Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
1
2
1
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡ.ΣΥΝΤ.Η ΔΙΑΓ. &/Ή Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΝΟΣ. & ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΝΟΣ. ΥΠΟ ΝΟΣ/ΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

PEGASYS INJ.SOL 135MCG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ZR PHARMA& GMBH, AUSTRIA

Τελευταία ενημέρωση SmPC

22/9/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - PEGASYS 135MCG/ML

Ενδείξεις

Αληθής πολυκυτταραιμία

Το Pegasys ενδείκνυται ως μονοθεραπεία σε ενήλικες για τη θεραπεία της αληθούς πολυκυτταραιμίας. Ιδιοπαθής θρομβοκυτταραιμία

Το Pegasys ενδείκνυται ως μονοθεραπεία σε ενήλικες για τη θεραπεία της ιδιοπαθούς πολυκυτταραιμίας.

Χρόνια ηπατίτιδα Β

Ενήλικες ασθενείς

Το Pegasys ενδείκνυται για τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β με αντιγόνο e (HbeAg)-θετικό ή της χρόνιας ηπατίτιδας Β (CHB) με HbeAg- αρνητικό σε ενήλικες ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο και με αποδεδειγμένη αναπαραγωγή του ιού, αυξημένες τιμές αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) και ιστολογικά επιβεβαιωμένη ηπατική φλεγμονή και/ή ίνωση (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 ετών και άνω

Το Pegasys ενδείκνυται για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας Β (CHB) με ΗbeAg-θετικό μη κιρρωτικών παιδιών και εφήβων ηλικίας 3 ετών και άνω με αποδεδειγμένη αναπαραγωγή του ιού και εμμένουσες αυξήσεις στις τιμές της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) ορού. Όσον αφορά στην απόφαση για έναρξη θεραπείας σε παιδιατρικούς ασθενείς βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1.

Χρόνια ηπατίτιδα C

Ενήλικες ασθενείς

Το Pegasys ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C (CHC) σε ασθενείς με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1).

Για τη δραστηριότητα που αφορά συγκεκριμένα σε γονότυπο του ιού της ηπατίτιδας C (HCV), βλ. παραγράφους 4.2 και 5.1.

Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 5 ετών και άνω

Το Pegasys σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της CHCσε πρωτοθεραπευόμενα παιδιά και εφήβους ηλικίας 5 ετών και άνω, οι οποίοι είναι θετικοί για HCV-RNA στον ορό.

Κατά τη λήψη απόφασης για την έναρξη της αγωγής κατά την παιδική ηλικία, είναι σημαντικό να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής της ανάπτυξης που προκαλείται από τη θεραπεία συνδυασμού. Η αναστρεψιμότητα της αναστολής της ανάπτυξης είναι αβέβαιη. Η απόφαση για την αγωγή θα πρέπει να λαμβάνεται κατά περίπτωση (βλ. παράγραφο 4.4).

Δοσολογία

Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο από ιατρό με εμπειρία στην αντιμετώπιση ασθενών με αληθή πολυκυτταραιμία, ιδιοπαθή θρομβοκυτταραιμία ή ηπατίτιδα Β ή C.

Aνατρέξτε επίσης στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) των φαρμακευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με το Pegasys.

Η μονοθεραπεία για την ηπατίτιδα C θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε περίπτωση αντένδειξης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Δοσολογία

Αληθής πολυκυτταραιμία και ιδιοπαθής θρομβοκυτταραιμία – ενήλικες ασθενείς

Η δόση πρέπει να τιτλοδοτείται εξατομικευμένα με συνιστώμενη αρχική δόση 45 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα υποδορίως. Η δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά κατά 45 μικρογραμμάρια

μηνιαίως έως ότου επιτευχθεί σταθεροποίηση των αιματολογικών παραμέτρων. Η δόση μπορεί να προσαρμοστεί και/ή το διάστημα χορήγησης να παραταθεί, όπως αρμόζει για τον ασθενή.

Για την αληθή πολυκυτταραιμία, η σταθεροποίηση των αιματολογικών παραμέτρων ορίζεται ως αιματοκρίτης (HCT) <45% χωρίς φλεβοτομία και αιμοπετάλια ≤400x109/l και λευκοκύτταρα

<10x109/l.

Για την ιδιοπαθή θρομβοκυτταραιμία, η σταθεροποίηση των αιματολογικών παραμέτρων ορίζεται ως αιμοπετάλια ≤400x109/l και λευκοκύτταρα <10x109/l.

Η μέγιστη συνιστώμενη εφάπαξ δόση είναι 180 μικρογραμμάρια ενιόμενα μία φορά την εβδομάδα υποδορίως.

Εάν αναπτυχθούν ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η χορηγούμενη δόση πρέπει να μειωθεί ή η θεραπεία να διακοπεί προσωρινά έως ότου υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες· επιπλέον, η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου με χαμηλότερη δόση από τη δόση που προκάλεσε τις ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. παράγραφο 4.4).

Εάν παρατηρηθεί αύξηση των αιματολογικών παραμέτρων (HCT, αιμοπετάλια, λευκοκύτταρα), η δόση και/ή το δοσολογικό διάστημα πρέπει να προσαρμοστούν εξατομικευμένα.

Χρόνια ηπατίτιδα Β – ενήλικες ασθενείς

Η συνιστώμενη δοσολογία και διάρκεια του Pegasys τόσο για θετικού όσο και για αρνητικού HbeAg CHB είναι 180 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα για 48 εβδομάδες. Για πληροφορίες σχετικά με τις προγνωστικές αξίες για την ανταπόκριση κατά τη θεραπεία, βλ. παράγραφο 5.1.

Χρόνια ηπατίτιδα C– ενήλικες ασθενείς

Πρωτοθεραπευόμενοι ενήλικες ασθενείς

Η συνιστώμενη δόση για το Pegasys είναι 180 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα χορηγούμενη σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη από στόματος ή ως μονοθεραπεία.

Η δόση της ριμπαβιρίνης που πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με Pegasys δίνεται στον Πίνακα 1.

Η δόση της ριμπαβιρίνης θα πρέπει να χορηγείται με τροφή.

Διάρκεια θεραπείας – διπλή θεραπεία με Pegasys και ριμπαβιρίνη

Η διάρκεια της θεραπείας συνδυασμού με ριμπαβιρίνη για CHC εξαρτάται από τον ιικό γονότυπο. Ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό ηπατίτιδας C (HCV) γονότυπου 1 οι οποίοι έχουν ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4η εβδομάδα ανεξαρτήτως ιικού φορτίου πριν από την έναρξη της αγωγής, θα πρέπει να λάβουν 48 εβδομάδες θεραπείας.

Χορήγηση θεραπευτικής αγωγής για 24 εβδομάδες μπορεί να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς με

  • γονότυπο 1 με χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) (≤ 800.000 IU/ml) κατά την έναρξη της αγωγής ή

  • γονότυπο 4

οι οποίοι επιτυγχάνουν αρνητικό HCV RNA την 4η εβδομάδα το οποίο παραμένει αρνητικό την εβδομάδα 24. Ωστόσο, συνολική διάρκεια αγωγής 24 εβδομάδων μπορεί να συσχετισθεί με υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής απ’ό,τι με διάρκεια θεραπείας 48 εβδομάδων (βλ. παράγραφο 5.1). Σ’αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανεκτικότητα της θεραπείας συνδυασμού και επιπρόσθετοι προγνωστικοί παράγοντες όπως ο βαθμός ίνωσης προτού ληφθεί απόφαση σχετικά με την διάρκεια της θεραπείας. Η περικοπή της διάρκειας θεραπείας σε ασθενείς με γονότυπο 1 και υψηλό ιικό φορτίο (HVL) (>800.000 IU/ml) πριν από την έναρξη της αγωγής οι οποίοι επιτυγχάνουν αρνητικό HCV RNA την 4η εβδομάδα και το οποίο παραμένει αρνητικό την εβδομάδα 24, θα πρέπει να εξετάζεται με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή καθώς τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα

υποδεικνύουν ότι αυτό μπορεί να έχει σημαντική αρνητική επίδραση στην παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση.

Ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό ηπατίτιδας C γονότυπου 2 ή 3 και οι οποίοι έχουν ανιχνεύσιμο HCV RNA την 4η εβδομάδα, ανεξαρτήτως του ιικού φορτίου πριν από την έναρξη της αγωγής, θα πρέπει να λάβουν 24 εβδομάδες θεραπείας. Χορήγηση θεραπευτικής αγωγής μόνο για 16 εβδομάδες μπορεί να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3 με χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) (≤

800.000 IU/ml) κατά την έναρξη της αγωγής, οι οποίοι επιτυγχάνουν αρνητικό HCV RNA την 4η εβδομάδα και διατηρούν αρνητικό HCV RNA την 16η εβδομάδα. Συνολική θεραπεία διάρκειας 16 εβδομάδων μπορεί να συσχετισθεί με χαμηλότερη πιθανότητα ανταπόκρισης και συσχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής απ’ό,τι θεραπεία διάρκειας 24 εβδομάδων (βλ. παραγράφο 5.1). Σ’αυτούς τους ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανεκτικότητα της θεραπείας συνδυασμού και η παρουσία επιπρόσθετων κλινικών ή προγνωστικών παραγόντων όπως ο βαθμός ίνωσης όταν εξετάζονται αποκλίσεις από την καθιερωμένη διάρκεια θεραπείας 24 εβδομάδων. Η περικοπή της θεραπείας σε ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3 και υψηλό ιικό φορτίο (HVL) (>800.000 IU/ml) κατά την έναρξη της αγωγής οι οποίοι επιτυγχάνουν αρνητικό HCV RNA την 4η εβδομάδα, θα πρέπει να εξετάζεται με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή καθώς αυτό μπορεί να έχει σημαντική αρνητική επίδραση στην παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (sustained virological response, SVR) (βλ. Πίνακα 1).

Είναι περιορισμένα τα διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με γονότυπο 5 ή 6. Ως εκ τούτου, συνιστάται θεραπεία συνδυασμού με 1.000/1.200 mg ριμπαβιρίνης για 48 εβδομάδες.

Πίνακας 1: Δοσολογικές συστάσεις της θεραπείας συνδυασμού για ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C

Γονότυπος Δόση Pegasys Δόση Ριμπαβιρίνης Διάρκεια
Γονότυπος 1 LVL με RVR* 180 μικρογραμμάρια <75 kg = 1.000 mg≥75 kg = 1.200 mg 24 εβδομάδες ή48 εβδομάδες
Γονότυπος 1 ΗVL με RVR* 180 μικρογραμμάρια <75 kg = 1.000 mg≥75 kg = 1.200 mg 48 εβδομάδες
Γονότυπος 4 με RVR* 180 μικρογραμμάρια <75 kg = 1.000 mg≥75 kg = 1.200 mg 24 εβδομάδες ή48 εβδομάδες
Γονότυπος 1 ή 4 χωρίς RVR* 180 μικρογραμμάρια <75 kg = 1.000 mg≥75 kg = 1.200 mg 48 εβδομάδες
Γονότυπος 2 ή 3 χωρίς RVR** 180 μικρογραμμάρια 800 mg 24 εβδομάδες
Γονότυπος 2 ή 3 LVL με RVR** 180 μικρογραμμάρια 800 mg(α) 16 εβδομάδες(α) ή24 εβδομάδες
Γονότυπος 2 ή 3 ΗVL με RVR** 180 μικρογραμμάρια 800 mg 24 εβδομάδες

*RVR = ταχεία ιολογική ανταπόκριση (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA) την 4η εβδομάδα και μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 24η εβδομάδα

**RVR = ταχεία ιολογική ανταπόκριση (αρνητικό HCV RNA) την 4η εβδομάδα LVL = <800.000 IU/ml, HVL =>800.000 IU/ml

(α) Δεν είναι προς το παρόν σαφές εάν μία υψηλότερη δόση ριμπαβιρίνης (π.χ. 1.000/1.200 mg/ημέρα με βάση το σωματικό βάρος) οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά SVR από ότι δόση 800 mg/ημέρα, όταν η θεραπεία μειώνεται σε 16 εβδομάδες.

Η οριστική κλινική επίδραση της περικοπής της αρχικής θεραπείας σε 16 εβδομάδες αντί των 24 είναι άγνωστη, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη επαναθεραπείας μη-ανταποκριθέντων ασθενών και ασθενών που έχουν υποτροπιάσει.

Η συνιστώμενη διάρκεια της μονοθεραπείας με Pegasys είναι 48 εβδομάδες.

Ενήλικες ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία

Η συνιστώμενη δόση του Pegasys σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη είναι 180 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα με υποδόρια χορήγηση. Για ασθενείς με βάρος <75 κιλά και ≥75 κιλά και, ανεξαρτήτως γονότυπου, θα πρέπει να χορηγούνται 1.000 mg ημερησίως και 1.200 mg ημερησίως ριμπαβιρίνης αντίστοιχα.

Οι ασθενείς με ανιχνεύσιμο ιό την 12η εβδομάδα θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία.

Η συνιστώμενη συνολική διάρκεια θεραπείας είναι 48 εβδομάδες. Σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό γονότυπου 1 και οι οποίοι δεν έχουν ανταποκριθεί σε προηγούμενη θεραπεία και με πεγκιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη η συνιστώμενη συνολική διάρκεια θεραπείας είναι 72 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 5.1).

HIV-HCV ενήλικες ασθενείς με συν-λοίμωξη

Η συνιστώμενη δοσολογία Pegasys, μόνου ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, είναι

180 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα υποδορίως για 48 εβδομάδες. Σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό ηπατίτιδας C (HCV) γονότυπου 1 με βάρος < 75 κιλά και ≥75 κιλά, θα πρέπει να χορηγούνται 1.000 mg ημερησίως και 1.200 mg ημερησίως ριμπαβιρίνης αντίστοιχα. Ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιό ηπατίτιδας C (HCV) άλλων γονότυπων εκτός από το γονότυπο 1 θα πρέπει να λαμβάνουν 800 mg ημερησίως ριμπαβιρίνης. Διάρκεια θεραπείας μικρότερη των 48 εβδομάδων δεν έχει επαρκώς μελετηθεί.

Διάρκεια της θεραπείας όταν το Pegasys χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Aνατρέξτε επίσης στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) των φαρμακευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με το Pegasys.

Πρόβλεψη ανταπόκρισης και μη ανταπόκρισης με τη διπλή θεραπεία με Pegasys και ριμπαβιρίνη - πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς

Η πρώιμη ιολογική ανταπόκριση κατά την εβδομάδα 12, η οποία ορίζεται ως μείωση του ιικού φορτίου κατά 2 λογαρίθμους ή ως μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV RNA, αποδείχθηκε να προμηνύει παρατεταμένη ανταπόκριση (βλ. Πίνακες 2 και 14).

Πίνακας 2: Προγνωστική αξία ιολογικής ανταπόκρισης την εβδομάδα 12 με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα κατά τη διάρκεια θεραπείας συνδυασμού Pegasys σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C

Γονότυπος Αρνητική Θετική
Μη ανταπόκρισηκατά την εβδομάδα 12 Μη παρατεταμένηανταπόκριση Προγνωστική Αξία Ανταπόκριση κατά τηνεβδομάδα 12 Παρατετα-μένηανταπόκριση Προγνωστι-κή Αξία
Γονότυπος 102 97 95% 467 271 58%
1 (97/102) (271/467)
(N= 569)
Γονότυπος
2 και 3 100% 87%
(N=96) 3 3 (3/3) 93 81 (81/93)

Η αρνητική προγνωστική αξία για παρατεταμένη ανταπόκριση σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με Pegasys ως μονοθεραπεία ήταν 98%.

Μία παρόμοια αρνητική προγνωστική αξία έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV που λάμβαναν μονοθεραπεία Pegasys ή θεραπεία συνδυασμού με ριμπαβιρίνη (100% (130/130) ή 98% (83/85), αντιστοίχως). Παρατηρήθηκαν θετικές προγνωστικές τιμές 45% (50/110) και 70% (59/84) σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV με γονότυπο 1 και γονότυπο 2/3, οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού.

Πρόβλεψη ανταπόκρισης και μη ανταπόκρισης με τη διπλή θεραπεία με Pegasys και ριμπαβιρίνη - ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία

Σε μη ανταποκριθέντες ασθενείς στους οποίους επαναχορηγήθηκε αγωγή για 48 ή 72 εβδομάδες, η ιική καταστολή τη 12η εβδομάδα (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA οριζόμενο ως <50 IU/ml) έχει αποδειχθεί ότι είναι παράγοντας πρόβλεψης παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης. Οι πιθανότητες

μη επίτευξης παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης με 48 ή 72 εβδομάδες θεραπείας αν η ιική καταστολή δεν επιτεύχθηκε τη 12η εβδομάδα ήταν 96% (363 στους 380) και 96% (324 στους 339), αντίστοιχα. Οι πιθανότητες επίτευξης παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης με 48 ή 72 εβδομάδες θεραπείας αν η ιική καταστολή είχε επιτευχθεί τη 12η εβδομάδα ήταν 35% (20 στους 57) και 57% (57 στους 100), αντίστοιχα.

Προσαρμογή δόσης για ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε ενήλικες ασθενείς Γενικές

Όταν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας για μέτριες έως βαριές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (κλινικές και/ή εργαστηριακές) είναι σε γενικές γραμμές επαρκής μία αρχική μείωση της δόσης στα

135 μικρογραμμάρια για ενήλικες ασθενείς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης στα 90 μικρογραμμάρια ή στα 45 μικρογραμμάρια. Όταν η ανεπιθύμητη αντίδραση περιοριστεί, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο αυξήσεων της δόσης έως ή προς την αρχική δόση (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).

Αιματολογικές (βλ. επίσης τον Πίνακα 3)

Για ενήλικες, συνιστάται μείωση της δόσης εάν ο απόλυτος αριθμός των ουδετερόφιλων (ΑΝC) είναι 500 έως < 750 κύτταρα/mm3. Για τους ασθενείς με ANC < 500 κύτταρα/mm3, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου οι τιμές του ANC επανέλθουν σε > 1.000 κύτταρα/mm3. Η θεραπεία θα πρέπει να επαναχορηγείται αρχικά σε δόση 90 μικρογραμμάρια Pegasys και να παρακολουθείται ο αριθμός των ουδετερόφιλων.

Συνιστάται μείωση της δόσης στα 90 μικρογραμμάρια εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι 25.000 έως < 50.000 κύτταρα/mm3. Συνιστάται διακοπή της θεραπείας όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων μειωθεί σε επίπεδα < 25.000 κύτταρα/mm3.

Ακολουθούν ειδικές συστάσεις για την αντιμετώπιση αναπτυσσόμενης από την αγωγή αναιμίας σε ενήλικες: η ριμπαβιρίνη θα πρέπει να μειωθεί στα 600 χιλιοστόγραμμα/ημέρα (200 χιλιοστόγραμμα το πρωί και 400 χιλιοστόγραμμα το βράδυ) εάν ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: (1) ένας ασθενής χωρίς κλινικά σημαντική καρδιαγγειακή νόσο εμφανίζει μία πτώση της αιμοσφαιρίνης σε <10 g/dl και

>8,5 g/dl, ή (2) ένας ασθενής με σταθεροποιημένη καρδιαγγειακή νόσο εμφανίζει μία πτώση της αιμοσφαιρίνης κατά >2 g/dl κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε 4 εβδομάδων της αγωγής. Δεν συνιστάται επιστροφή στην αρχική δοσολογία. Η ριμπαβιρίνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: (1) ένας ασθενής χωρίς κλινικά σημαντική καρδιαγγειακή νόσο εμφανίζει μία πτώση της αιμοσφαιρίνης η οποία έχει επιβεβαιωθεί σε <8,5 g/dl, (2) ένας ασθενής με σταθεροποιημένη καρδιαγγειακή νόσο διατηρεί τιμή αιμοσφαιρίνης <12 g/dl παρόλο που του χορηγείται επί 4 εβδομάδες μειωμένη δόση. Εάν η διαταραχή αναστραφεί, η ριμπαβιρίνη μπορεί να ξαναρχίσει στα 600 χιλιοστόγραμμα ημερησίως, και κατόπιν να αυξηθεί στα 800 χιλιοστόγραμμα ημερησίως κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού. Δεν συνιστάται επιστροφή στη αρχική δοσολογία.

Πίνακας 3: Προσαρμογή της δόσης για ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε ενήλικες ασθενείς (για περαιτέρω οδηγίες δείτε επίσης το παραπάνω κείμενο)

Μειώστε τη ριμπαβιρίνη σε 600 mg Διακόψτε τη ριμπαβιρίνη Μειώστε τοPegasysσε 135/90/45 μικρογραμμάρια Διακόψτε τοPegasys Διακόψτε οριστικά το συνδυασμό
Απόλυτος Αριθμός Ουδετερόφιλων 500 έως < 750 κύτταρα/mm3 < 500κύτταρα/mm3
Αριθμός Αιμοπεταλίων 25.000 έως <50.000κύτταρα/mm3 < 25.000κύτταρα/mm3
Αιμοσφαιρίνη- χωρίς καρδιακή νόσο < 10 g/dl, και≥ 8,5 g/dl < 8,5 g/dl
Αιμοσφαιρίνη- σταθεροποιημένη καρδιακή νόσος μείωση≥ 2 g/dl κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε4 εβδομάδων < 12 g/dl παρά τη χορήγηση μειωμένηςδόσης επί 4 εβδομάδες

Σε περίπτωση δυσανεξίας στη ριμπαβιρίνη, η μονοθεραπεία με Pegasys θα πρέπει να συνεχίζεται.

Ηπατική λειτουργία

Στους ασθενείς με CHC η διακύμανση των παθολογικών εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας είναι συνηθισμένη. Αυξήσεις των επιπέδων της ALT πάνω από τις τιμές κατά την έναρξη της αγωγής (BL-baseline) έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Pegasys, μεταξύ των οποίων και ασθενείς με ιολογική ανταπόκριση.

Σε κλινικές δοκιμές με ενήλικες ασθενείς στη CHC, μεμονωμένες αυξήσεις της ALT (≥10x ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN], ή ≥ 2x BL για ασθενείς με τιμή ALT κατά την έναρξη της αγωγής ≥10x ULN) οι οποίες υποχώρησαν χωρίς τροποποίηση της δόσης, παρατηρήθηκαν σε 8 από τους 451 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού. Εάν η αύξηση της ALT είναι προοδευτική ή επιμένουσα, η δόση θα πρέπει να μειωθεί αρχικά σε 135 μικρογραμμάρια. Όταν, παρά τη μείωση δόσης, τα επίπεδα της ALT αυξάνονται προοδευτικά, ή η αύξηση συνοδεύεται από αυξημένη χολερυθρίνη ή ενδείξεις ηπατικής μη αντιρρόπησης, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται (βλ. παράγραφο 4.4).

Σε ασθενείς με CHB, παροδικές αυξήσεις των επιπέδων ALT, οι οποίες ενίοτε ξεπερνούν το 10x ULN δεν είναι όχι συχνές, και μπορεί να αντικατοπτρίζουν ανοσολογική κάθαρση. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινάει αν η τιμή της ALT είναι > 10x ULN. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων αύξησης της ALT η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται με συχνότερη παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας. Αν η δόση του Pegasys μειωθεί ή διακοπεί προσωρινά, η θεραπεία μπορεί να ξαναρχίσει μόλις αρχίσουν να αποκαθίστανται τα επίπεδα της ALT (βλ. παράγραφο 4.4).

Χρόνια ηπατίτιδα B και C - παιδιατρικοί ασθενείς

Το Pegasys αντενδείκνυται σε νεογνά και μικρά παιδιά μέχρι 3 ετών, λόγω του εκδόχου βενζυλική αλκοόλη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Οι ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία πριν από το 18ο έτος της ηλικίας τους θα πρέπει να διατηρήσουν την παιδιατρική δοσολογία έως την ολοκλήρωση της θεραπείας.

Η δοσολογία του Pegasys σε παιδιατρικούς ασθενείς βασίζεται στην επιφάνεια σώματος (BSA). Για τον υπολογισμό της BSA, συνιστάται η χρήση της εξίσωσης Mosteller:

𝐵𝐵𝐵𝐵𝐵𝐵 (𝑚𝑚2) = ≥≥𝐻𝐻𝐻𝐻𝐻𝐻𝐻𝐻ℎ𝑡𝑡 (𝑐𝑐𝑐𝑐)𝑥𝑥 𝑊𝑊𝐻𝐻𝐻𝐻𝐻𝐻ℎ𝑡𝑡 (𝑘𝑘𝐻𝐻)≥

3600

H συνιστώμενη διάρκεια της θεραπείας είναι 48 εβδομάδες σε ασθενείς με CHB.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας για CHB, θα πρέπει να έχουν τεκμηριωθεί εμμένοντα αυξημένα επίπεδα της ALT στον ορό. Το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν χαμηλότερο σε ασθενείς με καμία ή ελάχιστη αύξηση στα επίπεδα ALT κατά την έναρξη (βλ. παράγραφο 5.1).

Η διάρκεια της θεραπείας με Pegasys σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς με CHC εξαρτάται από τον ιικό γονότυπο. Οι ασθενείς που έχουν μολυνθεί με ιικούς γονοτύπους 2 ή 3 θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία 24 εβδομάδων, ενώ οι ασθενείς που έχουν μολυνθεί με οποιοδήποτε άλλο γονότυπο θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία 48 εβδομάδων. Οι ασθενείς που εξακολουθούν να έχουν ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV-RNA παρά την αρχική θεραπεία των

24 εβδομάδων, θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία, καθώς είναι μάλλον απίθανο να επιτύχουν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση με τη συνεχιζόμενη θεραπεία.

Για παιδιά και εφήβους ηλικίας 3 έως 17 ετών με CHB, που έχουν επιφάνεια σώματος (BSA) μεγαλύτερη από 0,54 m2 και για παιδιά και εφήβους ηλικίας 5 έως 17 ετών με CHC, που έχουν επιφάνεια σώματος (BSA) μεγαλύτερη από 0,71 m2, οι συνιστώμενες δόσεις για το Pegasys παρέχονται στον Πίνακα 4.

Πίνακας 4: Δοσολογικές συστάσεις του Pegasys για παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B και χρόνια ηπατίτιδα C

Εύρος Επιφάνειας Σώματος (Body Surface Area, BSA) (m2) Εβδομαδιαία δόση (μg)
CHC CHB
0,71-0,74 0,54-0,74 65
0,75-1,08 90
1,09-1,51 135
>1,51 180

Για παιδιατρικούς ασθενείς, με βάση τις τοξικότητες, μπορούν να διενεργηθούν έως και τρία επίπεδα τροποποίησης της δόσης πριν εξεταστεί το ενδεχόμενο της προσωρινής διακοπής ή της οριστικής διακοπής της δόσης (βλ. Πίνακα 5).

Πίνακας 5: Συστάσεις τροποποίησης της δόσης του Pegasys σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή χρόνια ηπατίτιδα C

Δόση έναρξης (μg) Μείωση κατά 1 επίπεδο (μg) Μείωση κατά 2 επίπεδα (μg) Μείωση κατά 3 επίπεδα (μg)
65 45 30 20
90 65 45 20
135 90 65 30
180 135 90 45

Οι συστάσεις για τις τροποποιήσεις της δόσης του Pegasys λόγω τοξικοτήτων σε παιδιατρικούς πληθυσμούς με CHB και CHC παρουσιάζονται στον Πίνακα 6.

Πίνακας 6: Συστάσεις τροποποίησης της δόσης του Pegasys λόγω τοξικοτήτων σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B ή χρόνια ηπατίτιδα C

Τοξικότητα Τροποποίηση της δόσης του Pegasys
Ουδετεροπενία 500 έως < 750 κύτταρα/mm3: Άμεση προσαρμογή κατά 1 επίπεδο.250 έως < 500 κύτταρα/mm3: διακόψτε τη χορήγηση της δόσης μέχρι≥ 1.000 κύτταρα/mm3, στη συνέχεια συνεχίστε τη δόση με προσαρμογές κατά 2 επίπεδα και παρακολουθήστε.< 250 κύτταρα/mm3 (ή εμπύρετη ουδετεροπενία): διακόψτε τη θεραπεία.
Θρομβοπενία Αιμοπετάλια 25.000 έως < 50.000 κύτταρα/mm3: προσαρμογή κατά2 επίπεδα.Αιμοπετάλια < 25.000 κύτταρα/mm3: διακόψτε τη θεραπεία.
Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) Για επίμονες ή ανοδικές αυξήσεις ≥ 5, ωστόσο < 10 x ULN, μειώστε τη δόση με προσαρμογή κατά 1 επίπεδο και παρακολουθήστε εβδομαδιαία τα επίπεδα της ALT για να διασφαλίσετε ότι είναι σταθερά ή μειούμενα.Για επίμονες τιμές ALT ≥ 10 x ULN διακόψτε τη θεραπεία.

Προσαρμογή της δόσης σε παιδιατρικούς ασθενείς – διπλή θεραπεία με Pegasys και ριμπαβιρίνη

Για τα παιδιά και εφήβους ηλικίας 5 έως 17 ετών με CHC, η συνιστώμενη δόση της ριμπαβιρίνης βασίζεται στο βάρος σώματος του ασθενούς, με μία δόση στόχο των 15 mg/kg/ημέρα, χωρισμένη σε δύο ημερήσιες δόσεις. Για τα παιδιά και τους εφήβους με βάρος 23 kg ή περισσότερο, ένα δοσολογικό σχήμα με 200 mg δισκία ριμπαβιρίνης παρέχεται στον Πίνακα 7. Οι ασθενείς και οι φροντιστές δεν πρέπει να προσπαθήσουν να σπάσουν τα δισκία των 200 mg.

Πίνακας 7: Δοσολογικές συστάσεις της ριμπαβιρίνης για παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C ηλικίας 5 έως 17 ετών

Βάρος σώματος σε kg (lbs) Ημερήσια δόση ριμπαβιρίνης (Περίπου 15 mg/kg/ημέρα) Αριθμός δισκίων ριμπαβιρίνης
23-33 (51-73) 400 mg/ημέρα 1 x 200 mg δισκία π.μ.1 x 200 mg δισκία μ.μ.
34-46 (75-101) 600 mg/ ημέρα 1 x 200 mg δισκία π.μ.2 x 200 mg δισκία μ.μ.
47-59 (103-131) 800 mg/ ημέρα 2 x 200 mg δισκία π.μ.2 x 200 mg δισκία μ.μ.
60-74 (132-163) 1.000 mg/ ημέρα
≥75 (>165) 1.200 mg/ ημέρα 3 x 200 mg δισκία π.μ.3 x 200 mg δισκία μ.μ.
  1. x 200 mg δισκία π.μ.

  2. x 200 mg δισκία μ.μ.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ριμπαβιρίνη δεν θα πρέπει ποτέ να χορηγείται ως μονοθεραπεία. Εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά, για τη διαχείριση όλων των άλλων τοξικοτήτων πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις για τους ενήλικες.

Σε παιδιατρικούς ασθενείς, οι σχετιζόμενες με τη θεραπεία με ριμπαβιρίνη τοξικότητες, όπως η αναιμία που προέρχεται από τη θεραπεία, θα πρέπει να ελέγχονται με τη μείωση της πλήρους δόσης. Τα επίπεδα μείωσης της δόσης παρέχονται στον Πίνακα 8.

Πίνακας 8: Συστάσεις τροποποίησης της δόσης της ριμπαβιρίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C

Πλήρης δόση (Περίπου 15 mg/kg/ημέρα) Τροποποίηση δόσης σε ένα στάδιο (Περίπου 7,5 mg/kg/ημέρα) Αριθμός δισκίων ριμπαβιρίνης
400 mg/ημέρα 200 mg/ημέρα 1 x 200 mg δισκία π.μ.
600 mg/ημέρα 400 mg/ημέρα 1 x 200 mg δισκία π.μ.1 x 200 mg δισκία μ.μ.
800 mg/ημέρα 400 mg/ημέρα 1 x 200 mg δισκία π.μ.1 x 200 mg δισκία μ.μ.
1.000 mg/ημέρα 600 mg/ημέρα
1.200 mg/ ημέρα 600 mg/ημέρα
  1. x 200 mg δισκία π.μ.

  2. x 200 mg δισκία μ.μ.

  1. x 200 mg δισκία π.μ.

  2. x 200 mg δισκία μ.μ.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν είναι απαραίτητες προσαρμογές της συνιστώμενης δοσολογίας για την PEG-IFN-α-2a μία φορά την εβδομάδα όταν δίδεται θεραπεία με Pegasys σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ενήλικες ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η μειωμένη δόση των 135 μg μία φορά την εβδομάδα συνιστάται σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ. παράγραφο 5.2). Ανεξαρτήτως της δόσης έναρξης ή του βαθμού νεφρικής δυσλειτουργίας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και θα πρέπει να γίνονται οι κατάλληλες μειώσεις της δόσης του Pegasys καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας, στην περίπτωση ανεπιθύμητων αντιδράσεων.

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με αντιρροπούμενη κίρρωση (π.χ. Child Pugh A), το Pegasys έχει αποδειχθεί τόσο αποτελεσματικό όσο και ασφαλές. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της PEG-IFN-α-2a για ενήλικες ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Το Pegasys δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη κίρρωση (π.χ. Child Pugh B ή C ή αιμορραγούντες κιρσούς του οισοφάγου) και αντενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3).

Η κλίμακα ταξινόμησης των Child-Pugh διαχωρίζει τους ασθενείς σε ομάδες Α, Β και C, ή “Ήπια νοσούντες”, “Μέτρια νοσούντες” και “Βαριά νοσούντες” οι οποίες αντιστοιχούν σε βαθμολογία 5-6, 7-9 και 10-15, αντίστοιχα.

Τροποποιημένη Αξιολόγηση

Αξιολόγηση Βαθμός διαταραχής Βαθμολογία
Εγκεφαλοπάθεια Απούσα Βαθμός 1-2 Βαθμός 3-4* 123
Ασκίτης ΑπώνΕλαφρύς Μέτριος 123
S-Χολερυθρίνη (mg/dl)(μονάδα SI = μmol/l) <22,0-3>3<3434-51>51 123123
S-Λευκωματίνη (g/dl) >3,53,5-2,8<2,8 123
INR <1,71,7-2,3>2,3 123

*Βαθμολόγηση διαταραχής σύμφωνα με τους Trey, Burns & Saunders (1966)

Παιδιατρικός πληθυσμός (μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα)

Το Pegasys αντενδείκνυται σε νεογνά και μικρά παιδιά μέχρι 3 ετών, λόγω του εκδόχου βενζυλική αλκοόλη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Pegasys σε παιδιά και εφήβους με μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με Pegasys στη θεραπεία παιδιατρικών ασθενών με CHC ηλικίας

3 έως 5 ετών ή που έχουν αποτύχει να θεραπευθούν επαρκώς στο παρελθόν. Δεν υπάρχουν στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς με συνυπάρχουσα HCV / HIV ή νεφρική δυσλειτουργία.

Τρόπος χορήγησης

Το Pegasys χορηγείται υποδορίως στην κοιλιά ή τους μηρούς. Η έκθεση στο Pegasys ήταν μειωμένη σε μελέτες μετά τη χορήγηση του Pegasys στον βραχίονα (βλ. παράγραφο 5.2).

Το Pegasys έχει σχεδιαστεί για τη χορήγηση από τον ασθενή ή τον φροντιστή. Κάθε σύριγγα θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ένα άτομο και είναι μόνο για μία χρήση.

Για μη επαγγελματίες υγείας συνιστάται κατάλληλη εκπαίδευση για τη χορήγηση αυτού του φαρμάκου. Το «Φύλλο Οδηγιών Χρήσης», που παρέχεται στο κουτί, θα πρέπει να ακολουθείται προσεκτικά από τον ασθενή.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις ιντερφερόνες άλφα ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

  • Ιστορικό ή παρουσία αυτοάνοσων νόσων

  • Προϋπάρχουσα νόσος του θυρεοειδούς, εκτός εάν μπορεί να ελεγχθεί με συμβατική θεραπεία

  • Βαριά ηπατική δυσλειτουργία ή μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος

  • Ιστορικό βαριάς προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου, συμπεριλαμβανομένης ασταθούς ή μη ελεγχόμενης καρδιακής νόσου, τους προηγούμενους έξι μήνες (βλ. παράγραφο 4.4)

  • Σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV οι οποίοι έχουν κίρρωση και βαθμολογία κατά Child-Pugh μεγαλύτερη ή ίση με 6, εκτός εάν οφείλεται σε έμμεση υπερχολερυθριναιμία που προκαλείται από φαρμακευτικά προϊόντα όπως αταζαναβίρη και ινδιναβίρη

  • Συνδυασμός με telbivudine (βλ. παράγραφο 4.5)

  • Νεογνά και μικρά παιδιά ηλικίας έως 3 ετών, λόγω του εκδόχου βενζυλική αλκοόλη (βλ. παράγραφο 4.4 για τη βενζυλική αλκοόλη)

  • Σε παιδιατρικούς ασθενείς, η παρουσία, ή ιστορικό σοβαρής ψυχιατρικής πάθησης, ειδικότερα σοβαρής κατάθλιψης, αυτοκτονικού ιδεασμού ή απόπειρας αυτοκτονίας

Προειδοποιήσεις

Ψυχιατρικό και Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ): Έχουν παρατηρηθεί σοβαρές επιδράσεις στο ΚΝΣ, ιδιαιτέρως κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας και απόπειρα αυτοκτονίας σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pegasys, και ακόμη και μετά τη διακοπή της θεραπείας κυρίως κατά τη διάρκεια της 6-μηνιαίας περιόδου παρακoλούθησης. Άλλες επιδράσεις στο ΚΝΣ συμπεριλαμβανομένης επιθετικής συμπεριφοράς (μερικές φορές στρεφόμενη σε άλλους όπως ιδεασμός ανθρωποκτονίας), διπολικών διαταραχών, μανίας, σύγχυσης και μεταβολών της διανοητικής κατάστασης, έχουν παρατηρηθεί με ιντερφερόνες άλφα. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών. Αν εμφανίσουν συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών, η πιθανή σοβαρότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το συνταγογράφο ιατρό και να εξετάζεται προσεκτικά η ανάγκη κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης. Αν τα ψυχιατρικά συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εξακριβώνεται ιδεασμός αυτοκτονίας, συνιστάται να διακόπτεται η θεραπεία με Pegasys, και ο ασθενής να παρακολουθείται, με την απαραίτητη ψυχιατρική παρέμβαση.

Ασθενείς με ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων: Αν η θεραπεία με Pegasys κρίνεται απαραίτητη σε ασθενείς οι οποίοι έχουν σοβαρές ψυχιατρικές νόσους ή ιστορικό τέτοιων νόσων, η θεραπεία αυτή θα πρέπει να ξεκινά μόνο εφόσον έχει εξασφαλιστεί η κατάλληλη εξατομικευμένη διαγνωστική και θεραπευτική αντιμετώπιση της ψυχιατρικής κατάστασης. Η χρήση του Pegasys σε παιδιά και εφήβους με παρουσία ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών παθήσεων αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).

Ανάπτυξη και εξέλιξη (παιδιά και έφηβοι):

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pegasys +/- ριμπαβιρίνη διάρκειας έως 48 εβδομάδων σε ασθενείς ηλικίας 3 έως 17 ετών, η απώλεια βάρους και η αναστολή της ανάπτυξης ήταν συχνές (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).

Το αναμενόμενο όφελος της θεραπείας θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά σε σχέση με τα ευρήματα ασφάλειας που παρατηρήθηκαν σε παιδιά και εφήβους στις κλινικές δοκιμές κατά περίπτωση (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1). Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι η θεραπεία με

Ασθενείς με χρήση/κατάχρηση ουσιών: Ασθενείς προσβεβλημένοι από Ηπατίτιδα C οι οποίοι έχουν μία συνυπάρχουσα διαταραχή από χρήση ουσιών (αλκοόλη, κάνναβη κλπ) βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών ή παρόξυνσης ήδη υπάρχουσων ψυχιατρικών διαταραχών όταν βρίσκονται σε θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα. Εάν η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα κρίνεται απαραίτητη σε αυτούς τους ασθενείς, η παρουσία ψυχιατρικών συννοσηροτήτων και το ενδεχόμενο χρήσης άλλων ουσιών πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά και να αντιμετωπίζονται επαρκώς πριν την έναρξη της θεραπείας. Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διεπιστημονικής προσέγγισης που περιλαμβάνει έναν πάροχο υγειονομικής περίθαλψης σε θέματα ψυχικής υγείας ή έναν ειδικό σε θέματα εθισμού, προκειμένου ο ασθενής να αξιολογείται, να λαμβάνει θεραπεία και να παρακολουθείται. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ακόμα και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνιστάται πρώιμη παρέμβαση σε περίπτωση επανεμφάνισης ή ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών και χρήσης ουσιών.

Pegasys +/- ριμπαβιρίνη προκάλεσε αναστολή της ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η αναστρεψιμότητα της οποίας είναι αβέβαιη.

Ο κίνδυνος αναστολής της ανάπτυξης θα πρέπει να σταθμιστεί σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της νόσου του παιδιού, όπως η ένδειξη για εξέλιξη της νόσου (κυρίως ίνωσης), συννοσηρότητες που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την εξέλιξη της νόσου (όπως η συν-λοίμωξη από HIV), καθώς και προγνωστικούς παράγοντες ανταπόκρισης (για τη λοίμωξη από HBV κυρίως ο γονότυπος HBV και τα επίπεδα ALT, για τη λοίμωξη από HCV κυρίως ο γονότυπος HCV και τα επίπεδα HCV-RNA) (βλ. παράγραφο 5.1)..

Όποτε είναι δυνατό, το παιδί θα πρέπει να λαμβάνει την αγωγή μετά την εφηβική αυξητική έκρηξη, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος αναστολής της ανάπτυξης. Δεν υπάρχουν δεδομένα για τις μακροχρόνιες επιδράσεις στη σεξουαλική ωρίμανση.

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Εργαστηριακές εξετάσεις πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Pegasys, συνιστάται η διεξαγωγή του συνήθους αιματολογικού και βιοχημικού εργαστηριακού ελέγχου σε όλους τους ασθενείς.

Τα ακόλουθα μπορούν να θεωρηθούν αποδεκτές τιμές για την έναρξη της θεραπείας:

  • Αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 90.000κύτταρα/mm3

  • ΑΝC ≥ 1.500 κύτταρα/mm3

  • Επαρκώς ρυθμιζόμενη θυρεοειδική λειτουργία (TSH και T4).

Θα πρέπει να επαναλαμβάνονται αιματολογικές εξετάσεις μετά από 2 και 4 εβδομάδες και θα πρέπει να διενεργούνται βιοχημικές εξετάσεις στις 4 εβδομάδες. Πρόσθετες εξετάσεις θα πρέπει να γίνονται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της γλυκόζης).

Σε κλινικές δοκιμές, η θεραπεία με Pegasys συσχετίστηκε με μειώσεις τόσο του ολικού αριθμού λευκοκυττάρων (WBC) όσο και του ANC, που αρχίζουν συνήθως μέσα στις πρώτες 2 εβδομάδες θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8). Μετά τις 8 εβδομάδες θεραπείας, προοδευτικές μειώσεις ήταν σπάνιες. Η μείωση του ANC ήταν αναστρέψιμη με τη μείωση της δόσης ή τον τερματισμό της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2), έφτασε σε φυσιολογικά επίπεδα μέχρι την 8η εβδομάδα στην πλειοψηφία των ασθενών και επανήλθε στην αρχική του τιμή πριν από την έναρξη της αγωγής σε όλους τους ασθενείς μετά από περίπου 16 εβδομάδες.

Η θεραπεία με Pegasys έχει συσχετιστεί με μειώσεις του αριθμού των αιμοπεταλίων, που επανήλθαν στα προ θεραπείας επίπεδα κατά την παρακολούθηση στη μεταθεραπευτική περίοδο (βλ. παράγραφο 4.8). Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητη η τροποποίηση δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).

Η εμφάνιση αναιμίας (αιμοσφαιρίνη <10 g/dl) παρατηρήθηκε σε ποσοστό έως και 15% των ασθενών με CHC σε κλινικές δοκιμές στη θεραπεία συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη. Η συχνότητα εμφάνισης εξαρτάται από τη διάρκεια της αγωγής και από τη δόση της ριμπαβιρίνης (βλ.

παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος ανάπτυξης αναιμίας είναι υψηλότερος στο γυναικείο πληθυσμό.

Θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χορήγηση του Pegasys σε συνδυασμό με άλλους δυνητικά μυελοκατασταλτικούς παράγοντες.

Πανκυτταροπενία και καταστολή του μυελού των οστών έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία να συμβαίνουν μέσα σε 3 έως 7 εβδομάδες από τη χορήγηση πεγκιντερφερόνης και ριμπαβιρίνης

ταυτόχρονα με αζαθειοπρίνη. Αυτή η μυελοτοξικότητα ήταν αναστρέψιμη μέσα σε 4 έως 6 εβδομάδες από τη διακοπή της αντιιικής θεραπείας για λοίμωξη HCV και συγχορήγησης αζαθειοπρίνης και δεν επαναλήφθηκε με την επαναπρόσληψη κάθε αγωγής ξεχωριστά (βλ. παράγραφο 4.5).

Η χρήση της θεραπείας συνδυασμού Pegasys και ριμπαβιρίνης σε ασθενείς με CHC οι οποίοι εμφάνισαν αποτυχία σε προηγούμενη αγωγή δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε ασθενείς που διέκοψαν την προηγούμενη θεραπεία λόγω αιματολογικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Οι θεράποντες γιατροί αυτών των ασθενών θα πρέπει να σταθμίζουν προσεκτικά τους κινδύνους έναντι των ωφελειών της χορήγησης εκ νέου θεραπευτικής αγωγής.

Ενδοκρινικό σύστημα

Έχουν αναφερθεί διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδούς ή επιδείνωση προϋπαρχουσών διαταραχών στη λειτουργία του θυρεοειδούς με τη χρήση ιντερφερόνων άλφα, συμπεριλαμβανομένου του Pegasys. Πριν από την έναρξη της αγωγής με Pegasys, πρέπει να εκτιμώνται τα επίπεδα των TSH και T4. Η θεραπεία με Pegasys μπορεί να ξεκινήσει ή να συνεχιστεί εάν είναι δυνατή η διατήρηση των επιπέδων της TSH στα φυσιολογικά όρια με φαρμακευτική μέσα. Εάν ένας ασθενής εμφανίσει κλινικά συμπτώματα που βρίσκονται σε συμφωνία με πιθανή δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, απαιτείται καθορισμός των επιπέδων της TSH κατά την πορεία της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8). Έχει παρατηρηθεί με Pegasys υπογλυκαιμία, υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτης (βλ. παράγραφο 4.8). Ασθενείς με αυτές τις καταστάσεις οι οποίες δεν μπορούν να ελεγχθούν αποτελεσματικά με φαρμακευτική αγωγή δεν θα πρέπει να ξεκινούν μονοθεραπεία με Pegasys ή θεραπεία συνδυασμού με Pegasys / ριμπαβιρίνη. Ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν αυτές τις καταστάσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας και οι οποίες δεν μπορούν να ελεγχθούν με φαρμακευτική αγωγή, θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία με Pegasys / ριμπαβιρίνη (βλ. παράγραφο 4.3).

Καρδιαγγειακό σύστημα

Υπέρταση, υπερκοιλιακές αρρυθμίες, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, θωρακικό άλγος και έμφραγμα του μυοκαρδίου έχουν συσχετιστεί με τη θεραπεία με άλφα ιντερφερόνες, συμπεριλαμβανομένου του Pegasys. Συνιστάται οι ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίες να κάνουν ηλεκτροκαρδιογράφημα πριν από την έναρξη της θεραπείας με Pegasys. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε έκπτωση της καρδιαγγειακής κατάστασης, η θεραπεία θα πρέπει να αναστέλλεται ή να διακόπτεται. Σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, μπορεί να απαιτηθεί μείωση δόσης ή διακοπή της ριμπαβιρίνης, λόγω αναιμίας (βλ. παράγραφο 4.2).

Ηπατική λειτουργία

Σε ασθενείς που παρουσιάζουν ενδείξεις έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, το Pegasys θα πρέπει να διακόπτεται. Αυξήσεις των επιπέδων της ALT πάνω από τις τιμές κατά την έναρξη της αγωγής έχουν παρατηρηθεί στους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Pegasys, μεταξύ των οποίων και ασθενείς με CHC και CHB με ιολογική ανταπόκριση. Τα ηπατικά ένζυμα και η ηπατική λειτουργία πρέπει να ελέγχονται τακτικά σε ασθενείς με μακροχρόνια θεραπεία με Pegasys. Όταν η αύξηση των επιπέδων της ALT είναι προοδευτική και κλινικά σημαντική, παρά τη μείωση δόσης, ή η αύξηση συνοδεύεται από αυξημένη άμεση χολερυθρίνη, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).

Στη CHΒ, σε αντίθεση με τη CHC, παροξύνσεις της νόσου κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν είναι ασυνήθεις και χαρακτηρίζονται από παροδικές και δυνητικά σημαντικές αυξήσεις της ALT του ορού. Σε κλινικές δοκιμές με Pegasys στην HBV, αξιοσημείωτες αυξήσεις των τρανσαμινασών συνοδεύτηκαν από ήπιες αλλαγές άλλων παραμέτρων της ηπατικής λειτουργίας και χωρίς ένδειξη ηπατικής μη αντιρρόπησης. Στα μισά περίπου περιστατικά αυξήσεων που ξεπερνούσαν το 10x ULN, η δοσολογία του Pegasys μειώθηκε ή διακόπηκε μέχρις ότου οι τιμές των τρανσαμινασών αποκατασταθούν στο φυσιολογικό, ενώ η υπόλοιπη θεραπεία συνεχίστηκε αμετάβλητη. Συστήθηκε συχνότερη παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας σε όλες τις περιστάσεις.

Υπερευαισθησία

Σπανίως έχει παρατηρηθεί σοβαρή, οξεία αντίδραση υπερευαισθησίας (π.χ. κνίδωση, αγγειοοίδημα, βρογχοσυστολή, αναφυλαξία) κατά τη διάρκεια θεραπείας με ιντερφερόνη άλφα. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται αμέσως η κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Παροδικά εξανθήματα δεν επιβάλλουν τη διακοπή της αγωγής.

Αυτοάνοση νόσος

Έχει αναφερθεί ανάπτυξη αυτο-αντισωμάτων και αυτοάνοσων διαταραχών κατά τη διάρκεια αγωγής με ιντερφερόνες άλφα. Οι ασθενείς με προδιάθεση στην ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Οι ασθενείς με σημεία και συμπτώματα αυτοάνοσων διαταραχών πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά και ο λόγος οφέλους/κινδύνου της συνεχόμενης θεραπείας με ιντερφερόνη πρέπει να επαναξιολογείται (βλ. επίσης Ενδοκρινικό Σύστημα στις παραγράφους 4.4 και 4.8).

Περιστατικά του συνδρόμου Vogt-Koyanagi-Harada (VKH) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με CHC που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη. Αυτό το σύνδρομο είναι μία κοκκιωματώδης φλεγμονώδης διαταραχή που επηρεάζει τα μάτια, το ακουστικό σύστημα, τους μήνιγγες και το δέρμα. Εάν υπάρχει υποψία για σύνδρομο VKH, η αντιιική θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί και να συζητηθεί η θεραπεία με κορτικοστεροειδή (βλ. παράγραφο 4.8).

Πυρετός/λοιμώξεις

Παρότι ο πυρετός μπορεί να σχετίζεται με το γριπώδες σύνδρομο που αναφέρεται συχνά σε ασθενείς υπό θεραπεία με ιντερφερόνη, θα πρέπει να αποκλειστούν άλλες αιτίες του επίμονου πυρετού ιδιαιτέρως σοβαρές λοιμώξεις (βακτηριακές, ιικές, μυκητιασικές), ειδικότερα σε ασθενείς με ουδετεροπενία. Έχουν αναφερθεί σοβαρές λοιμώξεις (βακτηριακές, ιικές, μυκητιασικές) και σηψαιμία κατά τη διάρκεια της αγωγής με ιντερφερόνες άλφα συμπεριλαμβανομένου του Pegasys. Θα πρέπει να χορηγείται άμεσα η κατάλληλη αγωγή κατά των λοιμώξεων και να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.

Οφθαλμικές μεταβολές

Σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί με Pegasys αμφιβληστροειδοπάθεια συμπεριλαμβανομένων αιμορραγιών του αμφιβληστροειδούς, βαμβακοειδείς κηλίδες, οίδημα της οπτικής θηλής, οπτική νευροπάθεια και απόφραξη αρτηρίας ή φλέβας του αμφιβληστροειδούς οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια της όρασης. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική εξέταση πριν από την έναρξη της αγωγής. Οποιοσδήποτε ασθενής παραπονεθεί για μείωση ή απώλεια όρασης πρέπει να υποβληθεί αμέσως σε πλήρη οφθαλμολογική εξέταση. Οι ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς με προϋπάρχουσες οφθαλμικές διαταραχές (π.χ. διαβητική ή υπερτασική αμφιβληστροειδοπάθεια) πρέπει να υποβάλλονται σε περιοδικές οφθαλμολογικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pegasys. Η θεραπεία με Pegasys θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν νέες ή επιδεινούμενες οφθαλμικές διαταραχές.

Πνευμονικές μεταβολές

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pegasys έχουν αναφερθεί πνευμονικά συμπτώματα, που περιλαμβάνουν δύσπνοια, πνευμονικές διηθήσεις, πνευμονία και πνευμονίτιδα. Στην περίπτωση επίμονων ή ανεξήγητων πνευμονικών διηθήσεων ή βλάβης της πνευμονικής λειτουργίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.

Διαταραχές δέρματος

Η χρήση ιντερφερονών άλφα έχει συσχετιστεί με επιδείνωση ή πρόκληση ψωρίασης και σαρκοείδωσης. Το Pegasys πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ψωρίαση και σε

περιπτώσεις πρωτοεμφανιζόμενων ή επιδεινούμενων ψωριασικών αλλοιώσεων, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.

Μεταμόσχευση

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας με Pegasys και ριμπαβιρίνη δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με μεταμόσχευση ήπατος και άλλες μεταμοσχεύσεις. Απορρίψεις ηπατικών και νεφρικών μοσχευμάτων έχουν αναφερθεί με Pegasys, μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.

Ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV

Παρακαλείστε να διαβάσετε τις αντίστοιχες Περιλήψεις των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των αντιρετροϊκών φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται συγχρόνως με τη θεραπεία της λοίμωξης HCV, για λόγους επίγνωσης καθώς και για την αντιμετώπιση των ειδικών τοξικοτήτων του κάθε προϊόντος και για την πιθανότητα υπερκαλυπτόμενων τοξικοτήτων με το Pegasys με ή χωρίς ριμπαβιρίνη. Στη μελέτη NR15961, η συχνότητα εμφάνισης παγκρεατίτιδας και/ή γαλακτικής οξέωσης σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με σταβουδίνη και ιντερφερόνη με ή χωρίς ριμπαβιρίνη, ήταν 3% (12/398).

Ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV και οι οποίοι λαμβάνουν ισχυρή αντιρετροϊκή αγωγή (HAART) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης γαλακτικής οξέωσης. Ως εκ τούτου, πρέπει να εφιστάται η προσοχή όταν προστίθενται Pegasys και ριμπαβιρίνη σε αγωγή HAART (βλ. ΠΧΠ ριμπαβιρίνης).

Ασθενείς με συν-λοίμωξη και με προχωρημένη κίρρωση που λαμβάνουν HAART μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο απώλειας της ηπατικής αντιρρόπησης, και πιθανόν θανάτου, εάν λαμβάνουν αγωγή με ριμπαβιρίνη σε συνδυασμό με ιντερφερόνες, συμπεριλαμβανομένου του Pegasys. Οι παράμετροι οι οποίες μπορεί να συσχετιστούν με ηπατική μη αντιρρόπηση σε κιρρωτικούς ασθενείς με συν-λοίμωξη κατά την έναρξη της αγωγής, περιλαμβάνουν αυξημένη χολερυθρίνη ορρού, μειωμένη αιμοσφαιρίνη, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση ή μειωμένο αριθμό αιμοπεταλίων και θεραπεία με διδανοσίνη (ddI).

Η ταυτόχρονη χρήση ριμπαβιρίνης και ζιντοβουντίνης δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. παράγραφο 4.5).

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ασθενείς με συν-λοίμωξη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ηπατικής μη αντιρρόπησης (συμπεριλαμβανομένων ασκίτη, εγκεφαλοπάθειας, κιρσικής αιμορραγίας, έκπτωσης ηπατικής συνθετικής λειτουργίας, π.χ. βαθμολογία κατά Child-Pugh 7 ή μεγαλύτερη). Η βαθμολογία κατά Child-Pugh μπορεί να επηρεαστεί από παράγοντες που σχετίζονται με τη θεραπεία (όπως έμμεση υπερχολερυθριναιμία, μειωμένη λευκωματίνη) και οι οποίοι δεν οφείλονται απαραίτητα στην ηπατική μη αντιρρόπηση. Η θεραπεία με Pegasys θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως σε ασθενείς με ηπατική μη αντιρρόπηση.

Σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV, περιορισμένα στοιχεία αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι διαθέσιμα σε ασθενείς με αριθμό CD4 μικρότερο των 200 κυττάρων /μl. Απαιτείται λοιπόν μεγάλη προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με χαμηλό αριθμό κυττάρων CD4.

Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές

Έχουν αναφερθεί οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια δοντιών, σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού Pegasys και ριμπαβιρίνης. Επιπροσθέτως η ξηροστομία θα μπορούσε να έχει επιβλαβή επίδραση στα δόντια και τις στοματικές βλεννογόνους κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με συνδυασμό Pegasys και ριμπαβιρίνης. Οι ασθενείς θα πρέπει να βουρτσίζουν πολύ καλά τα δόντια τους δυό φορές ημερησίως και να υποβάλλονται τακτικά σε οδοντιατρική εξέταση. Επιπροσθέτως, κάποιοι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν έμετο. Αν εμφανιστεί αυτή η αντίδραση, θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς, να ξεπλένουν πολύ καλά το στόμα τους κατόπιν τούτου.

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει βενζυλική αλκοόλη. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις. Η ενδοφλέβια χορήγηση της βενζυλικής αλκοόλης έχει συσχετιστεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θανάτους σε νεογνά («σύνδρομο βαριάς αναπνοής»). Δεν πρέπει να χορηγείται σε πρόωρα βρέφη ή νεογέννητα. Μπορεί να προκαλέσει τοξικές αντιδράσεις και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε βρέφη και παιδιά έως 3 ετών.

Μεγάλοι όγκοι πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο, ειδικά σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, λόγω κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει πολυσορβικό 80. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
1
2
1
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Η χορήγηση 180 μικρογραμμαρίων Pegasys μία φορά την εβδομάδα για 4 εβδομάδες σε υγιή άτομα (άρρενες) δεν έδειξε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική εικόνα των mephenytoin, dapsone, debrisoquine και tolbutamide, υποδεικνύοντας ότι το Pegasys δεν έχει καμία επίδραση στην in vivo μεταβολική δραστηριότητα των ισοενζύμων 3A4, 2C9, 2C19 και 2D6 του κυτοχρώματος P450.

Στην ίδια μελέτη, παρατηρήθηκε αύξηση κατά 25% στην AUC της θεοφυλλίνης (δείκτης της δραστηριότητας του κυτοχρώματος P450 1A2), γεγονός που αποδεικνύει ότι το Pegasys είναι αναστολέας της δράσης του P450 1A2. Οι συγκεντρώσεις της θεοφυλλίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται και να γίνονται οι κατάλληλες προσαρμογές της δόσης της θεοφυλλίνης για τους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα Pegasys και θεοφυλλίνη. Η αλληλεπίδραση μεταξύ θεοφυλλίνης και Pegasys είναι πιθανό να μεγιστοποιείται μετά από περισσότερο από 4 εβδομάδες θεραπείας με Pegasys.

Ασθενείς με λοίμωξη HCV μόνο και ασθενείς με λοίμωξη HBV μόνο

Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη 24 ασθενών με HCV λοίμωξη οι οποίοι λάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία συντήρησης με μεθαδόνη (διάμεση δόση 95 mg, εύρος 30 mg έως 150 mg), η θεραπεία με 180 μικρογραμμάρια Pegasys υποδορίως εφάπαξ εβδομαδιαίως για 4 εβδομάδες συσχετίστηκε με μέση τιμή επιπέδων μεθαδόνης 10-15% υψηλότερης αυτής πριν από την έναρξη της αγωγής. Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη: παρόλα αυτά, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα τοξικότητας από μεθαδόνη. Ιδιαιτέρως σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλή δόση μεθαδόνης, θα πρέπει να εξετάζεται ο κίνδυνος παράτασης του διαστήματος QTc.

Η ριμπαβιρίνη, έχοντας ανασταλτική δράση στη μονοφωσφορική αφυδρογονάση της ινοσίνης, μπορεί να παρέμβει στο μεταβολισμό της αζαθειοπρίνης οδηγώντας ενδεχομένως σε μία συσσώρευση της μονοφωσφορικής 6-μεθυλοθειοϊνοσίνης (6-mentylthioinosine monophosphate, 6-MTIMP), η οποία έχει συσχετισθεί με μυελοτοξικότητα σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με αζαθειοπρίνη. Η χρήση πεγκιντερφερόνης άλφα-2α και ριμπαβιρίνης ταυτόχρονα με αζαθειοπρίνη πρέπει να αποφεύγεται. Σε μεμονωμένα περιστατικά στα οποία το όφελος της χορήγησης ριμπαβιρίνης ταυτόχρονα με αζαθειοπρίνη δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο, συνιστάται η στενή αιματολογική παρακολούθηση να γίνεται κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης με αζαθειοπρίνη για να προσδιορισθούν τα σημεία της μυελοτοξικότητας, στα οποία πρέπει να σταματήσει η αγωγή με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.4).

Αποτελέσματα φαρμακοκινητικών υπομελετών βασικών δοκιμών φάσης ΙΙΙ δεν απέδειξαν καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση της λαμιβουδίνης με το Pegasys σε ασθενείς με HBV ή μεταξύ Pegasys και ριμπαβιρίνης σε ασθενείς με HCV.

Μία κλινική δοκιμή που ερευνά το συνδυασμό της telbivudine 600 mg ημερησίως, με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2α, 180 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα με υποδόρια χορήγηση για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας Β, υποδεικνύει ότι αυτός ο συνδυασμός συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης περιφερικής νευροπάθειας. Ο μηχανισμός αυτών των συμβαμάτων δεν είναι γνωστός, επομένως η συγχορήγηση telbivudine με άλλες ιντερφερόνες (πεγκυλιωμένες ή συμβατικές) ενδέχεται να εμπεριέχει υπερβολικό κίνδυνο. Επιπλέον, το όφελος του συνδυασμού telbivudine με ιντερφερόνη άλφα (πεγκυλιωμένη ή συμβατική) δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Επομένως, ο συνδυασμός Pegasys με telbivudine αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).

Ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV

Δεν παρατηρήθηκε εμφανής απόδειξη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης σε 47 ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV οι οποίοι ολοκλήρωσαν μία φαρμακοκινητική υπομελέτη 12 εβδομάδων για να εξετάσουν τα αποτελέσματα της ριμπαβιρίνης στην ενδοκυττάρια φωσφορυλίωση κάποιων νουκλεοσιδικών αναστολέων ανάστροφης μεταγραφάσης (λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη ή σταβουδίνη). Ωστόσο, λόγω της υψηλής μεταβλητότητας τα διαστήματα εμπιστοσύνης ήταν αρκετά ευρεία. Η έκθεση της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα δεν εμφανίστηκε να επηρεάζεται από τη σύγχρονη χορήγηση των νουκλεοσιδικών αναστολέων ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs).

Δεν συνιστάται σύγχρονη χορήγηση ριμπαβιρίνης και διδανοσίνης. Η έκθεση στη διδανοσίνη ή στον ενεργό μεταβολίτη αυτής (5’-τριφωσφορική διδεοξυαδενοσίνη) αυξάνεται in vitro όταν η διδανοσίνη συγχορηγείται με ριμπαβιρίνη. Έχουν αναφερθεί περιστατικά ηπατικής ανεπάρκειας με μοιραία έκβαση, καθώς και περιφερική νευροπάθεια, παγκρεατίτιδα και συμπτωματική εμφάνιση αυξημένων επιπέδων γαλακτικού οξέος στο αίμα/γαλακτική οξέωση, με τη χρήση ριμπαβιρίνης.

Έχει αναφερθεί επιδείνωση αναιμίας εξαιτίας της ριμπαβιρίνης όταν η ζιντοβουντίνη αποτελεί μέρος της αντιρετροϊκής αγωγής παρόλο που πρέπει να εξακριβωθεί ο ακριβής μηχανισμός. Η σύγχρονη χρήση ριμπαβιρίνης και ζιντοβουντίνης δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. παράγραφο 4.4). Θα πρέπει να εξετάζεται η αντικατάσταση της ζιντοβουντίνης με σχήμα συνδυασμού αντιρετροϊκής αγωγής αν αυτό έχει ήδη καθιερωθεί. Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό προκαλούμενης από τη ζιντοβουντίνη αναιμίας.

Κύηση

Κύηση

Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα στοιχεία από τη χρήση της πεγκιντερφερόνης άλφα-2α σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες με ιντερφερόνη άλφα-2α σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3) και ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Pegasys πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εφόσον το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η πεγκιντερφερόνη άλφα-2α /μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης άλφα-2α στη γονιμότητα των γυναικών. Έχει βρεθεί παράταση του εμμηνορρυσιακού κύκλου με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2α σε θηλυκούς πιθήκους (βλ. παράγραφο 5.3).

Χρήση με ριμπαβιρίνη

Έχουν καταδειχθεί σημαντικές τερατογενετικές και/ή εμβρυοκτόνες επιδράσεις σε όλα τα είδη πειραματόζωων που εκτέθηκαν σε ριμπαβιρίνη. Η θεραπεία με ριμπαβιρίνη αντενδείκνυται σε γυναίκες που είναι έγκυες. Απαιτείται εξαιρετικά μεγάλη προσοχή για την αποφυγή της εγκυμοσύνης σε γυναίκες ασθενείς ή σε συντρόφους ανδρών ασθενών που λαμβάνουν Pegasys σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Οι γυναίκες ασθενείς αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Οι άνδρες ασθενείς ή οι γυναίκες σύντροφοί τους πρέπει να χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Παρακαλείσθε όπως ανατρέξετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της ριμπαβιρίνης.

Οδήγηση

ν

Το Pegasys έχει μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Θα πρέπει να εφιστάται η προσοχή σε ασθενείς που εμφανίζουν ζάλη, σύγχυση, υπνηλία ή κόπωση ώστε να αποφεύγουν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Αληθής πολυκυτταραιμία και ιδιοπαθής θρομβοκυτταραιμία

Τα αποτελέσματα από κλινικές μελέτες και αναδρομικές αναλύσεις σε ασθενείς με αληθή πολυκυτταραιμία και ιδιοπαθή θρομβοκυτταραιμία δεν έδειξαν πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες από αυτές που παρατηρούνται σε ασθενείς με CHB ή CHC, και όπως παρατίθενται στον Πίνακα 9.

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γριπώδη συμπτώματα, αντιδράσεις στη θέση ένεσης, περιφερικές αισθητηριακές νευροπάθειες, διαταραχές της όρασης, κατάθλιψη Βαθμού 1/2, λευκοπενία, αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών ASAT, υπέρταση, κόπωση, λεμφοπενία, αναιμία και λεμφοκυτταροπενία, διάρροια, ναυτία, κεφαλαλγία, μυοσκελετικό άλγος, δερματική τοξικότητα, εξασθένηση και γαστρεντερικά συμπτώματα.

Χρόνια ηπατίτιδα B σε ενήλικες ασθενείς

Σε κλινικές δοκιμές 48 εβδομάδων θεραπείας και 24 εβδομάδων παρακολούθησης, το προφίλ ασφάλειας του Pegasys στη CHB ήταν παρόμοιο με αυτό που έχει παρατηρηθεί στη CHC. Με εξαίρεση την πυρεξία, η συχνότητα της πλειοψηφίας των αναφερόμενων ανεπιθύμητων αντιδράσεων ήταν σημαντικά μικρότερη στους ασθενείς με CHB, οι οποίοι έλαβαν αγωγή με μονοθεραπεία με Pegasys συγκριτικά με ασθενείς με CHC που έλαβαν αγωγή με μονοθεραπεία Pegasys (βλ. Πίνακα 9). Ανεπιθύμητα συμβάντα σημειώθηκαν στο 88% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με Pegasys συγκριτικά με 53% των ασθενών στην ομάδα του συγκριτικού φαρμάκου λαμιβουδίνη, ενώ ποσοστό 6% των ασθενών που έλαβε αγωγή με Pegasys και ποσοστό 4% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με λαμιβουδίνη εμφάνισε σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα κατά τη διάρκεια των μελετών. Ανεπιθύμητα συμβάντα ή διαταραχές των εργαστηριακών τιμών είχαν ως αποτέλεσμα την απόσυρση του 5% των ασθενών από τη θεραπεία με Pegasys, ενώ ποσοστό μικρότερο του 1% των ασθενών αποσύρθηκε από τη θεραπεία με λαμιβουδίνη γι’ αυτούς τους λόγους. Το ποσοστό των ασθενών με κίρρωση, οι οποίοι αποσύρθηκαν από τη θεραπεία ήταν παρόμοιο με αυτό του συνολικού πληθυσμού σε κάθε ομάδα θεραπείας.

Χρόνια ηπατίτιδα C σε ενήλικες ασθενείς

Η συχνότητα και η βαρύτητα των συχνότερα αναφερόμενων ανεπιθύμητων αντιδράσεων με Pegasys είναι παρόμοιες με αυτές που έχουν αναφερθεί με ιντερφερόνη άλφα-2α (βλ. Πίνακα 9). Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις με 180 μικρογραμμάρια Pegasys ήταν ως επί το πλείστον ήπιες έως μέτριες σε βαρύτητα και ήταν αντιμετωπίσιμες χωρίς την ανάγκη τροποποίησης των δόσεων ή διακοπής της θεραπείας.

Χρόνια ηπατίτιδα C σε μη ανταποκριθέντες σε προηγούμενη θεραπεία ασθενείς

Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας του Pegasys σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε μη ανταποκριθέντες σε προηγούμενη θεραπεία ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς. Σε μία κλινική δοκιμή μη ανταποκριθέντων ασθενών σε προηγούμενη θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη, στην οποία εκτέθηκαν ασθενείς σε 48 ή 72 εβδομάδες θεραπείας, η συχνότητα αποσύρσεων λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ή διαταραχών των εργαστηριακών τιμών λόγω της θεραπείας με Pegasys και ριμπαβιρίνη, ήταν 6% και 7% αντίστοιχα, στο σκέλος θεραπείας των 48 εβδομάδων και 12% και 13% - αντίστοιχα, στο σκέλος θεραπείας των 72 εβδομάδων. Ομοίως για ασθενείς με κίρρωση ή μετάπτωση προς κίρρωση, οι συχνότητες απόσυρσης από τη θεραπεία με Pegasys και ριμπαβιρίνη ήταν υψηλότερες στα σκέλη θεραπείας των 72 εβδομάδων (13% και 15%) έναντι αυτών στα σκέλη θεραπείας των 48 εβδομάδων (6% και 6%).

Ασθενείς που αποσύρθηκαν από προηγούμενη θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη λόγω αιματολογικής τοξικότητας αποκλείστηκαν από την ένταξή τους σ’αυτή τη δοκιμή.

Σε μία άλλη κλινική δοκιμή, μη ανταποκριθέντες ασθενείς με προχωρημένη ίνωση ή κίρρωση (βαθμολογία κατά Ishak 3 έως 6), και αριθμό αιμοπεταλίων κατά την έναρξη της αγωγής 50.000 κύτταρα/mm3 έλαβαν αγωγή για 48 εβδομάδες. Οι διαταραχές των αιματολογικών εργαστηριακών τιμών που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 20 εβδομάδων της δοκιμής περιελάμβαναν αναιμία (26% των ασθενών εμφάνισαν αιμοσφαιρίνη μικρότερη των 10 g/dL), ουδετεροπενία (30% των ασθενών εμφάνισαν τιμή ANC < 750 κύτταρα/mm3), και θρομβοπενία (13% των ασθενών εμφάνισαν αριθμό αιμοπεταλίων <50.000 κύτταρα/mm3) (βλ. παράγραφο 4.4).

Χρόνια ηπατίτιδα C και συν-λοίμωξη HIV

Σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV, η κλινική εικόνα ανεπιθύμητων αντιδράσεων που αναφέρθηκε για το Pegasys, μόνου ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με λοίμωξη HCV μόνο. Σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV που λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού με Pegasys και ριμπαβιρίνη έχουν αναφερθεί άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ≥ 1% έως ≤ 2% των ασθενών: αυξημένα επίπεδα γαλακτικού οξέος στο αίμα/γαλακτική οξέωση, γρίπη, πνευμονία, ασταθές συναίσθημα, απάθεια, εμβοές, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, χειλίτιδα, επίκτητη λιποδυστροφία και χρωματουρία. H θεραπεία με Pegasys συσχετίστηκε με μειώσεις του απόλυτου αριθμού κυττάρων CD4+ μέσα στις πρώτες 4 εβδομάδες χωρίς μείωση του ποσοστού κυττάρων CD4+. Η μείωση του αριθμού των κυττάρων CD4+ ήταν αναστρέψιμη με τη μείωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας. Η χρήση του Pegasys δεν είχε αισθητή αρνητική επίδραση στον έλεγχο της ιαιμίας από HIV κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή της περιόδου παρακολούθησης. Περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας είναι διαθέσιμα σε ασθενείς με συν-λοίμωξη με αριθμό κυττάρων CD4+ < 200/μl.

Συνοπτική λίστα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων

Ο Πίνακας 9 συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μονοθεραπεία Pegasys σε ενήλικες ασθενείς με CHB ή CHC και με συνδυασμό Pegasys και ριμπαβιρίνης σε ασθενείς με CHC. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες κατηγοριοποιούνται ανάλογα με τη συχνότητα εμφάνισης ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές

(≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Για αυθόρμητες αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, η συχνότητα εμφάνισης δεν είναι γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα

δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 9: Ανεπιθύμητες ενέργειες με μονοθεραπεία Pegasys ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε κλινικές δοκιμές και μετά την κυκλοφορία

Οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Συχνότητα μη γνωστή
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Βρογχίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, καντιντίαση του στόματος, έρπης απλός, μυκητιασικές, ιικές καιβακτηριακές λοιμώξεις Πνευμονία, λοίμωξη του δέρματος Ενδοκαρδίτι-δα, εξωτερική ωτίτιδα Σηψαιμία
Νεοπλάσματ α καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνο νται κύστειςκαι πολύποδες) Ηπατικό νεόπλασμα
Διαταραχές του αιμοποιητι-κού καιλεμφικού συστήματος Θρομβοπενία, αναιμία, λεμφαδενοπάθεια Πανκυτταρο-πενία Απλαστική αναιμία Αμιγής ερυθροκυτ-ταρική απλασία
Διαταραχές του ανοσοποιητι-κού συστήματος Σαρκοείδω-ση, θυρεοειδίτιδα Αναφυλαξία, συστηματικό ς ερυθηματώ-δης λύκος, ρευματοειδής αρθρίτιδα Ιδιοπαθής ή θρομβωτική θρομβοπενι-κή πορφύρα Απόρριψη ηπατικού και νεφρικού μοσχεύμα-τος, νόσος Vogt-Koyanagi-Harada
Διαταραχές του ενδοκρινικούσυστήματος Υποθυρεοειδισμός,υπερθυρεοειδισμό ς Διαβήτης Διαβητική κετοξέωση
Διαταραχές του μεταβολι-σμού και της θρέψης Ανορεξία Αφυδάτωση
Ψυχιατρικές διαταραχές Κατάθλι-ψη*, άγχος, αϋπνία* Επιθετικότητα, μεταβολή της διάθεσης, συναισθηματικές διαταραχές, νευρικότητα,μειωμένη γενετήσια ορμή Ιδεασμός αυτοκτονίας, ψευδαισθή-σεις Αυτοκτονία, ψυχωτική διαταραχή Μανία, διπολικές διαταραχές, ιδεασμός ανθρωπο-κτονίας
Οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Συχνότητα μη γνωστή
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλ-γία, ζάλη*, διαταραχή της συγκέντρω-σης Συγκοπή, ημικρανία, διαταραχή της μνήμης, αδυναμία, υπαισθησία, υπεραισθησία, παραισθησία, τρόμος, διαταραχήτης γεύσης, εφιάλτες, υπνηλία Περιφερική νευροπάθεια Κώμα, σπασμοί, παράλυση προσωπικού νεύρου Εγκεφαλική ισχαιμία
Οφθαλμικές διαταραχές Θολή όραση, οφθαλμικό άλγος, φλεγμονή των οφθαλμών, ξηροφθαλμία Αιμορραγία του αμφιβλη-στροειδούς Οπτική νευροπάθεια, οίδημα της οπτικής θηλής, αγγειακή διαταραχή του αμφιβλη-στροειδούς, αμφιβλη-στροειδοπά-θεια, έλκος κερατοειδούς Απώλεια όρασης, Σοβαρή αποκόλλη-ση αμφιβλη-στροειδούς, οπτική νευρίτιδα
Διαταραχές του ωτός καιτου λαβυρίνθου Ίλιγγος, ωτικό άλγος Απώλεια ακοής
Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία, οίδημα περιφερικό, αίσθημα παλμών, Έμφραγμα του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιομυοπά θεια, στηθάγχη, αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή, περικαρδίτι-δα,υπερκοιλιακή ταχυκαρδία,
Αγγειακές διαταραχές Έξαψη Υπέρταση Εγκεφαλικήαιμορραγία, αγγειίτιδα Περιφερική ισχαιμία
Διαταραχές του αναπνευστι-κού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωράκι-ου Δύσπνοια, βήχας Δύσπνοια μετά κόπωση, επίσταξη, ρινοφαρυγγίτιδα, συμφόρηση κόλπων του προσώπου, ρινική συμφόρηση,ρινίτιδα, πονόλαιμος Συριγμός Διάμεση πνευμονίτιδα συμπεριλαμ-βανομένης μοιραίας έκβασης, πνευμονική εμβολή Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση§
Οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Συχνότητα μη γνωστή
Διαταραχές του γαστρεντερι-κού Διάρροια*, ναυτία*, κοιλιακό άλγος* Έμετος, δυσπεψία, δυσφαγία, στοματική εξέλκωση, ουλορραγία, γλωσσίτιδα, στοματίτιδα, μετεωρισμός,ξηροστομία Γαστρεντερι-κή αιμορραγία Πεπτικό έλκος, παγκρεατίτι-δα Ισχαιμική κολίτιδα, μελάγχρω-ση γλώσσας
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Ηπατική δυσλειτουρ-γία Ηπατική ανεπάρκεια, χολαγγειίτι-δα, λιπώδες ήπαρ
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Αλωπεκία, δερματίτι-δα, κνησμός, ξηροδερμία Ψωρίαση, κνίδωση, έκζεμα, εξάνθημα, αυξημένη εφίδρωση, διαταραχή του δέρματος, αντίδρασηφωτοευαισθησίας, νυχτερινοί ιδρώτες Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδη-μα,πολύμορφο ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετι-κού συστήματος καισυνδετικού ιστού Μυαλγία, αρθραλγία Οσφυαλγία, αρθρίτιδα, μυϊκή αδυναμία, οστικό άλγος, αυχεναλγία, μυοσκελετικόάλγος, μυϊκές κράμπες Μυοσίτιδα Ραβδομυό-λυση
Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών Νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπαραγω-γικού συστήματοςκαι του μαστού Ανικανότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πυρεξία*, ρίγη*, άλγος*, εξασθένη-ση, κόπωση, αντίδραση θέσης ένεσης*,ευερεθιστό-τητα* Θωρακικό άλγος, γριπώδης συνδρομή, κακουχία, λήθαργος, θερμές εξάψεις, δίψα
Παρακλινικές εξετάσεις Μειωμένο βάρος
Οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Συχνότητα μη γνωστή
Κακώσεις, δηλητηριά-σεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Υπερδοσολο-γία με ουσία

* Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν συχνές (> 1/100 έως < 1/10) σε ασθενείς με CHB λοίμωξη που έλαβαν μονοθεραπεία Pegasys

§ Κατηγοριοποίηση επισήμανσης για τα προϊόντα ιντερφερόνης, βλ. ακολούθως Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση

Περιστατικά πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (ΠΑΥ) έχουν αναφερθεί με προϊόντα ιντερφερόνης άλφα, κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου ΠΑΥ (όπως πυλαία υπέρταση, λοίμωξη HIV, κίρρωση). Τα συμβάντα παρατηρήθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία, συνήθως αρκετούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη άλφα.

Εργαστηριακές τιμές

Η θεραπεία με Pegasys συσχετίστηκε με μη φυσιολογικές τιμές: αύξηση ALT, αύξηση χολερυθρίνης, διαταραχή ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία, υποφωσφατιαιμία), υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία και αυξημένα τριγλυκερίδια (βλ. παράγραφο 4.4). Στη μονοθεραπεία με Pegasys, καθώς και στη θεραπεία συνδυασμού με ριμπαβιρίνη, ποσοστό μέχρι και 2% των ασθενών ανέπτυξε αυξημένα επίπεδα ALT, τα οποία οδήγησαν σε τροποποίηση της δόσης ή σε διακοπή της αγωγής.

Η θεραπεία με Pegasys συσχετίστηκε με μειώσεις των αιματολογικών τιμών (λευκοπενία, ουδετεροπενία, λεμφοπενία, θρομβοπενία και αιμοσφαιρίνη) οι οποίες βελτιώθηκαν γενικά με τροποποίηση της δόσης, και επανήλθαν στα προ-θεραπείας επίπεδα μέσα σε 4-8 εβδομάδες από τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Παρατηρήθηκε μέτρια (ANC: 0,749 - 0,5 x 109/l) και σοβαρή (ANC: <0,5 x 109/l) ουδετεροπενία αντίστοιχα σε 24% (216/887) και 5% (41/887) των ασθενών που λάμβαναν 180 μικρογραμμάρια Pegasys και 1.000/1.200 χιλιοστόγραμμα ριμπαριβίνης για 48 εβδομάδες.

Αντισώματα αντι-ιντερφερόνης

Ποσοστό 1-5% των ασθενών που έλαβε αγωγή με Pegasys ανέπτυξε εξουδετερωτικά αντισώματα αντι-ιντερφερόνης. Όπως συμβαίνει και με άλλες ιντερφερόνες, παρατηρήθηκε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης εξουδετερωτικών αντισωμάτων στη CHB. Ωστόσο, αυτό δεν συσχετίστηκε με έλλειψη θεραπευτικής ανταπόκρισης, σε καμία από τις νόσους.

Λειτουργία θυρεοειδούς

Η αγωγή με Pegasys συσχετίστηκε με κλινικά σημαντικές ανωμαλίες των εργαστηριακών τιμών των ορμονών του θυρεοειδούς, οι οποίες απαίτησαν κλινική παρέμβαση (βλ. παράγραφο 4.4). Οι συχνότητες εκδήλωσης που παρατηρήθηκαν (4,9%) σε ασθενείς που λάμβαναν Pegasys/ριμπαβιρίνη (NV 15801) είναι παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν με άλλες ιντερφερόνες.

Εργαστηριακές τιμές για ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV

Παρόλο που οι αιματολογικές τοξικότητες ουδετεροπενίας, θρομβοπενίας και αναιμίας αναφέρθηκαν συχνότερα σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV, η πλειοψηφία αυτών ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστεί με τροποποίηση της δόσης και με τη χρήση αυξητικών παραγόντων και δεν απαιτήθηκε συχνά η πρόωρη διακοπή της θεραπείας. Παρατηρήθηκε μείωση των επιπέδων του αριθμού των ουδετερόφιλων (ANC) κάτω των 500 κυττάρων/mm3 σε ποσοστό 13% και 11% των ασθενών που λάμβαναν μονοθεραπεία Pegasys και θεραπεία συνδυασμού, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε μείωση των αιμοπεταλίων κάτω των 50.000 κύτταρα/mm3 σε ποσοστό 10% και 8% των ασθενών που λάμβαναν μονοθεραπεία Pegasys και θεραπεία συνδυασμού, αντίστοιχα. Αναφέρθηκε αναιμία

(αιμοσφαιρίνη <10 g/dl) σε ποσοστό 7% και 14% των ασθενών που λάμβαναν μονοθεραπεία Pegasys ή θεραπεία συνδυασμού αντίστοιχα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Χρόνια ηπατίτιδα B

Σε μία κλινική δοκιμή (YV25718) με 111 παιδιατρικούς ασθενείς (3 έως 17 ετών) που έλαβαν αγωγή με Pegasys για 48 εβδομάδες, το προφίλ ασφάλειας ήταν συνεπές με αυτό που παρατηρήθηκε σε ενήλικες με CHB και σε παιδιατρικούς ασθενείς με CHC.

Οι μέσες μεταβολές από την αρχική τιμή στο ύψος και το βάρος για βαθμολογίες ηλικίας Z κατά την Εβδομάδα 48 της θεραπείας στη μελέτη YV25718 ήταν -0,07 και -0,21 (n=108 και n=106 αντίστοιχα) για τους ασθενείς που έλαβαν Pegasys συγκριτικά με -0,01 και -0,08 (n=47 το καθένα) σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία. Στην Εβδομάδα 48 της θεραπείας με Pegasys, παρατηρήθηκε εκατοστημοριακή μείωση ύψους ή βάρους άνω των 15 εκατοστημορίων στις κανονικοποιημένες καμπύλες ανάπτυξης σε 6% των ασθενών για το ύψος και 13% των ασθενών για το βάρος, ενώ στην ομάδα άνευ θεραπείας ήταν 2% των ασθενών για το ύψος και 9% για το βάρος. Ανάκαμψη στην ανάπτυξη μετά από τη θεραπεία παρατηρήθηκε στην πλειονότητα των ασθενών σε μελέτες βραχυχρόνιας (81% έως 2 έτη) και μακροχρόνιας παρακολούθησης (82% έως 5 έτη).

Χρόνια ηπατίτιδα C

Σε μία κλινική δοκιμή με 114 παιδιατρικούς ασθενείς (5 έως 17 ετών) που έλαβαν αγωγή με Pegasys μόνο ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη (βλ. παράγραφο 5.1), χρειάσθηκε τροποποίηση της δοσολογίας περίπου στο ένα τρίτο των ασθενών, πιο συχνά για ουδετεροπενία και αναιμία. Σε γενικές γραμμές, το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στους ενήλικες. Στην παιδιατρική μελέτη, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού έως και 48 εβδομάδες με Pegasys και ριμπαβιρίνη ήταν γριππώδης συνδρομή (91%), κεφαλαλγία (64%), γαστρεντερική διαταραχή (56%), και τοπική αντίδραση στη θέση ένεσης (45%). Πλήρης κατάλογος των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που αναφέρθηκαν σε αυτή την ομάδα θεραπείας (n = 55) παρέχεται στον Πίνακα 10. Επτά ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού με Pegasys και ριμπαβιρίνη για 48 εβδομάδες διέκοψαν τη θεραπεία για λόγους ασφαλείας (κατάθλιψη, παθολογική ψυχιατρική αξιολόγηση, παροδική τύφλωση, εξιδρώματα του αμφιβληστροειδούς, υπεργλυκαιμία, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και αναιμία). Οι περισσότερες από τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν στη μελέτη ήταν ήπιας ή μέτριας σοβαρότητας. Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν σε 2 ασθενείς στην ομάδα της θεραπείας συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη (υπεργλυκαιμία και χολοκυστεκτομή).

Αναστολή της ανάπτυξης παρατηρήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4). Οι παιδιατρικοί ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού με Pegasys και ριμπαβιρίνη εμφάνισαν καθυστέρηση στις αυξήσεις του βάρους και του ύψους μετά από 48 εβδομάδες θεραπείας σε σύγκριση με την αρχική τιμή. Τα εκατοστημόρια του «βάρους για την ηλικία» και του «ύψους για την ηλικία» των ασθενών της κανονικής κατανομής του πληθυσμού μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Στο τέλος των 2 ετών παρακολούθησης μετά τη θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς είχαν επιστρέψει στην αρχική εκατοστημοριακή φυσιολογική καμπύλη ανάπτυξης βάρους και ύψους (μέσο εκατοστιαίο βάρος ήταν 64% κατά την έναρξη και 60% στα 2 έτη μετά από τη θεραπεία, μέσο εκατοστιαίο ύψος ήταν 54% κατά την έναρξη και 56% στα 2 έτη μετά από τη θεραπεία). Στο τέλος της θεραπείας, το 43% των ασθενών εμφάνισε εκατοστημοριακή μείωση βάρους κατά 15 εκατοστημόρια ή περισσότερο, και 25% (13 από 53) παρουσίασαν μείωση ύψους 15 εκατοστημόρια ή περισσότερο για τις κανονικές καμπύλες ανάπτυξης. Στα 2 έτη μετά τη θεραπεία, το 16% (6 από 38) των ασθενών παρέμεινε 15 εκατοστημόρια ή και περισσότερο κάτω από την αρχική καμπύλη βάρους τους και το 11% (4 από 38) παρέμεινε 15 εκατοστημόρια ή περισσότερο κάτω από την αρχική καμπύλη ύψους τους.

Το 55% (21 από 38) των ατόμων που ολοκλήρωσε την αρχική μελέτη εντάχθηκε στη μακροχρόνια παρακολούθηση η οποία εκτείνεται έως 6 έτη μετά από τη θεραπεία. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από τη

θεραπεία η ανάκαμψη στην ανάπτυξη στα 2 έτη μετά από τη θεραπεία διατηρήθηκε έως 6 έτη μετά από τη θεραπεία. Για λίγα άτομα που ήταν περισσότερο από 15 εκατοστημόρια κάτω από την αρχική καμπύλη ύψους τους στα 2 έτη μετά από τη θεραπεία, αυτά είτε επέστρεψαν σε συγκρίσιμα με τις αρχικές τιμές εκατοστημόρια ύψους στα 6 έτη μετά από τη θεραπεία είτε εντοπίστηκε ένας αιτιολογικός παράγοντας, ο οποίος δεν σχετίζονταν με τη θεραπεία. Η έκταση των διαθέσιμων δεδομένων δεν είναι επαρκής, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αναστολή της ανάπτυξης λόγω της έκθεσης στο Pegasys είναι πάντα αναστρέψιμη.

Πίνακας 10: Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν μεταξύ παιδιατρικών ασθενών με λοίμωξη HCV και εντάχθηκαν στη μελέτη NV17424 με Pegasys και ριμπαβιρίνη

Οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λοιμώδης μονοπυρήνωση, φαρυγγίτιδα από στρεπτόκοκκο, γρίππη, γαστρεντερίτιδα από ιό, καντιντίαση, γαστρεντερίτιδα, οδοντικό απόστημα, χαλάζιο, ουρολοίμωξη, ρινοφαρυγγίτιδα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος Αναιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Μειωμένη όρεξη Υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Κατάθλιψη, άγχος, ψευδαίσθηση, μη φυσιολογική συμπεριφορά, επιθετικότητα, οργή,διαταραχή ελαττωματικής προσοχής/υπερκινητικότητας
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Ζάλη, διαταραχή της συγκέντρωσης, ημικρανία
Οφθαλμικές διαταραχές Τύφλωση παροδική, εξιδρώματα του αμφιβληστροειδούς, βλάβη της όρασης, ερεθισμός του οφθαλμού,πόνος του οφθαλμού, κνησμός του οφθαλμού
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Ωταλγία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και τουμεσοθωράκιου Δύσπνοια, επίσταξη
Διαταραχές του γαστρεντερικού Γαστρεντερική διαταραχή Άλγος άνω κοιλιακής χώρας,στοματίτιδα, ναυτία, αφθώδης στοματίτιδα, στοματική διαταραχή
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, κνησμός, αλωπεκία Οίδημα στο πρόσωπο, φαρμακευτικό εξάνθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού Μυοσκελετικός πόνος Οσφυαλγία, πόνος στα άκρα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Δυσουρία, ακράτεια, διαταραχή των ουροφόρων οδών
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Κολπικό έκκριμα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Γριπώδης συνδρομή, αντίδραση της θέσης ένεσης, ευερεθιστότητα, κόπωση Πυρεξία, αιμάτωμα στη θέση της ένεσης, άλγος
Παρακλινικές εξετάσεις Ψυχιατρική αξιολόγηση μη φυσιολογική
Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί χειρισμοί Εξαγωγή οδόντος, χολοκυστεκτομή
Κοινωνικές περιστάσεις Πρόβλημα εκπαίδευσης

Εργαστηριακές τιμές

Μειώσεις της αιμοσφαιρίνης, των ουδετερόφιλων, των αιμοπεταλίων ή αυξημένες τιμές ALT μπορεί να απαιτούν μείωση της δόσης ή μόνιμη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2). Οι περισσότερες εργαστηριακές ανωμαλίες που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της κλινικής δοκιμής επέστρεψαν στα αρχικά επίπεδα λίγο μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Έχουν αναφερθεί υπερδοσολογίες που περιλαμβάνουν από δύο ενέσεις σε διαδοχικές ημέρες (αντί με εβδομαδιαίο μεσοδιάστημα) έως και καθημερινές ενέσεις για 1 εβδομάδα (δηλ.

1.260 μικρογραμμάρια/εβδομάδα). Κανείς από αυτούς τους ασθενείς δεν παρουσίασε ασυνήθιστα, σοβαρά συμβάματα ή συμβάματα που να περιορίζουν τη θεραπεία. Εβδομαδιαίες δόσεις έως και 540 και 630 μικρογραμμάρια έχουν χορηγηθεί σε κλινικές δοκιμές καρκινώματος των νεφρικών κυττάρων και χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας, αντίστοιχα. Οι περιοριστικές της δόσης τοξικότητες ήταν κόπωση, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, ουδετεροπενία και θρομβοπενία όπως συμβαίνει κατά τη θεραπεία με ιντερφερόνες.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - PEGASYS 135MCG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοδιεγερτικά, ιντερφερόνες, κωδικός ATC: L03A B11 Μηχανισμός δράσης

Η σύζευξη του αντιδραστηρίου PEG (δις-μονομεθόξυ πολυαιθυλενογλυκόλη) με την ιντερφερόνη άλφα-2α σχηματίζει μία πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2α (Pegasys). Το Pegasys έχει in vitro τις τυπικές αντιικές και αντιπολλαπλασιαστικές δραστηριότητες της ιντερφερόνης άλφα-2α.

Η ιντερφερόνη άλφα-2α συνδέεται με δις-[μονομεθόξυ πολυαιθυλενογλυκόλη] κατά ένα βαθμό αντικατάστασης ενός mole πολυμερούς/mole πρωτεΐνης. Η μέση μοριακή μάζα είναι περίπου 60.000, από την οποία περίπου 20.000 αποδίδεται στο μέρος της πρωτείνης του μορίου.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Τα επίπεδα του RNA του HCV μειώνονται με διφασικό τρόπο στους ανταποκρινόμενους ασθενείς με ηπατίτιδα C οι οποίοι έχουν λάβει αγωγή με 180 μικρογραμμάρια Pegasys. Η πρώτη φάση της πτώσης συμβαίνει 24-36 ώρες μετά την πρώτη δόση του Pegasys και ακολουθείται από τη δεύτερη φάση της πτώσης η οποία συνεχίζεται κατά τη διάρκεια των επόμενων 4 έως 16 εβδομάδων σε ασθενείς που επιτυγχάνουν παρατεταμένη ανταπόκριση. Η ριμπαβιρίνη δεν είχε κανένα σημαντικό αποτέλεσμα στην αρχική κινητική του ιού κατά τη διάρκεια των πρώτων 4 έως 6 εβδομάδων σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με το συνδυασμό ριμπαβιρίνης και πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης άλφα-2α ή ιντερφερόνης άλφα.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Αληθής πολυκυτταραιμία και ιδιοπαθής θρομβοκυτταραιμία

Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας βασίζονται κατά κύριο λόγο σε βιβλιογραφικά δεδομένα από δύο προοπτικές, με πρωτοβουλία των ερευνητών, ανοικτής επισήμανσης μελέτες, MPD-RC 112 και MPD-RC 111.

Μελέτη MPD-RC 112

Η τυχαιοποιημένη, με πρωτοβουλία των ερευνητών, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική, φάσης ΙΙΙ δοκιμή που διεξήχθη από την Κοινοπραξία Έρευνας για τις Μυελοϋπερπλαστικές Διαταραχές (Myeloproliferative Disorders Research Consortium, MPD-RC) συνέκρινε την υδροξυουρία (HU) με την PEG-IFN-α-2a σε πρωτοθεραπευόμενους (TN) ασθενείς υψηλού κινδύνου με ιδιοπαθή θρομβοκυτταραιμία (ET· n=81) ή αληθή πολυκυτταραιμία (PV· n=87) (NCT01259856/MPD-RC 112). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Δικτύου Λευχαιμίας (European LeukaemiaNet, ELN) στους 12 μήνες θεραπείας. Η CR ορίστηκε ως αριθμός αιμοπεταλίων <400x109/l, HCT <45% χωρίς φλεβοτομία για τους ασθενείς με PV μόνο, αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων <10x109/l, υποχώρηση της σπληνομεγαλίας και υποχώρηση των σχετιζόμενων με τη νόσο συμπτωμάτων (μικροαγγειακές διαταραχές, κεφαλαλγία και κνησμός). Η PEG-IFN-α-2a ήταν αυτοχορηγούμενη s.c. στα 45 μικρογραμμάρια/εβδομάδα και τιτλοδοτήθηκε σε προσαυξήσεις των 45 μικρογραμμαρίων μηνιαίως έως το μέγιστο

180 μικρογραμμάρια/εβδομάδα. Η HU ξεκίνησε στα 500 mg δύο φορές ημερησίως. Συνολικά 168 ασθενείς εντάχθηκαν και τυχαιοποιήθηκαν στα σκέλη θεραπείας (86 HU, 82

PEG-IFN-α-2a). Κατά την έναρξη, η μέση ηλικία ήταν τα 63 και 60 έτη και η μέση διάρκεια της ET/PV ήταν 3,1 και 2,6 μήνες στα σκέλη HU και PEG-IFN-α-2a, αντίστοιχα. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 81,0 εβδομάδες και 94,6 εβδομάδες στα σκέλη HU και PEG-IFN-α-2a, αντίστοιχα.

Εβδομήντα τέσσερα τοις εκατό των ασθενών που έλαβαν HU και 87% των ασθενών που έλαβαν PEG-IFN-α-2a έλαβαν θεραπεία για 12 μήνες ή περισσότερο. Ο Πίνακας 11 εμφανίζει την ανταπόκριση ανά σκέλος θεραπείας.

Πίνακας 11: Ανταπόκριση ανά σκέλος θεραπείας μετά από 12 μήνες στη μελέτη MPD-RC 112

HU (n=86), % PEG (n=82), %
Πλήρης ανταπόκριση (CR)ET PV 32 (37%)19 (45%)13 (30%) 29 (35%)17 (44)%12 (28%)

Μελέτη MPD-RC 111

Αυτή η μονού σκέλους, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική δοκιμή φάσης ΙΙ που διεξήχθη επίσης από την MPD-RC, αξιολόγησε την αιματολογική ανταπόκριση στην PEG-IFN-α-2a σε 50 ασθενείς με PV και 65 ασθενείς με ET που ήταν ανθεκτικοί ή μη ανεκτικοί στην HU

(NCT01259817/MPD-RC 111). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό CR ή PR στους

12 μήνες θεραπείας σύμφωνα με τα κριτήρια ELN. Η PEG-IFN-α-2a ήταν αυτοχορηγούμενη s.c. στα 45 μικρογραμμάρια/εβδομάδα και τιτλοδοτήθηκε σε προσαυξήσεις των 45 μικρογραμμαρίων μηνιαίως έως το μέγιστο 180 μικρογραμμάρια/εβδομάδα. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 78,5 και 82 μήνες στους ασθενείς με ET και PV, αντίστοιχα.

Στους ασθενείς με ET, CR και PR στους 12 μήνες παρατηρήθηκαν σε 28 (43,1%) και 17 (26,2%) ασθενείς, για ένα ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης (ORR) 69,2% (95% CI, 56,6%-80,0%). Στους ασθενείς με PV, 11 (22%) πέτυχαν CR και 19 (38%) PR, για ένα ORR 60% (95% CI, 45,2%-73,6%).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Pegasys σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην θεραπεία της αληθούς πολυκυτταραιμίας και της ιδιοπαθούς θρομβοκυτταραιμίας (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Χρόνια ηπατίτιδα Β Προβλεψιμότητα της ανταπόκρισης

Μία μετα-ανάλυση σε επίπεδο ασθενούς, 9 κλινικών μελετών του Pegasys (n = 1.423) σε CHB HBeAg θετικούς και HBeAg αρνητικούς ασθενείς, κατέδειξε ότι τα επίπεδα HBsAg και HBV DNA την Εβδομάδα 12 της θεραπείας, είναι προγνωστικά για την τελική έκβαση της θεραπείας στην Εβδομάδα 24 μετά από τη θεραπεία σε ορισμένους γονότυπους. Τα χαρακτηριστικά λειτουργίας αυτών των βιοδεικτών παρουσιάζονται στον Πίνακα 12. Δεν μπορούν να προσδιοριστούν μεμονωμένοι βιοδείκτες με όρια τιμών (cut-off) ώστε να βελτιστοποιηθούν όλα τα λειτουργικά χαρακτηριστικά [αρνητική προγνωστική αξία (negative predictive value, NPV), ευαισθησία, ειδικότητα] και τα πρακτικά χαρακτηριστικά (απλότητα, ευκολία). To ενδεχόμενο της πρώιμης διακοπής της θεραπείας θα πρέπει να αξιολογείται στο πλαίσιο μίας συγκεκριμένης κλινικής κατάστασης.

Για HBeAg θετικούς ασθενείς με λοίμωξη HBV γονότυπου Β και C, το HBsAg > 20.000 IU/ml ή το HBV DNA > 8 log10 IU/ml την Εβδομάδα 12 μετά από την έναρξη της θεραπείας σχετίζεται με υψηλή πιθανότητα αποτυχίας επίτευξης ορομετατροπής HBeAg και HBV-DNA < 2.000 IU/ml στις 24 εβδομάδες μετά από τη θεραπεία (NPV > 90%). Για τους ΗΒV γονότυπους Α και D, το μέγεθος της υποομάδας ήταν ανεπαρκές για ανάλυση.

Για HBeAg αρνητικούς ασθενείς με λοίμωξη HBV γονότυπου D, το HBsAg > 20.000 IU/ml ή το HBV DNA > 6,5 log10 IU/ml την Εβδομάδα 12 μετά από την έναρξη της θεραπείας σχετίζεται με υψηλή πιθανότητα αποτυχίας επίτευξης του HBV-DNA < 2.000 IU/ml και αποκατάστασης της ALT την Εβδομάδα 24 μετά από τη θεραπεία. Το μέγεθος της υποομάδας ήταν ανεπαρκές για ανάλυση. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί βιοδείκτης με αποδεκτή απόδοση για HBeAg αρνητικούς ασθενείς με λοίμωξη HBV γονότυπου Β ή C.

Μπορούν να εξεταστούν και άλλοι δημοσιευμένοι βιοδείκτες κατά τη θεραπεία, οι οποίοι είναι προγνωστικοί της τελικής έκβασης της θεραπείας με Pegasys.

Πίνακας 12: Απόδοση μεμονωμένων βιοδεικτών την Εβδομάδα 12 της θεραπείας σε CHB HBeAg θετικούς και HBeAg αρνητικούς ασθενείς σύμφωνα με τον γονότυπο

Γονότυπος Όρια τιμών (Cut-off ) (IU/ml) NPV Ευαισθησία Ειδικότητα
HBeAg-θετικό(α)
B HBsAg > 20.000 0,93 0,96 0,23
HBV DNA > 8 log10 0,90 0,94 0,26
C HBsAg > 20.000 0,96 0,97 0,22
HBV DNA > 8 log10 0,98 0,98 0,19
HBeAg-αρνητικό(α)
D HBsAg > 20.000 0,91 0,94 0,16
HBV DNA > 6,5 log10 1,00 1,00 0,11

NPV= αρνητική προγνωστική αξία, Ευαισθησία = % του συνόλου των ανταποκριθέντων που δεν ικανοποιούν τον κανόνα διακοπής, Ειδικότητα: % του συνόλου των μη ανταποκριθέντων που ικανοποιούν τον κανόνα διακοπής

(α) Η ανταπόκριση στη θεραπεία για HBeAg θετικούς ασθενείς ορίστηκε ως ορομετατροπή HBeAg (οριζόμενη ως απώλεια HBeAg και παρουσία αντι-HBe) + HBV DNA < 2.000 IU/ml στους 6 μήνες μετά από τη θεραπεία και η ανταπόκριση στη θεραπεία για HBeAg αρνητικούς ασθενείς ορίστηκε ως HBV DNA < 2.000 IU/ml + ALT ομαλοποίηση στους 6 μήνες μετά από τη θεραπεία.

Σε όλες τις κλινικές δοκιμές εντάχθηκαν ασθενείς με CHΒ που είχαν ενεργή αναπαραγωγή του ιού όπως αυτή μετρήθηκε με προσδιορισμό του DNA HBV, αυξημένα επίπεδα ALT και βιοψία ήπατος σύμφωνη με χρόνια ηπατίτιδα. Στη μελέτη WV16240 εντάχθηκαν HbeAg θετικοί ασθενείς, ενώ στη μελέτη

WV16241 HbeAg αρνητικοί και αντί-HΒe θετικοί. Και στις δύο μελέτες η διάρκεια της θεραπείας ήταν 48 εβδομάδες και η περίοδος παρακολούθησης χωρίς θεραπεία 24 εβδομάδες. Και στις δύο μελέτες συγκρίθηκε το Pegasys με εικονικό φάρμακο έναντι Pegasys με λαμιβουδίνη έναντι λαμιβουδίνης μόνο. Δεν συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με συν-λοίμωξη HBV-HIV σ’αυτές τις κλινικές δοκιμές.

Στον Πίνακα 13 παρουσιάζονται τα ποσοστά ανταπόκρισης στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης για τις δύο μελέτες. Στη μελέτη WV16240, τα κύρια καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν HbeAg ορομετατροπή και τιμή HBV-DNA μικρότερη του 105 αντίγραφα/ml. Στη μελέτη WV16241, οι κύριες παράμετροι αποτελεσματικότητας ήταν η αποκατάσταση των τιμών ALT στο φυσιολογικό και τιμή HBV-DNA μικρότερη των 2x104 αντιγράφων/ml. Το HBV DNA μετρήθηκε με το COBAS AMPLICORTM HBV MONITOR (όριο ανίχνευσης 200 αντίγραφα/ml).

Συνολικά 283/1.351 (21%) των ασθενών είχαν προχωρημένη ίνωση ή κίρρωση, ενώ 85/1.351 (6%) είχαν κίρρωση. Δεν υπήρχε διαφορά στο ποσοστό ανταπόκρισης μεταξύ αυτών των ασθενών και εκείνων χωρίς προχωρημένη ίνωση ή κίρρωση.

Πίνακας 13: Ορολογικές, ιολογικές και βιοχημικές ανταποκρίσεις στη χρόνια ηπατίτιδα B

HBeAg θετικοί Μελέτη WV16240 HBeAg αρνητικοί/αντι-HBe θετικοί Μελέτη WV16241
Παράμετρος Ανταπόκριση ς Pegasys 180 μg &Εικονικό φάρμακο Pegasys 180 μg &Λαμιβουδίν η100 mg Λαμιβουδίν η100 mg Pegasys 180 μg &Εικονικό φάρμακο Pegasys 180 μg &Λαμιβουδίν η100 mg Λαμιβουδίν η100 mg
(N=271)
(N=271) (N=272) (N=177) (N=179) (N=181)
HBeAg Ορομετατροπή 32% # 27% 19% Δεν εφαρμόζεται Δεν εφαρμόζεται Δεν εφαρμόζεται
HBV DNAανταπόκριση * 32% # 34% 22% 43% # 44% 29%
Ομαλοποίηση ALT 41% # 39% 28% 59% # 60% 44%
HBsAg Ορομετατροπή 3% # 3% 0% 3% 2% 0%

* Για HBeAg-θετικούς ασθενείς: HBV DNA < 105 αντίγραφα/ml

For HBeAg-αρνητικούς /αντι-HBe-θετικούς ασθενείς: HBV DNA < 2 x 104 αντίγραφα/ml

# τιμή p (έναντι λαμιβουδίνης) < 0,01 (διαστρωματοποιημένο τεστ Cochran-Mantel-Haenszel)

Η ιστολογική ανταπόκριση ήταν παρόμοια στις τρεις θεραπευτικές ομάδες σε κάθε μελέτη: ωστόσο, ασθενείς που έδειξαν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση 24 εβδομάδες μετά το τέλος της αγωγής ήταν σημαντικά πιθανότερο να εμφανίσουν επίσης ιστολογική βελτίωση.

Όλοι οι ασθενείς οι οποίοι ολοκλήρωσαν τις μελέτες φάσης ΙΙΙ είχαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις να ενταχθούν σε μία μακροχρόνια μελέτη παρακολούθησης (WV 16866). Μεταξύ των ασθενών της μελέτης WV16240, οι οποίοι έλαβαν μονοθεραπεία Pegasys και εντάχθηκαν στη μακροχρόνια μελέτη παρακολούθησης, το ποσοστό μακροχρόνιας ορομετατροπής HBeAg 12 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας ήταν 48% (73/153). Σε ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία Pegasys στη μελέτη WV16241, το ποσοστό ανταπόκρισης ως προς τις τιμές HBV-DNA και αποκατάστασης της ALT στο φυσιολογικό 12 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας ήταν 42% (41/97) και 59% (58/99), αντίστοιχα.

Χρόνια ηπατίτιδα C Πρόβλεψη της ανταπόκρισης

Παρακαλείστε να ανατρέξετε στην παράγραφο 4.2, στον Πίνακα 2.

Ανταπόκριση στη δόση σε μονοθεραπεία

Σε μία άμεση σύγκριση με τα 90 μικρογραμμάρια, η δόση των 180 μικρογραμμαρίων συσχετίστηκε με ανώτερη παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση σε ασθενείς με κίρρωση, αλλά σε μία μελέτη σε μη-κιρρωτικούς ασθενείς ελήφθησαν πολύ παρόμοια αποτελέσματα με δόσεις 135 μικρογραμμαρίων και 180 μικρογραμμαρίων.

Επιβεβαιωτικές κλινικές δοκιμές σε ενήλικες πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς

Σε όλες τις κλινικές δοκιμές συμμετείχαν ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν ιντερφερόνη, με CHC επιβεβαιωμένη με ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV RNA ορού, με αυξημένα επίπεδα ALT (με εξαίρεση τη μελέτη NR16071) και με βιοψία ήπατος συμβατή με χρόνια ηπατίτιδα. Ειδικά στη μελέτη NV15495 συμμετείχαν ασθενείς με ιστολογική διάγνωση κίρρωσης (περίπου 80%) ή μετάβασης σε κίρρωση (περίπου 20%). Στη μελέτη NR15961 συμπεριλήφθηκαν μόνο ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV (βλ. Πίνακα 22). Οι ασθενείς αυτοί είχαν σταθεροποιημένη νόσο HIV και ο μέσος όρος του αριθμού Τ-λεμφοκυττάρων CD4 ήταν περίπου 500 κύτταρα / μl.

Για ασθενείς με λοίμωξη HCV μόνο, και συν-λοίμωξη HIV-HCV, και για θεραπευτικά σχήματα, διάρκεια θεραπείας και έκβαση της μελέτης βλ. Πίνακες14, 15, 16 και Πίνακα 22 αντίστοιχα. Η ιολογική ανταπόκριση ορίστηκε ως μη ανιχνεύσιμο HCV RNA όπως μετρήθηκε με το COBAS AMΡLICOR™ ΗCV Test, έκδοση 2.0 (όριο ανίχνευσης 100 αντίγραφα/ml ισοδύναμα με 50 Διεθνείς Μονάδες/ml) και η παρατεταμένη ανταπόκριση ως ένα αρνητικό δείγμα περίπου 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας.

Πίνακας 14: Ιολογική ανταπόκριση σε ασθενείς με CHC

Μονοθεραπεία Pegasys Θεραπεία Συνδυασμού Pegasys
μη-κιρρωτικοί και κιρρωτικοί κιρρωτικοί μη-κιρρωτικοί και κιρρωτικοί
Μελέτη NV15496 + NV15497 + NV15801 Μελέτη NV15495 Μελέτη NV15942 Μελέτη NV15801
Pegasys180 μg(N=701) 48εβδομάδες Ιντερφερό-νη άλφα-2α6 MIU/3 MIU&3 MIU(N=478)48 εβδομάδες Pegasys180 μg(N=87) 48εβδομάδες Ιντερφερό-νηάλφα-2α3 MIU(N=88) 48εβδομάδες Pegasys180 μg& Ριμπαβιρίνη 1.000/1.200mg(N=436)48 εβδομάδες Pegasys180 μg& Ριμπαβιρίνη 1.000/1.200mg(N=453)48 εβδομάδες Ιντερφερό-νη άλφα-2β3 MIU& Ριμπαβιρί-νη 1.000/1.200mg(N=444)48 εβδομάδες
Ανταπό-κριση στο τέλος της θεραπείας 55 – 69% 22 – 28% 44% 14% 68% 69% 52%
Συνολική Παραμέ-νουσα Ανταπό-κριση 28 – 39% 11 – 19% 30%* 8%* 63% 54%** 45%**

* 95% Διάστημα εμπιστοσύνης (CI) για διαφορά: 11% έως 33% τιμή p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = 0,001

** 95% Διάστημα εμπιστοσύνης (CI) για διαφορά: 3% έως 16% τιμή p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = 0,003

Οι ιολογικές ανταποκρίσεις των ασθενών μόνο με λοίμωξη HCV, οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού με Pegasys και ριμπαβιρίνη σε σχέση με το γονότυπο και το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της θεραπείας και σε σχέση με το γονότυπο, το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής και την ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4η εβδομάδα συνοψίζονται στον Πίνακα 15 και Πίνακα 16 αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα της μελέτης NV 15942 παρέχουν την αιτιολογία σύστασης δοσολογικού σχήματος με βάση το γονότυπο, το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής και την ιολογική ανταπόκριση την 4η εβδομάδα (βλ. Πίνακες 1, 15 και 16).

Η διαφορά μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων δεν επηρεάστηκε σε γενικές γραμμές από την παρουσία/απουσία κίρρωσης. Ως εκ τούτου, οι συστάσεις αγωγής για τον γονότυπο 1, 2 ή 3 είναι ανεξάρτητες από αυτό το χαρακτηριστικό κατά την έναρξη της αγωγής.

Πίνακας 15: Παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση με βάση το γονότυπο και το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής μετά από θεραπεία συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με CHC

Μελέτη NV15942 Μελέτη NV15801
Pegasys180 μg& Ριμπαβιρίνη 800 mg24εβδομάδες Pegasys180 μg& Ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg24εβδομάδες Pegasys180 μg& Ριμπαβιρίνη 800 mg48εβδομάδες Pegasys180 μg& Ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg48εβδομάδες Pegasys180 μg& Ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg48εβδομάδες Ιντερφερό-νη άλφα-2β3 MIU& Ριμπαβιρί-νη 1.000/1.200 mg48εβδομάδες
Γονότυπος 1 29% 42% (49/118)* 41% 52% 45% (134/298) 36% (103/285)
(29/101) (102/250)* (142/271)*
Χαμηλό ιικό 41% (21/51) 52% (37/71) 55% (33/60) 65% (55/85) 53% (61/115) 44% (41/94)
φορτίο
Υψηλό ιικό 16% (8/50) 26% (12/47) 36% 47% (87/186) 40% (73/182) 33% (62/189)
φορτίο (69/190)
Γονότυπος 2/3 84% (81/96) 81% (117/144) 79% (78/99) 80% (123/153) 71% (100/140) 61% (88/145)
Χαμηλό ιικό 85% (29/34) 83% (39/47) 88% (29/33) 77% (37/48) 76% (28/37) 65% (34/52)
φορτίο
Υψηλό ιικό 84% (52/62) 80% (78/97) 74% (49/66) 82% (86/105) 70% (72/103) 58% (54/93)
φορτίο
Γονότυπος 4 (0/5) (8/12) (5/8) (9/11) (10/13) (5/11)

Χαμηλό ιικό φορτίο: = < 800.000 IU/ml, Υψηλό ιικό φορτίο: = >800.000 IU/ml,

* Pegasys 180 μg & ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg, 48 εβδομάδες έναντι Pegasys 180 μg & ριμπαβιρίνη 800 mg,

48 εβδομάδες: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% Διάστημα εμπιστοσύνης, CI) = 1,52 (1,07 έως 2,17) Τιμή-p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = 0,020

* Pegasys 180 μg & ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg, 48 εβδομάδες έναντι Pegasys 180 μg & ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg, 24 εβδομάδες: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% Διάστημα εμπιστοσύνης, CI) = 2,12 (1,30 έως 3,46) Τιμή-p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = 0,002

Εξετάστηκε η πιθανότητα περικοπής της διάρκειας της θεραπείας σε 24 εβδομάδες σε ασθενείς με γονότυπο 1 και 4 με βάση την παρατεταμένη ταχεία ιολογική ανταπόκριση σε ασθενείς με ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4η εβδομάδα στις μελέτες NV15942 και ML17131 (βλ. Πίνακα 16).

Πίνακας 16: Παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση με βάση την ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4η εβδομάδα για το γονότυπο 1 και 4 μετά από θεραπεία συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με CHC

Μελέτη NV15942 Μελέτη ML17131
Pegasys Pegasys Pegasys
180 μg 180 μg 180 μg
& & &
Ριμπαβιρίνη Ριμπαβιρίνη Ριμπαβιρίνη
1.000/1.200 mg 1.000/1.200 mg 1.000/1.200 mg
24 εβδομάδες 48 εβδομάδες 24 εβδομάδες
Γονότυπος 1 RVR 90% (28/31) 92% (47/51) 77% (59/77)
Χαμηλό ιικό φορτίο 93% (25/27) 96% (26/27) 80% (52/65)
Υψηλό ιικό φορτίο 75% (3/4) 88% (21/24) 58% (7/12)
Γονότυπος 1 όχι RVR 24% (21/87) 43% (95/220) -
Χαμηλό ιικό φορτίο 27% (12/44) 50% (31/62) -
Υψηλό ιικό φορτίο 21% (9/43) 41% (64/158) -
Γονότυπος 4 RVR (5/6) (5/5) 92% (22/24)
Γονότυπος 4 όχι RVR (3/6) (4/6) -

Χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800.000 IU/ml, Υψηλό ιικό φορτίο= > 800.000 IU/ml

RVR = ταχεία ιολογική ανταπόκριση (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA) την 4η εβδομάδα και μη ανιχνεύσιμο HCV RNA την 24η εβδομάδα

Παρότι περιορισμένα, τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η περικοπή της θεραπείας σε 24 εβδομάδες θα μπορούσε να συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής (βλ. Πίνακα 17).

Πίνακας 17: Υποτροπή ιολογικής ανταπόκρισης στο τέλος της θεραπείας για πληθυσμό με ταχεία ιολογική ανταπόκριση

Μελέτη NV15942 Μελέτη NV15801
Pegasys Pegasys Pegasys
180 μg 180 μg 180 μg
& & &
Ριμπαβιρίνη Ριμπαβιρίνη Ριμπαβιρίνη
1.000/1.200 mg 1.000/1.200 mg 1.000/1.200 mg
24 εβδομάδες 48 εβδομάδες 48 εβδομάδες
Γονότυπος 1 RVR 6,7% (2/30) 4.3% (2/47) 0% (0/24)
Χαμηλό ιικό φορτίο 3,8% (1/26) 0% (0/25) 0% (0/17)
Υψηλό ιικό φορτίο 25% (1/4) 9,1% (2/22) 0% (0/7)
Γονότυπος 4 RVR (0/5) (0/5) 0% (0/4)

Η πιθανότητα περικοπής της διάρκειας της θεραπείας σε 16 εβδομάδες σε ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3 εξετάστηκε με βάση την παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4η εβδομάδα στη μελέτη NV17317 (βλ. Πίνακα 18).

Στη μελέτη NV17317 η οποία διενεργήθηκε σε ασθενείς με ιικό γονότυπο 2 ή 3, όλοι οι ασθενείς έλαβαν 180 μg Pegasys υποδορίως την εβδομάδα και δόση ριμπαβιρίνης 800 mg και τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία 16 ή 24 εβδομάδων. Συνολικά η θεραπεία διάρκειας 16 εβδομάδων είχε σαν αποτέλεσμα χαμηλότερη παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (65%) έναντι της θεραπείας για 24 εβδομάδες (76%) (p< 0,0001).

Η παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση που επιτεύχθηκε εντός 16 εβδομάδων θεραπείας και αυτή που επιτεύχθηκε εντός 24 εβδομάδων θεραπείας εξετάστηκε επίσης σε μία αναδρομική ανάλυση υποομάδων ασθενών που είχαν αρνητικό HCV RNA την 4η εβδομάδα και είχαν χαμηλό ιικό φορτίο (LVL) κατά την έναρξη της αγωγής (βλ. Πίνακα 18).

Πίνακας 18: Συνολική παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση και με βάση την ταχεία ιολογική ανταπόκριση την 4η εβδομάδα για γονότυπο 2 ή 3 κατόπιν θεραπείας συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με CHC

Μελέτη NV17317
Pegasys 180 μg &Ριμπαβιρίνη800 mg16 εβδομάδες Pegasys 180 μg &Ριμπαβιρίνη800 mg24 εβδομάδες Διαφορά θεραπείας[95% ΔΕ] Τιμή p
Γονότυπος 2 ή 3 65% (443/679) 76% (478/630) -10,6% [-15,5% , -0,06%] P<0,0001
Γονότυπος 2 ή 3 RVR 82% (378/461) 90% (370/410) -8,2% [-12,8% , -3,7%] P=0,0006
Χαμηλό ιικό φορτίο 89% (147/166) 94% (141/150) -5,4% [-12% , 0,9%] P=0,11
Υψηλό ιικό φορτίο 78% (231/295) 88% (229/260) -9,7% [-15,9% ,-3,6%] P=0,002

Χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800.000 IU/ml; Υψηλό ιικό φορτίο = > 800.000 IU/ml RVR = ταχεία ιολογική ανταπόκριση (HCV RNA μη ανιχνεύσιμο) την 4η εβδομάδα.

Δεν είναι προς το παρόν σαφές εάν μία υψηλότερη δόση ριμπαβιρίνης (π.χ. 1.000/1.200 mg/ημέρα με βάση το σωματικό βάρος) οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά SVR από ότι δόση 800 mg/ημέρα, όταν η θεραπεία μειώνεται σε 16 εβδομάδες.

Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η περικοπή της θεραπείας σε 16 εβδομάδες συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής (βλ. Πίνακα 19).

Πίνακας 19: Υποτροπή ιολογικής ανταπόκρισης μετά το τέλος της θεραπείας σε ασθενείς με γονότυπο 2 ή 3 με ταχεία ιολογική ανταπόκριση

Μελέτη NV17317
Pegasys 180 μg &Ριμπαβιρίνη800 mg16 εβδομάδες Pegasys 180 μg &Ριμπαβιρίνη800 mg24 εβδομάδες Διαφορά θεραπείας[95% ΔΕ] Τιμή p
Γονότυπος 2 ή 3 RVR 15% (67/439) 6% (23/386) 9.3% [5,2% , 13,6%] P<0.0001
Χαμηλό ιικό φορτίο 6% (10/155) 1% (2/141) 5% [0,6% , 10,3%] P=0,04
Υψηλό ιικό φορτίο 20% (57/284) 9% (21/245) 11,5% [5,6% , 17,4%] P=0,0002

Χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800.000 IU/ml; Υψηλό ιικό φορτίο = > 800.000 IU/ml RVR = ταχεία ιολογική ανταπόκριση (HCV RNA μη ανιχνεύσιμο) την 4η εβδομάδα.

Επίσης αποδείχθηκε ανώτερη αποτελεσματικότητα του Pegasys συγκριτικά με την ιντερφερόνη άλφα-2α, σε ό,τι αφορά την ιστολογική ανταπόκριση, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με κίρρωση και/ή συν-λοίμωξη HIV-HCV.

Ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C οι οποίοι δεν είχαν ανταποκριθεί σε προηγούμενη αγωγή

Στη μελέτη MV17150, ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν σε προηγούμενη θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη, τυχαιοποιήθηκαν σε τέσσερα διαφορετικά σχήματα θεραπείας:

  • Pegasys 360 μg/εβδομάδα για 12 εβδομάδες, ακολουθούμενα από 180 μg /εβδομάδα για 60 εβδομάδες επιπλέον,

  • Pegasys 360 μg/εβδομάδα για 12 εβδομάδες, ακολουθούμενα από 180 μg /εβδομάδα για 36 εβδομάδες επιπλέον,

  • Pegasys 180 μg/εβδομάδα για 72 εβδομάδες,

  • Pegasys 180 μg/εβδομάδα για 48 εβδομάδες.

Όλοι οι ασθενείς έλαβαν ριμπαβιρίνη (1.000 ή 1.200 mg/ημέρα) σε συνδυασμό με Pegasys. Όλα τα σκέλη θεραπείας περιελάμβαναν 24 εβδομάδες παρακολούθησης χωρίς θεραπεία.

Σύμφωνα με αναλύσεις πολλαπλής παλινδρόμησης και συγκεντρωτικής ομάδας με τις οποίες αξιολογήθηκε η επίδραση της διάρκειας θεραπείας και η χρήση δόσης εφόδου, αναγνωρίστηκε σαφώς η διάρκεια θεραπείας 72 εβδομάδων ως ο πρωταρχικός παράγοντας επίτευξης παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης. Οι διαφορές στην παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (SVR) με βάση τη

διάρκεια θεραπείας, τα δημογραφικά στοιχεία και οι καλύτερες ανταποκρίσεις σε προηγούμενη θεραπεία παρατίθενται στον Πίνακα 20.

Πίνακας 20: Ιολογική ανταπόκριση (VR) 12ης εβδομάδας και παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (SVR) σε ασθενείς με ιολογική ανταπόκριση τη 12η εβδομάδα κατόπιν θεραπείας συνδυασμού με Pegasys και ριμπαβιρίνη, οι οποίοι δεν είχαν ανταποκριθεί σε προηγούμενη αγωγή με πεγκιντερφερόνη άλφα-2β και ριμπαβιρίνη.

Μελέτη MV17150
Pegasys 360/180 ή Pegasys 360/180 ή Pegasys 360/180 ή
180 μg 180 μg 180 μg
& & &
Ριμπαβιρίνη Ριμπαβιρίνη Ριμπαβιρίνη
1.000/1.200 mg 1.000/1.200 mg 1.000/1.200 mg
72 ή 48 εβδομάδες 72 εβδομάδες 48 εβδομάδες
(N = 942) (N = 473) (N = 469)
Ασθενείς με VR την SVR σε Ασθενείς με SVR σε Ασθενείς με
εβδομάδα 12α VR την εβδομάδα VR την εβδομάδα
12β 12β
(N = 876) (N = 100) (N = 57)
Συνολικά 18% (157/876) 57% (57/100) 35% (20/57)
Χαμηλό ιικό φορτίο 35% (56/159) 63% (22/35) 38% (8/21)
Υψηλό ιικό φορτίο 14% (97/686) 54% (34/63) 32% (11/34)
Γονότυπος 1/4 17% (140/846) 55% (52/94) 35% (16/46)
Χαμηλό ιικό φορτίο 35% (54/154) 63% (22/35) 37% (7/19)
Υψηλό ιικό φορτίο 13% (84/663) 52% (30/58) 35% (9/26)
Γονότυπος 2/3 58% (15/26) (4/5) (3/10)
Χαμηλό ιικό φορτίο (2/5) — (1/2)
Υψηλό ιικό φορτίο (11/19) (3/4) (1/7)
Κιρρωτικοί ή μη Κιρρωτικοί Μη κιρρωτικοί 8% (19/239)22% (137/633) (6/13) 59% (51/87) (3/6) 34% (17/50)
Καλύτερη Ανταπόκριση κατά τη διάρκεια Προηγούμενης Θεραπείας≥2log10 μείωση του HCV RNA<2log10 μείωση του HCV RNA Ελλιπής παρακολούθησηπροηγούμενης ανταπόκρισης 28% (34/121)12% (39/323)19% (84/432) 68% (15/22)64% (16/25)49% (26/53) (6/12)(5/14) 29% (9/31)

Υψηλό ιικό φορτίο = > 800.000 IU/ml, χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800.000 IU/ml.

α Ασθενείς που πέτυχαν ιική καταστολή (μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV RNA, <50 IU/ml) τη 12η εβδομάδα πιστεύεται ότι είχαν ιολογική ανταπόκριση τη 12η εβδομάδα. Σε ασθενείς στους οποίους δεν μελετήθηκαν τα επίπεδα HCV RNA τη 12η εβδομάδα εξαιρέθηκαν από την ανάλυση.

βΑσθενείς που πέτυχαν ιική καταστολή τη 12η εβδομάδα αλλά δεν μελετήθηκαν τα επίπεδα HCV RNA στο τέλος της παρακολούθησής τους θεωρήθηκαν ως μη ανταποκριθέντες.

Στη μελέτη HALT-C, ασθενείς με CHC και προχωρημένη ίνωση ή κίρρωση που δεν είχαν ανταποκριθεί σε προηγούμενη θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα ή σε μονοθεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα ή σε θεραπεία συνδυασμού με ριμπαβιρίνη, έλαβαν αγωγή με Pegasys

180 μικρογραμμάρια/εβδομάδα και ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg την ημέρα. Ασθενείς που πέτυχαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HCV RNA μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας παρέμειναν σε θεραπεία συνδυασμού με Pegasys και ριμπαβιρίνη για 48 εβδομάδες συνολικά και κατόπιν σε παρακολούθηση για 24 εβδομάδες μετά το πέρας της θεραπείας. Η πιθανότητα παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης ποικίλλε ανάλογα με το προηγούμενο θεραπευτικό σχήμα: βλ. Πίνακα 21.

Πίνακας 21 Παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση στην HALT-C με βάση το προηγούμενο

θεραπευτικό σχήμα σε πληθυσμό χωρίς προηγούμενη ανταπόκριση

Προηγούμενη θεραπεία Pegasys 180 μg &Ριμπαβιρίνη 1.000/1.200 mg 48 εβδομάδες
Ιντερφερόνη 27% (70/255)
Πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη 34% (13/38)
Ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη 13% (90/692)
Πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη 11% (7/61)

Ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV

Οι ιολογικές ανταποκρίσεις των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία Pegasys και θεραπεία συνδυασμού Pegasys και ριμπαβιρίνης με βάση το γονότυπο και το ιικό φορτίο πριν από την έναρξη της αγωγής για ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV συνοψίζονται παρακάτω στον Πίνακα 22.

Πίνακας 22: Παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση με βάση το γονότυπο και το ιικό φορτίο πριν την έναρξη της αγωγής κατόπιν θεραπείας συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV-HCV

Μελέτη NR15961
Ιντερφερόνη άλφα-2α3 MIU&Ριμπαβιρίνη 800 mg48 εβδομάδες Pegasys 180 μg &Εικονικό φάρμακο48 εβδομάδες Pegasys 180 μg &Ριμπαβιρίνη 800 mg48 εβδομάδες
Όλοι οι ασθενείς 12% (33/285)* 20% (58/286)* 40% (116/289)*
Γονότυπος 1 7% (12/171) 14% (24/175) 29% (51/176)
Χαμηλό ιικό φορτίο 19% (8/42) 38% (17/45) 61% (28/46)
Υψηλό ιικό φορτίο 3% (4/129) 5% (7/130) 18% (23/130)
Γονότυπος 2-3 20% (18/89) 36% (32/90) 62% (59/95)
Χαμηλό ιικό φορτίο 27% (8/30) 38% (9/24) 61% (17/28)
Υψηλό ιικό φορτίο 17% (10/59) 35% (23/66) 63% (42/67)

Χαμηλό ιικό φορτίο = ≤ 800.000 IU/ml, Υψηλό ιικό φορτίο= > 800.000 IU/ml

* Pegasys 180 μg & ριμπαβιρίνη 800 mg έναντι Ιντερφερόνης άλφα-2α 3MIU & ριμπαβιρίνης 800 mg: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% διάστημα εμπιστοσύνης) = 5,40 (3,42 έως 8,54), Τιμή - p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = < 0,0001

* Pegasys 180 μg & ριμπαβιρίνη 800 mg έναντι Pegasys 180 μg: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% CI) = 2,89 (1,93 έως 4,32), Τιμή –p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = < 0,0001

* Ιντερφερόνη άλφα-2α 3MIU & ριμπαβιρίνη 800 mg έναντι Pegasys 180 μg: Πηλίκο των διαγωνίων γινομένων (95% CI) = 0,53 (0,33 έως 0,85), Τιμή –p (διαστρωματοποιημένο Cochran-Mantel-Haenszel test) = < 0,0084

Μία μεταγενέστερη μελέτη (NV18209) σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HCV με γονότυπο 1 και HIV συνέκρινε τη θεραπεία με Pegasys 180 μg/εβδομάδα και ριμπαβιρίνη 800 mg ή 1.000 mg

(<75 kg)/1.200 mg (≥75 kg) ημερησίως για 48 εβδομάδες. Η μελέτη δεν είχε στατιστική ισχύ για την αξιολόγηση αποτελεσματικότητας. Τα προφίλ ασφάλειας και στις δυο ομάδες ριμπαβιρίνης ήταν παρόμοια και βρίσκονται σε συμφωνία με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της θεραπείας συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη και δεν είναι ενδεικτικά οποιωνδήποτε σχετικών διαφορών, με την εξαίρεση μίας ελαφράς αύξησης της αναιμίας στο σκέλος με την υψηλή δόση ριμπαβιρίνης.

Ασθενείς με λοίμωξη HCV με φυσιολογικά επίπεδα ALT

Στη μελέτη NR16071, οι ασθενείς με HCV με φυσιολογικές τιμές ALT τυχαιοποιήθηκαν για τη λήψη Pegasys 180 μικρογραμμάρια/εβδομάδα και ριμπαβιρίνη 800 χιλιοστόγραμμα/ημέρα, είτε για 24 ή για 48 εβδομάδες ακολουθούμενη από μία περίοδο παρακολούθησης 24 εβδομάδων χωρίς αγωγή ή χωρίς αγωγή για 72 εβδομάδες. Οι παρατεταμένες ιολογικές ανταποκρίσεις που αναφέρθηκαν στα θεραπευτικά σκέλη αυτής της μελέτης ήταν παρόμοιες με τα αντίστοιχα θεραπευτικά σκέλη από τη μελέτη NV 15942.

Παιδιατρικός πληθυσμός Χρόνια ηπατίτιδα B

Η μελέτη YV25718 πραγματοποιήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία ηλικίας 3 έως 17 ετών (51% < 12 ετών) με HBeAg-θετική CHB και ALT > ULN, ωστόσο < 10 x ULN, σε δύο δείγματα αίματος που λήφθηκαν σε απόσταση ≥ 14 ημερών κατά τη διάρκεια των 6 μηνών πριν από την πρώτη δόση του φαρμάκου της μελέτης. Σε αυτή τη μελέτη δεν εντάχθηκαν ασθενείς με κίρρωση. Ένα σύνολο 151 ασθενών χωρίς προχωρημένη ίνωση τυχαιοποιήθηκε σε αναλογία 2:1 για τη λήψη Pegasys (ομάδα A, n=101) ή έλεγχο άνευ θεραπείας (ομάδα B, n=50), αντίστοιχα. Οι ασθενείς με προχωρημένη ίνωση είχαν ανατεθεί στη θεραπεία με Pegasys (ομάδα C, n=10). Οι ασθενείς στις ομάδες A και C (n=111) λάμβαναν θεραπεία με Pegasys μία φορά την εβδομάδα για 48 εβδομάδες σύμφωνα με τις κατηγορίες BSA, ενώ οι ασθενείς στην ομάδα B παρακολουθήθηκαν για μία περιόδο 48 εβδομάδων (κύρια περίοδος παρατήρησης). Οι ασθενείς στην ομάδα B είχαν την επιλογή να μεταβούν σε θεραπεία με Pegasys μετά την Εβδομάδα 48 της κύριας περιόδου παρατήρησης. Όλοι οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για 24 εβδομάδες μετά από τη θεραπεία (ομάδες A και C), ή μετά από τη κύρια περίοδο παρακολούθησης (ομάδα B). Μετά από την επίσκεψη παρακολούθησης της Εβδομάδας 24, οι ασθενείς των ομάδων A, B και C εισήλθαν σε μία μακροχρόνια περίοδο παρακολούθησης (διάρκειας 5 ετών μετά από τη λήξη της θεραπείας). Τα ποσοστά ανταπόκρισης στις ομάδες A και B στο τέλος των 24 εβδομάδων παρακολούθησης παρουσιάζονται στον Πίνακα 23. Η ανταπόκριση σε επίπεδο αποτελεσματικότητας στην ομάδα C στη θεραπεία με Pegasys ήταν σύμφωνη με αυτή που παρατηρήθηκε στην ομάδα A. Για τους παιδιατρικούς ασθενείς, το προφίλ αποτελεσματικότητας δεν έχει τεκμηριωθεί σε γονότυπους HBV εκτός των γονοτύπων A-D.

Πίνακας 23: Ορολογικές, ιολογικές και βιοχημικές ανταποκρίσεις σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β

Ομάδα A (Θεραπεία με Pegasys)(N=101) Ομάδα B** Χωρίς θεραπεία(N=50) Σχετικός κίνδυνος (Odds Ratio) τιμή-p
Ορομετατροπή HBeAg 25,7% 1 6,0% 5,4(1,5 – 19,2) 0,0043 1
HBV DNA < 20.000IU/ml* 33,7% 2 4,0% 12,2(2,9 – 108,3) <0,0001 2
HBV DNA < 2.000IU/ml 28,7% 3 2,0% 19,7(3,0 – 822,2) <0,0001 2
Ομαλοποίηση ALT 51,5% 4 12,0% 7,8(2,9 – 24,1) <0,0001 2
Ορομετατροπή HBsAg 7,9%5 0,0% - 0,0528 2
Απώλεια HBsAg 8,9%6 0,0% - 0,0300 2

* Παρόμοιο με το καταληκτικό σημείο του HBV DNA < 105 αντίγραφα/ml. COBAS AMPLICOR HBV MONITOR: HBV-DNA (IU/ml) = HBV-DNA (αντίγραφα/ml) / 5,26)

** Οι ασθενείς που άλλαξαν σε θεραπεία με Pegasys μετά από την κύρια περίοδο παρατήρησης και πριν από την επίσκεψη παρακολούθησης της Εβδομάδας 24 καταμετρήθηκαν ως μη ανταποκριθέντες.

1 Cochran-Mantel-Haenszel test, στρωματοποιημένη με γονότυπο (A vs. non-A) και αρχική τιμή ALT (< 5 × ULN και >= 5

× ULN)

2 Fisher’s Exact Test

Το ποσοστό ανταπόκρισης της ορομετατροπής του HBeAg ήταν χαμηλότερο σε ασθενείς με HBV γονότυπο D, καθώς και σε ασθενείς με καμία ή ελάχιστη αύξηση στα επίπεδα ALT κατά την έναρξη (βλ. Πίνακα 24).

Πίνακας 24: Ποσοστά ορομετατροπής HBeAg (%) κατά γονότυπο HBVκαι επίπεδα ALT κατά την έναρξη

Ομάδα A (Θεραπεία με Pegasys)(N=101) Ομάδα B** Χωρίς θεραπεία (N=50) Σχετικός Κίνδυνος (Odds Ratio)(95% CI)
HBV γονότυπος A 3/9 (33,3%) 1/3 (33,3%) 1,0 (0,04, 78,4)
B 7/21 (33,3%) 0/6 (0,0%) -
C 13/34 (38,2%) 1/23 (4,3%) 13.62 (1,7, 604,5)
D* 3/31 (9,7%) 1/18 (5,6%) 1.8 (0,1, 101,2)
Other 0/6 (0,0%) 0/0 -
ALT <1xULN 0/7 (0,0%) 0/5 (0,0%) -
>=1xULN -<1,5xULN 2/22 (9,1%) 0/8 (0,0%) -
>=1,5xULN -<2xULN 7/19 (36,8%) 0/11 (0,0%) -
>=2xULN -<5xULN 15/43 (34,9%) 1/17 (5,9%) 8,6 (1,1, 383,0)
>=5xULN -<10xULN 2/8 (25,0%) 2/9 (22,2%) 1,2 (0,06, 20,7)
>=10xULN 0/2 (0,0%) 0/0 -

* Η υποομάδα των ασθενών με γονότυπο D είχε υψηλότερη αναλογία αρχικής τιμής ALT <1,5x ULN (13/31) σε σύγκριση με άλλες ομάδες γονότυπου (16/70).

** Οι ασθενείς οι οποίοι μετέβησαν σε θεραπεία με Pegasys μετά από την κύρια περίοδο παρατήρησης και πριν από την παρακολούθηση της Εβδομάδας 24 προσμετρήθηκαν ως μη ανταποκριθέντες.

Διερευνητικές αναλύσεις βασισμένες σε περιορισμένα δεδομένα δείχνουν ότι οι παιδιατρικοί ασθενείς με μεγαλύτερη μείωση του HBV-DNA κατά την εβδομάδα 12 της θεραπείας είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν ορομετατροπή HBeAg στις 24 εβδομάδες παρακολούθησης (Πίνακας 25).

Πίνακας 25: Τα ποσοστά ορομετατροπής HBeAg (%) κατά γονότυπο HBV-DNA μειώνονται από τις αρχικές τους τιμές μέχρι την εβδομάδα 12 κατά τη θεραπεία με Pegasys σε παιδιατρικούς ασθενείς

HBeAg ποσοστά ορομετατροπής Μείωση κατά HBV-DNA (IU/ml) από τις αρχικές τιμές μέχτι την εβδομάδα 12
<1 log10 μείωση 1 - <2 log10 μείωση ≥2 log10 μείωση
Όλοι οι γονότυποι (N=101)
Ανταποκριθέντες 26/101 (25.7 %) 6/44 (13.6 %) 5/24 (20.8 %) 15/30 (50.0 %)
Γονότυπος-A (N=9)
Ανταποκριθέντες 3/9 (33.3 %) 0/6 (0.0 %) 2/2 (100.0 %) 1/1 (100.0 %)
Γονότυπος-B (N=21)
Ανταποκριθέντες 7/21 (33.3 %) 1/6 (16.7 %) 1/5 (20.0 %) 5/10 (50.0 %)
Γονότυπος-C (N=34)
Ανταποκριθέντες 13/34 (38.2 %) 3/10 (30.0 %) 2/12 (16.7 %) 8/12 (66.7 %)
Γονότυπος-D (N=31)
Ανταποκριθέντες 3/31 (9.7 %) 2/20 (10.0 %) 0/5 (0.0 %) 1/5 (20.0 %)

Χρόνια ηπατίτιδα C

Στην επιχορηγούμενη από τον ερευνητή μελέτη CHIPS (Διεθνής Παιδιατρική Μελέτη Χρόνιας Ηπατίτιδας C), 65 παιδιά και έφηβοι (6-18 ετών) με χρόνια HCV λοίμωξη έλαβαν αγωγή με Pegasys 100 μg/m2 υποδορίως μία φορά την εβδομάδα και ριμπαβιρίνη 15 mg/kg/ημέρα για 24 εβδομάδες (γονότυποι 2 και 3) ή 48 εβδομάδες (όλοι οι άλλοι γονότυποι). Τα προκαταρκτικά και περιορισμένα

στοιχεία ασφάλειας κατέδειξαν μη προφανή παρέκκλιση από το γνωστό προφίλ ασφάλειας του συνδυασμού σε ενήλικες με χρόνια HCV λοίμωξη, αλλά, σημαντικότερα, δεν έχει αναφερθεί πιθανή επίπτωση στην ανάπτυξη. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια με αυτά που αναφέρθηκαν σε ενήλικες.

Στη μελέτη NV17424 (PEDS-C), παιδιατρικοί ασθενείς 5 έως 17 ετών (55% <12 ετών) με αντιρροπούμενη CHC που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία και ανιχνεύσιμο HCV RNA υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Pegasys 180 μg x BSA/1.73 m2 μία φορά την εβδομάδα για 48 εβδομάδες με ή χωρίς ριμπαβιρίνη 15 mg / kg / ημέρα. Όλοι οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για 24 εβδομάδες μετά τη θεραπεία. Συνολικά 55 ασθενείς έλαβαν αρχική θεραπεία συνδυασμού Pegasys με ριμπαβιρίνη, εκ των οποίων 51% ήταν γυναίκες, 82% ήταν Καυκάσιοι, και 82% είχαν μολυνθεί με HCV γονότυπο 1. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας της μελέτης για αυτούς τους ασθενείς συνοψίζονται στον Πίνακα 26.

Πίνακας 26: Παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση στη μελέτη NV17424

Pegasys180 μg x BSA/1,73 m² + Ριμπαβιρίνη 15 mg/kg (N=55)*
Όλοι οι γονότυποι HCV** 29 (53%)
HCV γονότυπος 1 21/45 (47%)
HCV γονότυποι 2 και 3 8/10 (80%)

*Τα αποτελέσματα δείχνουν μη ανιχνεύσιμο HCV-RNA που ορίζεται ως HCV-RNA κάτω από 50 IU / ml στις 24 εβδομάδες μετά τη θεραπεία με τη χρήση του Amplicor HCV test v2.

** Προγραμματισμένη διάρκεια της θεραπείας ήταν 48 εβδομάδες, ανεξάρτητα από το γονότυπο

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Μετά από εφάπαξ υποδόρια ένεση Pegasys 180 μικρογραμμάρια σε υγιή άτομα, οι συγκεντρώσεις ορού της peginterferon alfa-2a είναι μετρήσιμες μέσα σε 3 έως 6 ώρες. Μέσα σε 24 ώρες, επιτυγχάνεται περίπου 80% της κορυφαίας συγκέντρωσης στον ορό. Η απορρόφηση του Pegasys είναι συνεχής με τις κορυφαίες συγκεντρώσεις στον ορό να επιτυγχάνονται σε 72 έως 96 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του Pegasys είναι 84% και είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται με την ιντερφερόνη άλφα-2α.

Κατανομή

Η peginterferon alfa-2a ανευρίσκεται κυρίως στην κυκλοφορία του αίματος και το εξωκυττάριο υγρό, όπως διαπιστώνεται από τον όγκο κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vd) που είναι 6 έως 14 λίτρα στον άνθρωπο μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Από μελέτες ισοζυγίου μάζας, κατανομής στους ιστούς και ολόσωμες αυτοραδιογραφίες σε επίμυς, φαίνεται ότι η peginterferon alfa-2a κατανέμεται στο ήπαρ, στους νεφρούς και στον μυελό των οστών, επιπροσθέτως της υψηλής της συγκέντρωσης στο αίμα.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός του Pegasys δεν έχει χαρακτηριστεί πλήρως· ωστόσο μελέτες σε επίμυς υποδεικνύουν ότι ο νεφρός είναι ένα βασικό όργανο για την απέκκριση ραδιοσεσημασμένου υλικού.

Αποβολή

Στον άνθρωπο, η συστηματική κάθαρση της peginterferon alfa-2a είναι περίπου 100 φορές χαμηλότερη από εκείνη της φυσικής ιντερφερόνης άλφα-2α. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο τελικός χρόνος ημιζωής της peginterferon alfa-2a σε υγιή άτομα είναι περίπου 60 έως 80 ώρες, σε σύγκριση με τιμές της τάξης των 3-4 ωρών για την κλασική ιντερφερόνη. Ο τελικός χρόνος ημιζωής μετά από υποδόρια χορήγηση σε ασθενείς είναι μεγαλύτερος με μέση τιμή 160 ώρες (84 έως 353 ώρες). Ο τελικός χρόνος ημιζωής μπορεί να μην εκφράζει μόνο τη φάση αποβολής της ουσίας, αλλά μπορεί επίσης να αντικατοπτρίζει και την παρατεταμένη απορρόφηση του Pegasys.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Κατόπιν χορήγησης δόσης μία φορά την εβδομάδα, παρατηρούνται αναλογικές της δόσης αυξήσεις της έκθεσης στο Pegasys τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C.

Σε ασθενείς με CHB ή CHC, οι συγκεντρώσεις στον ορό της peginterferon alfa-2a συσσωρεύονται στο 2πλάσιο έως 3πλάσιο μετά από 6 έως 8 εβδομάδες χορήγησης μία φορά την εβδομάδα, σε σύγκριση με τις τιμές των εφάπαξ δόσεων. Δεν παρατηρείται περαιτέρω συσσώρευση μετά τις

8 εβδομάδες χορήγησης μία φορά την εβδομάδα. Ο λόγος κορυφαίας προς κατώτερη συγκέντρωση μετά από 48 εβδομάδες θεραπείας είναι περίπου 1,5 έως 2. Οι συγκεντρώσεις της peginterferon alfa-2a στον ορό διατηρούνται για μία ολόκληρη εβδομάδα (168 ώρες).

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Μία κλινική δοκιμή αξιολόγησε 50 ασθενείς με CHC και είτε μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 50 ml/min) είτε σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, ή με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτούνταν χρόνια αιμοκάθαρση (HD). Οι ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία που έλαβαν Pegasys 180 μg μία φορά την εβδομάδα εμφάνισαν παρόμοιες εκθέσεις πεγκιντερφερόνης άλφα-2α στο πλάσμα συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που έλαβαν Pegasys 180 μg μία φορά την εβδομάδα εμφάνισαν 60% υψηλότερη έκθεση πεγκιντερφερόνης άλφα-2α σε σχέση με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Κατά συνέπεια, στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται μειωμένη δόση Pegasys 135 μg μία φορά την εβδομάδα. Σε 13 ασθενείς με ESRD που έχρηζαν χρόνιας αιμοκάθαρσης, η χορήγηση του Pegasys 135 μg μία φορά την εβδομάδα οδήγησε σε 34% μικρότερη έκθεση πεγκιντερφερόνης άλφα-2α σε σχέση με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ωστόσο, αρκετές ανεξάρτητες μελέτες έχουν δείξει ότι η δόση των 135 μg είναι ασφαλής, αποτελεσματική και καλά ανεκτή, στους ασθενείς με ESRD. (βλ. παράγραφο 4.2).

Φύλο

Η φαρμακοκινητική του Pegasys μετά από εφάπαξ υποδόριες ενέσεις ήταν συγκρίσιμη μεταξύ υγιών ανδρών και γυναικών.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική του Pegasys έχει χαρακτηριστεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με CHB (YV25718), καθώς και σε παιδιατρικούς ασθενείς με CHC (NR16141), χρησιμοποιώντας πληθυσμιακή φαρμακοκινητική. Και στις δύο μελέτες, η φαινομενική κάθαρση και ο φαινoμενικός όγκος κατανομής του Pegasys σχετίζονταν γραμμικά με το σωματικό μέγεθος, δηλαδή είτε το BSA (NR16141) είτε το σωματικό βάρος (ΥV25718).

Από τη μελέτη YV25718, 31 παιδιατρικοί ασθενείς με CHB και ηλικίας 3 έως 17 ετών, συμμετείχαν στην υπομελέτη φαρμακοκινητικής (ΦΚ) και έλαβαν Pegasys σύμφωνα με ένα δοσολογικό σχήμα με κατηγοριοποίηση ανά BSA. Βάσει του μοντέλου φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η μέση έκθεση (AUC) κατά τη διάρκεια του δοσολογικού διαστήματος για κάθε κατηγορία BSA ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που λάμβαναν δόση 180 μg.

Aπό τη μελέτη NR16141, 14 παιδιά ηλικίας 2 έως 8 ετών με CHC έλαβαν μονοθεραπεία Pegasys σε μία δόση: 180 μg x BSA παιδιού /1.73m2. Το φαρμακοκινητικό μοντέλο που αναπτύχθηκε από τη μελέτη αυτή δείχνει μία γραμμική επίδραση του BSA στην φαινομενική κάθαρση του φαρμάκου στο εύρος ηλικιών που μελετήθηκε. Έτσι, όσο χαμηλότερο είναι το BSA του παιδιού, τόσο χαμηλότερη είναι η κάθαρση του φαρμάκου και τόσο υψηλότερη η προκύπτουσα έκθεση.

Η μέση έκθεση (AUC) κατά τη διάρκεια του διαστήματος μεταξύ των δόσεων αναμένεται να είναι 25% έως 70% υψηλότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που λαμβάνουν σταθερή δοσολογία 180 μικρογραμμάρια.

Η φαρμακοκινητική του Pegasys δεν έχει χαρακτηριστεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με αληθή πολυκυτταραιμία και ιδιοπαθή θρομβοκυτταραιμία.

Ηλικιωμένοι

Σε άτομα άνω των 62 ετών, η απορρόφηση του Pegasys μετά από εφάπαξ υποδόρια ένεση

180 μικρογραμμαρίων είχε επιβραδυνθεί αλλά παρέμεινε συνεχής σε σύγκριση με νεαρά υγιή άτομα (tmax 115 ώρες έναντι 82 ωρών, άτομα άνω των 62 ετών έναντι νεότερων, αντίστοιχα). Η AUC ήταν ελαφρώς αυξημένη (1.663 έναντι 1.295 ng.h/ml) αλλά οι μέγιστες συγκεντρώσεις (9,1 έναντι

10,3 ng/ml) ήταν παρόμοιες σε άτομα άνω των 62 ετών. Με βάση την έκθεση στο φάρμακο, τη φαρμακοδυναμική ανταπόκριση και ανεκτικότητα, δεν απαιτείται χαμηλότερη δόση Pegasys σε γηριατρικούς ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική του Pegasys ήταν παρόμοια μεταξύ υγιών ατόμων και ασθενών με ηπατίτιδα Β ή

C. Επίσης, παρατηρήθηκε συγκρίσιμη εικόνα έκθεσης και φαρμακοκινητικής στους ασθενείς με κίρρωση (βαθμού Α κατά Child Pugh) και σε μη κιρρωτικούς ασθενείς.

Θέση χορήγησης

Η υποδόρια χορήγηση του Pegasys θα πρέπει να περιορίζεται στην κοιλιά και στους μηρούς καθώς ο βαθμός απορρόφησης με βάση την AUC ήταν περίπου 20% με 30% υψηλότερος κατά την ένεση στην κοιλιά και στους μηρούς. Η έκθεση στο Pegasys ήταν μειωμένη σε μελέτες κατόπιν χορήγησης του Pegasys στον βραχίονα συγκριτικά με τη χορήγηση στην κοιλιά και στους μηρούς.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - PEGASYS 135MCG/ML

Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο Πολυσορβικό 80 Βενζυλική αλκοόλη Οξικό νάτριο Οξικό οξύ

Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Διάρκεια ζωής

Pegasys 90 μικρογραμμάρια ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα 3 χρόνια

Pegasys 135 μικρογραμμάρια ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα 4 χρόνια

Pegasys 180 μικρογραμμάρια ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα 4 χρόνια

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C–8°C). Μην καταψύχετε.

Φυλάσετε την προγεμισμένη σύριγγα στο εξωτερικό κουτί, για να προστατεύεται από το φως.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

0,5 ml ενεσίμου διαλύματος σε προγεμισμένη σύριγγα (γυαλί τύπου Ι με επικάλυψη πυριτίου) με έμβολο και πώμα ακροφύσιου (ελαστικό βουτυλίου επενδεδυμένο από την πλευρά που έρχεται σε επαφή με το προϊόν με φθοριωμένη ρητίνη) με μία βελόνα.

Pegasys 90 μικρογραμμάρια ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα

Η σύριγγα έχει διαβαθμίσεις που αντιστοιχούν σε δόσεις των 90 μg, 65 μg, 45 μg, 30 μg, 20 μg και

10 μg. Διατίθεται σε συσκευασίες των 1 ή 4 προγεμισμένων σύριγγών.

Pegasys 135 μικρογραμμάρια ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα

Η σύριγγα έχει διαβαθμίσεις που αντιστοιχούν σε δόσεις των 135 μg, 90 μg και 45 μg. Διατίθεται σε συσκευασίες της 1, 4 προγεμισμένων συριγγών ή σε πολυσυσκευασία των 12 (2 συσκευασίες των 6) προγεμισμένων συριγγών.

Pegasys 180 μικρογραμμάρια ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα

Η σύριγγα έχει διαβαθμίσεις που αντιστοιχούν σε δόσεις των 180 μg, 135 μg και 90 μg. Διατίθεται σε συσκευασίες της 1, 4 προγεμισμένων συριγγών ή σε πολυσυσκευασία των 12 (2 συσκευασίες των 6) προγεμισμένων συριγγών.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Το ενέσιμο διάλυμα είναι για μία χρήση μόνο. Πριν από τη χορήγηση θα πρέπει να γίνεται οπτικός έλεγχος για αιωρούμενα σωματίδια και αποχρωματισμό.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx1VIALx1ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx4VIALSx1ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.