Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

SAPHNELO C/S.SOL.IN 300MG/2ML

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
3
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

SAPHNELO C/S.SOL.IN 300MG/2ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΠΥΚΝΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ASTRAZENECA AB, SOEDERTAELJE, SWEDEN

Τελευταία ενημέρωση SmPC

11/9/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - SAPHNELO 300MG/2ML

Ενδείξεις

Το Saphnelo ενδείκνυται ως μια πρόσθετη θεραπεία για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με μέτριο έως σοβαρό, ενεργό, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) με αυτοαντίσωμα θετικό, παρά την τυπική θεραπεία.

Δοσολογία

Η έναρξη της θεραπείας και η επίβλεψή της πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη θεραπεία του ΣΕΛ.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση είναι 300 mg, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση για περίοδο 30 λεπτών, κάθε 4 εβδομάδες.

Σε ασθενείς με ιστορικό αντιδράσεων σχετιζόμενων με έγχυση, μπορεί να χορηγηθεί προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή (π.χ. ένα αντιισταμινικό) πριν από μία έγχυση ανιφρολουμάμπης (βλ. παράγραφο 4.4).

Παραληφθείσα δόση

Εάν παραλείψετε μια προγραμματισμένη έγχυση, η θεραπεία πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό. Πρέπει να διατηρείται ένα ελάχιστο διάστημα 14 ημερών μεταξύ των δόσεων.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σε άτομα ηλικίας

≥65 ετών (n=33)˙ δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Saphnelo σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας <18 ετών) δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Για ενδοφλέβια χρήση.

Το Saphnelo δεν πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια ένεση δόσης εφόδου.

Μετά την αραίωση με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), το Saphnelo χορηγείται ως έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών μέσω μιας ενδοφλέβιας γραμμής έγχυσης που περιέχει ένα στείρο, χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης φίλτρο 0,2 έως 15 μm εν-σειρά (in-line) ή επιπρόσθετο.

Ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να επιβραδυνθεί ή να διακοπεί προσωρινά εάν ο ασθενής αναπτύξει αντίδραση έγχυσης.

Μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης, το σετ έγχυσης πρέπει να ξεπλυθεί με 25 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), για να διασφαλιστεί ότι έχει χορηγηθεί όλο το διάλυμα για έγχυση.

Μη συγχορηγείτε οποιαδήποτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσω της ίδιας γραμμής έγχυσης.

Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Μετάβαση μεταξύ οδών χορήγησης

Εάν ένας ασθενής μεταβαίνει από υποδόρια χορήγηση σε ενδοφλέβια χορήγηση, η πρώτη ενδοφλέβια έγχυση πρέπει να χορηγείται περίπου 3 έως 4 εβδομάδες μετά την τελευταία υποδόρια δόση.

Εάν ένας ασθενής μεταβαίνει από ενδοφλέβια χορήγηση σε υποδόρια χορήγηση, η πρώτη υποδόρια ένεση θα πρέπει να χορηγείται περίπου 2 εβδομάδες μετά την τελευταία ενδοφλέβια δόση.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Ομάδες ασθενών που αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες

Η ανιφρολουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με άλλες βιολογικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων των θεραπειών που στοχεύουν τα Β-κύτταρα. Επομένως, η θεραπεία με ανιφρολουμάμπη δεν συνιστάται σε συνδυασμό με βιολογικές θεραπείες.

Η ανιφρολουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρό ενεργό λύκο του κεντρικού νευρικού συστήματος ή σοβαρή ενεργή νεφρίτιδα του λύκου (βλέπε παράγραφο 5.1).

Υπερευαισθησία

Έχουν αναφερθεί σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, μετά τη χορήγηση της ανιφρολουμάμπης (βλ. παράγραφο 4.8).

Στις ενδοφλέβιες και υποδόριες κλινικές δοκιμές διάρκειας θεραπείας 52 εβδομάδων, αναφέρθηκαν σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος) για το 0,5% των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη.

Σε ασθενείς με ιστορικό αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση και/ή υπερευαισθησία μπορεί να χορηγηθεί προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή (π.χ. ένα αντιισταμινικό) πριν από την έγχυση της ανιφρολουμάμπης (βλ. παράγραφο 4.2).

Εάν προκύψει σοβαρή αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση ή αντίδραση υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλαξία), η χορήγηση της ανιφρολουμάμπης πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.

Λοιμώξεις

Η ανιφρολουμάμπη αυξάνει τον κίνδυνο αναπνευστικών λοιμώξεων και έρπητα ζωστήρα, έχουν παρατηρηθεί συμβάματα εκτεκταμένου έρπητα ζωστήρα (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς με ΣΕΛ που λαμβάνουν επίσης ανοσοκατασταλτικά μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για λοιμώξεις από έρπητα ζωστήρα.

Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, ανέκυψαν σοβαρές και μερικές φορές θανατηφόρες λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας), συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη.

Λόγω του μηχανισμού δράσης, η ανιφρολουμάμπη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με χρόνια λοίμωξη, ιστορικό υποτροπιάζουσων λοιμώξεων ή γνωστούς παράγοντες κινδύνου για λοίμωξη. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη σε ασθενείς με κλινικά σημαντική ενεργή λοίμωξη, έως ότου η λοίμωξη υποχωρήσει ή αντιμετωπιστεί επαρκώς. Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναζητούν ιατρική συμβουλή, εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα κλινικά σημαντικής λοίμωξης. Εάν ένας ασθενής αναπτύξει λοίμωξη ή δεν ανταποκρίνεται στην τυπική θεραπεία, πρέπει να παρακολουθείται στενά και να εξετάζεται προσεκτικά το ενδεχόμενο παύσης της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη έως ότου υποχωρήσει η λοίμωξη.

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ιστορικό πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας.

Οι ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές απέκλεισαν ασθενείς με ιστορικό ενεργού ΤΒ ή λανθάνουσας ΤΒ, στους οποίους δεν μπόρεσε να επιβεβαιωθεί ένας επαρκής κύκλος θεραπείας. Η θεραπεία κατά της φυματίωσης (anti-TB) πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο πριν την έναρξη της

ανιφρολουμάμπης σε ασθενείς με λανθάνουσα ΤΒ για την οποία δεν έχει ληφθεί θεραπεία. Η ανιφρολουμάμπη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό ΤΒ.

Ανοσοποιήσεις

Πριν την έναρξη της θεραπείας, η ολοκλήρωση όλων των ενδεδειγμένων ανοσοποιήσεων πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες ανοσοποίησης. Η ταυτόχρονη χρήση ζώντων ή ζώντων εξασθενημένων εμβολίων πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ανιφρολουμάμπη.

Οι ανοσολογικές αποκρίσεις σε εμβόλια μη ζώντων μικροοργανισμών έχουν αξιολογηθεί σε μικρό αριθμό ασθενών (βλ. παράγραφο 4.5).

Κακοήθεια

Η επίπτωση της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη στην πιθανή ανάπτυξη κακοηθειών δεν είναι γνωστή. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ιστορικό κακοήθειας, ωστόσο, ασθενείς με καρκίνο δέρματος από πλακώδες επιθήλιο ή βασικοκυτταρικό καρκίνο δέρματος και καρκίνο του τραχήλου της μήτρας που είχαν εξαιρεθεί πλήρως ή είχαν υποβληθεί σε κατάλληλη θεραπεία ήταν επιλέξιμοι για ένταξη στις κλινικές δοκιμές ΣΕΛ.

Στις ενδοφλέβιες και υποδόριες κλινικές δοκιμές διάρκειας θεραπείας 52 εβδομάδων, κακοήθες νεόπλασμα (συμπεριλαμβανομένων μη μελανωματικών καρκίνων του δέρματος) αναφέρθηκε για το 0,9% των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη σε σύγκριση με 0,6% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (έκθεση-προσαρμοσμένο ποσοστό επίπτωσης [EAIR]: 0,95 και 0,64 συμβάματα ανά 100 ασθενείς-έτη [PY], αντίστοιχα). Κακοήθειες, εξαιρουμένων των μη μελανωματικών καρκίνων του δέρματος, παρατηρήθηκαν στο 0,5% και 0,6% των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Σε ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη, το καρκίνωμα του μαστού και το καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο ήταν οι κακοήθειες που παρατηρήθηκαν σε περισσότερους από έναν ασθενείς.

Η ατομική αναλογία κινδύνου-οφέλους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη ή επανεμφάνιση κακοήθειας. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο συνέχισης της θεραπείας για ασθενείς που αναπτύσσουν κακοήθεια.

Έκδοχο με γνωστή δράση

Αυτό το φάρμακο περιέχει 1 mg πολυσορβικού 80 (Ε 433) σε κάθε φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 0,5 mg/ml. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
3
0
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.

Η ανιφρολουμάμπη δεν αναμένεται να υφίσταται μεταβολισμό μέσω ηπατικών ενζύμων ή νεφρική αποβολή.

Ο σχηματισμός ορισμένων ενζύμων του CYP450 καταστέλλεται από τα αυξημένα επίπεδα ορισμένων κυτοκινών κατά τη διάρκεια χρόνιας φλεγμονής. Η ανιφρολουμάμπη καταστέλλει μετρίως τα επίπεδα ορισμένων κυτοκινών, η επίπτωση στη δραστηριότητα του CYP450 είναι άγνωστη. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με άλλα φάρμακα που είναι υποστρώματα του CYP με στενό θεραπευτικό δείκτη, όπου η δόση προσαρμόζεται εξατομικευμένα (π.χ. βαρφαρίνη), συνιστάται θεραπευτική παρακολούθηση.

Ανοσολογική ανταπόκριση

Εμβόλια μη ζώντων μικροοργανισμών

Η ανοσολογική απόκριση στο εποχικό εμβόλιο γρίπης μη ζωντανών μικροοργανισμών αξιολογήθηκε σε μικρό αριθμό ενήλικων ασθενών με μέτριο έως σοβαρό ΣΕΛ σε μια διερευνητική μελέτη. Οι χυμικές αντισωματικές αποκρίσεις που προκλήθηκαν από τον εμβολιασμό για τον ιό της εποχικής γρίπης ήταν αριθμητικά συγκρίσιμες μεταξύ των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη επιπλέον της τυπικής θεραπείας και εκείνων που έλαβαν μόνο τυπική θεραπεία.

Εμβόλια ζώντων μικροοργανισμών

Η ταυτόχρονη χορήγηση ανιφρολουμάμπης με εμβόλια ζώντων μικροοργανισμών και εμβόλια ζώντων εξασθενημένων μικροοργανισμών δεν έχει μελετηθεί (βλ. παράγραφο 4.4).

Κύηση

Κύηση

Είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από τη χρήση Saphnelo στις έγκυες γυναίκες.

Μελέτες σε ζώα δεν καταλήγουν σε συμπέρασμα σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Το Saphnelo δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς τη χρήση αντισύλληψης, εκτός εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ανιφρολουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η ανιφρολουμάμπη ανιχνεύθηκε στο γάλα θηλυκών κυνομολόγων πιθήκων (βλ. παράγραφο 5.3).

Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με Saphnelo, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα γονιμότητας στους ανθρώπους.

Μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν δυσμενείς επιπτώσεις της ανιφρολουμάμπης στις έμμεσες μετρήσεις γονιμότητας (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Το Saphnelo δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη ήταν λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (32%), βρογχίτιδα (9,8%), αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση (9,4%) και έρπης ζωστήρας (5,4%). Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ο έρπης ζωστήρας (0,3%) και η βρογχίτιδα (0,3%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και δεδομένα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος ταξινομούνται κατά Κατηγορία Οργανικού Συστήματος (ΚΟΣ) στο MedDRA, βλ. Πίνακα 1. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι προτιμώμενοι όροι παρατίθενται κατά συχνότητα και ακολούθως κατά φθίνουσα σοβαρότητα. Οι συχνότητες εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΚΟΣ MedDRA Προτιμώμενος όρος MedDRA Συχνότητα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος* Πολύ συχνές
Βρογχίτιδα* Συχνές
Έρπης ζωστήρας Συχνές
Λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος* Συχνές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία Συχνές
Αναφυλακτική αντίδραση Όχι συχνές§
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικούιστού Αρθραλγία Μη γνωστή
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση‡ Συχνές

* Ομαδοποιημένοι όροι: Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένων Λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, Ρινοφαρυγγίτιδας, Φαρυγγίτιδας), Βρογχίτιδα (συμπεριλαμβανομένων Βρογχίτιδας, ιογενούς Βρογχίτιδας, Τραχειοβρογχίτιδας), Λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένων Λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος, ιογενούς Λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος, βακτηριακής Λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος).

§ Βλέπε «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω και παράγραφο 4.4.

‡ Ισχύει μόνο για την ενδοφλέβια οδό χορήγησης.

Μακροχρόνια ασφάλεια

Οι ασθενείς που ολοκλήρωσαν τις Δοκιμές 1 και 2 (ενδοφλέβιες δοκιμές Φάσης ΙΙΙ) έως την Εβδομάδα 52 ήταν επιλέξιμοι να συνεχίσουν την θεραπεία σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, δοκιμή μακροχρόνιας επέκτασης (LTE) για επιπλέον 3 χρόνια (βλ. παράγραφο 5.1). Το συνολικό προφίλ μακροχρόνιας ασφάλειας της ενδοφλέβιας ανιφρολουμάμπης ήταν σταθερό στις δοκιμές διάρκειας 52 εβδομάδων.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Υπερευαισθησία

Σε ελεγχόμενες ενδοφλέβιες και υποδόριες κλινικές μελέτες διάρκειας θεραπείας 52 εβδομάδων, η επίπτωση αντιδράσεων υπερευαισθησίας ήταν 2,2% στην ομάδα της ανιφρολουμάμπης και 0,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας ήταν κυρίως ήπιες έως μέτριες σε ένταση. Ένα συμβάν υπερευαισθησίας στην υποδόρια δοκιμή οδήγησε σε διακοπή της ανιφρολουμάμπης.

Στις ενδοφλέβιες κλινικές δοκιμές διάρκειας θεραπείας 52 εβδομάδων, όλες οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας αναφέρθηκαν εντός των πρώτων 6 εγχύσεων. Μια σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια υπερευαισθησίας αναφέρθηκε κατά την πρώτη έγχυση του ασθενούς· ο ασθενής συνέχισε να λαμβάνει ανιφρολουμάμπη με προφαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε για τις επακόλουθες εγχύσεις.

Στο πρόγραμμα ανάπτυξης για τον ΣΕΛ, αναφυλακτική αντίδραση αναφέρθηκε σε έναν ασθενή, η οποία ανέκυψε μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 150 mg ανιφρολουμάμπης, ο ασθενής έλαβε θεραπεία και ανάρρωσε (βλ. παράγραφο 4.4).

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση

Σε ελεγχόμενες ενδοφλέβιες κλινικές μελέτες διάρκειας θεραπείας 52 εβδομάδων, η επίπτωση αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση ήταν 9,4% στην ομάδα της ανιφρολουμάμπης και 7,1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση ήταν ήπιες ή μέτριες σε ένταση (τα πιο συχνά συμπτώματα ήταν κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, κόπωση και ζάλη), καμία δεν ήταν σοβαρή και καμία δεν οδήγησε σε διακοπή της ανιφρολουμάμπης. Οι αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση αναφέρθηκαν συχνότερα κατά την έναρξη της θεραπείας, κατά την πρώτη και τη δεύτερη έγχυση, με λιγότερες αναφορές κατά τις επακόλουθες εγχύσεις.

Λοιμώξεις του αναπνευστικού

Στις ελεγχόμενες ενδοφλέβιες και υποδόριες κλινικές μελέτες διάρκειας θεραπείας 52 εβδομάδων, τα ποσοστά επίπτωσης για την ανιφρολουμάμπη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν: λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (32% έναντι 21%), βρογχίτιδα (9,8% έναντι 5,2%) και λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος (2,8% έναντι 1,2%). Οι λοιμώξεις ήταν κυρίως μη σοβαρές, ήπιες ή μέτριες σε ένταση και υποχώρησαν χωρίς διακοπή της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη (βλ.

παράγραφο 4.4).

Έρπης ζωστήρας

Στις ελεγχόμενες ενδοφλέβιες και υποδόριες κλινικές δοκιμές διάρκειας θεραπείας 52 εβδομάδων, η επίπτωση των λοιμώξεων από έρπητα ζωστήρα ήταν 5,4% στην ομάδα της ανιφρολουμάμπης και 1,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.4). Ο μέσος χρόνος έως την εμφάνιση σε ασθενείς που λάμβαναν ανιφρολουμάμπη ήταν 132 ημέρες (εύρος 2-351 ημέρες).

Στην LTE (ενδοφλέβια χορήγηση), τα ποσοστά επίπτωσης μειώθηκαν με την πάροδο του χρόνου.

Οι λοιμώξεις από έρπητα ζωστήρα παρουσιάστηκαν κατά κύριο λόγο με δερματική εντόπιση, ήπιας ή μέτριας έντασης και υποχώρησαν χωρίς διακοπή της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις με συμμετοχή πολλαπλών δερμοτόμιων και περιπτώσεις διάχυτης νόσου (συμπεριλαμβανομένης της προσβολής του κεντρικού νευρικού συστήματος) (βλ. παράγραφο 4.4).

Ανοσογονικότητα

Στις ενδοφλέβιες δοκιμές Φάσης III, ανιχνεύθηκαν αντισώματα κατά του φαρμάκου σχετιζόμενα με τη θεραπεία σε 6 από τους 352 ασθενείς (1,7%) που έλαβαν ανιφρολουμάμπη στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα κατά τη διάρκεια της περιόδου της μελέτης 60 εβδομάδων.

Στην LTE (2 έως 4 έτη θεραπείας), ανιχνεύθηκαν αντισώματα κατά του φαρμάκου σχετιζόμενα με τη θεραπεία σε 5 επιπλέον ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη.

Λόγω των μεθοδολογικών περιορισμών, η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων δεν είναι γνωστή.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Σε κλινικές δοκιμές, δόσεις έως 1000 mg χορηγήθηκαν ενδοφλέβια σε ασθενείς με ΣΕΛ χωρίς ενδείξεις τοξικοτήτων περιοριστικών της δόσης.

Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την υπερδοσολογία με ανιφρολουμάμπη. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής πρέπει να λάβει υποστηρικτική θεραπεία με κατάλληλη παρακολούθηση, όπως απαιτείται.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - SAPHNELO 300MG/2ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, Μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L04AG11

Μηχανισμός δράσης

H ανιφρολουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης G1 κάπα που συνδέεται με την υπομονάδα 1 του υποδοχέα της ιντερφερόνης τύπου Ι (IFNAR1) με υψηλή ειδικότητα και συγγένεια. Αυτή η σύνδεση αναστέλλει τη σηματοδότηση της IFN τύπου Ι, αποκλείοντας ως εκ τούτου τη βιολογική δραστικότητα των IFN τύπου Ι. H ανιφρολουμάμπη επάγει επίσης την εσωτερίκευση του IFNAR1, μειώνοντας έτσι τα επίπεδα IFNAR1 στην κυτταρική επιφάνεια που είναι διαθέσιμα για τη συναρμολόγηση του υποδοχέα. Ο αποκλεισμός της διαμεσολαβούμενης από τον υποδοχέα σηματοδότησης IFN τύπου Ι αναστέλλει την έκφραση των γονιδίων που ανταποκρίνονται στη IFN, καθώς και στο επόμενο στάδιο φλεγμονώδεις και ανοσολογικές διαδικασίες. Η αναστολή της IFN τύπου Ι αποκλείει τη διαφοροποίηση των κυττάρων του πλάσματος και ομαλοποιεί τις υποκατηγορίες των περιφερικών Τ-κυττάρων, αποκαθιστώντας την ισορροπία μεταξύ της προσαρμοστικής και έμφυτης ανοσίας που είναι μη ρυθμισμένη στον ΣΕΛ.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Σε ενήλικες ασθενείς με ΣΕΛ, η χορήγηση της ανιφρολουμάμπης σε δόσεις ≥300 mg, μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης κάθε 4 εβδομάδες κατέδειξε συνεπή εξουδετέρωση (≥80%) της φαρμακοδυναμικής (PD) υπογραφής του γονιδίου 21 της IFN τύπου Ι στο αίμα. Αυτή η καταστολή εμφανίστηκε ήδη στις 4 εβδομάδες μετά τη θεραπεία και είτε διατηρήθηκε είτε καταστάλθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια της περιόδου της θεραπείας 52 εβδομάδων. Μετά την απόσυρση της ανιφρολουμάμπης στο τέλος της περιόδου της θεραπείας 52 εβδομάδων στις κλινικές δοκιμές του ΣΕΛ, η PD υπογραφή της IFN τύπου Ι στα δείγματα αίματος επέστρεψε στα αρχικά επίπεδα εντός 8 έως 12 εβδομάδων. Η ανιφρολουμάμπη 150 mg χορηγούμενη ενδοφλέβια εμφάνισε <20% καταστολή της γονιδιακής υπογραφής σε πρώιμα χρονικά σημεία που έφτασε το μέγιστο του <60% μέχρι το τέλος της περιόδου θεραπείας.

Σε ασθενείς με ΣΕΛ θετικούς για αντισώματα έναντι της διπλής αλυσίδας του DNA (αντί-dsDNA) κατά την έναρξη, η θεραπεία με ανιφρολουμάμπη 300 mg οδήγησε σε αριθμητικές μειώσεις των αντισωμάτων αντί-dsDNA κατά τη διάρκεια του χρόνου έως την Εβδομάδα 52.

Σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα συστατικών του συμπληρώματος (C3 και C4), παρατηρήθηκαν αυξήσεις των επιπέδων των συστατικών του συμπληρώματος σε ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη 300 mg έως την Εβδομάδα 52.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ανιφρολουμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, Φάσης ΙΙΙ μελέτες θεραπείας περιόδου 52 εβδομάδων, (Δοκιμή 1 [TULIP 1] και Δοκιμή 2 [TULIP 2]). Οι ασθενείς διαγνώστηκαν με ΣΕΛ σύμφωνα με τα κριτήρια ταξινόμησης του Αμερικανικού Κολλεγίου Ρευματολογίας (1997).

Όλοι οι ασθενείς ήταν ηλικίας ≥18 ετών και είχαν μέτρια έως σοβαρή νόσο, με βαθμολογία Δείκτη Ενεργότητας ΣΕΛ 2000 (SLEDAI-2K) ≥6 βαθμούς, αξιολόγηση συμμετοχής σε επίπεδο οργάνων με βάση την Ομάδα Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων (BILAG) και βαθμολογία Συνολικής Εκτίμησης Ιατρού [PGA] ≥1, παρά τη λήψη τυπικής θεραπείας ΣΕΛ που αποτελούνταν είτε από ένα είτε από οποιοδήποτε συνδυασμό των από στόματος κορτικοστεροειδών (OCS), ανθελονοσιακών και/ή ανοσοκατασταλτικών κατά την έναρξη. Με εξαίρεση τα OCS (πρεδνιζόνη ή ισοδύναμο), όπου η σταδιακή μείωση ήταν συνιστώσα του πρωτοκόλλου, οι ασθενείς συνέχισαν να λαμβάνουν την υπάρχουσα θεραπεία ΣΕΛ σε σταθερές δόσεις κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Οι ασθενείς, οι οποίοι είχαν σοβαρή ενεργή νεφρίτιδα του λύκου, και οι ασθενείς, οι οποίοι είχαν σοβαρό ενεργό λύκο του κεντρικού νευρικού συστήματος, αποκλείστηκαν. Η χρήση άλλων βιολογικών παραγόντων και κυκλοφωσφαμίδης δεν επιτράπηκε κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Οι ασθενείς που λάμβαναν άλλες βιολογικές θεραπείες απαιτήθηκε να ολοκληρώσουν μια περίοδο απομάκρυνσης φαρμάκου τουλάχιστον 5 χρόνων ημίσειας ζωής πριν από την ένταξη. Και οι δύο μελέτες διεξήχθησαν στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, τη Νότια Αμερική και την Ασία. Οι ασθενείς έλαβαν ανιφρολουμάμπη ή εικονικό φάρμακο, χορηγούμενα μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης κάθε 4 εβδομάδες.

Η Δοκιμή 1 (N=457) και η Δοκιμή 2 (N=362) ήταν παρόμοιες στον σχεδιασμό.

Στη Δοκιμή 1 το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ανταπόκριση του δείκτη ανταπόκρισης ΣΕΛ (SRI-4), που ορίστηκε ότι πληροί καθένα από τα ακόλουθα κριτήρια την Εβδομάδα 52 σε σύγκριση με την έναρξη:

  • Μείωση από την έναρξη ≥4 βαθμούς στη βαθμολογία SLEDAI-2K.

  • Μη εμφάνιση νέου επηρεαζόμενου οργανικού συστήματος όπως ορίζεται από 1 ή περισσότερα στοιχεία BILAG A ή 2 ή περισσότερα στοιχεία BILAG B σε σύγκριση με την έναρξη.

  • Καμία επιδείνωση, από την έναρξη, της ενεργότητας της νόσου του λύκου όπως ορίζεται από

    αύξηση ≥0,30 βαθμών σε οπτική αναλογική κλίμακα (VAS) PGA 3 βαθμών.

  • Καμία χρήση περιορισμένων φαρμακευτικών προϊόντων πέρα από τα επιτρεπόμενα από το πρωτόκολλο όρια.

  • Καμία διακοπή της θεραπείας.

    Στη Δοκιμή 2 το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ανταπόκριση της Αξιολόγησης Σύνθετου Σημείου του Λύκου της Ομάδας Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων (BICLA) την Εβδομάδα 52 που ορίστηκε ως βελτίωση σε όλους τους τομείς οργάνων με μέτρια ή σοβαρή ενεργότητα κατά την έναρξη:

  • Μείωση όλων των τιμών κατά την έναρξη BILAG A σε B/C/D και BILAG B σε C/D και καμία

    επιδείνωση BILAG σε άλλα οργανικά συστήματα, όπως ορίζεται από ≥1 νέο BILAG A ή ≥2 νέα BILAG B.

  • Καμία επιδείνωση από την έναρξη στη βαθμολογία SLEDAI-2K, όπου η επιδείνωση ορίζεται ως μια αύξηση από την έναρξη >0 βαθμών.

  • Καμία επιδείνωση από την έναρξη στην ενεργότητα της νόσου του λύκου, όπου η επιδείνωση

    ορίζεται από μια αύξηση ≥0,30 βαθμών σε οπτική αναλογική κλίμακα (VAS) PGA 3 βαθμών.

  • Καμία χρήση περιορισμένων φαρμακευτικών προϊόντων πέρα από τα επιτρεπόμενα από το πρωτόκολλο όρια.

  • Καμία διακοπή της θεραπείας.

Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας που συμπεριλήφθηκαν και στις δύο μελέτες περιλάμβαναν τη διατήρηση της μείωσης των OCS και του ετήσιου ποσοστού εξάρσεων. Και οι δύο μελέτες αξιολόγησαν την αποτελεσματικότητα της ανιφρολουμάμπης 300 mg έναντι εικονικού φαρμάκου.

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών ήταν γενικά παρόμοια και στις δύο δοκιμές, η διάμεση ηλικία ήταν 41,3 και 42,1 έτη (εύρος 18-69), το 4,4% και 1,7% ήταν ≥65 ετών, το 92% και 93% ήταν

γυναίκες, το 71% και 60% ήταν Λευκοί, το 14% και 12% ήταν Μαύροι/Αφροαμερικάνοι και το 5% και 17% ήταν Ασιάτες στις Δοκιμές 1 και 2, αντίστοιχα. Και στις δύο δοκιμές, το 72% των ασθενών είχαν υψηλή ενεργότητα νόσου (βαθμολογία SLEDAI-2K ≥10). Στις Δοκιμές 1 και 2, αντίστοιχα, 48% και 49% είχαν σοβαρή νόσο (BILAG A) σε τουλάχιστον 1 σύστημα οργάνων και 46% και 47% των ασθενών είχαν μέτρια νόσο (BILAG B) σε τουλάχιστον 2 συστήματα οργάνων. Τα πιο συχνά επηρεαζόμενα συστήματα οργάνων (BILAG A ή B κατά την έναρξη) ήταν του συστήματος του βλεννογόνου (Δοκιμή 1: 87%, Δοκιμή 2: 85%) και του μυοσκελετικού (Δοκιμή 1: 89%, Δοκιμή 2:

88%).

Στις Δοκιμές 1 και 2, το 90% των ασθενών (σε αμφότερες τις δοκιμές) είχαν θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα ορού (ANA) και το 45% και 44% είχαν θετικά αντισώματα ορού έναντι της διπλής αλυσίδας του DNA (αντί-dsDNA), το 34% και 40% των ασθενών είχαν χαμηλό C3 και το 21% και 26% είχαν χαμηλό C4.

Η συγχορηγούμενη συνήθης θεραπεία κατά την έναρξη περιλάμβανε από στόματος κορτικοστεροειδή (Δοκιμή 1: 83%, Δοκιμή 2: 81%), ανθελονοσιακά (Δοκιμή 1: 73%, Δοκιμή 2: 70%) και

ανοσοκατασταλτικά (Δοκιμή 1: 47%, Δοκιμή 2: 48%, συμπεριλαμβανομένης της αζαθειοπρίνης, της μεθοτρεξάτης, της μυκοφαινολάτης και της μιζοριμπίνης). Για εκείνους τους ασθενείς που έλαβαν OCS (πρεδνιζόνη ή ισοδύναμο) κατά την έναρξη, η μέση ημερήσια δόση ήταν 12,3 mg στη Δοκιμή 1 και 10,7 mg στη Δοκιμή 2. Κατά τις Εβδομάδες 8-40, οι ασθενείς με OCS ≥10 mg/ημέρα κατά την έναρξη απαιτήθηκε να μειώσουν σταδιακά τη δόση OCS τους σε ≤7,5 mg/ημέρα, εκτός εάν υπήρχε επιδείνωση της ενεργότητας της νόσου.

Για την ανταπόκριση BICLA και SRI-4, οι ασθενείς που αποσύρθηκαν από τη θεραπεία πριν από την Εβδομάδα 52 θεωρήθηκαν ως μη ανταποκρινόμενοι. Στη Δοκιμή 1 και 2 αντίστοιχα, 35 (19%) και 27

(15%) ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη και 38 (21%) και 52 (29%) ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο αποσύρθηκαν από τη θεραπεία πριν από την Εβδομάδα 52. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2 Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε ενήλικες με ΣΕΛ στη Δοκιμή 1 και στη Δοκιμή 2

Δοκιμή 1 Δοκιμή 2
Ανιφρολουμάμπη 300 mg Εικονικό φάρμακο Ανιφρολουμάμπη 300 mg Εικονικό φάρμακο
Ανταπόκριση BICLA την Εβδομάδα 52*
Ποσοστό Ανταποκρινόμενων, % 47,1 (85/180) 30,2 47,8 (86/180) 31,5
(n/N) (55/184) (57/182)
Διαφορά % (95% CI) 17,0 (7,2, 26,8) 16,3 (6,3, 26,3)
Συνιστώσα της ανταπόκρισης κατά BICLA:
Βελτίωση κατά BILAG, n (%) † 85 (47,2) 58 (31,5) 88 (48,9) 59 (32,4)
Καμία επιδείνωση της SLEDAI-2K, n (%) † 121 (67,2) 104 (56,5) 122 (67,8) 94 (51,6)
Καμία επιδείνωση της PGA, n (%) † 117 (65,0) 105 (57,1) 122 (67,8) 95 (52,2)
Δοκιμή 1 Δοκιμή 2
Ανιφρολουμάμπη 300 mg Εικονικό φάρμακο Ανιφρολουμάμπη 300 mg Εικονικό φάρμακο
Καμία διακοπή της θεραπείας, n (%) 145 (80,6) 146 (79,3) 153 (85,0) 130 (71,4)
Καμία χρήση περιορισμένων φαρμακευτικών προϊόντων πέραν του επιτρεπόμενου από το πρωτόκολλο ορίου, n (%) 140 (77,8) 128 (69,6) 144 (80,0) 123 (67,6)
Ανταπόκριση SRI-4 την Εβδομάδα 52*
Ποσοστό Ανταποκρινόμενων, % 49,0 (88/180) 43,0 55,5 (100/180) 37,3
(n/N) † (79/184) (68/182)
Διαφορά % (95% CI) 6,0 (-4,2, 16,2) 18,2 (8,1, 28,3)
Παρατεταμένη μείωση των OCS ‡
Ποσοστό Ανταποκρινόμενων, % (n/N) † 49,7 (51/103) 33,1 (34/102) 51,5 (45/87) 30,2 (25/83)
Διαφορά % (95% CI) 16,6 (3,4, 29,8) 21,2 (6,8, 35,7)
Ποσοστό εξάρσεων
Ετήσια εκτίμηση ποσοστού εξάρσεων, 0,57(0,43, 0,76) 0,68(0,52, 0,90) 0,43(0,31, 0,59) 0,64(0,47, 0,86)
(95% CI)
Εκτίμηση λόγου ποσοστού (95% CI) 0,83 (0,61, 1,15) 0,67 (0,48, 0,94)

BICLA: Αξιολόγηση Σύνθετου Σημείου του Λύκου της Ομάδας Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων, BILAG: Ομάδα Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων, PGA: Συνολική Εκτίμηση Ιατρού, SLEDAI-2K: Δείκτης Ενεργότητας Νόσου στον Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο 2000, SRI-4: Δείκτης Ανταπόκρισης ΣΕΛ. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν συνήθη θεραπεία.

* Η BICLA και ο SRI-4 βασίζονται στη σύνθετη εκτίμηση όπου η διακοπή της θεραπείας ή η χρήση περιορισμένου φαρμακευτικού προϊόντος είναι μέρος των κριτηρίων ανταπόκρισης.

† Οι ασθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία ή χρησιμοποίησαν περιορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα πέραν του επιτρεπόμενου από το πρωτόκολλο ορίου θεωρούνται μη ανταποκρινόμενοι.

‡ Υποομάδα ασθενών με OCS ≥10 mg/ημέρα κατά την έναρξη. Οι ανταποκρινόμενοι ορίστηκαν ως ασθενείς με μείωση των OCS σε ≤7,5 mg/ημέρα την Εβδομάδα 40 που διατηρήθηκε έως την Εβδομάδα 52.

Μακροχρόνια Επέκταση

Οι ασθενείς που ολοκλήρωσαν τις Δοκιμές 1 και 2 (προγενέστερες δοκιμές) έως την Εβδομάδα 52 ήταν επιλέξιμοι να συνεχίσουν την θεραπεία σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, LTE 3-ετών. Οι ασθενείς που στις Δοκιμές 1 και 2 είχαν λάβει είτε 150 mg ή 300 mg ανιφρολουμάμπης, έλαβαν 300 mg ανιφρολουμάμπης στη LTE. Οι ασθενείς που είχαν λάβει εικονικό φάρμακο στις Δοκιμές 1 και 2 επανατυχαιοποιήθηκαν 1:1 ώστε να λάβουν είτε 300 mg ανιφρολουμάμπης ή εικονικό φάρμακο, δίνοντας κατά προσέγγιση 300 mg ανιφρολουμάμπης: εικονικό φάρμακο σε αναλογία 4:1 στην LTE.

Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε στους ασθενείς που έλαβαν 300 mg ανιφρολουμάμπης ή εικονικό φάρμακο σε μία προγενέστερη δοκιμή και συνέχισαν να λαμβάνουν την ίδια θεραπεία LTE (ανιφρολουμάμπη N=257, εικονικό φάρμακο N=112). Από αυτούς, 69% των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη (177/257) και 46% των ασθενών που έλαβαν το εικονικό φάρμακο (52/112) ολοκλήρωσαν συνολικά 4 έτη θεραπείας. Την Εβδομάδα 208 η μέση βαθμολογία SLEDAI-2K (SE) ήταν 3,4 (0,25) και 4,0 (0,46) στους ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη (n=140) και εικονικό φάρμακο (n=44) αντίστοιχα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την ανιφρολουμάμπη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η φαρμακοκινητική (ΦK) της ανιφρολουμάμπης μελετήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με ΣΕΛ μετά από ενδοφλέβιες δόσεις που κυμαίνονταν από 100 έως 1.000 mg, χορηγούμενες μία φορά κάθε

4 εβδομάδες και σε υποδόριες εβδομαδιαίες δόσεις των 120 mg και σε υγιείς εθελοντές μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια ή υποδόρια δόση.

Η ανιφρολουμάμπη εμφανίζει μη γραμμική ΦΚ στο εύρος δόσεων από 100 mg έως 1.000 mg. Η ΦΚ έκθεση μειώθηκε ταχύτερα σε δόσεις χαμηλότερες από 300 mg κάθε 4 εβδομάδες (η συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση).

Απορρόφηση

Η ανιφρολουμάμπη χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση. Κατανομή

Με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, οι εκτιμώμενοι κεντρικοί και περιφερικοί όγκοι κατανομής για την ανιφρολουμάμπη ήταν 3,48 l και 1,72 l, αντίστοιχα για έναν ασθενή 68 kg.

Βιομετασχηματισμός

H ανιφρολουμάμπη είναι μια πρωτεΐνη, ως εκ τούτου, δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες μεταβολισμού.

Η ανιφρολουμάμπη αποβάλλεται μέσω της οδού αποβολής που διαμεσολαβείται από τον υποδοχέα στόχο IFNAR και το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα, όπου η ανιφρολουμάμπη αναμένεται να αποδομηθεί, σε μικρά πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα από πρωτεολυτικά ένζυμα που κατανέμονται ευρέως στο σώμα.

Αποβολή

Λόγω του κορεσμού της διαμεσολαβούμενης από τον IFNAR1 κάθαρσης σε υψηλότερες δόσεις, οι αυξήσεις έκθεσης είναι μεγαλύτερες από ανάλογες δόσεις.

Από τη μοντελοποίηση της ΦΚ πληθυσμού, η εκτιμώμενη τυπική συστηματική κάθαρση (CL) ήταν 0,146 l/ημέρα. Μετά από μακροχρόνιες παρατηρήσεις, η κάθαρση της ανιφρολουμάμπης βρέθηκε να είναι σταθερή στο 2o έως το 4ο έτος θεραπείας.

Με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν κάτω από το όριο ανίχνευσης στην πλειοψηφία (95%) των ασθενών περίπου 16 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση της ανιφρολουμάμπης, όταν είχε χορηγηθεί δόση ανιφρολουμάμπης επί έναν χρόνο.

Ειδικοί πληθυσμοί

Δεν υπήρχε κλινικά σημαντική διαφορά στη συστημική κάθαρση με βάση την ηλικία, τη φυλή, την εθνικότητα, την περιοχή, το φύλο, την κατάσταση IFN ή το σωματικό βάρος που να απαιτεί προσαρμογή της δόσης.

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, η ηλικία (εύρος 18 έως 70 ετών) δεν επηρέασε την κάθαρση της ανιφρολουμάμπης˙ το σύνολο ΦΚ δεδομένων του πληθυσμού περιλάμβανε 33 (3%) ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές κλινικές μελέτες για τη διερεύνηση της επίδρασης της νεφρικής δυσλειτουργίας στην ανιφρολουμάμπη. Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις πληθυσμού, η κάθαρση της ανιφρολουμάμπης ήταν συγκρίσιμη σε ασθενείς με ΣΕΛ με ήπια (60-89 ml/min/1,73 m2) και μέτρια μείωση στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης eGFR (30-59 ml/min/1,73 m2) και σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ( ≥90 ml/min/1,73 m2). Ασθενείς με ΣΕΛ με σοβαρή μείωση στον eGFR ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (<30 ml/min/1,73 m2) αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές, η ανιφρολουμάμπη δεν εκκαθαρίζεται νεφρικά.

Ασθενείς με λόγο πρωτεΐνης/κρεατινίνης ούρων (UPCR) >2 mg/mg αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις, ο αυξημένος UPCR δεν επηρέασε σημαντικά την κάθαρση της ανιφρολουμάμπης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές κλινικές μελέτες για τη διερεύνηση της επίδρασης της ηπατικής δυσλειτουργίας στην ανιφρολουμάμπη.

Ως μονοκλωνικό αντίσωμα IgG1, η ανιφρολουμάμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω καταβολισμού και δεν αναμένεται να υφίσταται μεταβολισμό μέσω ηπατικών ενζύμων, ως εκ τούτου, τέτοιες μεταβολές στην ηπατική λειτουργία είναι απίθανο να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην αποβολή της ανιφρολουμάμπης. Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις πληθυσμού, οι δείκτες ηπατικής λειτουργίας κατά την έναρξη (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)

≤2,0 × ULN και ολική χολερυθρίνη) δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην κάθαρση της ανιφρολουμάμπης.

Αλληλεπιδράσεις

Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις πληθυσμού, η ταυτόχρονη χρήση από στόματος κορτικοστεροειδών, ανθελονοσιακών, ανοσοκατασταλτικών (συμπεριλαμβανομένων της αζαθειοπρίνης, της μεθοτρεξάτης, της μυκοφαινολάτης και της μιζοριμπίνης), ΜΣΑΦ, αναστολέων ΜΕΑ, αναστολέων της αναγωγάσης HMG-CoA δεν επηρέασαν σημαντικά τη ΦΚ της ανιφρολουμάμπης.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - SAPHNELO 300MG/2ML

Κατάλογος εκδόχων

Ιστιδίνη

Μονοϋδρική υδροχλωρική ιστιδίνη Λυσίνη υδροχλωρική

Διυδρική τρεχαλόζη Πολυσορβικό 80 (E 433) Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Διάρκεια ζωής

Κλειστό φιαλίδιο

3 χρόνια.

Αραιωμένο διάλυμα για έγχυση

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει αποδειχθεί για 24 ώρες στους 2 °C – 8 °C και για 4 ώρες στους 25 °C.

Από μικροβιολογική άποψη, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την αραίωση. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι αποθήκευσης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2 °C –

8 °C.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Κλειστό φιαλίδιο

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C – 8 °C).

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως. Μην καταψύχετε, ανακινείτε ή εκθέτετε σε θερμότητα.

Αραιωμένο διάλυμα για έγχυση

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

2.0 ml πυκνού διαλύματος σε διάφανο φιαλίδιο από γυαλί τύπου Ι με ελαστομερές πώμα εισχώρησης και γκρι αποσπώμενη σφράγιση αλουμινίου.

Μέγεθος συσκευασίας του 1 φιαλιδίου.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Το Saphnelo διατίθεται ως φιαλίδιο μίας δόσης. Το διάλυμα για έγχυση πρέπει να προετοιμάζεται και να χορηγείται από επαγγελματία υγείας, χρησιμοποιώντας άσηπτη τεχνική ως εξής:

Προετοιμασία του διαλύματος

  1. Ελέγξτε οπτικά το φιαλίδιο για σωματιδιακό υλικό και αποχρωματισμό. Το Saphnelo είναι διαυγές έως ιριδίζον, άχρωμο έως ελαφρώς κίτρινο διάλυμα. Απορρίψτε το φιαλίδιο, εάν το διάλυμα είναι θολό, αποχρωματισμένο ή παρατηρούνται σωματίδια. Μην ανακινείτε το φιαλίδιο.

  2. Αραιώστε 2,0 ml διαλύματος για έγχυση Saphnelo σε έναν σάκο έγχυσης στα 50 ml ή 100 ml με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%).

  3. Αναμίξτε το διάλυμα με ήπια αναστροφή. Μην ανακινείτε.

  4. Τυχόν πυκνό διάλυμα που παραμένει στο φιαλίδιο πρέπει να απορρίπτεται.

  5. Συνιστάται το διάλυμα για έγχυση να χορηγείται αμέσως μετά την προετοιμασία. Εάν το διάλυμα προς έγχυση έχει αποθηκευτεί σε ψυγείο (βλ. παράγραφο 6.3), αφήστε το να φθάσει σε θερμοκρασία δωματίου (15 °C – 25 °C) πριν από τη χορήγηση.

Απόρριψη

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT x 1 VIAL x 2ML
Τιμή
1,00 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
1 VIAL X 2 ML
Τιμή
912,98 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.