθεί εναλλακτική θεραπεία, κι αν κριθεί απαραίτητο πρέπει να γίνει άμεσα και αγωγή με εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσεως.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284
15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: 213 2040380/337
Φαξ: 210 6549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Η οξεία τοξικότητα της βουδεσονίδης είναι χαμηλή. Η καταστολή της λειτουργίας του συστήματος υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (HPA) αποτελεί την κύρια επιβλαβή επίδραση η οποία προκαλείται από την εισπνοή μεγάλων ποσοτήτων του φαρμάκου σε μικρό χρονικό διάστημα. Δεν χρειάζεται να γίνει καμία επείγουσα ενέργεια. Η αγωγή με Miflonide πρέπει να συνεχισθεί στη χαμηλότερη δοσολογία στην οποία επιτυγχάνεται ο αποτελεσματικός έλεγχος του άσθματος.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - MIFLONIDE 400MCG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα για αποφρακτικές νόσους των αεραγωγών, εισπνεόμενα. Γλυκοκορτικοειδή.
Κωδικός ATC: R03BA02
Η βουδεσονίδη είναι ένα κορτικοστεροειδές με τοπική δράση. Όπως και άλλα εισπνεόμενα γλυκοκορτικοειδή, η βουδεσονίδη ασκεί τις φαρμακολογικές επιδράσεις της αλληλεπιδρώντας με ενδοκυττάριους υποδοχείς των γλυκοκορτικοειδών. Η παραγωγή πολλών διαφορετικών κυττοκινών, χημοκινών, ενζύμων και μορίων προσκόλλησης των κυττάρων αναστέλλεται. Μέγιστο όφελος από τη θεραπεία με βουδεσονίδη κόνις για εισπνοή επιτυγχάνεται εντός περίπου 10 ημερών από την έναρξη της αγωγής. Η τακτική χρήση της βουδεσονίδης μειώνει την χρόνια φλεγμονή των ασθματικών πνευμόνων. Επομένως, η βουδεσονίδη βελτιώνει τη λειτουργία των πνευμόνων και τα συμπτώματα του άσθματος, μειώνει την υπερβολική αντίδραση των βρόγχων και αποτρέπει τις κρίσεις του άσθματος.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα συγκεκριμένα στοιχεία για το Miflonide Breezhaler, τα στοιχεία από εισπνεόμενη βουδεσονίδη που χορηγείται μέσω συσκευής εισπνοής διαφορετικού τύπου σε 157 παιδιά ηλικίας 5-16 ετών δεν συσχετίσθηκαν με αυξημένη εμφάνιση οπίσθιου υποκαψικού καταρράκτη.
Επίδραση στη συγκέντρωση κορτιζόλης στο πλάσμα
Μελέτες με βουδεσονίδη σε υγιείς εθελοντές παρουσίασαν δοσοεξαρτώμενες επιδράσεις στην κορτιζόλη του πλάσματος και των ούρων.
Στις συνιστώμενες δόσεις, τα δεδομένα από ένα άλλο εισπνεόμενο προϊόν που περιέχει τη δραστική βουδεσονίδη έδειξαν σημαντικά μικρότερη επίδραση στη λειτουργία των επινεφριδίων σε σχέση με προϊόν που περιέχει πρεδνιζόνη 10 mg, όπως αποδεικνύεται με το τεστ ACTH.
Απορρόφηση
Η ποσότητα της βουδεσονίδης η οποία εναποτίθεται στους πνεύμονες απορροφάται ταχέως και πλήρως. Μετά τη χορήγηση, επιτυγχάνεται η μέγιστη τιμή της συγκέντρωσης εντός 5-10 λεπτών. Περίπου το 25-30% μιας εφάπαξ δόσης εναποτίθεται στους πνεύμονες. Μόνο το 10 με 13% της κατάποσης από μια εισπνεόμενη δόση είναι βιοδιαθέσιμο λόγω του σημαντικού προσυστηματικού μεταβολισμού στο ήπαρ.
Κατανομή
Η δέσμευση της βουδεσονίδης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 85 – 90% πάνω από την περιοχή συγκεντρώσεων 1 – 100 nmoL. Η βουδεσονίδη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς και ο όγκος κατανομής της βουδεσονίδης σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι περίπου 183 έως 301 λίτρα.
Η βουδεσονίδη περνά στο μητρικό γάλα, με αναλογία συγκέντρωσης γάλακτος προς συγκέντρωση πλάσματος περίπου 0,46. Η προσδιοριζόμενη ημερήσια δόση στα βρέφη είναι 0,3% της ημερήσιας δόσης της μητέρας, και η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα σε βρέφη εκτιμάται ότι είναι το 1/600ό των συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στο πλάσμα της μητέρας, ακόμα και μετά την υπόθεση ότι έχει πραγματοποιηθεί πλήρης από στόματος βιοδιαθεσιμότητα στο βρέφος.
Βιομετασχηματισμός
Η βουδεσονίδη δεν μεταβολίζεται στους πνεύμονες. Μετά την απορρόφηση, η βουδεσονίδη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και μετατρέπεται σε μεταβολίτες (συμπεριλαμβανομένων της 6 β-υδροξυβουδεσονίδης και της 16 α-υδροξυπρεδνιζολόνης) με χαμηλή γλυκοκορτικοστεροειδή δράση.
Η κύρια οδός μεταβολισμού της βουδεσονίδης είναι μέσω CYP3A4 και μπορεί να επηρεαστεί από γνωστούς αναστολείς ή επαγωγείς αυτού του ενζύμου (βλ. παράγραφο4.5).
Αποβολή
Σε εθελοντές οι οποίοι εισέπνευσαν ραδιοσημασμένη βουδεσονίδη (με εισπνεόμενο δοσομετρητή) περίπου το 32% της δόσης που εκκρίθηκε ανακτήθηκε στα ούρα και το 15% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα.
Μετά την εισπνοή, δεν εντοπίζεται βουδεσονίδη στα ούρα ενώ εντοπίζεται 16 α-υδροξυπρεδνιζολόνη.
Η βουδεσονίδη δείχνει ταχεία κάθαρση στο πλάσμα (84 L/ώρα) μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσης . Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της βουδεσονίδης ήταν περίπου 2,8 με 5 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)
Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης όταν χορηγείται ως Miflonide Breezhaler δεν έχει μελετηθεί σε γηριατρικούς ασθενείς. Ωστόσο, με βάση τα περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών, φαίνεται ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική σε ηλικιωμένους σε σύγκριση με τους νεότερους ενήλικες μετά από στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση της βουδεσονίδης.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης όταν χορηγείται ως Miflonide Breezhaler δεν έχει μελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό. Ωστόσο, τα στοιχεία από άλλα εισπνεόμενα προϊόντα της βουδεσονίδης δείχνουν ότι η κάθαρση σε κανονικοποιημένο σωματικό βάρος σε παιδιά ηλικίας άνω των 3 ετών είναι περίπου 50% υψηλότερη σε σύγκριση με τους ενήλικες.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της εισπνεόμενης βουδεσονίδης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, αναφέρεται ότι η συστηματική διαθεσιμότητα της βουδεσονίδης ήταν 2,5 φορές υψηλότερη μετά από στόματος χορήγηση σε ασθενείς με κίρρωση σε σύγκριση με υγιείς μάρτυρες. Ήπια ηπατική δυσλειτουργία αναφέρεται να έχει μικρή επίδραση στην συστηματική έκθεση της από στόματος βουδεσονίδης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - MIFLONIDE 400MCG/CAP
Κυψέλη σε ταινία PVC/PVDC/Aλουμινίου. Κάθε κυψέλη περιέχει 10 σκληρά καψάκια.
Μονή συσκευασία που περιέχει 2x10 ή 6x10 σκληρά καψάκια και 1 συσκευή εισπνοής.
Πολυσυσκευασίες που περιέχουν 120 (δέσμη 2 μονών συσκευασιών των 6x10) σκληρά καψάκια και 2 συσκευές εισπνοής.
Πολυσυσκευασίες που περιέχουν 180 (δέσμη 3 μονών συσκευασιών των 6x10) σκληρά καψάκια και 3 συσκευές εισπνοής.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
Συσκευασία που κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά:
Κυψέλη σε ταινία PVC/PVDC/Aλουμινίου. Κάθε κυψέλη περιέχει 10 σκληρά καψάκια.
Μονή συσκευασία που περιέχει 6x10 σκληρά καψάκια και 1 συσκευή εισπνοής.
Είναι σημαντικό για τον ασθενή να καταλάβει ότι το καψάκιο από ζελατίνη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να σπάσει και μικρά τεμάχια ζελατίνης να φθάσουν στο στόμα ή στο λαιμό μετά την εισπνοή. Ο ασθενής πρέπει να διαβεβαιωθεί ότι η ζελατίνη θα μαλακώσει μέσα στο στόμα και μπορεί να την καταπιεί. Η πιθανότητα να σπάσει το καψάκιο μειώνεται, εάν δεν τρυπηθεί το καψάκιο πάνω από μία φορά.
Το καψάκιο πρέπει να αφαιρεθεί από τη συσκευασία κυψέλης αμέσως πριν τη χρήση.
Οδηγίες χρήσης και χειρισμού
| Αφαιρέστε το καπάκι | |
| Ανοίξτε τη συσκευή εισπνοής Κρατήστε σφιχτά τη βάση της συσκευής εισπνοής και γύρετε το επιστόμιο. Έτσι ανοίγει η συσκευή εισπνοής. | |
| Προετοιμάστε το καψάκιοΑμέσως πριν τη χρήση, με στεγνά χέρια, αφαιρέστε ένα καψάκιο από την κυψέλη. Μην καταπίνετε το καψάκιο. | |
| Εισάγετε το καψάκιο Τοποθετήστε το καψάκιο στο θάλαμο του καψακίου. Μην τοποθετείτε ποτέ ένα καψάκιο απευθείας στο επιστόμιο. | |
| Κλείστε τη συσκευή εισπνοής Κλείστε τη συσκευή εισπνοής μέχρι να ακούσετε «κλικ». | |
| Τρυπήστε το καψάκιο Κρατήστε τη συσκευή εισπνοής σε όρθια θέση με το επιστόμιο στραμμένο προς τα πάνω. Τρυπήστε το καψάκιο πιέζοντας σταθερά τα δύο πλευρικά πλήκτρα συγχρόνως. Κάντε το μόνο μία φορά. Θα πρέπει να ακούσετε ένα «κλικ» καθώς διατρυπάται το καψάκιο. | |
| Αφήστε εντελώς τα πλευρικά πλήκτρα | |
| Εκπνεύστε Πριν τοποθετήσετε το επιστόμιο στο στόμα σας, εκπνεύστε εντελώς. Μη φυσήξετε μέσα στο επιστόμιο. | |
| Εισπνεύστε το φάρμακο Για να εισπνεύσετε το φάρμακο βαθιά στους αεραγωγούς σας: Κρατήστε τη συσκευή εισπνοής, όπως φαίνεται στην εικόνα. Τα πλευρικά πλήκτρα θα πρέπει να βρίσκονται δεξιά και αριστερά. Μην πιέζετε τα πλευρικά πλήκτρα. Τοποθετήστε το επιστόμιο στο στόμα σας και κλείστε σφιχτά τα χείλη σας γύρω του. Εισπνεύστε γρήγορα, αλλά σταθερά και όσο βαθιά μπορείτε. | |
| Σημείωση: Καθώς εισπνέετε μέσω της συσκευής εισπνοής, το καψάκιο περιστρέφεται στο θάλαμο και θα πρέπει να το ακούτε να στροβιλίζεται. Θα αισθανθείτε μια γλυκιά γεύση καθώς εισέρχεται το φάρμακο στους πνεύμονές σας. | |
| Πρόσθετες πληροφορίες Περιστασιακά, πολύ μικρά τεμάχια του καψακίου μπορούν να διέλθουν από το φίλτρο και να εισέλθουν στο στόμα σας. Εάν συμβεί αυτό, ενδέχεται να μπορείτε να αισθανθείτε αυτά τα τεμάχια στη γλώσσα σας. Η κατάποση ή η εισπνοή αυτών των τεμαχίων δεν είναι βλαβερή. Οι πιθανότητες θρυμματισμού του καψακίου θα είναι αυξημένες εάν το καψάκιο τρυπηθεί κατά λάθος περισσότερες από μία φορές (βήμα 6). | |
| Εάν δεν ακούσετε ήχο στροβιλισμού Το καψάκιο ενδέχεται να έχει κολλήσει στο θάλαμο του καψακίου. Εάν συμβεί αυτό: Ανοίξτε τη συσκευή εισπνοής και χαλαρώστε προσεκτικά το καψάκιο, χτυπώντας απαλά τη βάση της συσκευής εισπνοής. Μην πιέζετε τα πλευρικά πλήκτρα. Κλείστε τη συσκευή εισπνοής και εισπνεύστε πάλι το φάρμακο, επαναλαμβάνοντας τα βήματα8 και 9. | |
| Κρατήστε την αναπνοή Αφού εισπνεύσετε το φάρμακο: Κρατήστε την αναπνοή σας για τουλάχιστον 5‑10δευτερόλεπτα ή για όσο μπορείτε με άνεση, ενώ βγάζετε τη συσκευή εισπνοής από το στόμα σας. Έπειτα εκπνεύστε. Ανοίξτε τη συσκευή εισπνοής για να δείτε εάν έχει απομείνει τυχόν κόνις στο καψάκιο. Εάν έχει απομείνει κόνις στο καψάκιο Κλείστε τη συσκευή εισπνοής. Επαναλάβετε τα βήματα8, 9, 10 και 11. Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να αδειάσουν το καψάκιο με μία ή δύο εισπνοές. Πρόσθετες πληροφορίες Εφόσον το καψάκιο είναι άδειο, έχετε λάβει αρκετό από το φάρμακό σας. | |
| Ανοίξτε πάλι το επιστόμιο και αφαιρέστε το άδειο καψάκιο, χτυπώντας το απαλά για να εξέλθει από το θάλαμο του καψακίου. Τοποθετήστε το άδειο καψάκιο στα οικιακά απορρίμματα. Εάν η συνταγή σας απαιτεί να λάβετε περισσότερα από 1 καψάκια, επαναλάβετε τα βήματα 3-12 όπως απαιτείται. | |
| Αφού ολοκληρώσετε τη λήψη του φαρμάκου σας Κλείστε τη συσκευή εισπνοής και επανατοποθετήστε το καπάκι. Ξεπλύνετε το στόμα σας καλά με νερό αφού χρησιμοποιήσετε το φάρμακό σας. Φτύστε το νερό της έκπλυσης. Αυτό θα μειώσει τον κίνδυνο να αναπτυχθεί μυκητιασική λοίμωξη (καντιντίαση) στο στόμα. Μη φυλάσσετε τα καψάκια στη συσκευή εισπνοής Miflonide Breezhaler. |