Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
6
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡ.ΣΥΝΤ. Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡ. ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΝΟΣ. & ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧ.ΕΚΤΟΣ.ΝΟΣ.,ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘ.ΙΑΤΡ.ΑΙΤΙΟΛΟΓ.ΣΥΝΤ.ΦΥΛ.ΕΠΙ ΔΙΕΤΙΑ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

STOPAREN PD.INJ.SOL 2G/VIAL (IV)

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ΑΝΦΑΡΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - STOPAREN 2G/VIAL

Ενδείξεις

Λοιμώξεις, η σοβαρότητα των οποίων απαιτεί εισαγωγή στο νοσοκομείο ή ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις από ευαίσθητα μικρόβια:

- Λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού από Gram θετικούς κόκκους, Haemophilusnfluenzae και Gram αρνητικά βακτηρίδια.
- Λοιμώξεις ουροποιογεννητικού συμπεριλαμβανόμενης της γονόρροιας.
- Λοιμώξεις μαλακών μορίων, οστών, κεντρικού νευρικού συστήματος καιενδοκοιλιακές λοιμώξεις από Gram θετικά και αρνητικά μικρόβια.
- Προεγχειρητική προφύλαξη, όταν μελέτες στο νοσοκομείο έχουν δείξει αντοχήτων νοσοκομειακών στελεχών στις κεφαλοσπορίνες α΄ και β΄ γενεάς.

Δοσολογία

Δοσολογία

Το STOPAREN είναι ενέσιμο αντιβιοτικό το οποίο χορηγείται ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως (με αργή ένεση ή στάγδην έγχυση). Συνιστάται σε λοιμώξεις προκαλούμενες από

αιτιοπαθογόνους μικροοργανισμούς που είναι συνήθως ευαίσθητοι ή όπου έχει επιβεβαιωθεί η ευαισθησία με αντιβιόγραμμα, ως ακολούθως:

Ι. Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία

Είδος λοίμωξης Δόση ανά 24ωρο Τρόπος χορήγησης
Μη επιπεπλεγμένη γονόρροια 0,5-1 g 0,5-1 g εφάπαξ IM
Μη επιπεπλεγμένες/ μέτριας βαρύτητας λοιμώξεις 2-6 g 1-2 g κάθε 8 ώρες ή 12 ώρες, IM ή IV
Bαριές λοιμώξεις 6-8 g 2 g ανά 6ωρο ή 8ωρο, IV

II. Eνήλικες με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία

- Κάθαρση κρεατινίνης ≤ 10 ml/λεπτό: η μισή δόση, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g ημερησίως.Όταν η κάθαρση κρεατινίνης δεν μπορεί να μετρηθεί, μπορεί να υπολογισθεί σε σχέση με το επίπεδο κρεατινίνης του ορού χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο του Cockcroft για ενήλικες:
Άνδρες: Clcr (ml/min) = βάρος (kg) x (140 – ηλικία σε έτη)

72 x κρεατινίνη του ορού (mg/dl) ή

Άνδρες: Clcr (ml/min) = βάρος (kg) x (140 – ηλικία σε έτη)

0,814 x κρεατινίνη του ορού (μmol/l)

Γυναίκες: Clcr (ml/min) = 0,85 x το παραπάνω γινόμενο
- Aσθενείς υπό αιμοδιύλιση: 1-2 g ημερησίως ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης. Την ημέρα της αιμοδιύλισης το STOPAREN πρέπει ναχορηγείται μετά το πέρας της διύλισης.

ΙΙΙ. Πρόωρα, βρέφη, νεογνά και παιδιά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία

- Πρόωρα ή νεογνά ηλικίας 0-1 εβδομάδας: 50-100 mg/kg/ημέρα σε 2ενδοφλέβιες ενέσεις.
Πρόωρα ή νεογνά ηλικίας 1-4 εβδομάδων: 75-150 mg/kg/ημέρα σε 3ενδοφλέβιες ενέσεις.
- Βρέφη και παιδιά < 50 kg: 50-100 mg/kg/ημέρα σε 3-4 χορηγήσεις ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως.Σε βαριές λοιμώξεις (μηνιγγίτιδα) η δόση είναι 100-200 mg/kg/ημέρα σε 4-6 ισόποσες ενδοφλέβιες δόσεις.
- Παιδιά ≥ 50 kg: δόση ενηλίκων.
- Η ενδομυϊκή χορήγηση με διάλυμα λιδοκαΐνης 1% απαγορεύεται σε παιδιάηλικίας μέχρι και 30 μηνών.
Οι ενδομυϊκές ενέσεις να μη γίνονται για περισσότερο από 3 ημέρες.

IV. Προεγχειρητική προφύλαξη

  • Συνήθης δοσολογία σε ενήλικες:

    1 g IV ή IM κατά την εισαγωγή στην αναισθησία.

    Εάν η επέμβαση διαρκέσει πάνω από 2 ώρες επαναλαμβάνεται η δόση για άλλη μια φορά.

    Η ενδομυϊκή ένεση πρέπει να γίνεται βαθιά ενδομυϊκά γιατί μπορεί να προκαλέσει υποδόριο απόστημα.

    Τρόπος χορήγησης

    Το STOPAREN διαλύεται σε ενέσιμο ύδωρ ή διάλυμα έγχυσης και χρησιμοποιείται αμέσως. Ο όγκος του ύδατος για ενέσιμα που προστίθεται είναι:

    ΙV έγχυση IM
    STOPAREN 0,5 g 2 ml - 2 ml
    STOPAREN 1 g 4 ml 40-100 ml ή40-100 ml διάλυμα έγχυσης 4 ml 1% διάλυμα λιδοκαΐνης
    STOPAREN 2g 10ml 40-100ml ή 40-100mlδιάλυμα έγχυσης

    Για περιοδικές ενδοφλέβιες χορηγήσεις, ένα διάλυμα 1-2 g/10 ml στείρου ύδατος για ενέσιμα θα πρέπει να ενίεται για διάστημα 3 - 5 λεπτών.

    Κατά τη διάρκεια κυκλοφορίας του φαρμάκου έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αρρυθμίας, ενδεχομένως απειλητικής για τη ζωή, σε πολύ λίγους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ενδοφλεβίως κεφοταξίμη με ταχύ ρυθμό μέσω καθετήρα σε κεντρική φλέβα.

    Η κεφοταξίμη και οι αμινογλυκοσίδες δε θα πρέπει να αναμιγνύονται στην ίδια σύριγγα ή στο ίδιο υγρό έγχυσης.

    Για την ενδομυϊκή χορήγηση το STOPAREN διαλύεται σε 1% διάλυμα λιδοκαΐνης. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά η ενδοαγγειακή ένεση.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες, ιστορικό αλλεργικού shock στις πενικιλλίνες.

  • To STOPAREN αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στην κεφοταξίμη και/ή σε οποιοδήποτε συστατικό του σκευάσματος.

  • Διασταυρούμενες αλλεργικές αντιδράσεις μπορεί να υπάρξουν μεταξύ πενικιλλινών και κεφαλοσπορινών (βλ. παρ. 4.4).

  • Για φαρμακοτεχνικές μορφές που περιέχουν λιδοκαΐνη:

    • γνωστό ιστορικό υπερευαισθησίας στη λιδοκαΐνη ή άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίων,

    • καρδιακός αποκλεισμός χωρίς βηματοδότη ή και shock,

    • σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια,

    • βρέφη ηλικίας μικρότερης των 30 μηνών,

    • ενδοφλέβια χορήγηση.

Προειδοποιήσεις

Όπως και με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της κεφοταξίμης, ιδιαίτερα εάν είναι παρατεταμένη, μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη-ευαίσθητων οργανισμών. Η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή

είναι σημαντική. Εάν κατά τη διάρκεια θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. της θεραπείας προκληθεί επιλοίμωξη,
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις:
  • Προειδοποιήσεις

Σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεωνυπερευαισθησίας απειλητικών για τη ζωή έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κεφοταξίμη (βλ.παρ. 4.3 και 4.8).
Η χορήγηση κεφαλοσπορινών προαπαιτεί έλεγχο για πιθανότητα αλλεργίας και ειδικότεραυπερευαισθησία στα αντιβιοτικά της β-λακτάμης.
Αν παρουσιασθεί αντίδραση υπερευαισθησίας, απαιτείται διακοπή της αγωγής.
Η χορήγηση κεφοταξίμης αντενδείκνυται αυστηρά σε άτομα με προηγούμενο ιστορικό άμεσου τύπου υπερευαισθησίας στις κεφαλοσπορίνες. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ουσιώδους σημασίας είναι η παρουσία του ιατρού κατά τη διάρκεια της πρώτης χορήγησης,προκειμένου να αντιμετωπίσει θεραπευτικά οποιαδήποτε πιθανή αναφυλακτική αντίδραση.
Επειδή παρουσιάζεται διασταυρούμενη αλλεργία μεταξύ πενικιλλίνης και κεφαλοσπορινών σε ποσοστό 5-10% των περιπτώσεων, η χορήγηση κεφαλοσπορίνης θα πρέπει να διενεργείται με εξαιρετική προσοχή σε άτομα, ευαίσθητα στην πενικιλλίνη. Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση από την πρώτη χορήγηση. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία) που εμφανίζονται με τις δύο αυτές ομάδες αντιβιοτικών δυνατόν να είναισοβαρές ή ακόμη και μοιραίες (επικίνδυνες για τη ζωή).
  • Σοβαρές πομφολυγώδεις αντιδράσεις:

    Περιπτώσεις με σοβαρές πομφολυγώδεις δερματικές αντιδράσεις όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson ή η τοξική επιδερμική νεκρόλυση έχουν αναφερθεί με κεφοταξίμη (βλ. παρ. 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να επικοινωνήσουν άμεσα με το γιατρό τους πριν τη συνέχιση της θεραπείας εάν προκληθούν δερματικές ή/και βλεννογονικές αντιδράσεις.

  • Άμεσα μέτρα αντιμετώπισης αναφυλακτικού shock:

    Γενικά με τα πρώτα σημεία αναφυλακτικού shock (εφίδρωση, ναυτία, κυάνωση), συνιστώνται τα ακόλουθα άμεσα μέτρα αντιμετώπισης:

    Διακόψτε αμέσως τη χορήγηση αλλά διατηρείστε ανοικτή τη φλεβική οδό ή τοποθετείστε ενδοφλέβιο καθετήρα.

    Βεβαιωθείτε ότι ο ασθενής βρίσκεται ξαπλωμένος, με τα πόδια ανασηκωμένα και μεελεύθερες τις αναπνευστικές οδούς.
    Θα πρέπει να γίνει αποκατάσταση του όγκου του πλάσματος με υποκατάστατα πλάσματοςόπως ανθρώπινη λευκωματίνη, διαλύματα ηλεκτρολυτών.
    Οι επόμενες δοσολογικές συστάσεις αναφέρονται για ενήλικες φυσιολογικού σωματικούβάρους. Στα παιδιά η μείωση της δόσης σχετίζεται με το σωματικό βάρος και την ηλικία.
    Το φάρμακο εκλογής είναι η επινεφρίνη (αδρεναλίνη) η οποία χορηγείται αμέσως ενδοφλεβίως: Διαλύστε 1 ml διαλύματος επινεφρίνης, που κυκλοφορεί στο εμπόριο, σε αναλογία 1:1000 σε 10 ml. Κατ’ αρχήν ενίεται βραδέως 1 ml από αυτό το διάλυμα (ισοδυναμεί με 0,1 mg επινεφρίνης) με ταυτόχρονη παρακολούθηση του σφυγμού και της αρτηριακής πίεσης (προσοχή στις διαταραχές του καρδιακού ρυθμού). Επαναλάβετε, ανθεωρείται απαραίτητο.
    Θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο ενδοφλέβιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών, π.χ.250-1000 mg υδροκορτιζόνη. Επαναλάβετε, αν θεωρείται αναγκαίο.
    Άλλα θεραπευτικά μέτρα, αν απαιτηθούν π.χ. τεχνητή αναπνοή, χορήγηση οξυγόνου,αντιϊσταμινικά.
  • Λοίμωξη σχετιζόμενη με το Clostridium difficile (π.χ. ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα):

    Κατά τη διάρκεια ή μετά από τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής με διάφορα αντιβιοτικά ευρέος φάσματος παρατηρήθηκε βαριάς μορφής ή/και εμμένουσα διάρροια. Πιθανόν να είναι σύμπτωμα νόσου που οφείλεται στο Clostridium difficile. Η λοίμωξη απο Clostridium difficile μπορεί να διαφέρει σε σοβαρότητα από ήπια έως απειλητική για τη ζωή, ενώ η βαρύτερη μορφή της είναι η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα. Η διάγνωση αυτής της σπάνιας αλλά πιθανόν απειλητικής για τη ζωή κατάστασης επιβεβαιώνεται με κολονοσκόπηση ή/και ιστολογική εξέταση. Είναι σημαντικό να ελεγχθεί αυτή η διάγνωση σε ασθενείς στους οποίους προκαλείται διάρροια κατά τη διάρκεια ή κατόπιν χορήγησης κεφοταξίμης.

    Ο καλύτερος τρόπος διάγνωσης της πάθησης που οφείλεται στο Clostridium difficile είναι η εξέταση των κοπράνων για τη τοξίνη του μικροβίου αυτού.

    Αν υπάρχει υποψία ή βεβαιωμένη ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, η χορήγηση κεφοταξίμης πρέπει να διακοπεί αμέσως και να αρχίσει χωρίς καθυστέρηση η χορήγηση κατάλληλου αντιβιοτικού (π.χ. βανκομυκίνη χορηγούμενη από το στόμα ή μετρονιδαζόλη). Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αναστέλλουν τον περισταλτισμό δεν πρέπει να χορηγούνται.

  • Αιματολογικές αντιδράσεις

    Λευκοπενία, ουδετεροπενία και, πιο σπάνια, ακκοκιοκυτταραιμία μπορεί να αναπτυχθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφοταξίμη, ιδιαίτερα εάν χορηγείται μακροχρόνια. Για θεραπείες που διαρκούν περισσότερο από 7-10 ημέρες, ο αριθμός των λευκοκυττάρων θα πρέπει να παρακολουθείται και η θεραπεία να διακόπτεται στην περίπτωση ουδετεροπενίας.

    Έχουν αναφερθεί και ορισμένες περιπτώσεις ηωσινοφιλίας και θρομβοπενίας, ταχέως αναστρέψιμες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας (βλ.παρ. 4.8).

  • Λιδοκαΐνη:

    (βλ. παρ. 4.3 Αντενδείξεις).

    • Προφυλάξεις

  • Ταχύτητα χορήγησης των ενδοφλεβίων ενέσεων:

    (βλ. 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:

    Η δόση θα πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα με την υπολογιζόμενη κάθαρση της κρεατινίνης, (βλ. παρ. 4.2 ). Απαιτείται προσοχή όταν η κεφοταξίμη συγχορηγείται με αμινογλυκοσίδες, προβενεσίδη ή άλλα νεφροτοξικά φάρμακα (βλ. παρ. 4.5). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, όπως επίσης και στους ηλικιωμένους ασθενείς και στους ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια.

  • Νευροτοξικότητα:

    Υψηλές δόσεις αντιβιοτικών β-λακτάμης, συμπεριλαμβανομένης της κεφοταξίμης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να οδηγήσουν σε εγκεφαλοπάθεια (π.χ. έκπτωση συνείδησης, μη φυσιολογικές κινήσεις και σπασμοί.) (βλ.παρ. 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να επικοινωνήσουν άμεσα με το γιατρό τους πριν τη συνέχιση της θεραπείας εάν προκληθούν τέτοιες αντιδράσεις.

  • Προφυλάξεις κατά τη χορήγηση

    Κατά τη διάρκεια της κυκλοφορίας του φαρμάκου, δυνητικά απειλητική για τη ζωή αρρυθμία έχει αναφερθεί σε πολύ λίγους ασθενείς στους οποίους πραγματοποιήθηκε ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση κεφοταξίμης μέσω καθετήρα κεντρικής φλέβας. Ο συνιστώμενος χρόνος ένεσης ή έγχυσης θα πρέπει να τηρείται (βλ.παρ. 4.2).

    Βλ. παράγραφο 4.3 για αντενδείξεις των μορφών που περιέχουν λιδοκαΐνη.

  • Επιδράσεις στις εργαστηριακές εξετάσεις

    Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες η δοκιμασία Coombs θετικοποιείται σε ορισμένους ασθενείς οι οποίοι έλαβαν κεφοταξίμη. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να επιδράσει στις διασταυρούμενες αντιδράσεις του αίματος.

    Η δοκιμασία γλυκόζης ούρων με μη-ειδικά αναγωγικά αντιδραστήρια πιθανώς να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Αυτό το φαινόμενο δεν παρατηρείται όταν χρησιμοποιείται η ειδική μέθοδος οξειδάσης της γλυκόζης.

  • Λήψη νατρίου:

    Η περιεκτικότητα σε νάτριο της νατριούχου κεφοταξίμης (48,2 mg/g) θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται περιορισμός του νατρίου.

  • Διαταραχές του αίματος

    Κατά τη διάρκεια θεραπείας με κεφοταξίμη μπορεί να εμφανιστούν λευκοπενία, ουδετεροπενία και πιο σπάνια ανεπάρκεια μυελού των οστών, πανκυτταροπενία ή ακοκκιοκυτταραιμία.(Βλ. παρ. 4,8).

    Για θεραπείες που διαρκούν περισσότερο από 10 ημέρες θα πρέπει να γίνεται αιματολογικός έλεγχος και στην περίπτωση μη φυσιολογικών αποτελεσμάτων θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.

  • Πιθανή αιμορραγική διάθεση κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς διορθώνεται με χορήγηση βιταμίνης Κ.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
0
0
6
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

- Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

Παρασκευάσματα που αυξάνουν την αποβολή ουρικού οξέος: Η προβενεσίδη εμποδίζει τη μεταφορά της κεφοταξίμης στο νεφρικό σωληνάριο, με αποτέλεσμα την αύξηση της έκθεσης σε κεφοταξίμη κατά 2 φορές περίπου και τη μείωση της νεφρικής κάθαρσης περίπου στο μισό, στις θεραπευτικές δόσεις. Λόγω της ευρείας θεραπευτικής δράσης της κεφοταξίμης δεν χρειάζεται να γίνει καμία προσαρμογή στη ληφθείσα δόση σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Προσαρμογή της δόσης μπορεί να χρειαστεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.4 και 4.2)

Αντιβιοτικά αμινογλυκοσίδης και διουρητικά: Όπως με όλες τις κεφαλοσπορίνες, η κεφοταξίμη δυνατόν να ενισχύσει τη νεφροτοξική δράση των νεφροτοξικών φαρμάκων, όπως οι αμινογλυκοσίδες ή ισχυρά διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη). Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ.παρ. 4.4).

Να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση βακτηριοστατικών φαρμάκων. Με αμινογλυκοσίδες, διουρητικά της αγκύλης και άλλα νεφροτοξικά φάρμακα (κολιστίνη, βανκομυκίνη, πολυμυξίνη Β) αυξάνεται η πιθανότητα οξείας νεφρικής βλάβης.

Κύηση

- Κύηση:

Η ασφάλεια της κεφοταξίμης δεν έχει εδραιωθεί στην ανθρώπινη κύηση.

Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες.

Η κεφοταξίμη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Συνεπώς, η κεφοταξίμη, δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος υπερβαίνει τους πιθανούς κινδύνους.

- Γαλουχία:

Η κεφοταξίμη περνά στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.

Επιδράσεις στη φυσιολογική εντερική χλωρίδα του βρέφους που θηλάζει οι οποίες οδηγούν σε διάρροια, ανάπτυξη μυκήτων και ευαισθητοποίηση του βρέφους δεν μπορούν να αποκλειστούν.

Συνεπώς, πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Οδήγηση

ν

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η κεφοταξίμη επηρεάζει άμεσα την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών.

Υψηλές δόσεις κεφοταξίμης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να προκαλέσουν εγκεφαλοπάθεια (π.χ. έκπτωση συνείδησης, μη φυσιολογικές κινήσεις και σπασμοί) (βλ. παρ. 4.8).

Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα εάν προκαλούνται τέτοια συμπτώματα.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κατηγορία / οργανικόσύστημα Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100,<1/10) Όχι συχνές (≥1/1.000,<1/100) Σπάνιες (≥1/10.00 0,<1/1.000) Πολύσπάνιες (<1/10.0 00) Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν μεβάση τα διαθέσιμαδεδομένα)*
Λοιμώξεις Επιλοίμωξη (1)
και (βλ. παρ. 4.4)
παρασιτώσει
ς
Διαταραχές Λευκοπενία Ανεπάρκεια
του Ηωσινοφιλία μυελού των οστών
αιμοποιητικ Θρομβοπενία Πανκυτταροπενία
ού και του Ουδετεροπενία
λεμφικού Ακκοκιοκυτταραι
συστήματος μία
(2) (βλ. παρ. 4.4)
Αιμολυτική
αναιμία
Αιμορραγική
διάθεση από
παράταση του
χρόνου
προθρομβίνης
Διαταραχές Αντίδραση Αναφυλακτικές
του Jarisch- αντιδράσεις
ανοσοποιητι Herxheimer (3) Αγγειοοίδημα
κού Βρογχόσπασμος
συστήματος Αναφυλακτικό
shock
Κακουχία που
μπορεί να
οδηγήσει σε shock
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Σπασμοί (βλ.παρ. 4.4) Κεφαλαλγία Ζάλη Εγκεφαλοπάθεια(4)
(π.χ. έκπτωση συνείδησης, παραισθήσεις, σύγχυση, μη φυσιολογικές κινήσεις)(βλ.παρ. 4.4)
Καρδιακές διαταραχές Αρρυθμία μετάαπό ταχεία ενδοφλέβια έγχυση μέσω
καθετήρα κεντρικής φλέβας
Διαταραχές τουγαστρεντερι κούσυστήματος(5) Διάρροια Ναυτία ΈμετοςΚοιλιακό άλγος Γλωσσίτιδα Επιγαστραλγία Ψευδομεμβρανώδ ης κολίτιδα (βλ.παρ. 4.4)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων(6) Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (ALAT, ASAT, LDH,γ-GT και/ή αλκαλική φωσφατάση) και/ή χολερυθρίνη Ηπατίτιδα (ορισμένες φορές με ίκτερο)
Διαταραχές Εξάνθημα Φυσαλλιδώδες
του Κνησμός εξάνθημα:
δέρματος Κνίδωση Πολύμορφο
και του ερύθημα
υποδόριου Σύνδρομο
ιστού Stevens-Johnson
Τοξική επιδερμική
νεκρόλυση
(βλ.παρ. 4.4)
Οξεία γενικευμένη
εξανθηματική
φλυκταίνωση
(AGEP)
Διαταραχές Μείωση της Διάμεση
των νεφρών νεφρικής νεφρίτιδα
και των λειτουργίας / Αύξηση της
ουροφόρων αύξηση της ουρίας (χωρίς
οδών κρεατινίνης απαραίτητη
(ιδιαίτερα όταν αύξηση
συγχορηγείται κρεατινίνης)
με Πυουρία
αμινογλυκοσίδ Δυσουρικά
ες ή/και ενοχλήματα
διουρητικά της Αιματουρία
αγκύλης) Οξεία νεφρική
ανεπάρκεια (βλ.
παρ. 4.4)
Γενικές Ενδομυ Πυρετός Ενδομυϊκές
διαταραχές καικαταστάσεις της οδού χορήγησης ϊκές μορφές: Πόνος στο σημείο της ένεσης Φλεγμονώδεις αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, συμπεριλαμβα νομένης φλεβίτιδας / θρομβοφλεβίτιδας μορφές(7)(όταν ο διαλύτης περιέχει λιδοκαΐνη): Συστηματικές αντιδράσεις στη λιδοκαΐνη

* από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου

(1) Όπως συμβαίνει και με τα άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της κεφοταξίμης, ειδικότερα αν είναι παρατεταμένη, δυνατόν να έχει ως επακόλουθο την ανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Ουσιώδους σημασίας είναι η συνεχής παρακολούθηση της κατάστασης του ασθενούς. Αν παρουσιασθεί επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της αγωγής, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. (2) Ορισμένες από τις διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος παρουσιάζονται και με άλλα αντιβιοτικά της β-λακτάμης και ειδικότερα μετά από μακροχρόνια χορήγηση.

Κάποιες περιπτώσεις ηωσινοφιλίας και θρομβοπενίας ήταν ταχέως αναστρέψιμες με τη διακοπή της αγωγής.

(3) Όπως έχει αναφερθεί και με άλλα αντιβιοτικά, για τη θεραπεία της μπορρελίωσης μπορεί να αναπτυχθεί στις πρώτες μέρες της θεραπείας αντίδραση Jarisch-Herxheimer. Έχει αναφερθεί η εμφάνιση ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα συμπτώματα μετά τη θεραπεία μπορρελίωσης διάρκειας μερικών εβδομάδων: δερματικό εξάνθημα, κνησμός, πυρετός, λευκοπενία, αύξηση των ηπατικών ενζύμων, δυσκολία στην αναπνοή, ενοχλήσεις στις αρθρώσεις. Σε κάποιο βαθμό, οι εκδηλώσεις αυτές είναι όμοιες με τα συμπτώματα της επικείμενης ασθένειας για την οποία ο ασθενής υπόκειται σε θεραπεία. (4) Η χορήγηση μεγάλων δόσεων αντιβιοτικών της β-λακτάμης συμπεριλαμβανόμενης και της κεφοταξίμης και ειδικότερα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δυνατόν να καταλήξει σε εγκεφαλοπάθεια.

(5) Όπως και με όλα τα άλλα αντιβιοτικά ευρέος φάσματος η διάρροια μπορεί κάποιες φορές να είναι σύμπτωμα εντεροκολίτιδας η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις δυνατόν να συνοδεύεται από αίμα στα κόπρανα. Μια ειδική μορφή εντεροκολίτιδας που μπορεί να εμφανισθεί με αντιβιοτικά είναι η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα [στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλεται στο Clostridium difficile] (βλ. 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

(6) Αυτές οι μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές, οι οποίες μπορεί να προέρχονται και από τη λοίμωξη, σπάνια δυνατόν να υπερβαίνουν το διπλάσιο της ανώτερης τιμής του φυσιολογικού εύρους και υποδηλώνουν κάποια ηπατική βλάβη, συνήθως χολοστατική και συχνότερα ασυμπτωματική.

(7) Eνδομυϊκές μορφές: Επειδή ο διαλύτης που χρησιμοποιείται περιέχει λιδοκαΐνη, δυνατόν να παρουσιασθούν συστηματικές αντιδράσεις στη λιδοκαΐνη, ιδιαίτερα στην περίπτωση απρόσεκτης ενδοφλέβιας ένεσης ή ένεσης σε αγγειοβριθή ιστό ή σε περίπτωση υπερδοσολογίας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337

Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

Υπερβολική δόση

Τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας προσομοιάζουν κυρίως με το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας με αντιβιοτικά β-λακτάμης, συμπεριλαμβανομένης της κεφοταξίμης, και ειδικότερα σε νεφρική ανεπάρκεια υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, η κεφοταξίμη θα πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινάει υποστηρικτική αγωγή, η οποία περιλαμβάνει μέτρα επιτάχυνσης της απέκκρισης και συμπτωματική θεραπεία των ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. σπασμοί).

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Τα επίπεδα της κεφοταξίμης στον ορό μπορεί να μειωθούν με αιμοδιύλιση ή περιτοναϊκή διύλιση.

Τηλ. Κέντρου Δηλητηριάσεων Αθήνας: +30 210 77 93 777

Φαρμακολογικές ιδιότητες - STOPAREN 2G/VIAL

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Η κεφοταξίμη είναι μια 2-aminothiazolyl κεφαλοσπορίνη, αντιβιοτικό για περεντερική χορήγηση. Εκδηλώνει τη βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος. Είναι σταθερή έναντι της δράσης των περισσοτέρων β- λακταμασών.

Το αντιβακτηριακό φάσμα της κεφοταξίμης έχει ως εξής:

  • Στελέχη συνήθως ευαίσθητα:

    Streptococcus spp Streptococcus pneumoniae*

    Ευαίσθητοι στη μεθικιλλίνη Staphylococci συμπεριλαμβανομένων των στελεχών που παράγουν ή όχι πενικιλλινάση

    Bacillus subtilis Corynebacterium diphtheriae Erysipelothrix insidiosa

    Neisseria gonorrhoeae, στελέχη που παράγουν ή όχι πενικιλλινάση* Neisseria meningitidis

    Escherichia coli Κlebsiella oxytoca

    Κlebsiella pneumoniae* Proteus mirabilis, P. vulgaris Salmonella, Shigella Citrobacter diversus Providencia

    Haemophilus, στελέχη που παράγουν ή όχι πενικιλλινάση συμπεριλαμβανομένων και των ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη

    Bordetella pertussis Branhamella catarrhalis Aeromonas hydrophila Veillonella

    Clostridium perfringens Eubacterium Propionibacterium Morganella morganii Borrelia burgdorferi Enterobacter spp* Serratia spp* Citrobacter freundii* Yersinia*

    * H ευαισθησία στην κεφοταξίμη εξαρτάται από την επιδημιολογία και τα επίπεδα ανθεκτικότητας σε κάθε χώρα.

  • Aνθεκτικά στελέχη:

    Bacteroides fragilis Pseudomonas aeruginosa Acinetobacter baumanii Pseudomonas cepacia Stenotrophomonas maltophilia Clostridium difficile Enterococcus

    Listeria monocytogenes Methi-R Staphylococcus Gram αρνητικά αναερόβια

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

  • Ενήλικες:

    Μετά από μια ενδοφλέβια χορήγηση 1 g για 5 λεπτά, η συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 100 μg/ml μετά από 5 λεπτά. Η ίδια δόση του 1 g χορηγούμενη ενδομυϊκώς εμφανίζει μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 20-30 μg/ml μετά από 1/2 ώρα.

    Η φαινομενική ημιπερίοδος ζωής είναι 1 ώρα μετά την ενδοφλέβια χορήγηση και 1 - 1,5 ώρα μετά την ενδομυϊκή χορήγηση.

    Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 0,3 l/kg.

    Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη λευκωματίνη, ανέρχεται σε 25- 40%.

    Περίπου 90% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται μέσω της νεφρικής οδού: 50% σαν αμετάβλητη κεφοταξίμη και περίπου 20% σαν desacetyl-cefotaxime.

    Σε βαριά νεφρική ανεπάρκεια η ημιπερίοδος ζωής της κεφοταξίμης παρατείνεται (σχεδόν διπλασιάζεται).

  • Ηλικιωμένοι:

    Η ημιπερίοδος ζωής της κεφοταξίμης αυξάνεται μετρίως κατά μέσο όρο στις 2,5 ώρες σε ασθενείς άνω των 80 ετών. Ο όγκος κατανομής δεν μεταβάλλεται συγκρινόμενος με αυτό των νεαρών υγιών ατόμων.

  • Ενήλικες ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:

    Ο όγκος κατανομής πρακτικά παραμένει αμετάβλητος ενώ η ημιπερίοδος ζωής δεν ξεπερνά τις 2,5 ώρες ακόμα και στο τελικό στάδιο της νεφρικής ανεπάρκειας.

  • Βρέφη, παιδιά, νεογνά και πρόωρα:

    Στα βρέφη και στα παιδιά τα επίπεδα στο πλάσμα και ο όγκος κατανομής της κεφοταξίμης είναι παρόμοια με εκείνα που παρατηρούνται σε ενήλικες οι οποίοι λαμβάνουν την ίδια δόση σε mg/kg. Η μέση ημιπερίοδος ζωής κυμαίνεται από 0,75-1,5 ώρα.

    Στα νεογνά και στα πρόωρα, ο όγκος κατανομής είναι παρόμοιος με των βρεφών και των παιδιών. Η μέση ημιπερίοδος ζωής κυμαίνεται από 1,4-6,4 ώρες.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - STOPAREN 2G/VIAL

Κατάλογος εκδόχων

Κανένα

Ασυμβατότητες

Το STOPAREN δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα αντιβιοτικά είτε στην ίδια σύριγγα είτε στο ίδιο διάλυμα έγχυσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα με τις αμινογλυκοσίδες.

Aνασυσταμένο διάλυμα κεφοταξίμης: Η σταθερότητα του διαλύματος κεφοταξίμης σε συγκέντρωση 1 g/250 ml είναι ικανοποιητική με τα ακόλουθα διαλύματα έγχυσης: ενέσιμο ύδωρ, χλωριούχο νάτριο 0,9%, γλυκόζη 5%, διάλυμα Ringer, γαλακτικό νάτριο καθώς και με τα ακόλουθα διαλύματα έγχυσης που κυκλοφορούν στο εμπόριο: Haemaccel, Macrodex 6%, Rheomacrodex 10%.

Διάρκεια ζωής

2 χρόνια

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Τελικό προϊόν (στείρα σκόνη):

Διατηρείται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (< 25°C).

Aνασυσταμένο διάλυμα κεφοταξίμης:

  1. Για ενδομυϊκή ένεση:

    Aνασύσταση με ύδωρ για ενέσιμα ή διάλυμα υδροχλωρικής λιδοκαΐνης 0,5% ή 1% αντίστοιχα:

    • Μέχρι 8 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (όχι περισσότερο από 25°C, προστατευμένη από το φως του εσωτερικού χώρου) ή

    • Μέχρι 24 ώρες σε ψυγείο (2-8°C, προστατευμένη από το φως).

  2. Για ένεση ή έγχυση:

    Ανασύσταση με ύδωρ για ενέσιμα:

    • Μέχρι 12 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (όχι περισσότερο από 25°C, προστατευμένη από το φως του εσωτερικού χώρου) ή

    • Μέχρι 24 ώρες σε ψυγείο (2-8°C, προστατευμένη από το φως).

  3. Για έγχυση:

    Ανασύσταση με διαλύματα έγχυσης:

    • Μέχρι 8 ώρες μετά την ανασύσταση σε Haemaccel. Σε θερμοκρασία δωματίου (όχι περισσότερο από 25°C, προστατευμένη από το φως του εσωτερικού χώρου) ή

    • Μέχρι 6 ώρες μετά την ανασύσταση σε γλυκόζη 10%, Macrodex ή Rheomacrodex.

Σε θερμοκρασία δωματίου (όχι περισσότερο από 25°C, προστατευμένη από το φως του εσωτερικού χώρου).

Φύση και συστατικά του περιέκτη

  • STOPAREN® 0,5 g/VIAL (IV+IM): Κουτί με 1 φιαλίδιο

  • STOPAREN® 1 g/VIAL (IV+ΙΜ): Kουτί με 1 φιαλίδιο + 1 φύσιγγα διαλύτη

  • STOPAREN® 2 g/VIAL: Κουτί με 1 φιαλίδιο

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Για την αποφυγή σηπτικών επιπλοκών κατά την ένεση, συνιστάται να γίνεται η ανασύσταση με προσοχή, υπό άσηπτες συνθήκες και να χρησιμοποιείται το διάλυμα αμέσως μετά την ανασύσταση. Άσηπτες συνθήκες είναι ιδιαίτερα απαραίτητες αν το διάλυμα δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTX1VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.