RETMICIN GEL.EXT.US 2%+0,05% β/β
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - RETMICIN 2%
Το RETMICIN ενδείκνυται για την τοπική θεραπεία της ακμής μέτριου βαθμού.
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
Το RETMICIN προορίζεται αποκλειστικά για δερματική χρήση. Δοσολογία
Ενήλικες και Έφηβοι (ηλικίας 12 ετών και άνω)
Τρόπος χορήγησης
Εφαρμόστε μια λεπτή στρώση γέλης σε ολόκληρη την πάσχουσα περιοχή 1-2 φορές ημερησίως, κατά προτίμηση αφού έχετε καθαρίσει το δέρμα σας με ήπιο καθαριστικό σαπούνι και το έχετε στεγνώσει. Αποφύγετε την εφαρμογή κοντά στα μάτια, τα χείλη και τις άλλες βλεννογόνους μεμβράνες.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν 6 έως 8 εβδομάδες θεραπείας, μέχρι να παρατηρηθεί το πλήρες θεραπευτικό αποτέλεσμα. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της γέλης ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0%w/w, 0,05%w/w) δεν έχει μελετηθεί πέραν των 12 εβδομάδων σε κλινικές μελέτες για την κοινή ακμή. Ο συνταγογράφων ιατρός πρέπει να αξιολογεί το όφελος της συνέχισης της θεραπείας μετά από 12 εβδομάδες αδιάλειπτης χρήσης, λαμβάνοντας υπόψιν τον αυξημένο κίνδυνο αντιμικροβιακής αντοχής.
Οι ασθενείς θα πρέπει να πλένουν τα χέρια τους μετά την εφαρμογή της γέλης RETMICIN.
Θα πρέπει να δίνεται σύσταση στους ασθενείς να αποφεύγουν την εφαρμογή υπερβολικής ποσότητας RETMICIN, στο βαθμό που περίσσεια φαρμάκου θα μπορούσε να μπει στα μάτια τους, τις άκρες της μύτης και σε άλλες περιοχές, όπου δεν απαιτείται θεραπεία. Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η
εφαρμογή υπερβολικής ποσότητας RETMICIN, δεν επιφέρει ταχύτερα ή καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα, αλλά μπορεί να προκαλέσει ερυθρότητα, απολέπιση ή δυσφορία. Εάν αυτό συμβεί είτε από λάθος είτε από ενθουσιώδη χρήση του φαρμάκου, οι ασθενείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν ενυδατική κρέμα και θα πρέπει είτε να μειώσουν τη συχνότητα εφαρμογής του RETMICIN είτε να διακόψουν την εφαρμογή του για μερικές ημέρες. Μόλις υποχωρήσει ο ερεθισμός θα πρέπει να επανέλθει η κανονική συχνότητα εφαρμογής. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν ο ερεθισμός παραμένει. Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου δεν έχει καθοριστεί για δοσολογίες με συχνότητα μικρότερη από μία φορά την ημέρα.
Λόγω της εύφλεκτης φύσης του RETMICIN, οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν το κάπνισμα ή το να βρίσκονται κοντά σε ανοικτή φλόγα ή ορισμένες συσκευές (π.χ. στεγνωτήρα μαλλιών) κατά την εφαρμογή και αμέσως μετά τη χρήση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RETMICIN δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών, επομένως δε συνιστάται η χρήση του RETMICIN σε αυτόν τον πληθυσμό.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν χρειάζονται ειδικές συστάσεις καθώς η κοινή ακμή δεν απαντάται σε ηλικιωμένους.
Νεφρική ανεπάρκεια
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Καθώς η συστηματική απορρόφηση του RETMICIN μετά την εφαρμογή στο δέρμα είναι χαμηλή, η νεφρική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να οδηγήσει σε συστηματική έκθεση με κλινική σημασία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Καθώς η συστηματική απορρόφηση του RETMICIN μετά την εφαρμογή στο δέρμα είναι χαμηλή, η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να οδηγήσει σε συστηματική έκθεση κλινικής σημασίας.
Ερεθισμός
Η επαφή με το στόμα, τους οφθαλμούς, τα χείλη, τις βλεννογόνους μεμβράνες και το διαβρωμένο δέρμα θα πρέπει να αποφεύγεται. Σε περίπτωση τυχαίας επαφής, ξεπλύνετε καλά με νερό. Πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να μην συσσωρεύεται το φάρμακο στις πτυχές του δέρματος.
Το προïόν περιέχει βουτυλιωμένο υδροξυτολουόλιο το οποίο μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα εξ επαφής) ή ερεθισμό στα μάτια και τους βλεννογόνους.
Αυτό το φάρμακο περιέχει 949,4 mg αλκοόλης (αιθανόλη) σε κάθε γραμμάριο γέλης. Μπορεί να προκαλέσει αίσθημα καύσου στο δέρμα που έχει υποστεί βλάβη.
Λόγω της ερεθιστικής φύσεως του RETMICIN, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν εφαρμόζεται σε ευαίσθητες περιοχές του δέρματος, όπως είναι ο λαιμός και το διαβρωμένο ή εκζεματώδες δέρμα, ή κατά τη θεραπεία ασθενών με φεγμονώδεις δερματικές παθήσεις που μπορεί να συνυπάρχουν με την
ακμή, π.χ. ροδόχρους ακμή ή περιστοματική δερματίτιδα. Το RETMICIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει δυσανεξία σε αυτό ή κάποιο άλλο παρόμοιο προϊόν ρετινοειδών στο παρελθόν.
Λόγω της πιθανότητας σοβαρού ερεθισμού, πρέπει να αποφεύγεται η εφαρμογή σε εκζεματώδες δέρμα.
Το RETMICIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό φωτοευαισθησίας.
Η ταυτόχρονη χρήση και άλλης τοπικής θεραπείας της ακμής πρέπει να γίνεται με προσοχή καθώς μπορεί να προκληθεί αθροιστική ερεθιστική δράση. Εάν παρουσιαστεί ερεθισμός ή δερματίτιδα, η συχνότητα εφαρμογής πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί προσωρινά και η θεραπεία να συνεχιστεί όταν υποχωρήσει ο ερεθισμός. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν ο ερεθισμός παραμένει.
Σε ασθενείς των οποίων το δέρμα έχει υποβληθεί σε διαδικασίες όπως αποτρίχωση, χημική θεραπεία μαλλιών, χημική απολέπιση, δερμοαπόξεση ή θεραπεία με λέιζερ, το δέρμα θα πρέπει να αφήνεται να αναρρώσει πριν από την εφαρμογή.
Καλλυντικά που προκαλούν έντονη ξηρότητα, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων με υψηλές συγκεντρώσεις σε αλκοόλ ή / και στυπτικά προϊόντα, ή που έχουν δυνητικά ερεθιστική δράση πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς μπορεί να προκληθεί αθροιστική ερεθιστική δράση.
Αντοχή στην ερυθρομυκίνη
Η θεραπεία της ακμής με τοπικά αντιβιοτικά σχετίζεται με την ανάπτυξη αντιμικροβιακής αντοχής του Propionibacterium acnes καθώς και άλλων βακτηρίων (π.χ. Staphylococcus aureus, Streptococcus pyogenes). Η χρήση ερυθρομυκίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη αντοχής σε αυτούς τους μικροοργανισμούς.
Εάν υπάρχουν ενδείξεις ανάπτυξης κλινικής μικροβιακής αντοχής κατά τη διάρκεια της θεραπείας (π.χ. κακή απόκριση ή επιδείνωση της κατάστασης), η θεραπεία με το RETMICIN πρέπει να διακόπτεται.
Διασταυρούμενη αντοχή
Διασταυρούμενη αντοχή με άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των μακρολιδών και με την κλινδαμυκίνη μπορεί να συμβεί (βλέπε παράγραφο 5.1). Η χρήση αντιβιοτικών παραγόντων μπορεί να συσχετιστεί με την υπερανάπτυξη μικροοργανισμών ανθεκτικών σε αντιβιοτικά. Εάν συμβεί αυτό, διακόψτε τη χρήση.
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
Η ισοτρεξίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ή με ιστορικό ν. Crohn, ελκώδους κολίτιδας ή κολίτιδας που σχετίζεται με αντιβιοτικά (συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας).
Η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει συσχετισθεί με τη χρήση αντιβιοτικών και μπορεί να κυμαίνεται ως προς τη σοβαρότητα από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψιν κατά τη διάγνωση σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκεια χρήσης ή μετά τη χρήση αντιβιοτικών. Αν και αυτό είναι λιγότερο πιθανό να εμφανιστεί με τοπικά εφαρμοζόμενη ερυθρομυκίνη, εάν παρουσιαστεί παρατεταμένη ή σημαντική διάρροια ή εάν ο ασθενής αισθάνεται κοιλιακές κράμπες, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και ο ασθενής να διερευνάται περαιτέρω.
Ευαισθησία στο ηλιακό φως και έκθεση στο περιβάλλον
Το φάρμακο ενδέχεται ν’αυξήσει την φωτοευαισθησία και γι’αυτό η σκόπιμη ή παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο ή τις λάμπες τεχνητού μαυρίσματος πρέπει να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται.
Όταν η έκθεση στο ηλιακό φως δεν μπορεί ν’ αποφευχθεί, συνίσταται η χρήση αντηλιακών προϊόντων που παρέχουν επαρκή προστασία από την UVA και την UVB ακτινοβολία και προστατευτικών
ρούχων που να καλύπτουν τις πάσχουσες περιοχές. Λόγω της πιθανότητας φωτοευαισθησίας, που οδηγεί σε μεγαλύτερο κίνδυνο ηλιακών εγκαυμάτων, το RETMICIN θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του δέρματος.
Σε περίπτωση ηλιακού εγκαύματος η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει εφόσον αυτό επιλυθεί.
Οι ακραίες καιρικές συνθήκες, όπως ο άνεμος ή το κρύο, μπορεί να είναι πιο ερεθιστικές για τους ασθενείς που χρησιμοποιούν το RETMICIN.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων με γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0%w/w, 0,05%w/w).
Η κλινδαμυκίνη και η ερυθρομυκίνη έχει αποδειχθεί ότι ανταγωνίζονται in vitro. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα.
Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη εφαρμογή οξειδωτικών παραγόντων, όπως το υπεροξείδιο του βενζολίου, καθώς μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της τοπικά εφαρμοζόμενης ισοτρετινοΐνης. Εάν απαιτείται συνδυαστική θεραπεία, τα προϊόντα θα πρέπει να εφαρμόζονται σε διαφορετικές ώρες της ημέρας (π.χ. το ένα το πρωί και το άλλο το βράδυ).
Τα από του στόματος χορηγούμενα ρετινοειδή έχουν συσχετιστεί με συγγενείς ανωμαλίες. Όταν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης, τα τοπικώς χορηγούμενα ρετινοειδή θεωρείται γενικά ότι οδηγούν σε χαμηλή συστηματική έκθεση λόγω ελάχιστης δερματικής απορρόφησης. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχουν ατομικοί παράγοντες (π.χ., κατεστραμμένος επιδερμικός φραγμός, υπερβολική χρήση) που συμβάλλουν στην αύξηση της συστηματικής έκθεσης.
Κύηση
Η ασφάλεια χρήσης γέλης ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0%w/w, 0,05%w/w) σε εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. Παράγραφο 5.3).
Το RETMICIN αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3) κατά την κύηση ή σε γυναίκες που προγραμματίζουν κύηση. Εάν το προϊόν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια κύησης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ παίρνει αυτό το φάρμακο, θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία.
Υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα από τη χρήση τοπικής ισοτρετινοΐνης σε έγκυες γυναίκες. Ωστόσο, μελέτες συνολικού αριθμού 1535 γυναικών που εκτέθηκαν σε τοπική τρετινοΐνη (ένα ισομερές της ισοτρετινοΐνης) στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης δεν έδειξε την ύπαρξη αυξημένου κινδύνου συγγενών ανωμαλιών, συμπεριλαμβανομένης της προκαλούμενης από ρετινοϊκό οξύ εμβρυοπάθειας ή σημαντικών σωματικών διαταραχών.
Ωστόσο, στην κλινική πράξη, η τοπική χρήση τρετινοΐνης στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης έχει συσχετιστεί κατά περιόδους με την εμβρυοπάθεια από ρετινοϊκό οξύ. Υπάρχουν επίσης μερικές αναφορές της σπάνιας κατηγορίας εκ γενετής ανωμαλιών, ολοπροσεγκεφαλίας (ανωμαλίες που σχετίζονται με ελλιπή διαίρεση του πρόσθιου εγκεφάλου). Η σημασία αυτών των αναφορών, όσον αφορά τον κίνδυνο για το έμβρυο, είναι αβέβαιη, δεδομένου ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει διαπιστωθεί αιτιακή συσχέτιση και οι επιδράσεις αυτές δεν έχουν αναπαραχθεί.
Δεν απαιτούνται ειδικές αντισυλληπτικές προφυλάξεις για τους άνδρες που χρησιμοποιούν το RETMICIN.
Θηλασμός
Η χρήση του RETMICIN κατά το θηλασμό δεν έχει μελετηθεί.
Η διαδερμική απορρόφηση της ερυθρομυκίνης είναι αμελητέα. Ωστόσο, δεν είναι είναι γνωστό αν η ερυθρομυκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα μετά από τοπική εφαρμογή. Η ερυθρομυκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα μετά από χορήγηση από του στόματος και από παρεντερική χορήγηση.
Η διαδερμική απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης είναι αμελητέα. Παρόλα αυτά, καθώς δεν είναι γνωστό εάν η ισοτρετινοΐνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα ο κίνδυνος για το νεογνό/βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή αν θα γίνει διακοπή / αποχή από τη θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση γέλης ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0%w/w, 0,05%w/w) (ή των μεμονωμένων δραστικών ουσιών) στην ανθρώπινη γονιμότητα, αλλά η ισοτρετινοΐνη, στις θεραπευτικές από του στόματος δοσολογίες, δεν επηρεάζει τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία του σπέρματος (βλέπε παράγραφο 5.3).
ν
Το RETMICIN δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του RETMICIN συνοψίζονται παρακάτω και περιλαμβάνουν όσες πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί για τα τοπικά χορηγούμενα μεμονωμένα δραστικά συστατικά, ερυθρομυκίνη ή ισοτρετινοΐνη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA και κατηγορία συχνότητας εμφάνισης. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως ακολούθως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) μη γνωστής συχνότητας (δεν είναι δυνατή η αξιολόγησή τους από τα διαθέσιμα στοιχεία).
| Κατηγορία / Οργανικό Σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | 1Μη γνωστής συχνότητας |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αλλεργική αντίδραση | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Κοιλιακή δυσφορία, επιγαστραλγία, διάρροια | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα, 2ξηρότητα, 2ερύθημα, 2απολέπιση, 2κάψιμο, 2κνησμός, 3δερματική ενόχληση | Αντίδραση φωτοευαισθησίας, αποχρωματισμός δέρματος, υπερχρωματισμός |
| δέρματος, υποχρωματισμός δέρματος, κνίδωση | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πόνος | Αντιδράσεις στη θέση εφαρμογής συμπεριλαμβανομένων εκζέματος, απολεπιστικής δερματίτιδας | Οίδημα προσώπου |
1Προσδιορίστηκαν κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία αντίστοιχων προϊόντων. Λόγω του ότι οι αναφορές αυτές προέρχονται από ένα πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους και υπόκεινται σε παράγοντες που προκαλούν σύγχυση, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η συσχέτιση και να υπολογισθεί το ποσοστό της συχνότητας εμφάνισης των περιστατικών. Ωστόσο, συστηματικές αντιδράσεις σπάνια εμφανίζονται. 2Προσδιορίστηκαν από τις αξιολογήσεις ανεκτικότητας κατά τη διάρκεια της κλινικής μελέτης 12 εβδομάδων που πραγματοποιήθηκε για τη γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0%w/w, 0,05%w/w). 3Προσδιορίστηκαν από κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με τοπική ερυθρομυκίνη και τοπική ισοτρετινοΐνη.
Τοπική ανεκτικότητα
Κατά τη διάρκεια μιας κλινικής μελέτης 12 εβδομάδων με γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0%w/w, 0,05%w/w), εκτιμήθηκαν οι αξιολογήσεις του ερευνητή για την ξηρότητα, το ερύθημα και την απολέπιση και οι αξιολογήσεις των ασθενών για το κάψιμο και τον κνησμό. Οι τοπικές δερματικές αντιδράσεις και η ανεκτικότητα αξιολογήθηκαν κατά την έναρξη και τις εβδομάδες 4, 8 και 12. Για κάθε μια από τις παραμέτρους που αξιολογήθηκαν, η συχνότητα εμφάνισης ασθενών με συμπτώματα γενικά μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου.
Αξιολογήσεις της τοπικής ανοχής από κλινική μελέτη στην αρχή της μελέτης, τις εβδομάδες 4, 8 και στο τέλος της θεραπείας (Εβδομάδα 12)
| Γέλη ερυθρομυκίνης/ ισοτρετινοΐνης (2,0% w/w, 0,05%w/w)(N=40) | Γέλη ερυθρομυκίνης (2%)(N=41) | Γέλη ισοτρετινοΐνης (0,05%)(N=40) | Αδρανής γέλη (N=40) | |
| Ποσοστό ασθενών με συμπτώματα (%) | ||||
| Ερύθημα | ||||
| Εβδομάδα 0 | 0 | 0 | 0 | 0 |
| Εβδομάδα 4 | 78 | 41 | 70 | 50 |
| Εβδομάδα 8 | 53 | 37 | 68 | 43 |
| Εβδομάδα 12 | 50 | 20 | 60 | 37 |
| Απολέπιση | ||||
| Εβδομάδα 0 | 0 | 0 | 3 | 0 |
| Εβδομάδα 4 | 81 | 32 | 75 | 35 |
| Εβδομάδα 8 | 47 | 43 | 65 | 37 |
| Εβδομάδα 12 | 39 | 9 | 34 | 23 |
| Ξηρότητα | ||||
| Εβδομάδα 0 | 0 | 0 | 3 | 0 |
| Εβδομάδα 4 | 72 | 46 | 85 | 48 |
| Εβδομάδα 8 | 64 | 57 | 73 | 46 |
| Εβδομάδα 12 | 64 | 29 | 60 | 34 |
| Κάψιμο | ||||
| Εβδομάδα 0 | 0 | 0 | 0 | 0 |
| Εβδομάδα 4 | 66 | 28 | 69 | 28 |
| Εβδομάδα 8 | 33 | 11 | 32 | 6 |
| Εβδομάδα 12 | 28 | 14 | 23 | 14 |
| Κνησμός | ||||
| Εβδομάδα 0 | 0 | 0 | 0 | 0 |
| Εβδομάδα 4 | 56 | 19 | 59 | 19 |
| Εβδομάδα 8 | 28 | 6 | 24 | 0 |
| Εβδομάδα 12 | 17 | 6 | 11 | 9 |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21
06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Συμπτώματα και σημεία
Οξεία υπερδοσολογία του φαρμάκου δεν έχει αναφερθεί μέχρι σήμερα.
Η από του στόματος λήψη ενός σωληναρίου RETMICIN θα είχε ως αποτέλεσμα μικρότερη έκθεση από αυτή που επιτυγχάνεται με τη συνιστώμενη από του στόματος δοσολογία ισοτρετινοΐνης. Επομένως, η θεωρητική εμφάνιση συμπτωμάτων που σχετίζονται με υπερδοσολογία ισοτρετινοΐνης (π.χ. υπερβιταμίνωση Α) είναι μάλλον απίθανη.
Σε περίπτωση τυχαίας κατάποσης μπορεί να παρατηρηθούν γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, παρόμοιες με αυτές που σχετίζονται με την από του στόματος χορήγηση ερυθρομυκίνης (π.χ. ναυτία, έμετος, διάρροια).
Το σκεύασμα γέλης περιέχει σημαντική ποσότητα αιθανόλης. Η συστηματική απορρόφηση της πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν σε περίπτωση κατάποσης.
Θεραπεία
Πρέπει να λαμβάνεται κατάλληλη συμπτωματική αντιμετώπιση για την ανακούφιση του δέρματος από ερεθισμό λόγω υπερβολικής εφαρμογής.
Η περαιτέρω διαχείριση πρέπει να είναι ως ενδεικνύται κλινικά ή όπως συνιστάται από το εθνικό κέντρο δηλητηριάσεων, όπου υπάρχει.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - RETMICIN 2%
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ρετινοειδή για τοπική χρήση σε ακμή, συνδυασμοί ισοτρετινοΐνης. Kωδικός ATC: D10AD54
Μηχανισμός δράσης
Ισοτρετινοΐνη
Η ισοτρετινοΐνη δομικά και φαρμακολογικά συνδέεται με τη βιταμίνη Α που ρυθμίζει την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση των επιθηλιακών κυττάρων. Όταν χρησιμοποιείται συστηματικά, καταστέλλει τη δραστηριότητα των σμηγματογόνων αδένων και μειώνει την παραγωγή σμήγματος. Επίσης επιδρά στη γένεση φαγεσώρων, αναστέλλει την κερατινοποίηση των θυλάκων, καταστέλλει την ακμή που προκαλείται από το Propionibacterium και μειώνει τη φλεγμονή.
Θεωρείται ότι η τοπικά εφαρμοζόμενη ισοτρετινοΐνη δρα με παρόμοιο τρόπο με το στερεοϊσομερές της, την τρετινοΐνη και
-
διεγείρει τη μίτωση στην επιδερμίδα
-
μειώνει τη μεσοκυττάρια συνοχή στην κερατίνη στιβάδα του δέρματος
-
ανταγωνίζεται την υπερκεράτωση, χαρακτηριστική της κοινής ακμής
-
βοηθά στην απολέπιση, προλαμβάνοντας έτσι το σχηματισμό των ουλών
-
προάγει την παραγωγή ενός λιγότερο συνεκτικού σμήγματος των επιδερμικών κυττάρων. Αυτό προάγει την αρχική απομάκρυνση των φαγεσώρων και προλαμβάνει τον μελλοντικό σχηματισμό τους
Η ισοτρετινοΐνη έχει τοπική αντιφλεγμονώδη δράση. Η τοπική εφαρμογή της ισοτρετινοΐνης αναστέλλει την προκαλούμενη από τα λευκοτριένια Β4 μετανάστευση των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων, εξηγώντας την αντιφλεγμονώδη δράση της ισοτρετινοΐνης. Σημαντική αναστολή προάγεται από την τοπική εφαρμογή της ισοτρετινοΐνης, ενώ μόνο ασθενής αναστολή προάγεται από την τοπική εφαρμογή τρετινοΐνης. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και τον μειωμένο κίνδυνο υποτροπής ο οποίος παρατηρείται με την τοπική ισοτρετινοΐνη σε σχέση με την τοπική τρετινοΐνη.
Ερυθρομυκίνη
Η ερυθρομυκίνη είναι μια μακρολίδη που δρά αναστέλλοντας τη πρωτεïνική σύνθεση των βακτηρίων, μέσω αντιστρεπτής σύνδεσης στις ριβοσωμικές υπομονάδες, εμποδίζοντας την μετατόπιση του αμινοάκυλο t-RNA και αναστέλλοντας τη σύνθεση των πολυπεπτιδίων.
Ανάλογα με τον οργανισμό και την χορηγούμενη δόση, η ερυθρομυκίνη παρουσιάζει βακτηριοστατική ή βακτηριοκτόνο δράση.
Στη θεραπεία της ακμής, είναι αποτελεσματική μέσω της μείωσης του πληθυσμού του Propionibacterium acnes και μέσω της εμπόδισης της απελευθέρωσης μεσολαβητών φλεγμονής από τα βακτήρια. Αντοχή του P. acnes στην τοπική εφαρμογή ερυθρομυκίνηςμπορεί να παρατηρηθεί, αλλά έχει αποδειχτεί ότι ο συνδυασμός της ερυθρομυκίνης και της ισοτρετινοΐνης, στο φάρμακο αυτό, είναι αποτελεσματικός έναντι των ανθεκτικών στην ερυθρομυκίνη στελεχών του P. acnes.
Αντοχή και διασταυρούμενη αντοχή
Διασταυρούμενη αντοχή μπορεί να αναπτυχθεί ως αποτέλεσμα σημειακών μεταλλάξεων γονιδίων που κωδικοποιούν το 23S ριβοσωμικό RNA. Ως αποτέλεσμα αυτών των σημειακών μεταλλάξεων, τα περισσότερα στελέχη του Propionibacterium acnes που είναι ανθεκτικά στην ερυθρομυκίνη μπορεί να είναι ανθεκτικά και στην κλινδαμυκίνη.
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά σε ορισμένους οργανισμούς. Η λήψη τοπικών πληροφοριών σχετικά με την αντοχή είναι επιθυμητή.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ισοτρετινοΐνη
Ο μηχανισμός δράσης της ισοτρετινοΐνης δεν έχει καθοριστεί πλήρως.
Η ισοτρετινοΐνη δεσμεύεται στους 3 υποδοχείς του ρετινοϊκού οξέος (RAR) α, β και γ με χαμηλότερη συγγένεια και είναι ανίκανη να συνδεθεί με τους υποδοχείς Χ ρετινοειδών (RXR) και με τον κυτταρικό υποδοχέα του ρετινοϊκού οξέος (CRABP).
Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν παρόμοια συμπεριφορά με τις συστηματικές δράσεις της ισοτρετινοΐνης όταν αυτή εφαρμόζεται τοπικά. Η αναστολή της παραγωγής του σμήγματος από την τοπική εφαρμογή της ισοτρετινοΐνης παρατηρήθηκε στα αυτιά και τα πλευρικά όργανα συριακών χάμστερ. Εφαρμογή της ισοτρετινοΐνης στο αυτί για 15 μέρες οδήγησε σε 50% μείωση στο μέγεθος του σμηγματογόνου αδένα και η εφαρμογή στα πλευρικά όργανα είχε ως αποτέλεσμα 40% μείωση. Τοπική εφαρμογή της ισοτρετινοΐνης έδειξε επίσης ότι έχει αποτέλεσμα στην επιδερμική διαφοροποίηση του δέρματος rhino ποντικών. Μείωση του μεγέθους των κυστιδίων και των επιφανειακών κύστεων η οποία οδήγησε σε φυσιολογικά ωοθυλάκια, ήταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη, και έχει χρησιμοποιηθεί για την ποσοτικοποίηση των αντικερατινικών επιδράσεων της ισοτρετινοΐνης.
Ερυθρομυκίνη
Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο μειώνει τις ουλές της κοινής ακμής δεν είναι πλήρως γνωστός. Ωστόσο, το αποτέλεσμα φαίνεται να οφείλεται εν μέρει στην αντιβακτηριακή και αντιφλεγμονώδη δράση της ερυθρομυκίνης.
Το RETMICIN είναι αποτελεσματικό στη θεραπεία τόσο των φλεγμονωδών όσο και των μη φλεγμονωδών βλαβών. Η ισοτρετινοΐνη αντιμετωπίζει την φαγεσωρική μορφή της ακμής. Η ερυθρομυκίνη είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της μέτριας φλεγμονώδους κοινής ακμής.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της γέλης ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0% w/w, 0,05%w/w), εφαρμοζόμενη δύο φορές ημερησίως, έχει αξιολογηθεί σε μια περίοδο 12 εβδομάδων, κατά τη διάρκεια μιας διπλά-τυφλής, τυχαιοποιημένης, ελεγχόμενης με αδρανές/εικονικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων μελέτης σε 161 ασθενείς ηλικίας 16-32 ετών, με ήπια έως μέτρια κοινή ακμή. Η γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0%w/w, 0,05%w/w) συγκρίθηκε με γέλη ερυθρομυκίνης 2%, γέλη ισοτρετινοΐνης 0,05% και αδρανή γέλη.
Η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε με τη σύγκριση του συνολικού αριθμού των βλαβών μεταξύ των ομάδων, του συνολικού αριθμού των φλεγμονωδών βλαβών, του συνολικού αριθμού των μη φλεγμονωδών βλαβών, του βαθμού σοβαρότητας της ακμής, από τη γενικευμένη αξιολόγηση του ερευνητή και την αξιολόγηση της κατάστασής τους από τους ασθενείς. Μια σύνοψη των κύριων ευρημάτων παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα.
Μεταβολές από την αρχική κατάσταση (baseline) έως την εβδομάδα 12 στην καταμέτρηση των βλαβών και της σοβαρότητας της ακμής
| Γέλη ερυθρομυκίνης/ ισοτρετινοΐνης (2,0% w/w, 0,05%w/w) (N=40) | Γέλη ερυθρομυκίνης (2%)(N=41) | Γέλη ισοτρετινοΐνης (0.05%) (N=40) | Αδρανής γέλη (N=40) | |
| Φλεγμονώδεις βλάβες | ||||
| Μέση μείωση από την αρχική κατάσταση | -16,3 | -10,9 | -8,1 | -6,9 |
| ±SD | 22,9 | 12,4 | 16,2 | 20,0 |
| Τιμή σημαντικότητας σε σύγκριση με τη γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης | 0,213 | 0,060 | 0,032 | |
| Μη φλεγμονώδεις βλάβες | ||||
| Μέση μείωση από την αρχική κατάσταση | -18,9 | -13,2 | -16,9 | -6,4 |
| ±SD | 26,5 | 19,5 | 26,8 | 23,4 |
| Τιμή σημαντικότητας σε σύγκριση με τη γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης | 0,323 | 0,727 | 0,031 | |
| Συνολικές βλάβες (φλεγμονώδεις και μη φλεγμονώδεις) | ||||
| Μέση μείωση από την αρχική κατάσταση | -35,2 | -24,0 | -25,0 | -13,4 |
| ±SD | 45,1 | 25,3 | 33,7 | 36,6 |
| Τιμή σημαντικότητας σε σύγκριση με τη γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης | 0,190 | 0,232 | 0,012 | |
| Βαθμός σοβαρότητας της ακμής | ||||
| Μέση μείωση από την αρχική κατάσταση | -0,31 | -0,20 | -0,17 | -0,23 |
| ±SD | 0,37 | 0,22 | 0,32 | 0,28 |
| Τιμή σημαντικότητας σε σύγκριση με τη γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης | 0,144 | 0,054 | 0,223 | |
Όλες οι στατιστικές δοκιμασίες ήταν δίπλευρες και πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο σημαντικότητας 5% (p = 0,05). Χρησιμοποιήθηκε ανάλυση διακύμανσης για να συγκριθούν οι 4 ομάδες ως προς τις μεταβολές των εβδομάδων 4, 8 και 12 από την αρχική κατάσταση.
Η γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0% w/w, 0,05%w/w) έδωσε τη μεγαλύτερη βελτίωση, για όλα τα κριτήρια αξιολόγησης της ακμής, την 12η εβδομάδα. Η γέλη ερυθρομυκίνης/ισοτρετινοΐνης (2,0% w/w, 0,05%w/w) μείωσε σημαντικά (p <0,05) το μέσο σύνολο βλαβών (φλεγμονωδών και μη) σε σύγκριση με την αδρανή γέλη.
Απορρόφηση
Η διαδερμική απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης και της ερυθρομυκίνης του φαρμάκου είναι αμελητέα.
Σε μελέτες ασθενών που υπέφεραν από εκτεταμένη ακμή, μετά την τοπική εφαρμογή και των δύο συστατικών του φαρμάκου, τα επίπεδα της ισοτρετινοΐνης αυξήθηκαν ελαφρώς σε σχέση με τα αρχικά επίπεδα (η ισοτρετινοΐνη φυσιολογικά ανευρίσκεται στο πλάσμα). Τα επίπεδα παρέμειναν κάτω από 5 ng/mL και δεν αυξήθηκαν παρουσία ερυθρομυκίνης, όταν έγινε σύγκριση με την τοπική χορήγηση μόνο ισοτρετινοΐνης. Τα επίπεδα ερυθρομυκίνης δεν ήταν ανιχνεύσιμα.
Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες χρήσης του φαρμάκου σε ασθενείς με ακμή, η διαδερμική απορρόφηση των δραστικών συστατικών ήταν αμελητέα.
Κατανομή
Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι τα δραστικά συστατικά απορροφούνται σε οποιοδήποτε βαθμό μετά την εφαρμογή τους στο δέρμα.
Ισοτρετινοΐνη
Η συστηματική (από του στόματος) ισοτρετινοΐνη δεσμεύεται περισσότερο από 99,9% στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη.
Ερυθρομυκίνη
Η συστηματική (από του στόματος) ερυθρομυκίνη δεσμεύεται κατά περίπου 65% στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως στην άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη (περίπου 55%).
Βιομετασχηματισμός
Ισοτρετινοΐνη
Ιn vivo μελέτες σε ανθρώπους έδειξαν ότι οι τρεις κύριοι μεταβολίτες που εντοπίζονται στο ανθρώπινο πλάσμα μετά από συστηματική (από του στόματος) χορήγηση ισοτρετινοΐνης είναι: η 4- οξο-ισοτρετινοϊνη, το ρετινοϊκό οξύ (τρετινοΐνη) και το 4-οξο-ρετινοϊκό οξύ (4-οξο-τρετινοΐνη). Ιn vitro μελέτες έδειξαν ότι όλοι αυτοί οι μεταβολίτες έχουν δράση ρετινοειδούς.
Ιn vitro μελέτες δείχνουν ότι τα κύρια ένζυμα που ευθύνονται για τον μεταβολισμό της ισοτρετινοΐνης είναι τα ισοένζυμα 2C8, 2C9, 3Α4 και 2Β6 του κυτοχρώματος Ρ450. Η ισοτρετινοΐνη και οι μεταβολίτες της μεταβολίζονται περαιτέρω σε προϊόντα σύζευξης και απεκκρίνονται στα ούρα και στα κόπρανα.
Ερυθρομυκίνη
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με το μεταβολισμό, αν συμβαίνει, της ερυθρομυκίνης στο δέρμα.
Μετά από συστηματική (από του στόματος) χορήγηση, η ερυθρομυκίνη απενεργοποιείται στο ήπαρ με απομεθυλίωση της ομάδας d-δεσοσαμίνης, μια αντίδραση που καταλύεται από το κυτόχρωμα Ρ450 ΙΙΑ.
Αποβολή
Ισοτρετινοΐνη
Μετά από συστηματική (από του στόματος) χορήγηση δόσης 80 mg 14C-ισοτρετινοϊνης, η ραδιενέργεια στο αίμα μειώθηκε με χρόνο ημιζωής 90 ωρών. Οι μεταβολίτες της ισοτρετινοΐνης και των προϊόντων σύζευξης της, τελικά απεκκρίνονται στα κόπρανα και στα ούρα, σε παρόμοιες ποσότητες (συνολικά 65% έως 83%).
Ερυθρομυκίνη
Εάν απορροφηθούν πολύ μικρές ποσότητες ερυθρομυκίνης, αυτή θα οξειδωθεί και θα αποβληθεί στη χολή ή στα ούρα, αντίστοιχα.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - RETMICIN 2%
Να διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου μικρότερη των 25οC. Να φυλάσσεται μακριά από παιδιά.
Το προϊόν συσκευάζεται σε σωληνάριο από αλουμίνιο με εσωτερική επίστρωση ρητίνης εποξυφαινολικού τύπου με βιδωτό πώμα από λευκό υψηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο ή πολυπροπυλένιο.
Το σωληνάριο περιέχει 30 ή 50 g γέλης.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.