PERGOVERIS PS.INJ.SOL (150+75)IU/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - PERGOVERIS 50+75
Το Pergoveris ενδείκνυται για τη διέγερση της ανάπτυξης των ωοθυλακίων σε ενήλικες γυναίκες με σοβαρή ανεπάρκεια LH και FSH.
Η θεραπεία με το Pergoveris πρέπει να ξεκινά υπό την επίβλεψη ιατρού έμπειρου στη θεραπεία διαταραχών γονιμότητας.
Δοσολογία
Σε γυναίκες με ανεπάρκεια LH και FSH, ο στόχος της θεραπείας με Pergoveris είναι η προώθηση της ανάπτυξης των ωοθυλακίων ακολουθούμενη από την τελική ωρίμανση, κατόπιν χορήγησης ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης (hCG). Το Pergoveris πρέπει να χορηγείται σε κύκλο καθημερινών ενέσεων. Εάν η ασθενής είναι αμηνορροϊκή και εμφανίζει χαμηλή ενδογενή έκκριση οιστρογόνων, η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ανά πάσα χρονική στιγμή.
Το συνιστώμενο θεραπευτικό σχήμα αρχίζει με ένα φιαλίδιο Pergoveris ημερησίως. Εάν
χρησιμοποιηθεί λιγότερο από ένα φιαλίδιο ημερησίως, η ανταπόκριση του ωοθηλακίου μπορεί να είναι μη ικανοποιητική διότι η ποσότητα της lutropin alfa μπορεί να είναι ανεπαρκής (βλ.
παράγραφο 5.1).
Η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται αναλόγως της ανταπόκρισης κάθε ασθενούς, η οποία αξιολογείται με μέτρηση του μεγέθους των ωοθυλακίων, μέσω υπερηχογραφήματος και της οιστρογονικής ανταπόκρισης.
Εάν θεωρηθεί αναγκαία μια αύξηση της δόσης της FSH, η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση μετά από διαστήματα 7 έως 14 ημερών καθώς επίσης και σε προσαυξήσεις των 37,5 έως 75 IU, χρησιμοποιώντας ένα εγκεκριμένο σκεύασμα θυλακιοτροπίνης άλφα. Ενδεχομένως
να είναι αποδεκτή η παράταση της διάρκειας διεγέρσεως σε οποιοδήποτε μεμονωμένο κύκλο έως και 5 εβδομάδες.
Όταν λαμβάνεται η βέλτιστη ανταπόκριση, 24 έως 48 ώρες μετά την τελευταία ένεση Pergoveris,
πρέπει να χορηγείται μία εφάπαξ ένεση 250 μικρογραμμαρίων r-hCG ή 5 000 IU έως 10 000 IU hCG. Συνιστάται η ασθενής να έρθει σε σεξουαλική επαφή την ίδια ημέρα και την επομένη της χορήγησης hCG. Εναλλακτικά, μπορεί να γίνει ενδομητρική σπερματέγχυση ή μια άλλη διαδικασία ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής με βάση την κρίση του ιατρού για την κλινική περίπτωση.
Μπορεί να εξεταστεί η υποστήριξη της ωχρινικής φάσεως, καθότι η απουσία ουσιών με ωχρινοτρόπο δραστηριότητα (LH/hCG) μετά την ωορρηξία μπορεί να προκαλέσει πρώιμη ανεπάρκεια του ωχρού σωματίου.
Εάν παρατηρηθεί υπερβολική ανταπόκριση, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και να ανασταλεί η
χορήγηση hCG. Η θεραπεία πρέπει να αρχίσει ξανά τον επόμενο κύκλο με δόση FSH χαμηλότερη από εκείνη στον προηγούμενο κύκλο (βλ. παράγραφο 4.4).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν υπάρχει σχετική ένδειξη για τη χρήση του Pergoveris σε ηλικιωμένους. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος σε ηλικιωμένους ασθενείς δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
Η ασφάλεια, αποτελεσματικότητα, και φαρμακοκινητική αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στον παιδιατρικό πληθυσμό. Τρόπος χορήγησης
Το Pergoveris προορίζεται για υποδόρια χορήγηση. Η πρώτη ένεση θα πρέπει να πραγματοποιείται υπό άμεση ιατρική επίβλεψη. Θα πρέπει να γίνεται ανασύσταση της κόνεως αμέσως πριν από τη χρήση της με τον παρεχόμενο διαλύτη. Η αυτοχορήγηση θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο σε ενήμερους και πρόθυμους ασθενείς, επαρκώς εκπαιδευμένους και με άμεση πρόσβαση σε συμβουλευτική υποστήριξη ειδικού.
Για περαιτέρω οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Το Pergoveris αντενδείκνυται σε ασθενείς με:
-
υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
όγκους στον υποθάλαμο και στην υπόφυση
-
διόγκωση ωοθηκών ή ωοθηκική κύστη που δεν σχετίζεται με τη νόσο πολυκυστικών ωοθηκών και είναι αγνώστου προέλευσης
-
γυναικολογικές αιμορραγίες άγνωστης προέλευσης
-
καρκίνωμα ωοθήκης, μήτρας ή μαστού
Το Pergoveris δεν πρέπει να χρησιμοποιείται όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματική ανταπόκριση όπως σε:
-
πρωτοπαθή ωοθηκική ανεπάρκεια
-
δυσπλασίες των γεννητικών οργάνων ασύμβατες με κύηση
-
ινομυώματα της μήτρας ασύμβατα με κύηση
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Γενική σύσταση
Το Pergoveris περιέχει ισχυρές γοναδοτρόπες ουσίες που είναι ικανές να προκαλέσουν μέτριες έως σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειεςκαι πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ιατρούς που είναι πλήρως εξοικειωμένοι με τα προβλήματα και το χειρισμό της υπογονιμότητας.
Πριν την έναρξη της θεραπείας, η υπογονιμότητα του ζευγαριού πρέπει να έχει αξιολογηθεί
κατάλληλα και να εκτιμηθούν οι πιθανές αντενδείξεις για κύηση. Ειδικότερα, οι ασθενείς πρέπει να εξεταστούν για υποθυρεοειδισμό, φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, υπερπρολακτιναιμία και πρέπει να εφαρμοστεί η κατάλληλη εξειδικευμένη αγωγή.
Η θεραπεία με γοναδοτροπίνη απαιτεί μια συγκεκριμένη χρονική ενασχόληση από τους ιατρούς και τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης όπως και τη διαθεσιμότητα των
κατάλληλων οργάνων παρακολούθησης. Σε γυναίκες, η ασφαλής και αποτελεσματική χρήση του Pergoveris απαιτεί την παρακολούθηση της ωοθηκικής ανταπόκρισης με υπερήχους, μεμονωμένα ή κατά προτίμηση σε συνδυασμό με την μέτρηση των επιπέδων οιστραδιόλης του ορού σε τακτική βάση. Μπορεί να υπάρξει κάποιου βαθμού μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών σε σχέση με την
ανταπόκριση στη χορήγηση FSH/LH, με ανεπαρκή ανταπόκριση στην FSH/LH σε ορισμένες
ασθενείς. Στις γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δόση που είναι αποτελεσματική για τη θεραπεία.
Πορφυρία
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pergoveris, ασθενείς με πορφυρία ή με οικογενειακό ιστορικό πορφυρίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Σε αυτούς τους ασθενείς, το Pergoveris ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο οξείας κρίσης. Ενδεχομένως να χρειαστεί διακοπή της θεραπείας σε επιδείνωση ή πρώτη εκδήλωση αυτής της κατάστασης.
Σύνδρομο υπερδιέγερσης των ωοθηκών (OHSS)
Κάποια διόγκωση των ωοθηκών είναι μια προβλεπόμενη επίδραση της ελεγχόμενης ωοθηκικής
διέγερσης. Παρατηρείται πιο συχνά σε γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και συνήθως υποχωρεί χωρίς θεραπεία.
Το OHSS είναι μία πάθηση, διαφορετική από τη διόγκωση των ωοθηκών χωρίς επιπλοκές, που μπορεί να εμφανισθεί με αυξανόμενους βαθμούς βαρύτητας. Χαρακτηρίζεται από ιδιαιτέρως διογκωμένες
ωοθήκες, υψηλά επίπεδα στεροειδών του φύλου στον ορό και αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα που μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση υγρών στο περιτόναιο, στον υπεζωκότα και σπανίως στις περικαρδιακές κοιλότητες.
Η ακόλουθη συμπτωματολογία μπορεί να παρατηρηθεί σε σοβαρές περιπτώσεις OHSS: κοιλιακό άλγος, κοιλιακή διόγκωση, υπερβολική διόγκωση των ωοθηκών, αύξηση του σωματικού βάρους,
δύσπνοια, ολιγουρία και γαστρεντερικά συμπτώματα που περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο και διάρροια.
Η κλινική εξέταση μπορεί να δείξει υποογκοαιμία, αιμοσυμπύκνωση, διαταραχές ηλεκτρολυτών, ασκίτη, αιμοπεριτόναιο, πλευριτικές διηθήσεις, υδροθώρακα ή οξεία αναπνευστική δυσχέρεια και θρομβοεμβολικά επεισόδια.
Πολύ σπάνια, το σοβαρού βαθμού OHSS μπορεί να περιπλεχθεί από συστροφή ωοθηκών ή
θρομβοεμβολικά επεισόδια όπως πνευμονική εμβολή, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη του OHSS περιλαμβάνουν τη νεαρή ηλικία, την άλιπη μάζα σώματος, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, υψηλότερες δόσεις εξωγενών
γοναδοτροπινών, υψηλά απόλυτα ή ταχέως αυξανόμενα επίπεδα οιστραδιόλης ορού (> 900 pg/ml ή
> 3 300 pmol/l στην ανωορρηξία), παλαιότερα επεισόδια OHSS και μεγάλο αριθμό αναπτυσσόμενων ωοθυλακίων (3 ωοθυλάκια με διάμετρο ίση ή μεγαλύτερη από 14 mm στην ανωορρηξία).
Η τήρηση της συνιστώμενης δοσολογίας και του θεραπευτικού σχήματος του Pergoveris και της FSH, μπορεί να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο υπερδιέγερσης των ωοθηκών. Συνιστάται η παρακολούθηση των κύκλων διέγερσης μέσω υπερηχογραφήματος, όπως επίσης μετρήσεις της οιστραδιόλης για την πρώιμη αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου.
Στοιχεία υποδεικνύουν ότι η hCG διαδραματίζει βασικό ρόλο στην πυροδότηση του OHSS και ότι το σύνδρομο μπορεί να είναι σοβαρότερο και πιο παρατεταμένο αν προκύψει εγκυμοσύνη. Συνεπώς, αν εμφανιστούν σημεία του OHHS, όπως επίπεδο οιστραδιόλης ορού > 5 500 pg/ml ή > 20 200 pmol/l
ή/και ≥ 40 ωοθυλάκια συνολικά, προτείνεται να μη χορηγείται hCG και να συνιστάται στην ασθενή η αποφυγή συνουσίας ή η χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων φραγμού για 4 τουλάχιστον ημέρες. Το OHSS μπορεί να επιδεινωθεί ταχέως (εντός 24 ωρών) ή κατά τη διάρκεια μερικών ημερών σε βαρεία ιατρική κατάσταση. Αυτό συμβαίνει πιο συχνά μετά από διακοπή της ορμονικής θεραπείας και γίνεται εντονότερο σε περίπου επτά με δέκα ημέρες μετά τη θεραπεία. Συνήθως, το OHSS επιλύεται
αυτόματα με την έναρξη της εμμηνορρυσίας. Συνεπώς οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον δύο εβδομάδες μετά τη χορήγηση hCG.
Εάν συμβεί σοβαρού βαθμού OHSS, η θεραπεία με γοναδοτροπίνες πρέπει να διακοπεί εφόσον συνεχίζεται. Η ασθενής πρέπει να εισαχθεί σε νοσοκομείο και να ξεκινήσει ειδική θεραπεία για OHSS. Το σύνδρομο αυτό παρατηρείται συχνότερα σε ασθενείς με νόσο πολυκυστικών ωοθηκών.
Εάν διαπιστωθεί κίνδυνος εμφάνισης OHSS, πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας. Συστροφή ωοθηκών
Έχει αναφερθεί συστροφή ωοθηκών μετά από τη θεραπεία με άλλες γοναδοτροπίνες. Αυτό μπορεί να σχετίζεται με άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως OHSS, κύηση, προηγούμενη χειρουργική επέμβαση κοιλίας, ιστορικό συστροφής ωοθηκών, κύστη ωοθηκών κατά το παρελθόν ή τη δεδομένη στιγμή και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η βλάβη της ωοθήκης λόγω μειωμένης παροχής αίματος μπορεί να περιοριστεί με την πρώιμη διάγνωση και την άμεση αποσυστροφή.
Πολύδυμη κύηση
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε επαγωγή ωορρηξίας, η συχνότητα πολύδυμων
κυήσεων και γεννήσεων είναι αυξημένη σε σύγκριση με τη φυσιολογική σύλληψη. Η πλειοψηφία των πολύδυμων κυήσεων είναι δίδυμες. Η πολύδυμη κύηση, ιδιαίτερα εκείνη υψηλής κατάταξης, συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων τόσο κατά τη μητρική όσο και στην περιγεννητική περίοδο. Για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πολύδυμης κύησης, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση της ανταπόκρισης των ωοθηκών.
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο πολύδυμης κύησης πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Εάν διαπιστωθεί κίνδυνος παρουσίασης πολύδυμων κυήσεων, πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας.
Απώλεια κύησης
Η συχνότητα της απώλειας κύησης με αποβολή ή αυτόματη έκτρωση είναι υψηλότερη σε ασθενείς που υποβάλλονται σε διέγερση ωοθυλακικής ανάπτυξης για επαγωγή της ωορρηξίας απ’ ό,τι στο φυσιολογικό πληθυσμό.
Έκτοπη κύηση
Οι γυναίκες με ιστορικό νόσου των σαλπίγγων διατρέχουν κίνδυνο έκτοπης κύησης είτε εάν η κύηση έχει επιτευχθεί με αυτόματη σύλληψη ή κατόπιν θεραπείας υπογονιμότητας. Έχει αναφερθεί πως ο επιπολασμός της έκτοπης κύησης μετά από τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART) είναι υψηλότερος από ό,τι στο γενικό πληθυσμό.
Νεοπλασίες του αναπαραγωγικού συστήματος
Υπάρχουν αναφορές για νεοπλασίες των ωοθηκών και άλλες νεοπλασίες του αναπαραγωγικού συστήματος, καλοήθεις και κακοήθεις, σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε πολλαπλά σχήματα για τη θεραπεία της υπογονιμότητας. Δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί εάν η θεραπεία με γοναδοτροπίνες αυξάνει τον κίνδυνο των όγκων αυτών σε γυναίκες με υπογονιμότητα.
Συγγενείς δυσμορφίες
Ο επιπολασμός των συγγενών δυσμορφιών μετά από ART μπορεί να είναι ελαφρώς υψηλότερος απ’ ό,τι στη φυσιολογική σύλληψη. Αυτό πιστεύεται πως οφείλεται σε διαφορές στα χαρακτηριστικά των γονέων (π.χ. ηλικία μητέρας, χαρακτηριστικά σπέρματος) και τις πολύδυμες κυήσεις.
Θρομβοεμβολικά επεισόδια
Σε γυναίκες με πρόσφατη ή τρέχουσα θρομβοεμβολική νόσο ή γυναίκες όπου γενικά αναγνωρίζονται παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολικά επεισόδια, όπως το προσωπικό ή το οικογενειακό τους ιστορικό, θρομβοφιλία ή βαριά παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος > 30 kg/m2), η θεραπεία με γοναδοτροπίνες μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο. Στις γυναίκες αυτές, τα οφέλη της
χορήγησης γοναδοτροπινών πρέπει να αντισταθμίζονται έναντι των κινδύνων. Σημειώνεται εντούτοις πως η ίδια η κύηση όπως και το OSHH επίσης φέρουν έναν αυξημένο κίνδυνο για θρομβοεμβολικά επεισόδια.
Νάτριο
Το Pergoveris περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλ. είναι ουσιαστικά
«ελεύθερο νατρίου».
Το Pergoveris δεν πρέπει να χορηγείται ως μίγμα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα στην ίδια ένεση, πλην της θυλακιοτροπίνης άλφα για την οποία από μελέτες αποδείχθηκε ότι η συγχορήγηση δεν
μεταβάλλει σημαντικά τη δραστικότητα, σταθερότητα ή τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες των δραστικών συστατικών.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ενδείξεις για τη χρήση του Pergoveris κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεδομένα από περιορισμένο αριθμό κυήσεων υπό έκθεση δεν υποδεικνύουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις της
θυλακιοτροπίνης άλφα και lutropin alfa στην κύηση, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη μετά από ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών. Δεν έχει αναφερθεί
τερατογόνος επίδραση αυτών των γοναδοτροπινών σε μελέτες σε ζώα. Σε περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα κλινικά δεδομένα δεν είναι επαρκή για τον αποκλεισμό τερατογόνου επίδρασης του Pergoveris.
Θηλασμός
Το Pergoveris δεν ενδείκνυται κατά το θηλασμό. Γονιμότητα
Το Pergoveris ενδείκνυται για χρήση στην υπογονιμότητα (βλ. παράγραφο 4.1).
ν
Το Pergoveris δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με τη μεγαλύτερη συχνότητα είναι κεφαλαλγία, κύστεις ωοθηκών και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (π.χ. άλγος, ερύθημα, αιμάτωμα, οίδημα
ή/και ερεθισμός στο σημείο της ένεσης). Αναφέρθηκε συχνά ήπιου έως μέτριου βαθμού OHSS και πρέπει να θεωρηθεί εγγενής κίνδυνος της διαδικασίας διέγερσης. Το σοβαρού βαθμού OHSS
χαρακτηρίζεται ως όχι συχνό (βλ. παράγραφο 4.4).
Πολύ σπάνια μπορεί να εμφανιστεί θρομβοεμβολισμός, συνήθως σχετιζόμενος με σοβαρού βαθμού OHSS (βλ. παράγραφο 4.4).
Λίστα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω σε λίστα ανάλογα με τη συχνότητα εμφάνισης και κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA. Οι κατηγορίες
συχνότητας είναι: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1 000 έως
< 1/100), σπάνιες (≥ 1/10 000 έως < 1/1 000), πολύ σπάνιες (< 1/10 000) , μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: Ήπιες έως σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπου συμπεριλαμβάνονται αναφυλακτικές αντιδράσεις και σοκ.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία.
Αγγειακές διαταραχές
Πολύ σπάνιες: Θρομβοεμβολισμός, σχετιζόμενη συνήθως με σοβαρό OHSS.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Πολύ σπάνιες: Παρόξυνση ή επιδείνωση βρογχικού άσθματος
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Συχνές: Κοιλιακό άλγος, κοιλιακό πρήξιμο, κοιλιακή δυσφορία, ναυτία, έμετος, διάρροια.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Πολύ συχνές: Κύστεις ωοθηκών
Συχνές: Μαστοδυνία, πυελικό άλγος, ήπιου έως μέτριου βαθμού OHSS (συμπεριλαμβανομένης της σχετιζόμενης συμπτωματολογίας)
Όχι συχνές: Σοβαρού βαθμού OHSS (συμπεριλαμβανομένης της σχετιζόμενης συμπτωματολογίας) (βλ. παράγραφο 4.4)
Σπάνιες: Επιπλοκή σοβαρού βαθμού OHSS
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές: Ήπια έως και σοβαρή αντίδραση στο σημείο της ένεσης (π.χ. πόνος, ερύθημα, αιμάτωμα, μώλωπας, οίδημα ή/και ερεθισμός στο σημείο της ένεσης).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης
οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Συμπτώματα
Τα αποτελέσματα της υπερδοσολογίας του Pergoveris είναι άγνωστα. Παρόλα αυτά, υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης του OHSS, το οποίο περιγράφεται αναλυτικότερα στην παράγραφο 4.4.
Διαχείριση
Η θεραπευτική αγωγή απευθύνεται στα συμπτώματα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - PERGOVERIS 50+75
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες του φύλου και ρυθμιστές του γεννητικού συστήματος, γοναδοτροπίνες. Κωδικός ATC: G03GA30
Το Pergoveris είναι σκεύασμα ανασυνδυασμένης ανθρώπινης ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης
(θυλακιοτροπίνη άλφα, r-hFSH) και ανασυνδυασμένης ανθρώπινης ωχρινοτρόπου ορμόνης (lutropin alfa, r-hLH) που παράγονται σε κύτταρα ωοθηκών του κινεζικού κρικητού (CHO) με τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA.
Μηχανισμός δράσης
Η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) και η ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH) εκκρίνονται από την πρόσθια υπόφυση ως απόκριση στην εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (GnRH) και παίζουν συμπληρωματικό ρόλο στην ανάπτυξη των ωοθυλακίων και την ωορρηξία. Στα κύτταρα της θήκης, η LH διεγείρει την έκκριση ανδρογόνων που μεταφέρονται στα κοκκιώδη κύτταρα για να μετατραπούν σε οιστραδιόλη (Ε2) από την αρωματάση. Στα κοκκιώδη κύτταρα, η FSH διεγείρει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων των ωοθηκών, ενώ η δράση της LH εμπλέκεται στην ανάπτυξη των ωοθυλακίων, τη
στεροειδογένεση και την ωρίμανση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Τα επίπεδα ανασταλτίνης και οιστραδιόλης αυξάνονται μετά τη χορήγηση r-hFSH, με επακόλουθη επαγωγή της ανάπτυξης των ωοθυλακίων. Η αύξηση των επιπέδων της ανασταλτίνης στον ορό είναι ταχεία και μπορεί να παρατηρηθεί ήδη από την τρίτη ημέρα χορήγησης r-hFSH, ενώ τα επίπεδα της οιστραδιόλης χρειάζονται περισσότερο χρόνο και μια αύξηση παρατηρείται μόνο από την τέταρτη ημέρα της θεραπείας. Ο συνολικός όγκος των ωοθυλακίων αρχίζει να αυξάνεται μετά από περίπου 4 έως 5 ημέρες καθημερινής χορήγησης r-hFSH και, ανάλογα με την ανταπόκριση της ασθενούς, το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μετά από περίπου 10 ημέρες από την έναρξη της χορήγησης γοναδοτροπινών. Η κύρια επίδραση που προκύπτει από τη χορήγηση της r‑hLH είναι μια
δοσοεξαρτώμενη αύξηση της έκκρισης Ε2, ενισχύοντας την επίδραση της r‑hFSH στην ανάπτυξη των ωοθυλακίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε κλινικές μελέτες, οι ασθενείς με βαρεία ανεπάρκεια σε FSH και LH, προσδιορίσθηκαν με επίπεδα ορού της ενδογενούς LH < 1,2 IU/l όπως αυτή μετρήθηκε σε κεντρικό εργαστήριο. Στις κλινικές
δοκιμές αυτές, το ποσοστό ωοθυλακιορρηξίας ανά κύκλο ήταν 70 έως 75%. Εντούτοις, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι υπάρχει μεταβλητότητα στις μετρήσεις LH που γίνονται σε διαφορετικά εργαστήρια.
Η κατάλληλη δόση r-hLH διερευνήθηκε σε μία κλινική μελέτη, σε γυναίκες με υπογοναδοτροφικό υπογοναδισμό και συγκέντρωση ορού της ενδογενούς LH κάτω των 1,2 IU/l. Μια δόση 75 IU r-hLH ημερησίως (σε συνδυασμό με 150 IU r-hFSH) οδήγησε σε επαρκή ανάπτυξη ωοθηλακίων και
παραγωγή οιστρογόνων. Μια δόση 25 IU r-hLH ημερησίως (σε συνδυασμό με 150 IU r-hFSH) οδήγησε σε ανεπαρκή ανάπτυξη ωοθυλακίων.
Συνεπώς, η χορήγηση ποσότητας μικρότερης από ένα φιαλίδιο Pergoveris ημερησίως, μπορεί να παρέχει πολύ χαμηλή LH δραστηριότητα ώστε να εξασφαλιστεί επαρκής ανάπτυξη ωοθυλακίων.
Οι κλινικές μελέτες με το Pergoveris διενεργήθηκαν με λυοφιλοποιημένο σκεύασμα. Μια συγκριτική κλινική μελέτη μεταξύ του λυοφιλοποιημένου και του υγρού σκευάσματος κατέδειξε βιοϊσοδυναμία μεταξύ των δύο σκευασμάτων.
Δεν υπάρχει φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της θυλακιοτροπίνης άλφα και της lutropin alfa όταν χορηγούνται ταυτόχρονα.
Θυλακιοτροπίνη άλφα
Κατανομή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η θυλακιοτροπίνη άλφα κατανέμεται στο υγρό του εξωκυττάριου χώρου με αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες και απομακρύνεται από το σώμα με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 14 έως 17 ώρες. Ο σταθερός όγκος κατανομής κυμαίνεται από 9 έως 11 l.
Μετά από υποδόρια χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 66% και ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 24 έως 59 ώρες. Η αναλογικότητα της δόσης μετά από υποδόρια χορήγηση καταδείχθηκε μέχρι 900 IU. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση, η συσσώρευση της θυλακιοτροπίνης άλφα τριπλασιάζεται επιτυγχάνοντας σταθεροποιημένη κατάσταση εντός 3 έως 4 ημερών.
Αποβολή
Η συνολική κάθαρση είναι 0,6 l/ώρα και περίπου 12% της χορηγούμενης δόσης θυλακιοτροπίνης άλφα αποβάλλεται από τα ούρα.
Lutropin alfa
Κατανομή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η lutropin alfa κατανέμεται ταχέως με αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου μία ώρα και αποβάλλεται από τον οργανισμό με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου
9 έως 11 ώρες. Ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση κυμαίνεται από 5 έως 14 l. Η
lutropin alfa επιδεικνύει γραμμική φαρμακοκινητική, όπως αξιολογήθηκε από την AUC, η οποία είναι ευθέως ανάλογη με τη χορηγούμενη δόση.
Μετά από υποδόρια χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 56% και ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 8 έως 21 ώρες. Η αναλογικότητα της δόσης μετά από υποδόρια χορήγηση καταδείχθηκε μέχρι 450 IU. Η φαρμακοκινητική της lutropin alfa κατόπιν εφάπαξ και
επαναλαμβανόμενης χορήγησης είναι παρόμοια και το κλάσμα συσσώρευσης της lutropin alfa είναι ελάχιστο.
Αποβολή
Η συνολική κάθαρση είναι στο εύρος από 1,7 έως 1,8 l/h και λιγότερο από 5% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - PERGOVERIS 50+75
Κόνις
Σακχαρόζη
Πολυσορβικό 20 Μεθειονίνη
Δινάτριο φωσφορικό διυδρικό
Νάτριο δισόξινο φωσφορικό μονοϋδρικό
Φωσφορικό οξύ, συμπυκνωμένο (για προσαρμογή του pH) Νατρίου υδροξείδιο (για προσαρμογή του pH)
Διαλύτης
Ύδωρ για ενέσιμα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Σφραγισμένα φιαλίδια
3 χρόνια.
Ανασυσταμένο διάλυμα
Το Pergoveris προορίζεται για άμεση και εφάπαξ χρήση αφού ανοιχθεί και ανασυσταθεί. Συνεπώς το προϊόν δεν πρέπει να φυλάσσεται εφόσον έχει ανοιχθεί και ανασυσταθεί.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Κόνις: φιαλίδια των 3 ml (γυάλινα Τύπου Ι) με πώμα εισχώρησης (βρωμοβουτύλιο καουτσούκ) και αφαιρούμενο πώμα αλουμινίου.
1 φιαλίδιο περιέχει 11 μικρογραμμάρια r-hFSH και 3 μικρογραμμάρια r-hLH.
Διαλύτης: φιαλίδια των 3 ml (γυάλινα Τύπου Ι) με πώμα εισχώρησης από καουτσούκ επικαλυμμένο με τεφλόν και αφαιρούμενο πώμα αλουμινίου.
1 φιαλίδιο διαλύτη περιέχει 1 ml ύδωρ για ενέσιμα.
Διατίθενται μεγέθη συσκευασίας του 1, 3 και 10 φιαλιδίων με τον αντίστοιχο αριθμό για το διαλύτη (1, 3 και 10 φιαλίδια).
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός Για μία και άμεση χρήση αφού ανοιχθεί και ανασυσταθεί. Ανασύσταση
Το pH του διαλύματος μετά την ανασύσταση είναι 6,5 έως 7,5.
Το Pergoveris πρέπει να ανασυστάται με το διαλύτη πριν χρησιμοποιηθεί με ήπια ανάδευση.
Το ανασυσταμένο διάλυμα δεν πρέπει να χορηγείται εάν περιέχει σωματίδια ή δεν είναι διαυγές.
Το Pergoveris μπορεί να αναμειχθεί με θυλακιοτροπίνη άλφα και να συγχορηγηθεί ως εφάπαξ ένεση.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.