MIRCERA INJ.SOL 200MCG/1ML VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - MIRCERA 200MCG/1ML
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας που σχετίζεται με τη χρόνια νόσο των νεφρών (CKD) σε ενήλικες ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.1).
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας που σχετίζεται με τη χρόνια νόσο των νεφρών (CKD) σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως κάτω των 18 ετών που είναι σε μετάβαση από άλλον παράγοντα διέγερσης της ερυθροποίησης (ESA) αφότου το επίπεδο αιμοσφαιρίνης τους σταθεροποιήθηκε με τον προηγούμενο ESA (βλ. παράγραφο 5.1).
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει υπό την επίβλεψη ενός έμπειρου ιατρού στη διαχείριση ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία.
Δοσολογία
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας σε ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών
Επειδή τα συμπτώματα της αναιμίας και οι επιπτώσεις μπορεί να ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τη συνολική επιβάρυνση της υγείας από τη νόσο, είναι απαραίτητη μία ιατρική εκτίμηση της ατομικής κλινικής πορείας και της κατάστασης του ασθενούς. Η θεραπεία πρέπει να χορηγηθεί είτε υποδορίως είτε ενδοφλεβίως με σκοπό να αυξηθεί η αιμοσφαιρίνη όχι όμως περισσότερο από 12 g/dl (7,45 mmol/l). Η υποδόρια χρήση είναι προτιμότερη σε ασθενείς που δε βρίσκονται σε αιμοκάθαρση ώστε να αποφεύγεται η παρακέντηση των περιφερικών φλεβών.
Εξαιτίας των διαφοροποιήσεων μεταξύ των ασθενών, πρέπει να παρακολουθούνται οι περιστασιακές εξατομικευμένες τιμές της αιμοσφαιρίνης του ασθενούς πάνω και κάτω από το επιθυμητό επίπεδο της αιμοσφαιρίνης. Η διαφοροποίηση της αιμοσφαιρίνης θα πρέπει να ελέγχεται μέσω της διαχείρισης της δόσης, λαμβάνοντας υπόψη το επιδιωκόμενο εύρος της αιμοσφαιρίνης από 10 g/dl (6,21 mmol/l) έως 12 g/dl (7,45 mmol/l). Θα πρέπει να αποφεύγονται παρατεταμένα επίπεδα αιμοσφαιρίνης μεγαλύτερα του 12 g/dl (7,45 mmol/l). Καθοδήγηση για κατάλληλη προσαρμογή της δόσης όταν παρατηρούνται τιμές αιμοσφαιρίνης μεγαλύτερες από 12 g/dl (7,45 mmol/l) δίδεται παρακάτω.
Αύξηση αιμοσφαιρίνης μεγαλύτερη από 2 g/dl (1,24 mmol/l) σε ενήλικες ασθενείς και 1 g/dl (0,62 mmol/l) σε παιδιατρικούς ασθενείς σε μία περίοδο τεσσάρων εβδομάδων θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν συμβεί, κατάλληλη προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί όπως έχει καθοριστεί.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για να διαπιστωθεί ότι χρησιμοποιείται η χαμηλότερη εγκεκριμένη αποτελεσματική δόση της θεραπείας ώστε να παρέχεται επαρκής έλεγχος των συμπτωμάτων της αναιμίας διατηρώντας συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης κάτω από ή στα 12 g/dl (7,45 mmol/l).
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή με την κλιμάκωση των δόσεων της θεραπείας σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Στους ασθενείς με πτωχή ανταπόκριση αιμοσφαιρίνης στη θεραπείας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εναλλακτικές εξηγήσεις για την πτωχή ανταπόκριση (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).
Η αιμοσφαιρίνη συνιστάται να παρακολουθείται κάθε δύο εβδομάδες μέχρι να σταθεροποιηθεί και κατόπιν τούτου περιοδικά (βλέπε παράγραφο 4.4).
Ενήλικες ασθενείς που δεν υποβάλλονται σε θεραπεία κατά την παρούσα περίοδο με έναν παράγοντα διέγερσης ερυθροποίησης (ESA):
Για να αυξηθούν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης περισσότερο από 10 g/dl (6,21 mmol/l), η συνιστώμενη δόση έναρξης για ασθενείς που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση είναι 1,2 μικρογραμμάρια/kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη μία φορά κάθε μήνα ως μία εφάπαξ υποδόρια ένεση.
Εναλλακτικά, μια δόση έναρξης 0,6 μικρογραμμάρια/kg σωματικού βάρους μπορεί να χορηγείται μια φορά κάθε δύο εβδομάδες ως μία εφάπαξ ενδοφλέβια ή υποδόρια ένεση σε ασθενείς που υποβάλλονται ή όχι σε αιμοκάθαρση.
Η δόση μπορεί να αυξηθεί περίπου κατά 25% σε σχέση με την προηγούμενη δόση εάν ο ρυθμός αύξησης της αιμοσφαιρίνης είναι μικρότερος από 1,0 g/dl (0,621 mmol/l) για περισσότερο από ένα μήνα. Περαιτέρω αυξήσεις περίπου κατά 25% μπορούν να πραγματοποιηθούν σε μηνιαία διαστήματα μέχρι να επιτευχθεί το εξατομικευμένο επίπεδο στόχου της αιμοσφαιρίνης.
Εάν ο ρυθμός αύξησης της αιμοσφαιρίνης είναι μεγαλύτερος από 2 g/dl (1,24 mmol/l) για ένα μήνα ή το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης αυξάνεται και προσεγγίζει τα 12 g/dl (7,45 mmol/l), η δόση πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 25%. Εάν το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης συνεχίσει να αυξάνεται, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης αρχίσει να μειώνεται, στο οποίο σημείο η θεραπεία πρέπει να αρχίσει ξανά με δόση 25% περίπου κάτω από την προηγουμένως χορηγούμενη δόση. Μετά τη διακοπή της δόσης αναμένεται μία μείωση της αιμοσφαιρίνης περίπου κατά 0,35 g/dL (0,22 mmol/l) την εβδομάδα. Προσαρμογές της δοσολογίας δεν θα πρέπει να πραγματοποιούνται συχνότερα από μία φορά το μήνα.
Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία κάθε δύο εβδομάδες των οποίων η συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης είναι πάνω από 10 g/dl (6,21 mmol/l) μπορούν να λαμβάνουν methoxy polyethylene glycol-epoetin beta χορηγούμενο μία φορά-το μήνα χρησιμοποιώντας δόση ισοδύναμη με τη διπλάσια προηγούμενη δόση που χορηγούνταν μία φορά-κάθε-δύο-εβδομάδες.
Ενήλικες ασθενείς που θεραπεύονται κατά την παρούσα περίοδο με ένα ESA:
Οι ασθενείς που θεραπεύονται κατά την παρούσα περίοδο με ένα ESA μπορούν να μετατάσσονται σε methoxy polyethylene glycol-epoetin beta χορηγούμενο μία φορά το μήνα ως μία εφάπαξ ενδοφλέβια ή υποδόρια ένεση. Η δόση έναρξης του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta βασίζεται στην προηγουμένη εβδομαδιαία δόση της darbepoetin alfa ή της epoetin τη στιγμή της υποκατάστασης όπως περιγράφεται στον Πίνακα 1. Η πρώτη ένεση πρέπει να ξεκινήσει στην επόμενη προγραμματισμένη δόση των προηγουμένως χορηγούμενων darbepoetin alfa ή epoetin.
Πίνακας 1: Δόσεις έναρξης του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta για ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν κατά την παρούσα περίοδο έναν ESA| Προηγούμενη εβδομαδιαία ενδοφλέβια ή υποδόρια δόση darbepoetin alfa (microgram/εβδομάδα) | Προηγούμενη εβδομαδιαία ενδοφλέβια ή υποδόρια δόσηepoetin (IU/εβδομάδα) | Μηνιαία ενδοφλέβια ή υποδόρια δόση methoxy polyethylene glycol-epoetin beta(microgram/εφάπαξ μηνιαίως) |
| <40 | <8000 | 120 |
| 40-80 | 8000-16000 | 200 |
| >80 | >16000 | 360 |
Εάν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για να διατηρηθεί το επίπεδο συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης
–στόχου πάνω από 10 g/dl (6,21 mmol/l), η μηνιαία δόση ενδέχεται να αυξηθεί κατά περίπου 25%.
Εάν ο ρυθμός αύξησης της αιμοσφαιρίνης είναι μεγαλύτερος από 2 g/dl (1,24 mmol/l) για ένα μήνα ή το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης αυξάνεται και προσεγγίζει τα 12 g/dl (7,45 mmol/l), η δόση πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 25%. Εάν το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης συνεχίσει να αυξάνεται, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης αρχίσει να μειώνεται, στο οποίο σημείο η θεραπεία πρέπει να αρχίσει ξανά με δόση 25% περίπου κάτω από την προηγουμένως χορηγούμενη δόση. Μετά τη διακοπή της δόσης αναμένεται μία μείωση στην αιμοσφαιρίνη περίπου κατά 0,35 g/dl (0,22 mmol/l) την εβδομάδα. Προσαρμογές της δοσολογίας δεν θα πρέπει να πραγματοποιούνται συχνότερα από μία φορά το μήνα.
Εφόσον η εμπειρία από τη θεραπεία ασθενών με περιτοναιοδιύλιση είναι περιορισμένη, τακτική παρακολούθηση της αιμοσφαιρίνης και αυστηρή συμμόρφωση στην καθοδηγούμενη προσαρμογή της δοσολογίας συνιστώνται σε αυτούς τους ασθενείς.
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως κάτω των 18 ετών που λαμβάνουν κατά την παρούσα περίοδο θεραπεία με έναν ESA:
Παιδιατρικοί ασθενείς των οποίων το επίπεδο αιμοσφαιρίνης έχει σταθεροποιηθεί με θεραπεία με έναν ESA μπορούν να μεταβούν σε methoxy polyethylene glycol-epoetin beta χορηγούμενο μία φορά κάθε 4 εβδομάδες ως ενδοφλέβια ή υποδόρια ένεση, διατηρώντας όμως την ίδια οδό χορήγησης. Η δόση έναρξης του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta υπολογίζεται με βάση τη συνολική εβδομαδιαία δόση του ESA τη στιγμή της μετάβασης (Πίνακας 2).
Πίνακας 2: Δόσεις έναρξης του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως κάτω των 18 ετών που λαμβάνουν κατά την παρούσα περίοδο έναν ESA| Προηγούμενη εβδομαδιαία δόση darbepoetin alfa (μικρογραμμάρια/εβδομάδα) | Προηγούμενη εβδομαδιαία δόση εποετίνης (IU/εβδομάδα) | Δόση methoxy polyethylene glycol-epoetin beta κάθε 4 εβδομάδες(μικρογραμμάρια) |
| 9 - <12 | 2000 - <2700 | 30 |
| 12 - <15 | 2700 - <3500 | 50 |
| 15 - <24 | 3500 - <5500 | 75 |
| 24 - <30 | 5500 - <6500 | 100 |
| 30 - <35 | 6500 - <8000 | 120 |
| 35 - <47 | 8000 - <10000 | 150 |
| 47 - <60 | 10000 - <13000 | 200 |
| 60 - <90 | 13000 - <20000 | 250 |
| ≥90 | ≥20000 | 360 |
Οι προγεμισμένες σύριγγες δεν έχουν σχεδιαστεί για τη χορήγηση επιμέρους δόσεων. Λόγω των διαθέσιμων δοσολογικών περιεκτικοτήτων των προγεμισμένων σύριγγων, οι παιδιατρικοί ασθενείς με δόση ESA <9 μικρογραμμάρια/εβδομάδα (darbepoetin alfa) ή <2000 IU/εβδομάδα εποετίνης, δεν πρέπει να αλλάζουν σε methoxy polyethylene glycol-epoetin.
Εάν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τη διατήρηση της στοχευόμενης συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης πάνω από 10 g/dl, η δόση των 4 εβδομάδων μπορεί να προσαρμοστεί κατά περίπου 25%.
Εάν η αύξηση της αιμοσφαιρίνης είναι μεγαλύτερη από 1 g/dl (0,62 mmol/l) σε διάστημα 4 εβδομάδων ή το επίπεδο αιμοσφαιρίνης αυξάνεται και πλησιάζει τα 12 g/dl (7,45 mmol/l), η δόση methoxy polyethylene glycol-epoetin beta πρέπει να μειωθεί κατά περίπου 25%.
Εάν το επίπεδο αιμοσφαιρίνης συνεχίσει να αυξάνεται μετά τη μείωση της δόσης, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται έως ότου το επίπεδο αιμοσφαιρίνης αρχίσει να μειώνεται, οπότε η θεραπεία θα πρέπει να ξαναρχίσει σε δόση 25% περίπου κάτω από την προηγουμένως χορηγούμενη δόση.
Οι προσαρμογές της δόσης δεν πρέπει να γίνονται συχνότερα από μία φορά κάθε 4 εβδομάδες
Διακοπή θεραπείας
Η θεραπεία είναι φυσιολογικά μακροχρόνια. Εν τούτοις, μπορεί να διακοπεί σε οποιαδήποτε στιγμή, εάν είναι απαραίτητο.
Παραληφθείσα δόση
Εάν μία δόση της θεραπείας παραληφθεί, η παραληφθείσα δόση πρέπει να χορηγηθεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα και η χορήγηση της θεραπείας πρέπει να ξεκινήσει ξανά σύμφωνα με την συνταγογραφούμενη συχνότητα δόσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του methoxy polyethylene glycol-epoetin σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 3 μηνών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης έναρξης ούτε των κανόνων μετατροπής της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Σε κλινικές μελέτες το 24% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta ήταν ηλικίας 65 μέχρι 74 ετών, ενώ το 20% ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών ή μεγαλύτερους.
Τρόπος χορήγησης
Η θεραπεία μπορεί να χορηγηθεί είτε υποδορίως είτε ενδοφλεβίως. Μπορεί να χορηγηθεί υποδορίως στην κοιλιά, στο βραχίονα ή στο μηρό. Και οι τρεις θέσεις ένεσης είναι εξίσου κατάλληλες. Για οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο
6.1.
Μη ελεγχόμενη υπέρταση.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta σε άλλες ενδείξεις, συμπεριλαμβανομένης της αναιμίας σε ασθενείς με καρκίνο, δεν έχει τεκμηριωθεί.
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή με την κλιμάκωση των δόσεων του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια καθώς οι υψηλές αθροιστικές δόσεις εποετίνης ενδέχεται να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας, σοβαρών καρδιαγγειακών και αγγειακών εγκεφαλικών συμβάντων. Στους ασθενείς με πτωχή ανταπόκριση αιμοσφαιρίνης στις εποετίνες, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εναλλακτικές εξηγήσεις για την πτωχή ανταπόκριση (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Οι παιδιατρικοί ασθενείς, ιδιαίτερα τα παιδιά ηλικίας < 1 έτους, θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά πριν αλλάξουν από άλλη θεραπεία με ESA, και το επίπεδο αιμοσφαιρίνης θα πρέπει να σταθεροποιηθεί πριν από την αλλαγή. Μετά την αλλαγή του ESA, συνιστάται η παρακολούθηση της αιμοσφαιρίνης κάθε 4 εβδομάδες.
Εάν η τρέχουσα δόση ESA είναι <9 μικρογραμμάρια/εβδομάδα darbepoetin alfa ή <2000 IU/εβδομάδα εποετίνη, ο ασθενής δεν πρέπει να αλλάξει σε methoxy polyethylene glycol-epoetin , καθώς η χαμηλότερη διαθέσιμη περιεκτικότητα δόσης προγεμισμένης σύριγγας είναι 30 μικρογραμμάρια. Δε συνιστάται η χορήγηση επιμέρους δόσεων με προγεμισμένες σύριγγες.
Συμπληρωματική θεραπεία σιδήρου συνιστάται για όλους τους ασθενείς με τιμές ορού φεριτίνης κάτω από 100 μικρογραμμάρια/l ή με κορεσμό τρανσφερίνης κάτω από 20%. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική ερυθροποίηση, το επίπεδο του σιδήρου πρέπει να εκτιμάται για όλους τους ασθενείς πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπεία.
Η αποτυχία ανταπόκρισης στη θεραπεία πρέπει να παρακινήσει την αναζήτηση των αιτιολογικών παραγόντων. Ανεπάρκειες σιδήρου, φολικού οξέος ή βιταμίνης B12 μειώνουν την αποτελεσματικότητα των ESA και για το λόγο αυτό θα πρέπει να διορθώνονται. Παρεμπίπτουσες λοιμώξεις, φλεγμονώδη ή τραυματικά επεισόδια, λανθάνουσα αιμορραγία, αιμόλυση, σοβαρή τοξικότητα αργιλλίου, υποβόσκουσες αιματολογικές ασθένειες ή ίνωση του μυελού των οστών μπορεί επίσης να καταστείλουν την ερυθροποιητική ανταπόκριση. Ο αριθμός των δικτυοερυθροκυττάρων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην αξιολόγηση. Εάν όλες οι αναφερθείσες συνθήκες αποκλεισθούν και ο ασθενής έχει μία αιφνίδια πτώση της αιμοσφαιρίνης σχετιζόμενη με δικτυοερυθροκυτταροπενία και αντισώματα κατά της ερυθροποιητίνης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η εξέταση του μυελού των οστών για διάγνωση αμιγούς απλασίας της ερυθράς σειράς (PRCA). Σε περίπτωση που διαγνωστεί αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και οι ασθενείς δεν πρέπει να μετατάσσονται σε κάποιον άλλο ESA.
Αμιγής Απλασία της Ερυθράς Σειράς προκαλούμενη από αντισώματα κατά της ερυθροποιητίνης έχει αναφερθεί σε σχέση με όλους τους ESA, συμπεριλαμβανομένου του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta. Έχει καταδειχθεί ότι τα αντισώματα αυτά αντιδρούν με τρόπο διασταυρούμενο με όλους τους ESA, και οι ασθενείς που είναι πιθανόν ή είναι επιβεβαιωμένο ότι έχουν αντισώματα κατά της ερυθροποιητίνης δε πρέπει να μετατάσσονται στο methoxy polyethylene glycol-epoetin beta (βλ. παράγραφο 4.8).
Αμιγής Ερυθροκυτταρική Απλασία σε ασθενείς με Ηπατίτιδα C: Μια παράδοξη μείωση της αιμοσφαιρίνης και η εμφάνιση σοβαρής αναιμίας σχετιζόμενης με χαμηλό αριθμό δικτυοερυθροκυττάρων θα πρέπει να ωθούν στη διακοπή της θεραπείας με εποετίνη και στη διενέργεια ελέγχου αντισωμάτων κατά της ερυθροποιητίνης. Έχουν αναφερθεί περιστατικά σε ασθενείς με ηπατίτιδα C οι οποίοι υποβάλλονταν σε θεραπεία με ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη, ενώ ταυτόχρονα χορηγούνταν εποετίνες. Οι εποετίνες δεν είναι εγκεκριμένες για την αντιμετώπιση της αναιμίας που σχετίζεται με την ηπατίτιδα C.
Παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης: Όπως και με άλλους ESA, η αρτηριακή πίεση μπορεί να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελεγχθεί επαρκώς σε όλους τους ασθενείς πριν, κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta.Εάν η υψηλή αρτηριακή πίεση είναι δύσκολο να ελεγχθεί με ιατρική αγωγή ή διαιτολογικά μέσα, η δόση πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί η χορήγηση (βλέπε παράγραφο 4.2).
Κατά τη θεραπεία με εποετίνες έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, μεταξύ των οποίων το σύνδρομο Stevens-Johnson και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες (βλέπε παράγραφο 4.8). Τα πιο σοβαρά περιστατικά έχουν παρατηρηθεί με τις εποετίνες μακράς δράσης. Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τυχόν ενδείξεις και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν ενδείξεις και συμπτώματα που ενδέχεται να σχετίζονται με αυτές τις αντιδράσεις, το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής εμφανίσει σοβαρή δερματική αντίδραση όπως σύνδρομο Stevens-Johnson ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση λόγω της χρήσης methoxy polyethylene glycol-epoetin beta, η θεραπεία με ESA πρέπει να μην ξαναξεκινήσει σε αυτόν τον ασθενή ποτέ.
Συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης: Σε ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών, η συγκέντρωση διατήρησης της αιμοσφαιρίνης δε θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτατο όριο της συγκέντρωσης στόχου της αιμοσφαιρίνης η οποία συνιστάται στην παράγραφο 4.2. Σε κλινικές μελέτες, παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος θανάτων, σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων συμπεριλαμβανομένης της θρόμβωσης ή αγγειοεγκεφαλικών συμβαμάτων συμπεριλαμβανομένου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου όταν οι ESA χορηγήθηκαν ώστε η αιμοσφαιρίνη να αυξηθεί περισσότερο από 12 g/dl (7,5 mmol/l) (βλέπε παράγραφο 4.8).
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντικά οφέλη αποδοτέα στη χορήγηση των εποετινών όταν η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης αυξάνεται πέραν του επιπέδου το οποίο είναι ικανό να ρυθμίσει τα συμπτώματα της αναιμίας και να αποφευχθεί η μετάγγιση αίματος.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας δεν έχει αποδειχθεί σε ασθενείς με αιμοσφαιρινοπάθειες, επιληπτικές κρίσεις, αιμορραγία ή πρόσφατο ιστορικό αιμορραγίας που χρειάστηκε μετάγγιση ή με επίπεδα αιμοπεταλίων υψηλότερα από 500 x 109/l. Επομένως πρέπει να δίδεται προσοχή στους ασθενείς αυτούς.
Αποτέλεσμα στην ανάπτυξη όγκου: Το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta, όπως άλλοι ESA, είναι ένας αυξητικός παράγοντας που διεγείρει κατά κύριο λόγο την παραγωγή ερυθροκυττάρων. Οι υποδοχείς της ερυθροποιητίνης μπορεί να εκφράζονται στην επιφάνεια μιας ποικιλίας κυττάρων όγκου. Όπως συμβαίνει με όλους τους αυξητικούς παράγοντες, υπάρχει ο προβληματισμός ότι οι ESA θα μπορούσαν να διεγείρουν την ανάπτυξη κακοήθειας οποιουδήποτε είδους. Σε δύο ελεγχόμενες κλινικές μελέτες στις οποίες χορηγήθηκαν epoetins σε ασθενείς με διάφορους καρκίνους, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου κεφαλής και τραχήλου και του καρκίνου του μαστού, εμφανίστηκε ανεξήγητα μεγάλη θνητότητα.
Η λανθασμένη χρήση του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta από υγιείς ανθρώπους μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική αύξηση της αιμοσφαιρίνης. Αυτό μπορεί να σχετίζεται με απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές του καρδιαγγειακού συστήματος.
Ιχνηλασιμότητα: Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος θα πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta μεταβάλλει τον μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.
Κύηση
Δεν υπάρχουν στοιχεία από τη χρήση του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta σε έγκυες γυναίκες.
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στην μεταγεννητική ανάπτυξη αλλά κατέδειξαν μία σχετιζόμενη με την κατηγορία αναστρέψιμη μείωση του βάρους του εμβρύου (βλ. παράγραφο 5.3). Προσοχή πρέπει να δίνεται όταν συνταγογραφείται σε έγκυες γυναίκες.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο εάν το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μία μελέτη σε ζώα κατέδειξε έκκριση methoxy polyethylene glycol-epoetin beta στο μητρικό γάλα. Η απόφαση εάν θα συνεχιστεί ή θα διακοπεί η γαλουχία είτε θα συνεχιστεί ή θα διακοπεί η θεραπεία με το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta θα πρέπει να λαμβάνεται έχοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta για την γυναίκα.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επηρεασμένη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
Το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
(α) Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Η βάση δεδομένων ασφάλειας από κλινικές δοκιμές περιελάμβανε 3.042 ενηλίκους ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών συμπεριλαμβανομένων 1.939 ενηλίκων ασθενών, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta και 1.103 με έναν άλλον παράγοντα διέγερσης ερυθροποίησης. Περίπου το 6 % των ενηλίκων ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta αναμένεται να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Η πιο συχνά αναφερθείσα ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η υπέρταση (συχνές).
(β) Λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στον Πίνακα 3 παρατίθενται σύμφωνα με την κατηγορία οργανικό σύστημα MedDRA και την κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνοτήτων καθορίζονται με τη χρήση της ακόλουθης σύμβασης:
πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες
(≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται στη θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta σε ενηλίκους ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών.Επισημαίνονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρούνται μόνο μετά την κυκλοφορία (*)
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Όχι συχνή | Θρομβοπενία* |
| Μη γνωστή | Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς* | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνια | Υπερευαισθησία |
| Μη γνωστή | Αναφυλακτική αντίδραση* | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Όχι συχνή | Κεφαλαλγία |
| Σπάνια | Υπερτασική εγκεφαλοπάθεια | |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνή | Υπέρταση |
| Όχι συχνή | Θρόμβωση* | |
| Σπάνια | Έξαψη | |
| Σπάνια | Πνευμονική εμβολή* | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σπάνια | Εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες |
| Μη γνωστή | Σύνδρομο Stevens-Johnson / τοξική επιδερμική νεκρόλυση* | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικώνχειρισμών | Όχι συχνή | Θρόμβωση στην θέση προσπέλασης του αγγείου |
(γ) Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ενήλικοςς πληθυσμός
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις θρομβοπενίας μετά την κυκλοφορία. Παρατηρήθηκε σε κλινικές μελέτες μία ελαφριά μείωση των αριθμών αιμοπεταλίων εντός του φυσιολογικού εύρους.
Αριθμός αιμοπεταλίων μικρότερος από 100 x 109/l παρατηρήθηκε στο 7% των ενηλίκων ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta και στο 4% των ενηλίκων ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με άλλον παράγοντα διέγερσης της ερυθροποίησης κατά τη διάρκεια της κλινικής ανάπτυξης. Σε μια μελέτη ασφάλειας μετά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας με μακροχρόνια έκθεση σε θεραπεία έως και 8,4 έτη, η αρχική τιμή των αιμοπεταλίων κάτω από 100 x 109 / l ήταν παρούσα στο 2,1% των ενηλίκων ασθενών στην ομάδα του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta και το 2,4% των ενηλίκων ασθενών σε άλλη ομάδα ESAs. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, παρατηρήθηκαν ετησίως αριθμοί αιμοπεταλίων κάτω από 100 x 109 / l σε 1,5% έως 3,0% των ενηλίκων ασθενών που έλαβαν methoxy polyethylene glycol-epoetin beta και 1,6% έως 2,5% των ενηλίκων ασθενών που έλαβαν θεραπεία με άλλους ESAs.
Από τα δεδομένα μιας ελεγχόμενης κλινικής μελέτης με εποετίνη άλφα ή darbepoetin alfa αναφέρθηκε η συχνότητα εμφάνισης του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ως συχνή. Μία μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας έδειξε παρόμοια συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου μεταξύ του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta (6,3%) και των ομάδων αναφοράς ESAs (epoetin alfa, darbepoetin alfa και epoetin beta) (7%).
Όπως και με άλλους ESA, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις θρόμβωσης, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονικής εμβολής, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά(βλ.παράγραφο 4.4).
Έχει καταγραφεί αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς (PRCA) προκαλούμενη από εξουδετερωτικά αντισώματα κατά της ερυθροποιητίνης, με άγνωστη συχνότητα. Σε περίπτωση που γίνεται διάγνωση PRCA, πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta και οι ασθενείς δεν πρέπει να μεταταχθούν σε άλλη ανασυνδυασμένη ερυθροποιητική πρωτεΐνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στις δύο παιδιατρικές μελέτες, ο παιδιατρικός πληθυσμός που μελετήθηκε περιλάμβανε συνολικά 104 ασθενείς, εκ των οποίων οι 12 ήταν ηλικίας κάτω των 5 ετών, οι 36 ήταν ηλικίας 5 έως 11 ετών και οι
56 ήταν ηλικίας 12 έως 17 ετών. Το προφίλ ασφάλειας του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta στον παιδιατρικό πληθυσμό που συμπεριλήφθηκε σε αυτές τις δύο μελέτες ήταν συνολικά σύμφωνο με αυτό που είναι γνωστό για τον ενήλικο πληθυσμό, με βάση τη χαμηλή έκθεση των ασθενών σε αυτές τις μελέτες (βλ. παράγραφο 5.1).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V*.
Το θεραπευτικό εύρος του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta είναι ευρύ. Η εξατομικευμένη ανταπόκριση θα πρέπει λαμβάνεται υπόψη όταν η θεραπεία ξεκινάει. Η υπερδοσολογία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα εκδηλώσεις υπερβολικής φαρμακοδυναμικής επίδρασης, π.χ. υπερβολική ερυθροποίηση. Σε περίπτωση υπερβολικών επιπέδων αιμοσφαιρίνης, η θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta θα μπορούσε προσωρινά να διακοπεί (βλέπε παράγραφο 4.2). Εάν ενδείκνυται κλινικά, φλεβοτομή μπορεί να διενεργηθεί.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - MIRCERA 200MCG/1ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιαναιμικά σκευάσματα, Κωδικός ATC: Β03ΧΑ03 Μηχανισμός δράσης
Το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta διεγείρει την ερυθροποίηση μέσω αλληλεπίδρασης με τον υποδοχέα της ερυθροποιητίνης στα προγονικά κύτταρα του μυελού των οστών. Η methoxy polyethylene glycol-epoetin beta, η δραστική ουσία του MIRCERA, είναι ένας συνεχούς δράσης ενεργοποιητής του υποδοχέα της ερυθροποιητίνης που δείχνει διαφορετική δραστηριότητα στο επίπεδο του υποδοχέα, που χαρακτηρίζεται από μία πιο αργή σύζευξη και μία πιο γρήγορη αποσύζευξη από τον υποδοχέα, μία μειωμένη συγκεκριμένη in vitro δραστηριότητα με μία αυξημένη ιn vivo δραστηριότητα, όπως επίσης και αυξημένο χρόνο ημιζωής, σε αντίθεση με την ερυθροποιητίνη. Το μέσο μοριακό βάρος είναι περίπου 60 kDa εκ των οποίων η υγρασία της πρωτεΐνης συν το μέρος του υδατάνθρακα αποτελούν περίπου τα 30 kDa.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ως πρωταρχικός αυξητικός παράγοντας για την ανάπτυξη ερυθροειδούς, η φυσική ορμόνη ερυθροποιητίνη παράγεται στα νεφρά και απελευθερώνεται στην κυκλοφορία σε απάντηση της υποξίας. Απαντώντας στην υποξία, η φυσική ορμόνη ερυθροποιητίνη αλληλεπιδρά με τα ερυθροειδή προγονικά κύτταρα για να αυξήσει την παραγωγή ερυθροκυττάρων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ενήλικος πληθυσμός
Δεδομένα από μελέτες διόρθωσης με ασθενείς που λάμβαναν αγωγή μια φορά κάθε δύο εβδομάδες και μια φορά κάθε τέσσερις εβδομάδες δείχνουν ότι οι ρυθμοί ανταπόκρισης της αιμοσφαιρίνης στην ομάδα του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta στο τέλος κάθε περιόδου διόρθωσης ήταν υψηλοί και συγκρίσιμοι με αυτούς της ομάδας σύγκρισης. Ο διάμεσος χρόνος ανταπόκρισης ήταν 43 ημέρες στο σκέλος της μελέτης με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta και 29 ημέρες στο σκέλος σύγκρισης, με αυξήσεις της αιμοσφαιρίνης εντός των πρώτων 6 εβδομάδων 0,2 g/dl/εβδομάδα και 0,3 g/dl/εβδομάδα, αντίστοιχα.
Τέσσερις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε διύλιση, οι οποίοι λάμβαναν αγωγή με darbepoetin alfa ή epoetin κατά τη περίοδο της ένταξης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να παραμείνουν στη θεραπεία την οποία λάμβαναν τη στιγμή της ένταξης ή να μεταταχθούν σε methoxy polyethylene glycol-epoetin beta με σκοπό να διατηρηθούν σταθερά επίπεδα αιμοσφαιρίνης. Κατά τη περίοδο της αξιολόγησης (εβδομάδα 29-36), το μέσο και διάμεσο επίπεδο αιμοσφαιρίνης σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta ήταν ουσιαστικά πανομοιότυπο με το επίπεδο αιμοσφαιρίνης κατά την έναρξη της αγωγής.
Σε τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο 4.038 CRF ασθενών που δεν υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση με διαβήτη τύπου 2 και επίπεδα αιμοσφαιρίνης ≤ 11 g/dl, οι ασθενείς έλαβαν είτε θεραπεία με darbepoetin alpha για να στοχεύσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης 13 g/dl ή εικονικό φάρμακο (βλέπε παράγραφο 4.4). Η μελέτη δεν πέτυχε ούτε τον πρωταρχικό στόχο να επιδείξει μείωση του κινδύνου θνησιμότητας από κάθε αίτιο, της καρδιαγγειακής νοσηρότητας, ή της νεφροπάθειας τελικού σταδίου (ESRD). Η ανάλυση των επιμέρους στοιχείων του σύνθετου τελικού σημείου έδειξε τα ακόλουθα HR (95% CI): θάνατος 1.05 (0.92, 1.21), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο 1.92 (1.38, 2.68), συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) 0.89 (0.74, 1.08), έμφραγμα του μυοκαρδίου (MI) 0.96 (0.75, 1.23), νοσηλεία σε νοσοκομείο για ισχαιμία του μυοκαρδίου 0.84 (0.55, 1.27), ESRD 1.02 (0.87, 1.18).
Έχουν πραγματοποιηθεί συγκεντρωτικές post-hoc αναλύσεις κλινικών μελετών με ESA σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (ασθενείς υπό αιμοκάθαρση, ασθενείς χωρίς αιμοκάθαρση, σε διαβητικούς και μη ασθενείς). Παρατηρήθηκε τάση προς αυξημένες εκτιμήσεις κινδύνου για τη θνησιμότητα από κάθε αίτιο, τα καρδιαγγειακά και αγγειακά εγκεφαλικά συμβάντα σε σχέση με τις υψηλότερες αθροιστικές δόσεις ESA ανεξάρτητα από την κατάσταση του διαβήτη ή της αιμοκάθαρσης (βλέπε παράγραφο 4.2 και παράγραφο 4.4).
Η ερυθροποιητίνη είναι ένας αυξητικός παράγοντας που πρωταρχικά διεγείρει την παραγωγή ερυθροκυττάρων. Οι υποδοχείς της ερυθροποιητίνης μπορεί να εκφράζονται στην επιφάνεια διαφόρων κυτταρικών όγκων.
Η επιβίωση και η εξέλιξη του όγκου έχουν μελετηθεί σε πέντε μεγάλες ελεγχόμενες μελέτες με 2.833 ασθενείς συνολικά, εκ των οποίων οι τέσσερις ήταν διπλές τυφλές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες και μία ανοιχτή μελέτη. Στις δύο από τις μελέτες εισήχθησαν ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με χημειοθεραπεία. Η συγκέντρωση στόχος της αιμοσφαιρίνης σε δύο μελέτες ήταν
>13 g/dl, στις εναπομείναντες 3 μελέτες ήταν 12 – 14 g/dl. Στην ανοιχτή μελέτη δεν υπήρχε διαφοροποίηση στη συνολική επιβίωση μεταξύ ασθενών οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη και φάρμακο ελέγχου. Στις τέσσερις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες ο σχετικός κίνδυνος (hazard ratio, HR) για τη συνολική επιβίωση είχε εύρος από 1,25 έως 2,47 υπέρ της ομάδας ελέγχου. Οι μελέτες αυτές έχουν δείξει μία συνεπή, ανεξήγητη, στατιστικά σημαντική, αυξημένη θνησιμότητα σε ασθενείς που έχουν αναιμία η οποία σχετίζεται με διάφορους κοινούς καρκίνους και οι οποίοι λαμβάνουν ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη συγκρινόμενοι με την ομάδα ελέγχου. Η έκβαση της συνολικής επιβίωσης στις μελέτες δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί ικανοποιητικά με τις διαφορές στη συχνότητα της θρόμβωσης και των σχετιζόμενων επιπλοκών μεταξύ αυτών στους οποίους χορηγήθηκε ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη και σε αυτούς στην ομάδα ελέγχου.
Έχει επίσης πραγματοποιηθεί μια ανάλυση δεδομένων σε επίπεδο ασθενούς σε περισσότερους από 13.900 ασθενείς με καρκίνο (υπό χημειο-, ακτινο-, χημειοακτινο- θεραπεία ή καμία θεραπεία), οι οποίοι συμμετείχαν σε 53 ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές με διάφορες εποετίνες. Η μετα-ανάλυση των δεδομένων συνολικής επιβίωσης παρήγαγε σχετικό κίνδυνο σημειακής εκτίμησης 1,06 υπέρ της ομάδας ελέγχου (95% CI: 1,00, 1,12, 53 μελέτες και 13.933 ασθενείς) και για τους ασθενείς με καρκίνο οι οποίοι υποβάλλονταν σε χημειοθεραπεία, ο σχετικός κίνδυνος για τη συνολική επιβίωση ήταν 1,04 (95% CI:0,97, 1,11, 38 μελέτες και 10.441 ασθενείς). Οι μετα-αναλύσεις επίσης υποδηλώνουν σταθερά ένα σημαντικά αυξημένο σχετικό κίνδυνο θρομβοεμβολικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο, οι οποίοι λαμβάνουν ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη (βλ.
παράγραφο 4.4). Κανείς ασθενής που υποβλήθηκε σε θεραπεία με methoxy polyethylene glycol-epoetin beta δεν συμμετείχε σε αυτή την ανάλυση δεδομένων.
Το methoxy polyethylene glycol-epoetin beta δεν είναι εγκεκριμένο για τη θεραπεία ασθενών με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία (βλ. παράγραφο 4.1 και 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Έχουν διεξαχθεί δύο μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς. Μία μελέτη με ενδοφλέβια χορήγηση (IV)
και μία μελέτη με υποδόρια χορήγηση (SC) methoxy polyethylene glycol-epoetin beta.
Η μελέτη με χρήση ενδοφλέβιας χορήγησης ήταν μια ανοιχτής επισήμανσης, πολυκεντρική , πολλαπλών δόσεων μελέτη εύρεσης δόσης (NH19707), φάσης ΙΙ, μονού σκέλους, που διεξήχθη σε 64 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 5 έως 17 ετών) με CKD σε αιμοκάθαρση, για την αξιολόγηση δύο συντελεστών μετατροπής (ομάδα 1 και ομάδα 2) προκειμένου να προσδιοριστεί η εναλλαγή από τη θεραπεία συντήρησης με ενδοφλέβια εποετίνη άλφα/βήτα ή darbepoetin alfa σε methoxy polyethylene glycol-epoetin beta χορηγούμενη ενδοφλεβίως μία φορά κάθε 4 εβδομάδες για 20 εβδομάδες. Η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε με βάση τη μεταβολή της συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης (g/dl) μεταξύ της περιόδου αναφοράς και της περιόδου αξιολόγησης. Η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή της αιμοσφαιρίνης από την έναρξη έως την περίοδο αξιολόγησης στην ομάδα 1 ήταν -0,74 g/dl [95% CI: - 1,32 έως -0,16] και στην ομάδα 2 ήταν -0,09 g/dl [95% CI:- 0,45 έως 0,26]. Το 58% και το 75% των ασθενών διατήρησε τιμές αιμοσφαιρίνης εντός ±1 g/dl της αρχικής τιμής και το 75% και το 81% διατήρησε τις τιμές της αιμοσφαιρίνης εντός 10-12 g/dl στην ομάδα 1 και ομάδα 2 αντίστοιχα. Οι αναλύσεις υποομάδων ανά ηλικιακές ομάδες (5-11 ετών και 12-17 ετών) ήταν συνεπείς με τις παρατηρήσεις στο συνολικό πληθυσμό. Οι ασθενείς που ολοκλήρωσαν τις 20 εβδομάδες βασικής θεραπείας, οι οποίοι διατήρησαν επαρκώς τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ήταν κατάλληλοι να ενταχθούν σε μια προαιρετική περίοδο επέκτασης ασφαλείας 52 εβδομάδων με την ίδια δοσολογική συχνότητα.
Η μελέτη με χρήση υποδόριας χορήγησης ήταν μια δεύτερη ανοιχτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη εύρεσης δόσης (NH19708), φάσης ΙΙ, μονού σκέλους, που διεξήχθη σε 40 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3 μηνών έως 17 ετών) με CKD σε αιμοκάθαρση, ή που δεν βρίσκονταν ακόμη σε αιμοκάθαρση για την αξιολόγηση του συντελεστή μετατροπής που χρησιμοποιήθηκε στην ομάδα 2 στη μελέτη ενδοφλέβιας χορήγησης, προκειμένου να αλλάξει από τη θεραπεία συντήρησης με εποετίνη άλφα/βήτα ή darboepoetin alfa χορηγούμενη υποδορίως, σε methoxy polyethylene glycol-epoetin beta χορηγούμενη υποδορίως μία φορά κάθε 4 εβδομάδες για 20 εβδομάδες. Ομοίως, σε αυτή τη μελέτη, το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η αλλαγή στη συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης (g/dl) μεταξύ της περιόδου αναφοράς και της περιόδου αξιολόγησης. Η μέση αλλαγή στη συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης κατά την περίοδο αξιολόγησης ήταν 0,48 g/dl [95% CI: 0,15 έως 0,82], η οποία ήταν εντός των ορίων ισοδυναμίας από -1 έως +1 g/dl. Τα αποτελέσματα της μέσης αλλαγής στη συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης ανά ηλικιακή ομάδα (<5 ετών, 5-11 ετών, ≥12 ετών) ήταν σύμφωνα με τα αποτελέσματα του κύριου καταληκτικού σημείου κατά την περίοδο αξιολόγησης. Οι ασθενείς που ολοκλήρωσαν τις 20 εβδομάδες βασικής θεραπείας, οι οποίοι διατήρησαν επαρκώς τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ήταν κατάλληλοι να ενταχθούν σε μια προαιρετική περίοδο επέκτασης της ασφάλειας 24 εβδομάδων με την ίδια δοσολογική συχνότητα.
Και στις δύο μελέτες, οι μέσες τιμές αιμοσφαιρίνης παρέμειναν εντός 10 έως 12 g/dl καθ' όλη την περίοδο αξιολόγησης και την περίοδο επέκτασης της ασφάλειας για την πλειονότητα των ασθενών. Το προφίλ ασφαλείας που παρατηρήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς και από τις δύο μελέτες ήταν σύμφωνο με το προφίλ που βρέθηκε στους ενήλικες (βλ. παράγραφο 4.8).
Ενήλικος πληθυσμός
H φαρμακοκινητική του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta μελετήθηκε σε υγιείς εθελοντές και σε αναιμικούς ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών συμπεριλαμβανομένων ασθενών που υποβάλλονται και ασθενών που δεν υποβάλλονται σε διύλιση.
Μετά την υποδόρια χορήγηση σε ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών που δεν υποβάλλονται σε διύλιση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της methoxy polyethylene glycol-epoetin beta στον ορό παρατηρήθηκαν 95 ώρες (διάμεση τιμή) μετά τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της methoxy polyethylene glycol-epoetin beta μετά την υποδόρια χορήγηση ήταν 54%. Ο παρατηρούμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης ήταν 142 ώρες σε ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών που δεν υποβάλλονται σε διύλιση.
Μετά την υποδόρια χορήγηση σε ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών που υποβάλλονται σε διύλιση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της methoxy polyethylene glycol-epoetin beta στον ορό παρατηρήθηκαν 72 ώρες (διάμεση τιμή) μετά τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της methoxy polyethylene glycol-epoetin beta μετά την υποδόρια χορήγηση ήταν 62% και ο παρατηρούμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης ήταν 139 ώρες σε ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών που υποβάλλονται σε διύλιση.
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση σε ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών που υποβάλλονται σε διύλιση, η ολική συστηματική κάθαρση ήταν 0,494 ml/h ανά kg. O τελικός χρόνος ημίσειας ζωής μετά την ενδοφλέβια χορήγηση του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta είναι 134 ώρες.
Η σύγκριση των συγκεντρώσεων του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta στον ορό υπολογισμένες πριν και μετά την διύλιση σε 41 ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών έδειξε ότι η διύλιση δεν έχει καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος.
Μία ανάλυση σε 126 ασθενείς με χρόνια νόσο των νεφρών έδειξε ότι δεν υπάρχει φαρμακοκινητική διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών που υποβάλλονται σε διύλιση και των ασθενών που δεν υποβάλλονται σε διύλιση.
Σε μία μελέτη εφάπαξ δόσεως, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η φαρμακοκινητική του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta είναι παρόμοια σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία συγκρινόμενη με εκείνη των υγιών ατόμων (βλ. παράγραφο 4.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Πραγματοποιήθηκε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού με δεδομένα από 103 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 6 μηνών έως 17 ετών, σωματικό βάρος που κυμαίνονταν από 7 έως 90 κιλά, και 524 ενήλικες ασθενείς. Οι παιδιατρικοί ασθενείς έλαβαν methoxy polyethylene glycol-epoetin beta ενδοφλεβίως (όλοι σε αιμοκάθαρση) ή υποδορίως (σε περιτοναιοδιύλιση, αιμοκάθαρση ή όχι ακόμη σε αιμοκάθαρση). Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής βρέθηκε να αυξάνουν με το σωματικό βάρος,και ο όγκος κατανομής με την ηλικία. Οι παρατηρούμενες μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις ορού του methoxy polyethylene glycol-epoetin beta σε παιδιατρικούς ασθενείς, που συλλέχθηκαν όταν σταθεροποιήθηκαν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης τους, ήταν συγκρίσιμες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες και για τις δύο οδούς χορήγησης, IV και SC.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - MIRCERA 200MCG/1ML
Νάτριο φωσφορικό δισόξινο μονοϋδρικό Νάτριο θειικό
Μαννιτόλη (Ε421) Μεθειονίνη Πολοξαμερή 188 Ύδωρ για ενέσιμα
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C).
Μην καταψύχετε.
Φυλάσσετε την προγεμισμένη σύριγγα στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
O τελικός χρήστης μπορεί να βγάλει το προϊόν από το ψυγείο και να το αφήσει σε θερμοκρασία δωματίου (όχι πάνω από 30°C) για μία μόνο περίοδο μέχρι 1 μήνα. Αφότου βγει από το ψυγείο, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Προγεμισμένη σύριγγα (τύπου Ι γυαλί) με πλαστικοποιημένο έμβολο πώμα (ελαστικό βρωμοβουτύλιο) και κάλυμμα στην άκρη (ελαστικό βρωμοβουτύλιο) και βελόνα 27G1/2.
Προγεμισμένες σύριγγες 30, 50, 75, 100, 120, 150, 200 και 250 μικρογραμμάρια που περιέχουν 0,3 ml
διαλύματος.
Προγεμισμένη σύριγγα 360 μικρογραμμάρια που περιέχει 0,6 ml διαλύματος.
Προγεμισμένες σύριγγες 30, 50, 75 μικρογραμμάρια διατίθενται σε μέγεθος συσκευασίας 1 ή 3 προγεμισμένη(ες) σύριγγα(ες).
Προγεμισμένες σύριγγες 100, 120, 150, 200, 250 και 360 μικρογραμμάρια διατίθενται σε μέγεθος συσκευασίας 1 προγεμισμένης σύριγγας.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Η προγεμισμένη σύριγγα είναι έτοιμη προς χρήση. Η προγεμισμένη σύριγγα δεν περιέχει συντηρητικά και πρέπει να χρησιμοποιείται ως μία εφάπαξ ένεση μόνο. Μόνο μία δόση πρέπει να χορηγείται ανά σύριγγα. Οι προγεμισμένες σύριγγες δεν έχουν σχεδιαστεί για τη χορήγηση επιμέρους δόσεων. Μόνο διαλύματα τα οποία είναι άχρωμα, διαυγή έως ελαφρώς κιτρινωπά και ελεύθερα ορατών σωματιδίων πρέπει να ενίονται.
Μην ανακινείτε.
Να αφήνετε την προγεμισμένη σύριγγα να φτάσει σε θερμοκρασία δωματίου πριν την ένεση.
Κάθε φαρμακευτικό προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.