PRORAMACE® CAPS (10+5)MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - PRORAMACE
Περιεκτικότητες: 2,5 mg + 2,5 mg, 5 mg + 2,5 mg, 5 mg + 5 mg, 10 mg + 5 mg, 10 mg + 10 mg
Το PRORAMACE ενδείκνυται ως θεραπεία υποκατάστασης για την θεραπεία της υπέρτασης, ή/και της υπέρτασης με συνυπάρχον χρόνιο στεφανιαίο σύνδρομο:
-
σε ασθενείς με συμπτωματική αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου ή εγκεφαλικού επεισοδίου ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή
-
σε ασθενείς με διαβήτη, με τουλάχιστον έναν καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου ή/και χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένη συστολική αριστερή κοιλιακή λειτουργία (δευτερογενής πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου: μείωση θνησιμότητας από την οξεία φάση του εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με κλινικές ενδείξεις καρδιακής ανεπάρκειας κατά την έναρξη > 48 ώρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου).
Σε ενήλικους ασθενείς υπό επαρκή έλεγχο με ραμιπρίλη και βισοπρολόλη που χορηγούνται ταυτόχρονα στο ίδιο επίπεδο δόσης.
Περιεκτικότητα: 2,5 mg + 1,25 mg
Το PRORAMACE ενδείκνυται ως θεραπεία υποκατάστασης στο χρόνιο στεφανιαίο σύνδρομο (σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και επαναγγείωσης) ή/και καρδιακής ανεπάρκειας με μειωμένη συστολική λειτουργία της αριστερής κοιλίας σε ενήλικες ασθενείς που ελέγχονται επαρκώς με συγχορήγηση ραμιπρίλης και βισοπρολόλης στο ίδιο επίπεδο δόσης.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι ένα καψάκιο άπαξ ημερησίως.
Οι ασθενείς θα πρέπει να σταθεροποιούνται με ραμιπρίλη και βισοπρολόλη στο ίδιο επίπεδο δόσης για τουλάχιστον 4 εβδομάδες.
Ο συνδυασμός σταθερής δόσης δεν είναι κατάλληλος για αρχική θεραπεία.
Εάν απαιτείται αλλαγή δοσολογίας, θα πρέπει να γίνει τιτλοδότηση με τα μεμονωμένα συστατικά. Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2)
Προκειμένου να βρεθεί η βέλτιστη αρχική δόση και δόση συντήρησης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δόση των ασθενών θα πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την τιτλοποίηση των δόσεων της ραμιπρίλης και της βισοπρολόλης χωριστά.
Η ημερήσια δόση της ραμιπρίλης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης, όπως περιγράφεται παρακάτω:
| Κάθαρση Κρεατινίνης (mL/min) | Συνιστώμενη Ημερήσια Δόση |
| ClCR ≥ 60 | Δεν απαιτείται ρύθμιση της αρχικής δόσης (2,5 mg/ημέρα), η μέγιστη συνιστώμενη δόση ραμιπρίλης είναι 10 mg ημερησίως |
| ClCR 30-60 | Δεν απαιτείται ρύθμιση της αρχικής δόσης (2,5 mg/ημέρα), η μέγιστη συνιστώμενη δόσηραμιπρίλης είναι 5 mg ημερησίως |
| ClCR 10-30 | Δεν είναι κατάλληλο. Συνιστάται εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με τα μονοσυστατικά. |
Ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2)
Σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η αγωγή με ραμιπρίλη/βισοπρολόλη πρέπει να αρχίζει μόνο μετά από στενή ιατρική παρακολούθηση και η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2,5 mg ραμιπρίλης.
Η ραμιπρίλη/βισοπρολόλη συνιστάται μόνο για ασθενείς που προσαρμόστηκαν σε 2,5 mg ραμιπρίλης ως βέλτιστη δόση συντήρησης κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης της δόσης της ραμιπρίλης.
Ηλικιωμένοι
Οι αρχικές δόσεις πρέπει να είναι μικρότερες και η επακόλουθη τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι περισσότερο βαθμιαία γιατί είναι μεγαλύτερη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών ειδικά στους πολύ ηλικιωμένους και αδύναμους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Proramace σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Ως εκ τούτου δεν συνιστάται η χορήγηση του στα παιδιά και τους εφήβους.
Τρόπος χορήγησης
Το Proramace πρέπει να λαμβάνεται το πρωί και πριν την λήψη τροφής άπαξ ημερησίως.
-
Υπερευαισθησία στη/στις δραστική/ές ουσία/ες, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε κάποιο άλλο αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτασίνης)
-
Οξεία καρδιακή ανεπάρκεια ή κατά τη διάρκεια επεισοδίων μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας που απαιτούν ενδοφλέβια ινότροπο θεραπεία
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου ή τρίτου βαθμού (χωρίς βηματοδότη)
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
-
Φλεβοκολπικό αποκλεισμό
-
Συμπτωματική βραδυκαρδία
-
Συμπτωματική υπόταση
-
Σοβαρό βρογχικό άσθμα ή σοβαρή χρόνια αποφρακτικού τύπου πνεομονοπάθεια
-
Σοβαρές μορφές περιφερικής αρτηριακής αποφρακτικής νόσου ή σοβαρές μορφές του συνδρόμου Raynaud's
-
Φαιοχρωμοκύτωμα χωρίς θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Μεταβολική οξέωση
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος σχετιζόμενο με πρότερη θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Ταυτόχρονη χρήση του Proramace με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73m²) (βλ. παραγράφους 4.4, 4.5 και 5.1)
-
Ταυτόχρονη χρήση με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5)
-
Εκτός σώματος θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες (βλ. παράγραφο 4.5)
-
Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό (βλ. παράγραφο 4.4)
Όλες οι προειδοποιήσεις και οι προφυλάξεις κατά τη χρήση που σχετίζονται με κάθε δραστική ισχύουν και για το Proramace.
Ειδικοί πληθυσμοί
Κύηση
Οι αναστολείς του ΜΕΑ όπως η ραμιπρίλη ή οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ) δεν πρέπει να ξεκινήσουν κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ασθενείς οι οποίες σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, οι οποίες έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ/ΑΥΑΙΙ κρίνεται απαραίτητη. Όταν διαγιγνώσκεται κύηση, η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ/ΑΥΑΙΙ πρέπει να διακόπτεται άμεσα και, εάν είναι απαραίτητο, να αρχίζει εναλλακτική θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6).
Ασθενείς με ιδιαίτερο κίνδυνο υπότασης
Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης
Ασθενείς με έντονα ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης είναι σε κίνδυνο μίας οξείας έκδηλης πτώσης της αρτηριακής πίεσης και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας λόγω αναστολής του ΜΕΑ, ειδικά όταν ένας αναστολέας του ΜΕΑ ή ένα διουρητικό χορηγείται ταυτόχρονα για πρώτη φορά ή στην πρώτη αύξηση της δόσης. Η σημαντική ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης θα πρέπει να αναμένεται και η ιατρική παρακολούθηση συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητες, όπως για παράδειγμα στους:
-
ασθενείς με σοβαρή υπέρταση
-
ασθενείς με μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
ασθενείς με αιμοδυναμικά σχετική παρεμπόδιση της αριστερής κοιλιακής εισροής ή εκροής (π.χ. στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας)
-
ασθενείς με ετερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας με δεύτερο λειτουργικό νεφρό
-
ασθενείς στους οποίους υπάρχει ή μπορεί να αναπτυχθεί έλλειμμα υγρών ή ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με διουρητικά)
-
ασθενείς με κίρρωση του ήπατος και/ή ασκίτη
-
ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια της αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση.
Γενικά, συνιστάται η διόρθωση της αφυδάτωσης, της υποογκαιμίας ή του ελλείμματος των ηλεκτρολυτών προτού αρχίσει η αγωγή (σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ωστόσο, μία διορθωτική ενέργεια σαν και αυτή θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι του κινδύνου της υπερφόρτωσης του όγκου).
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ΡΑΑΣ)
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αναστολέων των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Συνεπώς, δεν συνιστάται ο διπλός αποκλεισμός του ΡΑΑΣ μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αναστολέων των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1). Εάν η θεραπεία με διπλό αποκλεισμό θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτή θα πρέπει να γίνεται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικού και υπό την προϋπόθεση της συχνής στενής παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Παροδική ή εμμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από ΕΜ
Ασθενείς σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας στην περίπτωση οξείας υπότασης
Η αρχική φάση της αγωγής απαιτεί ειδική ιατρική παρακολούθηση.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Βλ. παράγραφο 4.2.
Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας
Η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής και η δοσολογία να προσαρμόζεται ειδικά στις πρώτες βδομάδες της αγωγής. Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση απαιτείται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας, ειδικά σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού.
Αγγειοοίδημα
Αγγειοοίδημα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης (βλ. παράγραφο 4.8).
Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου αγγειοοιδήματος. Η θεραπεία με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση ραμιπρίλης Η θεραπεία με ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με ρασεκαδοτρίλη, αναστολείς mTOR (π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους) και βιλνταγλιπτίνη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος (π.χ. πρήξιμο των αεραγωγών ή της γλώσσας, με ή χωρίς αναπνευστική ανεπάρκεια) (βλ. παράγραφο 4.5). Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της ρακεκαδοτρίλης, των αναστολέων mTOR (π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμισιρόλιμους) και βιλνταγλιπτίνης σε ασθενή που ήδη λαμβάνει αναστολέα ΜΕΑ.
Αγγειοοίδημα του εντέρου έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτοί οι ασθενείς παρουσίασαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία ή έμετο).
Στην περίπτωση αγγειοοιδήματος, η ραμιπρίλη πρέπει να διακοπεί.
Επείγουσα θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει άμεσα. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση για τουλάχιστον 12 με 24 ώρες και να παίρνουν εξιτήριο μετά την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων.
Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης
Η πιθανότητα και η σοβαρότητα των αναφυλακτικών και των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων στο δηλητήριο εντόμων και άλλων αλλεργιογόνων αυξάνονται κατά την αναστολή του ΜΕΑ. Παροδική διακοπή της ραμιπρίλης θα πρέπει να εξεταστεί πριν την απευαισθητοποίηση.
Παρακολούθηση ηλεκτρολυτών: υπερκαλιαιμία
Υπερκαλιαιμία έχει παρατηρηθεί σε κάποιους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της ραμιπρίλης. Στους ασθενείς σε κίνδυνο ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνονται εκείνοι με νεφρική ανεπάρκεια, ηλικίας (> 70 ετών), μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι που χρησιμοποιούν συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά και δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος ή καταστάσεις όπως αφυδάτωση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση. Εάν η ταυτόχρονη χρήση των προαναφερθέντων παραγόντων κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου ορού (βλ. παράγραφο 4.5).
Παρακολούθηση ηλεκτρολυτών: υπονατριαιμία
Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) και επακόλουθη υπονατριαιμία έχει παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ραμιπρίλη. Συνιστάται να παρακολουθούνται τακτικά τα επίπεδα νατρίου στον ορό σε ηλικιωμένους και σε άλλους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο υπονατριαιμίας.
Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία
Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, όπως επίσης θρομβοπενία και αναιμία, έχει σπάνια παρατηρηθεί και καταστολή του μυελού των οστών έχει επίσης αναφερθεί. Συνιστάται η παρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων ώστε να επιτραπεί η ανίχνευση μίας πιθανής λευκοπενίας. Πιο συχνή παρακολούθηση συνιστάται στην αρχική φάση της αγωγής και σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, εκείνους με συνυπάρχουσα νόσο του κολλαγόνου (π.χ. ερυθηματώδης λύκος ή σκληρόδερμα) και σε όλους εκείνους που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που πιθανόν να προκαλέσουν μεταβολές στην αιματολογική εικόνα (βλ. παράγραφο 4.8).
Φυλετικές διαφορές
Οι αναστολείς του ΜΕΑ προκαλούν μεγαλύτερο ποσοστό αγγειοοιδήματος στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους ασθενείς.
Όπως και με άλλους αναστολείς του ΜΕΑ, η ραμιπρίλη πιθανόν να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους ασθενείς, πιθανώς λόγω του μεγαλύτερου επιπολασμού της υπέρτασης με χαμηλά επίπεδα ρενίνης στο μαύρο υπερτασικό πληθυσμό.
Βήχας
Βήχας έχει αναφερθεί με τη χρήση των αναστολέων του ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη- παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας. Ο βήχας που προκαλείται από έναν αναστολέα του ΜΕΑ πρέπει να θεωρείται ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
Συνδυασμοί με ανταγωνιστές ασβεστίου, αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης Ι και αντιϋπερτασικά φάρμακα με κεντρική δράση
Η ταυτόχρονη χορήγηση της βισοπρολόλης με ανταγωνιστές ασβεστίου του τύπου νιφεδιπίνης και φελοδιπίνης, με αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης Ι και αντιϋπερτασικά φάρμακα με κεντρική δράση είναι μη συνιστώμενοι συνδυασμοί (βλ. παράγραφο 4.5).
Διακοπή θεραπείας
Θα πρέπει να αποφεύγεται η απότομη διακοπή της θεραπείας με β-αναστολείς, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια, επειδή αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεταβατική επιδείνωση της καρδιακής κατάστασης. Η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά, χρησιμοποιώντας τα μεμονωμένα συστατικά, ιδανικά σε διάστημα δύο εβδομάδων ενώ ταυτόχρονα ξεκινά η θεραπεία υποκατάστασης εάν είναι απαραίτητο.
Βραδυκαρδία
Εάν, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ο καρδιακός ρυθμός ηρεμίας πέσει κάτω από 50-55 παλμούς ανά λεπτό και ο ασθενής εμφανίσει συμπτώματα που σχετίζονται με βραδυκαρδία, η δόση του Proramace θα πρέπει να τιτλοδοτηθεί χρησιμοποιώντας τα μεμονωμένα συστατικά με την κατάλληλη δόση βισοπρολόλης.
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
Δεδομένης της αρνητικής δρομοτροπικής τους δράσης, οι β-αναστολείς θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμού.
Στηθάγχη του Prinzmetal
Οι β-αναστολείς μπορεί να αυξήσουν τον αριθμό και τη διάρκεια των επεισοδίων στηθάγχης σε ασθενείς με στηθάγχη του Prinzmetal. Η χρήση εκλεκτικών αναστολέων των βήτα-1 αδρενεργικών υποδοχέων είναι δυνατή σε ήπιες περιπτώσεις και μόνο σε συνδυασμό με αγγειοδιασταλτικά.
Βρογχόσπασμος (Βρογχικό άσθμα, αποφρακτικές παθήσεις των αεραγωγών)
Σε βρογχικό άσθμα ή άλλες χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες, που μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα, θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα βρογχοδιασταλτική θεραπεία. Περιστασιακά μπορεί να εμφανιστεί αύξηση της αντίστασης των αεραγωγών όταν χρησιμοποιούνται β-αναστολείς σε ασθενείς με άσθμα, επομένως η δόση των διεγερτικών β-2 μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί.
Διαβητικοί ασθενείς
Συνιστάται προσοχή όταν το Proramace χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη με μεγάλες διακυμάνσεις στις τιμές της γλυκόζης στο αίμα. Τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας μπορούν να καλυφθούν από β-αναστολείς.
Αυστηρή νηστεία
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με αυστηρή νηστεία.
Περιφερική αρτηριακή αποφρακτική νόσος
Μπορεί να εμφανιστεί επιδείνωση των συμπτωμάτων με τους β-αναστολείς, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας.
Αναισθησία
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε γενική αναισθησία, ο β-αποκλεισμός μειώνει τον κίνδυνο αρρυθμίας και ισχαιμίας του μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια της επαγωγής της αναισθησίας, της διασωλήνωσης και της μετεγχειρητικής περιόδου. Συνιστάται να διατηρείται ο β-αποκλεισμός κατά τη διάρκεια της εγχείρησης. Ο αναισθησιολόγος πρέπει να είναι ενήμερος για τη λήψη από τον ασθενή αποκλειστών των β-υποδοχέων, εξαιτίας της πιθανότητας αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα με επακόλουθο βραδυαρρυθμίες, περιορισμό της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και μείωση της αντανακλαστικής διέγερσης για την αντιστάθμιση της απώλειας αίματος. Σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας β-αποκλεισμού πριν από την εγχείρηση, αυτή θα πρέπει να γίνεται βαθμιαία και να ολοκληρώνεται 48 ώρες πριν από την αναισθησία.
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπόταση, η ραμιπρίλη μπορεί να εμποδίσει το σχηματισμό αγγειοτενσίνης ΙΙ δευτερογενώς λόγω της αντισταθμιστικής απελευθέρωσης ρενίνης. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται μία ημέρα πριν από το χειρουργείο. Εάν εμφανιστεί υπόταση και θεωρείται ότι οφείλεται σε αυτόν τον μηχανισμό, μπορεί να διορθωθεί με διόγκωση όγκου.
Ψωρίαση
Σε ασθενείς με ψωρίαση ή με ιστορικό ψωρίασης πρέπει να δίδονται β-αποκλειστές μόνο αφού σταθμιστούν με προσοχή τα οφέλη έναντι των κινδύνων.
Φαιοχρωμοκύτωμα
Σε ασθενείς με γνωστό ή πιθανολογούμενο φαιοχρωμοκύτωμα, η βισοπρολόλη θα πρέπει πάντα να χορηγείται σε συνδυασμό με έναν αναστολέα των α-υποδοχέων.
Θυρεοτοξίκωση
Κατά τη θεραπεία με βισοπρολόλη, τα συμπτώματα μιας θυρεοτοξίκωσης μπορεί να καλυφθούν.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Δεν υπάρχει θεραπευτική εμπειρία της καρδιακής ανεπάρκειας με τη αγωγή βισοπρολόλης σε ασθενείς τις ακόλουθες ασθένειες και καταστάσεις:
-
ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης (τύπου Ι),
-
σοβαρή νεφρική διαταραχή,
-
σοβαρή ηπατικής διαταραχή,
-
περιοριστική μυοκαρδιοπάθεια,
-
συγγενής καρδιοπάθεια,
-
αιμοδυναμικά σημαντική οργανική βαλβιδοπάθεια,
-
έμφραγμα του μυοκαρδίου τους τελευταίους 3 μήνες.
-
Λακτόζη
Το Proramace περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολικής ανεπάρκειας λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Νάτριο
Το Proramace περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, δηλαδή ουσιαστικά είναι
«ελεύθερο νατρίου».
Τα δεδομένα κλινικών δοκιμών έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αναστολέων υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνο παράγοντα δράσης του RAAS (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).
Σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη
Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη αντενδείκνυται καθώς αυτό αυξάνει τον κίνδυνο αγγειοοιδήματος (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Η θεραπεία με ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά πριν από 36 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης. Η σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να ξεκινά πριν από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση ραμιπρίλης.
Θεραπείες εκτός του σώματος
Θεραπείες εκτός του σώματος που οδηγούν στην επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες όπως η αιμοδιύλιση ή η αιμοδιήθηση με ορισμένες μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας (π.χ. μεμβράνες πολυακρυλονιτριλίου) και η αφαίρεση χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών με θειική δεξτράνη, λόγω αυξημένου κινδύνου σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν απαιτείται μία ανάλογη θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση ενός διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοδιύλησης ή κάποιος αντιυπερτασικός παράγοντας άλλης κατηγορίας.
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο
Αν και το κάλιο του ορού συνήθως παραμένει εντός φυσιολογικών ορίων, μπορεί να εμφανιστεί υπερκαλιαιμία σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ραμιπρίλη. Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένιο ή αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές αυξήσεις στο κάλιο του ορού.
Πρέπει επίσης να δίνεται προσοχή όταν η ραμιπρίλη συγχορηγείται με άλλους παράγοντες που αυξάνουν το κάλιο του ορού, όπως η τριμεθοπρίμη και η κοτριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/ σουλφαμεθοξαζόλη), καθώς η τριμεθοπρίλη είναι γνωστό ότι δρα ως καλιοσυντηρητικό διουρητικό όπως η αμιλορίδη. Επομένως, ο συνδυασμός της ραμιπρίλης με τα προαναφερθέντα φάρμακα δεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
Κυκλοσπορίνη
Υπερκαλιαιμία μπορεί να εμφανιστεί κατά την ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με κυκλοσπορίνη. Συνιστάται παρακολούθηση του καλίου του ορού Ciclosporin.
Ηπαρίνη
Υπερκαλιαιμία μπορεί να εμφανιστεί κατά την ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με ηπαρίνη. Συνιστάται παρακολούθηση του καλίου του ορού.
Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά) και άλλες ουσίες που πιθανόν μειώνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνης, αλφουζοσίνης, δοξαζοσίνης, πραζοσίνης, ταμσουλοσίνης, τεραζοσίνης)
Αναμένεται αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης υπότασης.
Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά και άλλες ουσίες που πιθανόν μεταβάλλουν τον αριθμό των κυττάρων του αίματος
Αυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων
Άλατα λιθίου
Η απέκκριση του λιθίου πιθανόν να είναι ελαττωμένη από τους αναστολείς του ΜΕΑ και συνεπώς η τοξικότητα του λιθίου πιθανόν να είναι αυξημένη. Τα επίπεδα του λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.
Αντιδιαβητικοί παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης
Η συγχορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει αυξημένη μείωση της γλυκόζης του αίματος με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Αυτό το φαινόμενο είναι πιο πιθανό να συμβεί κατά τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η ταυτόχρονη χορήγηση βισοπρολόλης με ινσουλίνη και από στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα μπορεί να αυξήσει τη μείωση του σακχάρου στο αίμα. Ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να κρύψει τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας. Συνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και ακετυλοσαλικυλικό οξύ
Η χορήγηση του Proramace ταυτόχρονα με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (όπως ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε αντιφλεγμονώδη δοσολογικά σχήματα, αναστολείς COX-2 και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ) μπορεί να μετριάσει την αντιυπερτασική δράση της βισοπρολόλης και της ραμιπρίλης. Επιπλέον, η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και σε αύξηση του καλίου του αίματος. Ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και θα πρέπει να εξετάζεται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά στη συνέχεια.
Ρασεκαδοτρίλη, αναστολείς mTOR
Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με ρασεκαδοτρίλη, αναστολείς mTOR (π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους) και βιλνταγλιπτίνη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειοοίδημα (βλ. παράγραφο 4.4).
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/Αντιψυχωσικά/Αναισθητικά
Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με ορισμένα αναισθητικά φαρμακευτικά προϊόντα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
Η ταυτόχρονη χρήση της βισοπρολόλης με αναισθητικά μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αντανακλαστική ταχυκαρδία και αυξημένο κίνδυνο υπότασης.
Συμπαθητικομιμητικά
β-Συμπαθητικομιμητικά (π.χ. ισοπροτερενόλη, δοβουταμίνη): συνδυασμός με βισοπρολόλη πιθανόν να μειώση τη δράση των δύο παραγόντων.
Συμπαθομιμητικά που ενεργοποιούν τόσο τους β- όσο και τους α-αδρενοϋποδοχείς (π.χ. νορεπινεφρίνη, επινεφρίνη): ο συνδυασμός με βισοπρολόλη μπορεί να αποκαλύψει τις αγγειοσυσταλτικές επιδράσεις αυτών των παραγόντων που προκαλούνται από τους α-αδρενεργικούς υποδοχείς, οδηγώντας σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης και επιδείνωση της διαλείπουσας χωλότητας. Τέτοιες αλληλεπιδράσεις θεωρείται ότι είναι πιο πιθανές με μη εκλεκτικούς β-αναστολείς.
Τα συμπαθομιμητικά μπορεί να μειώσουν τις αντιυπερτασικές επιδράσεις των αναστολέων ΜΕΑ.
Αντιυπερτασικά κεντρικής δράσης όπως η κλονιδίνη και άλλα (π.χ. μεθυλντόπα, μοξονιδίνη,
ριλμενιδίνη)
Η ταυτόχρονη χρήση αντιυπερτασικών κεντρικής δράσης μπορεί να επιδεινώσει την καρδιακή ανεπάρκεια μειώνοντας τον κεντρικό συμπαθητικό τόνο (μειωμένος καρδιακός ρυθμός και καρδιακή παροχή, αγγειοδιαστολή). Η απότομη διακοπή, ιδιαίτερα πριν από την καθοδική τιτλοποίηση της θεραπείας με β-αναστολείς, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπέρτασης ανάκαμψης.
Αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης Ι (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη, λιδοκαΐνη, φαινυτοΐνη, φλεκαϊνίδη,
προπαφαινόνη)
Η δράση στο χρόνο κολποκοιλιακής αγωγιμότητας μπορεί να ενισχυθεί και η αρνητική ινότροπος δράση να αυξηθεί.
Aνταγωνιστές ασβεστίου του τύπου βεραπαμίλης και σε μικρότερο βαθμό του τύπου διλτιαζέμης Αρνητική επίδραση στην συσταλτικότητα και στην κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης σε ασθενείς που βρίσκονται σε αγωγή με β-αποκλειστές μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη υπόταση και κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
Ανταγωνιστές ασβεστίου του τύπου διϋδροπυριδίνης όπως φελοδιπίνη και νιφεδιπίνη:
Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης ενώ παράλληλα δε μπορεί να αποκλεισθεί ο αυξημένος κίνδυνος για περαιτέρω επιδείνωση της λειτουργίας της κοιλιακής αντλίας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη)
Η δράση στο χρόνο κολποκοιλιακής αγωγιμότητας μπορεί να ενισχυθεί.
Παρασυμπαθητικομιμητικά φάρμακα
Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να αυξήσει τον χρόνο κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και ο κίνδυνος βραδυκαρδίας μπορεί να αυξηθεί.
Άλλοι τοπικοί β-αποκλειστές (π.χ. οφθαλμικές σταγόνες για τη θεραπεία του γλαυκώματος),
Συγχορήγηση μπορεί να αυξήσει τις συστημικές επιδράσεις της βισοπρολόλης.
Γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας
Μείωση του καρδιακού ρυθμού, αύξηση του κολποκοιλιακού χρόνου αγωγιμότητας.
Μεφλοκίνη
Αυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (εκτός των ΜΑΟ-Β αναστολέων)
Αυξημένη υποτασική δράση των β-αποκλειστών όπως επίσης κίνδυνος υπερτασικής κρίσης.
Κύηση
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα για τα μονοσυστατικά, το TRITACE δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης και αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης.
Βισοπρολόλη
Η βισοπρολόλη έχει φαρμακολογικές δράσεις οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν επιβλαβείς δράσεις στην κύηση ή/και στο έμβρυο/νεογέννητο (μειώνουν τη διαπερατότητα του πλακούντα, γεγονός το οποίο έχει συσχετισθεί με επιβράδυνση της ανάπτυξης, ενδομήτριο θάνατο, αποβολή ή πρόωρο τοκετό και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) μπορεί να παρουσιασθούν στο έμβρυο και στο νεογέννητο). Εάν είναι απαραίτητη θεραπεία με β-αδρενεργικούς αποκλειστές, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιηθούν β1-εκλεκτικοί αποκλειστές.
Η βισοπρολόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση παρά μόνο εάν είναι απολύτως αναγκαίο. Εάν η θεραπεία με βισοπρολόλη θεωρείται αναγκαία, θα πρέπει να παρακολουθούνται η μητροπλακούντιος αιματική ροή και η ανάπτυξη του εμβρύου. Σε περίπτωση επιβλαβών δράσεων στην κύηση ή στο έμβρυο πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικές θεραπείες. Το νεογέννητο θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Συμπτώματα υπογλυκαιμίας και βραδυκαρδίας αναμένονται μέσα στις 3 πρώτες ημέρες.
Ραμιπρίλη
Επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο τερατογέννεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν έχουν επιβεβαιωθεί ωστόσο, ένας μικρός κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές αγωγές, οι οποίες έχουν ένα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός αν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολέα του ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη. Όταν διαγνωστεί κύηση, η αγωγή με τον αναστολέα του ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί αμέσως και εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να αρχίσει εναλλακτική θεραπεία.
Η έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί τοξικότητα στα ανθρώπινα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και τοξικότητα στα νεογνά (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. παράγραφο 5.3). Στην περίπτωση έκθεσης σε αναστολέα του ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης και μετά, συνιστάται η εξέταση της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου με υπέρηχο. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Θηλασμός
Το TRITACE δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο εκκρίνεται στο γάλα. Ως εκ τούτου δεν συνιστάται η γαλουχία όταν χορηγείται βισοπρολόλη.
Λόγω των ανεπαρκών διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη χρήση της ραμιπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, η ραμιπρίλη δεν συνιστάται και εναλλακτικές αγωγές με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφαλείας κατά το θηλασμό πρέπει να προτιμούνται, ειδικά κατά τη γαλουχία ενός νεογνού ή πρόωρου βρέφους.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τη γονιμότητα με τη χρήση του Proramace.
ν
Το Proramace δεν έχει άμεση επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, αλλά μεμονωμένες αντιδράσεις που σχετίζονται με χαμηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να εμφανιστούν σε ορισμένους ασθενείς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας ή κατά την αλλαγή της θεραπείας, όπως επίσης σε συνδυασμό με αλκοόλ. Ως αποτέλεσμα, η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να επηρεαστεί.
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της βισοπρολόλης περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, ζάλη, επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, υπόταση, ψυχρά άκρα, ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, εξασθένιση και κόπωση.
Το προφίλ ασφάλειας της ραμιπρίλης περιλαμβάνει επίμονο ξηρό βήχα και αντιδράσεις λόγω υπότασης. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν αγγειοοίδημα, υπερκαλιαιμία, νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, παγκρεατίτιδα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις και ουδετεροπενία/ ακοκκιοκυτταραιμία.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών και/ή από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία της βισοπρολόλης ή ραμιπρίλης και δίδονται χωριστά σύμφωνα με την MedDRA κατατηγοριοποίηση ανά οργανικό σύστημα και την ακόλουθη συχνότητα:
Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| MedDRA | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Συχνότητα | |
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Βισοπρολόλη | Ραμιπρίλη | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ρινίτιδα | Σπάνιες | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ηωσινοφιλία | - | Όχι συχνές |
| Ακοκκιοκυτταραιμία (βλ. παράγραφο 4.4) | - | Σπάνιες | |
| Πανκυτταροπενία | - | Μη γνωστές | |
| Λευκοπενία | - | Σπάνιες | |
| Ουδετεροπενία (βλ. παράγραφο 4.4) | - | Σπάνιες | |
| Θρομβοπενία (βλ. παράγραφο 4.4) | - | Σπάνιες | |
| Αιμολυτική αναιμία σε ασθενείς με G-6PDH συγγενής ανεπάρκεια | - | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.5) | - | Μη γνωστές |
| Υπερκαλιαιμία, αναστρέψιμη κατά τη διακοπή | - | Συχνές | |
| Υπονατριαιμία | - | Μη γνωστές | |
| Ανορεξία, μειωμένη όρεξη | - | Όχι συχνές | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Μεταβολή διάθεσης | - | Όχι συχνές |
| Διαταραχή ύπνου | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Κατάθλιψη | Όχι συχνές | - | |
| Εφιάλτες, Ψευδαισθήσεις | Σπάνιες | - | |
| Σύγχυση | - | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Συχνές | Συχνές |
| Ζάλη | Συχνές | Συχνές | |
| Ίλιγγος | - | Όχι συχνές | |
| Δυσγευσία | - | Όχι συχνές | |
| Παραισθησία | - | Όχι συχνές | |
| Υπνηλία | - | Όχι συχνές | |
| Εγκεφαλική ισχαιμία συμπεριλαμβανόμενουισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο | - | Μη γνωστές | |
| Συγκοπή | Σπάνιες | Συχνές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτική διαταραχή | - | Όχι συχνές |
| Μειωμένη δακρυϊκή ροή (πρέπει να ληφθεί υπόψη εάν ο ασθενής χρησιμοποιεί φακούς) | Σπάνιες | - | |
| Επιπεφυκίτιδα | Πολύ σπάνιες | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Εμβοές | - | Σπάνιες |
| Διαταραχή της ακοής | Σπάνιες | Σπάνιες | |
| Καρδιακές διαταραχές | Αίσθημα παλμών | - | Όχι συχνές |
| Ταχυκαρδία | - | Όχι συχνές | |
| Βραδυκαρδία | Πολύ συχνές | - | |
| Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας | Συχνές | - | |
| Διαταραχές κολποκοιλιακής αγωγιμότητας | Όχι συχνές | - | |
| Αρρυθμία | - | Όχι συχνές | |
| Στηθάγχη | - | Όχι συχνές | |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου πιθανώς δευτερεύουσα σε υπερβολική υπόταση excessive hypotension σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4) | - | Όχι συχνές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση και εκδηλώσεις σχετιζόμενες με υπόταση | Συχνές | Συχνές |
| Αίσθηση ψυχρού ή αιμωδίας στα άκρα | Συχνές | - | |
| Ορθοστατική υπόταση | Όχι συχνές | Συχνές | |
| Αγγειίτιδα | - | Σπάνιες | |
| Έξαψη | - | Όχι συχνές |
| Φαινόμενο Raynaud | - | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές τουν αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Βήχας | - | Συχνές |
| Δύσπνοια | - | Συχνές | |
| Βρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένου βρογχικό άσθμα επιδεινωθέν | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Βρογχίτιδα | - | Συχνές | |
| Κολπίτιδα | - | Συχνές | |
| Ρινική συμφόρηση | - | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Κοιλιακό άλγος | Συχνές | Συχνές |
| Δυσκοιλιότητα | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Διάρροια | Συχνές | Συχνές | |
| Ναυτία | Συχνές | Συχνές | |
| Έμετος | Συχνές | Συχνές | |
| Δυσπεψία | - | Συχνές | |
| Ξηροστομία | - | Όχι συχνές | |
| Παγκρεατίτιδα | - | Πολύ σπάνιες | |
| Αφθώδης στοματίτιδα | - | Μη γνωστές | |
| Γλωσσίτιδα | - | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Κυτταρολυτική ή χολοστατική ηπατίτιδα | Σπάνιες | Μη γνωστές |
| Ηπατικά ένζυμα και/ή χολερυθρίνη συζευγμένη αυξημένη | - | Όχι συχνές | |
| Ίκτερος χολοστατικός | - | Σπάνιες | |
| Ηπατοκυτταρική βλάβη | - | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | - | Συχνές |
| Κνησμός | - | Όχι συχνές | |
| Αγγειοοίδημα στο πρόσωπο, τα άκρα, τα χείλη, τους βλεννώδεις υμένες, τη γλώσσα, τη γλωττίδα και/ή τον λάρυγγα (βλ. παράγραφο 4.4) | - | Όχι συχνές | |
| Κνίδωση | - | Σπάνιες | |
| Αντιδράσεις από φωτοευαισθησία | - | Πολύ σπάνιες | |
| Υπεριδρωσία | - | Όχι συχνές | |
| Αντιδράσεις υπερευαισθησία (κνησμός, έξαψη, εξάνθημα) | Σπάνιες | - | |
| Επιδείνωση ψωρίασης | - | Μη γνωστές |
| Πολύμορφο ερύθημα | - | Μη γνωστές | |
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Σύνδρομο Stevens-Johnson | - | Μη γνωστές | |
| Ψωρίαση, πεμφιγοειδές ή λειχινοειδές εξάνθημα ή ενάνθημα, αλωπεκία | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκές κράμπες | Όχι συχνές | Συχνές |
| Μυϊκή αδυναμία | Όχι συχνές | - | |
| Αρθραλγία | - | Όχι συχνές | |
| Μυαλγία | - | Συχνές | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρική ανεπάρκεια | - | Όχι συχνές |
| Νεφρική ανεπάρκεια οξεία | - | Όχι συχνές | |
| Αποβαλλόμενα ούρα αυξημένα | - | Όχι συχνές | |
| Επιδείνωση προϋπάρχουσας πρωτεϊνουρίας | - | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Στυτική δυσλειτουργία | - | Όχι συχνές |
| Διαταραχές σεξουαλικής ικανότητας | Σπάνιες | - | |
| Γενετήσια ορμή μειωμένη | - | Όχι συχνές | |
| Γυναικομαστία | - | Μη γνωστές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένιση | Συχνές | Συχνές |
| Κόπωση | Συχνές | Συχνές | |
| Θωρακικό άλγος | - | Συχνές | |
| Οίδημα περιφερικό | - | Όχι συχνές | |
| Πυρεξία | - | Όχι συχνές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Ουρία αίματος αυξημένη | - | Όχι συχνές |
| Κρεατινίνη αίματος αυξημένη | - | Όχι συχνές | |
| Ηπατικά ένζυμα, αυξημένα | Σπάνιες | Όχι συχνές | |
| Χολερυθρίνη αίματος αυξημένη | - | Όχι συχνές | |
| Τριγλυκερίδια αυξημένα | Σπάνιες | - | |
| Αιμοσφαιρίνη μειωμένη και αιματοκρίτης μειωμένος (βλ. παράγραφο 4.4) | - | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική ή αναφυλακτοειδής αντιδράσεις, αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα | - | Μη γνωστές |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) | - | Μη γνωστές |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία, Τηλ: + 357 22608607 Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Δεν υπάρχουν πληροφορίες αναφορικά με υπερδοσολογία του Proramace στον άνθρωπο.
Βισοπρολόλη
Συμπτώματα
Τα συνηθέστερα συμπτώματα που αναμένονται με την υπερδοσολογία ενός β-αποκλειστή είναι βραδυκαρδία, υπόταση, βρογχόσπασμος, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια και υπογλυκαιμία. Μέχρι σήμερα έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις υπερδοσολογίας (μέγιστο: 2000mg) με βισοπρολόλη σε ασθενείς που πάσχουν από υπέρταση ή/και στεφανιαία νόσο οι οποίοι και παρουσίασαν βραδυκαρδία και/ή υπόταση. Όλοι οι ασθενείς ανάρρωσαν. Υπάρχει ευρεία ιδιοσυγκρασιακή διαφοροποίηση στην ευαισθησία μίας άπαξ υψηλής δοσολογίας βισοπρολόλης, με τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια να είναι πιθανώς περισσότερο ευαίσθητοι.
Αντιμετώπιση
Γενικά σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, η θεραπεία με βισοπρολόλη θα πρέπει να σταματήσει και θα πρέπει να παρασχεθεί υποστηρικτική και συμπωματική θεραπεία. Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η βισοπρολόλη έχει περιορισμένη διαλυτότητα. Βάσει των αναμενόμενων φαρμακολογικών δράσεων και των προειδοποιήσεων για άλλους β-αποκλειστές, θα πρέπει να λαμβάνονται τα ακόλουθα γενικά μέτρα όταν είναι κλινικά επιβεβλημένο.
Βραδυκαρδία: Χορήγηση ατροπίνης ενδοφλεβίως. Εάν η ανταπόκριση είναι ανεπαρκής, ισοπρεναλίνη ή άλλος παράγων με θετικές χρονότροπες ιδιότητες μπορεί να δοθεί προσεκτικά. Κάτω από ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να είναι αναγκαία η τοποθέτηση βηματοδότη διαφλεβικά.
Υπόταση: Πρέπει να χορηγηθούν ενδοφλέβια υγρά και αγγειοσυσπαστικά. Μπορεί να είναι χρήσιμη ενδοφλέβια χορήγηση γλυκαγόνης.
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός (δευτέρου ή τρίτου βαθμού): Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να τους χορηγείται έγχυση ισοπρεναλίνης ή τοποθέτηση καρδιακού βηματοδότη διαφλεβικά ως ενδείκνυται.
Οξεία επίταση της καρδιακής ανεπάρκειας: Ενδοφλέβια χορήγηση διουρητικών, ινότροπων παραγόντων, αγγειοδιασταλτικών παραγόντων.
Βρογχόσπασμος: Χορήγηση βρογχοδιασταλτικής θεραπείας όπως ισοπρεναλίνη, β2- συμπαθητικομιμητικά φάρμακα και/ή αμινοφυλλίνη.
Υπογλυκαιμία: Χορήγηση γλυκόζης ενδοφλεβίως.
Ραμιπρίλη
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα που σχετίζονται με την υπερδοσολογία αναστολέων του ΜΕΑ πιθανόν να περιλαμβάνουν υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή (με σημαντική υπόταση, καταπληξία), βραδυκαρδία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και νεφρική ανεπάρκεια.
Αντιμετώπιση
Ο ασθενής πρέπει να είναι υπό στενή παρακολούθηση και η θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνουν πρωτεύουσα αποτοξίνωση (γαστρική πλύση, χορήγηση προσροφητικών ουσιών) και μέτρα που θα αποκαταστήσουν την αιμοδυναμική σταθερότητα, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης άλφα-1 αδρενεργικών αγωνιστών ή αγγειοτασίνης ΙΙ (αγγειοτενσιναμίδης). Η ραμιπριλάτη, ο δραστικός μεταβολίτης της ραμιπρίλης αφαιρείται ελάχιστα από τη γενική κυκλοφορία με αιμοδιύληση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - PRORAMACE
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του ΜΕΑ, άλλοι συνδυασμοί, ATC code: C09BX05 Μηχανισμός δράσης
Βισοπρολόλη
Η βισοπρολόλη είναι ένας ισχυρός υψηλής β1-εκλεκτικότητας αδρενεργικός αποκλειστής, στερούμενος ενδογενούς συμπαθητικομιμητικής δράσης και χωρίς σχετική δράση σταθεροποιητική της μεμβράνης. Επιπλέον, εκδηλώνει μόνο πολύ μικρή συγγένεια με τους β2-υποδοχείς των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων και των αγγείων καθώς και τους β2-υποδοχείς της μεταβολικής ρύθμισης. Επομένως, η βισοπρολόλη δεν αναμένεται να έχει εν γένει επίδραση στην αντίσταση των αεραγωγών και στις β2 μεσολαβούμενες μεταβολικές δράσεις. Η β1-εκλεκτικότητα της βισοπρολόλης επεκτείνεται πέραν του θεραπευτικού δοσολογικού εύρους.
Ραμιπρίλη
Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης, αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνηςꞏ κινινάση ΙΙ). Στο πλάσμα και στους ιστούς το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτασίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή.
Επειδή η αγγειοτασίνη ΙΙ προκαλεί επίσης απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ ήταν μικρότερη στους μαύρους (Αφρο-Καραϊβικής προέλευσης) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλή ρενίνη) από ότι για τους μη μαύρους ασθενείς.
Φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Βισοπρολόλη
Η βισοπρολόλη δεν έχει ιδιαίτερη αρνητική ινότροπο δράση.
Η βισοπρολόλη επιτυγχάνει τη μέγιστη δράση της 3-4 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Σαν αποτέλεσμα της ημιπεριόδου ζωής των 10-12 ωρών η βισοπρολόλη έχει 24ωρη δράση, έπειτα από άπαξ ημερήσια δόση.
Η μέγιστη αντυπερτασική δράση της βισοπρολόλη γενικά επιτυγχάνεται μετά από 2 εβδομάδες.
Σε οξεία χορήγηση σε ασθενείς με στεφανιαία καρδιακή νόσο χωρίς χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, η βισοπρολόλη μειώνει τον καρδιακό ρυθμό και τον όγκο παλμού και ως εκ τούτου την καρδιακή εξώθηση και την κατανάλωση οξυγόνου. Σε χρόνια χορήγηση η αρχικά υψηλή περιφερική αντίσταση μειώνεται. Μεταξύ άλλων, η μείωση της δραστικότητας της ρενίνης του πλάσματος μπορεί να θεωρηθεί ως ένας μηχανισμός δράσης που ενισχύει την αντιυπερτασική δράση των β-αποκλειστών.
Διά του αποκλεισμού των καρδιακών β-υποδοχέων η βισοπρολόλη μειώνει την απόκριση στη συμπαθητικομιμητική δράση. Αυτό προκαλεί μείωση του καρδιακού ρυθμού και της συσταλτικότητας και ως εκ τούτου μείωση της κατανάλωσης οξυγόνου από το μυοκάρδιο γεγονός που είναι επιθυμητό στη στηθάγχη με υποκείμενη στεφανιαία νόσο.
Ραμιπρίλη
Υπέρταση
Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν παρατηρήθηκαν μεγάλες μεταβολές στη ροή του πλάσματος στους νεφρούς και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας.
Στους περισσότερους ασθενείς η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μιας άπαξ δόσης εμφανίζεται 1- 2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως επιτυγχάνεται 3 έως 6 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Η αντιυπερτασική δράση μιας εφάπαξ δόσης συνήθως παραμένει για 24 ώρες.
Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση μίας συνεχόμενης αγωγής με ραμιπρίλη γενικά είναι ορατή μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Αποδείχθηκε ότι η αντιυπερτασική δράση σταθεροποιείται μετά από μακροχρόνια αγωγή διαρκείας 2 ετών.
Ξαφνική διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Επιπρόσθετα της συνήθους θεραπείας με διουρητικά και κατ’ επιλογή καρδιακών γλυκοσιδών, η ραμιπρίλη παρουσίασε αποτελεσματικότητα σε ασθενείς των λειτουργικών κατηγοριών NYHA ΙΙ-ΙV. Το φάρμακο είχε ωφέλιμες επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Ακόμα, μείωσε τη νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Βισοπρολόλη
Συνολικά 2647 ασθενείς συμπεριλήφθηκαν στη δοκιμή CIBIS II. Το 83% (n = 2202) ήταν στην τάξη III του NYHA και το 17% (n = 445) ήταν στην κατηγορία IV NYHA. Είχαν σταθερή συμπτωματική συστολική καρδιακή ανεπάρκεια (κλάσμα εξώθησης <35%, βάσει υπερηχοκαρδιογραφίας). Η συνολική θνησιμότητα μειώθηκε από 17,3% σε 11,8% (σχετική μείωση 34%). Παρατηρήθηκε μείωση του αιφνίδιου θανάτου (3,6% έναντι 6,3%, σχετική μείωση 44%) και μειωμένος αριθμός επεισοδίων
καρδιακής ανεπάρκειας που απαιτούσαν εισαγωγή στο νοσοκομείο (12% έναντι 17,6%, σχετική μείωση 36%). Τέλος, έχει αποδειχθεί σημαντική βελτίωση της λειτουργικής κατάστασης σύμφωνα με την ταξινόμηση NYHA. Κατά την έναρξη και την τιτλοδότηση της εισαγωγής στο νοσοκομείο της βισοπρολόλης λόγω βραδυκαρδίας (0,53%), υπότασης (0,23%) και οξείας αντιστάθμισης (4,97%) παρατηρήθηκαν, αλλά δεν ήταν συχνότερες από ό,τι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (0%, 0,3).
% και 6,74%). Ο αριθμός των θανατηφόρων και αναπηρικών εγκεφαλικών επεισοδίων κατά τη διάρκεια της συνολικής περιόδου μελέτης ήταν 20 στην ομάδα της βισοπρολόλης και 15 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Η δοκιμή CIBIS III διερεύνησε 1010 ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών με ήπια έως μέτρια χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (CHF; NYHA τάξη II ή III) και κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας ≤35%, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, βήτα-αναστολείς, ή αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης. Οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με συνδυασμό βισοπρολόλης και εναλαπρίλης για 6 έως 24 μήνες μετά από μια αρχική θεραπεία 6 μηνών είτε με βισοπρολόλη είτε με εναλαπρίλη.
Υπήρχε μια τάση προς υψηλότερη συχνότητα επιδείνωσης της χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας όταν χρησιμοποιήθηκε η βισοπρολόλη ως αρχική θεραπεία 6 μηνών. Η μη κατωτερότητα της θεραπείας bisoprolol-first έναντι enalapril-first δεν αποδείχθηκε στην ανάλυση ανά πρωτόκολλο, αν και οι δύο στρατηγικές για την έναρξη της θεραπείας CHF έδειξαν παρόμοιο ποσοστό του πρωτεύοντος συνδυασμένου καταληκτικού σημείου θανάτου και νοσηλείας στο τέλος της μελέτης (32,4% στο βισοπρολόλη-πρώτη ομάδα έναντι 33,1 % στην πρώτη ομάδα εναλαπρίλης, πληθυσμός ανά πρωτόκολλο). Η μελέτη δείχνει ότι η βισοπρολόλη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με ήπια έως μέτρια νόσο.
Ραμιπρίλη
Υπέρταση
Η αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της ραμιπρίλης έχει επιβεβαιωθεί σε μη συγκριτικές μελέτες μεγάλης κλίμακας που διεξήχθησαν στη γενική πρακτική καθώς και σε πιο αυστηρά ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές. Περίπου το 85% των ασθενών με ήπια έως μέτρια ιδιοπαθή υπέρταση έχουν ανταποκριθεί επιτυχώς στη θεραπεία με ραμιπρίλη 2,5 ή 5 mg/ημέρα. Το ποσοστό ανταπόκρισης στη μονοθεραπεία με ραμιπρίλη είναι χαμηλότερο σε ασθενείς με σοβαρή υπέρταση (περίπου 40%), αν και το αποτέλεσμα μείωσης της αρτηριακής πίεσης μπορεί να ενισχυθεί με την προσθήκη ενός διουρητικού. Ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ και μιας θειαζίδης μειώνει επίσης τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας που προκαλείται από τη θεραπεία με διουρητικά.
Όταν χορηγήθηκε σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, μια εφάπαξ από του στόματος δόση ραμιπρίλης 2,5 έως 20 mg μείωσε τη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση χωρίς να επηρεάζει τη φυσιολογική κιρκάδια διακύμανση της αρτηριακής πίεσης ή του καρδιακού ρυθμού. Η αντιυπερτασική απόκριση ήταν μέγιστη στις 4 έως 8 ώρες και ήταν ακόμα εμφανής στις 24 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης.
Η αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της ραμιπρίλης διατηρείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και τα δεδομένα δείχνουν ότι το φάρμακο έχει την ευεργετική επίδραση της μείωσης της απέκκρισης λευκωματίνης στα ούρα σε διαβητικούς ασθενείς με νεφροπάθεια.
Η ραμιπρίλη μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας.
Η ραμιπρίλη είναι καλά ανεκτή στη γενική πρακτική, με 5% ή λιγότερους ασθενείς να διακόπτουν τη θεραπεία λόγω δυσανεξίας στα φάρμακα.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Οι ευεργετικές επιδράσεις της ραμιπρίλης στην καρδιακή ανεπάρκεια περιλαμβάνουν:
-
μειωμένο μεταφορτίο, το οποίο ενισχύει τον όγκο του κοιλιακού εγκεφαλικού επεισοδίου και βελτιώνει το κλάσμα εξώθησης,
-
μειωμένη προφόρτιση, η οποία μειώνει την πνευμονική και συστηματική συμφόρηση και το οίδημα,
-
βελτίωση της αναλογίας προσφοράς/ζήτησης οξυγόνου κυρίως με μείωση της ζήτησης μέσω της μείωσης του μεταφορτίου και της προφόρτισης,
-
πρόληψη της αγγειοτενσίνης ΙΙ από το να προκαλέσει επιβλαβή καρδιακή αναδιαμόρφωση. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μια άπαξ από στόματος δόση ραμιπρίλης 5 mg ή 10 mg είχε την ευεργετική επίδραση της μείωσης του προφόρτισης και του μεταφορτίου με αντανακλαστική αύξηση της καρδιακής παροχής.
Η ραμιπρίλη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε ασθενείς μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, επειδή βοηθά στη μείωση της επιβλαβούς αναδιαμόρφωσης που συμβαίνει μετά το έμφραγμα. Η μεγάλης κλίμακας μελέτη για την αποτελεσματικότητα του οξέος εμφράγματος της ραμιπρίλης (AIRE) έδειξε ότι η ραμιπρίλη 5 mg ή 10 mg/ημέρα μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο θνησιμότητας από όλες τις αιτίες κατά 27% σε ασθενείς με κλινικές ενδείξεις καρδιακής ανεπάρκειας μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η ευεργετική επίδραση της ραμιπρίλης ήταν εμφανής μετά από 30 ημέρες θεραπείας και φάνηκε να είναι μεγαλύτερη σε ασθενείς με πιο σοβαρή κοιλιακή βλάβη μετά από έμφραγμα.
Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία
Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πρόληψης (η μελέτη HOPE), πραγματοποιήθηκε με την προσθήκη της ραμιπρίλης στην καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθησαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μετά από είτε αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή σακχαρώδους διαβήτη με έναν τουλάχιστον ακόμα παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, χαμηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας ή κάπνισμα).
Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά την πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου, θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ατομικά ή συνδυασμένα (πρωτεύοντα συνδυασμένα γεγονότα).
Δεδομένα κλινικών δοκιμών διπλού αποκλεισμού του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης
(RAAS)
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές (ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes) εξέτασαν τη χρήση συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν υποδοχέα αγγειοτενσίνης II αναστολέας.
Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλοαγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενη από ενδείξεις βλάβης των τελικών οργάνων. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.
Αυτές οι μελέτες δεν έδειξαν σημαντική ευεργετική επίδραση στα νεφρικά και/ή καρδιαγγειακά αποτελέσματα και στη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά με άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II.
Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη που σχεδιάστηκε για να ελέγξει το όφελος από την προσθήκη αλισκιρένης σε μια τυπική θεραπεία ενός αναστολέα ΜΕΑ ή ενός αναστολέα των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνιο νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη τερματίστηκε πρόωρα λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό ήταν και τα δύο αριθμητικά πιο συχνά στην ομάδα της αλισκιρένης από ό,τι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία,
υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης παρά στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 244 παιδιατρικοί ασθενείς με υπέρταση (73% πρωτοπαθής υπέρταση), ηλικίας 6-16 ετών, οι ασθενείς έλαβαν είτε χαμηλή δόση, μεσαία δόση ή υψηλή δόση ραμιπρίλης για να επιτύχουν συγκεντρώσεις στο πλάσμα ραμιπριλάτη που αντιστοιχεί στο εύρος δόσεων για ενήλικες των 1,25 mg, 5 mg και 20 mg με βάση το σωματικό βάρος. Στο τέλος των 4 εβδομάδων, η ραμιπρίλη ήταν αναποτελεσματική στο τελικό σημείο της μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης, αλλά μείωσε τη διαστολική αρτηριακή πίεση στην υψηλότερη δόση. Τόσο οι μέσες όσο και οι υψηλές δόσεις ραμιπρίλης έδειξαν σημαντική μείωση τόσο της συστολικής όσο και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε παιδιά με επιβεβαιωμένη υπέρταση.
Αυτό το αποτέλεσμα δεν παρατηρήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη απόσυρσης 4 εβδομάδων σε 218 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών (75% πρωτοπαθής υπέρταση), όπου τόσο η διαστολική όσο και η συστολική αρτηριακή πίεση έδειξαν μέτρια ανάκαμψη αλλά όχι στατιστικά σημαντική επιστροφή στην αρχική τιμή, και στα τρία επίπεδα δόσης που δοκιμάστηκαν [χαμηλή δόση (0,625 mg – 2,5 mg), μεσαία δόση (2,5 mg – 10 mg) ή υψηλή δόση (5 mg – 20 mg)] ραμιπρίλη με βάση το βάρος. Η ραμιπρίλη δεν είχε γραμμική δόση απόκρισης στον παιδιατρικό πληθυσμό που μελετήθηκε.
Βισοπρολόλη
Απορρόφηση
Η βισοπρολόλη απορροφάται σχεδόν πλήρως (>90%) από τη γαστρεντερική οδό και, λόγω του μικρού ηπατικού της μεταβολισμού πρώτης διόδου (περίπου 10% - 15%), έχει βιοδιαθεσιμότητα περίπου 85% - 90% μετά την από του στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από την τροφή. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται εντός 2-3 ωρών. Ωστόσο, αναφέρθηκε επίσης ότι ο ρυθμός/έκταση της εντερικής απορρόφησης της βισοπρολόλης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το pH και μπορεί να είναι μεταβλητός.
Μετά από από του στόματος χορήγηση φουμαρικής βισοπρολόλης 10 mg σε υγιή άτομα υπό συνθήκες νηστείας, μια μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της βισοπρολόλης ήταν περίπου 31,86 ng/mL μέσα σε περίπου 2 ώρες (Tmax).
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής είναι 3,2 l/kg. Η δέσμευση της βισοπρολόλης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 30%, με αναλογία 1:1 μεταξύ του ηπατικού μεταβολισμού και της νεφρικής απέκκρισης Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι η βισοπρολόλη κατανέμεται ταχέως και ευρέως, αλλά λαμβάνει χώρα μικρή μεταφορά πλακούντα και το φάρμακο διεισδύει στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό μόνο σε μικρό βαθμό σε σύγκριση με τη μετοπρολόλη και την προπρανολόλη.
Βιομετασχηματισμός
Η βισοπρολόλη είναι μέτρια λιποδιαλυτή. Υπόκειται μόνο σε μέτριο ηπατικό μεταβολισμό. Στον μεταβολισμό της βισοπρολόλης έχουν ανιχνευθεί μόνο οξειδωτικές οδοί, χωρίς επακόλουθη σύζευξη. Μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 σε ανενεργούς μεταβολίτες και μεταβολίζεται επίσης από το CYP2D6, το οποίο δεν φαίνεται να είναι κλινικά σημαντικό. Η αποαλκυλίωση του O ακολουθείται από οξείδωση σε 3 μεταβολίτες καρβοξυλικού οξέος. Οι 3 μεταβολίτες στερούνται ανταγωνιστικής δραστηριότητας των β-αδρενεργικών υποδοχέων στον άνθρωπο. Το φάρμακο επίσης δεν μεταβολίζεται στερεοεκλεκτικά στον άνθρωπο και δεν υπόκειται σε πολυμορφισμό γενετικής οξείδωσης τύπου debrisoquine. Περίπου το 50% μιας δόσης βισοπρολόλης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο και ίση αναλογία μεταβολίζεται στο ήπαρ. Επιπλέον, καθώς η βισοπρολόλη δεν είναι
φάρμακο υψηλής ηπατικής κάθαρσης, εμφανίζει μόνο μέτρια ηπατική κάθαρση και επομένως επίσης μικρή ηπατική επίδραση «πρώτης διέλευσης» (≤ 10%) μετά την από του στόματος χορήγηση.
Αποβολή
Η βισοπρολόλη απεκκρίνεται από τον οργανισμό με δύο τρόπους. Το 50% μεταβολίζεται από το ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες οι οποίοι στη συνέχεια απεκκρίνονται από τα νεφρά. Το υπόλοιπο 50% απεκκρίνεται από τα νεφρά σε μη μεταβολισμένη μορφή. Στα κόπρανα ανιχνεύθηκε λιγότερο από το 2% της δόσης Η συνολική κάθαρση είναι περίπου 15 l/h. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα των
10-12 ωρών δίνει ένα αποτέλεσμα 24 ωρών μετά τη χορήγηση μία φορά την ημέρα. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής από το πλάσμα αυξάνεται σε περίπου 18 ώρες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε περίπου 13 ώρες σε ασθενείς με ηπατική κίρρωση.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η κινητική της βισοπρολόλης είναι γραμμική και ανεξάρτητη από την ηλικία. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ανάλογες της χορηγούμενης δόσης στο εύρος δόσης από 5 έως 20 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι διερευνήθηκαν σε 18 ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της κίρρωσης. Ο χρόνος ημιζωής T1/2 μετά από 7 ημέρες θεραπείας με 10 mg βισοπρολόλης την ημέρα ήταν 13,5 ώρες και η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό ήταν 62 g/l (σε υγιείς εθελοντές 36 g/l) που δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικές αλλαγές στην φαρμακοδυναμικές παραμέτρους.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε διάστημα 12 εβδομάδων οι ελεγχόμενοι ασθενείς σε αιμοκάθαρση λάμβαναν 2,5 mg ή 5 mg βισοπρολόλης την ημέρα λόγω υπέρτασης. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι συγκρίθηκαν με μια ομάδα ελέγχου υγιών εθελοντών. Ο χρόνος ημιζωής T1/2 της αποβολής του φαρμάκου παρατάθηκε σημαντικά σε ημέρες χωρίς αιμοκάθαρση, σε σύγκριση με μια ομάδα εθελοντών. Η Cmax σε ασθενείς που έλαβαν τη δόση των 2,5 mg βισοπρολόλης ήταν σχεδόν ίση με τη Cmax σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 5 mg.
Η από στόματος κάθαρση (CL/F) της βισοπρολόλης συσχετίζεται θετικά με την κάθαρση κρεατινίνης (CLcr), υποδεικνύοντας ότι η νεφρική λειτουργία είναι εν μέρει υπεύθυνη για τη μεταβλητότητα της φαρμακοκινητικής της βισοπρολόλης μεταξύ των ατόμων.
Ηλικιωμένοι
Η φαρμακοκινητική της βισοπρολόλης δεν αλλάζει σε κλινικά σχετικό επίπεδο στους ηλικιωμένους. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης λόγω της ηλικίας του ασθενούς.
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (Στάδιο ΙΙΙ της NYHA) τα επίπεδα της βισοπρολόλης στο πλάσμα είναι υψηλότερα και ο χρόνος ημιζωής είναι παρατεταμένος σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 64±21 ng/ml σε ημερήσια δόση 10 mg και ο χρόνος ημιζωής είναι 17±5 ώρες.
Ραμιπρίλη
Απορρόφηση
Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανεύρεση στα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού
μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από του στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Κατάσταση ισορροπίας συγκέντρωσης ραμιπριλάτης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ ημερησία δόση, με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης, επιτυγχάνονται περίπου κατά την τέταρτη ημέρα της αγωγής.
Κατανομή
Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.
Η ραμιπριλάτη συνδέεται με το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης με υψηλή συγγένεια σε συγκεντρώσεις παρόμοιες με εκείνες του ενζύμου και εδραιώνει την ισορροπία αργά. Η ραμιπρίλη αποβάλλεται ταχέως από το αίμα και κατανέμεται σε διάφορους ιστούς του σώματος, με το ήπαρ, τα νεφρά και τους πνεύμονες να παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις ραμιπρίλης από ό,τι στο αίμα. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 90 l, ο σχετικός όγκος κατανομής της ραμιπριλάτης περίπου 500 λίτρα.
Βιομετασχηματισμός
Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στη ραμιπριλάτη και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.
Απέκκριση
Μετά την από στόματος χορήγηση ραμιπρίλης, περίπου το 60% του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών του απεκκρίνεται στα ούρα και περίπου το 40% βρίσκεται στα κόπρανα. Το φάρμακο που ανακτάται στα κόπρανα μπορεί να αντιπροσωπεύει τόσο χολική απέκκριση μεταβολιτών όσο και/ή μη απορροφημένο φάρμακο. Λιγότερο από το 2% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στα ούρα ως αμετάβλητη ραμιπρίλη.
Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Οι συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνονται με τριφασικό τρόπο. Η αρχική ταχεία πτώση, που αντιπροσωπεύει τη διανομή του φαρμάκου, έχει χρόνο ημιζωής 2-4 ώρες. Λόγω της ισχυρής δέσμευσής της στο ΜΕΑ και της αργής διάσπασης από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη εμφανίζει δύο φάσεις αποβολής. Η φαινομενική φάση αποβολής έχει χρόνο ημιζωής 9-18 ώρες και η τελική φάση αποβολής έχει παρατεταμένο χρόνο ημιζωής > 50 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής της ραμιπριλάτης, μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 10 mg ραμιπρίλης σε υγιείς εθελοντές, έχει υπολογιστεί ότι είναι μεταξύ 1,1 έως 4,5 ώρες κατά τη φάση ταχείας αρχικής κατανομής και περίπου 110 ώρες κατά τη φάση αργής αποβολής.
Μετά από πολλαπλές δόσεις ραμιπρίλης μία φορά την ημέρα, ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13-17 ώρες για τις δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg. Αυτή η διαφορά σχετίζεται με την κορεσμένη ικανότητα του ενζύμου να δεσμεύει τη ραμιπριλάτη. Οι συγκεντρώσεις της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης σε σταθερή κατάσταση στο πλάσμα μετά από μία φορά την ημέρα χορήγηση με τις συνήθεις δόσεις ραμιπρίλης επιτυγχάνονται περίπου τη δεύτερη έως την τέταρτη ημέρα της θεραπείας. Δεν αναμένεται σημαντική συσσώρευση ραμιπριλάτης με επαναλαμβανόμενες δόσεις μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Μελέτες έχουν δείξει ότι η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπριλάτης στον ορό σχετίζεται άμεσα με τη δόση. Ο βαθμός απορρόφησης και υδρόλυσης της ραμιπρίλης στη ραμιπριλάτη φαίνεται να είναι παρόμοιος στο εύρος δόσεων από 5 έως 50 mg, καθώς η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπριλάτης στο πλάσμα σχετιζόταν γραμμικά με τη δόση της ραμιπρίλης σε αυτό το εύρος. Η ελαφρά μη γραμμικότητα στη σχέση μεταξύ δόσης και συγκεντρώσεων στο πλάσμα της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης μετά από δόσεις των 10 και 20 mg σε υγιείς εθελοντές ήταν πολύ μικρή για να υποδείξει οποιαδήποτε πιθανή κλινική σημασία.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2)
Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη καθυστέρησε, λόγω μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν αυξημένα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2)
Όταν υπάρχει διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, η αποβολή της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι προσαρμογές της δόσης με βάση την κάθαρση κρεατινίνης συνιστώνται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Γαλουχία
Μια άπαξ από στόματος δόση ραμιπρίλης παρήγαγε μη ανιχνεύσιμο επίπεδο ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, η επίδραση των πολλαπλών δόσεων είναι μη γνωστές.
Ηλικιωμένοι
Μια φαρμακοκινητική μελέτη άπαξ δόσης που διεξήχθη σε περιορισμένο αριθμό ηλικιωμένων ασθενών έδειξε ότι τα μέγιστα επίπεδα ραμιπριλάτης και η AUC για τη ραμιπριλάτη είναι υψηλότερα σε ηλικιωμένους ασθενείς. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση και ο χρόνος ημιζωής της ραμιπρίλης στον ορό ήταν ελαφρώς υψηλότερες στους ηλικιωμένους από ότι στους νεότερους εθελοντές. Επίσης, η ανάρρωση των ούρων δεν φαινόταν διαφορετική από τους νεότερους εθελοντές. Έτσι, τα φαρμακοκινητικά δεδομένα της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης σε γηριατρικούς ασθενείς (65 – 76 ετών) ήταν παρόμοια με τα αντίστοιχα ευρήματα σε νεότερα, υγιή άτομα. Ωστόσο, έχουν επίσης αναφερθεί υψηλότερες κυκλοφορικές συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε ηλικιωμένους εθελοντές (μέση ηλικία 77 ετών, εύρος 61 έως 84 ετών), παρά τη φαινομενικά φυσιολογική νεφρική λειτουργία, σε σύγκριση με νεότερους εθελοντές (εύρος ηλικίας 21 έως 30 ετών).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ραμιπρίλης μελετήθηκε σε 30 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς, ηλικίας 2-16 ετών, με βάρος ≥ 10 kg. Μετά από δόσεις από 0,05 έως 0,2 mg/kg, η ραμιπρίλη μεταβολίστηκε ταχέως και εκτενώς σε ραμιπριλάτη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα σημειώθηκαν εντός 2-3 ωρών. Η κάθαρση της ραμιπριλάτης συσχετίστηκε σε μεγάλο βαθμό με το log σωματικού βάρους (p<0,01) καθώς και με τη δόση (p<0,001). Η κάθαρση και ο όγκος κατανομής αυξήθηκαν με την αύξηση της ηλικίας των παιδιών για κάθε ομάδα δόσης. Η δόση των 0,05 mg/kg στα παιδιά πέτυχε επίπεδα έκθεσης συγκρίσιμα με εκείνα των ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία με ραμιπρίλη 5 mg. Η δόση των 0,2 mg/kg σε παιδιά οδήγησε σε επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση των 10 mg την ημέρα σε ενήλικες.
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
Η φαρμακοκινητική της ραμιπρίλης διερευνήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA III-IV) μετά από άπαξ από στόματος δόση 5 mg. Το μέγιστο επίπεδο της ραμιπρίλης στο πλάσμα ήταν 57,0 ± 26,8 ng/ml μετά από 1,4 ώρα. Το t1/2 ήταν 2,4 ± 1,2 ώρες. Το μέγιστο επίπεδο της ραμιπριλάτης ήταν 27,9 ± 24 ng/ml μετά από 4,6 ώρες. Το t1/2 για τη δραστική ένωση ήταν 6 ± 4,2 ώρες. Η συνολική ανάκτηση της ραμιπρίλης και των μεταβολιτών στα ούρα ήταν κατά μέσο όρο 39 ± 17,5% εντός 96 ωρών. Ενενήντα πέντε τοις εκατό αναστολή της δραστηριότητας του ΜΕΑ παρατηρήθηκε σε όλους τους ασθενείς και η αναστολή 80% διήρκεσε 24 ώρες. Τα επίπεδα του φαρμάκου και του ενεργού μεταβολίτη στο πλάσμα ήταν υψηλότερα και παρέμειναν μετρήσιμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με πιο παρατεταμένη αναστολή της δραστηριότητας του ΜΕΑ από ό,τι αναφέρθηκε σε υγιείς εθελοντές. Ο σχηματισμός του ενεργού μεταβολίτη ραμιπριλάτη δεν
μειώθηκε, αλλά καθυστέρησε. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι μια χαμηλή δόση μπορεί να είναι κατάλληλη για αυτούς τους ασθενείς, χρησιμοποιώντας ατομική τιτλοποίηση, με χαμηλότερες δόσεις (1,25-2,5 mg) αρχικά και ότι δόσεις άνω των 5 mg σπάνια μπορεί να είναι απαραίτητες.
Φυλή
Η αντιυπερτασική δράση των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης είναι γενικά χαμηλότερη στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - PRORAMACE
Περιεχόμενο καψάκιου:
Λακτόζη μονοϋδρική Πολυβινυλαλκοόλη
Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη (E468) Νάτριο στεατυλοφουμαρικό
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Όξινο φωσφορικό ασβέστιο, άνυδρο Κροσποβιδόνη τύπου Α
Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη AquaPolish P yellow:
Υπρομελλόζη (E 464) Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (E463) Τριγλυκερίδια (κεκορεσμένα) μέσης αλύσου Τάλκης (E 553b)
Τιτανίου διοξείδιο (E 171) Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E 172)
Κέλυφος καψάκιου:
Τιτανίου διοξείδιο (E 171) Ζελατίνη
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E 172) – [στα καψάκια 10mg/10mg, 10mg/5mg, 5mg/5mg, 5mg/2,5mg] Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E 172) - [στα καψάκια 10mg/5mg, 5mg/5mg, 5mg/2,5mg, 2,5mg/2,5mg 2,5mg/1,25mg]
Κίτρινο κινολίνης (E 104) - [στα καψάκια 5mg/2,5mg, 2,5mg/2,5mg, 2,5mg/1,25mg]
Μελάνι εκτύπωσης:
Κόμμεα λάκκας (E 904) Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E 172) Προπυλενογλυκόλη
Αμμωνίας διάλυμα, συμπυκνωμένο Καλίου υδροξείδιο
Καψάκια 5 mg/2,5 mg, 2,5 mg/2,5 mg, 2,5 mg/1,25 mg 24 μήνες
Καψάκια 10 mg/10 mg, 10 mg/5 mg, 5 mg/5 mg 30 μήνες
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C. Μην ψύχετε ή καταψύχετε.
Συσκευασίες κυψέλης από πλαστικοποιημένο BOPA/ALU/PVC και φύλλο αλουμινίου. Οι κυψέλες και το φυλλάδιο οδηγιών χρήσης συσκευάζονται σε κουτί από χαρτόνι.
Συσκευασίες των 10, 30, 60 ή 100 καψουλών. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.