SOMARGEN PS.SOL.INF 3MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - SOMARGEN 3MG/VIAL
H σωματοστατίνη ενδείκνυται σε αιμορραγίες του ανώτερου πεπτικού ως έσχατο θεραπευτικό μέσο.
Τρόπος χορήγησης : Ενδοφλέβια ένεση ή έγχυση Δοσολογία:
H δόση εφόδου είναι 3,5μg/kg σωματικού βάρους. To περιεχόμενο της φύσιγγας διαλύεται αμέσως πριν από τη χρήση στον ισότονο διαλύτη και χορηγείται με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (πάνω από ένα λεπτό). Αμέσως μετά την ενδοφλέβια ένεση, συνεχίζεται η χορήγηση σωματοστατίνης με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση στάγδην ώστε να ενίεται ποσότητα 3,5μg/kg σωματικού βάρους/ώρα, επί αρκετές ημέρες (ελάχιστη διάρκεια θεραπείας 48 ώρες και μεγαλύτερη 72 ώρες).
Επειδή η ημιπερίοδος ζωής της σωματοστατίνης είναι βραχύτατη – 1 έως και 2 λεπτά – η συνεχής ενδοφλέβια έγχυση είναι απαραίτητη. Τα διαλύματα σωματοστατίνης πρέπει να χρησιμοποιούνται αμέσως. Το φάρμακο χορηγείται κατά προτίμηση σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε τμήμα εντατικής παρακολούθησης.
Παιδιά και έφηβοι:
Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες που να τεκμηριώνουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της σωματοστατίνης σε παιδιά ή εφήβους. Επομένως δεν συνιστάται η χρήση στον πληθυσμό αυτόν ασθενών
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤30ml/min):
Η δόση πρέπει να μειωθεί στα 1,75 μg/kg σωματικού βάρους / ώρα με συνεχή έγχυση και 1,75 μg/kg σωματικού βάρους για δόση εφόδου
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια:
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια μόνο
Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται αυστηρά μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Για τη θεραπεία της αιμορραγίας από το γαστρεντερικό:
Η συνεχής έγχυση με σωματοστατίνη πρέπει να αρχίσει πριν από την ενδοσκόπηση, όσο το δυνατόν γρηγορότερα μετά τα πρώτα σημεία αιμορραγίας και να συνεχιστεί για πέντε 24ωρα. Η ελάχιστη διάρκεια της έγχυσης είναι 48 ώρες. Επιπλέον της συνεχούς έγχυσης, μία δόση εφόδου 3,5 μg/kg σ.β. πρέπει να χορηγηθεί αμέσως πριν την έναρξη της συνεχούς έγχυσης και άλλη μια δόση εφόδου περίπου ένα λεπτό πριν από την ενδοσκόπηση. Η δόση εφόδου χορηγείται με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (τουλάχιστον ένα λεπτό). Μετά την ενδοσκοπική θεραπεία, παρόμοιες δόσεις εφόδου μπορεί επίσης να χορηγηθούν όταν ο ασθενής εμφανίζει κλινικά σημεία υποτροπής της αιμορραγίας.
Η σημαντική μείωση του συριγγίου (μεγαλύτερη από 70%) σε διάρκεια 48 ωρών δικαιολογεί τη συνέχιση της θεραπείας μέχρις ότου εξαφανιστεί το συρίγγιο ή για διάρκεια χορήγησης έως 10 ημέρες (μέγιστη διάρκεια θεραπείας).
Η σωματοστατίνη προορίζεται για ενδονοσοκομειακή χρήση.
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min) πρέπει να δίνεται το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
Οι ασθενείς που παίρνουν σωματοστατίνη πρέπει να παρακολουθούνται αυστηρά. Οι δόσεις εφόδου πρέπει να δίνονται με βραδύ ρυθμό επί τουλάχιστον 1 λεπτό. Η έγχυση πρέπει να είναι συνεχής. Στην αρχή της έγχυσης, μπορεί να παρατηρηθεί υπογλυκαιμία, ενδεχομένως ακολουθούμενη 2 έως 3 ώρες αργότερα από αύξηση των επιπέδων σακχάρου αίματος εξαιτίας μεταβολών στο ισοζύγιο μεταξύ της ινσουλίνης και της γλυκαγόνης. Για το λόγο αυτό, το επίπεδο σακχάρου πρέπει να μετράται κάθε 4 έως 6 ώρες.
Συνιστάται προσοχή σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης οποιασδήποτε μορφής σακχάρου (βλέπε αλληλεπιδράσεις).
Η σωματοστατίνη μπορεί να προκαλέσει τις παρακάτω φαρμακοδυναμικές καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες: παροδική συστηματική υπέρταση, παροδικά μειωμένη καρδιακή παροχή, αυξημένη πνευμονική αρτηριακή πίεση, αυξημένη κεντρική φλεβική πίεση, συστηματική υπέρταση, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
Συνεπώς, τα ζωτικά σημεία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθούνται κατά την αρχική φάση της χορήγησης σωματοστατίνης, ιδιαίτερα μετά την ένεση εφόδου. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με βεβαρημένη καρδιαγγειακή κατάσταση ή ιστορικό καρδιακής αρρυθμίας, στους οποίους ενδεχομένως να είναι αδύνατη η αντιστάθμιση των ενεργειών αυτών.
Δεδομένου ότι ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης, η ροή ούρων και το επίπεδο νατρίου αίματος μπορεί να είναι μειωμένα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σωματοστατίνη, συνιστάται ο τακτικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του επιπέδου ηλεκτρολυτών πλάσματος.
Η σωματοστατίνη προκαλεί αναστολή της απορρόφησης ορισμένων θρεπτικών συστατικών από το έντερο. Η σωματοστατίνη αναστέλλει επίσης άλλες εκκρίσεις ορμονών από το γαστρεντερικό σύστημα. Η αιφνίδια διακοπή της έγχυσης μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενο παλινδρόμησης (rebound effect), ιδιαίτερα σε ασθενείς στους οποίους η θεραπεία χορηγείται για την αντιμετώπιση των συριγγίων. Επομένως, αφού επέλθει η ίαση των συριγγίων, πρέπει να εγχυθεί μόνο το ήμισυ της δόσεως για τις επόμενες 48 ώρες, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο φαινομένου παλινδρόμησης (rebound effect).
Οι επιδράσεις της σωματοστατίνης στα ζωτικά σημεία, τη γλυκαιμία και τη νεφρική λειτουργία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την παρακολούθηση των ασθενών μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Λαμβανομένου υπόψη του ευρέος φάσματος φαρμακοδυναμικών ενεργειών της σωματοστατίνης στα διάφορα ρυθμιστικά συστήματα, υπάρχει η δυνατότητα πολλών φαρμακοδυναμικών αλληλεπιδράσεων.
Με φάρμακα που επηρεάζουν τη ρύθμιση γλυκόζης αίματος, το επίπεδο ρενίνης πλάσματος και την αρτηριακή πίεση, έχουν παρατηρηθεί φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις με πιθανή κλινική σημασία, γεγονός που δείχνει ότι η σωματοστατίνη μπορεί να μεταβάλλει τις επιδράσεις των φαρμάκων αυτών στις παραμέτρους αυτές.
Η ταυτόχρονη χορήγηση οποιασδήποτε μορφής σακχάρου (που συμπεριλαμβάνει διάλυμα γλυκόζης, διάλυμα φρουκτόζης ή ολική παρεντερική διατροφή) ευνοεί τις διαταραχές της γλυκαιμίας και απαιτεί αυστηρότερη παρακολούθηση των επιπέδων σακχάρου αίματος. Μπορεί να απαιτηθεί η χορήγηση ινσουλίνης.
Συνεργεία με τη σιμετιδίνη αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο αριθμό περιπτώσεων.
Κύηση:
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σωματοστατίνης σε εγκύους γυναίκες. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγής σε πειραματόζωα. Η σωματοστατίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση εκτός και αν είναι σαφώς απαραίτητο.
Γαλουχία:
Η σωματοστατίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
(Δεν έχουν αναφερθεί μελέτες όσον αφορά τη φαρμακοκινητική της σωματοστατίνης κατά την κύηση και τη γαλουχία σε πειραματόζωα).
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε αυθόρμητες αναφορές:
Καρδιακές διαταραχές: Κολποκοιλιακός αποκλεισμός Βραδυκαρδία
Αρρυθμία
Κοιλιακές έκτακτες συστολές
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:
Κοιλιακό άλγος Διάρροια Ναυτία
Έμετος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
Υπεργλυκαιμία
Υπογλυκαιμία
Αγγειακές διαταραχές:
Υπέρταση Υπόταση Εξάψεις
Η αιφνίδια διακοπή της συνεχούς έγχυσης μπορεί να οδηγεί σε φαινόμενο παλινδρόμησης (rebound) της υπό θεραπεία νόσου.
α) Συμπτώματα:
Οι περιπτώσεις υπερδοσολογίας της σωματοστατίνης που έχουν αναφερθεί δεν αποκάλυψαν άλλα προβλήματα ασφάλειας πέρα από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρούνται με τις συνιστώμενες δόσεις.
β) Αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας
Τακτική παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος των καρδιαγγειακών παραμέτρων, της νεφρικής λειτουργίας και των ηλεκτρολυτών του πλάσματος συνιστάται σε περίπτωση υπερδοσολογίας με σωματοστατίνη.
Έπειτα από τη διακοπή της ενδοφλέβιας έγχυσης σωματοστατίνης που χορηγήθηκε σε θεραπευτική δόση, ο χρόνος ημισείας ζωής της σωματοστατίνης στο αίμα είναι περίπου 2 λεπτά.
Η θεραπεία της υπερδοσολογίας είναι συμπτωματική. Ειδικό αντίδοτο δεν είναι γνωστό.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - SOMARGEN 3MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνη υποθαλάμου – αναστολέας έκκρισης της αυξητικής ορμόνης Κωδικός ATC: H01C B01
Η σωματοστατίνη που βρίσκεται φυσιολογικά στον οργανισμό είναι ένα κυκλικό ολιγοπεπτίδιο με 14 αμινοξέα, το οποίο αρχικά απομονώθηκε στον υποθάλαμο πειραματόζωων και αργότερα εντοπίσθηκε τόσο στα επιθηλιακά κύτταρα όσο και στις νευρικές ίνες σε ολόκληρο το πεπτικό σύστημα. Το «όνομα προϊόντος» είναι ένα συνθετικό πολυπεπτίδιο πανομοιότυπο με τη φυσική ορμόνη.
Η σωματοστατίνη-14 συνδέεται και με τους 5 τύπους υποδοχέων.
Η σωματοστατίνη ασκεί ρόλο στη ρύθμιση της παγκρεατικής έκκρισης, τόσο της ενδοκρινούς όσο και της εξωκρινούς μοίρας, και της κινητικότητας του γαστρεντερικού σωλήνα. Όταν χορηγείται σε φαρμακολογικές
δόσεις, η σωματοστατίνη αναστέλλει τη λειτουργικότητα και την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα καθώς και την έκκριση των γαστρικών υγρών και μειώνει την σπλαγχνική κυκλοφορία.
Ένεση εφόδου 250 µg σωματοστατίνης προκαλεί ταχεία μείωση της ενδοκιρσικής πίεσης στους κιρσούς του οισοφάγου σε ασθενείς με κίρρωση, φαινόμενο το οποίο είναι εντονότερο από την μείωση που προκαλείται από τη συνεχή έγχυση. Στους ασθενείς αυτούς, η συνεχής έγχυση σωματοστατίνης ασκεί διατηρούμενη δράση στη μείωση της ενδοκιρσικής πίεσης στους κιρσούς του οισοφάγου.
Η σωματοστατίνη ενδεχομένως να επηρεάζει τη ρύθμιση της αιμόστασης. Στην κυκλοφορία ινσουλινοεξαρτώμενων διαβητικών ασθενών, που λαμβάνουν σωματοστατίνη έχουν παρατηρηθεί συσσωματώσεις αιμοπεταλίων.
α) Γενική εισαγωγή
Η σωματοστατίνη είναι μια ελεύθερα διαλυτή ουσία. Καθώς πρόκειται για πεπτίδιο και λαμβάνοντας υπόψη την σύντομη ημίσεια ζωή της, η σωματοστατίνη πρέπει να χορηγείται ως συνεχής ενδοφλέβια έγχυση. Αν και η χρόνια ηπατοπάθεια δεν φαίνεται να επηρεάζει την μεταβολική κάθαρση, σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου παρατηρείται δοσοεξαρτώμενη μείωση της ταχύτητας κάθαρσης. Η σωματοστατίνη είναι γνωστό ότι μετατρέπεται ταχέως σε ισοδύναμο προϊόν με στενή συγγένεια, την [δεσ-Αλα1]-σωματοστατίνη.
β) Γενικά χαρακτηριστικά της δραστικής ουσίας μετά τη χορήγηση του φαρμακευτικού εμπορικού σκευάσματος
-
Απορρόφηση:
Καθώς η ουσία είναι ένα πεπτίδιο, χορηγείται θεραπευτικά μόνο ενδοφλεβίως, κι επομένως η απορρόφηση και η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι 100%. Μετά τη συνεχή έγχυση, τα θεραπευτικά επίπεδα επιτυγχάνονται εντός 15 λεπτών. Τα μέσα επίπεδα κορεσμού εξαρτώνται από την ταχύτητα της έγχυσης και κυμαίνονται από 300 έως 3000 pg/ml όταν η χορήγηση γίνεται σύμφωνα με τις συνήθεις συστάσεις (250 µg/h).
Έχει αναφερθεί ότι η Cmax επιτυγχάνεται 5 λεπτά μετά τη χορήγηση υποδόριας ένεσης εφόδου, και οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα σωματοστατίνης πλάσματος σε σύγκριση με την ενδοφλέβια χορήγηση της ίδιας δόσης.
-
Κατανομή:
Η πρόσληψη από το πλάσμα στις μεγάλες μάζες ιστών – μυς, δέρμα και έντερα – είναι ταχεία. Στη συνέχεια, απελευθερώνεται στο πλάσμα από τις εξωαγγειακές περιοχές συσώρευσης της αμετάβλητη σωματοστατίνη (ενδεχομένως σχετικά ελεύθερη πρωτεολυτικών ενζύμων)
Η σωματοστατίνη προστατεύεται μερικώς από την πρωτεολυτική αποδόμηση χάρη στη σύνδεσή της με τις πρωτεϊνες του πλάσματος, που εμπλέκονται στο ραδιοανοσολογικό προσδιορισμό της.
-
Βιομετατροπή:
Η σωματοστατίνη είναι γνωστό ότι μετατρέπεται ταχέως σε ένα προϊόν με στενή συγγένεια, την [δες- Aλα1]-σωματοστατίνη, η οποία είναι ισοδύναμη με τη μητρική ουσία σε αρκετά συστήματα βιολογικών προσδιορισμών (αναστολή της απελευθέρωσης ινσουλίνης, γλυκαγόνου και αυξητικής ορμόνης). Μετά από 2 λεπτά, μετατρέπεται κατά 40% σε [δεσ-Αλα1]-σωματοστατίνη.
Αν και το ήπαρ δεν είναι το κύριο όργανο στην κάθαρση της σωματοστατίνης, στη μεταβολική κάθαρση ενδεχομένως να εμπλέκονται οι νεφροί.
-
Αποβολή:
Η εξωγενώς χορηγούμενη σωματοστατίνη, απομακρύνεται ταχέως από το πλάσμα, με χρόνο ημισείας ζωής περίπου 2 λεπτά (1,1 έως 3,0 λεπτά) σε υγιείς εθελοντές, μέχρι να επανέλθει στην αρχική τιμή (10 – 35 pg/ml). Στις συνθήκες αυτές, η ταχύτητα μεταβολικής κάθαρσης είναι περίπου 2000 ml/min.
Η ταχύτητα κάθαρσης δεν μεταβάλλεται ούτε σε κιρρωτικούς ασθενείς με ηπατική αντιρρόπηση ούτε σε ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, παρατηρείται μια δοσοεξαρτώμενη μείωση στην ταχύτητα κάθαρσης.
Δεν υπάρχουν δεδομένα που να αφορούν την απέκκριση. Καθώς είναι ένα φυσικό πεπτίδιο, ενδεχομένως η αποβολή να ακολουθεί την φυσιολογική διάσπαση των πρωτεϊνών.
γ) Χαρακτηριστικά σε ασθενείς:
-
Νεφρική ανεπάρκεια:
Σε ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 10ml/min) η μεταβολική κάθαρση της σωματοστατίνης μειώθηκε και διπλασιάστηκαν οι συγκεντρώσεις πλάσματος σε σταθερή κατάσταση.
-
Ηπατική ανεπάρκεια:
Η χρόνια ηπατοπάθεια δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τη μεταβολική κάθαρση της σωματοστατίνης.
-
Διαβήτης:
Η κινητική είναι παρόμοια σε μη παχύσαρκους, μη ινσουλινοεξαρτώμενους διαβητικούς και σε υγιείς εθελοντές.