REKOVELLE INJ.SOL 12MCG/0.36ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - REKOVELLE 12MCG/0.36ML
Ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών για την ανάπτυξη πολλαπλών ωοθυλακίων σε γυναίκες που υποβάλλονται σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART) όπως σε γονιμοποίηση in vitro (IVF) ή σε κύκλο ενδοκυτταροπλασματικής ένεσης σπερματοζωαρίων (ICSI).
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη θεραπεία των προβλημάτων γονιμότητας.
Δοσολογία
Η δοσολογία του REKOVELLE εξατομικεύεται για κάθε ασθενή και έχει ως στόχο την επίτευξη ωοθηκικής απόκρισης η οποία συνδέεται με ένα ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας/αποτελεσματικότητας, δηλαδή στοχεύει στην επίτευξη παραγωγής ενός επαρκούς αριθμού ωαρίων και στη μείωση των παρεμβάσεων για την πρόληψη του συνδρόμου υπερδιέγερσης ωοθηκών (ΣΥΔΩ). Το REKOVELLE δοσολογείται σε μικρογραμμάρια (βλ. παράγραφο 5.1). Το δοσολογικό σχήμα είναι ειδικό για το REKOVELLE και η δόση, εκφρασμένη σε μικρογραμμάρια, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε άλλες γοναδοτροπίνες.
Για τον πρώτο κύκλο θεραπείας, η εξατομικευμένη ημερήσια δόση θα προσδιορισθεί βάσει της συγκέντρωσης της αντιμυλλερίου ορμόνης (ΑΜΗ) της γυναίκας στον ορό και του σωματικού βάρους της. Η δόση πρέπει να βασίζεται σε πρόσφατο προσδιορισμό της ΑΜΗ (δηλ. εντός των τελευταίων 12 μηνών) μετρούμενη μέσω των ακόλουθων διαγνωστικών δοκιμασιών: ανοσοδοκιμασία ELECSYS ΑΜΗ Plus της Roche (δηλ. δοκιμασία που χρησιμοποιείται σε δοκιμές κλινικής ανάπτυξης), ή εναλλακτικά η ACCESS AMH Advanced της Beckman Coulter ή η LUMIPULSE G AMH της Fujirebio (βλ. παράγραφο 4.4). Η εξατομικευμένη ημερήσια δόση πρέπει να διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου διέγερσης. Για γυναίκες με ΑΜΗ <15 pmol/l η ημερήσια δόση είναι
12 μικρογραμμάρια, ανεξαρτήτως σωματικού βάρους. Για γυναίκες με ΑΜΗ ≥15 pmol/l η ημερήσια δόση μειώνεται από 0,19 έως 0,10 μικρογραμμάρια/kg με την αύξηση της συγκέντρωσης της ΑΜΗ (Πίνακας 1). Η δόση πρέπει να στρογγυλοποιείται στα πλησιέστερα 0,33 μικρογραμμάρια για να αντιστοιχεί στην κλίμακα δόσης της συσκευής τύπου πένας για ενέσεις. Η μέγιστη ημερήσια δόση για τον πρώτο κύκλο θεραπείας είναι 12 μικρογραμμάρια.
Για τον υπολογισμό της δόσης του REKOVELLE, το σωματικό βάρος πρέπει να μετράται δίχως υποδήματα και πανωφόρια ακριβώς πριν από την έναρξη της διέγερσης.
Πίνακας 1 Δοσολογικό σχήμα
| AMH (pmol/l) | <15 | 15-16 | 17 | 18 | 19-20 | 21-22 | 23-24 | 25-27 | 28-32 | 33-39 | ≥40 |
| Σταθερήημερήσια δόση του REKOVELLE | 12 | 0,19 | 0,18 | 0,17 | 0,16 | 0,15 | 0,14 | 0,13 | 0,12 | 0,11 | 0,10 |
| mcg | mcg/kg | ||||||||||
Η συγκέντρωση της ΑΜΗ πρέπει να εκφράζεται σε pmol/l και πρέπει να στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο ακέραιο. Εάν η συγκέντρωση της ΑΜΗ είναι σε ng/ml, η συγκέντρωση πρέπει να μετατρέπεται σε pmol/l πολλαπλασιάζοντας με 7,14 (ng/ml x 7,14 = pmol/l), πριν από τη χρήση. mcg: μικρογραμμάρια
Οι εν δυνάμει υψηλά αποκρινόμενοι (ασθενείς με AMH >35 pmol/l) δεν έχουν μελετηθεί σε πρωτόκολλο που χρησιμοποιεί μειορρύθμιση με αγωνιστή GnRH.
Ο χρόνος έναρξης της θεραπείας με REKOVELLE εξαρτάται από τον τύπο του πρωτοκόλλου.
-
σε πρωτόκολλο που χρησιμοποιεί έναν ανταγωνιστή της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπινών (GnRH), η θεραπεία με REKOVELLE πρέπει να ξεκινά την ημέρα 2 ή 3 μετά την έναρξη της εμμήνου ρύσεως,
-
σε πρωτόκολλο που χρησιμοποιεί μειορρύθμιση με έναν αγωνιστή GnRH, η θεραπεία με REKOVELLE πρέπει να ξεκινά περίπου 2 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με τον αγωνιστή.
Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται μέχρι να επιτευχθεί επαρκής ανάπτυξη ωοθυλακίων (≥3 ωοθυλάκια
≥17 mm), η οποία κατά μέσο όρο επιτυγχάνεται έως την ένατη ή τη δέκατη ημέρα της θεραπείας (εύρος 5 έως 20 ημέρες). Με την απευαισθητοποίηση της υπόφυσης που προκαλείται από αγωνιστή GnRH, μπορεί να απαιτείται μεγαλύτερη διάρκεια διέγερσης και επομένως υψηλότερη συνολική δόση REKOVELLE για να επιτευχθεί επαρκής ωοθυλακική απόκριση. Εφάπαξ ένεση
250 μικρογραμμαρίων ανασυνδυασμένης ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης (hCG) ή 5.000 IU hCG χορηγείται για την πρόκληση της τελικής ωρίμανσης ωοθυλακίων. Σε ασθενείς με υπερβολική παραγωγή ωοθυλακίων (από ≥ 25 ωοθυλάκια ≥12 mm), η θεραπεία με REKOVELLE πρέπει να σταματά και δεν πρέπει να προκαλείται τελική ωρίμανση των ωοθυλακίων με hCG.
Για τους επόμενους κύκλους θεραπείας, η ημερήσια δόση του REKOVELLE πρέπει να διατηρείται ή να τροποποιείται σύμφωνα με την ωοθηκική απόκριση της ασθενούς στον προηγούμενο κύκλο. Εάν η ασθενής είχε επαρκή ωοθηκική απόκριση στον προηγούμενο κύκλο χωρίς να εμφανίσει ΣΥΔΩ, πρέπει να χρησιμοποιείται η ίδια ημερήσια δόση. Σε περίπτωση πτωχής ωοθηκικής απόκρισης στον προηγούμενο κύκλο, η ημερήσια δόση πρέπει να αυξηθεί κατά 25% ή 50% στον επόμενο κύκλο, ανάλογα με την έκταση της απόκρισης που παρατηρείται. Σε περίπτωση ωοθηκικής υπεραπόκρισης
στον προηγούμενο κύκλο, η ημερήσια δόση πρέπει να μειωθεί κατά 20% ή 33% στον επόμενο κύκλο, ανάλογα με την έκταση της απόκρισης που παρατηρείται. Σε ασθενείς οι οποίες εμφάνισαν ΣΥΔΩ ή διέτρεξαν κίνδυνο εμφάνισης ΣΥΔΩ σε προηγούμενο κύκλο, η ημερήσια δόση για τον επόμενο κύκλο πρέπει να είναι 33% χαμηλότερη από τη δόση που χρησιμοποιήθηκε στον κύκλο όπου παρουσιάστηκε ΣΥΔΩ ή κίνδυνος για ΣΥΔΩ. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 24 μικρογραμμάρια.
Ηλικιωμένοι
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του REKOVELLE στον ηλικιωμένο πληθυσμό.
Ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η φαρμακοκινητική του REKOVELLE σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν μελετηθεί ειδικώς σε κλινικές δοκιμές. Τα δεδομένα, παρότι περιορισμένα, δεν υπέδειξαν την ανάγκη για ένα διαφορετικό δοσολογικό σχήμα του REKOVELLE σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών με καταστάσεις ανωοθυλακιορρηξίας
Δεν έχουν μελετηθεί ανωοθυλακιορρηκτικές ασθενείς με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Ωοθυλακιορρηκτικές ασθενείς με πολυκυστικές ωοθήκες έχουν συμπεριληφθεί σε κλινικές δοκιμές (βλ. παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του REKOVELLE στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Τρόπος χορήγησης
Το REKOVELLE προορίζεται για υποδόρια χρήση, κατά προτίμηση στο κοιλιακό τοίχωμα. Η πρώτη ένεση πρέπει να γίνεται υπό άμεση ιατρική επίβλεψη. Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στο πώς να χρησιμοποιούν τη συσκευή τύπου πένας για ενέσεις REKOVELLE και στο πώς να κάνουν τις ενέσεις. Η αυτοχορήγηση πρέπει να γίνεται μόνο από ασθενείς που είναι πρόθυμες, είναι επαρκώς εκπαιδευμένες και έχουν πρόσβαση σε συμβουλευτική υποστήριξη ειδικών.
Για οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση με την προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας, δείτε τις «Οδηγίες Χρήσης».
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
όγκοι του υποθαλάμου ή της υπόφυσης
-
διόγκωση ωοθήκης ή κύστη ωοθήκης που δεν οφείλεται σε σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
-
γυναικολογικές αιμορραγίες αγνώστου αιτιολογίας (βλ. παράγραφο 4.4)
-
καρκίνωμα ωοθήκης, μήτρας ή μαστού (βλ. παράγραφο 4.4)
Στις ακόλουθες καταστάσεις, η έκβαση της αγωγής δεν είναι πιθανόν να είναι ευνοϊκή, και ως εκ τούτου το REKOVELLE δεν πρέπει να χορηγείται:
-
πρωτοπαθής ωοθηκική ανεπάρκεια
-
δυσπλασίες γεννητικών οργάνων μη συμβατές με κύηση
-
ινώδεις όγκοι της μήτρας μη συμβατοί με κύηση
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Το REKOVELLE περιέχει μία ισχυρή γοναδοτρόπο ουσία ικανή να προκαλέσει ήπιες έως σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, και πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ιατρούς οι οποίοι είναι πλήρως εξοικειωμένοι με τα προβλήματα υπογονιμότητας και το χειρισμό τους.
Η θεραπεία με γοναδοτροπίνες απαιτεί μια χρονική ενασχόληση από τους ιατρούς και το βοηθητικό προσωπικό υγείας, όπως και την ύπαρξη των κατάλληλων μέσων παρακολούθησης. Η ασφαλής και η αποτελεσματική χρήση του REKOVELLE απαιτεί παρακολούθηση της ωοθηκικής απόκρισης μόνο με υπερήχους, ή σε συνδυασμό με μέτρηση των επιπέδων οιστραδιόλης στον ορό, σε τακτική βάση. Η δόση του REKOVELLE εξατομικεύεται για κάθε ασθενή προκειμένου να επιτευχθεί ωοθηκική απόκριση με ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας/αποτελεσματικότητας. Μπορεί να υπάρξει ορισμένου βαθμού μεταβλητότητα μεταξύ των ασθενών σε σχέση με την απόκριση στη χορήγηση FSH, με πτωχή απόκριση στην FSH σε ορισμένες ασθενείς και υπερβολική απόκριση σε άλλες.
Πριν από την έναρξη της θεραπείας, η υπογονιμότητα του ζεύγους πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση και να εκτιμώνται οι πιθανές αντενδείξεις για κύηση. Ειδικότερα, οι ασθενείς πρέπει να εξετάζονται για υποθυρεοειδισμό και υπερπρολακτιναιμία, και πρέπει να χορηγείται η κατάλληλη εξειδικευμένη αγωγή.
Δεν συνιστάται η χρήση αποτελεσμάτων που λαμβάνονται με άλλες δοκιμασίες πέρα από την ανοσοδοκιμασία ELECSYS ΑΜΗ Plus της Roche, την ACCESS AMH Advanced της Beckman Coulter και την LUMIPULSE G AMH της Fujirebio για τον προσδιορισμό της δόσης του REKOVELLE, καθώς δεν υπάρχει επί του παρόντος καμία τυποποίηση των διαθέσιμων δοκιμασιών ΑΜΗ.
Ασθενείς που υποβάλλονται σε διέγερση της ανάπτυξης ωοθυλακίων μπορεί να παρουσιάσουν διόγκωση ωοθήκης και να διατρέξουν κίνδυνο εμφάνισης ΣΥΔΩ. Η τήρηση της δόσης του REKOVELLE και του σχήματος χορήγησης καθώς και η προσεκτική παρακολούθηση της θεραπείας θα ελαχιστοποιήσουν τη συχνότητα εμφάνισης τέτοιων συμβαμάτων.
Σύνδρομο Υπερδιέγερσης Ωοθηκών (ΣΥΔΩ)
Ορισμένου βαθμού διόγκωση ωοθήκης αποτελεί αναμενόμενη επίδραση της ελεγχόμενης ωοθηκικής διέγερσης. Παρατηρείται πιο συχνά σε ασθενείς με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και συνήθως υποχωρεί χωρίς θεραπεία. Σε αντίθεση με την άνευ επιπλοκών διόγκωση ωοθήκης, το ΣΥΔΩ είναι μια κατάσταση που μπορεί να εκδηλωθεί με αυξανόμενους βαθμούς βαρύτητας. Χαρακτηρίζεται από σημαντική διόγκωση ωοθήκης, υψηλά επίπεδα στεροειδών του φύλου στον ορό και αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα που μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση υγρών στο περιτόναιο, στην υπεζωκοτική και σπανίως στην περικαρδιακή κοιλότητα.
Είναι σημαντικό να τονιστεί η αξία της προσεκτικής και συχνής παρακολούθησης της ανάπτυξης ωοθυλακίων, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος για ΣΥΔΩ. Τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να παρατηρηθούν σε σοβαρές περιπτώσεις ΣΥΔΩ: κοιλιακό άλγος, δυσφορία και διάταση, σοβαρή διόγκωση ωοθήκης, αύξηση σωματικού βάρους, δύσπνοια, ολιγουρία και γαστρεντερικά συμπτώματα που περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο και διάρροια. Η κλινική εκτίμηση μπορεί να αποκαλύψει υποογκαιμία, αιμοσυμπύκνωση, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ασκίτη, αιμοπεριτόναιο, υπεζωκοτική συλλογή, υδροθώρακα ή οξεία πνευμονική δυσχέρεια. Πολύ σπάνια, το σοβαρού βαθμού ΣΥΔΩ μπορεί να περιπλεχθεί από συστροφή ωοθήκης ή θρομβοεμβολικά επεισόδια όπως πνευμονική εμβολή, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Η υπερβολική ωοθηκική απόκριση σε θεραπεία με γοναδοτροπίνες σπάνια προκαλεί ΣΥΔΩ εκτός εάν χορηγείται hCG για την ενεργοποίηση της τελικής ωρίμανσης ωοθυλακίων. Επιπροσθέτως, το σύνδρομο μπορεί να είναι πιο σοβαρό και πιο παρατεταμένο εάν επέλθει κύηση. Ως εκ τούτου, σε περιπτώσεις ωοθηκικής υπερδιέγερσης κρίνεται σκόπιμο να αναστέλλεται η χορήγηση hCG και να συνιστάται στην ασθενή η αποχή από τη σεξουαλική επαφή ή η χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων φραγμού για τουλάχιστον 4 ημέρες. Το ΣΥΔΩ μπορεί να εξελιχθεί από ταχέως (εντός 24 ωρών) μέχρι αρκετές ημέρες σε βαρύ ιατρικό σύμβαμα. Πρώιμο ΣΥΔΩ μπορεί να συμβεί εντός 9 ημερών μετά την ενεργοποίηση της τελικής ωρίμανσης ωοθυλακίων. Όψιμο ΣΥΔΩ μπορεί να αναπτυχθεί ως συνέπεια των ορμονικών αλλαγών κατά τη διάρκεια της κύησης σε 10 ή περισσότερες ημέρες μετά την ενεργοποίηση της τελικής ωρίμανσης ωοθυλακίων. Λόγω του κινδύνου ανάπτυξης ΣΥΔΩ, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον δύο εβδομάδες μετά τη χορήγηση hCG.
Θρομβοεμβολικά επεισόδια
Γυναίκες με πρόσφατη ή τρέχουσα θρομβοεμβολική νόσο ή γυναίκες με γενικά αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολικά επεισόδια, όπως ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό, σοβαρή παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος> 30 kg/m2) ή θρομβοφιλία μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για φλεβικά ή αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια, κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με γοναδοτροπίνες. Η θεραπεία με γοναδοτροπίνες μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο επιδείνωσης ή εμφάνισης τέτοιων συμβαμάτων. Σε αυτές τις γυναίκες, τα οφέλη από τη χορήγηση γοναδοτροπινών πρέπει να σταθμίζονται έναντι των κινδύνων. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η ίδια η κύηση καθώς και το ΣΥΔΩ ενέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για θρομβοεμβολικά επεισόδια.
Συστροφή ωοθήκης
Έχει αναφερθεί εμφάνιση συστροφής ωοθήκης για κύκλους ART. Αυτό μπορεί να σχετίζεται με άλλους παράγοντες κινδύνου όπως ΣΥΔΩ, κύηση, προγενέστερη χειρουργική επέμβαση κοιλίας, προηγούμενο ιστορικό συστροφής ωοθήκης, προηγούμενες ή τρέχουσες κύστεις ωοθήκης και πολυκυστικές ωοθήκες. Βλάβη στην ωοθήκη λόγω μειωμένης παροχής αίματος μπορεί να περιοριστεί με έγκαιρη διάγνωση και άμεση υποστροφή.
Πολύδυμη κύηση
Η πολύδυμη κύηση ενέχει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων εκβάσεων για τη μητέρα και και περιγεννητικά. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε διαδικασίες ART, ο κίνδυνος πολύδυμης κύησης σχετίζεται κυρίως με τον αριθμό των μεταφερόμενων εμβρύων, την ποιότητά τους και την ηλικία της ασθενούς, παρότι σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να αναπτυχθεί δίδυμη κύηση από μονήρεις εμβρυομεταφορές. Οι ασθενείς πρέπει να καθίστανται ενήμεροι για τον πιθανό κίνδυνο πολύδυμης κύησης πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Απώλεια κύησης
Η συχνότητα εμφάνισης της απώλειας κύησης με αποβολή ή έκτρωση είναι υψηλότερη σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ελεγχόμενη ωοθηκική διέγερση για ART απ’ ότι σε εκείνες που ακολουθούν φυσιολογική σύλληψη.
Έκτοπη κύηση
Γυναίκες με ιστορικό νόσου των σαλπίγγων διατρέχουν κίνδυνο έκτοπης κύησης, είτε η κύηση έχει επιτευχθεί με αυτόματη σύλληψη ή με θεραπείες γονιμότητας. Έχει αναφερθεί πως ο επιπολασμός της έκτοπης κύησης μετά από ART είναι υψηλότερος απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό.
Νεοπλάσματα αναπαραγωγικού συστήματος
Έχουν υπάρξει αναφορές νεοπλασμάτων των ωοθηκών και του λοιπού αναπαραγωγικού συστήματος, τόσο καλοήθων όσο και κακοήθων, σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε πολλαπλά θεραπευτικά σχήματα για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας. Δεν τεκμηριώνεται εάν η θεραπεία με γοναδοτροπίνες αυξάνει ή όχι τον κίνδυνο των όγκων αυτών σε γυναίκες με υπογονιμότητα.
Συγγενής δυσπλασία
Ο επιπολασμός των συγγενών δυσπλασιών μετά από ART μπορεί να είναι ελαφρώς υψηλότερος απ’ ότι μετά από αυτόματες συλλήψεις. Αυτό πιστεύεται ότι οφείλεται σε διαφορές στα γονεϊκά χαρακτηριστικά (π.χ. ηλικία μητέρας, χαρακτηριστικά σπέρματος) και στην πολύδυμη κύηση.
Άλλες ιατρικές καταστάσεις
Ιατρικές καταστάσεις που αποτελούν αντένδειξη για κύηση πρέπει επίσης να αξιολογούνται πριν την έναρξη της θεραπείας με REKOVELLE.
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
Το REKOVELLE δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με μέτρια/βαριά νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Περιεχόμενο σε νάτριο
Το REKOVELLE περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Περιεχόμενο σε πολυσορβικό 20
Το REKOVELLE περιέχει 0,005 mg πολυσορβικού 20 ανά ml.
Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με το REKOVELLE. Κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ούτε έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με REKOVELLE, ούτε αναμένονται.
Κύηση
Το REKOVELLE δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Δεν έχει αναφερθεί κίνδυνος τερατογένεσης μετά από ελεγχόμενη ωοθηκική διέγερση, κατά την κλινική χρήση με γοναδοτροπίνες. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ακούσια έκθεση εγκύων γυναικών στο REKOVELLE. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα με δόσεις REKOVELLE πάνω από τη συνιστώμενη μέγιστη δόση στον άνθρωπο (παράγραφος 5.3).
Θηλασμός
Το REKOVELLE δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Το REKOVELLE ενδείκνυται για χρήση στην υπογονιμότητα (βλ. παράγραφο 4.1).
ν
Το REKOVELLE δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με REKOVELLE είναι ΣΥΔΩ, κεφαλαλγία, άλγος πυέλου, ναυτία και κόπωση. Η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να μειωθεί με επαναλαμβανόμενους κύκλους θεραπείας, όπως έχει παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο παρακάτω πίνακας (Πίνακας 2) παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν σε κλινικές δοκιμές από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με REKOVELLE χρησιμοποιώντας το βασισμένο σε αλγόριθμο δοσολογικό σχήμα. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες σε κύριες κλινικές δοκιμές
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνές(≥1/100 έως <1/10) | Όχι συχνές(≥1/1.000 έως <1/100) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | ΥπνηλίαΖάλη |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία | ΔιάρροιαΈμετος Δυσκοιλιότητα Κοιλιακή δυσφορίαα |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | ΣΥΔΩΆλγος πυέλουβ | Κολπική αιμορραγίαΔυσφορία μαστούγ |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Κόπωση |
α Η κοιλιακή δυσφορία περιλαμβάνει κοιλιακό άλγος/διάταση κοιλίας.
β Το άλγος πυέλου περιλαμβάνει ενόχλημα της πυέλου και άλγος των εξαρτημάτων της μήτρας.
γ Η δυσφορία μαστού περιλαμβάνει μαστοδυνία, οίδημα του μαστού, ευαισθησία του μαστού και/ή άλγος θηλής μαστού.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Το ΣΥΔΩ αποτελεί εγγενή κίνδυνο της ωοθηκικής διέγερσης. Γνωστά γαστρεντερικά συμπτώματα που σχετίζονται με το ΣΥΔΩ περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, δυσφορία, και διάταση, ναυτία, έμετο και διάρροια. Είναι γνωστό ότι συστροφή ωοθήκης και θρομβοεμβολικά επεισόδια αποτελούν σπάνιες επιπλοκές της θεραπείας ωοθηκικής διέγερσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Η ανοσογονικότητα όσον αφορά την ανάπτυξη αντισωμάτων anti-FSH αποτελεί δυνητικό κίνδυνο για τη θεραπεία με γοναδοτροπίνες (βλ. παράγραφο 5.1).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Η επίδραση της υπερδοσολογίας δεν είναι γνωστή, παρόλα αυτά, υπάρχει κίνδυνος ότι μπορεί να συμβεί ΣΥΔΩ (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακολογικές ιδιότητες - REKOVELLE 12MCG/0.36ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες του φύλου και τροποποιητικά με δράση στο γεννητικό σύστημα, γοναδοτροπίνες, κωδικός ATC: G03GA10
Μηχανισμός δράσης
Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα που προκύπτει από την παρεντερική χορήγηση FSH είναι η ανάπτυξη πολλαπλών ώριμων ωοθυλακίων.
Η θυλακιοτροπίνη δέλτα είναι μία ανασυνδυασμένη ανθρώπινη FSH. Οι αλληλουχίες αμινοξέων των δύο υπομονάδων της FSH στη θυλακιοτροπίνη δέλτα είναι πανομοιότυπες με τις αλληλουχίες της ενδογενούς ανθρώπινης FSH. Επειδή η θυλακιοτροπίνη δέλτα παράγεται στην ανθρώπινη κυτταρική σειρά PER.C6, το προφίλ γλυκοσυλίωσης είναι διαφορετικό από αυτό της θυλακιοτροπίνης άλφα και της θυλακιοτροπίνης βήτα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μετά από ημερήσια χορήγηση ίσων δόσεων IU REKOVELLE και θυλακιοτροπίνης άλφα όπως προσδιορίστηκε σε βιοδοκιμασία in vivo στον αρουραίο (δοκιμασία κατά Steelman-Pohley), παρατηρήθηκε υψηλότερη ωοθηκική απόκριση (π.χ. οιστραδιόλη, ανασταλτίνη Β, όγκος ωοθυλακίων και αριθμός ωοθυλακίων) σε υγιείς γυναίκες μετά τη χορήγηση της θυλακιοτροπίνης δέλτα σε σύγκριση με τη θυλακιοτροπίνη άλφα. Καθώς η βιοδοκιμασία στον αρουραίο ενδεχομένως να μην αντικατοπτρίζει πλήρως την ισχύ της FSH στη θυλακιοτροπίνη δέλτα στον άνθρωπο, η δοσολογία της εκφράζεται σε μικρογραμμάρια και όχι σε IU. Τα παρακάτω κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι συγκρίσιμη ωοθηκική απόκριση δύναται να επιτευχθεί για:
-
10 μικρογραμμάρια θυλακιοτροπίνης δέλτα και 150 IU θυλακιοτροπίνης άλφα
-
15 μικρογραμμάρια θυλακιοτροπίνης δέλτα και 225 IU θυλακιοτροπίνης άλφα
Τα δεδομένα κλινικών δοκιμών υποδηλώνουν ότι μια ημερήσια δόση 10,0 [95% CI 9,2, 10,8] μικρογραμμαρίων REKOVELLE παρέχει, για την πλειονότητα των ασθενών, ωοθηκική απόκριση παραπλήσια εκείνης που επιτυγχάνεται με 150 IU/ημέρα θυλακιοτροπίνης άλφα. Σε μια δοκιμή φάσης 3 (ADAPT-1), που συνέκρινε μια αρχική ημερήσια δόση 15 μικρογραμμαρίων θυλακιοτροπίνης δέλτα με μια αρχική ημερήσια δόση 225 IU θυλακιοτροπίνης άλφα σε πρωτόκολλο με ανταγωνιστή GnRH με χρήση συμβατικού δοσολογικού σχήματος, παρατηρήθηκε συγκρίσιμη ωοθηκική απόκριση όσον αφορά τον αριθμό των ανακτηθέντων ωαρίων, την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και τα επίπεδα ορμονών.
Ο αριθμός των ανακτηθέντων ωαρίων αυξάνεται με τη δόση του REKOVELLE και τη συγκέντρωση της ΑΜΗ στον ορό. Αντιστρόφως, αύξηση του σωματικού βάρους οδηγεί σε μείωση του αριθμού των ανακτηθέντων ωαρίων (κλινικώς σημαντικό μόνο για δόσεις θυλακιοτροπίνης δέλτα κάτω των
12 μικρογραμμαρίων). Το προκύπτον δοσολογικό σχήμα του REKOVELLE αναφέρεται στην παράγραφο 4.2.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η δοκιμή ESTHER-1 ήταν μία τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή, ελεγχόμενη δοκιμή σε 1.326 ασθενείς σε IVF/ICSI. Η δοκιμή συνέκρινε το εξατομικευμένο δοσολογικό σχήμα του REKOVELLE όπου η ημερήσια δόση είναι καθορισμένη για κάθε ασθενή και σταθερή κατά τη διάρκεια της διέγερσης χωρίς προσαρμογές (βλ. παράγραφο 4.2) με θυλακιοτροπίνη άλφα πληρούμενη κατά μάζα σε αρχική δόση 11 μικρογραμμαρίων (150 IU) για τις πρώτες πέντε ημέρες ακολουθούμενη από ρυθμίσεις της δόσης από την ημέρα 6 της διέγερσης με βάση την ανάπτυξη των ωοθυλακίων σε πρωτόκολλο με ανταγωνιστή GnRH. Οι ασθενείς ήταν ηλικίας έως 40 ετών και είχαν ομαλούς καταμήνιους κύκλους που θεωρούντο ωορρηκτικοί. Η μονήρης μεταφορά βλαστοκύστης την ημέρα 5 ήταν υποχρεωτική με εξαίρεση τις ασθενείς 38-40 ετών στις οποίες διενεργήθηκε διπλή μεταφορά βλαστοκύστης εάν δεν ήταν διαθέσιμες βλαστοκύστεις καλής ποιότητας. Τα δύο συμπρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό εξελισσόμενης κύησης και το ποσοστό εξελισσόμενης εμφύτευσης στο φυσικό κύκλο, οριζόμενα ως ένα τουλάχιστον ενδομητρίως εν ζωή έμβρυο 10-11 εβδομάδες μετά τη μεταφορά και ως ο αριθμός των ενδομητρίως εν ζωή εμβρύων 10-11 εβδομάδες μετά τη εμβρυομεταφορά διαιρούμενος με τον αριθμό των μεταφερόμενων βλαστοκύστεων, αντιστοίχως.
Η δοκιμή κατέδειξε ότι το REKOVELLE ήταν τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικό με τη θυλακιοτροπίνη άλφα όσον αφορά το ποσοστό εξελισσόμενης κύησης και το ποσοστό εξελισσόμενης εμφύτευσης, όπως φαίνεται στον Πίνακα 3.
Πίνακας 3 Ποσοστό εξελισσόμενης κύησης και ποσοστό εξελισσόμενης εμφύτευσης στη δοκιμή
ESTHER-1
| Το REKOVELLE σεεξατομικευμένο δοσολογικό σχήμα(N=665) | Θυλακιοτροπίνη άλφα(N=661) | Διαφορά [95% CI] | |
| Ποσοστό εξελισσόμενηςκύησης | 30,7% | 31,6% | -0,9% [-5,9%, 4,1%] |
| Ποσοστό εξελισσόμενης εμφύτευσης | 35,2% | 35,8% | -0,6% [-6,1%, 4,8%] |
Πληθυσμός: τυχαιοποιημένος και εκτεθειμένος όλος
Η επίπτωση του βασισμένου στην AMH δοσολογικού σχήματος του REKOVELLE αξιολογήθηκε επίσης σε δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, όπως η ωοθηκική απόκριση και η διαχείριση κινδύνου του ΣΥΔΩ.
Στο συνολικό πληθυσμό της δοκιμής, ο μέσος αριθμός των ανακτηθέντων ωαρίων ήταν 10,0 ± 5,6 με το REKOVELLE (Ν=636) στo εξατομικευμένο δοσολογικό σχήμα και 10,4 ± 6,5 με τη θυλακιοτροπίνη άλφα (Ν=643) σε αρχική δόση 150 IU ακολουθούμενη από προσαρμογές δόσης.
Μεταξύ των ασθενών με AMH ≥15 pmol/l, η ωοθηκική απόκριση με το REKOVELLE (Ν=355) και τη θυλακιοτροπίνη άλφα (Ν=353), αντίστοιχα, ήταν η εξής: μέσος αριθμός ανακτηθέντων ωαρίων 11,6 ± 5,9 και 13,3 ± 6,9, και ποσοστό ασθενών με ≥20 ωοκύτταρα 10,1% (36/355) και 15,6% (55/353).
Σε ωορρηκτικές ασθενείς με πολυκυστικές ωοθήκες που υποβάλλονταν σε κύκλο με ανταγωνιστή GnRH, η συχνότητα εμφάνισης του πρώιμου μέτριου/σοβαρού ΣΥΔΩ και/ή των προληπτικών παρεμβάσεων για πρώιμο ΣΥΔΩ ήταν 7,7% με το REKOVELLE και 26,7% με τη θυλακιοτροπίνη άλφα.
Σε μια ελεγχόμενη δοκιμή που αξιολόγησε την ωοθηκική απόκριση με εξατομικευμένη δοσολογία REKOVELLE σε ασθενείς με AMH ≤35 pmol/l, ο μέσος αριθμός των ωαρίων ήταν 11,1 ± 5,9 σε κύκλο με αγωνιστή GnRH (N=202) σε σύγκριση με 9,6 ± 5,5 σε κύκλο με ανταγωνιστή GnRH (N=204), και η μέση διάρκεια διέγερσης με REKOVELLE ήταν 10,4 ± 1,9 ημέρες σε κύκλο με αγωνιστή GnRH σε σύγκριση με 8,8 ± 1,8 ημέρες σε κύκλο με ανταγωνιστή GnRH.
Ασφάλεια - ανοσογονικότητα
Αντισώματα anti-FSH μετρήθηκαν προ και μετά τη χορήγηση δόσης σε ασθενείς που υποβάλλονταν έως και σε τρεις κύκλους επαναλαμβανόμενης θεραπείας με REKOVELLE (665 ασθενείς στον κύκλο 1 στη δοκιμή ESTHER-1 καθώς και 252 ασθενείς στον κύκλο 2 και 95 ασθενείς στον κύκλο 3 στη δοκιμή ESTHER-2). Η συχνότητα εμφάνισης των αντισωμάτων anti-FSH μετά τη θεραπεία με REKOVELLE ήταν 1,1% στον κύκλο 1, 0,8% στον κύκλο 2 και 1,1% στον κύκλο 3. Τα ποσοστά αυτά ήταν παρόμοια με τη συχνότητα εμφάνισης των προϋπαρχόντων αντισωμάτων anti-FSH πριν από έκθεση σε REKOVELLE στον κύκλο 1, η οποία ήταν 1,4%, και συγκρίσιμα με τις συχνότητες εμφάνισης των αντισωμάτων anti-FSH μετά από θεραπεία με θυλακιοτροπίνη άλφα. Σε όλες τις ασθενείς με αντισώματα anti-FSH, οι τίτλοι ήταν μη ανιχνεύσιμοι ή πολύ χαμηλοί και χωρίς ικανότητα αδρανοποίησης. Επαναλαμβανόμενη θεραπεία με REKOVELLE ασθενών με προϋπάρχοντα ή επαγόμενα από τη θεραπεία αντισώματα anti-FSH δεν αύξησε τον τίτλο αντισώματος, δεν συσχετίστηκε με μειωμένη ωοθηκική απόκριση, και δεν προκάλεσε σχετικές με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η εμπειρία από κλινικές δοκιμές με REKOVELLE σε μακρύ πρωτόκολλο με αγωνιστή GnRH είναι περιορισμένη.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της θυλακιοτροπίνης δέλτα έχει διερευνηθεί σε υγιείς γυναίκες και σε ασθενείς σε IVF/ICSI που υποβάλλονταν σε COS. Μετά από επαναλαμβανόμενες ημερήσιες υποδόριες χορηγήσεις, το REKOVELLE επιτυγχάνει σταθεροποιημένη κατάσταση εντός 6 έως
7 ημερών με συγκέντρωση υψηλότερη κατά τρεις φορές σε σύγκριση με τη συγκέντρωση μετά την πρώτη δόση. Τα κυκλοφορούντα επίπεδα θυλακιοτροπίνης δέλτα είναι αντιστρόφως ανάλογα του σωματικού βάρους, γεγονός που υποστηρίζει την εξατομικευμένη δοσολογία βάσει του σωματικού βάρους. Η θυλακιοτροπίνη δέλτα οδηγεί σε μεγαλύτερη έκθεση απ’ ότι η θυλακιοτροπίνη άλφα.
Απορρόφηση
Μετά από ημερήσια υποδόρια χορήγηση του REKOVELLE, ο χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό είναι 10 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 64%.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι περίπου 25 l μετά από υποδόρια χορήγηση και ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 9 l μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Εντός του εύρους θεραπευτικής δόσης, η έκθεση στη θυλακιοτροπίνη δέλτα αυξάνεται αναλογικά με τη δόση.
Αποβολή
Μετά από υποδόρια χορήγηση, η φαινόμενη κάθαρση της θυλακιοτροπίνης δέλτα είναι 0,6 l/h και η κάθαρση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 0,3 l/h. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής μετά από εφάπαξ υποδόρια χορήγηση είναι 40 ώρες και μετά από πολλαπλή υποδόρια χορήγηση είναι 28 ώρες. Η φαινόμενη κάθαρση για τη θυλακιοτροπίνη δέλτα είναι χαμηλή, δηλ. 0,6 l/h μετά από πολλαπλή υποδόρια χορήγηση, γεγονός που οδηγεί σε υψηλή έκθεση. Η θυλακιοτροπίνη δέλτα αναμένεται να αποβάλλεται όπως και οι άλλες θυλακιοτροπίνες, δηλ. κυρίως από τους νεφρούς. Το κλάσμα της θυλακιοτροπίνης δέλτα που απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα υπολογίστηκε σε 9%.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - REKOVELLE 12MCG/0.36ML
Φαινόλη Πολυσορβικό 20 L-μεθειονίνη
Νάτριο θειικό δεκαϋδρικό
Δινάτριο φωσφορικό δωδεκαϋδρικό Φωσφορικό οξύ, πυκνό (για ρύθμιση του pH) Νατρίου υδροξείδιο (για ρύθμιση του pH) Ύδωρ για ενέσιμα
3 χρόνια
Κατά τη χρήση: 28 ημέρες όταν φυλάσσεται σε θερμοκρασία ίση με ή μικρότερη των 25 °C.
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C – 8 °C).
Μην καταψύχετε.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Το REKOVELLE μπορεί να απομακρυνθεί από το ψυγείο, χωρίς να ψυχθεί εκ νέου, και να φυλάσσεται σε θερμοκρασία ίση με ή μικρότερη των 25 °C για έως και 3 μήνες περιλαμβανομένης της περιόδου μετά την πρώτη χρήση. Μετά πρέπει να απορρίπτεται.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την πρώτη χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
REKOVELLE 12 μικρογραμμάρια/0,36 ml ενέσιμο διάλυμα
Φυσίγγιο (γυαλί τύπου I) πολλαπλών δόσεων των 3 ml με έμβολο (ελαστικό αλοβουτυλίου) και πρεσαριστό πώμα (αλουμίνιο) με στόμιο (ελαστικό). Κάθε φυσίγγιο περιέχει 0,36 ml διαλύματος. Μέγεθος συσκευασίας 1 προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας και 3 βελονών ένεσης (ανοξείδωτο ατσάλι).
REKOVELLE 36 μικρογραμμάρια/1,08 ml ενέσιμο διάλυμα
Φυσίγγιο (γυαλί τύπου I) πολλαπλών δόσεων των 3 ml με έμβολο (ελαστικό αλοβουτυλίου) και πρεσαριστό πώμα (αλουμίνιο) με στόμιο (ελαστικό). Κάθε φυσίγγιο περιέχει 1,08 ml διαλύματος. Μέγεθος συσκευασίας 1 προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας και 9 βελονών ένεσης (ανοξείδωτο ατσάλι).
REKOVELLE 72 μικρογραμμάρια/2,16 ml ενέσιμο διάλυμα
Φυσίγγιο (γυαλί τύπου I) πολλαπλών δόσεων των 3 ml με έμβολο (ελαστικό αλοβουτυλίου) και πρεσαριστό πώμα (αλουμίνιο) με στόμιο (ελαστικό). Κάθε φυσίγγιο περιέχει 2,16 ml διαλύματος. Μέγεθος συσκευασίας 1 προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας και 15 βελονών ένεσης (ανοξείδωτο ατσάλι).
και άλλος χειρισμός
Το διάλυμα δεν πρέπει να χορηγείται εάν περιέχει σωματίδια ή δεν είναι διαυγές.
Πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες χρήσης της συσκευής τύπου πένας. Να απορρίπτονται οι χρησιμοποιηθείσες βελόνες αμέσως μετά την ένεση.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.