PEVISON CREAM 1%+0,1% (W/W)
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - PEVISON 1%
Η κρέμα Pevison ενδείκνυται για τη θεραπεία φλεγμονών του δέρματος που προκαλούνται από δερματόφυτα ή Candida spp., στις οποίες κυριαρχούν τα συμπτώματα της φλεγμονής.
Δοσολογία
Η κρέμα Pevison εφαρμόζεται σε μικρή ποσότητα στην πάσχουσα περιοχή όχι περισσότερες από 2 φορές την ημέρα, κατά προτίμηση μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ.
Η κρέμα Pevison δεν πρέπει να εφαρμόζεται υπό κλειστή περίδεση, ή σε εκτεταμένη περιοχή της επιφάνειας του δέρματος (βλ. παράγραφο 4.4).
Η θεραπεία με την κρέμα Pevison πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα της φλεγμονής, αλλά όχι περισσότερο από μία εβδομάδα. Μετά από μία εβδομάδα θεραπείας με κρέμα Pevison, εάν είναι αναγκαίο, συνεχίστε τη θεραπεία με ένα σκεύασμα που περιέχει μόνο εκοναζόλη ή νιτρική εκοναζόλη, χωρίς κορτικοστεροειδές.
Η θεραπεία συνήθως δεν πρέπει να υπερβαίνει τη μία εβδομάδα επειδή:
-
το όφελος του συνδυασμού δεν έχει αποδειχθεί πέραν αυτής της διάρκειας
-
παρατεταμένη θεραπεία κατά λάθος μπορεί:
-
να προκαλέσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας με κορτικοστεροειδή, ή
-
να τροποποιήσει τη συμπτωματολογία, καθιστώντας την περαιτέρω θεραπεία πιο δύσκολη. Η διακοπή της θεραπείας πρέπει να γίνεται σταδιακά.
Γενικά μέτρα υγιεινής πρέπει να λαμβάνονται για να ελέγχονται οι πηγές μόλυνσης και επιμόλυνσης, όπως ο καθημερινός καθαρισμός και το προσεκτικό στέγνωμα της πάσχουσας περιοχής και των γύρω περιοχών, η συχνή αλλαγή και απολύμανση των πετσετών, των ρούχων, των εσωρούχων, ή των καλτσών και των παπουτσιών.
Μετά από μακροχρόνια συνεχή, υπερβολικά συχνή χρήση ή χρήση σε εκτεταμένες περιοχές, τοπικών κορτικοστεροειδών, υπάρχει πιθανός κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου απόσυρσης τοπικών στεροειδών (TSW) μετά από την αιφνίδια διακοπή του προϊόντος (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Αυτό μπορεί να
αποφευχθεί με την προοδευτική διακοπή του προϊόντος μετά από μακροχρόνια θεραπεία, αντί για τηv αιφνίδια διακοπή.
Παιδιά και έφηβοι
Στα παιδιά, η κρέμα Pevison πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε μικρή περιοχή (σε λιγότερο από το 10% της επιφάνειας του σώματος). Η κρέμα Pevison δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε βρέφη και μικρά παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών (βλ. παράγραφο 4.3), καθώς υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος συστηματικών επιδράσεων λόγω της υψηλότερης αναλογίας επιφάνειας σώματος προς σωματική μάζα και των φαινομένων απόφραξης στις πτυχές του δέρματος και στα σημεία εφαρμογής της πάνας.
Τρόπος χορήγησης
Κρέμα για τοπική εφαρμογή στο δέρμα.
-
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε άλλα παράγωγα ιμιδαζόλης και τριαζόλης ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Συγκεκριμένες δερματικές παθήσεις, όπως φυματίωση, σύφιλη
-
Ιογενείς δερματοπάθειες όπως ανεμοβλογιά, απλός έρπης και έρπητας ζωστήρας
-
Σε πρόσφατα σημεία εμβολιασμού
-
Δερματίτιδα που μοιάζει με ροδόχρου ακμή, ροδόχρους ακμή, ακμή και κυρίως πυώδεις δερματικές λοιμώξεις, έλκη
-
Βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών
-
Χρήση στο στήθος από θηλάζουσες μητέρες
-
Μακροχρόνια χρήση, χρήση σε μεγαλύτερες περιοχές του δέρματος (πάνω από το 20% της επιφάνειας του σώματος) και χρήση σε αποφρακτικές συνθήκες (επίδεσμος κ.λπ.), ειδικά σε παιδιά, δεν πρέπει να πραγματοποιείται.
Για εξωτερική χρήση μόνο. Η κρέμα Pevison δεν προορίζεται για οφθαλμική ή από στόματος χρήση.
Εάν συμβεί αντίδραση που υποδεικνύει υπερευαισθησία ή χημικό ερεθισμό, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.
Τα κορτικοστεροειδή που εφαρμόζονται στο δέρμα μπορεί να απορροφηθούν σε επαρκείς ποσότητες ώστε να έχουν συστηματικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής των επινεφριδίων. Η συστηματική απορρόφηση μπορεί να αυξηθεί από διάφορους παράγοντες, όπως εφαρμογή σε μεγάλη περιοχή του δέρματος, εφαρμογή σε τραυματισμένο δέρμα, εφαρμογή υπό κλειστή περίδεση και παρατεταμένη διάρκεια θεραπείας.
Οι παιδιατρικοί ασθενείς πιθανά να εμφανίσουν μεγαλύτερη ευαισθησία σε επαγόμενη από τοπικά κορτικοστεροειδή καταστολή του άξονα ΥΥΕ (HPA) (υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια) και σε σύνδρομο Cushing, σε σύγκριση με τους ενήλικες ασθενείς, λόγω της υψηλότερης αναλογίας επιφάνειας σώματος προς σωματική μάζα. Προσοχή πρέπει να δίνεται όταν η κρέμα Pevison χορηγείται σε παιδιατρικούς ασθενείς και η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστούν σημεία καταστολής του άξονα ΥΥΕ ή σημεία του συνδρόμου Cushing.
Η κρέμα Pevison δεν πρέπει γενικά να εφαρμόζεται στα βλέφαρα, στο ατροφικό δέρμα, στις πληγές και στα έλκη. Η κρέμα Pevison πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο στο πρόσωπο, με προσοχή και για μικρό χρονικό διάστημα, προκειμένου να αποφευχθούν αλλαγές στο δέρμα, η εμφάνιση δερματίτιδας οφειλόμενης στο κορτικοστεροειδές ή η παράδοξη εμφάνιση ευαισθησίας στα κορτικοστεροειδή, με φαινόμενο αναπήδησης σε περίπτωση διακοπής της θεραπείας (σε αυτή την περίπτωση, αν καιδύσκολη, είναι απαραίτητη η σταδιακή διακοπή της θεραπείας). Να αποφεύγεται η επαφή με τους βλεννογόνους.
Η επαναλαμβανόμενη και/ή παρατεταμένη χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών στην περικογχική περιοχή μπορεί να προκαλέσει καταρράκτη, αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης ή αύξηση του κινδύνου για γλαύκωμα στους ασθενείς.
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή σχετίζονται με λέπτυνση και ατροφία του δέρματος, ραγάδες, ροδόχρου ακμή, περιστοματική δερματίτιδα, ακμή, τελαγγειεκτασία, πορφύρα, υπερτρίχωση και καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων.
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο δερματολογικής επιλοίμωξης ή ευκαιριακής λοίμωξης.
Όπως με όλα τα παρασκευάσματα που περιέχουν κορτικοειδή, πρέπει να αποφεύγεται η εκτεταμένη χρήση και η μακροχρόνια θεραπεία, ειδικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. επίσης παράγραφο 4.6).
Η μακροχρόνια συνεχής, υπερβολικά συχνή χρήση ή χρήση σε εκτεταμένες περιοχές τοπικών στεροειδών, μπορεί να καταλήξει στην ανάπτυξη έξαρσης υποτροπής μετά τη διακοπή της θεραπείας (σύνδρομο απόσυρσης τοπικών στεροειδών). Μπορεί να παρουσιαστεί μια βαριά μορφή έξαρσης με υποτροπή η οποία παίρνει τη μορφή δερματίτιδας με έντονη ερυθρότητα, αίσθημα νυγμού και καύσου, που μπορεί να εξαπλωθεί εκτός της αρχικής περιοχής θεραπείας. Είναι πιθανότερο να παρουσιαστεί όταν γίνεται θεραπεία σε ευαίσθητες περιοχές του δέρματος, όπως το πρόσωπο και οι πτυχώσεις. Εάν η κατάσταση επανεμφανιστεί εντός ημερών έως εβδομάδων μετά από επιτυχημένη θεραπεία, θα πρέπει να πιθανολογείται αντίδραση απόσυρσης. Η επανεφαρμογή θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνιστάται συμβουλή ειδικού σε αυτές τις περιπτώσεις ή θα πρέπει να εξετάζονται άλλες επιλογές θεραπείας.
Οπτική διαταραχή
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ), που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Αυτό το φάρμακο περιέχει 2 mg βενζοϊκού οξέος (Ε210) ανά 1 g κρέμας, δηλαδή 30 mg βενζοϊκού οξέος σε κάθε σωληνάριο των 15 g κρέμας. Το βενζοϊκό οξύ μπορεί να προκαλέσει τοπικό ερεθισμό. Γενικά, το βενζοϊκό οξύ μπορεί να επιδεινώσει το νεογνικό ίκτερο.
Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,2 mg βουτυλοϋδροξυανισόλης (Ε320) ανά 1 g κρέμας, δηλαδή 3 mg βουτυλοϋδροξυανισόλης σε κάθε σωληνάριο των 15 g κρέμας. Η βουτυλοϋδροξυανισόλη μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα εξ επαφής) ή ερεθισμό στα μάτια και στους βλεννογόνους.
Η εκοναζόλη είναι γνωστός αναστολέας του ενζύμου CYP3A4/2C9. Λόγω της περιορισμένης συστηματικής διαθεσιμότητας μετά τη δερματική εφαρμογή, δεν είναι πιθανό να συμβούν κλινικά σημαντικές σχετικές αλληλεπιδράσεις, αν και έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν αντιπηκτικά από στόματος, όπως βαρφαρίνη και ασενοκουμαρόλη. Σε αυτούς τους ασθενείς χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δοσολογίας του από του στόματος αντιπηκτικού κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Pevison, καθώς και μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας αυτής.
Κύηση
Κρέμα Pevison
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για τις ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χρήση της κρέμας Pevison σε έγκυες γυναίκες και δεν διατίθενται άλλα σχετικά επιδημιολογικά στοιχεία.
Η κρέμα Pevison πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μόνο όταν ο γιατρός το θεωρεί απαραίτητο για την περίθαλψη της ασθενούς. Η κρέμα Pevison μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο εάν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας δεν πρέπει να χορηγούνται εκτενώς σε μεγάλες ποσότητες, σε μεγάλες περιοχές στο δέρμα ή για παρατεταμένη χρονική περίοδο σε έγκυες ασθενείς.
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα [τοξικότητα στο έμβρυο με την εκοναζόλη και τερατογένεση με την τριαμσινολόνη (βλέπε παρακάτω)]. Ωστόσο, ο κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός.
Νιτρική εκοναζόλη
Δεν υπάρχει ή είναι πολύ περιορισμένη η εμπειρία με τη χρήση της εκοναζόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Η σημασία αυτού του ευρήματος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστή. Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι χαμηλή (<10%) μετά από τοπική εφαρμογή σε άθικτο δέρμα σε ανθρώπους.
Ακετονίδιο τριαμσινολόνης
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Περιορισμένα βιβλιογραφικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι έως 5% της τοπικά εφαρμοζόμενης στο δέρμα τριαμσινολόνης απορροφάται συστηματικά σε ανθρώπους.
Άλλα γλυκοκορτικοειδή
Αν και κλινικά δεδομένα από μεγάλο αριθμό κυήσεων που εκτέθηκαν μέσω συστηματικής οδού σε κορτικοστεροειδή δεν έδειξαν αύξηση του συνολικού ρυθμού δυσπλασιών, οι μελέτες σε ζώα μέσω συστηματικής οδού έδειξαν τερατογόνο επίδραση και αναπαραγωγική τοξικότητα.
Η μακροχρόνια θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης του παιδιού. Τα γλυκοκορτικοειδή οδήγησαν σε υπερωϊοσχιστία σε πειράματα σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3). Συζητείται ένας αυξημένος κίνδυνος υπερωϊοσχιστίας στα ανθρώπινα έμβρυα λόγω της χορήγησης γλυκοκορτικοειδών κατά το πρώτο τρίμηνο. Επιπλέον, με βάση επιδημιολογικές μελέτες σε σχέση με πειράματα σε ζώα, συζητείται ότι η ενδομήτρια έκθεση σε γλυκοκορτικοειδή θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη μεταβολικών και καρδιαγγειακών παθήσεων στην ενηλικίωση. Εάν χορηγούνται γλυκοκορτικοειδή στο τέλος της εγκυμοσύνης, υπάρχει κίνδυνος ατροφίας του επινεφριδιακού φλοιού στο έμβρυο, το οποίο μπορεί να απαιτήσει σταδιακή θεραπεία υποκατάστασης στο νεογέννητο.
Θηλασμός
Κρέμα Pevison
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για την τοπική εφαρμογή της κρέμας Pevison κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική χορήγηση της κρέμας Pevison στο δέρμα κατά τον θηλασμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστηματική απορρόφηση ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους. Απαιτείται προσοχή όταν η κρέμα Pevison χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες. Η κρέμα Pevison δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στο στήθος κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Νιτρική εκοναζόλη
Δεν είναι γνωστό εάν η τοπικά εφαρμοζόμενη εικοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα για τα ζώα δείχνουν ότι μετά από χορήγηση από στόματος της νιτρικής εκοναζόλης σε αρουραίους που θήλαζαν, η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της εκκρίθηκαν στο γάλα και εντοπίστηκαν στα θηλάζοντα νεογνά (βλ.
παράγραφο 5.3). Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική δερματική χορήγηση νιτρικής εκοναζόλης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαρκή συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους.
Ακετονίδιο τριαμσινολόνης
Δεν έχουν εντοπιστεί μελέτες σε ζώα σχετικές με τη χρήση τριαμσινολόνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική δερματική χορήγηση τριαμσινολόνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαρκή συστηματική απορρόφηση ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους.
Άλλα γλυκοκορτικοειδή
Άλλα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
Γονιμότητα
Νιτρική εκοναζόλη
Αποτελέσματα από μελέτες αναπαραγωγιμότητας σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της εκοναζόλης στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Ακετονίδιο τριαμσινολόνης
Δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα.
ν
Η κρέμα Pevison δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Η ασφάλεια της κρέμας Pevison [νιτρική εκοναζόλη (1%) και ακετονίδιο τριαμσινολόνης (0,1%)] αξιολογήθηκε σε 182 ενήλικες που έλαβαν μέρος σε 4 κλινικές δοκιμές. Με βάση τα συγκεντρωτικά δεδομένα ασφάλειας από αυτές τις κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (συχνότητα εμφάνισης ≥1%) ήταν: αίσθηση δερματικού καύσου (1,6%) και ερεθισμόςδέρματος (1,6%).
Η ασφάλεια της κρέμας Pevison αξιολογήθηκε, επίσης, σε 101 παιδιά (ηλικίας από 3 μηνών έως 10 ετών) που συμμετείχαν σε 1 κλινική δοκιμή. Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια (συχνότητα εμφάνισης ≥1%) ήταν: ερύθημα (1,0%).
Σε γενικές γραμμές, το προφίλ ασφάλειας της κρέμας Pevison είναι παρόμοιο για τους ενήλικες και τα παιδιά.
Ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση της κρέμας Pevison είτε σε κλινικές δοκιμές (με ενήλικες ή παιδιά), συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων ενεργειών που προαναφέρθηκαν, είτε κατά την εμπειρία από την κυκλοφορία του προϊόντος.
Οι συχνότητες που παρουσιάζονται ακολουθούν την εξής συνθήκη: Πολύ συχνές (≥ 1/10),
συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10),
όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000),
πολύ σπάνιες (<1/10.000),
μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα | Κατηγορία συχνότητας | |
| Συχνές(≥1/100 έως <1/10) | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όραση θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αίσθηση δερματικού καύσου, ερεθισμός δέρματος, ερύθημα* | Αγγειοοίδημα, δερματίτιδα εξ επαφής, ερύθημα**,ατροφία δέρματος, κνησμός,δερματική αποφολίδωση, ραγάδες δέρματος, τηλαγγειεκτασία.Αντιδράσεις απόσυρσης – ερυθρότητα του δέρματος που μπορεί να επεκταθεί σε περιοχές εκτός της αρχικά επηρεασθείσας περιοχής, αίσθηση καύσου ή νυγμού, κνησμός, απολέπιση του δέρματος, φλύκταινες με έκκριση υγρού (βλ.παράγραφος 4.4) |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | |
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις της οδού χορήγησης | Άλγος της θέσης εφαρμογής, οίδημα της θέσης εφαρμογής | |
* Για τον όρο «ερύθημα», η κατηγορία συχνότητας «συχνές» αφορά σε παιδιά.
** Για τον όρο «ερύθημα», η κατηγορία συχνότητας «μη γνωστής συχνότητας» αφορά σε ενήλικες.
Τοπικές αλλαγές δέρματος όπως ατροφία, τηλαγγειεκτασία, ραγάδες, ακμή εξαιτίας στεροειδών, δερματίτιδα τύπου ροδόχρου ακμής (περιστοματική), υπερτρίχωση και αποχρωματισμός δέρματος εμφανίζονται με παρατεταμένη και/ή μακροχρόνια (περισσότερο από 2-4 εβδομάδες) τοπική εφαρμογή ενός μέτριας ισχύος κορτικοστεροειδούς και ειδικά υπό κλειστή περίδεση ή εφαρμογή σε πτυχές του δέρματος, Επίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί καταστολή της επινεφριδιακής λειτουργίας, ειδικά σε παιδιά. Η ατροφία του δέρματος μπορεί να παραμείνει μετά το τέλος της θεραπείας.
Η εφαρμογή της κρέμας Pevison σε μεγάλες περιοχές του δέρματος (πάνω από το 20% της επιφάνειας του σώματος), σε μεγάλες ποσότητες, σε κατεστραμμένο δέρμα, σε αποφρακτικές συνθήκες (επίδεσμος κ.λπ.), μπορεί να προκαλέσει συστηματικές επιδράσεις, ειδικά σε παιδιά, εξαιτίας της συστηματικής απορρόφησης του κορτικοστεροειδούς και/ή του αντιμυκητιασικού παράγοντα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον:
Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων
Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα,
Τηλ: 213 2040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Η κρέμα Pevison προορίζεται μόνο για δερματική εφαρμογή. Τα κορτικοστεροειδή που εφαρμόζονται στο δέρμα, συμπεριλαμβανομένης της τριαμσινολόνης, μπορούν να απορροφηθούν σε επαρκείς ποσότητες ώστε να προκαλέσουν συστηματικές επιδράσεις.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί λαμβάνοντας υπόψη τις κατάλληλες προφυλάξεις.
Σε περίπτωση τυχαίας κατάποσης, η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική.
Εάν η κρέμα Pevison εφαρμοστεί κατά λάθος στα μάτια, ξεπλύνετε άμεσα και ενδελεχώς με καθαρό νερό ή φυσιολογικό ορό και αναζητήστε ιατρική βοήθεια αν επιμείνουν τα συμπτώματα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - PEVISON 1%
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για τοπική χρήση, παράγωγα ιμιδαζολίου και τριαζολίου
Κωδικός ATC: D01AC20
Η κρέμα Pevison είναι ένας συνδυασμός ενός αντιμυκητιασικού ευρέος φάσματος και ενός ισχυρού τοπικού κορτικοστεροειδούς.
Νιτρική εκοναζόλη
Μηχανισμός δράσης
Η νιτρική εκοναζόλη δρα καταστρέφοντας τις κυτταρικές μεμβράνες των μυκήτων, προκαλώντας έτσι αυξημένη διαπερατότητα. Οι υποκυττάριες μεμβράνες στο κυτταρόπλασμα καταστρέφονται. Η περιοχή δράσης είναι πιθανότατα η άκυλο-ομάδα των ακόρεστων λιπαρών οξέων των φωσφολιπιδίων της κυτταρικής μεμβράνης.
Μικροβιολογία
Η εκοναζόλη είναι μυκητοκτόνος και βακτηριοκτόνος παράγοντας της κατηγορίας των παραγώγων ιμιδαζολίου και κατέχει ένα ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής δράσης που έχει τεκμηριωθεί έναντι δερματοφύτων, ζυμομυκήτων και υφομυκήτων. Έχει, επίσης, βρεθεί μία κλινικά σχετική δράση έναντι των θετικών κατά Gram βακτηρίων.
Όρια ευαισθησίας: Μεταξύ των αζολών, προσδιορίστηκαν από τη EUCAST (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing) ή το CLSI (Clinical Laboratory Standards Institute) καθορισμένες τιμές ορίων ευαισθησίας (breakpoints) μόνο για την φλουκοναζόλη και τηνιτρακοναζόλη, ενώ δεν καθορίσθηκαν για την εκοναζόλη. Ο καθορισμός των ορίων ευαισθησίας καθίσταται ακόμη πιο δύσκολος, επειδή οι MIC (ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις) ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τη πυκνότητα του ενοφθαλμίσματος (inoculum), της θερμοκρασίας επώασης και του μέσου καλλιέργειας, ενώ η φαρμακοκινητική δεν είναι γνωστή με ακρίβεια και υπάρχει έλλειψη συσχέτισης μεταξύ in vitro ευαισθησίας και κλινικής ανταπόκρισης.
Ελλείψει καθορισμένων ορίων ευαισθησίας για την εκοναζόλη, τα ακόλουθα όρια ευαισθησίας δίδονται συχνά σε δημοσιεύσεις σχετικά με την ευαισθησία της εκοναζόλης: 0,5 μg/ml για ευαίσθητους μικροοργανισμούς, 0,5 - 8 μg/ml για μέτρια ευαίσθητους και 8 μg/ml για ανθεκτικούς μικροοργανισμούς. Τα ποσοστά ανθεκτικών μικροοργανισμών στον Πίνακα 1 ακολουθούν αυτή τη σύμβαση.
Πίνακας 1: In vitro ευαισθησία των παθογόνων μυκήτων στην εκοναζόλη
| Αριθμός απομονωθέντωνστελεχών | Εύρος MIC [μg/ml] | MIC50[μg/ml] | MIC90[μg/ml] | Ανθεκτικοί απομονωμένοιμύκητεςa [%] | Βιβλιογραφικές αναφορές | |
| Παθογόνοι μύκητες |
| Candida albicans | 73 | 0,03-15 | -b | Carrillo-Munoz & Torres-Rodriguez, 1995 | ||
| Candida albicans | 215 | 1-16 | 4 | 4 | 3,25 | Drago et al., 2000 |
| Candida | 48 | - | - | - | 14,6 | Carrillo-Munoz |
| albicans | et al., 2001 | |||||
| Candida albicans | 420 | - | - | 0,03 | 0 | Richter et al., 2005 |
| Candida parapsilosis | 22 | 0,03-3,75 | - | - | 0 | Carrillo-Munoz& Torres- Rodriguez, 1995 |
| Candida parapsilosis | 4 | 2-4 | - | - | 0 | Drago et al., 2000 |
| Candida parapsilosis | 30 | - | - | 4 | 0 | Richter et al., 2005 |
| Candida glabrata | 16 | 0,03-10 | - | - | -b | Carrillo-Munoz& Torres- Rodriguez, 1995 |
| Candida glabrata | 84 | - | - | - | 3,6 | Arias et al., 1996 |
| Candida glabrata | 44 | Drago et al., 2000 | ||||
| Candida glabrata | 21 | - | - | - | 9,5 | Carrillo-Munoz et al., 2001 |
| Candida glabrata | 112 | - | - | 0.5 | 0 | Richter et al., 2005 |
| Candida tropicalis | 21 | 0,31-10 | - | - | -b | Carrillo-Munoz& Torres- Rodriguez, 1995 |
| Candida tropicalis | 12 | 2-8 | 4 | 4 | 0 | Drago et al., 2000 |
| Candida tropicalis | 8 | - | - | 4 | 0 | Richter et al., 2005 |
| Candida krusei | 13 | 0,15-5 | - | - | 0 | Carrillo-Munoz & Torres-Rodriguez, 1995 |
| Candida krusei | 20 | - | - | - | 70 | Carrillo-Munoz et al., 2001 |
| Candida krusei | 12 | - | - | 4 | 0 | Richter et al., 2005 |
| Trichosporonspp. | 1 | 0,015 | - | - | 0 | Richter et al., 2005 |
a Αντοχή που ορίζεται σύμφωνα με τη σύμβαση των 8 μg/ml, όπως καθορίζεται στη βιβλιογραφία.
b Τα αναφερόμενα δεδομένα δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του ποσοστού των ανθεκτικών στελεχών.
Τα δεδομένα ευαισθησίας στον Πίνακα 1 δείχνουν ότι η εκοναζόλη μπορεί να αναστείλει την ανάπτυξη πολλών ειδών Candida spp. Έχουν αναφερθεί τιμές MIC90 < 4 μg/ml για Candida albicans,
C. parapsilosis, C. glabrata, C. tropicalis και C. krusei. Μεταξύ των ειδών Candida spp. το εύρος των τιμών MIC διέφερε σημαντικά μεταξύ των μελετών, καθώς και εντός ορισμένων μελετών. Η χαμηλότερη τιμή MIC από 420 απομονωμένους μύκητες Candida albicans, σε μία μελέτη, ήταν 0,03 μg/ml. Τιμές MIC >8 μg/ml προσδιορίστηκαν για τα είδη Candida albicans, C. glabrata και C. tropicalis. Τα είδη Candida glabrata, C. tropicalis και C. krusei θεωρούνται εγγενώς λιγότερο ευαίσθητα στις αζόλες από άλλα είδη Candida. Παρ 'όλα αυτά, σε μία μελέτη μετρήθηκε τιμή MIC90 0,5 μg/ml για 112 απομονωμένους μύκητες του είδους C. glabrata. Περιορισμένα δεδομένα σχετικά
με το είδος Trichosporon spp. έχουν δείξει in vitro αποτελεσματικότητα της εκοναζόλης.
Μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής
Η αντοχή στις αζόλες φαίνεται ότι αναπτύσσεται αργά. Η αιτία είναι συχνά διάφορες γενετικές μεταλλάξεις. Οι μηχανισμοί που περιγράφονται είναι υπερέκφραση του ERG11, το οποίο κωδικοποιεί το ένζυμο στόχο λανοστεριν-14α-απομεθυλάση, και σημειακές μεταλλάξεις στο ERG11, που οδηγούν σε μειωμένη συγγένεια με το στόχο και/ή υπερέκφραση του μεταφορέα με επακόλουθη αυξημένη εκροή ενώσεων αζολίου. Η αντοχή και η αποτυχία της θεραπείας έχουν συχνά παρατηρηθεί σεασθενείς με HIV με στοματοφαρυγγικές μολύνσεις από Candida, αλλά οι έρευνες μεγάλης κλίμακας δεν δείχνουν ότι αυξάνεται η αντοχή των παθογόνων μυκήτων. Αν και έχει αναφερθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών αντιμυκητιασικών παραγόντων αζολίου έναντι του είδους Candida spp., η αντοχή σε έναν αντιμυκητιασικό παράγοντα της κατηγορίας των αζολών δεν σημαίνει απαραίτητα αντοχή σε άλλες αζόλες.
Ακετονίδιο τριαμσινολόνης
Το ακετονίδιο τριαμσινολόνης είναι ένα φθοριωμένο γλυκοκορτικοειδές το οποίο, σε πειράματα σε ζώα, έχει περίπου 40 φορές ισχυρότερη δράση κορτικοειδούς από την φυσική ορμόνη κορτιζόλη των επινεφριδίων. Αντίθετα, το στοιχείο του αλατοκορτικοειδούς απουσιάζει σχεδόν εντελώς.
Όπως όλα τα γλυκοκορτικοειδή, η ουσία διαχέεται μέσω κυτταρικών μεμβρανών και συνδέεται με τον υποδοχέα μιας πρωτεΐνης στο κυτταρόπλασμα. Το σύμπλοκο ορμονικού υποδοχέα στη συνέχεια μεταφέρεται στον κυτταρικό πυρήνα και προκαλεί τη βιοσύνθεση συγκεκριμένων πρωτεϊνών που μεσολαβούν στην τυπική ορμονική απόδοση των κυττάρων.
Το ακετονίδιο τριαμσινολόνης μεταβολίζεται πολύ πιο αργά στο ήπαρ από ότι η φυσιολογικά σχηματιζόμενη κορτιζόλη.
Το ακετονίδιο τριαμσινολόνης είναι κυρίως δραστικό λόγω των αντιφλεγμονωδών, αντικνησμωδών και αγγειοσυσπαστικών δράσεων, χαρακτηριστικών της κατηγορίας των τοπικών κορτικοστεροειδών φαρμάκων. Οι φαρμακολογικές δράσεις των τοπικών κορτικοστεροειδών είναι ευρέως γνωστές. Ωστόσο, οι μηχανισμοί των δερματολογικών δράσεών τους δεν είναι όλοι γνωστοί. Αρκετές εργαστηριακές μέθοδοι, συμπεριλαμβανομένων δοκιμασιών αγγειοσύσπασης, χρησιμοποιούνται για τη σύγκριση και πρόβλεψη της ισχύος και/ή της κλινικής αποτελεσματικότητας των τοπικών κορτικοστεροειδών. Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που αναγνωρίζουν συσχέτιση μεταξύ αγγειοσυσπαστικής ισχύος και θεραπευτικής αποτελεσματικότητας στον άνθρωπο.
Εκοναζόλη
Απορρόφηση
Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι εξαιρετικά χαμηλή μετά από τοπική εφαρμογή σε άθικτο δέρμα. Η νιτρική εκοναζόλη διεισδύει σε όλα τα στρώματα της επιδερμίδας και του δέρματος. Παρόλο που, μετά την εφαρμογή κρέμας 1%, η μεγαλύτερη ποσότητα της εκοναζόλης (περίπου το 90
%) παραμένει στην επιφάνεια του δέρματος, οι συγκεντρώσεις της εκοναζόλης που έχουν βρεθεί στην κεράτινη στιβάδα υπερβαίνουν την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση για τα δερματόφυτα καιοι ανασταλτικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται στο μέσο χόριο.
Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της εκοναζόλης και/ή των μεταβολιτών της στο πλάσμα/ορό παρατηρήθηκαν 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση της δόσης και ήταν < 1 ng/ml για την κρέμα 2% για δερματική χρήση που εφαρμόστηκε σε άθικτο δέρμα και 20 ng/ml για την κρέμα 2% για δερματική χρήση που εφαρμόστηκε σε τραυματισμένο δέρμα.
Κατανομή
Η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της συνδέονται εκτενώς (> 98%) με τις πρωτεΐνες του ορού στη συστηματική κυκλοφορία.
Βιομετασχηματισμός
Η εκοναζόλη που φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία έχει μεταβολισθεί εκτενώς μέσω οξείδωσης του ιμιδαζολικού δακτυλίου, ακολουθούμενης από Ο-απαλκυλίωση και γλυκουρονίδωση.
Αποβολή
Η εκοναζόλη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται περίπου σε ίσες αναλογίες στα ούρα και στα κόπρανα.
Τριαμσινολόνη
Απορρόφηση
Ο βαθμός διαδερμικής απορρόφησης των τοπικών κορτικοστεροειδών καθορίζεται από πολλούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένων του μέσου, της ακεραιότητας του επιδερμικού φραγμού και της χρήσης κλειστής περίδεσης. Τα τοπικά κορτικοστεροειδή μπορούν να απορροφηθούν από φυσιολογικά άθικτο δέρμα. Φλεγμονή και/ή παρουσία άλλων νοσημάτων του δέρματος αυξάνουν τη διαδερμική απορρόφηση. Οι στεγανοί επίδεσμοι αυξάνουν συνακόλουθα τη διαδερμική απορρόφηση των τοπικών κορτικοστεροειδών. Επομένως, σε περιπτώσεις ανθεκτικών δερματώσεων και μόνο, οι στεγανοί επίδεσμοι μπορούν να αποτελέσουν ένα πολύτιμο θεραπευτικό συμπλήρωμα (βλέπε παράγραφο 4.2). Περιορισμένα δεδομένα στη βιβλιογραφία δείχνουν ότι έως και 5% της τριαμσινολόνης που εφαρμόζεται τοπικά στο δέρμα απορροφάται συστηματικά στον άνθρωπο και περίπου 10% υπό στεγανή περίδεση.
Κατανομή
Μετά την απορρόφηση από το δέρμα, τα τοπικά κορτικοστεροειδή ακολουθούν παρόμοιες φαρμακοκινητικές οδούς με τα συστηματικά χορηγούμενα κορτικοστεροειδή. Τα κορτικοστεροειδή συνδέονται στις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποικίλους βαθμούς.
Βιομετασχηματισμός
Τα κορτικοστεροειδή μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ.
Αποβολή
Τα κορτικοστεροειδή απεκκρίνονται έπειτα από τους νεφρούς. Ορισμένα από τα τοπικά κορτικοστεροειδή και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται, επίσης, μέσω της χολής.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - PEVISON 1%
Βενζοϊκό οξύ Ε210 Βουτυλοϋδροξυανισόλη Ε320
Στεατικός εστέρας πολυαιθυλεν: 6, 32 και γλυκόλης Ελαϊκοί εστέρες γλυκερόλης-πολυαιθυλενογλυκόλης Υγρή παραφίνη
Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό δινάτριο διϋδρικό άλας Κεκαθαρμένο ύδωρ.
Σωληνάριο αλουμινίου που περιέχει 15 g μαλακής, υπόλευκης κρέμας, με κυλινδρικό πώμα πολυαιθυλενίου.