MUCOSOLVAN PR.CAP 75MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - MUCOSOLVAN 75MG/CAP
Ως βοηθητικό για τη ρευστοποίηση των βλεννωδών εκκρίσεων της αναπνευστικής οδού σε περιπτώσεις οξειών και χρόνιων βρογχοπνευμονικών παθήσεων (βρογχίτιδα, εμφύσημα, τραχειοβρογχίτιδα, χρόνια ασθματική βρογχίτιδα).
Επίσης ενδείκνυται για την πρόληψη των αναπνευστικών επιπλοκών μετά από κατακράτηση των εκκρίσεων μετά από μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις στο θώρακα – άνω κοιλία και μετά από μακροχρόνια κατάκλιση.
Κατά τη διάρκεια οξειών εξάρσεων των βρογχίτιδων πρέπει να χορηγείται μαζί με το κατάλληλο αντιβιοτικό.
Για ενήλικες ηλικίας από 18 ετών και άνω.
Δοσολογία
Ενήλικες ηλικίας από 18 ετών και άνω: 1 καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης από του στόματος 1 φορά την ημέρα, είτε το πρωί ή το βράδυ μετά από γεύμα.
Μην υπερβαίνετε τη συνιστώμενη δοσολογία.
Διάρκεια της θεραπείας
Θα πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή του θεράποντος ιατρού εάν τα συμπτώματα δεν υποχωρούν
μετά από 4-5 ημέρες ή χειροτερεύουν κατά τη διάρκεια της αγωγής.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
Τα καψάκια δεν πρέπει να ανοίγονται ή να μασώνται, αλλά να καταπίνονται ολόκληρα με επαρκή ποσότητα υγρού (κατά προτίμηση με ένα ποτήρι νερό).
Τα «σφαιρίδια φορείς», τα οποία μπορεί μερικές φορές να εμφανιστούν στα κόπρανα, έχουν απελευθερώσει το δραστικό συστατικό κατά τη διάρκεια της διόδου τους από το πεπτικό σύστημα και επομένως η παρουσία τους δεν έχει σημασία.
Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου είναι ανεξάρτητη από την πρόσληψη τροφής. Ωστόσο συνιστάται να λαμβάνεται μετά τα γεύματα για την πρόληψη εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών εκ του γαστρεντερικού συστήματος.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για μια αναμενόμενη αύξηση στη ροή των εκκρίσεων. Συνιστάται η κατανάλωση άφθονων υγρών κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν είναι κατάλληλα για παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Υπάρχουν διαθέσιμες άλλες μορφές κατάλληλες για παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών (MUCOSOLVAN 15mg/5 ml & 30 mg/5 ml Σιρόπι, Mucosolvan 15mg/gum Κόμμι από του στόματος).
Στα παιδιά ηλικίας από 2 έως 6 ετών θα πρέπει να χορηγείται μόνο κατόπιν ιατρικής συμβουλής και υπό ιατρική επίβλεψη.
Αντενδείκνυται η χορήγηση υδροχλωρικής αμβροξόλης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών.
Ασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
Σε περίπτωση επηρεασμένης νεφρικής λειτουργίας ή σοβαρής ηπατοπάθειας το Mucosolvan μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο κατόπιν ιατρικής συμβουλής (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (υδροχλωρική αμβροξόλη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Να μη χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας.
-
Αντενδείκνυται η χορήγηση υδροχλωρικής αμβροξόλης σε παιδιά κάτω των 2 ετών. Τα βλεννολυτικά μπορεί να προκαλέσουν βρογχική απόφραξη σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών. Στην πραγματικότητα, η ικανότητα της απομάκρυνσης των βρογχικών βλεννών περιορίζεται σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών της αναπνευστικής οδού. Επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά μικρότερα των 2 ετών (βλ. παράγραφο 4.2, ενότητα «Παιδιατρικός πληθυσμός»).
Μην υπερβαίνετε τη συνιστώμενη δοσολογία.
Δεν πρέπει να χορηγούνται τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ενεργό ή με ιστορικό γαστρικού ή/και δωδεκαδακτυλικού έλκους ή σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν γαστρεντερική αιμορραγία. Εάν εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία, οι ασθενείς πρέπει να διακόπτουν την αγωγή.
Η εκ νέου αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις παχύρρευστης, πυώδους απόχρεμψης, παρουσία πυρετού ή στην περίπτωση χρόνιας βρογχοπνευμονικής ασθένειας.
Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθματικούς ασθενείς με ιστορικό βρογχόσπασμου ή βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια ή ενεργό φυματίωση.
Κατά τη χρήση του φαρμάκου μπορεί να προκληθεί αύξηση του όγκου των ρευστοποιούμενων βρογχικών εκκρίσεων και αν δεν απομακρυνθούν με βήχα , μπορεί να αποφράξουν την αναπνευστική οδό. Ως εκ τούτου το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με αντιβηχικά ή/και ουσίες που ξηραίνουν τις βρογχικές εκκρίσεις ή με φάρμακα που έχουν ατροπινική δράση.
Ο παραγωγικός βήχας είναι ένας θεμελιώδης βρογχοπνευμονικός αμυντικός μηχανισμός, επομένως δεν πρέπει να καταστέλλεται.
Υπήρξαν αναφορές σοβαρών δερματικών αντιδράσεων όπως πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS)/τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ) και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) που σχετίζονται με τη χορήγηση υδροχλωρικής αμβροξόλης. Εάν υπάρχουν συμπτώματα ή σημεία ενός εξελισσόμενου δερματικού εξανθήματος (που ενίοτε σχετίζεται με φυσαλίδες ή βλάβες βλεννογόνων), η θεραπεία με υδροχλωρική αμβροξόλη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να αναζητηθεί ιατρική συμβουλή.
Οι περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να εξηγηθούν από τη σοβαρότητα άλλων υποκείμενων ασθενειών ή συγχορηγούμενης φαρμακευτικής αγωγής. Επιπρόσθετα, κατά την πρώιμη φάση του συνδρόμου Steven Johnson ή της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει αρχικά μη εξειδικευμένα πρόδρομα συμπτώματα που να προσομοιάζουν με γρίπη, όπως πυρετός, πόνοι στο σώμα, ρινίτιδα, βήχας και πονόλαιμος. Αυτά τα μη εξειδικευμένα πρόδρομα συμπτώματα που προσομοιάζουν με γρίπη είναι πιθανόν να οδηγήσουν παραπλανητικά στην έναρξη συμπτωματικής αγωγής για το βήχα και το κρυολόγημα.
Ως εκ τούτου, εάν εμφανιστούν συμπτώματα που να προσομοιάζουν με γρίπη, όπως πυρετός, πόνοι στο σώμα, ρινίτιδα, βήχας και πονόλαιμος, θα πρέπει να ζητηθεί αμέσως ιατρική συμβουλή και ως προφύλαξη να διακοπεί η αγωγή με αμβροξόλη.
Μπορεί να παρατηρηθεί δύσπνοια στο πλαίσιο υποκείμενης νόσου π.χ. οιδήματος στο φάρυγγα. Τοπικές αλλεργικές αντιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.8: αγγειο-οίδημα) μπορεί επίσης να προκαλέσουν δύσπνοια.
Σε περίπτωση επηρεασμένης νεφρικής λειτουργίας ή σοβαρής ηπατοπάθειας το Mucosolvan μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μετά από ιατρική συμβουλή. Όπως με όλα τα φάρμακα που μεταβολίζονται από το ήπαρ και ακολουθεί νεφρική απέκκριση τους, ενδέχεται να εμφανιστεί συσσώρευση των μεταβολιτών της αμβροξόλης που σχηματίσθηκαν στο ήπαρ, όταν υπάρχει σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σχετικές ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα. Μετά τη χορήγηση αμβροξόλης οι συγκεντρώσεις αντιβιοτικών (αμοξυκιλλίνη, κεφουροξίμη, ερυθρομυκίνη, δοξυκυκλίνη) στις βρογχοπνευμονικές εκκρίσεις και στα πτύελα είναι αυξημένες (βλ. παράγραφο 5.1).
Ταυτόχρονη χορήγηση ενός αντιβηχικού αναστέλλει το αντανακλαστικό του βήχα και μπορεί να προκαλέσει στάση της ρευστοποιημένης λόγω της αμβροξόλης βλέννας (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση
Η υδροχλωρική αμβροξόλη διαπερνά τον πλακούντα.
Μη κλινικές μελέτες δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην κύηση, την εμβρυική ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Εκτεταμένη κλινική εμπειρία μετά την 28η εβδομάδα κύησης δεν έχει καταδείξει επιβλαβείς επιδράσεις στο έμβρυο. Ωστόσο, πρέπει να τηρούνται οι συνήθεις προφυλάξεις σε σχέση με τη χρήση των φαρμάκων κατά την κύηση.
Η χρήση του Mucosolvan δε συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης, ειδικά κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η υδροχλωρική αμβροξόλη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Παρόλο που δεν αναμένονται ανεπιθύμητες επιδράσεις σε βρέφη που θηλάζουν, δε συνιστάται η χορήγηση του Mucosolvan σε θηλάζουσες μητέρες.
Γονιμότητα
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα για την υδροχλωρική αμβροξόλη όσον αφορά στη γονιμότητα.
Μη κλινικές μελέτες δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σχετικά με τη γονιμότητα.
ν
Δεν υπάρχουν ενδείξεις από δεδομένα μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται με βάση τη συχνότητα εμφάνισής τους ως ακολούθως:
Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)*
*Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια έχει παρατηρηθεί κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προιόντος στην αγορά. Μια ακριβής εκτίμηση της συχνότητας δεν είναι εφικτή.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Μη γνωστές: αναφυλακτικές αντιδράσεις, όπως αναφυλακτική καταπληξία, αγγειοοίδημα και κνησμός
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Σπάνιες: εξάνθημα, κνίδωση
Μη γνωστές: Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson/τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης και οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Μη γνωστές: βρογχόσπασμος (ως σύμπτωμα αντίδρασης υπερευαισθησίας)
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές: ναυτία
Όχι συχνές: έμετος, διάρροια, δυσπεψία, κοιλιακός πόνος Πολύ σπάνιες: σιελόρροια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές: πυρετός, βλεννογονικές αντιδράσεις
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr/
Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 357 22608607
Φαξ: + 357 22608649
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Συμπτώματα
Δεν έχουν αναφερθεί συγκεκριμένα συμπτώματα υπερδοσολογίας με αμβροξόλη στον άνθρωπο.
Αντιμετώπιση
Με βάση παρατηρήσεις που προέρχονται από τυχαία υπερδοσολογία και/ή αναφορές σφαλμάτων στη φαρμακευτική αγωγή τα παρατηρούμενα συμπτώματα είναι σύμφωνα με τις γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες του Mucosolvan στις συνιστώμενες δοσολογίες και μπορεί να χρειαστούν συμπτωματική θεραπεία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - MUCOSOLVAN 75MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αποχρεμπτικά εξαιρουμένων των συνδυασμών με αντιβηχικά, Βλεννολυτικά
Κωδικός ATC: R05CB06
Προκλινικά, η υδροχλωρική αμβροξόλη, έχει δειχθεί ότι αυξάνει τις εκκρίσεις του αναπνευστικού. Ενισχύει την παραγωγή του επιφανειοδραστικού παράγοντα των πνευμόνων και την λειτουργία των κροσσών. Αυτές οι δράσεις έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ροής και της μεταφοράς της βλέννης (βλεννοκροσσωτή κάθαρση). Βελτίωση της βλεννοκροσσωτής κάθαρσης έχει δειχθεί σε κλινικές φαρμακολογικές μελέτες. Επομένως, η αύξηση των εκκρίσεων και της βλεννοκροσσωτής κάθαρσης διευκολύνουν την απόχρεμψη και ανακουφίζουν το βήχα.
Σε ασθενείς που πάσχουν από ΧΑΠ (χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια), μακροχρόνια θεραπεία (6 μήνες) με Mucosolvan (Mucosolvan 75 mg καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης) οδήγησε σε σημαντική μείωση των παροξύνσεων που έγινε εμφανής μετά από 2 μήνες θεραπείας. Οι ασθενείς στην ομάδα θεραπείας με Mucosolvan έχασαν σημαντικά λιγότερες ημέρες λόγω ασθένειας και είχαν λιγότερες ημέρες θεραπείας με αντιβιοτικά, όταν χρειάστηκε. Η θεραπεία με Mucosolvan 75 mg καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης προκάλεσε επίσης μια στατιστικά σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων (δυσκολία απόχρεμψης, βήχας, δύσπνοια, ακροαστικά σημάδια) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Τοπική αναισθητική δράση της υδροχλωρικής αμβροξόλης έχει παρατηρηθεί σε μοντέλο οφθαλμού κόνικλου, το οποίο μπορεί να εξηγηθεί από τις ιδιότητες που έχει στον αποκλεισμό των διαύλων νατρίου. Έχει αποδειχθεί in vitro ότι η υδροχλωρική αμβροξόλη αποκλείει τους
διαύλους νατρίου, η δέσμευση αυτή είναι αναστρέψιμη και εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση της ουσίας.
Αυτή η ιδιότητα συνάδει με υπόλοιπες παρατηρήσεις ανακούφισης του πόνου όταν η εισπνεόμενη υδροχλωρική αμβροξόλη χρησιμοποιείται σε άλλες παθήσεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. Κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν με τροχίσκους αμβροξόλης (που περιείχαν 20 mg υδροχλωρικής αμβροξόλης) επιβεβαίωσαν τις επιδράσεις ανακούφισης του πόνου σε ασθενείς με πονόλαιμο λόγω οξείας ιογενούς φαρυγγίτιδας.
In vitro, η υδροχλωρική αμβροξόλη παρουσίασε αντιφλεγμονώδη δράση. Η απελευθέρωση κυτοκινών από τα μονοπύρηνα και πολυμορφοπύρηνα κύτταρα του αίματος καθώς επίσης και τα από τα συνδεδεμένα με τους ιστούς μονοπύρηνα και πολυμορφοπύρηνα κύτταρα φάνηκε να μειώνονται σημαντικά in vitro από την υδροχλωρική αμβροξόλη.
Σε κλινικές μελέτες οι τροχίσκοι αμβροξόλης (που περιέχουν 20mg υδροχλωρικής αμβροξόλης) έχουν δείξει ότι μειώνουν σημαντικά την ερυθρότητα στον ερεθισμένο φάρυγγα.
Μετά τη χορήγηση αμβροξόλης οι συγκεντρώσεις αντιβιοτικών (αμοξυκιλλίνη, κεφουροξίμη, ερυθρομυκίνη, δοξυκυκλίνη) στις βρογχοπνευμονικές εκκρίσεις και στα πτύελα είναι αυξημένες. Δεν έχει προκύψει κλινική σημασία από αυτό το εύρημα.
Αντιικές ιδιότητες από μελέτες in vitro και μελέτες σε ζωικά μοντέλα:
Σε in vitro μελέτες σε ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα τραχείας, έχει παρατηρηθεί μείωση στην αναπαραγωγή του ρινοϊού (RV14).
Σε ένα μοντέλο αεραγωγού μυός, έχει παρατηρηθεί μείωση της αναπαραγωγής του ιού της γρίπης τύπου Α μέσω προληπτικής θεραπείας με αμβροξόλη.Δεν έχει προκύψει κλινική σημασία από αυτά τα ευρήματα.
Απορρόφηση
Η απορρόφηση των από του στόματος χορηγούμενων μορφών άμεσης αποδέσμευσης είναι ταχεία και πλήρης, με γραμμική σχέση ως προς τη δόση. Τα μέγιστα επίπεδά πλάσματος επιτυγχάνονται σε 1 – 2,5 ώρες για τις από του στόματος μορφές άμεσης αποδέσμευσης και μετά από κατά μέσο όρο 6,5 ώρες για τις μορφές βραδείας αποδέσμευσης.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση δισκίου 30 mg βρέθηκε ότι είναι 79%. Το καψάκιο βραδείας αποδέσμευσης παρουσιάζει σχετική διαθεσιμότητα 95% (κανονικοποιημένη δόση) σε σχέση με ημερήσια δόση 60 mg χορηγούμενη ως δισκίο άμεσης αποδέσμευσης (30 mg δύο φορές την ημέρα).
Η πρόσληψη τροφής δεν έχει αποδειχθεί να επηρεάζει την βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής αμβροξόλης μετά από του στόματος χορήγηση.
Κατανομή
Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες στα θεραπευτικά επίπεδα στο πλάσμα είναι περίπου 90%.
Η κατανομή της υδροχλωρικής αμβροξόλης από το αίμα στους ιστούς είναι ταχεία και οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου παρατηρούνται στους πνεύμονες.
Ο όγκος κατανομής μετά από του στόματος χορήγηση εκτιμήθηκε ότι είναι 552 L.
Βιομετασχηματισμός
Περίπου το 30% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απομακρύνεται μέσω του φαινομένου της πρώτης διόδου.
Η υδροχλωρική αμβροξόλη μεταβολίζεται πρωταρχικά από το ήπαρ με γλυκουρονιδίωση και μερική μετατροπή σε διβρωμανθρανυλικό οξύ (περίπου 10% της δόσης) και σε μερικούς ήσσονος σημασίας μεταβολίτες.
Μελέτες σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα έδειξαν ότι το συνένζυμο CYP3A4 είναι υπεύθυνο για τον μεταβολισμό της υδροχλωρικής αμβροξόλης σε διβρωμανθρανυλικό οξύ.
Εντός 3 ημερών μετά από του στόματος χορήγηση, περίπου 6% της δόσης ανακτάται σε ελεύθερη μορφή, ενώ περίπου 26% της δόσης ανακτάται στη συζευγμένη μορφή στα ούρα.
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα πλησιάζει τις 10 ώρες. Η συνολική κάθαρση κυμαίνεται στα 660 mL/min, με τη νεφρική κάθαρση να αναλογεί σε περίπου 8% της συνολικής κάθαρσης.
Μετά από 5 ημέρες, εκτιμάται ότι το 83% της συνολικής δόσης (ραδιενεργά επισημασμένη) απεκκρίνεται στα ούρα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία η απομάκρυνση της υδροχλωρικής αμβροξόλης είναι μειωμένη, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται επίπεδα πλάσματος περίπου 1,3 έως 2 φορές υψηλότερα. Λόγω του μεγάλου θεραπευτικού εύρους της υδροχλωρικής αμβροξόλης, δεν είναι απαραίτητες ρυθμίσεις της δοσολογίας.
Η ηλικία και το φύλο δεν φάνηκε να επηρεάζει την φαρμακοκινητική της υδροχλωρικής αμβροξόλης σε κλινικά σημαντικό βαθμό και επομένως δεν απαιτείται κάποια ρύθμιση της δόσης.
Τα υψηλότερα θεραπευτικά επίπεδα επιτυγχάνονται με τη μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης αμβροξόλης στα 30 ng/ml για 24 ώρες.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - MUCOSOLVAN 75MG/CAP
Έκδοχα:
Crospovidone Carnauba wax Stearyl Alcohol Magnesium Stearate
Κάλυμμα καψακίου:
Iron Oxide yellow CI 77492 (E-172) Iron Oxide red CI 77491 (E-172) Titanium Dioxide CI 77891 (E-171) Water Purified
Gelatin
Σώμα Καψακίου:
Iron Oxide yellow CI 77492 (E-172) Iron Oxide red CI 77491 (E-172) Titanium Dioxide CI 77891 (E-171) Water Purified
Gelatin
Να μη φυλάσσεται σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30oC.
Blisters με φύλλο αλουμινίου και σκληρό φύλλο PVC/PVDC των 10 ή 20 καψακίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.